← Κύπρος

ΣΩΤΗΡΗ ν. ΦΙΛΙΠΠΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 315/17, 24/10/2018

ΣΩΤΗΡΗ ν. ΦΙΛΙΠΠΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 315/17, 24/10/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2018:A166 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 315/17 Μεταξύ: XXXXX ΣΩΤΗΡΗ Ενάγοντα -και-

  1. XXXXX ΦΙΛΙΠΠΟΥ
  2. XXXXX ΙΑΚΩΒΟΥ
  3. XXXXX ΙΑΚΩΒΟΥ
  4. XXXXX ΠΑΝΤΕΛΗ Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 29.3.2017 για έκδοση Προσωρινού Διατάγματος. Ημερομηνία: 24 Οκτωβρίου,
  5. Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα-Αιτητή: κα Νεοφύτου για ΜΙΧΑΛΑΚΗ, ΠΙΤΣΙΛΛΙΔΟΥ & ΣΙΑ ΔΕΠΕ Για Εναγομένους 2,3,4-Καθ΄ων η Αίτηση: κ. Ν. Δαμιανού για ΝΙΚΟΣ ΔΑΜΙΑΝΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την αγωγή με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο, ο ενάγοντας αξιώνει την έκδοση Διατάγματος με το οποίο να διατάσσονται οι εναγόμενοι όπως μεταβιβάσουν επ΄ονόματι του, το ½ μερίδιο τεσσάρων τεμαχίων γης στο χωριό Πυργά της επαρχίας Λάρνακος. Διαζευκτικά αξιώνει το ποσό των €205.500= ως την αξία του εν λόγω μεριδίου. Αξιώνει επίσης την καταβολή αποζημιώσεων για τις ζημιές που κατ΄ισχυρισμόν έχει υποστεί, συνεπεία «απάτης και/ή δόλου και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή ψευδών και/ή ανακριβών δηλώσεων» εκ μέρους των εναγομένων. Με την Αίτηση η οποία καταχωρήθηκε μονομερώς, ο ενάγοντας αιτείται: «Α. Προσωρινό Απαγορευτικό Διάταγμα του Δικαστηρίου απαγορεύον στους Εναγόμενους όπως προσωπικά και/ή μέσω των αντιπροσώπων και/ή των υπηρετών τους και/ή οποιονδήποτε από αυτούς από του να πωλήσουν, μεταβιβάσουν ή άλλως πως διαθέσουν ή ενοικιάσουν, υποθηκεύσουν ή άλλως πως επιβαρύνουν τα πιο κάτω ακίνητα μέχρι τελική εκδίκαση της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεώτερου διατάγματος του Δικαστηρίου.
  6. Αριθμό εγγραφής 1XXX4, Φ/Σχ 5X/1X, τεμάχιο XX, χωριό Πυργά, επαρχία Λάρνακας.
  7. Αριθμό εγγραφής 1XXX5, Φ/Σχ 5X/1X, τεμάχιο XX, χωριό Πυργά, επαρχία Λάρνακας.
  8. Αριθμό εγγραφής 1XXX8, Φ/Σχ 5X/1X, τεμάχιο XX, χωριό Πυργά, επαρχία Λάρνακας.
  9. Αριθμό εγγραφής 1XXX9, Φ/Σχ 5X/1X, τεμάχιο XX, χωριό Πυργά, επαρχία Λάρνακας. Β. Οποιοδήποτε άλλο διάταγμα ή θεραπεία το Δικαστήριο ήθελε κρίνει εύλογο και δίκαιο υπό τις περιστάσεις. Γ. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης πλέον ΦΠΑ». Η Αίτηση στηρίζεται στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6, άρθρα 4-9, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο Αρ. 14/60, άρθρο 32, στην διακριτική ευχέρεια και/ή εγγενή εξουσία και/ή πρακτική του Δικαστηρίου. Το πραγματικό υπόβαθρο το οποίο στηρίζει την Αίτηση, εμφαίνεται σε Ένορκη Δήλωση του ίδιου του ενάγοντα ο οποίος, όπως αναφέρει, είναι πρώτος εξάδελφος με τον εναγόμενο 1 και θείος των εναγομένων 2, 3, και
  10. Η μαρτυρία του έχει ως ακολούθως: Στις 23.5.1984, ο εναγόμενος 1 συμφώνησε με την Ιερά Μονή Σταυροβουνίου την αγορά τεσσάρων χωραφιών στο χωριό Πυργά της επαρχίας Λάρνακας. Τα τεμάχια XX, 11, 14 και 15, με αριθμούς εγγραφής 1XXX4, 1XXX5, 1XXX8 και 1XXX9 (οι τίτλοι ιδιοκτησίας εκδόθηκαν σε πολύ μεταγενέστερο χρόνο). Ο εναγόμενος 1 κατά το έτος 1985 τον προσέγγισε, «δημιουργώντας του ψευδείς και/ή μη αληθείς παραστάσεις, όσον αφορά την αγορά των τεμαχίων και/ή της οικονομικής του κατάστασης» και του πρότεινε να γίνουν συνέταιροι. Στις 22.8.1985, στην βάση Συμφωνητικού Εγγράφου (Τεκμήριο 3), ο ίδιος και ο εναγόμενος 1 συμφώνησαν ότι «αμφότεροι είναι δικαιούχοι και/ή συνέταιροι και/ή άλλως πως ανά ½ μερίδιο ο καθένας, των πιο πάνω τεμαχίων». Στην βάση της συμφωνίας, απέστελνε χρήματα στον εναγόμενο 1 με σκοπό την ανάπτυξη της γης (τα χρήματα προορίζοντο για την αγορά των κατάλληλων υλικών για την καλλιέργεια των χωραφιών). Συνολικά κατέβαλε στον εναγόμενο 1 το ποσό των ΛΚ12.282,
  11. Το 2008 ο τελευταίος υπέστη εγκεφαλικό επεισόδιο, με αποτέλεσμα να αδυνατεί να «μιλήσει, να επικοινωνήσει και να περπατήσει». Κατά ή περί την 17.2.2012 και αφού είχαν εκδοθεί οι τίτλοι ιδιοκτησίας, οι εναγόμενοι 2, 3 και 4 «δόλια και/ή παράνομα και/ή εκμεταλλευόμενοι την εμπιστοσύνη που είχε στον εναγόμενο1» και με σκοπό την εξαπάτηση του, προχώρησαν και μεταβίβασαν το ½ μερίδιο του επ΄ονόματι τους, χωρίς να τον ενημερώσουν και/ή να πάρουν την έγκριση του αφού ήταν ο νόμιμος δικαιούχος του μεριδίου σύμφωνα με το Συμφωνητικό Έγγραφο (Τεκμήριο 3). Οι εναγόμενοι 2, 3 και 4 ενώ γνώριζαν ότι ο ίδιος ήταν ο νόμιμος δικαιούχος του μεριδίου, έδρασαν «δόλια και/ή καταχρηστικά και/ή άνευ ανταλλάγματος με σκοπό την αποκόμιση κέρδους και/ή περιουσίας σε βάρος του». Όταν αντελήφθη την εξαπάτηση του («πρόσφατα» το πληροφορήθηκε), κατέβαλε προσπάθειες να έρθει σε επικοινωνία με τους εναγόμενους 2, 3 και 4, πλην όμως οι τελευταίοι αρνήθηκαν να συζητήσουν μαζί του. «Μέχρι και σήμερα» αρνούνται να του επιστρέψουν και/ή να του μεταβιβάσουν το ½ μερίδιο επί των επιδίκων ακινήτων, πλουτίζοντας αδικαιολόγητα και/ή παράνομα και/ή καταχρηστικά σε βάρος του. Είναι η θέση του πως εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, θα είναι αδύνατο να ικανοποιηθεί η «οποιαδήποτε απόφαση ήθελε εκδοθεί εναντίον των εναγομένων», καθότι είναι «πιθανόν αυτοί να προβούν σε αποξένωση των επίδικων ακινήτων». Το Δικαστήριο έκρινε πως δεν ικανοποιείτο το στοιχείο του κατεπείγοντος και διέταξε όπως η Αίτηση επιδοθεί στην άλλη πλευρά. Οι εναγόμενοι 2, 3 και 4 στους οποίους επιδόθηκε η Αίτηση, καταχώρησαν Ένσταση προβάλλοντας τους ακόλουθους Λόγους: «(α) Η αίτηση δεν αποκαλύπτει ούτε στοιχειοθετεί τις ελάχιστες προϋποθέσεις που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην έκδοση διατάγματος παρεμπόδισης αποξένωσης των ακινήτων των εναγομένων 2, 3 και
  12. (β) Ο ενάγοντας ούτε με την αγωγή του ούτε και με την αίτηση και ένορκη δήλωση του αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα ή βάση αγωγής ή πιθανότητες επιτυχίας οιασδήποτε αξίωσης κατά των εναγομένων 2, 3 και
  13. (γ) Ο ενάγοντας ούτε με την αγωγή του ούτε και με την αίτηση και ένορκη δήλωση του αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα ή βάση αγωγής ή πιθανότητες επιτυχίας οιασδήποτε εμπράγματης αξίωσης κατά των εναγομένων 2, 3 και 4 αλλά και κατά του εναγομένου
  14. (δ) Ο ενάγοντας ισχυρίζεται συνεταιρισμό και η οποιαδήποτε κατ΄ισχυρισμό συνεισφορά ή απαίτηση του επί τέτοιας συμφωνίας ή και αξίωση επί τη κατ΄ισχυρισμό παράβασης της μόνο ενοχική αξίωση θα μπορούσε να στηρίξει κατά του εναγομένου 1 και καμιά απαίτηση ή αξίωση δεν δικαιολογείται ή στοιχειοθετείται σε ότι αφορά τους εναγομένους 2, 3 και
  15. (ε) Ο ενάγοντας ήγειρε θέμα αξίωσης ή συνεισφοράς του επί άτυπου συνεταιρισμού με συμφωνία του 1985 ή και συνεισφορές κατ΄ισχυρισμό του τη περίοδο 1984-1986 τριάντα χρόνια μετά και το όποιο κατ΄ισχυρισμό δικαίωμα του έχει παραγραφεί ή και ισχύει εδώ το δόγμα «ολιγωρίας» (Latches) και ο ενάγοντας εμποδίζεται ή και κωλύεται στην αξίωση θεραπείας. (στ) Ο ενάγοντας επέδειξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση ή και καθυστέρηση τέτοια που σε κάθε περίπτωση δεν επιτρέπει την διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου προς την έκδοση ενδιάμεσου Διατάγματος. (ζ) Δεν αποκάλυψε ο ενάγοντας τα ελάχιστα προαπαιτούμενα στοιχεία που θα μπορούσαν να δικαιολογούν την αίτηση του και σε κάθε περίπτωση δεν ισχύουν ή στοιχειοθετούνται οι ελάχιστες προϋποθέσεις έκδοσης συντηρητικού διατάγματος. (η) Η αίτηση είναι αντικανονική, νόμω και ουσία, αβάσιμη και αστήρικτη. (θ) Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν συνάδει με τις πρόνοιες του σχετικού διαδικαστικού κανονισμού ή και δεν αποτελεί μαρτυρία ή και δεν μπορεί να αποτελέσει το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης ή και είναι αντικανονική ή και παράτυπη ή και αντίθετη στην Διαταγή 39 θ.1-2 και δεν μπορεί να στηρίξει την αίτηση ή να αποτελέσει μαρτυρία αφού εμπεριέχει διαζευκτικούς ή και αόριστους ή ασαφείς ισχυρισμούς ή και δεν αποκαλύπτεται η πηγή γνώσης έγκυρα ή και επαρκώς.» Η Ένσταση στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.27 θ.3, Δ.39 θ.1 και 2, Δ.48 θ.2-9, στον περί Δικαστηρίων Νόμο Αρ. 14/60, άρθρα 29 και 32, στα άρθρα 4 και 5 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, στον Περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμο Αρ. 81

(1)/2011 άρθρα 2, 3, 5, 12, στον Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο, Κεφ. 148, άρθρα 36 και 68 και στις γενικές εξουσίες και δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Την Ένσταση υποστηρίζει Ένορκη Δήλωση της εναγομένης 3, θυγατέρας του εναγομένου 1 και αδελφή των εναγομένων 2 και 4, δεόντως εξουσιοδοτημένης. Η ομνύουσα απορρίπτει τους ισχυρισμούς του ενάγοντα, στο βαθμό και στην έκταση που αυτοί είναι αντίθετοι με τους δικούς της ισχυρισμούς. Πράγματι, όπως αναφέρει, ο πατέρας της (εναγόμενος 1) αγόρασε τα επίδικα κτήματα από την Ιερά Μονή Σταυροβουνίου, βάσει του Συμφωνητικού Εγγράφου (Τεκμήριο 2), ημερομηνίας 23.5.1989, αντί του ποσού των ΛΚ3.000=. Παράλληλα, ενοικίαζε και άλλα κτήματα από την Μονή, καταβάλλοντας ενοίκιο. Είναι παραδεκτό από την πλευρά τους πως ο πατέρας τους υπέγραψε το Συμφωνητικό Έγγραφο ημερομηνίας 22.8.1985 (Τεκμήριο 3), πλην όμως με αυτό συμφώνησε με τον ενάγοντα σε «άτυπο συνεταιρισμό» για την καλλιέργεια των κτημάτων. Ο συνεταιρισμός σύντομα διεκόπη και η συμφωνία έληξε ή τερματίστηκε, αφού ο ενάγοντας παρέλειψε να ενδιαφέρεται (ουσιαστικά υπαναχώρησε) και να συνεισφέρει στα έξοδα και στις δαπάνες. Τούτο επεσυνέβη από τα μέσα ή τέλη του
  1. Ο πατέρας τους έκαμνε εργασίες ώστε τα κτήματα να καταστούν καλλιεργήσιμα, στην συνέχεια τα καλλιεργούσε και κατέβαλλε φόρους και τέλη στο αρμόδιο Κοινοτικό Συμβούλιο. Ο ενάγοντας «ουδέποτε και σε κανένα στάδιο δεν είχε εμπλακεί». Για την αγορά των επίδικων κτημάτων ο εναγόμενος 1 κατέβαλε ο ίδιος την προκαταβολή των ΛΚ978.786 (€1.672,35) και το υπόλοιπο των ΛΚ2.021,21 (€3.453,50) θα κατεβάλλετο κατά την μεταβίβαση. Το ποσό αυτό, με την δική τους συνεισφορά, κατεβλήθη (συγκεκριμένα πληρώθηκε το ποσό των €3.500=) στις 3.11.
  2. Κατά την ομνύουσα, «ο συνεταιρισμός δεν δούλεψε ουσιαστικά ποτέ», ο ενάγοντας δεν εμφανίστηκε από το 1985 και για μία περίοδο 30 ετών και επανήλθε τον Μάϊο του 2016, προβάλλοντας διεκδικήσεις άνευ ερείσματος. Ουδέποτε συμφωνήθηκε πως ο ενάγοντας θα θεωρείτο ως συνιδιοκτήτης των κτημάτων ή πως αυτά θα εγγράφοντο και επ΄ ονόματι του. Η ομνύουσα διατείνεται επίσης πως υπέρ της δικής τους θέσης (ότι ο άτυπος συνεταιρισμός δεν λειτούργησε και διελύθη κατά το έτος 1986) συνηγορούν και τα όσα ο ενάγοντας αναφέρει περί δήθεν πληρωμής ποσού ύψους £12.282 (το νόμισμα είναι αγγλικές λίρες ή στερλίνες και όχι κυπριακές λίρες), αφού οι εν λόγω πληρωμές (σε κάθε περίπτωση αρνούνται ότι πληρώθηκαν τα εν λόγω ποσά) αναφέρονται σε μία περίοδο από τις 9.5.1984 - 16.1.
  3. Αναφέρει επίσης πως ο ενάγοντας (το έτος 2006 υπέστη εγκεφαλικό επεισόδιο και σήμερα η κατάσταση της υγείας του είναι χειρότερη αφού είναι ηλικίας 88 ετών) μεταβίβασε στην συνέχεια τα επίδικα ακίνητα (η συνολική εκτιμημένη αξία τους κατά την 1.1.2013 είναι €103.900= σύμφωνα με την Επίσημη Ιστοσελίδα του Κτηματολογίου και όχι €411.000= όπως διατείνεται ο ενάγοντας) επ΄ονόματι των παιδιών του, εναγομένων 2, 3 και
  4. Καταληκτικά, διατείνεται πως η υπό κρίση Αίτηση, δεν αποκαλύπτει ούτε και στοιχειοθετεί τις «ελάχιστες προϋποθέσεις» που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Κατά την ακρόαση της Αίτησης η κάθε πλευρά υπεραμύνθηκε της θέσης της με αναφορά σε νομολογία. Είναι καλά γνωστό ότι το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων παρέχεται από το άρθρο 32 του Νόμου 14/60, ενώ ο Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμος και οι Κανονισμοί, προσδιορίζουν το δικαιοδοτικό πλαίσιο [Demades v. Studio
(1996)1 A.A.Δ. και Αίτηση Χάρη Φεσσά
(1990)1 Α.Α.Δ. 704]. Το άρθρο 32 του Νόμου 14/60, παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Το εν λόγω άρθρο έχει αναλυθεί με σαφήνεια στην Οδυσσέως ν. Pieris Estates Ltd
(1982)1A.A.Δ. 557 και έχει έκτοτε επιβεβαιωθεί σε πλείστες όσες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Τα τρία κριτήρια που τίθενται ως προϋποθέσεις θα πρέπει να ικανοποιηθούν σωρευτικά πριν το Δικαστήριο περάσει στην εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας, κατά πόσον δηλαδή είναι εύλογο και δίκαιο να εκδοθεί το Διάταγμα, με τη συνεκτίμηση όλων των σχετικών παραγόντων. Οι τρείς αυτές προϋποθέσεις είναι οι εξής:
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση.
(2)Η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγοντας σε θεραπεία.
(3)Το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος ικανοποιείται με αναφορά στα καταχωρημένα δικόγραφα για την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης ενώ το δεύτερο κριτήριο ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης και σχετίζεται με την ένδειξη ή παρουσίαση ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Ενώ το πρώτο κριτήριο σχετίζεται κατ΄ ουσία με τη νομική και μόνο θεμελίωση της αξίωσης όπως διατυπώνεται στο κλητήριο ένταλμα, το δεύτερο προχωρεί ένα πρόσθετο βήμα συσχετίζοντας τη νομική αυτή θεμελίωση με την προσφερόμενη μαρτυρία όπως εξάγεται από τις ενόρκους δηλώσεις ή την αντεξέταση των μαρτύρων για την πραγματική θεμελίωση της αγωγής επί των γεγονότων. Επαρκεί, σε αυτό το στάδιο, να καταδειχθεί κάτι πέραν της απλής πιθανολόγησης αλλά και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων για να ικανοποιηθεί το δεύτερο αυτό κριτήριο. Το τρίτο κριτήριο ικανοποιείται όπου οι αποζημιώσεις θεωρούνται ότι δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία. Είναι γνωστό ότι η θεραπεία του προσωρινού διατάγματος ανάγεται κατ΄ εξοχή στο δίκαιο της επιείκειας και αν η αποτίμηση σε χρήμα μπορεί να γίνει εύλογα τότε η έκδοση του διατάγματος ή η διατήρηση του σε ισχύ αποκλείεται. Ακόμη και ασυνήθης δυσκολία στην εκτίμηση των ζημιών δεν αποτελεί κατ΄ ανάγκη έρεισμα για την έκδοση διατάγματος [Κ.Ο.Τ. ν. Θεωρή
(1989)1(E) Α.Α.Δ. 255]. Εκτός από το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, η υπό κρίση Αίτηση στηρίζεται και στα άρθρα 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6. Στην υπόθεση Cyprus Palestine Plantations Ltd v. Olivier & Co (Cyprus) Ltd, 16 C.L.R. 122, αποφασίστηκε πως το άρθρο 4 του Κεφ. 6, παρέχει δικαιοδοσία στο Δικαστήριο να εκδίδει παρεμπίπτον διάταγμα μόνο όπου η περιουσία σχετικά με την οποία ζητείται το διάταγμα, είναι αντικείμενο της αγωγής. [(Βλ. επίσης τις υποθέσεις Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R. 231 και Stavros Hotel Apartments Ltd και άλλοι (Αρ.2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 836]. Ενώ σύμφωνα με το άρθρο 5
(1)του Κεφ. 6, το Δικαστήριο δύναται να διατάξει τον εναγόμενο όπως μη αποξενώσει τόση από την ακίνητη περιουσία η οποία είναι εγγεγραμμένη επ΄ ονόματι του, όση κατά την κρίση του Δικαστηρίου θα ήταν αρκετή για να ικανοποιήσει την απαίτηση του ενάγοντα και τα έξοδα της αγωγής. Σύμφωνα με την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, τα κριτήρια και οι προϋποθέσεις που καθορίζονται στο άρθρο 5 του Κεφ. 6, δεν μπορούν να εξετάζονται ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60. Απλώς το εν λόγω άρθρο κάνει ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται. Δεν αφαιρεί τίποτα από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 το οποίο, όπως έχει προαναφερθεί, προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Επομένως, όταν το Δικαστήριο επιλαμβάνεται αιτήσεων που βασίζονται και στα δύο άρθρα, θα εφαρμόσει τόσο τις γενικές προϋποθέσεις σύμφωνα με το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 αλλά και τα ειδικότερα κριτήρια ή περιορισμούς που τίθενται από το άρθρο 5 του Κεφ. 6, στον βαθμό ή μέτρο που αυτά διαφοροποιούνται. Το Δικαστήριο στην εξέταση κατά πόσο θα εκδώσει, διατηρήσει ή ακυρώσει ένα προσωρινό διάταγμα δεν προχωρεί στην κατάληξη συμπερασμάτων αναφορικά με την πλήρη εξέταση είτε του πραγματικού είτε του νομικού καθεστώτος της υπόθεσης δεδομένου του ότι, όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Jonitexo v. Adidas
(1984)1 A.A.Δ. 263, αυτό ανάγεται κατ΄ εξοχή στη σφαίρα εξέτασης του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της ουσίας της ίδιας της αγωγής. Τα ίδια λέχθησαν και στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, 269,
  1. Βέβαια κάποια αξιολόγηση της προσφερόμενης μαρτυρίας σε σχέση με τη διαπίστωση της ικανοποίησης των τριών κριτηρίων είναι αναγκαία, όπως υπέδειξε και η Οδυσσέως (ανωτέρω) σελ. 569, αλλά με κανένα τρόπο δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι τα όσα ακολουθούν αποτελούν την τελεσίδικη κρίση του Δικαστηρίου. Διαπιστώνεται απλώς η παρουσία ή η απουσία οποιουδήποτε θεμελιακού προβλήματος στο πραγματικό ή νομικό υπόβαθρο της αίτησης που θα άφηναν έκδηλα ανικανοποίητα τα τρία κριτήρια. Επανερχόμενη στα γεγονότα που συνθέτουν την αντιδικία στην παρούσα διαδικασία, εκείνο που μπορεί να εξαχθεί ως προς την ουσία της διεκδίκησης του ενάγοντα είναι πως, με τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, φαίνεται να ικανοποιούνται η πρώτη και η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Αρ. 14/
  2. Με βάση το Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα, την Αίτηση και την Ένορκη Δήλωση (μαζί με τα επισυνημμένα σ΄αυτήν Τεκμήρια) που την συνοδεύει, καταδεικνύεται η ύπαρξη μιας καλής συζητήσιμης υπόθεσης δεδομένου του γεγονότος πως η βάση της αγωγής στηρίζεται στο αστικό αδίκημα της απάτης (άρθρο 36 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148). Ό,τι επιρρίπτεται στους εναγομένους (περιλαμβανομένων των εναγομένων 2, 3 και 4) είναι πως ενήργησαν δόλια ώστε το μερίδιο του ενάγοντα επί των επίδικων ακινήτων αντί να μεταβιβαστεί επ΄ονόματι του, μεταβιβάστηκε αρχικά επ΄ονόματι του εναγομένου 1 και στην συνέχεια επ΄ονόματι των εναγομένων 2, 3 και
  3. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να λεχθεί πως η υπογραφή του Συμφωνητικού Εγγράφου (Τεκμήριο 3) είναι παραδεκτή από την πλευρά των εναγομένων. Ό,τι αμφισβητείται είναι η ερμηνεία του Εγγράφου, αφού η κάθε πλευρά δίνει την δική της ερμηνεία στα γραφόμενα. Τούτο όμως είναι θέμα που θα απασχολήσει το Δικαστήριο κατά την ακρόαση της υπόθεσης και όχι στο παρόν στάδιο. Κατ΄εκείνο το στάδιο είναι που θα εξεταστούν όλα τα επίδικα θέματα. Ως εκ τούτου, θεωρώ πως τα όσα η πλευρά του ενάγοντα έχει επικαλεστεί προς υποστήριξη της Αίτησης (με το περιορισμένο βάρος που έχει για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας) είναι αρκετά ώστε να καταδειχθεί ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 32 (Νόμος 14/60), νομολογιακά έχει λεχθεί πως θα πρέπει να καταδειχθεί ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το κριτήριο αυτό εξετάζεται κυρίως υπό το φως του ερωτήματος κατά πόσο η απονομή αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία. Ο κ. Γ. Κωνσταντινίδης, Ανώτερος Επαρχιακός Δικαστής όπως ήταν τότε, στη μελέτη του «Η εξουσία των Δικαστηρίων για την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων στην Κύπρο» που δημοσιεύθηκε στο CORPUS DE JURE CYPRII του Συμβουλίου Νομικών Σπουδών, Τεύχος 1, 1987, αναφέρει στη σελίδα 211, τα εξής: «Η έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν είναι αυτοσκοπός, είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ύπαρξη κάποιου δικαιώματος που φέρεται να έχει προσβληθεί ή που υπάρχει κίνδυνος να προσβληθεί ή να συνεχίσει να προσβάλλεται. Αλλά και η ύπαρξη δικαιώματος και η ισχυριζόμενη ή επαπειλούμενη προσβολή του, δεν είναι αρκετές για να δικαιολογήσουν την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος. Πρέπει ταυτόχρονα να διαγνώσκεται ότι η έκδοση του είναι όρος συνελεστικός για τη διατήρηση των δυνατοτήτων που υπάρχουν για την απονομή πλήρους δικαιοσύνης στο τέλος. Απαιτείται, δηλαδή, να φαίνεται ότι χωρίς το διάταγμα θα ήταν δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη.» (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο) Στην υπόθεση Ανδρέου ν. Colossos Signs Ltd (Aρ.2)
(2008)1(Α) Α.Α.Δ.626, η οποία αφορούσε παραβίαση δικαιώματος ευρεσιτεχνίας, κρίθηκε ότι ο ισχυρισμός «αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα υποστώ ανεπανόρθωτη ζημιά», ήταν γενικός και αόριστος. Κρίθηκε επίσης ότι δεν υπήρχε ισχυρισμός ότι η οικονομική κατάσταση της εναγόμενης ήταν τέτοια που θα είχε ως αποτέλεσμα ο ενάγων να μην μπορεί να αποζημιωθεί σε περίπτωση που επιτύγχανε στην αγωγή του. Αποτέλεσμα ήταν να απορριφθεί η αίτηση του για προσωρινό διάταγμα. Στην υπό κρίση Αίτηση η γενική αναφορά εκ μέρους του ενάγοντα ότι «εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, θα είναι δύσκολο αν όχι αδύνατο ν΄απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αφού τα πιο πάνω ακίνητα πιθανόν να έχουν εν τω μεταξύ πωληθεί και/ή μεταβιβαστεί σε τρίτους, προκειμένου οι Εναγόμενοι να αποφύγουν μελλοντική εκτέλεση απόφασης εις βάρος τους», δεν ικανοποιεί την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60). Εκ μέρους του ενάγοντα δεν έχει προβληθεί ισχυρισμός ούτε και έχουν προσκομιστεί στοιχεία που να καταδεικνύουν πως σε περίπτωση που εξασφαλιστεί οποιαδήποτε απόφαση εναντίον των εναγομένων, αυτοί δεν θα είναι σε θέση να την ικανοποιήσουν είτε λόγω αφερεγγυότητας είτε για οποιοδήποτε άλλο λόγο. Υπό το φως των ανωτέρω, κρίνω πως η υπό κρίση Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί και απορρίπτεται. Τα έξοδα της Αίτησης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος της αγωγής και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο οπόταν και θα είναι πληρωτέα, επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων 2, 3 και 4 και σε βάρος του ενάγοντα. (Υπ.) .................................................. Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΣΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.