← Κύπρος

Α.Α. ν. Κ.Λ. κ.α., Αρ. Αγωγής: 1461/2014, 27/12/2018

Α.Α. ν. Κ.Λ. κ.α., Αρ. Αγωγής: 1461/2014, 27/12/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2018:A254 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1461/2014 Μεταξύ: Α.Α. Ανήλικης δια της μητρός αυτής Ε.Α. ως πλησιέστερης συγγενούς, φίλης και κηδεμόνος Ενάγουσας και

  1. Κ. Λ.
  2. Ν.Ν. Εναγομένων Και ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος, ημερομηνίας 11/7/2017 Μεταξύ: Α.Α. Ενάγουσας και
  3. Κ.Λ.
  4. Ν.Ν. Εναγομένων Αίτηση ημερ. 13/12/2018 για Επανάνοιγμα Ημερ: 27 Δεκεμβρίου 2018 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα/Καθ΄ ης η Αίτηση: κα Α. Λαζάρου για Σάββας Μάτσας ΔΕΠΕ ΓιατονΕναγόμενο 1/Καθ΄ ου η Αίτηση: Α. Ζαχαρίου για Ανδρέας Β. Ζαχαρίου & Σία ΔΕΠΕ Για τον Εναγόμενο 2/Καθ΄ ου η Αίτηση: Ν. Καπελάκης ENΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή - Επιζητούμενη Θεραπεία Αφού η ακρόαση της παρούσας Αγωγής είχε ολοκληρωθεί και η υπόθεση ορίστηκε για τελικές αγορεύσεις, μεσολάβησε από την Ενάγουσα/Αιτήτρια η καταχώρηση της υπό κρίση Αίτησης. Μέσω δε αυτής επιδιώκεται το επανάνοιγμα και/ή η «επανάνοιξη» της ακρόασης της παρούσας υπόθεσης. Νομική βάση της Αίτησης αποτέλεσαν η Δ.5 θ.9, Δ.5Α, Δ.33 και Δ.48, θ.8

(1)(aa) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, το Άρθρο 112
(3)του Συντάγματος, το Άρθρο 31 του Ν.14/60 καθώς και η συμφυής εξουσία και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Ένορκη Δήλωση Ελισάβετ Κινοσίδου Σε σχέση με τα γεγονότα επισυνάπτεται στην Αίτηση Ένορκη Δήλωση της XXXXX Κινοσίδου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο Κύπρος Ανδρέου ΔΕΠΕ, το οποίο, όπως αναφέρεται, είναι το γραφείο επίδοσης του δικηγορικού γραφείου Σάββας Μάτσας ΔΕΠΕ στη Λάρνακα, και στην οποία αναφέρονται στις παραγράφους 2 και 3 τα ακόλουθα: «
  1. Η παρούσα Αγωγή ήταν ορισμένη για ακρόαση και συγκεκριμένα να τελικές γραπτές αγορεύσεις στις 14/12/
  2. Όπως με ενημέρωσαν οι δικηγόροι που χειρίζονται την παρούσα Αγωγή, λόγω του ότι περί τις 11/12/2018 πληροφορήθηκαν και έλαβαν στην κατοχή τους νέα στοιχεία τα οποία δεν ήταν δυνατόν να έχουν προηγουμένως, ούτε κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, σχετικά με την κατάσταση ψυχικής υγείας της Ενάγουσας και συγκεκριμένα ότι έχει αξιολογηθεί από Κρατικό Ιατροσυμβούλιο, με αποτέλεσμα να κριθεί ψυχικά ανάπηρη, είναι αναγκαία η επανάνοιξη της υπόθεσης της Ενάγουσας.
  3. Για σκοπούς δίκαιης απονομής της δικαιοσύνης πιστεύω ότι είναι δίκαιο και ορθό να δοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Αντίθετα, τυχόν απόρριψη της παρούσας Αίτησης δύναται να επηρεάσει δυσμενώς τα συμφέροντα της Ενάγουσας/Αιτήτριας, αφού η Ενάγουσα/Αιτήτρια θα αποστερηθεί του δικαιώματος της να κλητεύσει τους μάρτυρες που επιθυμεί προς υποστήριξη της υπόθεσης της ενώπιον του Δικαστηρίου ώστε να παρουσιάσει ολοκληρωμένα τους ισχυρισμούς της και εν γένει την υπόθεση της.» Ένσταση - Λόγοι Ενστασης Στην Αίτηση κατεχωρήθη Ένσταση η οποία βασίζεται στη Δ.5, θ.9, Δ.33, θ.θ.1-15 και Δ.48, θ.θ.1-9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στο Άρθρο 30
(1)και 30
(2)του Συντάγματος, το Άρθρο 31 του Ν.14/60, στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου καθώς και στις αρχές της Επιείκειας και της νομολογίας. Ως λόγοι Ένστασης εξειδικεύονται, βασικά, οι ακόλουθοι: · Η Αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη, παράτυπη και αντικανονική. · Η Αίτηση υποβάλλεται καθυστερημένα και, αν εγκριθεί, θα εκτροχιάσει τη δίκη και θα προκαλέσει αδικία στους Εναγόμενους. · Η Αίτηση είναι καταχρηστική και κακόπιστη. · Δεν πληρούνται οι εξαιρετικές προϋποθέσεις, ούτε και δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος. · Δεν προβάλλεται οποιοσδήποτε επαρκής λόγος που να δικαιολογεί την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος. · Δεν δίδεται οποιαδήποτε επαρκής λεπτομέρεια ως προς το από πότε υπήρχαν αυτά τα νέα στοιχεία. · Η Ενάγουσα μπορούσε να προβάλει την εκδοχή της στο κατάλληλο στάδιο και η παράλειψη της να το πράξει δεν δικαιολογεί ούτε και επιτρέπει επανάνοιγμα. · Η μαρτυρία που θα επιδιωχθεί να εισαχθεί δεν είναι δικογραφημένη. · Η Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση είναι παράτυπη και αντικανονική και δεν περιέχει αποδεκτή και ή επαρκή μαρτυρία προς υποστήριξη της Αίτησης. Ένορκη Δήλωση Γεωργίας Γιολάντας Ζαχαρίου Η Ένσταση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση της Γεωργίας Γιολάντας Ζαχαρίου, δικηγόρου στο γραφείο των δικηγόρων που χειρίζονται την υπόθεση εκ μέρους του Εναγόμενου 1, στην οποία αναφέρονται, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα ακόλουθα: § Μετά που η Ενάγουσα είχε παρουσιάσει τον τελευταίο μάρτυρα για την υπόθεση της στις 6/7/2018, είχε κλείσει την υπόθεση της και ακολούθησε η προσκόμιση μαρτυρίας από πλευράς και για λογαριασμό των Εναγομένων οι οποίοι και έκλεισαν την υπόθεση τους και η υπόθεση ορίστηκε για αγορεύσεις για πρώτη φορά στις 12/11/
  1. § Στις 12/11/2018 ζητήθηκε αναβολή από τους δικηγόρους της Ενάγουσας καθότι δεν ήταν έτοιμοι με τις αγορεύσεις και ήθελαν περαιτέρω χρόνο για να τις ολοκληρώσουν, οπόταν και στην απουσία ένστασης από την πλευρά των Εναγομένων, η υπόθεση ορίστηκε ξανά για αγορεύσεις στις 14/12/
  2. § Στις 13/12/2018 δικηγόρος από το γραφείο των δικηγόρων της Ενάγουσας ανέφερε στην ομνύουσα ότι ήθελαν να κλητεύσουν άλλο μάρτυρα επειδή, ενώ υπήρχε από προηγουμένως κάποιο σχετικό έγγραφο και ενώ η Ενάγουσα είχε περάσει από Ιατροσυμβούλιο, δεν τους το ανέφερε εγκαίρως για να το προσθέσουν στη μαρτυρία της, γεγονός που αποδεικνύει ότι τα όσα προσπαθούν να παρουσιάσουν ως μαρτυρία σε περίπτωση τυχόν έγκρισης της Αίτησης, ήταν στη γνώση της Ενάγουσας η οποία και επέλεξε να μην τα αναφέρει. § Η Ενόρκως Δηλούσα στην Αίτηση τεχνηέντως αναφέρει λακωνικότητα ότι στις 11/12/2018 περιήλθαν στη γνώση των δικηγόρων της Ενάγουσας στοιχεία τα οποία δεν ήταν δυνατό να έχουν προηγουμένως, θέση που δεν συνάδει με τα όσα η συνάδελφος της ανέφερε προσωπικά. Επιπλέον η Ενόρκως Δηλούσα δεν αναφέρει ούτε από πότε υπήρχαν τα στοιχεία, ούτε και γιατί δεν ήταν δυνατό να περιέλθουν στην κατοχή των δικηγόρων της Ενάγουσας, με αποτέλεσμα να μην έχει αποσείσει το βάρος που έχει σε σχέση με ισχυρισμούς που προβάλλει. Συγκεκριμένα, καμία αναφορά δεν γίνεται ως προς το πότε η Ενάγουσα είχε εξεταστεί από Ιατροσυμβούλιο αλλά και πότε κρίθηκε ψυχικά ανάπηρη, αν όντως αυτός ο ισχυρισμός ευσταθεί. § Τυχόν έγκριση της Αίτησης ουδόλως εξυπηρετεί τη δικαιοσύνη. Δεν υπάρχει δυνατότητα επανανοίγματος ακρόασης κατόπιν αιτήματος διάδικου, ούτε και πληρούνται οι προϋποθέσεις για να κλητευθεί μάρτυρα των Εναγόντων μετά το κλείσιμο της υπόθεσης των Εναγομένων. Περαιτέρω, τα όσα θα επιδιώξει να προσθέσει ως μαρτυρία, αν και εφόσον επιτραπεί το επανάνοιγμα και η κλήτευση περαιτέρω μαρτυρίας, δεν είναι καν δικογραφημένα και δεν μπορεί να προσαχθεί περαιτέρω μαρτυρία. § Δεν ζητείται με την παρούσα Αίτηση η κλήτευση μάρτυρα, ούτε και επεξηγείται η αναγκαιότητα κλήτευσης μάρτυρα σε σχέση με το στάδιο που βρίσκεται η υπόθεση, και, η Αίτηση, ακόμη και αν εγκριθεί, θα είναι άσκοπη. § Τυχόν επανάνοιγμα της υπόθεσης θα αποτελέσει ανατροπή της δίκης, ανισότητα, αφού έχει ήδη ακουστεί η θέση και μαρτυρία των Εναγομένων, ενώ δεν έχει θιγεί το θέμα για το οποίο επιδιώκεται να προσφερθεί μαρτυρία αν και εφόσον επανανοιχθεί η υπόθεση. Με τον τρόπο αυτό είναι ως αν να δίδεται μια δεύτερη ευκαιρία στην Ενάγουσα να παρουσιάσει μαρτυρία που δεν προετοίμασε σε προηγούμενο και δη στο κατάλληλο στάδιο για άγνωστους λόγους. Εξέταση υπό κρίση Αίτησης Προτού εξετασθεί η παρούσα Αίτηση κρίνεται σκόπιμο να γίνει μια σύντομη αναφορά στο ό,τι προηγήθηκε της υποβολής της. Με βάση το φάκελο της παρούσας υπόθεσης διαπιστώνεται ότι η υπόθεση της Ενάγουσας είχε κλείσει από τον Ιούλιο του 2018 και ακολούθησε στη συνέχεια η προσκόμιση της μαρτυρίας της Υπεράσπισης η οποία και ολοκληρώθηκε περί τα τέλη Σεπτεμβρίου για να οριστεί στη συνέχεια η υπόθεση για Τελικές Αγορεύσεις στις 12/11/
  3. Εκείνη την ημέρα και κατόπιν αιτήματος του συνηγόρου της Ενάγουσας στο οποίο οι συνήγοροι των Εναγομένων δεν ενέστησαν η υπόθεση ανεβλήθη και ορίστηκε εκ νέου για Τελικές Αγορεύσεις στις 14/12/
  4. Όπως προκύπτει, η υπό κρίση Αίτηση υποβάλλεται μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της και μετά το κλείσιμο της υπόθεσης των Εναγομένων και αφού μεσολάβησε για δύο φορές ο ορισμός της υπόθεσης για Τελικές Αγορεύσεις. Εν πρώτοις επισημαίνεται ότι με την υπό κρίση Αίτηση επιδιώκεται «η επανάνοιξη της ακρόασης της υπόθεσης της Ενάγουσας/Αιτήτριας». Στο πλαίσιο δε της ένορκης δήλωσης που καταχωρήθηκε προς υποστήριξη της Αίτησης αναφέρεται ότι «τυχόν απόρριψη της παρούσας Αίτησης δύναται να επηρεάσει δυσμενώς τα συμφέροντα της Ενάγουσας/Αιτήτριας, αφού θα αποστερηθεί του δικαιώματος να κλητεύσει τους μάρτυρες που επιθυμεί προς υποστήριξη της υπόθεσης της ενώπιον του Δικαστηρίου ώστε να παρουσιάσει ολοκληρωμένα τους ισχυρισμούς της και εν γένει την υπόθεση της». Με βάση τους σχετικούς Δικονομικούς Θεσμούς διαλαμβάνονται πρόνοιες για προσκόμιση επιπρόσθετης μαρτυρίας είτε υπό τη μορφή επανακλήτευσης μάρτυρα[1], είτε υπό τη μορφή προσαγωγής περαιτέρω μαρτυρίας του πρώτου μέρους (συνήθως του Ενάγοντα) σε αντίκρουση ισχυρισμών του δεύτερου μέρους (συνήθως του Εναγόμενου)[2]. Στη δεύτερη περίπτωση το αίτημα πρέπει να γίνεται αμέσως μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του δεύτερου μέρους. Υπενθυμίζεται ότι η υπό κρίση Αίτηση έχει ως νομική βάση τη Δ.33 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Επομένως δεν θα απασχολήσει το Δικαστήριο η εξέταση της Αίτησης στο πλαίσιο άλλης δικονομικής πρόνοιας όπως αυτή της Δ.38 η οποία αφορά στην περίπτωση επανακλήτευσης μάρτυρα. Το πλαίσιο εφαρμογής της Δ.33, θ.7(ii)(b) που αφορά προσκόμιση αντικρουστικής μαρτυρίας (evidence in rebuttal) αναλύθηκε εκτενώς στην υπόθεση Andreas Tsiartas and others v. Avgerinos Taliotis
(1989)1 C.L.R. 216 στην οποία γίνεται εκτενής ανάλυση της Αγγλικής επί του θέματος νομολογίας και συνοψίζονται οι αρχές σύμφωνα με τις οποίες το Δικαστήριο δικαιούται να επιτρέψει την επιπρόσθετη αυτή μαρτυρία. Από την απόφαση αυτή, όπου μεταξύ άλλων γίνεται αναφορά και στο σχετικό απόσπασµα από το Annual Practice 1960 (σελ. 864) καθώς και στην αντίστοιχη Ο.37 r.1 των Αγγλικών Θεσμών, όπως ίσχυε τότε, συνάγεται ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται στις ακόλουθες δυο περιπτώσεις: (
  1. i)Όταν χρειάζεται να απαντηθεί μαρτυρία που προσαγάγει η άλλη πλευρά για ζήτημα, το βάρος απόδειξης του οποίου βαρύνει το δεύτερο αυτό μέρος (συνήθως τον εναγόμενο). (
  2. ii)Όταν το πρώτο μέρος καταληφθεί εξ απίνης ή η μαρτυρία που έχει ήδη προσαχθεί είναι αντιφατική. Οι σχετικές με το ζήτημα της προσκόμισης αντικρουστικής μαρτυρίας αρχές επανελήφθησαν και συνοψίσθηκαν στην υπόθεση Αττεσλή κ.ά v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2013)1 Α.Α.Δ. 2222 ως ακολούθως: «Στα πλαίσια της διαδικασίας που διέπει, τόσο ποινικές όσο και πολιτικές υποθέσεις, ο κάθε διάδικος βαρύνεται με την υποχρέωση να παρουσιάσει, ολοκληρωμένα, την υπόθεσή του. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να προβλέψει ποια είναι τα επίδικα θέματα και ανάλογα να προετοιμάσει τη μαρτυρία που είναι αναγκαία για να καλύψει τα θέματα που θα εγερθούν. Σε αρκετές περιπτώσεις, όπως εντοπίζεται και στο Σύγγραμμα «Το Δίκαιο της Απόδειξης (Μία πρακτική προσέγγιση)», Τάκη Ηλιάδη, σελ. 238-240, παρατηρείται το φαινόμενο η ακροαματική διαδικασία να ξεφεύγει από τα όρια που είχαν προβλεφθεί από τους αντιδίκους, με αποτέλεσμα να καταλαμβάνονται τελευταίοι ή ένας από τους αντιδίκους αυτούς εξ απροόπτου. Σε κάποιες υποθέσεις και στα πλαίσια της ακροαματικής τους διαδικασίας, δεν είναι πάντοτε δυνατόν να προβλεφθεί το κάθε στοιχείο μαρτυρίας, ακριβώς διότι, σε αρκετές περιπτώσεις, η ίδια η φύση των διαδικαστικών διαδικασιών ακολουθεί πορεία που είναι δυνατόν να οδηγήσει σε ανατροπές και εκπλήξεις, με αποτέλεσμα, προκειμένου να διαφυλαχθεί το συμφέρον της δικαιοσύνης, το Δικαστήριο να δίνει άδεια για παρουσίαση μαρτυρίας εκ μέρους του διαδίκου, ο οποίος βρέθηκε προ εκπλήξεως. Υπό το πρίσμα αυτό, και προκειμένου να αποτραπεί μια πιθανή αδικία, τα Δικαστήρια έχουν την ευχέρεια να αποδέχονται μαρτυρία σε αντίκρουση μαρτυρίας που έχει ήδη δοθεί. Επισκόπηση της σχετικής νομολογίας καταδεικνύει ότι η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου διέπεται από τις ακόλουθες αρχές: Η απαντητική μαρτυρία πρέπει, κατά γενικό κανόνα, να περιορίζεται αυστηρά στο να αντικρούει την υπόθεση της αντίδικης πλευράς και δεν πρέπει απλώς να επιβεβαιώνει την υπόθεση του διαδίκου που την παρουσιάζει. Με την άδεια του Δικαστηρίου μπορεί να δοθεί αντικρουστική μαρτυρία από Ενάγοντα σε απάντηση της μαρτυρίας Εναγόμενου προς υποστήριξη επίδικου θέματος, η απόδειξη του οποίου βάρυνε τον ίδιο. Η διακριτική ευχέρεια μπορεί ακόμη να ασκηθεί υπέρ του Ενάγοντα, όπου η φύση της υπεράσπισης έχει αποκαλυφθεί κατά την αντεξέταση των δικών του μαρτύρων. Γενικά, αντικρουστική μαρτυρία είναι επιτρεπτή προκειμένου να αποτραπεί μια πιθανή αδικία, όπου ο διάδικος που την προσφέρει έχει παραπλανηθεί ή έχει καταληφθεί εξ απροόπτου (Tsiartas a.ο. v. Taliotis
(1989)1 C.L.R. 216, 228-229)». Όπως πολύ ορθά έχει επισημανθεί από τον κ. Ζαχαρίου, η υπό κρίση Αίτηση, όπως έχει υποβληθεί, δεν συνοδεύεται με οποιοδήποτε αίτημα για κλήτευση ή επανακλήτευση οποιουδήποτε μάρτυρα παρά μόνο επιδιώκεται γενικώς η «επανάνοιξη της ακρόασης» της υπόθεσης. Όπως συναφώς προέκυψε, απουσιάζουν εν προκειμένω απαραίτητα προς θεμελίωση του υπό κρίση αιτήματος στοιχεία όπως το είδος και το περιεχόμενο της μαρτυρίας που επιδιώκεται σε αυτό το στάδιο να προσαχθεί καθώς και η ταυτότητα και ο αριθμός των μαρτύρων που επιδιώκεται η κλήτευση τους. Εν ολίγοις απουσιάζει από την παρούσα Αίτηση, παντελώς, η εξειδίκευση της θεραπείας που επιζητείται. Πέρα από την πιο πάνω επισήμανση, ζήτημα προκύπτει και σε σχέση με την ίδια την πραγματική θεμελίωση της Αίτησης. Ως λόγος για το αιτούμενο Διάταγμα επανάνοιξης της ακρόασης της υπόθεσης προβάλλεται στην ένορκη δήλωση Κινοσίδου γενικά και αόριστα ότι οι δικηγόροι της Ενάγουσας στις 11/12/18 πληροφορήθηκαν και έλαβαν στην κατοχή τους νέα στοιχεία αναφορικά με την αξιολόγηση της Ενάγουσας από το κρατικό Ιατροσυμβούλιο τα οποία δεν ήταν δυνατόν να έχουν προηγουμένως. Καμία, ωστόσο, διευκρίνιση δεν δίδεται ως προς το χρονικό στάδιο που τα εν λόγω στοιχεία που ισχυρίζονται ότι περιήλθαν στην κατοχή τους ήταν είτε διαθέσιμα, είτε γνωστά στην ίδια την Ενάγουσα. Έπειτα σημαντικό είναι και το ότι παρέμεινε αναντίλεκτος ο ισχυρισμός που προβλήθηκε στην ένορκη δήλωση Ζαχαρίου ότι συνήγορος από το γραφείο των δικηγόρων της Ενάγουσας είχε, στις 13/12/18, δηλώσει στην ομνύουσα ότι ήθελαν να κλητεύσουν άλλο μάρτυρα επειδή η Ενάγουσα δεν ενημέρωσε εγκαίρως τους συνηγόρους της για το γεγονός ότι είχε περάσει από Ιατροσυμβούλιο και ότι υπήρχε κάποιο έγγραφο. Και τούτο ενόψει του ότι ο πιο πάνω ισχυρισμός δεν αμφισβητήθηκε είτε μέσω αντεξέτασης της ομνύουσας, είτε μέσω καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Υπογραμμίζεται ότι σε αιτήματα για παρουσίαση πρόσθετης μαρτυρίας το κατά πόσο ο Ενάγων θα μπορούσε να είχε εντοπίσει εγκαίρως τη σχετική μαρτυρία με την επίδειξη της εύλογης επιμέλειας και να την προσκομίσει στο κατάλληλο στάδιο είναι, χωρίς αμφιβολία, καθοριστικός παράγων για τους σκοπούς της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Με βάση όλα όσα προσπάθησα πιο πάνω να εξηγήσω καταλήγω ότι η υπό κρίση Αίτηση είναι άνευ νομικού και πραγματικού ερείσματος και/ή θεμελίωσης. Ως αποτέλεσμα η Αίτηση απορρίπτεται. Όσον αφορά το θέμα των εξόδων της παρούσας διαδικασίας δεν βρίσκω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από το γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής και, συνεπώς, οι Εναγόμενοι δικαιούνται τα έξοδά τους. Κατά συνέπεια τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας επιδικάζονται υπέρ της Εναγομένων και εναντίον της Ενάγουσας όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, να καταβληθούν δε στο τέλος της υπόθεσης. (Υπ.)............... Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Λ.Δ. [1] Δέστε Δ.38, θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας: 1. Each witness, when his examination in chief is closed, is liable to be cross-examined by the opposite party and to be re-examined by the party calling him, and after re-examination may be questioned by the Court, and shall not be recalled or further questioned save through and by leave of the Court. [2] Δέστε Δ.33, θ.7 (ii) (b) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας: (ii) In other cases- .................................. (b) The first party may not adduce evidence in reply except by leave of the Court. If he desires to adduce such evidence, he must ask for leave immediately after the second party's evidence is concluded. If such leave is granted, the second party's summing up shall be postponed until after the evidence in reply is heard. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.