TAKIS PALAONDAS LTD ν. Ελευθερίου κ.α., Αρ. Αγωγής: 470/2018, 15/10/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2018:A158 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ - ΑΝΔΡΕΟΥ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 470/2018 Μεταξύ TAKIS PALAONDAS LTD, από τη Λεμεσό Εναγόντων Και
- XXXXX Ελευθερίου, από την Αραδίππου
- REISSWOLF CYPRUS LTD, από την Αραδίππου
- MANIPRO LTD, από την Αραδίππου Εναγομένων Αίτηση ημερ. 19/4/2018 για Προσωρινό Διάταγμα Ημερομηνία: 15 Οκτωβρίου 2018 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες/Αιτητές : Κώστας Π. Χ΄Κωστής. Για Εναγόμενους/Καθ΄ων η Αίτηση: κα Δ. Καρά για Αντώνη Κ. Καρά Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή - Αιτούμενη Θεραπεία Με την υπό κρίση Αίτηση οι Αιτητές επεδίωξαν μονομερώς την έκδοση προσωρινού Διατάγματος το οποίο να απαγορεύει και/ή να εμποδίζει τους Εναγόμενους/Καθ΄ ων η Αίτηση και/ή αξιωματούχους και/ή διευθυντές και/ή αντιπροσώπους τους, από του να μεταβιβάσουν, πωλήσουν, διαθέσουν, υποθηκεύσουν ή αποξενώσουν με οποιοδήποτε τρόπο τα XX1/XXX4 μερίδια του ακινήτου με αρ. εγγραφής X/XX7, Φ/Σχ. X0/5XX1, Τεμ.6X9, που βρίσκεται στο Δήμο Αραδίππου της επαρχίας Λάρνακας. Το Δικαστήριο εξετάζοντας την Αίτηση στο μονομερές στάδιο έκρινε ότι δεν πληρείτο το στοιχείο του κατεπείγοντος και έδωσε οδηγίες για επίδοση της Αίτησης. Νομική Βάση Αίτησης Η Αίτηση βασίζεται στα Άρθρα 4, 5, 6, 7 και 9 του Κεφ.6, στο Άρθρο 32 του Ν.14/60, στη Δ.48, θ.θ.1, 2, 3 και 8 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στον περί Συμβάσεων Νόμο Κεφ.149 και στις συμφυείς εξουσίες και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Ένορκη Δήλωση Αίτησης Η Αίτηση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση του Χριστάκη Παλάοντα, Διευθυντή των Εναγόντων. Σε αυτή αναφέρονται, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα ακόλουθα: · Οι Ενάγοντες είναι εταιρεία η οποία δραστηριοποιείτο και δραστηριοποιείται σε διάφορους τομείς του εμπορίου. Ο Εναγόμενος 1 ήταν στον ουσιώδη χρόνο Διευθύνων Σύμβουλος τόσο της Εναγόμενης 2 Εταιρείας όσο και της Εναγόμενης 3 και κατείχε, ως αποκλειστικός ιδιοκτήτης, ολόκληρο το μετοχικό κεφάλαιο των τελευταίων. · Στις 29/4/15 οι Ενάγοντες από το ένα μέρος, εκπροσωπούμενοι από τον Ενόρκως Δηλούντα, και οι Εναγόμενοι 1 και 2 από το άλλο μέρος συνήψαν γραπτή Συμφωνία με βάση την οποία οι Εναγόμενοι 1 και 2 ανέλαβαν την υποχρέωση να πωλήσουν και να μεταβιβάσουν στους Ενάγοντες αριθμό μετοχών των Εναγομένων συνολικής αξίας €450.
- · Κατά το χρόνο υπογραφής της Συμφωνίας ο Εναγόμενος 1 ήταν ο αποκλειστικός εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του συνόλου του μετοχικού κεφαλαίου αμφοτέρων των Εναγομένων 2 και
- · Κατά τον ίδιο χρόνο η Εναγόμενη 3 ήταν η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια των XX1/XXX4 μεριδίων του ακινήτου με αρ. εγγραφής 7/XXX στην Αραδίππου, καθώς επίσης και ιδιοκτήτρια του όλου άλλων τριών ακινήτων με αριθμούς εγγραφής 7/XX, 7/XX και 7/XXX για τα οποία αιτήθηκε και εξασφάλισε για σκοπούς ενιαίας ανάπτυξης τους πολεοδομική άδεια και άδεια οικοδομής. · Κατά το χρόνο υπογραφής της Συμφωνίας όλα τα πιο πάνω αναφερόμενα ακίνητα η Εναγόμενη 3 τα είχε υποθηκευμένα προς όφελος της Τράπεζας Κύπρου για την εξασφάλιση δανείων που είχε λάβει από την εν λόγω Τράπεζα, το ύψος των οποίων ανήρχετο τότε στο ποσό των €4.600.000,
- · Το ακίνητο με αρ. εγγραφής 7/XXX, Φ/Σχ. 40/5XX1, Τεμ.XXX, που βρίσκεται στο Δήμο Αραδίππου της επαρχίας Λάρνακας ήταν εγγεγραμμένο κατά XX1/XXX4 μερίδια στο όνομα της Εναγόμενης 3 και τα υπόλοιπα 433/1004 στο όνομα κάποιας Θεοπίστης Μάρκου. Και οι δύο αυτοί συνιδιοκτήτες του ακινήτου υπέγραψαν συμφωνία διαχωρισμού και διανομής του σε ξεχωριστούς τίτλους ιδιοκτησίας, την οποία επισύναψαν στην επίδικη Συμφωνία. · Μέρος της πιο πάνω αναφερόμενης ανάπτυξης ήταν μια αποθήκη με το όνομα «Ελευθερία», που κατά την υπογραφή της Συμφωνίας ήταν ολοκληρωμένη κατασκευαστικά και προορίζετο να χρησιμοποιηθεί από την Εναγόμενη 2 για την άσκηση των εργασιών φυσικής/ηλεκτρονικής φύλαξης εγγράφων. · Η Εναγόμενη 2 είχε υπογράψει συμφωνία διαχείρισης (Franchise) με την Reisswolf International Ltd για την αποκλειστική χρήση του εμπορικού σήματος Reisswolf και του συστήματος Reisswolf φυσικής ηλεκτρονικής φύλαξης εγγράφων εντός της Κύπρου. · Κατά την υπογραφή της Συμφωνίας η Εναγόμενη 2 ήταν έτοιμη να αρχίσει εργασίες στο αναφερόμενο κτίριο «Ελευθερία» στους τομείς φύλαξης και διατήρησης εγγράφων. · Ο Εναγόμενος 1 κατά τον ίδιο χρόνο ενδιαφέρετο να μεταβιβάσει σε επενδυτές μέρος του μετοχικού κεφαλαίου που κατείχε στην Εναγόμενη
- · Κατά το χρόνο υπογραφής της Συμφωνίας η Εναγόμενη 3 είχε αναθέσει στην ετ. KPMG την αναδιοργάνωση των εργασιών τους δια της μεταβίβασης του τομέα φυσικής/ηλεκτρονικής φύλαξης εγγράφων στην Εναγόμενη 2 και λόγω αυτής της διαδικασίας αναδιοργάνωσης δεν ήταν δυνατόν με την υπογραφή της Συμφωνίας να μεταβιβάσει επ΄ονόματι των Εναγόντων το μετοχικό κεφάλαιο που οι τελευταίοι είχαν συμφωνήσει να αγοράσει. · Επιστρέφοντας στην επίδικη Συμφωνία αυτή διελάμβανε ότι το κτίριο «Ελευθερία», ο εξοπλισμός του, τα δικαιώματα της συμφωνίας χρησικτησίας με την Reisswolf και η εμπορική εύνοια της που προκύπτει από αυτή, συμφωνήθηκε ότι είχαν συνολική αξία €8.300.000,00 η οποία και συνιστούσε τη συνολική αξία της Εναγόμενης
- · Η ιδιοκτησία του κτιρίου «Ελευθερία» που μεταβιβάζετο στην Εναγόμενη 2 θα ήταν ελεύθερη από οποιαδήποτε υποθήκη. · Ο Εναγόμενος 1, ως ο μόνος Διευθυντής και ιδιοκτήτης της Εναγόμενης 3, αναλάμβανε να προβεί σε όλες τις ενέργειες για να μεταβιβαστεί επ΄ ονόματι της Εναγόμενης 2 η ιδιοκτησία του κτιρίου «Ελευθερία». · Ο Εναγόμενος 1 θα προέβαινε σε όλες τις αναγκαίες προσπάθειες μέσω της μεταβίβασης μετοχικού κεφαλαίου της Εναγόμενης 2 ώστε ο τίτλος που θα μεταβιβάζετο στο όνομα της να είναι ελεύθερος από οποιαδήποτε υποθήκη. · Ως αντάλλαγμα για τη μεταβίβαση αριθμού μετοχών συνολικής αξίας €450.000 της Εναγόμενης 2 καθορίστηκε στη Συμφωνία όπως οι Ενάγοντες καταβάλουν στον Εναγόμενο 1 το ποσό των €300.000 ως ακολούθως: (α) €100.000 με την υπογραφή της Συμφωνίας, και (β) το υπόλοιπο των €200.000 εντός 15 ημερών από την υπογραφή της Συμφωνίας. · Οι Ενάγοντες συμφώνησαν να παρέχουν για 12 μήνες συμβουλευτικές υπηρεσίες προς τον Εναγόμενο 1 για τον αποδοτικότερο τρόπο ανάπτυξης των εργασιών της Εναγόμενης 2 διαθέτοντας μηνιαίως τουλάχιστον 6 καθαρές ώρες ωφέλιμου χρόνου του Διευθύνοντα Συμβούλου τους, ενόρκως δηλούντα, έναντι του ποσού των €600 μηνιαίως ως αποζημίωση. · Ο Εναγόμενος 1 συμφώνησε να καταβάλλει συγκεκριμένα ποσοστά από τα εισοδήματα που θα λάμβανε από μελλοντικούς πελάτες φυσικής φύλαξης εγγράφων της Εναγόμενης 2 οι οποίοι θα σύναπταν συμφωνία με αυτή λόγω της εισήγησης των Εναγόντων. · Ο Εναγόμενος 1 υποχρεούτο όπως προβεί σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες ώστε η αναδιοργάνωση της Εναγόμενης 3 να ολοκληρώνετο το συντομότερο δυνατόν για να καταστεί δυνατή η μεταβίβαση των μετοχών της Εναγόμενης 2 επ΄ονόματι των Εναγόντων. · Ο Εναγόμενος 1 και η Εναγόμενοι 2 δεσμεύτηκαν όπως χρησιμοποιήσουν το ποσό των €300.000 που θα καταβάλλετο από τους Ενάγοντες για την κάλυψη του κεφαλαίου κίνησης και απόκτησης εξοπλισμού για την Εναγόμενη 2 ώστε αυτή να άρχιζε εργασίες το συντομότερο δυνατό και όχι αργότερα από την 1/7/
- · Οι Εναγόμενοι κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων που είχαν με τους Ενάγοντες για τη συνομολόγηση της Συμφωνίας τους παρουσίασαν μελέτη βιωσιμότητας σύμφωνα με την οποία η Επιχείρηση αναμένετο να έχει συνολικά κέρδη €16.039,330 και, συνεπώς, θα αναλογούσε στους Ενάγοντες το ποσό των €1.377.
- Η εν λόγω Μελέτη ήτο καθοριστική για να πειστούν οι Ενάγοντες να προχωρήσουν στη σύναψη της Συμφωνίας. · Παρά το γεγονός ότι οι Ενάγοντες είχαν εκπληρώσει τις δικές τους υποχρεώσεις με βάση τη Συμφωνία, οι Εναγόμενοι μέχρι και τον Σεπτέμβριο του 2016, δηλ. 17 μήνες από την ημέρα υπογραφής της Συμφωνίας δεν είχαν τηρήσει διάφορους ουσιώδεις όρους αυτής. Συγκεκριμένα: i. Παρέλειψαν να προωθήσουν τη διαδικασία αναδιοργάνωσης της Εναγόμενης 3 καθώς και να προβούν στις αναγκαίες ενέργειες ώστε να μεταβιβαστεί επ΄ονόματι της Εναγόμενης 2 το κτήριο Ελευθερία ii. Παρέλειψαν να μεταβιβάσουν επ΄ονόματι των Εναγόντων τις μετοχές που συμφώνησαν. iii. Παρέλειπαν να πληρώνουν τακτικά και/ή καθόλου στους Ενάγοντες τα ποσά που συμφώνησαν να τους καταβάλλουν. iv. Παρέλειψαν να προβούν στις δέουσες ενέργειες για την ανάπτυξη των εργασιών της Εναγόμενης 2 και, αντί αυτού, αναλώθηκαν μόνο στην προσέλκυση και άλλων επενδυτών στην επιχείρηση. · Μετά την επίδοση στις Εναγόμενες 1 & 2 επιστολών από τους δικηγόρους των Εναγόντων με προειδοποίηση για τερματισμό της Συμφωνίας τις πληροφόρησαν ότι η μεταβίβαση των μετοχών της Εναγόμενης 2 επ΄ονόματι των Εναγόντων ολοκληρώθηκε στις 22/9/
- · Ωστόσο η μεταβίβαση των μετοχών χωρίς τη μεταβίβαση στους Ενάγοντες του κτηρίου Ελευθερία και χωρίς την ανάπτυξη της επιχείρησης ήταν ουσιαστικά άνευ αξίας και δεν συνιστούσε εκπλήρωση των συμβατικών τους υποχρεώσεων. · Κατά την ημέρα μεταβίβασης των μετοχών, 5 μήνες μετά την προθεσμία που όριζε η Συμφωνία, οι Εναγόμενοι δεν είχαν προωθήσει οποιαδήποτε αναδιοργάνωση της Εναγόμενης 3 και δεν είχαν προβεί σε οποιοδήποτε ουσιαστικό διάβημα για να γίνει κατορθωτή αρχικά η μεταβίβαση των συμφωνηθέντων μεριδίων του πιο πάνω κτήματος από την Εναγόμενη 3 στην Εναγόμενη 2 και στη συνέχεια η έκδοση ξεχωριστού τίτλου ιδιοκτησίας του κτηρίου. · Ακολούθησε η αποστολή επιστολών ημερ. 13/10/16 των δικηγόρων των Εναγόντων προς τις Εναγόμενες 1 και 2 με την οποία τερματίζετο η Συμφωνία. Εν συνεχεία έγιναν διάφορες συναντήσεις και διαπραγματεύσεις μεταξύ των μερών όπου συζητείτο και το ενδεχόμενο για σύναψη Συμπληρωματικής Συμφωνίας. Λόγω δε της παρελκυστικής στάσης των Εναγομένων, οι Ενάγοντες στις 23/3/17 με επιστολές τους σε αυτούς τους υπενθύμιζαν ότι η Συμφωνία είχε τερματιστεί. · Κατόπιν νέων επαφών και διαπραγματεύσεων συνήφθη στις 6/11/17 Συμπληρωματική Συμφωνία δυνάμει της οποίας υιοθετήθηκε η Συμφωνία και επιπλέον συμφωνήθηκε όπως οι Εναγόμενες 1 & 2 μεταβιβάσουν μέχρι την 7/11/17 στους Ενάγοντες 190 πρόσθετες μετοχές σε αντάλλαγμα χρέους τους προς τον ενόρκως δηλών ύψους €114.
- Επίσης οι Εναγόμενοι 1 και 3 να μεταβιβάσουν μέχρι την 7/11/17 στο όνομα της Εναγόμενης 2 το μέρος του κτήματος που αντιστοιχούσε στο κτήριο Ελευθερία και, εντός ευλόγου χρόνου από την μεταβίβαση, να προβούν στις αναγκαίες διαδικασίες για εξασφάλιση ξεχωριστού τίτλου ιδιοκτησίας επ΄ονόματι της Εναγόμενης
- Σε περίπτωση κατά την οποία δεν ήθελαν μεταβιβαστεί στους Ενάγοντες οι πιο πάνω αναφερόμενες μετοχές καθώς και το πιο πάνω αναφερόμενο ακίνητο στην Εναγόμενη 2 μέχρι την 7/11/17, η μεταβίβαση αμφοτέρων θα παρατείνετο μέχρι την 15/3/18 νοουμένου ότι ο Εναγόμενος 1 θα εξέδιδε προσωπική του επιταγή με ανοικτή ημερομηνία για ποσό €52.341 την οποία θα παρέδιδε στον ενόρκως δηλούντα. · Επειδή οι Εναγόμενοι δεν κατάφεραν να μεταβιβάσουν στην Εναγόμενη 2 το αναφερόμενο ακίνητο και στους Ενάγοντες τις αναφερόμενες μετοχές μέχρι την 7/11/17, ο Εναγόμενος 1 εξέδωσε και παρέδωσε την επιταγή των €52.341,00 που συμφωνήθηκε με αποτέλεσμα να παραταθεί με βάση την Συμπληρωματική Συμφωνία ο χρόνος εκπλήρωσης των συγκεκριμένων υποχρεώσεων των Εναγομένων μέχρι την 15/3/
- · Πλην όμως παρήλθεν και η 15/3/18 χωρίς οι Εναγόμενοι να εκπληρώσουν οποιαδήποτε από τις υποχρεώσεις που ανέλαβαν έναντι των Εναγόντων δυνάμει της Συμφωνίας και της Συμπληρωματικής Συμφωνίας. · Ένεκα της πιο πάνω συμπεριφοράς οι Συμφωνίες τερματίστηκαν από τους Ενάγοντες. Συνεπεία δε της διάρρηξης της Συμφωνίας οι Ενάγοντες υφίστανται ζημιές για ποσό €499.865,00, το οποίο αντιστοιχεί στην συμφωνηθείσα αξία των μετοχών της Εναγόμενης 2 τις οποίες η τελευταία ανέλαβε την υποχρέωση να μεταβιβάσει στους Ενάγοντες σε συνδυασμό με τις παράλληλες υποχρεώσεις των Εναγομένων 1 και 3 για να μεταβιβάσουν το κτήριο Ελευθερία στην Εναγόμενη 2, στο φορέα δηλαδή της Επιχείρησης. Επιπλέον απώλεσαν διαφυγόντα κέρδη, από αυτά που λογικά αναμένετο να πραγματοποιήσει η Επιχείρηση και στην οποία επένδυσαν ένα σεβαστό ποσό. · Πολύ σύντομα οι Εναγόμενοι, οι οποίοι, ήδη έχουν μη εξυπηρετούμενα δάνεια πολύ μεγάλων ποσών θα οδηγηθούν σε χρεοκοπία. Υπό τις περιστάσεις αυτές υπάρχει μεγάλος κίνδυνος η Τράπεζα να προχωρήσει σε πώληση των ακινήτων της Εναγόμενης 3, πράγμα που θα καταστήσει αδύνατη την ικανοποίηση τυχόν απόφασης υπέρ των Εναγόντων στην αγωγή, αφού οι άλλοι δύο Εναγόμενοι δεν έχουν πόρους ή/και περιουσία για να την ικανοποιήσουν. Η αξία του ακινήτου με αρ. εγγραφής 7/387 εναντίον του οποίου οι Ενάγοντες αιτούνται το Διάταγμα είναι ανάλογη με την κλίμακα της αγωγής. Σε μια τέτοια περίπτωση, η οποία είναι πολύ πιθανόν να λάβει χώραν στο άμεσο μέλλον, οι Ενάγοντες θα μείνουν εκτεθειμένοι και θα είναι πολύ δύσκολο ή ακόμα και αδύνατον να ικανοποιήσουν τυχόν απόφαση που θα εκδοθεί υπέρ τους στην παρούσα αγωγή. Ένσταση Στην Αίτηση κατεχωρήθη Ένσταση στην οποία ως λόγοι Ένστασης εξειδικεύθηκαν οι ακόλουθοι: ▬ Οι Αιτητές δεν προσφέρουν στοιχεία δυνάμει των οποίων το Δικαστήριο να δύναται να εκδώσει το αιτούμενο Διάταγμα. ▬ Δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/
- ▬ Δεν υπάρχει το στοιχείο του κατεπείγοντος. ▬ Η Αίτηση βασίζεται σε αόριστους και αβάσιμους ισχυρισμούς και έγινε καταχρηστικά και για εκδικητικούς λόγους. ▬ Υπάρχει αδικαιολόγητη καθυστέρηση εις την καταχώριση της αίτησης για έκδοση προσωρινού Διατάγματος. ▬ Δεν πληρούνται οι τυπικές αλλά και ουσιαστικές προϋποθέσεις για την έκδοση προσωρινού διατάγματος. ▬ Οι Αιτητές δεν προσφέρουν μαρτυρία για την αξία του επίδικου ακινήτου το οποίο με την αίτησή τους ζητούν να μην αποξενωθεί και το Δικαστήριο δεν μπορεί να ασκήσει τη δικαιοδοτική του κρίση. Ένορκη Δήλωση Ένστασης Η Ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 1 στην οποία αναφέρονται, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα ακόλουθα: ð Στις 29/4/15 υπεγράφη μεταξύ των Εναγόντων, του Εναγόμενου 1 και της Εναγόμενης 2 Συμφωνία δια της οποίας οι Ενάγοντες αγόρασαν μετοχές της Εναγόμενης
- ð Οι Ενάγοντες αγόρασαν μετοχές της Εναγομένης 2 αξίας €450,000, καταβάλλοντας το χρηματικό ποσόν των €300.
- ð Από την υπογραφή της Συμφωνίας, ήταν καλά γνωστό στους Ενάγοντες πως τα επίδικα ακίνητα τα οποία άνηκαν στην Εναγομένη 3, ήταν υποθηκευμένα προς όφελος της Τράπεζας Κύπρου για αυτό το λόγο άλλωστε έγινε σχετική ρητή αναφορά στη Συμφωνία για την ύπαρξη της υποθήκης. ð Δυνάμει της μεταξύ των διαδίκων Συμφωνίας, ο Εναγόμενος 1 και η Εναγόμενη 2, χρησιμοποίησαν το ποσόν των €300.000 που καταβλήθηκε από τους Ενάγοντες, δια την κάλυψη κεφαλαίου κίνησης και απόκτησης εξοπλισμού, για να είναι σε θέση η Εναγόμενη 2 να αρχίσει τις εργασίες της. ð Πέραν της μεταβίβασης των μετοχών της Εναγομένης 2 προς τους Ενάγοντες, ο Εναγόμενος 1, ως ο Διευθυντής και ιδιοκτήτης της Εναγομένης 3, συμφώνησε να προβεί σε όλες τις ενέργειες για τη μεταβίβαση του κτηρίου ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, από την Εναγόμενη 3 στην Εναγόμενη
- ð Περαιτέρω, ο Εναγόμενος 1 δυνάμει της ρηθείσας Συμφωνίας όφειλε να καταβάλει όλες τις αναγκαίες προσπάθειες ούτως ώστε να μεταβιβάσει το κτήριο ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, στην Εναγόμενη 2 με απάλειψη της υποθήκης ή αν αυτό δεν ήταν δυνατό, η υποθήκη να μην υπερέβαινε το ποσόν των €2.000.
- Η αναφορά δε του ποσού των €2.000.000 ουδόλως τυχαία είναι. Τούτο διότι με την υπογραφή της επίδικης Συμφωνίας με τους Ενάγοντες: i. Υπήρχε ήδη συμφωνία μεταξύ της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ και της Εναγόμενης 3, για την πώληση μέρους της περιουσίας της ούτως ώστε να μειωθεί το δάνειο της από τα €4.600.000 στα €2.000.
- ii. Υπήρχε ήδη συμφωνία με την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Λτδ και την Εναγόμενη 3 για την μεταβίβαση ή και εκχώρηση των υποχρεώσεων της Εναγομένης 3 προς την Εναγομένη 2, με την ταυτόχρονη μεταβίβαση του κτηρίου Ελευθερία από την Εναγομένη 3 στην Εναγομένη
- iii. ΠΟΥΘΕΝΑ, στην μεταξύ τους Συμφωνία δεν καθορίστηκε ο χρόvoς εντός του οποίου έπρεπε να γίνει η μεταβίβαση του κτηρίου Ελευθερία από την Εναγομένη 3 στην Εναγομένη 2, και ο λόγος που δεν καθορίστηκε είναι διότι η διαπραγμάτευση με την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, η οποία είχε και έχει υποθήκη επί της ακίνητης ιδιοκτησίας της Εναγομένης 3, δεν ήταν θέμα το οποίο μπορούσε να διευθετηθεί σύντομα ή εντός προβλέψιμου χρονικού διαστήματος. Αντιθέτως, όμως, καθορίστηκε πως η μεταβίβαση των μετοχών της Εναγομένης 2 προς τους Ενάγοντες έπρεπε να γίνει εντός 12 μηνών από την υπογραφή της Συμφωνίας. ð Επειδή ήταν γνωστή προς τους Ενάγοντες η καθυστέρηση στην μεταβίβαση των μετοχών της Εναγόμενης 2 προς αυτούς, ο Εναγόμενος 1 για εξασφάλιση των δικαιωμάτων των Εναγόντων παραχώρησε ενεχυρίαση των μετοχών της Εναγομένης 3 προς όφελος των Εναγόντων. ð Η μεταβίβαση των μετοχών της Εναγομένης 2 προς τους Ενάγοντες, έπρεπε να γίνει εντός 12 μηνών από την υπογραφή της αρχικής Συμφωνίας, ήτοι μέχρι την 29/4/
- ð Πράγματι υπήρχε καθυστέρηση στη μεταβίβαση των μετοχών της Εναγομένης 2 προς τους Ενάγοντες, αλλά αυτή έγινε την 22/9/16, ως προέβλεπε η μεταξύ των διαδίκων Συμφωνία και αφού οι Ενάγοντες με την επιστολή τους ημ. 30/9/16 παρέτειναν τον χρόνο μεταβίβασης των μετοχών. Η μεταβίβαση των μετοχών έγινε ταυτόχρονα, όταν έγινε και η μεταβίβαση μέρους της περιουσία της Εναγομένης 3 προς την Τράπεζα Κύπρου, για την μείωση του χρέους της προς αυτήν. Συγκεκριμένα η Εναγόμενη 3 πώλησε ή και μεταβίβασε μέρος του κτηρίου Στέλιος προς την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, με αποτέλεσμα το χρέος της Εναγομένης 3 να μειωθεί από τα €4.600.000 στα €2.000.
- ð Σε κάθε περίπτωση δε, προέβηκε σε όλα τα αναγκαία μέτρα για την αναδιοργάνωση των δανείων της Εναγομένης 3: i. Πριν ακόμα της υπογραφής της επίδικης Συμφωνίας μεταξύ των Εναγόντων, του ενόρκως δηλούντα και της Εναγομένης 2, είχαν συμφωνήσει με την Τράπεζα Κύπρου για την μείωση του δανεισμού της Εναγομένης
- Συγκεκριμένα, η Τράπεζα Κύπρου, αγόρασε μέρος του κτηρίου Στέλιος κατά τον Σεπτέμβριο του 2016, που άνηκε κατά κυριότητα στην Εναγόμενη 3, με αποτέλεσμα το δάνειο της Εναγόμενης 3 να μειωθεί στα €2.000.
- ii. Περαιτέρω, το θέμα μεταβίβασης του κτηρίου Ελευθερία και της εκχώρησης του δανείου από τους Εναγομένους 3 προς τους Εναγομένους 2, ήταν απλά διαδικαστικό και θέμα το οποίο θα διευθετείτο σύντομα. ð Περαιτέρω, οι ίδιοι οι Ενάγοντες από την υπογραφή της επίδικης Συμφωνίας ή και των μετέπειτα Συμφωνιών, επέδειξαν αντιφατική συμπεριφορά με αποτέλεσμα η παρούσα Αίτησή τους, δια της οποίας εξαιτούνται την προσωρινή προστασία του Σεβαστού Δικαστηρίου, να είναι τουλάχιστον καταχρηστική. Συγκεκριμένα: i. Τερμάτισαν την αρχική Συμφωνία 4 φορές, την 13/10/16, την 23/3/17 την 23/3/18 και την 29/3/
- ii. Αν και τερμάτισαν την αρχική συμφωνία ημερομηνίας 29/4/15, με επιστολή τους ημερομηνίας 13/10/16 και μετέπειτα με επιστολή τους ημ. 23/3/17, στη συνέχεια υπέγραψαν νέα Συμφωνία με τον ενόρκως δηλούντα και τους Εναγομένους 2, με την οποία υιοθέτησαν την αρχική Συμφωνία. Ακρόαση Αίτησης Κατά την ακρόαση της Αίτησης και, αφού προηγήθηκε η μερική έγκριση από το Δικαστήριο του αιτήματος των Αιτητών, αντεξετάστηκε ο XXXXX Ελευθερίου, ενόρκως δηλών στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Ένσταση. Από την αντεξέταση του προέκυψαν τα ακόλουθα: Ü Η Συμφωνία που υπεγράφη στις 6/11/17 ήταν νέα Συμφωνία η οποία δεν καταργούσε την προηγούμενη και αφορούσε την αγορά από τους Ενάγοντες νέων μετοχών της Εναγόμενης 2 -190 μετοχών πέραν των αρχικών - σε μειωμένη τιμή. Ü Το άλλο που συμφωνήθηκε ήταν όπως γίνει μεταβίβαση του κτηρίου Ελευθερία από την Εναγόμενη 3 στην Εναγόμενη 2 σε καθορισμένα χρονοδιαγράμματα. Για το θέμα αυτό είχε ζητηθεί παράταση τριών μηνών. Δεν εξασφαλίστηκε γραπτή παράταση αλλά προφορική. Αρνήθηκε ότι απλώς ζητήθηκε παράταση και δεν τους δόθηκε. Ü Στην αρχική Συμφωνία δεν υπήρχε χρονοδιάγραμμα για τη μεταβίβαση των κτιρίων. Στο πλαίσιο της Συμφωνίας αυτής θα έπρεπε να καταβληθεί από τους Ενάγοντες ποσό €300.000 και η υποχρέωση ήταν να μεταβιβαστεί σε αυτούς συγκεκριμένος αριθμός μετοχών σε συγκεκριμένη ημερομηνία, όπως και έγινε. Ü Δεν μεταβιβάστηκαν οι πρόσθετες 190 μετοχές γιατί ο κ. Παλαόντας είχε δώσει ένα κεφάλαιο πέραν εκείνων που είχε δώσει για την αγορά των αρχικών μετοχών με επιλογή είτε να του επιστραφεί το συγκεκριμένο κεφάλαιο, είτε να αγοράσει πρόσθετες μετοχές με 50% έκπτωση. Καταβλήθηκε δε σε αυτόν ποσό € 53.000 μέσω επιταγής που είχε στα χέρια του την οποία κατέθεσε και αυτή τιμήθηκε. Ü Αρνήθηκε ότι χωρίς τη μεταβίβαση του κτιρίου Ελευθερία η αξία των μετοχών που πώλησαν στους Ενάγοντες ήταν πολύ υποδεέστερη. Επεσήμανε ότι υπάρχει Συμφωνία μεταξύ της Εναγόμενης 3 και της Εναγόμενης 2 για μεταβίβαση του ακινήτου και ότι όλοι, συμπεριλαμβανομένου του ιδίου, επιθυμούν να γίνει η μεταβίβαση αυτή. Νομική Πτυχή Προτού προχωρήσω να εξετάσω τα ζητήματα που έχουν εγερθεί και για τα οποία οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων έχουν αναφερθεί με εμπεριστατωμένο και άκρως βοηθητικό τρόπο για το Δικαστήριο τόσο στις γραπτές όσο και προφορικές αγορεύσεις τους θεωρώ κατάλληλο στάδιο να συνοψίσω τη νομική πτυχή που διέπει Αιτήσεις για Προσωρινά Διατάγματα. Το ουσιαστικό Δίκαιο για την έκδοση συντηρητικών Διαταγμάτων παρέχεται στο Άρθρο 32 του Νόμου 14/60, ενώ η δικονομία για τέτοια διατάγματα προσδιορίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο και Κανονισμούς[1]. Το Άρθρο αυτό παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων Διαταγμάτων.[2] Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που το Άρθρο αυτό καθορίζει ότι πρέπει να συντρέχουν για να έχει το Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα που θα έκρινε δίκαια ή πρόσφορα είναι οι εξής: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση (β) η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία (γ) το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η πρώτη προϋπόθεση για την ύπαρξη του σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη έχει ερμηνευθεί ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση (arguable case) με βάση τα δικόγραφα. Η προϋπόθεση ύπαρξης πιθανότητας ο Ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία επεξηγήθηκε ότι αναφέρεται στην απόδειξη ύπαρξης κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που είναι το μέτρο και/ή βαθμός απόδειξης που απαιτείται στις αστικές υποθέσεις. Η «πιθανότητα» στα πλαίσια της επιφύλαξης του Άρθρου 32
(1)απαιτεί από τον Αιτητή μόνο να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, δηλαδή ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, αυτή εξετάζεται κάτω από το ερώτημα κατά πόσο η επιδίκαση αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Δηλαδή αν η επιδίκαση των αποζημιώσεων υπέρ του ενάγοντα στο τελικό στάδιο της υπόθεσης είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του, τότε η έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Τα δύο πρώτα κριτήρια και προϋποθέσεις, είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετα, ιδιαίτερα στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σ΄αυτό το ενδιάμεσο στάδιο όπου τα δικόγραφα εξετάζονται μαζί με το αποδεικτικό υλικό που εμπεριέχεται στις ενόρκους δηλώσεις και της μαρτυρίας που προκύπτει από την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Μπορεί να λεχθεί ότι στην εξέταση της πρώτης προϋπόθεσης η βάση της αίτησης έχει άμεση σχέση με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης, ενώ η δεύτερη προχωρεί και στην εξέταση της προσφερόμενης μαρτυρίας για την πραγματική θεμελίωση της αίτησης. Επιπρόσθετα με τις πιο πάνω τρεις προϋποθέσεις το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει ή διατηρήσει το διάταγμα[3]. Το πραγματικό υπόβαθρο της Αίτησης πρέπει να διακριβούται μέσα από τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις τηρούμενης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στο στάδιο όμως αυτό το Δικαστήριο δεν αναμένεται να αξιολογήσει τη μαρτυρία που τίθεται ενώπιον του και πρέπει να αποφεύγει τη διεξοδική διευκρίνιση και εξέταση επίδικων θεμάτων της αγωγής. Σ΄ αυτό το στάδιο το Δικαστήριο καλείται μόνο να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 32 του Νόμου 14/60 όπως αναφέρθηκαν ανωτέρω. Για να αποδειχθούν δε οι τρεις αυτές προϋποθέσεις, ο αιτητής πρέπει να παραθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το υπόβαθρο της μαρτυρίας (the substratum of evidence), η οποία θα χρειαστεί σκοπό μόνο να δικαιολογήσει την έκδοση παρεμπίπτοντος Διατάγματος[4]. Ωστόσο, τονίζω ότι σε ενδιάμεσες αιτήσεις, όπως η παρούσα, τα θέματα δεν αποφασίζονται τελεσίδικα από το Δικαστήριο το οποίο θα πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε τελικά συμπεράσματα ως προς το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης[5]. Εκτός από το Άρθρο 32 του Ν.14/60 η Αίτηση βασίζεται και στο Άρθρο 5 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6. Σύμφωνα με το Άρθρο 5
(1)του Κεφ.6 το Δικαστήριο δύναται να διατάξει τον Εναγόμενο όπως μη αποξενώσει τόση από την ακίνητη περιουσία η οποία είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του όση, κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου θα ήταν αρκετή για να ικανοποιήσει την απαίτηση του Ενάγοντα και τα έξοδα της Αγωγής. Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου τα κριτήρια και οι προϋποθέσεις που περιέχονται τόσο στο Άρθρο 4 όσο και στο Άρθρο 5 του Κεφ.6 δεν μπορούν να εξετάζονται ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του Άρθρου 32 του Νόμου 14/60. Απλώς τα άρθρα αυτά κάμνουν ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται. Δεν αφαιρούν τίποτε από τις πρόνοιες του Άρθρου 32 του Νόμου 14/60 που προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπίπτοντων διαταγμάτων[6]. Επομένως, όταν το Δικαστήριο επιλαμβάνεται αιτήσεων που βασίζονται και στα δύο άρθρα θα εφαρμόσει τόσο τις γενικές προϋποθέσεις σύμφωνα με το Άρθρο 32 του Ν.14/60 αλλά και τα ειδικότερα κριτήρια ή περιορισμούς που τίθενται από το Άρθρο 5 του Κεφ. 6 στο βαθμό ή μέτρο που αυτά διαφοροποιούνται[7]. Το δικαιοδοτικό πλαίσιο του Άρθρου 5 του Κεφ. 6 αφορά δέσμευση ακινήτου περιουσίας του εναγομένου προς το σκοπό ικανοποίησης απόφασης την οποία ήθελε πετύχει ο ενάγοντας και ρυθμίζει το θέμα της απαγόρευσης με παρεμπίπτον διάταγμα της πώλησης ή αποξένωσης της ακίνητης περιουσίας του εναγομένου εφόσον η απαίτηση του ενάγοντα αναφέρεται σε χρέος ή αποζημιώσεις. Τα κριτήρια και οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για να εκδοθεί διάταγμα με βάση το Άρθρο 5 εκτίθενται στην παράγρ. 2 του Άρθρου και είναι τα εξής:- (Ι) Ο ενάγων να έχει καλή βάση αγωγής (ΙΙ) Με την πώληση ή μεταβίβαση της περιουσίας σε τρίτο πρόσωπο να είναι πιθανόν ο ενάγων να εμποδιστεί στην ικανοποίηση απόφασης που ενδεχόμενα να εκδοθεί υπέρ του. Σε σχέση με την προϋπόθεση της ύπαρξης καλής βάσης αγωγής στην υπόθεση Τσιολάκκη ν. Στυλιανίδη
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 782 αποσαφηνίστηκε ότι ο όρος αυτός που προσδιορίζει βάσει του Άρθρου 5 του Κεφ. 6 το βάσιμο της αγωγής για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος αναφορικά με ακίνητο που δεν αποτελεί επίδικο θέμα της αγωγής έχει την ίδια έννοια με τον όρο «σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση» που τίθεται στο Άρθρο 32 του Ν.14/
- Και στις δύο περιπτώσεις είναι αναγκαία η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης ως προϋπόθεση για έκδοση συντηρητικού διατάγματος. Όσον αφορά το δεύτερο κριτήριο που πρέπει να πληρείται με βάση το Άρθρο 5 του Κεφ. 6 έχει νομολογηθεί ότι αυτό αντιστοιχεί προς την τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Ν.14/
- Από το λεκτικό του Άρθρου 5 του Κεφ. 6 εξάγεται το συμπέρασμα ότι η ακίνητη περιουσία που σκοπείται να δεσμευτεί δεν πρέπει να είναι δυσανάλογη με την απαίτηση και τα έξοδα. Από το γεγονός αυτό συνάγεται ότι ο ενάγων πρέπει να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία για το ακίνητο για το οποίο ζητεί τη δέσμευση και την κατά προσέγγιση αξία του ώστε να συσχετισθεί με το ύψος της απαίτησης του ενάγοντα. Ο ενάγων σχετικά με τις δύο άνω προϋποθέσεις θα πρέπει να προσφέρει μαρτυρία και στοιχεία αναφορικά με την οικονομική κατάσταση του εναγομένου, τη φύση και την αξία, της ακίνητης περιουσίας τη δέσμευση της οποίας επιζητεί όσο και την ενδεχόμενη ύπαρξη άλλης περιουσίας από την οποία θα μπορούσε να ικανοποιηθεί η απόφαση που ενδέχεται ο ενάγων να λάβει υπέρ του. Eφαρμογή Νομικών Αρχών στα Γεγονότα της Υπόθεσης Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω την υπό κρίση Αίτηση με βάση τις προϋποθέσεις που τίθενται στο Άρθρο 32 του Ν.14/
- Εξετάζοντας την πρώτη προϋπόθεση υπενθυμίζεται ότι, με βάση τη νομολογία, η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος αποκαλύπτεται στη βάση του καταχωρημένου δικογράφου και αφορά τη νομική θεμελίωση της αξίωσης του Ενάγοντα. Συγκεκριμένα με βάση το περιεχόμενο του Ειδικώς Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος που καταχωρήθηκε και με βάση τις θεραπείες που επιζητούνται στην παρούσα υπόθεση εγείρεται θέμα παράβασης Συμφωνίας από τους Εναγόμενους ένεκα της παράλειψης τους να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις που ανέλαβαν δυνάμει της Συμφωνίας ημερ. 29/4/15 και της Συμπληρωματικής Συμφωνίας ημερ. 6/11/17 με αποτέλεσμα οι Ενάγοντες να έχουν υποστεί ζημιές. Σε αυτή τη βάση διαπιστώνεται ότι η πρώτη προϋπόθεση πληρούται. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, επαναλαμβάνω ότι είναι αρκετό ο ενάγων να πείσει το Δικαστήριο ότι έχει κάποια σοβαρή πιθανότητα επιτυχίας. Ο Ενάγων πρέπει να αναφέρεται σε γεγονότα που θα πείθουν το Δικαστήριο ότι έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας, η δε ικανοποίηση του εξαρτάται από τη συσχέτιση της νομικής θεμελίωσης της αξίωσης με την προσφερόμενη μαρτυρία, όπως αυτή εξάγεται σ΄ αυτό το στάδιο από τις ένορκες δηλώσεις και από τυχόν προφορική μαρτυρία σε περίπτωση αντεξέτασης. Στην προκειμένη περίπτωση, κατόπιν έγκρισης από το Δικαστήριο μερικώς του αιτήματος των Εναγόντων, αντεξετάστηκε ο ενόρκως δηλούντα στην Ένσταση. Επισημαίνεται ότι σε σχέση με την δεύτερη προϋπόθεση του Άρθρου 32, η προοπτική επιτυχίας εξετάζεται σε συνάρτηση και με την αντίθετη εκδοχή. Όπως υπεδείχθη στην Απόφαση Κωνσταντίνος Λόρδος κ.ά ν. Πέτρου Σιακόλα κ.ά., Πολιτική Έφεση Αρ. Ε143/2015, Απόφαση ημερ. 23/3/17 «τηρουμένης της αρχής ότι το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία, οφείλει πάντως να προβεί σε κάποια αξιολόγηση της αποδεικτικής δύναμης της υπόθεσης εκείνου του διαδίκου ο οποίος ζητά ενδιάμεση θεραπεία.». Στην υπόθεση Σεβαστού v. Σεβαστού
(2002)1 Α.Α.Δ. 1980, ελέχθη συναφώς ότι, «κάποια πρωταρχική, έστω, αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι αναγκαία για να μπορεί το δικαστήριο να συνεκτιμήσει την αποδεικτική δύναμη της κάθε πλευράς. Έστω στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σε αυτό το στάδιο.» Στην παρούσα υπόθεση είναι παραδεκτός ο καταρτισμός μεταξύ των Εναγόντων, από τη μια πλευρά, και των Εναγόμενων 1 και 2 με εγγυήτρια την Εναγόμενη 3, από την άλλη πλευρά, της Συμφωνίας ημερ. 29/4/
- (Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση Χρ. Παλαόντα). Δεν αμφισβητήθηκε δε ότι αντικείμενο της εν λόγω Συμφωνίας ήταν η μεταβίβαση των μετοχών της Εναγόμενης 2, αξίας €450.000, προς τους Ενάγοντες έναντι της καταβολής του ποσού των €300.000 και ότι στο πλαίσιο της εν λόγω Συμφωνίας διαλαμβάνετο ότι ο Εναγόμενος 1, ως ο μόνος Διευθυντής και ιδιοκτήτης της Εναγόμενης 3, θα προέβαινε σε όλες τις ενέργειες για τη μεταβίβαση από την Εναγόμενη 3 στην Εναγόμενη 2 του κτηρίου ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ το οποίο θα χρησιμοποιείτο από την Εναγόμενη 2 για την άσκηση των εργασιών φυσικής/ηλεκτρονικής φύλαξης εγγράφων. Στην εν λόγω Συμφωνία διαλαμβάνετο, επίσης, ότι το κτήριο ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, ο εξοπλισμός του και τα δικαιώματα χρησικτησίας με την Reisswolf International Ltd (αποκλειστική χρήση του εμπορικού ονόματος Reisswolf καθώς και του συστήματος Reisswolf που η Εναγόμενη 2 είχε φυσικής/ηλεκτρονικής φύλαξης εγγράφων) είχε συνολική αξία €8.300.000 η οποία συνιστούσε και την συνολική αξία της Εναγόμενης
- Αποτέλεσε εκδοχή των Εναγόντων ότι μέχρι και τον Σεπτέμβριο του 2016 οι Εναγόμενοι δεν είχαν τηρήσει διάφορους ουσιώδεις όρους αυτής. Συγκεκριμένα ισχυρίζονται ότι οι Εναγόμενοι: § Παρέλειψαν να προωθήσουν τη διαδικασία αναδιοργάνωσης της Εναγόμενης 3 καθώς και να προβούν στις αναγκαίες ενέργειες ώστε να μεταβιβαστεί επ΄ονόματι της Εναγόμενης 2 το κτήριο «Ελευθερία». § Παρέλειψαν να μεταβιβάσουν επ΄ονόματι των Εναγόντων τις μετοχές που συμφώνησαν. § Παρέλειπαν να πληρώνουν τακτικά και/ή καθόλου στους Ενάγοντες τα ποσά που συμφώνησαν να τους καταβάλλουν. § Παρέλειψαν να προβούν στις δέουσες ενέργειες για την ανάπτυξη των εργασιών της Εναγόμενης 2 και, αντί αυτού, αναλώθηκαν μόνο στην προσέλκυση και άλλων επενδυτών στην επιχείρηση. Από την άλλη οι Εναγόμενοι, ενώ δέχονται ότι υπήρξε καθυστέρηση στη μεταβίβαση των μετοχών της Εναγόμενης 2 προς τους Ενάγοντες εφόσον αυτή έλαβε χώρα στις 22/9/16, ισχυρίζονται ότι με επιστολή των Εναγόντων ημερ. 30/9/16 παρατάθηκε ο χρόνος μεταβίβασης των μετοχών. Με βάση την εκδοχή των Εναγομένων, λόγω του ότι ήταν γνωστή προς τους Ενάγοντες η καθυστέρηση στην μεταβίβαση των μετοχών της Εναγόμενης 2 προς αυτούς, ο Εναγόμενος 1, για εξασφάλιση των δικαιωμάτων των Εναγόντων, παραχώρησε ενεχυρίαση των μετοχών της Εναγομένης 3 προς όφελος των Εναγόντων. Προβάλλεται, επίσης, ο ισχυρισμός ότι ο Εναγόμενος 3 προέβηκε σε όλα τα αναγκαία μέτρα για την αναδιοργάνωση των δανείων της Εναγομένης 3 και ότι πουθενά, στην μεταξύ τους Συμφωνία δεν καθορίστηκε ο χρόvoς εντός του οποίου έπρεπε να γίνει η μεταβίβαση του κτηρίου «Ελευθερία» από την Εναγομένη 3 στην Εναγομένη
- Και τούτο διότι η διαπραγμάτευση με την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, η οποία είχε και έχει υποθήκη επί της ακίνητης ιδιοκτησίας της Εναγομένης 3, δεν ήταν θέμα το οποίο μπορούσε να διευθετηθεί σύντομα ή εντός προβλέψιμου χρονικού διαστήματος. Οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται, ακόμη, ότι οι ίδιοι οι Ενάγοντες από την υπογραφή της επίδικης Συμφωνίας ή και των μετέπειτα Συμφωνιών, επέδειξαν αντιφατική συμπεριφορά εφόσον τερμάτισαν την αρχική Συμφωνία 4 φορές, την 13/10/16, την 23/3/17 την 23/3/18 και την 29/3/
- Επιπλέον υποστηρίζουν ότι αν και τερμάτισαν την αρχική Συμφωνία ημερ. 29/4/15, με επιστολή τους ημερομηνίας 13/10/16 και μετέπειτα με επιστολή τους ημ. 23/3/17, στη συνέχεια υπέγραψαν νέα Συμφωνία με τον Εναγόμενο 1 και την Εναγόμενη 2, με την οποία υιοθέτησαν την αρχική Συμφωνία. Επισημαίνεται ότι η κατάρτιση της Συμπληρωματικής Συμφωνίας ημερ. 6/11/17 (Τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση Χρ. Παλαόντα) αποτελεί κοινό έδαφος. Αυτή δε αφορούσε στη μεταβίβαση προς τους Ενάγοντες επιπλέον 190 μετοχών και τη μεταβίβαση του μέρους του κτήματος που αντιστοιχεί στο κτήριο ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ επ΄ονόματι της Εναγόμενης 2 μέχρι τις 7/11/
- Επαναλαμβάνω. Το Δικαστήριο δεν χρειάζεται αλλά ούτε και πρέπει να εξάξει οποιοδήποτε θετικό και/ή δεσμευτικό εύρημα ως προς τα συγκρουόμενα πραγματικά γεγονότα που περιστοιχίζουν τα πιο πάνω, απλώς να διαπιστώσει ότι οι προϋποθέσεις του Άρθρου 32 ικανοποιούνται. Στην παρούσα υπόθεση με βάση τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς εγείρεται το κατά πόσο οι Εναγόμενοι παραβίασαν ή όχι την μεταξύ των διαδίκων Συμφωνία. Αποφεύγω, ωστόσο, επιμελώς να καταλήξω σε οποιοδήποτε τελικό συμπέρασμα ως προς το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης εφόσον σε μια τέτοια ενδιάμεση Αίτηση τα ζητήματα που εγείρονται δεν αποφασίζονται τελεσίδικα. Η έρευνα του Δικαστηρίου θα πρέπει να σταματά όπου επιτρέπει τη διαπίστωση ύπαρξης ή ανυπαρξίας κάποιας προοπτικής επιτυχίας. Tο ζητούμενο εν προκειμένω δεν είναι η διαμόρφωση οριστικής πεποίθησης είτε για την υπόθεση των Εναγόντων, είτε για τη βασιμότητα της Υπεράσπισης. Το ερώτημα που τίθεται είναι το εξής: με τα όσα οι Ενάγοντες έχουν θέσει υπόψη του Δικαστηρίου και λαμβανομένων υπόψη των θέσεων της άλλης πλευράς, στοιχειοθετείται ορατή πιθανότητα επιτυχίας; Πιθανότητα τέτοια που δεν είναι μια απλή πιθανότητα, αλλά πάντως με τον πήχη να βρίσκεται πιο χαμηλά από το «ισοζύγιο των πιθανοτήτων»; Επισημαίνεται, ειδικότερα, ότι το παρόν στάδιο δεν προσφέρεται για να αποφασιστεί αν υπήρξε ή όχι εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων των Εναγομένων. Εν πάση δε περιπτώσει οι ισχυρισμοί των Εναγομένων ότι δεν υπήρξε διάρρηξη της Συμφωνίας από πλευράς των Εναγομένων και ότι συμμορφώθηκαν με τις συμβατικές τους υποχρεώσεις και μεταβίβασαν τις μετοχές που όφειλαν στους Ενάγοντες ως έχουν παρατεθεί εν συνόψει ανωτέρω, δεν εξασθενίζουν, κατά την εκτίμηση μου, την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης των Εναγόντων σε βαθμό μάλιστα που να οδηγούν στη διαπίστωση μη ύπαρξης ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Όλα τα πιο πάνω κρίνω ότι είναι αρκετά για σκοπούς κατάδειξης ορατής πιθανότητας επιτυχίας και, ως εκ τούτου, πληρείται και η δεύτερη προϋπόθεση του Άρθρου
- Σε ό,τι αφορά την τρίτη προϋπόθεση του πιο πάνω Άρθρου, δηλαδή, να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του διατάγματος, ικανοποιείται όχι μόνο όταν η επιδίκαση αποζημιώσεων δεν θα ήταν επαρκής θεραπεία αλλά και στην περίπτωση όπου υπάρχει ο κίνδυνος να μην μπορέσει ο εναγόμενος να ικανοποιήσει απόφαση που ενδεχομένως ληφθεί εναντίον του. Όπως προκύπτει από τη σχετική νομολογία, η αδυναμία ή η δυσκολία απονομής πλήρους δικαιοσύνης επεκτείνεται και στο στάδιο της εκτέλεσης[8]. Ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου Α. Λοϊζου στην υπόθεση Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδης (αρ. 1)
(1992)1 Α.Α.Δ. 14 αποσαφήνισε τη δυνατότητα έκδοσης παρεμπίπτοντος διατάγματος σε σχέση με περιουσιακά στοιχεία που δεν αποτελούν αντικείμενο της αγωγής με βάση το ΄Αρθρο 32 του Νόμου 14/60. Το σχετικό κριτήριο είναι κατά πόσο, λαμβανομένου υπόψη του συνόλου της μαρτυρίας, υφίσταται βάσιμος κίνδυνος η απόφαση υπέρ του Ενάγοντα να παραμείνει ανικανοποίητη. Στο πλαίσιο εξέτασης της ικανοποίησης ή μη της πιο πάνω προϋπόθεσης θα πρέπει να επισημανθεί πως, ως προκύπτει από τη νομολογία, το κατά πόσο ο κίνδυνος αποξένωσης ή μη ικανοποίησης ενός ενάγοντα είναι υπαρκτός συνάγεται από τα ενώπιον του Δικαστηρίου γεγονότα. Εν πρώτοις να επισημάνω ότι δεν απαιτείται να καταδειχθεί πρόθεση του Εναγόμενου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που έχει σημασία είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον διαδραματισθούν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως να εκδοθεί[9]. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Τσιολάκης κ.α. v. Στυλιανίδη
(1992)1 Α.Α.Δ. 782 εκείνο που απαιτείται είναι «η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίων στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του ενάγοντος.» Στην εξέταση δε του κριτηρίου περί της πιθανότητας να παραμείνει ανικανοποίητη η δικαστική απόφαση πρώτα αποκαλύπτεται η οικονομική κατάσταση του εναγομένου και τυχόν περιουσία επ΄ ονόματι του και μετά εξετάζεται το στοιχείο της πρόθεσης του ή του κινδύνου αποξένωσης ή επιβάρυνσης τέτοιας περιουσίας. Ο κίνδυνος αποξένωσης ή επιβάρυνσης δεν μπορεί να μετρηθεί με οποιοδήποτε αντικειμενικό τρόπο χωρίς να υπάρχουν επαρκή στοιχεία περί της περιουσίας ενός εναγομένου.[10] Ποια είναι όμως τα γεγονότα εκείνα επί των οποίων οι Ενάγοντες βασίζουν τη θέση τους ότι δεν θα μπορέσει να ικανοποιήσει τυχόν εκδοθείσα υπέρ τους απόφαση σε περίπτωση που δεν εγκριθεί η υπό κρίση Αίτηση. Αυτά καταγράφονται βασικά στην παράγραφο 28 της ένορκης δήλωσης Χρ. Παλαόντα: «.από την πείρα που έχω είμαι σίγουρος ότι πολύ σύντομα οι Εναγόμενοι, οι οποίοι ήδη έχουν μη εξυπηρετούμενα δάνεια πολύ μεγάλων ποσών θα οδηγηθούν σε χρεοκοπία. Υπό τις περιστάσεις αυτές υπάρχει μεγάλος κίνδυνος η Τράπεζα να προχωρήσει σε πώληση των ακινήτων των Εναγομένων αριθμός 3, πράγμα που θα καταστήσει αδύνατη την ικανοποίηση τυχόν απόφασης υπέρ των Εναγόντων στην αγωγή, αφού οι άλλοι δύο Εναγόμενοι δεν έχουν πόρους η/και περιουσία για να την ικανοποιήσουν». Ο γενικός και αόριστος ισχυρισμός που περιέχεται στην παράγραφο 26 της ενόρκου Δηλώσεως του Χρ. Παλαόντα ότι επειδή οι Εναγόμενοι έχουν μη εξυπηρετούμενα δάνεια πολύ μεγάλων ποσών, για τα οποία δεν δίδονται οποιεσδήποτε άλλες λεπτομέρειες και/ή στοιχεία, «θα οδηγηθούν σε χρεοκοπία», σίγουρα δεν αρκεί και ούτε αποδεικνύει οτιδήποτε σε σχέση με την οικονομική τους κατάσταση. Ούτε βέβαια είναι αρκετό να προβάλλεται ο εξίσου γενικός και αόριστος ισχυρισμός ότι οι άλλοι δύο Εναγόμενοι δεν έχουν πόρους και/ή περιουσία για να ικανοποιήσουν ενδεχόμενη απόφαση υπέρ των Εναγόντων. Είναι η θέση του Δικαστηρίου ότι η πλευρά των Εναγόντων όφειλε να δώσει λεπτομέρειες και/ή στοιχεία από τα οποία να καταδεικνύεται αδυναμία από μέρους των Εναγομένων να ανταποκριθούν και να ικανοποιήσουν μια οποιαδήποτε απόφαση ήθελε εκδοθεί εναντίον τους. Από την άλλη η πλευρά των Εναγομένων αφού απορρίπτει τον ισχυρισμό περί αδυναμίας τους να ικανοποιήσουν μια οποιαδήποτε απόφαση ήθελε εκδοθεί εναντίον τους, προβάλλουν τη θέση ότι έχουν μεγάλη ακίνητη περιουσία η οποία θα μπορούσε να ικανοποιήσει την απαίτηση των Εναγόντων. Ειδικότερα δε προβάλλουν στις παραγράφους 20.5.1 και 20.5.2 της Ένορκης Δήλωσης του Εναγόμενου 1 τα ακόλουθα: «20.5.1 Επισυνάπτω επί της παρούσης σχετική έκθεση εκτίμησης της αγοραίας αξίας του κτηρίου Ελευθερία, ιδιοκτησίας των Εναγομένων 3, η οποία φέρει ημερομηνία 21/11/2017, ως Τεκμήριο Β. Ως προκύπτει από την έκθεση εκτίμησης, η συνολική αγοραία αξία ενός μόνο κτηρίου, του κτηρίου ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, ιδιοκτησίας των Εναγομένων 3, είναι € 7.950.000, 20.5.2 Επισυνάπτω μια παλαιότερη εκτίμηση όλων των κτηρίων ιδιοκτησίας των Εναγομένων 3, που έγινε για σκοπούς αναδιάρθρωσης των δανείων της Εναγομένης 3 προς την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ως Τεκμήριο Γ. Να αναφέρω στο Σεβαστό Δικαστήριο πως η Εναγομένη 3 το 2015 είχε στην ιδιοκτησία της 3 κτήρια, το Ελευθερία, το Manifoods και το Στέλιος η συνολική αξία των οποίων ανερχόταν, σύμφωνα πάντα με την εκτίμηση του 2015 την οποία επισυνάπτω, στο συνολικό ποσόν των €21.700.000. Το κτήριο Στέλιος έχει πωληθεί σε ιδιώτες και μέρος του έχει μεταβιβασθεί στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, για αυτό το λόγο και το δάνειο της Εναγόμενης 3 έχει μειωθεί στο ποσόν των €2.000.000». Eπισημαίνεται ότι οι πιο πάνω ισχυρισμοί των Εναγομένων δεν έχουν αμφισβητηθεί μέσω της αντεξέτασης του Εναγόμενου 1, ούτε και παρουσιάστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία αντίθετη με αυτούς. Είναι φανερόν, κατά την αντίληψη μου, με βάση όλα τα πιο πάνω ότι δεν έχει καταδειχθεί ότι χωρίς την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος υπάρχει βάσιμος κίνδυνος ότι μια μελλοντική απόφαση προς όφελος της πλευράς των Εναγόντων θα είναι αδύνατον να εκτελεστεί και/ή να παραμείνει ανικανοποίητη. Πέραν των πιο πάνω και εξετάζοντας την προσαχθείσα μαρτυρία διαπιστώνω ότι η αξία των ακινήτων για τα οποία επιδιώκεται η δέσμευση δεν έχει προσδιοριστεί με οποιοδήποτε τρόπο. Δεν έχει παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε εκτίμηση ή άλλα συγκεκριμένα στοιχεία και μαρτυρία που να καταδεικνύει την αξία των επίδικων κτημάτων. Όπως τονίσαμε ανωτέρω, οι Ενάγοντες όφειλαν να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου κατάλληλη και επαρκή μαρτυρία για τα ακίνητα για τα οποία ζητεί τη δέσμευσή τους και την κατά προσέγγιση αξία τους ώστε να συσχετισθεί με το ύψος της απαίτησης τους. Ως αποτέλεσμα όλων των πιο πάνω, καταλήγω ότι οι Ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν την τρίτη προϋπόθεση, ότι δηλαδή χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα είναι δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Όπως είναι νομολογημένο στις περιπτώσεις όπου το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν πληρείται η τρίτη προϋπόθεση το θέμα λήγει εκεί χωρίς να παρίσταται η ανάγκη να επικαλεστεί τη διακριτική του ευχέρεια για τη μη έκδοση του[11]. Ως εκ τούτου η οποιαδήποτε περαιτέρω εξέταση και ενασχόληση με τους υπόλοιπους λόγους που έχουν τεθεί και αποτέλεσαν αντικείμενο εξέτασης κατά τις αγορεύσεις των δικηγόρων παρέλκει. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Είναι συνεπώς η κατάληξη μου ότι οι Ενάγοντες απέτυχαν να στοιχειοθετήσουν τόσο την τρίτη προϋπόθεση που θέτει το Άρθρο 32
(1)του Νόμου 14/60, όσο και τις προϋποθέσεις του εδαφίου
(2)του Άρθρου 5 του Κεφ. 6. Συνεπακόλουθα η υπό κρίση Αίτηση απορρίπτεται. Όσον αφορά το θέμα των εξόδων της παρούσας Αίτησης δεν βρίσκω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από το γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα, εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής και, συνεπώς, οι Καθ΄ων η Αίτηση/Εναγόμενοι δικαιούνται στα έξοδα τους. Οι Αιτητές/Ενάγοντες να καταβάλουν τα έξοδα της παρούσας Αίτησης όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)............... Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Λ.Δ [1] * M Δέστε Decades v. Studio
(1996)1 A.A.Δ. και Αίτηση Χάρη Φεσσ ά
(1990)1 Α.Α.Δ. 704. 2 Δέστε Acropol Shipping Co Ltd v. Petros I. Rossis
(1976)1 C.L.R. 38, Constantinides v. Macrigiorgi
(1978)1 C.L.R. 585, M & M Transport v. Εται ρεία Α στι κ ών Λ εω φ ορείων
(1981)1 C.L.R. 605, Odysseosv. Pieris Estates
(1982)1 C.L.R. 557, National Bank of Greece S.A. v. Motovia Ltd
(1987)1 C.L.R.303, Pastella Marine Co Ltd v. National Iranian Tanker Co Ltd
(1987)1 C.L.R. 583, 599-602, Metro Shipping & Travel Ltd v. Global Cruises S.A.
(1989)1 Α.Α.Δ. 182, Ζεμενί δη ς ν. Ζεμενί δο υ
(1992)1 Α.Α.Δ. 54, Τσ ολά κη ν. Στυλι ανί δη
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 282), Louis Vuitton v. Dermosak Limited κ.α.
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1453. [3] Δέστε Bacardi v. Vinco
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 788 Ζην τί λη ς ν. Ανδρ έου
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1603, Mitsingas v. Timberland
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1791 και Ά κη ς (Μετ α φο ρές Δε μά των) Εξ π ρές Λτ δ ν. C. Kokkouri Trading
(1998)1 Α.Α.Δ. 149. [4] Δέστε Hadjikyriacos Co Ltd v. United Biscuits UK Ltd
(1984)1 C.L.R. 263, 267-268, Δη μ οκ ρα τί α τη ς Σλοβενί ας ν. Beograbska Banka
(1999)1 (Α) Α.Α.Δ. 225, 235, P.A. Micrologic Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802. [5] Δέστε Adidas v. Jonitexo Ltd
(1984)1 C.L.R. 263, Ά κη ς άλλω ς Γρηγό ρη ς Ν. Γρηγορί ου κ. α. ν. Χρι στι άν α Στ αύρ ου Χρι στ οφ όρ ου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. [6]]Δέστε Παναγίδου κ.α. ν. Παναγίδου κ.α.
(2001)1 Α.Α.Δ.396 και ABP Holdings Ltd v. Κιταλίδης κ.α.
(1994)1 ΑΑΔ 692 σελ. 701: «Το άρθρο 32, που παραθέτουμε πιο πάνω, δίδει ευρύτατη εξουσία στο Δικαστήριο να εκδίδει οποιοδήποτε παρεμπίπτον, απαγορευτικό ή προστακτικό διάταγμα, όταν κριθεί δίκαιο ή πρόσφορο, χωρίς να τίθεται κανένας περιορισμός. Πριν από τη θέσπιση του Ν.14/60, ίσχυε ο περί Δικαστηρίων Νόμος του 1953, 40/53. Το λεκτικό του άρθρου 37
(1)του Νόμου αυτού ήταν πανομοιότυπο με αυτό του άρθρου 32 του Ν.14/60. Στην υπόθεση ThePolich Ocean Lines and Another v. N. Spyropoulos and Another XX
(2)C.L.R. 73, Το Δικαστήριο αποφάσισε πως δεν είχε εξουσία να εκδώσει παρεμπίπτον διάταγμα, για να απαγορεύσει στον εναγόμενο να διαθέσει χρηματικό ποσό, που δεν ήταν αντικείμενο της αγωγής. . . . . . . . . . . . . . . Στη χώρα μας η νομοθετική εξουσία προτίμησε να μη παρέμβει στο ζήτημα. Άφησε τα Δικαστήρια να λειτουργούν με την ευρύτατη εξουσία που τους παρέχεται από το άρθρο 32 του Ν.14/60. Τα άρθρα 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, κάμνουν ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται. Δεν αφαιρούν τίποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, που προσδιορίζει, όπως είπαμε πιο πριν το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων». [7] Δέστε Lakatamitis v. Theodorou
(1983)1 C.L.R. 520 και Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R. 231. [8] Δέστε Παντελίδη ν. Πιερή
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 2111, Larticon Ltd v. Detergenta Developments
(2004)1 Α.Α.Δ. 1121. [9] Δέστε Phasarias (Automotive Centre) Ltd. ν. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ.
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 785, 789-790: «Δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε πως αναδύεται ως ανάγκη η προσαγωγή μαρτυρίας για πραγματική πρόθεση του εναγόμενου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση ης δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος, δηλαδή, να μη ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία(βλ. Lakatamitis (ανωτέρω) στη σελίδα 525). Έχουμε υπόψη την Κυριάκος Παναγιώτου ν. Σταυρινή Κολλάτου Πολιτική Έφεση 10274 ημερομηνίας 10.9.99. Εκεί έγινε αναφορά σε πρόθεση αποξένωσης αλλά αυτή ήταν η μαρτυρία που υπήρχε και δεν απασχόλησε τέτοιο θέμα. Όπως δε εξηγήθηκε στην απόφαση του Λοϊζου Π. στην Ζεμενίδης (ανωτέρω) εκδίδεται το διάταγμα «ώστε να αποφευχθεί τέτοια αποξένωση ως αποτέλεσμα της οποίας να μην μπορεί να ικανοποιηθεί ο Ενάγων». Τα ίδια και στην Τσιολάκκη και άλλη (ανωτέρω). Όπως αναφέρεται στην απόφαση του Πική Δ., όπως ήταν τότε, στη σελίδα 785, εκείνο που απαιτείται είναι η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου (hindered) στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του Ενάγοντος.» Δέστε, επίσης, LARTICON LTD. v. DETERGENTA DEVELOPMENTS LTD
(2004)1 Α.Α.Δ.
- [10] Δέστε Joseph Lasala κ.ά. ν. Λυκούργου Κυπριανού Αρ. Αγ. 5581/05, ημερ. 13/4/06, που δόθηκε από τον Πρόεδρο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας (όπως ήταν τότε) Στ. Ναθαναήλ. [11]Δέστε Commerzbank Auslandsbanken Holding A.G κ.ά. v. Adeona Holdings Limited Πολιτική Έφεση αρ. Ε 6/2014, ημερ. 27/2/15 και Χάρης Σταυράκης κ.ά. ν. Δήμος Λευκωσίας Πολιτική έφεση αρ. Ε 68/2013, ημερ. 24/3/
- cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο