← Κύπρος

ΜΑΡΣΕΛΛΟΣ ν. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 160/2018, 22/10/2018

ΜΑΡΣΕΛΛΟΣ ν. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 160/2018, 22/10/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2018:A163 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. ΓΕΡΟΛΕΜΟΥ, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 160/2018 Μεταξύ: XXXXX ΜΑΡΣΕΛΛΟΣ Ενάγοντα/Αιτητή ΚΑΙ

  1. XXXXX ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ
  2. MC MARPANIEL QUALITY ENTERTAINMENT LIMITED Εναγομένων/Καθ' ων η Αίτηση ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 13.2.2018 ΓΙΑ ΠΑΡΕΜΠΙΠΤΟΝ ΠΡΟΣΩΡΙΝΟ ΑΠΑΓΟΡΕΥΤΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΚΑΙ ΑΠΑΓΟΡΕΥΤΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 16.2.2018 Ημερομηνία: 22.10.2018 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα-Αιτητή: κα Γ. Ζαχαρίου για Α. Β. Ζαχαρίου & Σία ΔΕΠΕ Για Εναγόμενους 1 και 2-Καθ' ων η Αίτηση: κ. Μ. Πελεκάνος για Ε. Πελεκάνος & Σία ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Ex-Tempore) Ο Ενάγοντας καταχώρησε γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα (Δ.2 θ.1) με το οποίο εξαιτείται τα ακόλουθα: «(Α) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσονται οι εναγόμενοι 1 και ή 2 προσωπικά και ή μέσω αντιπροσώπων και ή υπαλλήλων και ή αξιωματούχων αυτών από το να παύσουν να επεμβαίνουν παράνομα και ή κατέχουν παράνομα το υποστατικό με αριθμό εγγραφής 2/3X3, Φ/Σχ. 40-6XXXX3, Τμήμα 2, Τεμάχιο 3X6, στη Λάρνακα, στην οδό XXXXX, στη Λάρνακα. (Β) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσονται οι εναγόμενοι 1 και ή 2 προσωπικά και ή μέσω αντιπροσώπων και ή υπαλλήλων και ή αξιωματούχων αυτών όπως παραδώσουν την ελεύθερη κατοχή και χρήση του υποστατικού με αριθμό εγγραφής 2/3X3, Φ/Σχ. 40-6XXXX3, Τμήμα 2, Τεμάχιο 3X6, στη Λάρνακα, στην οδό XXXXX, στη Λάρνακα στον ενάγοντα. (Γ) Δήλωση του Δικαστηρίου με την οποία να αναγνωρίζεται ότι οι εναγόμενοι επεμβαίνουν παράνομα στο υποστατικό με αριθμό εγγραφής 2/3X3, Φ/Σχ. 40-6XXXX3, Τμήμα 2, Τεμάχιο 3X6, στη Λάρνακα, στην οδό XXXXX, στη Λάρνακα. (Δ) Γενικές αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση. (Ε) €7000 μηνιαίως από 1.2.2018 μέχρι εξοφλήσεως ως αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση και ή βάση των αρχών περί αδικαιολόγητου πλουτισμού και ή βάση των αρχών της αποκατάστασης και ή ως ενδιάμεσα κέρδη και ή άλλως πως. (ΣΤ) Οποιαδήποτε περαιτέρω και ή καλύτερη θεραπεία το Δικαστήριο θεωρεί ορθό και δίκαιο. (Ζ) Έξοδα και Φ.Π.Α.» Την ίδια ημερομηνία, δηλαδή 13.2.2018, καταχώρησε μονομερή αίτηση με την οποία αιτείται τα κάτωθι: «(Α) Διάταγμα του Δικαστηρίου με τον οποίον να απαγορεύεται στους εναγομένους προσωπικά και ή μέσω των υπαλλήλων και ή αντιπροσώπων αυτών να επεμβαίνουν και ή κατέχουν και ή διαχειρίζονται και ή διεξάγουν επιχείρηση στο υποστατικό που καλύπτεται με αριθμό εγγραφής 2/3X3, Φ/Σχ. 40-6XXXX3, Τμήμα 2, Τεμάχιο 3X6, στη Λάρνακα, στην οδό XXXXX, στη Λάρνακα, εκτός εάν συνεχίζουν να καταβάλλουν το ποσό που κατέβαλλαν μέχρι την 7.1.2018 εκ €3200 από 1.2.2018, το οποίο ο ενάγοντας θα εισπράττει με πλήρη επιφύλαξη, μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αγωγής και ή μέχρι νεωτέρων διαταγών του Δικαστηρίου. (Β) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίον να επιτρέπεται στους εναγομένους προσωπικά και ή μέσω των υπαλλήλων και ή αντιπροσώπων αυτών να συνεχίσουν να κατέχουν το υποστατικό που καλύπτεται με αριθμό εγγραφής 2/3X3, Φ/Σχ. 40-6XXXX3, Τμήμα 2, Τεμάχιο 3X6, στη Λάρνακα, στην οδό XXXXX, στη Λάρνακα νοουμένου ότι θα καταβάλλουν την 1 μέρα κάθε μήνα το ποσό των €3200, το οποίο ο ενάγοντας θα εισπράττει με πλήρη επιφύλαξη, μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αγωγής και ή μέχρι νεωτέρων διαταγών του Δικαστηρίου. (Γ) Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία το Δικαστήριο κρίνει ορθή και δίκαιη. (Δ) Έξοδα και ΦΠΑ.» Το Δικαστήριο, υπό άλλη σύνθεση, στις 16.2.2018 που ήταν ορισμένη η μονομερής αίτηση, εξέδωσε Διάταγμα ως η παράγραφος Α της αίτησης, υπό τον όρο υπογραφής εγγύησης €100.000 και το όρισε επιστρεπτέο στις 23.2.2018, ενώ το αιτητικό Β της αίτησης αφού αυτό αποσύρθηκε εκ μέρους του ενάγοντα, αυτό απορρίφθηκε από το Δικαστήριο. Η παρούσα αίτηση βασίζεται στο Άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφάλαιο 6, άρθρα 4, 5, 6, 7 και 9 και στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.48 Θ.1, 2, 4, 8 και 9, στα άρθρα 42 και 43 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο Κεφάλαιο 148 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η παρούσα αίτησης βασίζονται στην επισυνημμένη δήλωση του Αιτητή, η οποία έχει ως ακολούθως: «
  3. Είμαι ο ενάγοντας στην υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή, γνωρίζω τα γεγονότα προσωπικά και από συμβουλή που έλαβα από τους δικηγόρους μου και είμαι δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβώ στην παρούσα ένορκη δήλωση.
  4. Είμαι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του υποστατικού που καλύπτεται με αριθμό εγγραφής 2/3X3, Φ/Σχ. 40-6XXXX3, τμήμα 2, τεμάχιο 3X6, στη Λάρνακα, στην οδό XXXXX, στη Λάρνακα. Παρουσιάζω αντίγραφο τίτλου ιδιοκτησίας, ως Τεκμήριο Α.
  5. Η εναγομένη 1 ήταν ο ενοικιαστής του εν λόγω υποστατικού με ενοικιαστήριο έγγραφο ημερομηνίας 1.9.2004, το οποίο είχε ισχύ αρχικά για 5 χρόνια και ανανεώθηκε ξανά, με προφορική συμφωνία για άλλα πέντε έτη ήτοι μέχρι την 31.8.2014, Τεκμήριο Β, τροποποιήθηκε δε περί το 2011 με την συμφωνία, Τεκμήριο Γ. Η εν λόγω ενοικίαση έληξε την 31.8.2014 και έκτοτε η ενοικίαση συνέχισε από μήνα σε μήνα.
  6. Μετά από κάποιο στάδιο, το ενοίκιο καταβάλλετο από την εναγόμενη 2, χωρίς όμως να έχω αποδεχτεί να είναι η εν λόγω εταιρεία ενοικιάστρια, αφού σε κάποιο στάδιο μου το είχε εισηγηθεί ο εναγόμενος 1 και αρνήθηκα. Η εναγόμενη 2 είναι εταιρεία ιδιοκτησίας των παιδιών του εναγόμενου
  7. Για σκοπούς πλήρους αποκάλυψης αναφέρω ότι στο υποστατικό λειτουργεί από τους εναγόμενους επιχείρηση μπυραρίας και εστιατορίου από την έναρξη της ενοικίασης, την οποία συνεχίζουν να διεξάγουν μέχρι και σήμερα.
  8. Λόγω διαφωνιών τόσο ως προς το ύψος του ενοικίου, αφού έγιναν ανεπιτυχείς προσπάθειες μέσω των προηγούμενων δικηγόρων των εναγομένων στο παρελθόν να συμφωνηθεί λογικό ενοίκιο, αλλά και για άλλα θέματα, περί την 22.12.2017 επιδόθηκαν στους εναγομένους επιστολές με τις οποίες τερμάτιζα την από μήνα σε μήνα ενοικίαση του υποστατικού μου. Παρουσιάζω ως Τεκμήριο Δ αντίγραφα των ενόρκων δηλώσεων επίδοσης της επιστολής μαζί με τις επιστολές. Με την εν λόγω επιστολή του δίδετο προθεσμία μέχρι 31.1.2018 για να παραδώσουν την ελεύθερη και κενή κατοχή του υποστατικού. Τις εν λόγω επιστολές ακολούθησε ανταλλαγή αλληλογραφίας μεταξύ των δικηγόρων των εναγομένων και των δικηγόρων μου, αντίγραφο των οποίων παρουσιάζω ως Τεκμήριο Ε.
  9. Το ενοίκιο για το υποστατικό το οποίο παραλάμβαναν άνευ βλάβης αφού ήταν πολύ χαμηλότερο από αυτό που θα έπρεπε να πληρώνεται, καταβάλλετο την 7η μέρα κάθε μήνα, αφού βάση της συμφωνίας ενοικίασης, η οποία βεβαίως έληξε, αλλά αυτή η πρόνοια της συνέχισε να τηρείται ως προς το χρόνο καταβολής του ενοικίου, η πληρωμή του ενοικίου θα γινόταν την 1η μέρα κάθε μήνα με 7 μέρες χάριν.
  10. Το ενοίκιο καταβλήθηκε μέχρι και την 7.1.
  11. Παρουσιάζω αποδείξεις πληρωμής του ενοικίου για τους τελευταίους μήνες, ως Τεκμήριο Στ.
  12. Την 6.2.2018 και παρά το ότι η ενοικίαση τερματίστηκε ο γιος του εναγόμενου 1 και μέτοχος της εναγομένης 2 μου ανέφερε ότι κατόπιν συμβουλής του δικηγόρου των εναγομένων δεν θα μου πληρώνει ούτε το ποσό των €3200 που πλήρωνε ούτε και οποιοδήποτε άλλο ποσό για σκοπούς άσκησης πίεσης προς εμένα.
  13. Με αυτόν τον τρόπο οι εναγόμενοι συνεχίζουν να κατέχουν και να αξιοποιούν και εκμεταλλεύονται το υποστατικό μου, το οποίο εγώ για αυτό το λόγο δεν μπορώ να εκμεταλλευτώ ούτε να διαθέσω με οποιοδήποτε τρόπο ώστε να μου επιφέρει εισόδημα, αλλά χωρίς να πληρώνουν οποιοδήποτε ποσό, κάτι το οποίο μου προκαλεί τεράστιες και ανεπανόρθωτες ζημιές και απώλειες. Συγκεκριμένα στη βάση της διαχείρισης της περιουσίας μου έχω δημιουργήσει υποχρεώσεις, τις οποίες εξυπηρετώ χρησιμοποιώντας και το εισόδημα από το εν λόγω υποστατικό το γεγονός της συνέχισης της κατοχής από τους εναγομένους μου αποστερεί το συνταγματικό μου δικαίωμα στην περιουσία ενώ παράλληλα μου αποστερεί το οποιοδήποτε εισόδημα.
  14. Να αναφέρω ότι το ποσό των €3200 που καταβάλλετο εκ μέρους του εναγομένου 1 είναι κατά πολύ χαμηλότερο από την ενοικιαστική αξία του υποστατικού μου, όπως έχω πληροφορηθεί από φίλους μου κτηματομεσίτες. Ενδεικτικά να αναφέρω ότι ένα γραφείο στη διπλανή πολυκατοικία, πέριξ των 250 τ.μ. ενοικιάζεται για ποσό εκ €1.800 μηνιαίως. Το δε υποστατικό μου που είναι ακριβώς δίπλα από τα εν λόγω γραφεία, είναι έκτασης άνω των 450 τ.μ. κτίρια και συνοδού 749 τ.μ. και η αξία του είναι κατά πολύ μεγαλύτερη των €3200 που κατέβαλλαν οι εναγόμενοι.
  15. Με την αίτηση μου αυτό που ζητώ είναι να διατηρηθεί η κατάσταση πραγμάτων ήτοι να συνεχίσει μεν η κατοχή μέχρι εκδίκασης της αγωγής, αλλά όχι χωρίς να καταβάλλει κανένα ποσό, το οποίο ποσό θα εισπράττω με επιφύλαξη και έναντι των αποζημιώσεων.
  16. Άλλωστε η διατήρηση πραγμάτων είναι η συνέχιση της κατοχής νοουμένου ότι θα συνεχίζει να πληρώνεται έστω το ποσό που πληρώνετο μέχρι και αμέσως πριν να προκύψει η αιτία αγωγής.
  17. Καμία ζημιά δεν θα προκληθεί στους εναγόμενους αφού δεν θα επηρεαστεί η επιχείρηση τους νοουμένου ότι πληρώνουν κάποιο ποσό για την εν λόγω κατοχή.
  18. Διαφορετικά θα αποστερηθώ του συνταγματικού μου δικαιώματος να απολαμβάνω την περιουσία μου και το χειρότερο είναι ότι αυτό θα με καταστρέψει οικονομικά, αφού το εισόδημα από το υποστατικό αυτό αποτελούσε βασικό μου εισόδημα, το οποίο κάλυπτε υποχρεώσεις μου, που θα αδυνατώ να ανταποκρίνομαι εάν δεν εκδοθούν τα διατάγματα και θα έχει ανεπανόρθωτες συνέπειες τόσο στην προσωπική μου ζωή όσο και στην επαγγελματική μου. Αυτό το γνωρίζουν οι εναγόμενοι και γι΄ αυτό το λόγο δεν πληρώνουν, με σκοπό να μου ασκήσουν πίεση και να με εκβιάσουν, όπως άλλωστε μου παραδέχτηκε ο υιός του εναγόμενου 1, μέτοχος της εναγομένης 2 την 6.2.2018 το βράδυ.
  19. Επίσης, εξ όσων έχω πληροφορηθεί από τους δικηγόρους που έχουν διενεργήσει έρευνα στην ιστοσελίδα του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου, ο εναγόμενος 1 ήταν πτωχεύσας, ο οποίος αποκαταστάθηκε αυτοδίκαια και όχι γιατί εξόφλησε τις υποχρεώσεις του και η οικονομική του κατάσταση είναι αβέβαιη, τυχόν δε συσσώρευση του ποσού για να καταβληθεί στο μέλλον στο πλαίσιο μιας υπέρ μου εκδοθείσας απόφασης, θα καταστήσει την εκτέλεση αδύνατη.
  20. Λόγω της κατάστασης όπως την έχω εξηγήσει πιο πάνω είναι σημαντικό, ορθό και δίκαιο για να αποκατασταθεί η κατάσταση πραγμάτων ως είχε όπως εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα.
  21. Πιστεύω και πληροφορούμαι και από τους δικηγόρους μου ότι έχω καλή βάση αγωγής όπως φαίνεται και στο κλητήριο ένταλμα το οποίο έχω καταχωρήσει και υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο επιτυχίας, αφού η ενοικίαση από μήνα σε μήνα που ίσχυε μετά τη λήξη της γραπτής μας συμφωνίας ενοικίασης τερματίστηκε και παρόλα αυτά οι εναγόμενοι δεν μου παραδίδουν την κατοχή ούτε και πληρώνουν οποιοδήποτε ποσό. Επισυνάπτω ως Τεκμήριο Ζ, αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος, το περιεχόμενο του οποίου υιοθετώ πλήρως.
  22. Το θέμα είναι κατεπείγον καθότι οι εναγόμενοι με τις πράξεις τους επεμβαίνουν παράνομα, ανάτρεψαν την κατάσταση πραγμάτων και μου αποστερούν το συνταγματικό μου δικαίωμα στην περιουσία και τα εισοδήματα που χρειάζομαι να έχω για να μην καταστραφώ οικονομικά. Για σκοπούς πλήρους αποκάλυψης αναφέρω ότι την Πέμπτη οι δικηγόροι μου είχαν συνομιλία με τους δικηγόρους των εναγομένων, αναφορικά με το κατά πόσο θα συνέχιζαν, δεδομένης της άρνησης τους να παραδώσουν το επίδικο υποστατικό, να πληρώνουν έστω το ποσό που κατέβαλλαν, αλλά μέχρι σήμερα καμία θετική ανταπόκριση δεν υπήρξε.
  23. Σε περίπτωση έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων καμία ζημιά δεν θα προκληθεί στους εναγόμενους αφού θα διατηρηθεί η κατάσταση πραγμάτων ως έχει ενώ συνέχιση της παράνομης επέμβασης θα μου προκαλέσει ανεπανόρθωτες ζημιές, οι οποίες δεν θα μπορούν να αποζημιωθούν.
  24. Ως εκ των ανωτέρω, είναι ορθό, δίκαιο και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης, όπως εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα.» Με αυτήν επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Α αντίγραφο τίτλου ιδιοκτησίας στο όνομα του Αιτητή ημερομηνίας 4.1.1988, ως Τεκμήριο Β αντίγραφο ενοικιαστηρίου εγγράφου ημερομηνίας 1.9.2004 μεταξύ του Αιτητή και του Εναγόμενου 1 ‑ Καθ' ου η Αίτηση, το οποίο έληγε στις 31.8.2009 και ανανεώθηκε μέχρι τις 31.8.2014, ως Τεκμήριο Γ ενοικιαστήριο έγγραφο ημερομηνίας 7.6.2011, μεταξύ των ίδιων προσώπων, το οποίο συμπεριελάμβανε μια αποθήκη (ιατρείο), η οποία δεν συμπεριλαμβάνετο στο ενοικιαστήριο Τεκμήριο Β, ως Τεκμήριο Δ επιστολές τερματισμού της ενοικίασης του εν λόγω υποστατικού ημερομηνίας 15.12.2017, που επιδόθηκαν στους Καθ' ων η Αίτηση στις 22.12.2017, ως Τεκμήριο Ε, δύο επιστολές ημερομηνίας 18.1.2018 και 30.1.2018, ως Τεκμήριο ΣΤ δέσμη αποδείξεων από 7.8.2017 έως 7.1.2018 και ως Τεκμήριο Ζ αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος της παρούσας αγωγής. Αφού καταχωρήθηκε εμφάνιση εκ μέρους των Εναγόμενων 1 και 2, στις 7.3.2018, στη συνέχεια οι Εναγόμενοι 1 και 2 καταχώρησαν ειδοποίηση περί προθέσεως ενστάσεως στις 18.4.
  25. Η ένσταση βασίζεται στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφάλαιο 6, άρθρα 4, 5, 6, 7 και 9, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.39 Θ.2, Δ.48 Θ.1, 2, 4, 8 και 9, στον περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο Κεφάλαιο 148, άρθρα 42 και 43, στον περί Ενοικιοστασίου Νόμο 23/83 και ιδιαίτερα στα άρθρα 2, 4 και 11 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Οι συγκεκριμένοι λόγοι της ένστασης είναι οι ακόλουθοι: «
  26. Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας δεν έχει δικαιοδοσία στην εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης.
  27. Ο Αιτητής δεν έχει κάνει πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων. Συγκεκριμένα, ο Αιτητής απέφυγε να ενημερώσει το Δικαστήριο για το είδος του ακινήτου και την ημερομηνία ανέγερσης του, ούτως ώστε να έστρεφε την προσοχή του Δικαστηρίου στα θέματα δικαιοδοσίας.
  28. Ο Αιτητής δεν έχει δείξει κανένα επείγον ζήτημα, ούτως ώστε να δικαιούται θεραπεία στην απουσία του αντιδίκου.
  29. Το διάταγμα που εκδόθηκε είναι εκτός των προϋποθέσεων που θέτει το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, καθώς και των άρθρων 4, 5, 6, 7 και 9 του Κεφαλαίου 6 για τον λόγο ότι το Δικαστήριο εξέδωσε διάταγμα καταβολής αποζημιώσεων και όχι ενοικίων. Περαιτέρω, το διάταγμα για καταβολή του συγκεκριμένου ποσού ως ενοίκιο, έρχεται σε πλήρη αντίθεση με το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα, το οποίο απορρέει από κατ΄ ισχυρισμό τερματισμό της σύμβασης ενοικίασης. Περαιτέρω, το Δικαστήριο εξέδωσε διάταγμα για καταβολή του εν λόγω ποσού στην απουσία μαρτυρίας που να αφορά την ενοικιαστική αξία του ακινήτου.
  30. Το διάταγμα του Δικαστηρίου που εκδόθηκε μονομερώς, κατ΄ ουσία ολοκλήρωσε και την υπόθεση, εφ΄ όσων το Δικαστήριο εξέδωσε διάταγμα απαγορευτικό της κατοχής του ακινήτου, υπό την προϋπόθεση καταβολής μηνιαίου μισθώματος σε ήδη τερματισθήσα σύμβαση ενοικίασης.
  31. Η αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη και καταχρηστική.» Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση εμφαίνονται στην ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 1 ‑ Καθ' ου η Αίτηση, η οποία συνοδεύει αυτή και έχει ως κατωτέρω: «
  32. Είμαι ο Εναγόμενος 1 στην παρούσα αγωγή. Γνωρίζω τα γεγονότα της υπόθεσης από προσωπική ανάμειξη και εμπλοκή. Για τα γεγονότα που δεν έχω προσωπική γνώση, αποκαλύπτω την πηγή της πληροφόρησής μου. Προβαίνω στην παρούσα ένορκο δήλωση και εκ μέρους των Εναγομένων 2, οι οποίοι με έχουν εξουσιοδοτήσει δεόντως.
  33. Διάβασα την ένορκο δήλωση του XXXXX Μαρσέλλου με ημερ. 15.02.2018 που υποστηρίζει την αίτηση και διαφωνώ πλήρως με όλους μαζί και τον καθένα ξεχωριστά τους ισχυρισμούς του αιτητή που αναφέρονται στην εν λόγω ένορκο δήλωση του, πλην των όσων ρητά κατωτέρω παραδέχομαι.
  34. Παραδέχομαι τις παραγράφους 1 και 2 της ενόρκου δηλώσεως του Ενάγοντα. Όμως, επιθυμώ να επιστήσω την προσοχή του Δικαστηρίου στο γεγονός ότι το εν λόγω ακίνητο έχει ολοκληρωθεί πολύ πριν το 1999 και όπως εμφαίνεται από το πιστοποιητικό εγγραφής Τεκμ. Α της ενόρκου δηλώσεως του Ενάγοντα, το κτίριο φέρει ημερομηνίας εγγραφής 04.01.1988 και βρίσκεται εντός του Δήμου Λάρνακας. Το εν λόγω ακίνητο ήταν η κατοικία των γονέων του Ενάγοντα και το οποίο είναι πολύ παλαιό. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα ανεγέρθη το
  35. Το εν λόγω ακίνητο το ενοικίασα την 01.09.2004 σύμφωνα με το ενοικιαστήριο έγγραφο που επισυνάπτω ως Τεκμήριο Α. Πριν το 2004, το εν λόγω ακίνητο είχε ήδη μετατραπεί σε αδειούχο εστιατόριο και το οποίο λειτουργούσε υπό την επωνυμία "Mavis Restaurant". Εξ΄ όσων γνωρίζω από τις παραδοχές του ίδιου του Ενάγοντα, ο τελευταίος είχε διαφορές με τους προηγούμενους ενοικιαστές και ανάλωσαν αρκετά χρόνια στα Δικαστήρια και στο τέλος ο Ενάγοντας καρπώθηκε την επιχείρηση του εστιατορίου "Mavis". Περαιτέρω, σύμφωνα με πληροφορίες που έλαβα από τον αρμόδιο επιθεωρητή του ΚΟΤ Λάρνακας, το εν λόγω ακίνητο ενοικιάζετο προς την επιχείρηση "Mavis Restaurant" πριν από το έτος
  36. Επιθυμώ επίσης να επιστήσω την προσοχή του Δικαστηρίου στον όρο 3 του ενοικιαστηρίου εγγράφου (Τεκμήριο Α) όπου υποδηλώνει ξεκάθαρα την ύπαρξη προηγούμενης επιχείρησης, εφ΄ όσων η ενοικίαση περιλάμβανε εξοπλισμό επαγγελματικού υποστατικού.
  37. Έχοντας υπόψη τα ανωτέρω και το γεγονός ότι μετά την λήξη της ενοικιαστικής περιόδου του Τεκμήριο Α, διατήρησα την κατοχή του ακινήτου μέχρι και σήμερα, έχω καταστεί θέσμιος ενοικιαστής. Εξ΄ όσων γνωρίζω και ως με πληροφορεί ο δικηγόρος μου, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας δεν έχει δικαιοδοσία να επιληφθεί της παρούσας αγωγής. Περαιτέρω και αν ακόμα γίνει αποδεκτή η θέση του Ενάγοντα ότι υφίστατο ενοικίαση από μήνα σε μήνα, το γεγονός ότι ο Ενάγοντας τερμάτισε την ενοικίαση αυτή με την επιστολή Τεκμήριο Δ και πάλι έχω καταστεί θέσμιος ενοικιαστής, εφ΄ όσων μετά τον τερματισμό της ενοικίασης από μήνα σε μήνα, συνεχίζω να κατέχω το εν λόγω ακίνητο.
  38. Εξ΄ όσων με πληροφορεί ο δικηγόρος μου, ο Ενάγοντας είχε υποχρέωση να αποκαλύψει την πλήρη κατάσταση του ακινήτου προς το Δικαστήριο, εφ΄ όσων πρόκειται για ουσιώδεις ισχυρισμούς που άπτονται της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Ο Ενάγοντας απέφυγε να ενημερώσει προς τούτο το Δικαστήριο. Ούτως ή άλλως το Δικαστήριο έχει αυταπάγγελτη υποχρέωση να ερευνήσει και να διαπιστώσει τα θέματα της δικαιοδοσίας του.
  39. Πλην του γεγονότος ότι η ενοικίαση συνέχισε από μήνα σε μήνα ως ισχυρίζεται ο Ενάγοντας στην παράγραφο 3 της ενόρκου δηλώσεως του (γεγονός το οποίο αρνούμαι), παραδέχομαι τους υπόλοιπους ισχυρισμούς της παραγράφου 3 με επιφύλαξη το δικό μου Τεκμήριο Α, όπου η συμφωνία ενοικιάσεως φέρει υπογραφές.
  40. Αρνούμαι την παράγραφο 4, πλην όμως παραδέχομαι ότι η εν λόγω εταιρεία καταβάλλει τα ενοίκια εκ μέρους μου.
  41. Παραδέχομαι την παράγραφο 5 της ενόρκου δηλώσεως του Ενάγοντα και αναφέρω ότι έχουμε κάνει τεράστιες επενδύσεις στον εν λόγω χώρο, εφ΄ όσων αυτό προνοείτο και στο ενοικιαστήριο Τεκμήριο Α και έχουμε κάνει τέτοιες ανακαινίσεις, οι οποίες έχριζαν και λήψη πολεοδομικής άδειας και άδειας οικοδομής, η οποία άδεια φαίνεται και επί του τίτλου ιδιοκτησίας του ακινήτου.
  42. Αρνούμαι την παράγραφο 6 της ενόρκου δηλώσεως του Ενάγοντα και αναφέρω ότι σύμφωνα με την συμφωνία Τεκμήριο Α, η οποιαδήποτε ανανέωση θα έπρεπε να γίνει γραπτώς (όρος 3). Μετά την αρχική λήξη της συμφωνίας ενοικίασης, διατήρησα κατοχή του ακίνητου μέχρι σήμερα, με την συμφωνία ότι κάθε δύο χρόνια θα γίνετο επαναδιαπραγμάτευση του ενοικίου. Το τελευταίο μηνιαίο ενοίκιο ανέρχετο στο ποσό των €3,200.-, ήτοι €2,903.- για την οικία και €297.- για το βοηθητικό υποστατικό. Η μοναδική διαφωνία που είχαμε με τον Ενάγοντα ήταν η εμμονή του σε παράλογη αύξηση του ενοικίου, καθώς και άρνηση του να προβεί σε ουσιώδεις επιδιορθώσεις του ακινήτου. Να σημειωθεί ότι πρόκειται για πολύ παλαιό ακίνητο με πολλά δομικά προβλήματα, η ενοικιαστική αξία του οποίου χωρίς τις δικές μας ανακαινίσεις, θα ήταν πολύ χαμηλή. Παραδέχομαι ότι ανταλλαγήκαν οι επιστολές που αναφέρει ο Ενάγοντας στην ένορκη του δήλωση υπό Τεκμ. Δ και Ε.
  43. Αρνούμαι τις παραγράφους 7 και 8 της ενόρκου δηλώσεως του Ενάγοντα. Ο μοναδικός λόγος που εκδίδονταν αποδείξεις «Άνευ Βλάβης» ήταν επειδή τα ενοίκια κατέβαλλε εκ μέρους μου η Εναγομένη 2 Εταιρεία. Αυτός ήταν και ο μοναδικός λόγος σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα, που εξέδιδε αποδείξεις «Άνευ Βλάβης». Αρνούμαι κατηγορηματικά τους ισχυρισμούς του περί του ότι ο λόγος της έκδοσης αποδείξεων με την ένδειξη «Άνευ Βλάβης» ήταν το χαμηλό ενοίκιο.
  44. Αρνούμαι κατηγορηματικά τις παραγράφους 9 και 10 της ενόρκου δηλώσεως του Ενάγοντα. Ο υιός μου XXXXX Κωνσταντίνου, ουδέποτε ανέφερε στον Ενάγοντα ότι δεν θα κατεβάλλαμε ενοίκια. Αυτό που λέχθηκε μεταξύ τους ήταν η αντίφαση της θέσης του Ενάγοντα, δηλαδή ενώ ο τελευταίος τερμάτισε την οποιαδήποτε μεταξύ μας συμβατική σχέση, προσήλθε στα υποστατικά με σκοπό να παραλάβει ενοίκιο μετά τον τερματισμό. Η συζήτηση περιστράφηκε σε αυτό το θέμα και ζητήθηκε χρόνος από εμάς για να λάβουμε νομική συμβουλή, ιδιαίτερα ως προς την νομιμότητα έκδοσης αποδείξεων μετά τον τερματισμό.
  45. Αρνούμαι την παράγραφο 10 της ένορκης δήλωσης του Ενάγοντα και ισχυρίζομαι ότι η θέση του είναι αντιφατική. Αφενός αναφέρει στο Δικαστήριο ότι έχει δημιουργήσει υποχρεώσεις (οι οποίες είναι αόριστες) και από τις οποίες έχει ανάγκη το εισόδημα του ενοικίου (χωρίς να διευκρινίζει) και αφετέρου εν γνώσει του τερμάτισε την σύμβαση αξιώνοντας κατοχή του ακινήτου. Ο Ενάγοντας γνωρίζει πολύ καλά ότι η εν λόγω επιχείρηση που εξασκούμε εντός του ακινήτου, αποτελεί το εισόδημα για 2 οικογένειες και οι ανακαινίσει που έχουμε κάνει και ο εξοπλισμός είναι τέτοιου μεγέθους που είναι αδύνατο και άδικο να παραδοθεί κατοχή σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα των 30 ημερών. Περαιτέρω, ο Ενάγοντας δεν έχει υποδείξει οποιαδήποτε πρόθεση για ενοικίαση του υποστατικού σε τρίτους (π.χ. διαφήμιση ότι αυτό ενοικιάζεται) ή για εκμετάλλευση του από τον ίδιο.
  46. Αρνούμαι την παράγραφο 11 της ένορκης δήλωσης του Ενάγοντα και αναφέρω ότι ο Ενάγοντας δεν έχει παρουσιάσει οποιαδήποτε μαρτυρία αναφορικά με την ενοικιαστική αξία του ακινήτου. Η αναφορά του Ενάγοντα «σε φίλους του κτηματομεσίτες» δεν καλύπτει το κενό, εφ΄ όσων ο κτηματομεσίτης δεν είναι πρόσωπο που μπορεί να θεωρηθεί εμπειρογνώμονας και ή ως εκτιμητής ακινήτων. Περαιτέρω και πάλι δεν κάνει αναφορά στην ενοικιαστική αξία του ακινήτου, δηλαδή εάν επιθεωρήθηκε, σε ποια κατάσταση βρίσκεται και ποια η ζήτηση της αγοράς σε σχέση με ένα τέτοιο ακίνητο. Όσον αφορά την συγκριτική αξία που δίδει ο Ενάγοντας για ένα γραφείο περί 250 m2 στην διπλανή πολυκατοικία, αφενός δεν αποκαλύπτει την πηγή της πληροφόρησης του και αφετέρου δεν δύναται να συγκρίνονται τα δύο ακίνητα. Η πολυκατοικία δίπλα από το επίδικο ακίνητο είναι καινούργια, με μοντέρνους χώρους, ενώ το επίδικο ακίνητο είναι πέραν των 70 ετών με δομικά προβλήματα. Εν πάση περιπτώσει, το συγκριτικό ποσό που θέτει ο Ενάγοντας προκύπτει το ποσό των €7,20.- το τετραγωνικό μέτρο. Η πολυκατοικία στην άλλη πλευρά του ακινήτου είναι παλαιά και συγκεκριμένα το Διαμ. XXXXX στο Block XXXXX ενοικιάζεται προς €250.- το μήνα και έχει εμβαδόν 100 m2 δηλαδή €2,50.- το τετραγωνικό μέτρο. Την πληροφορία αυτή την έλαβα από τον ενοικιαστή του εν λόγω διαμερίσματος ήτοι την κα XXXXX Μπαζαϊδη και η πληροφορία επιβεβαιώθηκε και από τον ιδιοκτήτη του διαμερίσματος και από τον κ. XXXXX Ιωάννου, διαχειριστή της πολυκατοικίας XXXXX. Είναι η θέση μου ότι η ενοικιαστική αξία του επίδικου ακινήτου είναι πολύ χαμηλότερη από το υφιστάμενο μηνιαίο ενοίκιο εκ €3,200.-. Περαιτέρω έστω και με την συγκριτική αξία που δίδει ο Ενάγοντας (χωρίς να αποκαλύπτει την πληροφόρηση του) η ενοικιαστική αξία του επίδικου ακινήτου για χώρο 400 m2 περίπου προς €7,20.- το m2 ανέρχεται στο ποσό των €2,880.-.
  47. Αρνούμαι τις παραγράφους 12, 13, 14 και 15 της ένορκης δήλωσης του Ενάγοντα. Οι θέσεις του Ενάγοντα είναι αντιφατικές, εφ΄ όσων έχει τερματίσει την οποιαδήποτε σχέση ενοικίασης και υπάρχει κίνδυνος το ποσό των αποζημιώσεων, σε περίπτωση που πετύχει στην αγωγή του, να είναι πολύ χαμηλότερο από το ποσό του μηνιαίου ενοικίου (€3,200.-). Αυτό θα έχει σαν αποτέλεσμα μέχρι την εκδίκαση της αγωγής, ο Ενάγοντας να λάβει τεράστια ποσά πολύ μεγαλύτερα από τυχόν υπέρ του επιδικασθείσες αποζημιώσεις. Αυτό που ζητά ο Ενάγοντας από το Δικαστήριο, ήτοι να διατηρηθεί η κατάσταση πριν την καταχώρηση αγωγής, είναι εκ διαμέτρου αντίθετο με το αγώγιμο του δικαίωμα, με ορατούς τους κινδύνους υπερπληρωμής του Ενάγοντα. Η επίκληση του Ενάγοντα για ανεπανόρθωτες συνέπειες, αφορά μόνο οικονομικές συνέπειες και οι οποίες περιορίζονται στην απώλεια της ενοικιαστικής αξίας εάν και εφόσον επιτύχει στην αγωγή του. Ο Ενάγοντας δεν εξηγεί τους λόγους που τον ώθησαν στον τερματισμό της ενοικιαστικής μας σχέσης και ούτε και εξηγεί γιατί είναι επείγον να εκδοθεί τέτοιο διάταγμα στην απουσία του αντιδίκου. Εάν ο Ενάγοντας μιλά για ανεπανόρθωτες συνέπειες λόγω μη πληρωμής του ποσού εκ €3,200.- τον μήνα, τότε ποιος ο λόγος να τερματίσει την ενοικίαση; Περαιτέρω, εφ΄ όσων ο Ενάγοντας τερμάτισε την ενοικίαση, γιατί θα πρέπει εγώ να συνεχίσω να καταβάλλω το ποσό που προνοεί μια τερματισθείσα νομική σχέση από τον Ενάγοντα, στην στιγμή που εάν ο Ενάγοντας δικαιωθεί στις θέσεις του, η μηνιαία ενοικιαστική αξία είναι χαμηλότερη των €3,200.-;
  48. Αρνούμαι την παράγραφο 16 της ένορκης δήλωσης του Ενάγοντα και αρνούμαι τον υπαινιγμό ότι δεν μπορεί να ικανοποιηθεί τυχόν υπέρ του Ενάγοντα εκδοθείσα απόφαση. Ο Ενάγοντας αγνοεί το γεγονός ότι εδώ και πάρα πολλά χρόνια παραλαμβάνει τα ενοίκια του ανελλιπώς, χωρίς οποιοδήποτε πρόβλημα. Στο εν λόγω υποστατικό λειτουργεί η γνωστή επιχείρηση "Blue Pine Bar", η οποία τυγχάνει να είναι η πιο πολυσύχναστη μπυραρία - εστιατόριο στην Λάρνακα. Στο σημείο αυτό οφείλω να αναφέρω ότι τους τελευταίους μήνες λόγω διαφωνίας μας ως προς το ποσό του ενοικίου, συζητούσαμε με τον Ενάγοντα την αγορά του ακινήτου από εμένα και η συζήτηση περιστράφηκε στο ποσό των €700,000.- με €1,000,000.-. Την εν λόγω συζήτηση επιμελώς δεν την ανέφερε στο Δικαστήριο. Πώς είναι δυνατό να συζητώ για αγορά ενός ακινήτου σε τέτοια ποσά χρημάτων, να καταβάλλω εδώ και χρόνια ανελλιπώς τα ενοίκια και ο Ενάγοντας να αφήνει υπονοούμενα ότι είμαι αναξιόχρεος;
  49. Αρνούμαι τις παραγράφους 17, 18, 19, 20 και 21 του Ενάγοντα και αναφέρω ότι η διατήρηση των πραγμάτων στην κατάσταση προ της καταχώρησης της αγωγής, έρχεται σε αντίθεση με το αγώγιμο δικαίωμα του Ενάγοντα. Ο Ενάγοντας ήταν αυτός που ανέτρεψε την κατάσταση πραγμάτων και αντί να αποταθεί στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων και να ζητήσει αύξηση του ενοικίου σύμφωνα με την ενοικιαστική αξία του επίδικου ακινήτου και τα συγκριτικά ενοίκια της περιοχής, επέλεξε να προβεί στην παρούσα αγωγή και την έκδοση διατάγματος με μοναδικό σκοπό όχι την ανάκτηση κατοχής που είναι η ουσία της αγωγής του, αλλά την αύξηση του ενοικίου μέσω διαπραγμάτευσης, ασκώντας αθέμιτη πίεση προς εμένα. Μοναδικός σκοπός του Ενάγοντα είναι η αύξηση ενοικίου. Επιθυμώ επίσης να αναφέρω ότι έχουμε δώσει οδηγίες στον δικηγόρο μας για να γίνει σχετική εκτίμηση και έχω πρόθεση να αποταθώ στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων για μείωση του εν λόγω ενοικίου.
  50. Εξ΄ όσων με έχει πληροφορήσει ο δικηγόρος μας, σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με τον δικηγόρο του Ενάγοντα, ουδέποτε αρνήθηκε την καταβολή του ποσού των €3,200.-, πλην όμως ο δικηγόρος μας έθεσε θέμα στο τι είδους απόδειξη θα εκδώσει ο Ενάγοντας, εφ΄ όσων κάτι τέτοιο δεν μπορεί να χαρακτηρίζεται πλέον ως ενοίκιο. Προτού αποφασιστεί το είδος της απόδειξης, ο δικηγόρος μας διαπίστωσε ότι όταν συνομιλούσαμε με τον δικηγόρο της άλλης πλευράς, είχε ήδη εκδοθεί το παρόν διάταγμα, πλην όμως δεν είχε ενημερωθεί. Επιθυμώ να επισυνάψω ως Τεκμήριο Β επιστολή του δικηγόρου μας προς τον δικηγόρο του Ενάγοντα ημρ. 21.02.2018, η οποία να αναφερθεί απαντήθηκε με επιστολή των δικηγόρων του Ενάγοντα ημερ. 27.02.2018, πλην όμως αυτή είναι «Άνευ Βλάβης» και δεν την παρουσιάζω για αυτό τον λόγο. Η εν λόγω επιστολή βρίσκεται στην κατοχή μου και είμαι πρόθυμος να την παρουσιάσω, εάν ο Ενάγοντας δεν έχει ένσταση. Επίσης επισυνάπτω ως Τεκμήριο Γ τις αποδείξεις των ενοικίων μετά την καταχώρηση της αγωγής, με αυτόδηλο περιεχόμενο. Η επιστολή Τεκμήριο Β κάνει αναφορά και στην δομική κατάσταση του ακινήτου. Να σημειωθεί ότι όλον το χειμώνα υπήρχε διαρροή από την οροφή, πράγμα που επιδιορθώθηκε πρόσφατα από τον ενάγοντα.
  51. Υπό τις περιστάσεις το διάταγμα πρέπει να απορριφθεί για τους ακόλουθους λόγους: Α) Το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία, καθότι εγώ είμαι θέσμιος ενοικιαστής. Β) Το Δικαστήριο έχει εκδώσει διάταγμα καταβολής μηνιαίων αποζημιώσεων στην απουσία μαρτυρίας, πράγμα ανεπίτρεπτο και άδικο εφόσον για να πετύχει ο Ενάγοντας τις αξιώσεις του, υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο να δικαιούται πολύ λιγότερα ποσά. Περαιτέρω, το εν λόγω διάταγμα εξ΄ όσων με πληροφορεί ο δικηγόρος μας, δεν αποτελεί μέτρο προστασίας του Ενάγοντα από τυχόν υπέρ του εκδοθείσα απόφαση. Ο Ενάγοντας δεν ζήτησε να δεσμευτεί οποιαδήποτε περιουσία μου είτε εμένα, είτε της Εναγομένης 2 για να εξασφαλίσει το λαβήν του. Πρόκειται για άδικο και τιμωρητικό μέτρο εις βάρος μυ. Κατ΄ ουσίαν έχει αποφασιστεί ολόκληρη η υπόθεση εναντίον μου. Γ) Η έκδοση του διατάγματος είναι αντιφατική με το αγώγιμο δικαίωμα του Ενάγοντα. Δ) Ο Ενάγοντας δεν έχει υποδείξει κανένα λόγο για το επείγον του αιτήματός του, ούτως ώστε να δικαιούται θεραπεία στην απουσία αντιδίκου. Ε) Η έκδοση του διατάγματος και η παρούσα αγωγή αποτελούν κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου εφ΄ όσων σκοπός του Ενάγοντα δεν είναι η ανάκτηση της κατοχής, αλλά η αύξηση του μηνιαίου ενοικίου. Οι συζητήσεις μου με τον Ενάγοντα μου έδωσαν την εύλογη πίστη ότι αυτός θα καταχωρούσε σχετική αίτηση στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεως, πράγμα που θα καθόριζε το δίκαιο ενοίκιο για το ακίνητο. Αντ΄ αυτού ο Ενάγοντας προχώρησε με την παρούσα αγωγή και αίτηση προς μεγάλη μου έκπληξη.» Με αυτήν επισυνάπτονται ως Τεκμήριο Α αντίγραφο ενοικιαστηρίου εγγράφου ημερομηνίας 1.9.2004, ως Τεκμήριο Β επιστολή ημερομηνίας 21.2.2018 και ως Τεκμήριο Γ φωτοτυπίες αποδείξεων ημερομηνίας 5.3.2018 και 5.4.
  52. Η δικηγόρος του Αιτητή, στη δεκατετρασέλιδη γραπτή αγόρευση της, ουσιαστικά επαναλαμβάνει και εξηγεί τους ισχυρισμούς του Αιτητή στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και συνάμα καταρρίπτει τους ισχυρισμούς και θέσεις των Καθ' ων η Αίτηση, όπως αυτοί εκφράζονται στη γραπτή ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 1 που συνοδεύει την ένσταση, με παραπομπή σε σχετική νομολογία, ενώ ζητεί από το Δικαστήριο την οριστικοποίηση του διατάγματος ημερομηνίας 16.2.
  53. Από την αντίπερα όχθη, ο συνήγορος των Καθ' ων η Αίτηση, στην προφορική αγόρευση του ουσιαστικά υιοθετεί όσα αναφέρονται στους λόγους ένστασης και στην ένορκη δήλωση, εμπλουτίζοντας αυτούς, όπου κατά τον ίδιο χρειάζεται τούτο, προς επίρρωση των οποίων επικαλείται σχετική νομολογία, για να εισηγηθεί στο τέλος ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, αφού το Δικαστήριο δεν έχει καθ' ύλην δικαιοδοσία και επίσης ως έχει εκδοθεί το διάταγμα, χαρακτηρίζοντας το απαγορευτικό και προστακτικό, δεν συνάδει με την παρούσα αγωγή που βασίζεται σε παράνομη επέμβαση, αφού έχει αποφασιστεί ολόκληρη η αγωγή και τέλος ότι δεν έχει καταδειχθεί το κατεπείγον για τους λόγους που εξήγησε, γι' αυτό και η αίτηση πρέπει να απορριφθεί από το Δικαστήριο και το διάταγμα ημερομηνίας 16.2.2018 να ακυρωθεί και να παύσει να ισχύει. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ‑ ΚΑΤΑΛΗΞΗ Ας σημειωθεί εξ αρχής, όπως είναι καλά γνωστό από τη νομολογία (βλ. El Fath Co. For International Trade S.A.E. v. E.D.T. Shipping Ltd κ.ά.

(1992)1 ΑΑΔ 1255, Ν.Α. Theophanous (Matic) Laundries Ltd v. Δημοκρατίας
(2000)3 ΑΑΔ 793 και Hamisi Mwinyi Selmani κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 235/13 και 236/13, ημερομηνίας 05/06/2015), ότι η αγόρευση δικηγόρου δεν αποτελεί παραδεκτή μέθοδο για εισαγωγή μαρτυρίας και δεν μπορεί να συμπληρώσει τα όποια κενά υπάρχουν στην υπόθεση. Είναι βασική αρχή του δικαίου ότι το Δικαστήριο αποφασίζει τις διαφορές των μερών, αφού ακούσει όλους τους διαδίκους. Δεν εκδίδει διαταγή πριν ακούσει και το άλλο μέρος. Αυτό εκφράζεται με το λατινικό αξίωμα «audialteram partem». Κατά παρέκκλιση, όμως, ο νομοθέτης για επείγουσες περιπτώσεις ή άλλες ιδιάζουσες περιστάσεις, για να είναι αποτελεσματική η θεραπεία, επιτρέπει την έκδοση διαταγμάτων χωρίς ειδοποίηση στο άλλο μέρος. Αυτό προβλέπεται στο άρθρο 9 εδάφιο
(1)του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, κάτι βέβαια που εδώ έχει συμβεί. Σημειώνω εδώ, αφού αναφέρονται στη νομική βάση της Αίτησης τα άρθρα 4 και 5 του Κεφ. 6, ότι το άρθρο 4 του Κεφ. 6 έχει σχέση με έκδοση διαταγμάτων που σχετίζονται με το αντικείμενο της αγωγής και για την παρεμπόδιση οποιασδήποτε απώλειας, ζημιάς, ή δυσμενούς επηρεασμού που δυνατό, αν δεν εκδοθεί το διάταγμα αυτό, να προξενηθούν σε πρόσωπο ή περιουσία, ενόσω εκκρεμεί τελική δικαστική απόφαση σε ζήτημα που επηρεάζει το πρόσωπο αυτό ή περιουσία ή ενόσω εκκρεμεί η εκτέλεση της δικαστικής απόφασης και μπορεί να εκδοθεί ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν.14/60 (βλ. Loucas Papastratis v. Glafkos Petrides
(1979)1 CLR 231 και Κτηματικές Επιχειρήσεις Ανδρέα Ευριπίδη Διογένους Λτδ v. Αρίστης Κώστα Ευθυμίου
(2009)1(Α) ΑΑΔ 234. Το άρθρο 5 του Κεφ. 6 εξουσιοδοτεί την έκδοση διατάγματος αναφορικά με ακίνητη περιουσία που είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του Εναγομένου ή σε σχέση με την οποία ο Εναγόμενος δικαιούται να εγγραφεί ως ιδιοκτήτης και βέβαια δεν αναφέρεται σε ακίνητη περιουσία που είναι αντικείμενο της αγωγής. Δεν εκδίδεται τέτοιο διάταγμα εκτός εάν (α) ο Ενάγων έχει καλή βάση αγωγής και (β) ότι με την αποξένωση σε τρίτο είναι πιθανό να εμποδιστεί ο Ενάγων στην ικανοποίηση δικαστικής απόφασης. Το άρθρο 32 του Ν.14/60 παρέχει στο Δικαστήριο πιο πλατιά εξουσία που δεν υποβάλλεται σε περιορισμούς αναφορικά με το ποιο μπορεί να είναι το αντικείμενο ή το περιεχόμενο του διατάγματος. Εφόσον συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις, στις οποίες θα αναφερθώ κατωτέρω, το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει, σε κάθε πολιτική διαδικασία οιανδήποτε παρεμπίπτον διάταγμα, απαγορευτικό ή προστακτικό, αν αυτό κρίνεται δίκαιο και πρόσφορο. Αυτή η γενική διατύπωση του άρθρου 32 έχει ερμηνευθεί με τρόπο που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δεν εξαιρούνται από τα διατάγματα που μπορούν να εκδοθούν δυνάμει του άρθρου 32, τα διατάγματα που προσδιορίζονται ρητά από τα άρθρα 4 και 5 του Κεφ. 6 (βλ. Loucas Papastratis v. Glafkos Petrides
(1979)1 CLR 231 και Kyriacos A. Lakatamitis v. Georghios Theodorou
(1983)1 CLR 520). Για την επιτυχή κατάληξη της αίτησης δυνάμει του αναφερθέντος άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, το οποίο αναφέρεται σ' οιονδήποτε παρεμπίπτον διάταγμα, πρέπει να πληρούνται οι εξής τρεις προϋποθέσεις: (A) H ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. (Β) Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. (Γ) Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. (Βλ. Andreas Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd κ.ά.
(1982)1 CLR 557). Τέλος, εάν πληρούνται οι τρεις αυτές προϋποθέσεις κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλη Χατζηβασίλη
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 132). Το άρθρο 32 του Ν.14/1960 ερμηνεύτηκε σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου και οι αρχές που τέθηκαν απ' αυτές τις αποφάσεις είναι τόσο σαφείς που δεν χρειάζεται εκτενής αναφορά στις εν λόγω υποθέσεις. Αρκούμαι να αναφέρω μερικές απ' αυτές όπως, για παράδειγμα, τις εξής: Karydas Taxi Co Ltd v. Andreas Komodikis
(1975)1 CLR 321, Loucas Papastratis v. Glafkos Petrides
(1979)1 CLR 231, The Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 CLR 263, Loizos Stavrinou v. Stavros Chr. Asproghenis
(1985)1 CLR 341, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλη Χατζηβασίλη
(1989)1(E) ΑΑΔ 152, Κ.Ο.Τ. v. Αλκιβιάδη Θεωρή
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 255, Δημοκρατία της Σλοβενίας v. Beogradska Banka D.D.
(1999)1(Α) ΑΑΔ 225, Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Limited κ.ά.
(2002)1(Γ) ΑΑΔ 2015, Ρένα Αριστοτέλους Λτδ κ.ά. v. Benfleet Enterprises Ltd κ.ά.
(2006)1 ΑΑΔ 280, Αντώνης Ανδρέου v. Colossos Sings Ltd
(2009)1 AAΔ 1040, Χριστόφορος Κίτσιος κ.ά. v. A. C. Kitsios Motors Ltd κ.ά.
(2010)1 ΑΑΔ 1262, Νέστωρας Κυριακίδης v. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2011)1(Β) 1 ΑΑΔ 816, Προκόπης Μελανθίου v. Μελάνθης Μελανθίου
(2011)1(Γ) 1 ΑΑΔ 2342 και Μάριος Αποστόλου v. Ροδούλας Ιωάννου
(2012)1(Α) 1 ΑΑΔ 604. Από την υπόθεση Κ.Ο.Τ. v. Αλκιβιάδη Θεωρή (ανωτέρω), παραθέτω το εξής απόσπασμα: «Προσωρινά διατάγματα εκδίδονται με βάση το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 όταν το Δικαστήριο κρίνει πως η παροχή τέτοιας θεραπείας είναι δίκαιη και ευχερής. Το άρθρο αυτό το Νόμου έχει εξεταστεί επανειλημμένα από το Δικαστήριο σε σειρά υποθέσεων. Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Odysseos v. Pieris Estates Ltd & other
(1982)1 CLR 557, καθορίζονται συνοπτικά μεν αλλά πολύ περιεκτικά και με σαφήνεια, οι αρχές που διέπουν την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων και εκείνες που ρυθμίζουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου.» Το Δικαστήριο όταν επιλαμβάνεται τέτοιου αιτήματος πρέπει να αποφεύγει να κρίνει την ουσία της αγωγής. Η προσέγγιση της μαρτυρίας έχει ως σκοπό μόνο τη διακρίβωση της ύπαρξης ή μη των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. The Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 CLR 263). (Α) ΣΟΒΑΡΟ ΖΗΤΗΜΑ ΠΡΟΣ ΕΚΔΙΚΑΣΗ Σχετικά με την πρώτη προϋπόθεση, δηλαδή του σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι αρκετό αν αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα όσα φαίνονται στις έγγραφες προτάσεις. (Β) ΟΡΑΤΗ ΠΙΘΑΝΟΤΗΤΑ ΕΠΙΤΥΧΙΑΣ Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, δηλαδή της ύπαρξης ορατής πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής, είναι αρκετό για τον ενάγοντα να δείξει ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από μια απλή δυνατότητα επιτυχίας χωρίς να χρειάζεται να το αποδείξει αυτό στο επίπεδο της στάθμισης των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που χρειάζεται για την απόδειξη της αγωγής (βλ. Andreas Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd κ.ά.
(1982)1 CLR 557 και Μαργαρίτα Χρίστου Πουργουρίδη κ.ά. v. Θέμιδος Βάσου Μέζου κ.ά.
(1994)1 ΑΑΔ 201, σελ. 207). Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας (βλ. Ανδρέας Σάββα Κυτάλα κ.ά. v. Άννα Χρυσάνθου κ.ά
(1996)1 ΑΑΔ 253, 257-8). (Γ) ΔΥΣΚΟΛΟ Ή ΑΔΥΝΑΤΟ ΝΑ ΑΠΟΝΕΜΗΘΕΙ ΠΛΗΡΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΣΕ ΜΕΤΑΓΕΝΕΣΤΕΡΟ ΣΤΑΔΙΟ ΕΑΝ ΔΕΝ ΕΚΔΟΘΕΙ ΤΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ Η προϋπόθεση, όπως φαίνεται και από την επιφύλαξη του άρθρου 32
(1)του Νόμου 14/1960 και όπως εξηγήθηκε στις πιο πάνω αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, είναι το κατά πόσο «θα είναι δύσκολο ή αδύνατο ν' απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο» αν δεν δοθεί το αιτούμενο διάταγμα και ο Αιτητής επιτύχει τελικά στην αγωγή του. Μια τέτοια περίπτωση είναι όταν ο Ενάγων δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί καθότι δεν είναι δυνατός ο υπολογισμός. Μια άλλη περίπτωση είναι εκείνη όταν η οικονομική κατάσταση του Εναγομένου είναι τέτοια που αν δεν εμποδιστεί η αποξένωση ακίνητης ή κινητής του περιουσίας θα είναι δύσκολο για τον Ενάγοντα η εκτέλεση της απόφασης που πιθανόν να εκδοθεί υπέρ του. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Highgate Primary School Ltd κ.ά. v. Στέλιου Φυλακτίδη κ.ά.
(2009)1(Α) ΑΑΔ 317, 324, «η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη και σ' αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων των Αιτητών. Το γεγονός δηλαδή ότι οι Εφεσείοντες μπορεί να είναι σε οικονομική κατάσταση που τους επιτρέπει να αποζημιώσουν τους Εφεσίβλητους σε περίπτωση επιτυχίας των Εφεσιβλήτων στην αγωγή, δεν εξυπακούει αυτόματα ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε αδικία στους Εφεσίβλητους-Ενάγοντες, υπό την ευρύτερη έννοια». Στην υπόθεση Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd
(2011)1 ΑΑΔ 1848, ειπώθηκε ότι η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, περιλαμβάνει και διάφορα άλλα μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (βλ. επίσης Ιωάννης Κυριάκου Όξυνος κ.ά. v. Μαρίας Ρολη Λου
(2011)1 ΑΑΔ 1066, P & MA. Restaurant Limited κ.ά. v Eric John Wakehah, Πολ. Έφεση 286/10, ημερ. 22/2/13, και Πέτρος Κωμοδρόμος v. Πάνου Παπαναστασίου, Πολ. Έφεση 110/10, ημερ. 3/1/14. Επίσης το Δικαστήριο πρέπει να έχει υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας να εκδώσει ή όχι ένα προσωρινό διάταγμα, την αρχή ότι είναι ανεπιθύμητο να ζητείται με την αίτηση για προσωρινό διάταγμα ουσιαστικά ή ίδια θεραπεία με αυτή της αγωγής έτσι ώστε ν' αναγκάζεται το Δικαστήριο να εκδικάζει το ίδιο θέμα δύο φορές, βλέπε γενικά Halsbury´s Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 21, παράγρ. 763, Frixos Michael v. Brevinos Limited
(1969)1 CLR 578 και Chandubhai Bhimjiyani v. Solon Gregoriou
(1980)1 CLR 14 και την υπόθεση Αντώνη Χ''Κωνσταντή ν. Μαργαργίτας Χ''Κωνσταντή
(1998)1 ΑΑΔ 1827 στην οποία, όμως, λέχθηκαν τα πιο κάτω: «Έχει λεχθεί από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι πρέπει να εξετάζονται με πολλή προσοχή αιτήσεις για προσωρινά διατάγματα εκκρεμούσης της αγωγής όπου το αιτούμενο διάταγμα ζητά το ίδιο διάταγμα στην αγωγή του. Δεν αποκλείει όμως τη δυνατότητα έκδοσης προσωρινού διατάγματος, ως εκείνο που ζητείται διά της αγωγής, όπου τα γεγονότα το επιτρέπουν, ασκώντας το Δικαστήριο τη διακριτική του εξουσία. ................................ Το θέμα αυτό κατά συνέπεια επαφίεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου.» Στην υπόθεση Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd (ανωτέρω), με επίκληση της υπόθεσης Κώστας Ελευθερίου Κυρίσαββας κ.ά. v. Χάρη Γεωργίου Κύζη
(2001)1(B) 1245, 1265-1257, αναφέρθηκε ότι: «Τέλος σε σχέση με τον ισχυρισμό ότι το προσωρινό μέτρο αποδίδει στην ουσία και τη θεραπεία που επιδιώκεται με την αγωγή, θα πρέπει να λεχθεί ότι εκείνο που επιδιωκόταν με το απαγορευτικό διάταγμα ήταν ένα ασφαλιστικό μέτρο διαρκούσης της εκκρεμοδικίας και όχι ένα διηνεκές που είναι το ζητούμενο με την αγωγή ενώ παράλληλα ζητούνται και γενικές και ειδικές αποζημιώσεις.» Όπως έχει αναφερθεί ανωτέρω, είναι νομολογημένο ότι το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό της διαδικασίας δεν πρέπει να υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης και να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Ούτε πρέπει να αποφαίνεται σε θέματα αξιοπιστίας εκτός εκεί που αυτό είναι απόλυτα αναγκαίο διότι διαφορετικά θα επηρεάζετο δυσμενώς η υπόθεση στην ουσία της για τον διάδικο εκείνο τον οποίο το Δικαστήριο έκρινε από αυτό το στάδιο ως αναξιόπιστο (βλ. μεταξύ άλλων The Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 CLR 263, σελ. 267-8, Άκης, άλλως Γρηγόρης Ν. Γρηγορίου κ.ά. v. Χριστίνας Σταύρου Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 ΑΑΔ 248, σελ. 269-270, Demades Overseas Ltd v. Studio Ma.St. Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 799 και Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 788). Τα ίδια ειπώθηκαν και σε μεταγενέστερες αποφάσεις (βλ. Δημοκρατία της Σλοβενίας v. Beogradska Banka D.D.
(1999)1 ΑΑΔ 225, απόφαση πλειοψηφίας T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 ΑΑΔ 1802 και Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Limited κ.ά.
(2002)1 ΑΑΔ 2015. Στην υπόθεση T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation (ανωτέρω), ο πρώην Εφέτης, κ. Νικολάου, διατύπωσε το θέμα ως εξής: «Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του. Αυτό είναι το πραγματικό νόημα των επί του θέματος αποφάσεών μας: βλ. ενδεικτικά τις Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R. 585, Odysseos v. Pieris Estates & Others
(1982)1 C.L.R. 557 και Κυτάλα v. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253. Αυτό συχνά παραγνωρίζεται στα Επαρχιακά Δικαστήρια τόσο από δικηγόρους όσο και από Δικαστές με αποτέλεσμα η διαδικασία να γίνεται απαραδέκτως πολύπλοκη και μακρά» Στην υπόθεση Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Limited κ.ά., υιοθετήθηκε το πιο πάνω απόσπασμα από την υπόθεση T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation και παράπεμψε επίσης στην υπόθεση Επίσημος Παραλήπτης κ.ά. v. Nicantony Trading Co. Ltd
(1998)1 ΑΑΔ 1653,όπου λέχθηκε ότι: «.. το Δικαστήριο εξετάζει τη μαρτυρία με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή όχι να εκδώσει το Διάταγμα αποφεύγοντας να υπεισέλθει στην ουσία της υπόθεσης.» Σε αιτήσεις ενδιάμεσης φύσης υπό κανονικές συνθήκες πρέπει κι αυτές να υποστηρίζονται από ένορκες δηλώσεις προσώπων που έχουν προσωπική γνώση των γεγονότων, όμως επιτρέπεται όπως μια ένορκη δήλωση περιέχει δηλώσεις κατόπιν πληροφοριών νοουμένου ότι εκτίθενται οι πηγές τους (βλ. Δ.39 κ.2 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και την υπόθεση Louis Vuitton v. Δερμοσακ Λτδ κ.ά.
(1992)1 ΑΑΔ 1453 σελ. 1463-1464 και Fashion Box S.P.A. v. Ferro Fashions Ltd
(1999)1(Γ) ΑΑΔ 1858). Στο σύγγραμμα «ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΑ INJUNCTIONS» των Γ. Ερωτοκρίτου και Π. Αρτέμη, 2016, αναφέρονται τα εξής στη σελ. 152: "
(11)Όταν η έκδοση ή μη παρεμπίπτοντος διατάγματος θα διεκπεραιώσει και την ουσία της αγωγής Ορισμένες φορές η έκδοση ή μη παρεμπίπτοντος διατάγματος στην ουσία διεκπεραιώνει και ολόκληρη την αγωγή ή ένα ουσιαστικό μέρος της. Αυτό οφείλεται στην ταυτοσημία της θεραπείας που ζητείται με την αγωγή και αυτής που ζητείται με την αίτηση για παρεμπίπτον διάταγμα. Σε τέτοια περίπτωση, τα δικαστήρια αποφεύγουν οποιαδήποτε απόφαση η οποία θα φαίνεται ότι διευθετεί τελεσίδικα το επίδικο θέμα της αγωγής υπέρ του ενός ή του άλλου διαδίκου. Ιδιαίτερα τα δικαστήρια αποφεύγουν να εκδώσουν προσωρινό διάταγμα υπέρ του ενάγοντα, όταν αυτό θα ισοδυναμεί με απόφαση στην αγωγή, χωρίς να έχει δοθεί η ευκαιρία στον εναγόμενο να αμφισβητήσει μέσα από τη δίκη την ουσία της αγωγής. Το θέμα δεν έχει σχέση με την πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32
(1), ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η περίπτωση προϋποθέτει ικανοποίηση της τρίτης προϋπόθεσης. Επομένως, το θέμα μπορεί να εξεταστεί μόνο κατά το τελικό στάδιο στάθμισης των διαφόρων παραγόντων κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου ότι είναι «δίκαιον ή πρόσφορον» να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Αυστηρά ομιλούντες, το θέμα δεν σχετίζεται με το ισοζύγιο της ευχέρειας, αφού η έκδοση του προσωρινού διατάγματος υπό αυτές τις συνθήκες, και με βάση το ισοζύγιο, ισοδυναμεί με εκδίκαση της ουσίας της αγωγής χωρίς δίκη. Το θέμα εξετάστηκε στην υπόθεση Cayne v. Global Natural Resources Plc, στην οποία θεωρήθηκε ότι το δικαστήριο θα πρέπει να ενεργήσει κατά τρόπο που να αποφεύγει κατά το δυνατό να προκαλέσει αδικία στη μια ή στην άλλη πλευρά. Στην υπόθεση Penderhill Holdings Ltd κ.α. v. Abramchyk κ.α. το εφετείο, διαφοροποιούμενο από προηγούμενη νομολογία έκρινε ότι «το ζήτημα της παροχής ταυτόσημων θεραπειών με την αγωγή, δεν αποκλείεται». Όπως εξήγησε, το ζήτημα εξετάζεται πάντοτε υπό το φως των γεγονότων της κάθε υπόθεσης και «αποτελεί ζήτημα ειδικών περιστάσεων». Το «ανεπιθύμητο», πρόσθεσε, δεν μπορεί να εξισωθεί με «απαγόρευση»." Στην υπόθεση Τσιερκέζου v. Dragon Tourist Enterprises Ltd
(2009)1 ΑΑΔ 734, αναφέρθηκαν τα εξής: «Τη διάσταση αυτή παρέλειψε να εντοπίσει το πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε στην ουσία ένα προστατικό διάταγμα το οποίο με βάση διαχρονική νομολογία σπάνια εκδίδεται και αυτό μόνο όταν από την απαίτηση φανερώνεται μια ασυνήθιστα δυνατή και καθαρή περίπτωση. (Shepherd Homes v. Sandham [1971] Ch. 340 και David Bean: Injunctions, 8η Έκδοση, σελ. 35-37, παρ. 3.33-3.37).» Στην υπόθεση Avila Management Services Ltd κ.ά. v. Stepanek κ.ά.
(2012)1 ΑΑΔ 1403, λέχθηκαν τα πιο κάτω: «Τέθηκε επίσης το ζήτημα ότι δεν ήταν ορθή η χορήγηση των αιτούμενων διαταγμάτων εφόσον μ΄ αυτά ουσιαστικά αποφασιζόταν και η ίδια η αγωγή. Δεν χορηγείται με άλλα λόγια η ουσιαστική θεραπεία από το ενδιάμεσο στάδιο με αίτηση για προσωρινό μέτρο (Michael v. Brevinos
(1969)1 CLR 578). Το ανεπιθύμητο όμως δεν εξισούται με απαγόρευση. Δεν υπάρχει άκαμπτος κανόνας αποκλεισμού της θεραπείας ενδιαμέσως, αν αυτή ορθά και δικαίως ζητείται, επειδή και η αγωγή ουσιαστικά επιδιώκει το ίδιο πράγμα.» Στην υπόθεση In Re Stavros Hotel Apartment Ltd κ.ά
(1994)1 ΑΑΔ 836, 841 και στην υπόθεση In Re B.P. (Cyprus) Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 861, 864 αναφέρθηκε ότι το υπαρκτό του κατεπείγοντος αποτελεί προϋπόθεση για την επίκληση της δικαιοδοσίας κάτω από το άρθρο 9 του Κεφ. 6. Σχετική είναι και η υπόθεση Louis Vuitton v. Δερμοσακ Λτδ κ.ά.
(1992)1 ΑΑΔ 1453, σελ. 1462. Η πιο πάνω αρχή υιοθετήθηκε και επαναλήφθηκε στις υποθέσεις Resola (Cyprus) Ltd v. Χάρη Χρίστου
(1998)1(Β) ΑΑΔ 598, Ahmad Zein κ.α. v. Παράσχος Καμπανέλλας Λτδ
(2000)1 ΑΑΔ 606 και υπόθεση Κώστας Χατζήγαβριηλ κ.ά. ν. Επενδυτικού Συγκροτήματος Συνεργατικών Εταιρειών Λευκόνοικο Λτδ
(2003)1 ΑΑΔ 606, στην οποία εξετάζοντας το θέμα του κατεπείγοντος λέχθηκε ότι: «η καθυστέρηση των σχεδόν επτά μηνών έδειχνε ότι δεν υπήρχε οτιδήποτε το επείγον, παρατηρούμε ότι, σύμφωνα με τη μαρτυρία που συνόδευε την αίτηση, το χρέος ως λίγο πριν από την αγωγή δεν αμφισβητείτο και μάλιστα έγινε από τον 1ον εφεσείοντα προς την εφεσίβλητη πρόταση σταδιακής πληρωμής αλλά στο τέλος υπήρξε εκ μέρους του υπαναχώρηση με την αποποίηση ή άρνηση ευθύνης, οπότε κινήθηκε η αγωγή. Το ότι λοιπόν δεν κινήθηκε η αγωγή νωρίτερα δικαιολογείτο από το ότι οι σχέσεις και οι αντίστοιχες τοποθετήσεις των μερών δημιουργούσαν κατά τα φαινόμενα εύλογα την προσδοκία εξώδικης διευθέτησης, η οποία πρέπει βέβαια να ενθαρρύνεται. Όταν, κατόπιν μεταβολής στη στάση του 1ου εφεσείοντος εμφανίστηκε αδιέξοδο και κατέστη αναπόφευκτη η καταχώριση της αγωγής, πρόβαλλε τότε φυσιολογικά υπαρκτός και άμεσος ο κίνδυνος αποξένωσης των περιουσιακών στοιχείων προς τα οποία στρεφόταν η μονομερής αίτηση για εξασφάλιση πληρωμής σε περίπτωση επιτυχίας στην αγωγή. Υπό αυτές τις συνθήκες δεν μπορεί, κατά τη γνώμη μας, να επικριθεί ο χειρισμός στον οποίο προέβη το Επαρχιακό Δικαστήριο.» Ίδια ήταν η προσέγγιση και στην υπόθεση Ρένα Αριστοτέλους Λτδ κ.ά. ν. Benfleet Enterprises Ltd κ.ά.
(2006)1 ΑΑΔ 280, στην οποία αναφέρθησαν τα πιο κάτω: «..οι εφεσείοντες κατά τον υπολογισμό του διαρρεύσαντος χρόνου παραλείπουν να αναφερθούν στην ανταλλαγείσα αλληλογραφία που έγινε σε μια προσπάθεια επίλυσης των διαφορών τους, η οποία πήρε κάποιο χρόνο. Παραβλέπουν ακόμα ένα σημαντικότατο παράγοντα ότι η επίκληση της αρχής της επιείκειας για καθυστέρηση (laches) προϋποθέτει, πρώτον, μη εύλογη καθυστέρηση έναρξης της διαδικασίας και δεύτερο, οι συνέπειες που προκάλεσε η καθυστέρηση να καθιστούν την παροχή της αιτούμενης θεραπείας άδικη (βλέπε I.C.F. Spry, The Principles of Equitable Remedies, 4η έκδοση, σελ.223). Στην παρούσα υπόθεση καταλήγουμε ότι δεν υπήρξε μη εύλογη καθυστέρηση έναρξης της διαδικασίας, ενώ δεν υποστηρίκτηκε καν από τους εφεσείοντες ότι υπέστηκαν οποιαδήποτε αρνητική συνέπεια από την καθυστέρηση.» Στην υπόθεση C. Phasarias (Automotive Centre) Limited ν. Σκυροποιΐα «Λεωνίκ» Λίμιτεδ
(2001)1 ΑΑΔ 785, αναφέρθηκε ότι: «Δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε πως αναδύεται ως ανάγκη η προσαγωγή μαρτυρίας για πράγματι πρόθεση του εναγομένου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος, δηλαδή, να μή ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία. (Βλ. Lakatamitis (ανωτέρω) στη σελ. 525). Έχουμε υπόψη την Kυριάκος Παναγιώτου ν. Σταυρινής Κολλάτου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1306. Εκεί έγινε αναφορά σε πρόθεση αποξένωσης αλλά αυτή ήταν η μαρτυρία που υπήρχε και δεν απασχόλησε τέτοιο θέμα. Όπως δε εξηγήθηκε στην απόφαση του Λοΐζου Π. στην Ζεμενίδης (ανωτέρω) εκδίδεται το διάταγμα "ώστε να αποφευχθεί τέτοια αποξένωση ως αποτέλεσμα της οποίας να μή μπορεί να ικανοποιηθεί ο ενάγων".» Όταν εξετάζεται μονομερής αίτηση για έκδοση παρεμπίπτοντος προσωρινού διατάγματος ο παράγοντας του χρόνου είναι σημαντικός. Ο Αιτητής στο στάδιο εκείνο πρέπει να δείξει το κατεπείγον της αίτησης ώστε να δικαιολογείται μονομερώς εξέτασή της, στην απουσία δηλαδή του αντιδίκου. Στην υπόθεση Resola (Cyprus) Ltd v. Χάρη Χρίστου
(1998)1(Β) ΑΑΔ 598, λέχθηκαν τα εξής: «Το επείγον για την παροχή θεραπείας αποτελεί δικαιοδοτικό όρο. Μόνο εφ΄ όσον καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος δικαιολογείται, όλως εξαιρετικά η άσκηση Δικαστικής εξουσίας στην απουσία του Εναγομένου. Μόνο τότε μπορεί να συγχωρηθεί η παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης να ακούσει και τα δύο μέρη πριν εκφέρει κρίση.» Στην υπόθεση Έλενα Αμβροσιάδου v. Martin Coward, Πολιτικές Εφέσεις 3/11 και 4/11 ημερομηνίας 15/1/13, το κύριο θέμα που εξετάστηκε ήταν το κατεπείγον και κατά δεύτερο, επειδή και αυτό το θέμα αποτελεί δικαιοδοτικό όρο, η μη αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων. Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου τονίστηκε ότι το κατεπείγον, ως δικαιοδοτικός όρος, εφόσον εγείρεται στην ένσταση κατά του διατάγματος εξετάζεται πρώτο και ανεξάρτητα από τις προϋποθέσεις έκδοσης του διατάγματος. Γίνεται δε ευρεία ανάλυση του θέματος του κατεπείγοντος σφαιρικά και από διάφορες όψεις. Έτσι εξηγείται ότι από τη στιγμή που αναφέρεται στην ένσταση ότι δεν καταδείχθηκε το κατεπείγον το πρωτόδικο Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει αυτό το θέμα και μάλιστα πρώτο. Μια άλλη όψη είναι η δικαιολόγηση του επείγοντος σε συνάρτηση με τον χρόνο καταχώρισης της αίτησης όπως προκύπτει από τα γεγονότα για έγκαιρη αντίδραση και μη ύπαρξης καθυστέρησης δράσης. Επίσης η υποχρέωση αποκάλυψης επεκτείνεται και στα γεγονότα που αφορούν το κατεπείγον. Εκεί που φαίνεται ότι κατά την αρχική έκδοση του προσωρινού διατάγματος δεν υπήρξε πλήρης αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων το Δικαστήριο μπορεί με βάση αυτό και μόνο το λόγο ν' αρνηθεί τη συνέχιση του προσωρινού διατάγματος (βλ. The Attorney General of the Republic a.a. (No.2) v. George Savvides
(1979)1 AAΔ 349, σελ. 367-371, Brink´s Mat Ltd v. Elcombe and others
(1988)1 WLR 1350, σελ. 1356-1357, που υιοθετήθηκαν και στις υποθέσεις Χριστιάνα Στυλιανού v. Ανδρέα Στυλιανού
(1992)1 ΑΑΔ 583 και Άκης, άλλως Γρηγόρης Ν. Γρηγορίου κ.ά. v. Χριστίνας Σταύρου Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 ΑΑΔ 248). Στην τελευταία υπόθεση, σελ. 264-265 το Δικαστήριο, για το θέμα αυτό, ανέφερε τα εξής: «Η διαδικασία με μονομερή αίτηση επιβάλλει στον Αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Η αίτηση αυτή είναι υψίστης πίστεως (uberrima fides). Ο Αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα που γνωρίζει, ή που με εύλογη επιμέλεια θα εγνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο, ή μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο απαντά: «δεν σας ακούω πλέον» και ακυρώνει τη διαταγή που έδωσε, χωρίς να εξετάσει την ουσία. Τα γεγονότα πρέπει να είναι ουσιώδη για την απόφαση του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση.» Αυτό το οποίο διαπιστώνεται από τα πιο πάνω είναι ότι η αποκάλυψη των πραγματικών και ουσιωδών γεγονότων πρέπει να είναι πλήρης και δίκαιη (full and fair). Δηλαδή δεν είναι μόνο η περίπτωση που ένας Αιτητής παραλείπει εντελώς να αποκαλύψει τα γεγονότα που τυγχάνει εφαρμογής αυτή η αρχή, αλλά επεκτείνεται και στις περιπτώσεις εκείνες που τα γεγονότα εκτίθενται με τέτοιο τρόπο που μπορεί να είναι ελλιπή και/ή παραπλανητικά, ανεξάρτητα αν τούτο γίνεται εσκεμμένα ή όχι. Στην υπόθεση Dmitry Rybolovlev κ.ά. v. Elena Rybolovleva
(2010)1(A) ΑΑΔ 82, 96 γίνεται αναφορά στην υπόθεση M & Ch. Mitsingas Trading Ltd κ.ά. v. The Timberland Co
(1997)1 ΑΑΔ 1791, στην οποία αναφέρθηκε ότι εκείνο που πρέπει να αποκαλυφθεί σε κάθε περίπτωση είναι: «.. γεγονότα γνωστά στον αιτητή ή γεγονότα τα οποία θα μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογες προσπάθειες, τα οποία σχετίζονται με: (α) το βάσιμο του δικαιώματος του όπως διαγράφεται στο δικόγραφο του, (β) τη σοβαρότητα του ζητήματος το οποίο εγείρεται και (γ) την πιθανότητα επιτυχίας.» KAΘ' ΥΛΗΝ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ Είναι η θέση της δικηγόρου του Αιτητή ότι το θέμα της καθ' ύλην δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου δεν μπορεί και δεν πρέπει να εξεταστεί στη διαδικασία αυτή, αλλά να αφεθεί η εξέταση του κατά τη διάρκεια της ακρόασης της αγωγής. Αντίθετη είναι η θέση του συνηγόρου των Καθ' ων η Αίτηση, ο οποίος προβάλλει τη θέση, ως το Δικαστήριο εκλαμβάνει, ότι θέματα δικαιοδοσία εξετάζονται σε οποιοδήποτε στάδιο, συμπεριλαμβανομένου και του σταδίου που το Δικαστήριο εξετάζει ενδιάμεση αίτηση, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση. Εάν διαφαίνεται με ξεκάθαρο και αδιαμφισβήτητο τρόπο από στοιχεία και το μαρτυρικό υλικό που τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου ότι το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία, δεν βρίσκω λόγο γιατί το Δικαστήριο να μην το εξετάσει και να το αποφασίσει, αφού έτσι θα κερδίζετο χρόνος και χρήμα, ενώ συνάμα, εάν τούτο είναι εφικτό, η υπόθεση να παρουσιαστεί στο αρμόδιο Δικαστήριο το συντομότερο δυνατό. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η θέση των Καθ' ων η Αίτηση ότι το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία εκδίκασης της αγωγής, προβάλλεται ως λόγος 1 στην ένσταση και ως ισχυρισμός που δικαιολογεί τούτο εμπεριέχεται στις παραγράφους 3, 4 και 18(Α) και κατ' ακρίβεια στις γραμμές 13, 14 και 15 της παραγράφου 3, όπου αναφέρονται τα ακολούθα: «περαιτέρω σύμφωνα με πληροφορίες που έλαβα από τον αρμόδιο αιτητή του ΚΟΤ Λάρνακας, το εν λόγω ακίνητο ενοικιάζετο προς την επιχείρηση «Mavis Restaurant» πριν από το έτος 1999», αφού οι υπόλοιπες αναφορές είναι γενικές και αόριστες και μη προσδιοριστικές ποια χρονολογία πριν το 2004 το ακίνητο ήταν υπό ή προς ενοικίαση. Σε σχέση με τη συγκεκριμένη αναφορά, η παραπομπή σε πληροφορίες από τον αρμόδιο επιθεωρητή του ΚΟΤ, χωρίς να κατονομάζεται το πρόσωπο αυτό, δεν πληροί την προϋπόθεση της έκθεσης της πηγής των πληροφοριών του με το συγκεκριμένο όνομα του αρμόδιου επιθεωρητή του ΚΟΤ και αυτό έχει σημασία γιατί σε τέτοια περίπτωση που καταγράφετο το όνομα θα μπορούσε η άλλη πλευρά να προβεί είτε σε προφορικό αίτημα, είτε σε γραπτή αίτηση για αντεξέταση του για τον εν λόγω μάρτυρα, όταν μάλιστα δεν αναφέρεται σε συγκεκριμένο χρόνο πριν το 1999, που λογικά ως αρμόδιος επιθεωρητής θα γνώριζε, αλλά πολύ βολικά αναφέρεται, γενικά, πριν το έτος 1999, χωρίς στοιχεία. Το Δικαστήριο για να εξετάσει ένα τέτοιο θέμα πρέπει να υπάρχουν τέτοια ικανοποιητικά στοιχεία που να επιτρέπουν στο Δικαστήριο να εξετάσει και να αποφασίσει αν έχει ή δεν έχει δικαιοδοσία. Επομένως η πιο πάνω αναφορά για πληροφόρηση ότι το ακίνητο ενοικιάζετο πριν το 1999, δεν πληροί την προϋπόθεση της έκθεσης της πηγής πληροφόρησης του Εναγόμενου 1 και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Κατά συνέπεια με όλα όσα πιο πάνω έχουν αναφερθεί, ο λόγος αυτός της ένστασης απορρίπτεται. Ο ΑΙΤΗΤΗΣ ΔΕΝ ΗΛΘΕ ΣΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΜΕ ΚΑΘΑΡΑ ΧΕΡΙΑ Ούτε ο λόγος 2 της ένστασης, που αναφέρεται σε μη πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη από τον Αιτητή για το είδος του ακίνητου και την ημερομηνία ανέγερσης του, ευσταθεί, αφού από το Τεκμήριο Α που επισυνάπτεται με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση, φαίνεται ξεκάθαρα ότι το υποστατικό είχε τουλάχιστον ανεγερθεί πριν τις 4.1.1988, ενώ τίποτε δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου που να αμφισβητείται η περιγραφή του ως εμφαίνεται στο Τεκμήριο Α πριν τις 31.12.1999. Συνεπώς ούτε αυτός ο λόγος ευσταθεί και απορρίπτεται. ΤΟ ΚΑΤΕΠΕΙΓΟΝ Όσον αφορά το κατεπείγον, τούτο καταδεικνύεται, απ' ό,τι φαίνεται, στις παραγράφους 6, 7, 8, 9, 10 και 15 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση, ως προς το πρώτο μέρος του διατάγματος ημερομηνίας 16.2.2018 που αφορά την απαγόρευση επέμβασης στο ακίνητο από τους Καθ' ων η Αίτηση. Με τον τερματισμό της ενοικίασης, αυτόματα από την πρώτη μέρα που έπρεπε να παραδώσουν οι Καθ' ων η Αίτηση ελεύθερη και κενή την κατοχή του ακίνητου, δεν είχαν κανένα δικαίωμα στο ακίνητο και από την άλλη δικαιωματικά ο Αιτητής δικαιούτο στην ελεύθερη και κενή την κατοχή του προς δική του χρήση. Η μη παράδοση αυτής στον Αιτητή από τους Καθ' ων η Αίτηση, ενόψει των δικών του υποχρεώσεων, όπως περιγράφονται στις παραγράφους 10 και 15, θα επέφερε άμεσα αλυσιδωτές και ανεπανόρθωτες συνέπειες σ' αυτόν, αφού δεν θα μπορούσε να ανταποκριθεί στις προσωπικές και επαγγελματικές του υποχρεώσεις. Η επιζήτηση της έκδοσης του διατάγματος για καταβολή του συγκεκριμένου ποσού, με κάθε επιφύλαξη εκ μέρους του, και θα έλεγα υπό τύπο αποζημιώσεων, οι οποίες ας σημειωθεί καταβλήθηκαν για τους μήνες Μάρτιο και Απρίλιο 2018 ως φαίνεται από το Τεκμήριο Γ που επισυνάπτεται με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, αυτό καταδεικνύει. Η βλάβη και η ζημιά που θα υφίστατο ο Αιτητής αν δεν εκδίδετο το διάταγμα ημερομηνίας 16.2.2018, ως προς το πρώτο μέρος του, αμέσως μετά τον τερματισμό της ενοικίασης στις 31.1.2018, δικαιολογούσαν το κατεπείγον για την έκδοση του διατάγματος ως προς το πρώτο μέρος που αφορά την απαγόρευση επέμβασης εκ μέρους των Καθ' ων η Αίτηση, αφού ο λόγος που οδήγησε τον Αιτητή στον τερματισμό της ενοικίασης ήταν η μη συμφωνία στο ύψος του ενοικίου, γεγονός που οδηγεί αναπόφευκτα ότι οι Καθ' ων η Αίτηση δεν θα κατέβαλλαν ενοίκιο στον Αιτητή και ως εκ τούτου ο Αιτητής θα υπόκειτο στις ανεπανόρθωτες ζημιές που αναφέρθηκα ανωτέρω. Ένας ιδιοκτήτης ακίνητου από τη στιγμή που τερματίζει νόμιμα την ενοικίαση δικαιούται άμεσα την ελεύθερη και κενή κατοχή του ακίνητου, διαφορετικά δεν θα έχει κανένα νόημα ο τερματισμός της ενοικίασης αν συνεχίζει να κατέχεται τούτο από τον πρώην ενοικιαστή ή/και άλλο πρόσωπο, αφού δεν θα μπορεί να απολαύσει την περιουσία του ως o ίδιος θέλει, σύμφωνα με το συνταγματικό του δικαίωμα. Επομένως ο λόγος ένστασης για μη κατάδειξη του κατεπείγοντος δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Ερχόμενος στην πρώτη προϋπόθεση, ήτοι την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, καταδεικνύεται ότι ο Αιτητής στηρίζει την αγωγή του στο αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης, το οποίο δημιουργήθηκε με τον τερματισμό της ενοικιαστής στις 31.1.2018 και τη μη παράδοση του ακίνητου από τους Καθ' ων η Αίτηση μέχρι τις 13.2.2018 που καταχώρησε ο Αιτητής την αγωγή και την ίδια ημερομηνία την αίτηση για έκδοση απαγορευτικού διατάγματος επέμβασης σ' αυτό από τους Καθ' ων η Αίτηση. Σημειώνεται, ως διευκρινίστηκε τόσο από την κυρία Ζαχαρίου, όσο και από τον κύριο Πελεκάνο σε σχετικές ερωτήσεις του Δικαστηρίου, ότι σε σχέση με τη δεύτερη Εναγόμενη, τούτο στηρίζεται στο γεγονός της κατοχής εκ μέρους της Εναγόμενης 2, αφού από κάποιο χρονικό διάστημα και μετά κατέβαλλε αυτή το ενοίκιο, που κατά τον κύριο Πελεκάνο αναφέρθηκε ότι επρόκειτο περί διαχείρισης. Το Δικαστήριο κρίνει, από τις συγκεκριμένες τοποθετήσεις στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση και ένσταση, αντίστοιχα, των δύο πλευρών, ότι φαίνεται να υπάρχει κατοχή και από τη δεύτερη Εναγόμενη. Ως εκ τούτου η πρώτη προϋπόθεση πληρείται. Σε σχέση με τη δεύτερη προϋπόθεση, η ύπαρξη ορατής επιτυχίας της αγωγής, διαφαίνεται από τα πιο πάνω, που είναι ισχυρισμοί του Αιτητή, οι οποίοι υποστηρίζονται από τα επισυναπτόμενα με αυτήν Τεκμήρια, Β, Γ και Δ, και δη το Δ με βάση το οποίο τερματίστηκε η ενοικίαση. Δεν διαφεύγουν της προσοχής του Δικαστηρίου οι ισχυρισμοί των Καθ' ων η Αίτηση που προβάλλονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση. Όμως το Δικαστήριο, τώρα, δεν θα σταθμίσει και αξιολογήσει το μαρτυρικό υλικό που έχει τεθεί ενώπιον του για να βγάλει τελικά συμπεράσματα, έργο το οποίο ανήκει στο Δικαστήριο ενώπιον του οποίου θα διεξαχθεί η ακρόαση της υπόθεσης όπου θα ακούσει όλη τη μαρτυρία που θα τεθεί ενώπιον του και αφού την αξιολογήσει και προβεί σε ευρήματα θα εκδώσει την απόφαση του. Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο προβαίνει σε μια εκ πρώτης όψεως θεώρηση και προσέγγιση του πράγματος, που στη συγκεκριμένη περίπτωση καταδεικνύεται να πληρείται και αυτή η προϋπόθεση. Όσον αφορά στην τρίτη προϋπόθεση, δηλαδή να είναι δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, έχοντας κατά νου πόσο θα επηρεαστούν τα ιδιοκτησιακά και περιουσιακά συμφέροντα του Αιτητή, σε βλάβη του, που συνίστανται στη μη απόλαυση του ακινήτου απηλλαγμένη της κατοχής από τους Καθ' ων η Αίτηση και τις αλυσιδωτές αρνητικές επιπτώσεις στην προσωπική και επαγγελματική του ζωή, αφού δεν θα μπορεί να ανταποκριθεί στις δικές του υποχρεώσεις που θα οδηγήσει στην οικονομική του καταστροφή, αν δεν έχει την ευκαιρία να το εκμεταλλευτεί όσο καλύτερα μπορεί για να ανταποκριθεί στις δικές του υποχρεώσεις, έστω και εάν σε αυτή την περίπτωση μπορεί να υπολογιστεί η ζημιά σε χρήμα, που όμως θα είναι πολύ αργά για επανόρθωση, επειδή κύριο γνώρισμα σε αυτή την περίπτωση και ουσιαστικό είναι όσα αναφέρθηκαν αμέσως προηγουμένως που σχετίζονται με τα ιδιοκτησιακά και περιουσιακά δικαιώματα του Αιτητή και τις δυσμενείς συνέπειες από τυχόν μη έκδοση του διατάγματος σε βλάβη του Αιτητή, που φτάνουν στο σημείο οικονομικής καταστροφής του, κρίνω ότι πληρείται και αυτή η προϋπόθεση. Πάντα σε σχέση και σε συνάρτηση με το πρώτο μέρος του διατάγματος. ΕΥΛΟΓΟ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΟ Αφού το Δικαστήριο έκρινε ότι πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις, στρέφεται τώρα στο κατά πόσο είναι εύλογο και δίκαιο η συνέχιση ισχύς του εκδοθέντος διατάγματος, έχοντας κατά νου τους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη μεταξύ των οποίων είναι και οι ακόλουθοι: (α) Η καθυστέρηση Στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν υπάρχει καθυστέρηση. Η αγωγή, όπως και η αίτηση, καταχωρήθηκε μόλις 13 μέρες μετά τον τερματισμό της ενοικίασης στις 31.1.2018, δίνοντας έτσι την ευκαιρία στους Καθ' ων η Αίτηση να παραδώσουν το ακίνητο. (β) Οι αποζημιώσεις Όσον αφορά αυτόν τον παράγοντα, ως αναφέρεται και ανωτέρω, δεν είναι το κύριο στοιχείο σε αυτήν την αγωγή. Το ζήτημα εδώ είναι καθαρά ιδιοκτησιακών και περιουσιακών δικαιωμάτων που αν και μπορεί να αποτιμηθεί η ζημιά σε χρήμα, επειδή τούτο θα συμβεί μετά από χρόνια, όταν θα ολοκληρωθεί η ακρόαση της αγωγής, θα επέρχετο η οικονομική καταστροφή του Αιτητή, αλλά και η παραβίαση του συνταγματικού δικαιώματος του Αιτητή σε απόλαυση της περιουσίας του. Δεν είναι όμως χωρίς σημασία το γεγονός ότι ο Εναγόμενος 1 Καθ' ου η Αίτηση κηρύχθηκε σε πτώχευση και η αποκατάσταση του δεν επήλθε με την πληρωμή του οφειλόμενου ποσού, αφού αυτό καταδεικνύει ότι δεν πλήρωσε τις υποχρεώσεις του. Η πληρωμή του ενοικίου, από μόνη της, δεν οδηγεί στο συμπέρασμα ότι σε περίπτωση που ο Αιτητής κερδίσει την αγωγή θα καταβάλουν οι Καθ' ων η Αίτηση τις αποζημιώσεις που τυχόν εκδικάσει το Δικαστήριο. Συγκρίσιμο για θέμα φερεγγυότητας είναι το ποσό της οφειλής της πτώχευσης που δεν πλήρωσε για να αποκατασταθεί. (γ) Το status quo Ένας άλλος παράγοντας, όπου φαίνεται να είναι ισοσταθμισμένοι οι άλλοι παράγοντες, που συνήθως λαμβάνει υπόψη του το Δικαστήριο, είναι η διατήρηση του status quo. Στην περίπτωση αυτή οι πιο πάνω παράγοντες δεν είναι ισοσταθμισμένοι, αλλά είναι υπέρ του Αιτητή και ως εκ τούτου δεν λαμβάνεται υπόψη. Πρέπει να τονισθεί εμφαντικά ότι, κατά την άσκηση του ισοζυγίου της ευχέρειας, το Δικαστήριο έχει κατά νου όλο το υλικό που βρίσκεται ενώπιον του και διαδραματίζει τον ουσιαστικό ρόλο στην προσπάθειά του να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας, η οποία θα προκύψει, αν φανεί ότι λανθασμένα χορηγήθηκε το παρεμπίπτον διάταγμα (βλ. υπόθεση Χρίστου Ευστρατίου ν. Dicran Oyzounian and Company Limited, εμπορευόμενη με την επωνυμία Lexus Cyprus, ECLI:CY:AD:2014:A38, Πολιτική Έφεση 292/2010, ημερομηνίας 20/01/2014και Milton Investment Company Ltd κ.ά. ν. Dryden Group Ltd, ECLI:CY:AD:2014:A220, Πολιτική Έφεση 424/2011, 27/03/2014). Στην υπόθεση Recnex Trading Limited κ.ά. ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λίμιτεδ, Πολιτική Έφεση 71/11 ημερομηνίας 16/04/14, αναφέρεται ότι: «Αποδίδεται ευρύτατη εξουσία στο Δικαστήριο να εκδώσει οποιοδήποτε παρεμπίπτον απαγορευτικό, προστακτικό διάταγμα όταν κρίνει ότι αυτό είναι δίκαιο ή πρόσφορο υπό τις περιστάσεις χωρίς οποιοδήποτε περιορισμό.» Έχοντας αυτά κατά νου, βρίσκω ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ του Αιτητή. Όμως κατά την κρίση του Δικαστηρίου με τη συμπερίληψη του διατάγματος ημερομηνίας 16.2.2018 για καταβολή του ποσού των €3200 από 1η.2.2018 μέχρι την εκδίκαση της αγωγής, είναι ωσάν να έχει εκδικαστεί πλήρως η αγωγή, κάτι που δεν επιτρέπεται, εκτός σε σπάνιες περιπτώσεις, που αυτή η περίπτωση δεν είναι τέτοια. Από τη στιγμή που τερματίστηκε η ενοικίαση και οι Καθ' ων η Αίτηση δεν έχουν δικαίωμα σε κατοχή και γι' αυτό ζητείται διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται η επέμβαση τους στο ακίνητο, δεν μπορεί να συνυπάρξει και η καταβολή του ως άνω ποσού είτε με επιφύλαξη, είτε άλλως πως, γιατί από τη μια είναι σαν να αυτοαναιρείται και από την άλλη γιατί τότε είναι σαν να έχει εκδικαστεί ολόκληρη η αγωγή. Κατά συνέπεια, με όλα όσα πιο πάνω προσπάθησε το Δικαστήριο να εξηγήσει και να αναλύσει, το διάταγμα ημερομηνίας 16.2.2018, έχοντας υπόψη το Άρθρο 32
(2)του Νόμου 14/60, με βάση το οποίο το Δικαστήριο δύναται να τροποποιήσει ένα διάταγμα, οριστικοποιείται και καθίσταται απόλυτο μόνο το μέρος που έχει ως εξής: «Διάταγμα του Δικαστηρίου με τον οποίον να απαγορεύεται στους εναγομένους προσωπικά και ή μέσω των υπαλλήλων και ή αντιπροσώπων αυτών να επεμβαίνουν και ή κατέχουν και ή διαχειρίζονται και ή διεξάγουν επιχείρηση στο υποστατικό που καλύπτεται με αριθμό εγγραφής 2/383, Φ/Σχ. 40-640303, Τμήμα 2, Τεμάχιο 356, στη Λάρνακα, στην οδό Λουκή Πιερίδη, στη Λάρνακα», αμέσως από την ημερομηνία επίδοσης του. Ενώ το δεύτερο μέρος ακυρώνεται, δηλαδή από το: «εκτός εάν συνεχίζουν να καταβάλλουν το ποσό που κατέβαλλαν μέχρι την 7.1.2018 εκ €3200 από 1.2.2018, το οποίο ο ενάγοντας θα εισπράττει με πλήρη επιφύλαξη, μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αγωγής και ή μέχρι νεωτέρων διαταγών του Δικαστηρίου». Πλέον €2000 έξοδα υπέρ του Αιτητή και εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση, καταβλητέα στο τέλος της δίκης. (Υπ.) ................ Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.