← Κύπρος

ARIP ν. COOPERTON MANAGEMENT LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής 969/2018, 21/11/2018

ARIP ν. COOPERTON MANAGEMENT LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής 969/2018, 21/11/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2018:A207 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ - ΑΝΔΡΕΟΥ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 969/2018 Μεταξύ: 1. XXXXX ARIP 2. XXXXX ARIP, δια του πλησιέστερου φίλου και κηδεμόνα και μητρός της XXXXX ARIP 3. XXXXX ARIP, δια του πλησιέστερου φίλου και κηδεμόνα και μητρός της XXXXX ARIP Εναγόντων/Αιτητών και 1. COOPERTON MANAGEMENT LIMITED, από τη Λάρνακα, Κύπρος 2. FABLINK LIMITED, από τη Λάρνακα, Κύπρος 3. WAYCHEM LIMITED, από τη Λάρνακα, Κύπρος 4. STANDCORP LIMITED, από τη Λάρνακα, Κύπρος 5. PERMAFAST LIMITED, από τη Λάρνακα, Κύπρος 6. KAZAKHSTAN KAGAZY PLC, από το Isle of Man 7. KAZAKHSTAN KAGAZY JSC, από το Καζακστάν 8. PRIME ESTATE ACTIVITIES KAZAKHSTAN LLP, από το Καζακστάν 9. PEAK AKZHAL LLP, από το Καζακστάν 10. ASTANA - CONTRACT JSC, από το Καζακστάν 11. PARAGON DEVELOPMENT LLP, από το Καζακστάν 12. HARBOUR FUND III LP, από το Ηνωμένο Βασίλειο Εναγόμενων/Καθ' ών η Αίτηση ---------------------------------------------------------------------------------------------------- Αίτηση ημερ. 27/8/2018 για Προσωρινά Διατάγματα Ημερ.: 21 Νοεμβρίου 2018 Εμφανίσεις: Για Αιτητές/Ενάγοντες: Μ. Κυριακίδης και Α. Αναγνώστου για Χάρης Κυριακίδης ΔΕΠΕ. Για Καθ΄ων η Αίτηση/Εναγόμενους 6-9: Π. Παναγίδης και Θ. Χριστοδούλου για για Chrysses Demetriades & Co LLC. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Στην παρούσα υπόθεση έχει καταχωρηθεί Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα με το οποίο οι Ενάγοντες επιζητούν θεραπείες που αφορούν θέματα αναγνώρισης διεθνούς Εμπιστεύματος με το όνομα Jailau Trust καθώς και αναγνώρισης της εγκυρότητας του κατά τρόπο ώστε : (
  2. i)η περιουσία να θεωρείται ότι ανήκει στο Εμπίστευμα και όχι σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, (
  3. ii)ότι δεν μπορούν τα περιουσιακά στοιχεία του Εμπιστεύματος να χρησιμοποιηθούν για σκοπούς εκτέλεσης οποιασδήποτε απόφασης που δεν σχετίζεται με το Εμπίστευμα (iii) ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν το δικαίωμα να ασκούν δικαιοδοσία έναντι του Εμπιστεύματος αυτού. Επιπλέον, οι Ενάγοντες επιζητούν και άλλες συναφείς θεραπείες οι οποίες αποσκοπούν στην προστασία και διαφύλαξη των περιουσιακών στοιχείων που υπάγονται στο Εμπίστευμα. Ταυτόχρονα με την καταχώρηση του Κλητηρίου Εντάλματος κατεχωρήθη μονομερής Αίτηση για έκδοση των ακόλουθων Προσωρινών Διαταγμάτων: «A. Διάταγμα του Δικαστηρίου δια του οποίου να διατάττονται οι Εναγόμενοι/Καθ' ων η αίτηση 1, 2, 3, 4 και 5 ή/και οι αντιπρόσωποι τους ή/και οποιοδήποτε άλλα πρόσωπα ενεργούν στη βάση οδηγιών ή/και εντολών τους ή/και στη βάση εξουσιών που απορρέουν από το Εμπίστευμα με την ονομασία «Jailau Trust» (το «.Εμπίστευμα») που εγκαθιδρύθηκε με τη Συμφωνία Εμπιστεύματος ημερομηνίας 03/04/2014 (ως έχει τροποποιηθεί) (η «Συμφωνία Εμπιστεύματος»), όπως μη διαθέσουν, πληρώσουν, μεταβιβάσουν, δωρίσουν, αποξενώσουν με οποιοδηποτε τρόπο προς όφελος οποιουδήποτε προσώπου που δεν είναι δικαιούχος (beneficiary) του Εμπιστεύματος τα περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν στο Εμπίστευμα ή/και συνιστούν περιουσία του Εμπιστεύματος ή/και τα περιουσιακά στοιχεία που κατέχονται, άμεσα ή έμμεσα, από το Εμπίστευμα ή/και περιουσία που είναι εγγεγραμμένη σε εταιρείες που ανήκουν στο Εμπίστευμα, περιλαμβανομένου, χωρίς περιορισμό, των ακόλουθων ακινήτων (τα «Ακίνητα»Ι που βρίσκονται στην οδό XXXXX, 25 XXXXX Street, XXXXX XXXXX, Ηνωμένο Βασίλειο: (
  4. i)Διαμέρισμα XXX και χώρος στάθμευσης αυτοκινήτου με αριθμό 48- (ϋ) Διαμέρισμα XXX και χώρος στάθμευσης αυτοκινήτου με αριθμό 9- (iii) Διαμέρισμα XXX και χώρος στάθμευσης αυτοκινήτου με αριθμό 8· και (
  5. iv)Διαμέρισμα XXX και χώρος στάθμευσης αυτοκινήτου με αριθμό 10. B. Διάταγμα του Δικαστηρίου δια του οποίου να απαγορεύεται στους Εναγόμενους/Καθ' ων η αίτηση 6, 7, 8, 9, 10, 11 και 12 ή/και στους υπάλληλους τους ή/και αντιπρόσωπούς τους ή/και στους διαδόχους τους ή/και οποιαδήποτε άλλα πρόσωπα ενεργούν στη βάση των οδηγιών τους ή/και για λογαριασμό τους ή/και τα οποία παρέχουν βοήθεια, εκπροσώπηση ή υπηρεσίες προς αυτούς, από του να πράττουν οτιδήποτε ή/και να εγείρουν ή/και να συνεχίζουν ή/και να προωθούν οποιεσδήποτε νομικές διαδικασίες ή/και θεραπείες εναντίον των Εναγομένων/Καθ' ων η αίτηση 1, 2, 3, 4 και 5, ή/και εναντίον του Εμπιστεύματος ή/και εναντίον της περιουσίας του Εμπιστεύματος ή/και περιουσίας που είναι εγγεγραμμένη σε εταιρείες που ανήκουν στο Εμπίστευμα (περιλαμβανομένου των Ακινήτων), ενώπιον οποιουδήποτε Δικαστηρίου εκτός της δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων, εφόσον οι εν λόγω διαδικασίες ή/και θεραπείες θα έχουν ως αντικείμενο ή/και θα σχετίζονται με: (
  6. i)περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν ή/και βρίσκονται εγγεγραμμένα επ' ονόματι των Εναγομένων/Καθ' ων η αίτηση 1 υπό την ιδιότητά τους ως επίτροποι (trustees) του Εμπιστεύματος ή/και άλλως πως κατέχονται προς όφελος του Εμπιστεύματος ή/και ανήκουν άμεσα ή έμμεσα στο Εμπίστευμα ή/και σε εταιρείες που ανήκουν στο Εμπίστευμα ή/και άλλως πως κατέχονται από το Εμπίστευμα· (
  7. ii)τα Ακίνητα ή/και οποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία ανήκουν στους Εναγόμενους/ Καθ' ων η αίτηση 2, 3, 4 και 5· (iii) την εκτέλεση των αποφάσεων του Commercial Court του Queen΄s Bench Division του High Court ημερομηνίας 22 Δεκεμβρίου 2017 EWHC 3374 (Comm) καν ημερομηνίας 27 Φεβρουάριου 2018 [2018] EWHC 369 (Comm)· και (
  8. iv)ζητήματα τα οποία εμπίπτουν στο πλαίσιο του Περί Διεθνών Εμπιστευμάτων Νόμου του 1992 (Νόμος 69(Ι)/1992), ως έχει τροποποιηθεί (ο Νόμος), περιλαμβανόμενων, χωρίς περιορισμό, των Άρθρων 3, 3Α, 12Α και 12Β ή/και θέματα σχετικά με την ερμηνεία, εξουσίες και δικαιώματα που απορρέουν από το Εμπίστευμα. Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου δια του οποίου να απαγορεύεται και να εμποδίζονται οι Εναγόμενοι/Καθ' ων η αίτηση 6, 7, 8, 9, 10, 11 και 12 ή/και οι αντιπρόσωποι τους ή/και οι διάδοχοί τους ή/και οποιαδήποτε άλλα πρόσωπα ενεργούν στη βάση οδηγιών τους ή/και εντολών τους ή/και για λογαριασμό τους ή/και τα οποία παρέχουν βοήθεια, εκπροσώπηση ή υπηρεσίες προς αυτούς, από του να εγείρουν ή/και να προωθούν ή/και να προβάλλουν οποιοδήποτε ισχυρισμό δια οποιοσδήποτε εγγράφου, απαίτησης ή δικογράφου καταχωρείται σε οποιοδήποτε Δικαστήριο, (
  9. i)σε σχέση με ή/και αναφορικά με το Εμπίστευμα· ή/και (
  10. ii)ότι οποιεσδήποτε συναλλαγές σχετικές με το Εμπίστευμα ή/και από τους επιτρόπους (trustees)του Εμπιστεύματος ή/και προς τους δικαιούχους (beneficiaries) του Εμπιστεύματος είναι άκυρες ή/και (ιιι) ότι το Εμπίστευμα είναι άκυρο ή εικονικό (sham)· ή/και (ιν) ότι το Εμπίστευμα ή/και τα περιουσιακά στοιχεία του Εμπιστεύματος ή/και εταιρειών που αποτελούν μέρος του Εμπιστεύματος βρίσκονται στην διαχείριση ή/και τον έλεγχο ή/και τη διοίκηση οποιοσδήποτε προσώπου εκτός του προσώπου που έχει διοριστεί ή είναι διορισμένο ως επίτροπος (trustee) σύμφωνα με τη Συμφωνία Εμπιστεύματος· ή/και (ν) ότι το Εμπίστευμα δεν είναι αμετάκλητο (irrevocable) και διακριτικής ευχέρειας (discretionary), εκτός εάν τέτοιοι ισχυρισμοί εγερθούν ή/και προωθηθούν ή/και προβληθούν ενώπιον των Κυπριακών Δικαστηρίων ως δικαστηρίων που έχουν αποκλειστική δικαιοδοσία να εκδικάσουν οποιαδήποτε ζητήματα τα οποία εμπίπτουν στα Άρθρα 3 (ΙΑ), 3

(4), 12 Β και Γ του Νόμου σε σχέση ή/και αναφορικά με το Εμπίστευμα ή/και τα οποία εμπίπτουν στο νόμο που εφαρμόζεται στο Εμπίστευμα. Το Δικαστήριο εξετάζοντας την Αίτηση εξέδωσε μονομερώς τα διατάγματα υπό στοιχεία Α, Β και Γ. Στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας επιδιώκεται από πλευράς των Αιτητών η οριστικοποίηση των εκδοθέντων διαταγμάτων ενώ από πλευράς των Καθ΄ ων η Αίτηση η ακύρωση τους. Η Αίτηση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση της XXXXX Arip στην οποία αναφέρονται εν συνόψει τα ακόλουθα: § Οι Αιτητές είναι οι δικαιούχοι του Εμπιστεύματος Jailau Trust (εφεξής το «Εμπίστευμα») το οποίο είναι ένα Κυπριακό διεθνές Εμπίστευμα, το οποίο έχει δημιουργηθεί στις 3/4/2014 με εμπιστευματοπάροχο τη μητέρα της Ενόρκως Δηλούσας. § Η Ενόρκως Δηλούσα διορίστηκε ως προστάτης του Εμπιστεύματος από τις 3/4/2014 μέχρι 29/3/2018. Οι πρώτοι Επίτροποι (trustees) ήταν η Εταιρεία Heptagon. Υπήρξε αλλαγή των Επιτρόπων από την Εταιρεία Geodac Ltd και στη συνέχεια από την Εναγόμενη 1 Εταιρεία, η οποία είναι μέχρι σήμερα οι Επίτροποι του πιο πάνω Εμπιστεύματος. $$Η Εναγόμενη 1 Εταιρεία έχει αποκτήσει το σύνολο του μετοχικού κεφαλαίου στις τέσσερεις Εταιρείες Εναγόμενες 2 μέχρι 5 και κάθε μια από αυτές έχει ως ιδιοκτησία ένα ακίνητο. § Γύρω στο 2013 οι Καζακστανικές Εταιρείες Εναγόμενες 6, 7, 8, 9, 10 και 11 ήγειραν διαδικασία στην Αγγλία (εφεξής Αγγλική διαδικασία) εναντίον ενός ατόμου από το Καζακστάν και στη συνέχεια συνενώθηκε ως αναγκαίος διάδικος ο Maksat, πατέρας των δικαιούχων του Εμπιστεύματος. § Στις 22/12/2017 εξεδόθη, στο πλαίσιο της Αγγλικής διαδικασίας, Απόφαση υπέρ των εκεί Εναγόντων και εναντίον του Maksat και του συνεναγόμενου του. Το Αγγλικό Δικαστήριο προέβη σε ευρήματα απάτης εναντίον του Maksat, καταλήγοντας στο ότι η απαίτηση των εκεί Εναγόντων είχε επιτύχει και ότι δικαιούνταν σε αποζημιώσεις. § Στις 22/1/2018 η Εναγόμενη 12 Εταιρεία, η οποία είναι χρηματοδότης δικαστικών διαδικασιών (litigation funder), χρηματοδότησε τα δικαστικά έξοδα των Εναγόντων στην Αγγλική διαδικασία δυνάμει μιας επενδυτικής συμφωνίας. Η Εναγόμενη 12 Εταιρεία εξασφάλισε στις 22/1/2018 το διάταγμα Harbour στη βάση του οποίου προστέθηκε ως διάδικος στην Αγγλική διαδικασία. § Στις 28/2/2018 ο Maksat και ο συνεναγόμενος του διατάχθησαν όπως καταβάλουν το συνολικό ποσό των $298.834.593,00 στους Ενάγοντες στην Αγγλική διαδικασία πλέον τόκο. § Στις 6/6/2018 εκδόθηκε διάταγμα διορισμού Παραλήπτη για σκοπούς παραλαβής και διαχείρισης του χρέους εναντίον του Maksat (το οποίο στη συνέχεια ακυρώθηκε). § Περί τα τέλη Μαϊου 2018 η Ενόρκως Δηλούσα είχε πληροφορηθεί για την Αγγλική διαδικασία στο πλαίσιο της οποίας είχαν εκδοθεί στις 10/5/2018 ενδιάμεσα επιβαρυντικά διατάγματα (Charging και Restriction Orders) σε περιουσίες του επίδικου Εμπιστεύματος. Τα εν λόγω Διατάγματα είχαν εκδοθεί στη βάση κατ΄ ισχυρισμό συμφέροντος του Maksat στις εν λόγω περιουσίες και για σκοπούς εκτέλεσης της Αγγλικής Απόφασης και του Διατάγματος του Φεβρουαρίου 2018. ▬ Δόθηκαν ακολούθως οδηγίες στους Δικηγόρους της Χάρης Κυριακίδης ΔΕΠΕ να προσεγγίσουν τον Επίτροπο (Trustee) του Εμπιστεύματος (Cooperton) και να εξασφαλίσουν πληροφόρηση αναφορικά με τις πιο πάνω διαδικασίες. ▬ Λήφθηκε στη συνέχεια πληροφόρηση ότι οι Κυπριακές Θυγατρικές εταιρείες, Ενάγουσες 2, 3, 4 και 5, (στις οποίες η Cooperton κατέχει το 100% των μετοχών) καταχώρησαν ένσταση στα ενδιάμεσα επιβαρυντικά Διατάγματα [Charging και Restriction Orders] στη βάση του ότι ο Μaksat δεν ήταν και ουδέποτε υπήρξε δικαιούχος του Εμπιστεύματος και ότι δεν είχε οποιοδήποτε συμφέρον στις εν λόγω περιουσίες. ▬ Οι δικηγόροι των Εναγόντων πληροφορήθηκαν, επίσης, ότι στις 6/7/18 θα εκδικάζετο το κατά πόσο τα ενδιάμεσα επιβαρυντικά Διατάγματα θα συνέχιζαν ή θα ακυρώνονταν και ότι στο πλαίσιο της εν λόγω ακρόασης, λόγω ανεπαρκούς μαρτυρίας, το Αγγλικό Δικαστήριο εξέδωσε διάταγμα (the July Order) ορίζοντας για ακρόαση το θέμα κατά πόσο ο Μaksat έχει οποιοδήποτε συμφέρον στις περιουσίες. Να σημειωθεί στο σημείο αυτό ότι έχουν καταχωρηθεί δύο συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις, η μια στις 3/9/2018 και η δεύτερη στις 11/9/2018 και επομένως το Δικαστήριο έχει υπόψη του και τα όσα περιέχονται και σε αυτές. Όσον αφορά το χρόνο που περιήλθαν σε γνώση των δικηγόρων που εκπροσωπούν τους Ενάγοντες τα δικόγραφα που καταχωρίστηκαν στις διαδικασίες ενώπιον Αγγλικού Δικαστηρίου η συμπληρωματική ΕΔ ημερ. 3/9/2018 είναι σχετική. Συγκεκριμένα, στην παρ. 5 αυτής αναφέρεται ότι: (
  1. i)Τα Σημεία Απαίτησης (Points of Claim) τα οποία καταχωρήθηκαν από τους Απαιτητές στις διαδικασίες Jailau προς υποστήριξη των αιτήσεων για ενδιάμεσα επιβαρυντικά Διατάγματα - για τα οποία γίνεται αναφορά στην παρ. 39.5.1 της αρχικής Ένορκης δήλωσης - και αφορά το ζήτημα του κατά πόσον (α) ο Μaksat έχει οποιοδήποτε συμφέρον στις περιουσίες και (β) το Εμπίστευμα είναι εικονικό, περιήλθαν σε γνώση των δικηγόρων των Εναγόντων στις 14/7/2018. (
  2. ii)Τα Σημεία Υπεράσπισης (Points of Defence) τα οποία καταχωρήθηκαν από Cooperton Κυπριακές Θυγατρικές εταιρείες - για τα οποία γίνεται αναφορά στην παρ. 39.5.2 της αρχικής Ένορκης Δήλωσης - και προβάλλεται η θέση ότι ο Μaksat δεν έχει οποιοδήποτε συμφέρον στις περιουσίες και ότι η εξέταση του θέματος της εγκυρότητας του επίδικου Εμπιστεύματος εμπίπτει στην αποκλειστική δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων, περιήλθαν σε γνώση των δικηγόρων των Εναγόμενων στις 27/7/2018. (iii) Τα Σημεία Απάντησης (Points of Reply) τα οποία καταχωρήθηκαν από τους Απαιτητές στις διαδικασίες Jailau - για τα οποία γίνεται αναφορά στην παρ. 39.5.3 της αρχικής Ένορκης Δήλωσης - και επαναλαμβάνεται η θέση ότι το ερώτημα κατά πόσο το επίδικο Εμπίστευμα είναι ή όχι εικονικό είναι σχετικό με το αν ο Μaksat είναι δικαιούχος ή όχι σε αυτό και αποτελεί ζήτημα που μπορεί να αποφασιστεί από το Αγγλικό Δικαστήριο, περιήλθαν σε γνώση των δικηγόρων των Εναγόντων στις 6/8/2018. (
  3. iv)Στη Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση ημερ. 11/9/2018, αφού επισημαίνεται ότι η ακρόαση στη διαδικασία που εκκρεμεί στο Αγγλικό Δικαστήριο είναι ορισμένη σύντομα, δηλαδή περί τα τέλη Οκτωβρίου 2018, με παραπομπή στο Διάταγμα Ιουλίου που επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 26 στην αρχική Ένορκη Δήλωση (the July Order), αναφέρεται ότι η Εταιρεία Cooperton και οι Κυπριακές θυγατρικές (Εναγόμενοι 1 - 5) θα πρέπει στο επόμενο διάστημα και πριν από την ημερομηνία ακρόασης: (
  4. v)(α) Κατά πρώτο και μέχρι 14/9/2018 να προβούν σε αποκάλυψη εγγράφων και (
  5. vi)(β) Κατά δεύτερο να καταχωρήσουν μαρτυρία μέχρι τις 28/9/2018. Προβάλλεται δε η θέση ότι οποιαδήποτε προσπάθεια των Εναγόντων στην Αγγλική διαδικασία να εκτελέσουν την Αγγλική Απόφαση και το Διάταγμα του Φεβρουαρίου μέσω των διαδικασιών εναντίον του Εμπιστεύματος ή των περιουσιών στο Ηνωμένο Βασίλειο είναι λανθασμένη γιατί αφενός το Εμπίστευμα είναι έγκυρο και υπαρκτό και η κάθε περιουσία ανήκει στις Κυπριακές θυγατρικές εταιρείες, ενώ ο Μaksat δεν έχει οποιαδήποτε σχέση με αυτό και αφετέρου η εγκυρότητα και/ή νομιμότητα του υπόκειται στην αποκλειστική δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων. Υποστηρίζεται, ακόμη, ότι είναι παράνομο για τους Ενάγοντες στην Αγγλική διαδικασία να προωθούν διαδικασία εκτός της Κυπριακής Δημοκρατίας αναφορικά με το Εμπίστευμα ή τα περιουσιακά του στοιχεία γιατί κάτι τέτοιο εμπίπτει στην αποκλειστική δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων. Διατυπώνεται δε η θέση ότι υπάρχει άμεσος κίνδυνος οι Ενάγοντες στην Αγγλική διαδικασία να εξασφαλίσουν μόνιμες επιβαρύνσεις σε περιουσίες ή να προωθήσουν διαβήματα εναντίον των περιουσιών υφαρπάζοντας την περιουσία των Θυγατρικών εταιρειών που συνιστά περιουσιακά στοιχεία του Εμπιστεύματος προς ζημιά του Εμπιστεύματος στο οποίο δικαιούχοι είναι οι Ενάγοντες στην παρούσα διαδικασία. Ένσταση-Λόγοι Ένστασης Στην Αίτηση καταχωρήθηκε Ένσταση από τους Εναγόμενους 6 μέχρι 9. Σε αυτή εξειδικεύονται ως λόγοι Ένστασης οι ακόλουθοι: · Τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν έχουν εξουσία και/ή δικαιοδοσία να εκδικάσουν την παρούσα αγωγή και να εκδώσουν τα αιτούμενα Διατάγματα και/ή τα Διατάγματα εκδόθηκαν κατά παράβαση των Ευρωπαϊκών Κανονισμών 44/2001 και 1215/2012 καθότι, μεταξύ άλλων: I. Το αντικείμενο της Αγωγής και των διαταγμάτων εμπίπτουν στην αποκλειστική δικαιοδοσία άλλων Κρατών Μελών. II. Τα διατάγματα συγκρούονται με τους Ευρωπαϊκούς Κανονισμούς 44/2001 και 1215/2012 καθότι σε αυτούς προβλέπονται ρητά οι περιπτώσεις που Δικαστήρια Κρατών Μελών έχουν αποκλειστική δικαιοδοσία και η παρούσα περίπτωση δεν περιλαμβάνεται σε αυτές. III. Τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν έχουν την εξουσία να εκδίδουν αντιαγωγικά διατάγματα σε σχέση με διαδικασίες που μπορεί να εγερθούν ή που εγείρονται σε Δικαστήρια άλλων Κρατών Μελών. · Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που σωρευτικά θέτει το Άρθρο 32 του Νόμου 14/1960. Με τη μαρτυρία που έχει τεθεί οι Αιτητές δεν κατέδειξαν ούτε την ύπαρξη οποιασδήποτε βάσης αγωγής εναντίον των Εναγομένων 6 - 9, ούτε την ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούνται σε θεραπεία. · Υπήρξε παράλειψη πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης ουσιαστικών γεγονότων και/ή οι Ενάγοντες/Αιτητές δεν προειδοποίησαν το Δικαστήριο σε σχέση με ουσιώδη νομικά ζητήματα που θα μπορούσαν να επηρεάσουν την κρίση του Δικαστηρίου κατά την έκδοση των Διαταγμάτων μονομερώς. · Η Αίτηση υπεβλήθη καθυστερημένα και χωρίς να έχει προβληθεί οποιοσδήποτε βάσιμος λόγος που να δικαιολογεί την καθυστέρηση. · Δεν συνέτρεχαν λόγοι που να δικαιολογούν την άσκηση από το Δικαστήριο της δικαιοδοσίας του μονομερώς και απουσίαζε το στοιχείο του κατεπείγοντος ως δικαιοδοτικός όρος. · Δεν έχει καταδειχθεί η προϋπόθεση για ανεπανόρθωτη ζημιά ή για δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο σε περίπτωση μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. · Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της ακύρωσης των Διαταγμάτων. · Η εγγύηση η οποία διατάχθηκε και δόθηκε από τους Αιτητές είναι ανεπαρκής. · Η έγερση της παρούσας διαδικασίας έγινε κακόπιστα και καταχρηστικά. Ένορκη δήλωση Stacey Armeftis Η Ένσταση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση της Stacey Armeftis, δικηγόρου στη Δικηγορική Εταιρεία που εκπροσωπεί τους Εναγόμενους 6 - 9, στην οποία πέραν της υιοθέτησης και επανάληψης των λόγων Ενστάσεως, αναφέρονται και τα πιο κάτω: ■ Οι Εναγόμενοι 6-9 ήταν 4 από τους 6 Ενάγοντες στην Αγωγή αρ. CL- 2013-000683 του Commercial Court του Queen's Bench Division του High Court of Justice του Ηνωμένου Βασιλείου (στο εξής «η Αγωγή CL-2013-000683»), εναντίον του XXXXX Arip, συζύγου της XXXXX Arip, η οποία είναι το άτομο που ορκίστηκε την Ένορκη Δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση για τα επίδικα Διατάγματα. Οι Ενάγοντες/Αιτητές στην παρούσα είναι τέκνα των XXXXX Arip και XXXXX Arip. Η απαίτηση των Εναγόμενων 6-9 εναντίον του XXXXX Arip στην Αγγλία εδραζόταν σε δόλο, απάτη και κλοπή μεγάλων χρηματικών ποσών από τον τελευταίο. ■ Στις 22/12/2017 εκδόθηκε απόφαση από το High Court of Justice με αρ. [2017] EWHC 3374 (Comm), στην Αγωγή CL-2013-000683 υπέρ των Εναγομένων 6 - 9/ απαιτητών σιην εν λόγω αγωγή και εναντίον του XXXXX Arip. Αντίγραφο αυτής βρίσκεται στο φάκελο του Δικαστηρίου, ως Τεκμήριο 16 στην ένορκη δήλωση της XXXXX Arip που υποστήριζε την Αίτηση για τα επίδικα Διατάγματα. ■ Στις 28/2/2018 το Αγγλικό Δικαστήριο επιδίκασε τις αποζημιώσεις προς όφελος των Αιτητών στην Αγωγή CL-2013-000683, οι οποίες ανήλθαν συνολικά σε περίπου $300.000.000 Δολάρια Αμερικής. Το σχετικό Διάταγμα είναι το Τεκμήριο 19 στην ένορκη δήλωση της XXXXX Arip που υποστήριζε την Αίτηση για τα επίδικα Διατάγματα. Νομική Πτυχή Προτού προχωρήσω να εξετάσω τα ζητήματα που έχουν εγερθεί και για τα οποία οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων έχουν αναφερθεί με εμπεριστατωμένο και άκρως βοηθητικό τρόπο για το Δικαστήριο τόσο στις γραπτές όσο και προφορικές αγορεύσεις τους θεωρώ κατάλληλο στάδιο να συνοψίσω τη νομική πτυχή που διέπει Αιτήσεις για Προσωρινά Διατάγματα. Το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση συντηρητικών Διαταγμάτων παρέχεται στο Άρθρο 32 του Νόμου 14/60, ενώ η δικονομία για τέτοια διατάγματα προσδιορίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο και Κανονισμούς[1]. Το Άρθρο αυτό παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων Διαταγμάτων.[2] Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που το Άρθρο αυτό καθορίζει ότι πρέπει να συντρέχουν για να έχει το Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα που θα έκρινε δίκαια ή πρόσφορα είναι οι εξής: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση (β) η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία (γ) το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η πρώτη προϋπόθεση για την ύπαρξη του σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη έχει ερμηνευθεί ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση (arguable case) με βάση τα δικόγραφα. Η προϋπόθεση ύπαρξης πιθανότητας ο Ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία επεξηγήθηκε ότι αναφέρεται στην απόδειξη ύπαρξης κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που είναι το μέτρο και/ή βαθμός απόδειξης που απαιτείται στις αστικές υποθέσεις. Η «πιθανότητα» στα πλαίσια της επιφύλαξης του Άρθρου 32
(1)απαιτεί από τον Αιτητή μόνο να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, δηλαδή ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, αυτή εξετάζεται κάτω από το ερώτημα κατά πόσο η επιδίκαση αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Δηλαδή αν η επιδίκαση των αποζημιώσεων υπέρ του ενάγοντα στο τελικό στάδιο της υπόθεσης είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του, τότε η έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Τα δύο πρώτα κριτήρια και προϋποθέσεις, είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετα, ιδιαίτερα στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σ΄αυτό το ενδιάμεσο στάδιο όπου τα δικόγραφα εξετάζονται μαζί με το αποδεικτικό υλικό που εμπεριέχεται στις ενόρκους δηλώσεις και της μαρτυρίας που προκύπτει από την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Μπορεί να λεχθεί ότι στην εξέταση της πρώτης προϋπόθεσης η βάση της αίτησης έχει άμεση σχέση με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης, ενώ η δεύτερη προχωρεί και στην εξέταση της προσφερόμενης μαρτυρίας για την πραγματική θεμελίωση της αίτησης. Επιπρόσθετα με τις πιο πάνω τρεις προϋποθέσεις το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει ή διατηρήσει το διάταγμα[3]. Το πραγματικό υπόβαθρο της Αίτησης πρέπει να διακριβούται μέσα από τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις τηρούμενης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στο στάδιο όμως αυτό το Δικαστήριο δεν αναμένεται να αξιολογήσει τη μαρτυρία που τίθεται ενώπιον του και πρέπει να αποφεύγει τη διεξοδική διευκρίνιση και εξέταση επίδικων θεμάτων της αγωγής. Σ΄ αυτό το στάδιο το Δικαστήριο καλείται μόνο να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 32 του Νόμου 14/60 όπως αναφέρθηκαν ανωτέρω. Για να αποδειχθούν δε οι τρεις αυτές προϋποθέσεις, ο αιτητής πρέπει να παραθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το υπόβαθρο της μαρτυρίας (the substratum of evidence), η οποία θα χρειαστεί σκοπό μόνο να δικαιολογήσει την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος[4]. Ωστόσο, τονίζω ότι σε ενδιάμεσες αιτήσεις, όπως η παρούσα, τα θέματα δεν αποφασίζονται τελεσίδικα από το Δικαστήριο το οποίο θα πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε τελικά συμπεράσματα ως προς το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης[5]. Αμφισβήτηση της εξουσιοδότησης και νομιμοποίησης της Chrysses Demetriades & Co LLC να εμφανίζονται εκ μέρους των Εναγομένων 6-9 Η πλευρά των Αιτητών, κατά το στάδιο των Αγορεύσεων, ήγειρε, εν πρώτοις, ζήτημα αναφορικά με την εξουσιοδότηση και νομιμοποίηση της δικηγορικής εταιρείας Chrysses Demetriades & Co LLC να εμφανίζεται και να εκπροσωπεί τους Εναγόμενους 6-
  1. Εισηγήθηκε δε ότι αυτό θα πρέπει να τύχει εξέτασης κατά προτεραιότητα και πριν από οτιδήποτε άλλο ενόψει του ότι τυχόν στοιχειοθέτηση του θα έχει ως αποτέλεσμα να θεωρηθεί η ένορκη δήλωση και η ένσταση την οποία υποστηρίζει παράτυπη και η ένσταση να απορριφθεί ως απαράδεκτη χωρίς να χρειάζεται να εξεταστεί η ουσία των λόγων που προβάλλονται σε αυτή για την ακύρωση των εκδοθέντων Προσωρινών Διαταγμάτων. Κατά πρώτο επισημαίνεται ότι όταν ο διάδικος που αντιπροσωπεύεται βρίσκεται στο εξωτερικό, όπως είναι η περίπτωση των Εναγομένων 6-9, δεν είναι αναγκαίο οι δικηγόροι του να παρουσιάσουν διοριστήριο (retainer) δικηγόρου για να εμφανίζονται στη διαδικασία. Σχετικές είναι επί του προκειμένου οι πρόνοιες της Δ.16, θ.11 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας οι οποίες έχουν ως εξής:
  2. Where an advocate enters appearance on behalf of a defendant who lives in Cyprus and is sued upon a claim relating to more than £25, the memorandum shall not be received by the Registrar, nor shall the duplicate thereof be dated, signed and sealed by him, unless the memorandum delivered to the Registrar is accompanied by a retainer in writing in Form 12A attested, where the defendant is illiterate, by a Registrar, certifying officer, or two competent witnesses not being advocates' clerks Provided that, with the leave of a Judge, upon good cause shown, which shall be recorded in the minutes, the memorandum may be received by the Registrar and the duplicate thereof be dated, signed and sealed by him, without the memorandum being accompanied by a retainer in writing as aforesaid; but such retainer shall be filed later within such time as the Judge may think fit to allow. These provisions shall also apply to an appearance entered by an advocate on behalf of a third party under Order 10, the form of retainer being varied to suit the circumstances of the case. Κατά δεύτερο η ισχυριζόμενη συμβατική σχέση της δικηγορικής εταιρείας Chrysses Demetriades & Co LLC με τους Εναγόμενους 6-9 δεν αφορά τους Ενάγοντες/Αιτητές . Κατά τρίτον λόγο από τη στιγμή που δικηγόρος καταχωρεί εμφάνιση θεωρείται ότι έχει σχετική εξουσιοδότηση να το πράξει. Στο Annual Practice 1958 στα σχόλια κάτω από το O.12, r.1 των Αγγλικών Θεσμών και υπό τον τίτλο "Irregularity in" με υποσημείωση "Solicitor's Responsibility", αναφέρεται πως ένας δικηγόρος ο οποίος καταχωρεί εμφάνιση για Εναγόμενο θεωρείται (συνάγεται) πως έχει εξουσιοδότηση να το πράξει. ("A solicitor who enters an appearance for a defendant impliedly warrants or contracts that he has authority to do so"). Περαιτέρω σε περίπτωση κατά την οποία δικηγόρος εμφανίζεται για Εναγόμενο χωρίς τη γνώση ή την εξουσιοδότηση του, τότε ο Εναγόμενος έχει το δικαίωμα πετύχει την ακύρωση της εμφάνισης. Σχετική είναι η πιο κάτω περικοπή από το Annual Practice 1958 υπό τον τίτλο "Unauthorised Appearance" στις σελίδες 183-184: "If a solicitor appears for a defendant without his knowledge or authority, the defendant has a clear right to have the appearance vacated (Re Gray; Gray v. Coles [1891], 65 L.T. 743, in that case on motion; in Yonge v. Toynbee, [1910] 1 K.B. 215, C.A., and The Neptune, [1919] P. 21, on summons; in Simmons v. Liberal Opinion', [1911] 1 K.B. p. 968, on application in Court at conclusion of trial). The plaintiff too may apply to strike out the appearance (see Yonge v. Toynbee, supra; Porter v. Fraser [1912] 29 T.L.R. 91)." (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Επιπλέον αν το ζήτημα της δέουσας και/ή νόμιμης εξουσιοδότησης αφορά το δικηγόρο του Ενάγοντα δεν μπορεί (αυτό το ζήτημα) να εγείρεται υπό τύπο υπεράσπισης. Σύμφωνα με το Annual Practice 1961, η συνήθης πρακτική όταν εγείρεται θέμα νόμιμης εξουσιοδότησης του δικηγόρου, είναι να καταχωρείται αίτηση δια κλήσεως και να επιδίδεται στο αντίδικο μέρος. Στην υπόθεση Demetriou v. Lloyd΄s Underwriters
(1982)C.L.R. 711 αναφέρθηκε με επιδοκιμασία η ακόλουθη παραπομπή από το Annual Practice 1979: "The want of authority of the plaintiff's solicitor cannot be raised as a defence; it should be raised promptly to avoid the answer that it was ratified (Reynolds v. Howell [1873] L.R. 8 Q.B. at p. 400; Danish Mercantile Co. v. Meaumont, [1951] 1 All E.R. 925), and should be made by application (Russian, etc. Bank v. Comptoir de Mulhouse, [1925] A.C. 112) to a Judge in the Chancery Division and a Master in the Q.B.D. Nevertheless if in the course of an action the Court becomes aware that the plaintiff is incapable of giving any retainer at all, it will not allow the action to proceed (Daimler Co., Ltd. v. Continental Tyre & Rubber, etc., Ltd., [1916] 2 A.C. at p. 337)". (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Η αμφισβήτηση, από πλευράς των Αιτητών, της εξουσιοδότησης των δικηγόρων που εμφανίζονται εκ μέρους των Εναγομένων ουσιαστικά τέθηκε για πρώτη φορά μέσω των αγορεύσεων. Η μόνη δε αναφορά στο θέμα της εξουσιοδότησης έγινε, από πλευράς των Αιτητών, στην ένορκη δήλωση της XXXXX Αβραάμ ημερ. 16/10/18 στην παράγραφο 4.1[6]. Και τούτο αφού η πλευρά των Καθ΄ων η Αίτηση είχαν, στο πλαίσιο της Ένστασης τους, καταχωρήσει ως Τεκμήριο 1 εξουσιοδότηση που είχαν, όπως ανέφεραν, οι δικηγόροι των Εναγομένων 6-9 από τους αντιπροσώπους των Εναγομένων 6-9 Harbour Fund III L.P. επικαλούμενοι σχετικό Διάταγμα του Αγγλικού Δικαστηρίου ημερ. 30/7/18 (Τεκμήριο 2 στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση της XXXXX Αβραάμ ημερ. 11/9/18) και ως Τεκμήριο 2 σχετική γνωμάτευση των Άγγλων Δικηγόρων κ.κ. XXXXX Howe Q.C. XXXXX Saoul. Στο πλαίσιο δε της ένορκης δήλωσης της XXXXX Αβραάμ ημερ. 16/10/18 στην παράγραφο 4.1. επιδιώχθηκε, βασικά, να αμφισβητηθεί ότι ο XXXXX Howe Q.C. είναι ή μπορεί να θεωρηθεί ανεξάρτητος εμπειρογνώμονας. Στη βάση όλων των πιο πάνω καταλήγω, σε συμφωνία με τα όσα η πλευρά των Καθ΄ων η Αίτηση υποστήριξε, ότι το εν λόγω ζήτημα δεν ηγέρθη με το δέοντα δικονομικό τρόπο και, συνεπώς, δεν θα πρέπει να εξεταστεί. Μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων Μεταξύ των διαφόρων λόγων που η πλευρά των Καθ΄ων η Αίτηση επικαλείται για σκοπούς ακύρωσης των Προσωρινών Διαταγμάτων που εκδόθηκαν στην παρούσα υπόθεση είναι αυτός που αφορά την από πλευράς των Αιτητών μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων στο στάδιο που αιτούντο την έκδοση των Διαταγμάτων μονομερώς. Μάλιστα οι ισχυρισμοί αυτοί συνιστούν ένα από τους κύριους άξονες των θέσεων τους. Όταν ουσιώδη γεγονότα δεν αποκαλύπτονται στο Δικαστήριο στο πλαίσιο μονομερούς Αίτησης το Δικαστήριο μπορεί να ακυρώσει το εκδοθέν διάταγμα έστω και αν οι ουσιαστικές περιστάσεις της υπόθεσης θα δικαιολογούσαν τη χορήγηση της θεραπείας. Η έκδοση προσωρινού διατάγματος μονομερώς (ex parte) συνιστά εξαιρετικό μέτρο εφόσον παρέχεται κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που αποκλείει την παροχή θεραπείας χωρίς την παροχή ευκαιρίας στον αντίδικο να ακουστεί[7]. Οι μονομερείς αιτήσεις είναι αιτήσεις υψίστης πίστεως (ubberima fides) εφόσον κρίνονται έξω από το κανονικό πλαίσιο της δίκης και οι κανόνες πρέπει να τηρούνται με αυστηρότητα. Η ύψιστη πίστη η οποία διέπει κάθε μονομερή αίτηση επιβάλλει στους αιτητές να παρουσιάσουν κατά τρόπο ξεκάθαρο το φάσμα του συνόλου των γεγονότων[8]. Το κριτήριο του τι συνιστά ουσιώδες γεγονός είναι αντικειμενικό. Έτσι το καθήκον του Ενάγοντα είναι να αποκαλύψει όλα τα γεγονότα τα οποία εύλογα μπορούσαν να ληφθούν ή θα λαμβάνονταν υπόψη από τον Δικαστή όταν αποφάσιζε κατά πόσο θα εγκρίνει την Αίτηση. Κριτής του τι είναι ουσιώδες, είναι ο Δικαστής ο οποίος έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια και δεν διστάζει να ακυρώσει το ήδη εκδοθέν μονομερές διάταγμα, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις που διαπιστώνει κακοπιστία και πρόθεση απόκρυψης ή παραπλάνησης του Δικαστηρίου. Οδηγός είναι πάντοτε τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης στο πλαίσιο της αντιδικίας των διαδίκων. Οι αρχές που διέπουν το θέμα της μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων συνοψίσθηκαν στην υπόθεση Bloczek Limited v. Vianova Holding Limited
(2013)1 Α.Α.Δ. 1460 ως ακολούθως: «Είναι θεμελιωμένη αρχή του δικαίου της επιεικείας ότι η διαδικασία με μονομερή αίτηση επιβάλλει στον αιτητή, την υποχρέωση αποκάλυψης στο δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων, εκείνων δηλαδή που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Τέτοιες αιτήσεις είναι υψίστης πίστεως και γι' αυτό ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει εις γνώσιν του δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει ή οποιαδήποτε γεγονότα θα εγνώριζε αν ασκούσε εύλογη επιμέλεια, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο (τον αντίδικο του) και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του δικαστηρίου. Παράλειψη παρουσίασης ουσιωδών γεγονότων ενώπιον του δικαστηρίου, σε μονομερή αίτηση, θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του δικαστηρίου και το δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να ακυρώσει ένα, μονομερώς εκδοθέν, παρεμπίπτον διάταγμα, για το λόγο της μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων, χωρίς καν να εξετάσει την ουσία της αίτησης. Επομένως τέτοιο θέμα, όταν εγείρεται, εξετάζεται κατά προτεραιότητα. Το τί συνιστά ουσιώδες γεγονός είναι αντικειμενικό... Η αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων συναρτάται με την ύψιστη καλή πίστη που ο αιτητής πρέπει να επιδείξει ερχόμενος στο δικαστήριο και ζητώντας θεραπεία σύμφωνα με το δίκαιο της επιεικείας....». Όπως τονίσθηκε στην υπόθεση Vasilyeva v. Φοβερού κ.ά
(2011)1 Α.Α.Δ. 1672 (σελ. 1676): «Η διαπίστωση απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων ανατρέπει τη βάση διατάγματος που εκδόθηκε με μονομερή αίτηση με αποτέλεσμα το διάταγμα να καθίσταται ακυρωτέο. Η αποκάλυψη συναρτάται με την καλή πίστη η οποία πρέπει να υπάρχει σε κάθε εξαιρετική περίπτωση που επιζητείται θεραπεία στην απουσία αντιδίκου. Η απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος επιδρά καταλυτικά ανεξαρτήτως από την ύπαρξη πρόθεσης εξαπάτησης του δικαστηρίου ή αν έγινε καλόπιστα. Σε κάθε περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό και η μη αποκάλυψη συναρτάται με τις εξ αντικειμένου συνέπειες στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου». Στη βάση των πιο πάνω θεμελιωμένων και πάγιων αρχών καθίσταται επιβεβλημένη η εξέταση των ισχυρισμών των Καθ΄ων η Αίτηση περί μη αποκάλυψης και/ή απόκρυψης. Το ζήτημα αυτό θα εξετασθεί στη βάση των πιο κάτω θεματικών ενοτήτων: à Μη αποκάλυψη ότι τα περιουσιακά στοιχεία του Εμπιστεύματος ήταν ήδη δεσμευμένα Προβλήθηκε από τους Καθ΄ων η Αίτηση ότι οι Αιτητές απέκρυψαν και/ή δεν προειδοποίησαν το Δικαστήριο ότι τα επιβαρυντικά Διατάγματα (charging orders) που εκδόθηκαν πρόσφατα στην Αγγλία κατά των περιουσιακών στοιχείων που ανήκουν στο Εμπίστευμα ήταν σε ισχύ κατά το χρόνο της Αίτησης για έκδοση των Απαγορευτικών Διαταγμάτων. Συνεπακόλουθα τούτου, ήταν η θέση των Καθ΄ων η Αίτηση ότι δεν είχε ρητά αναφερθεί από τους Αιτητές στο στάδιο που επιδιώκετο η έκδοση των υπό κρίση προσωρινών Διαταγμάτων ότι τα περιουσιακά στοιχεία του Εμπιστεύματος ήταν ήδη δεσμευμένα για σκοπούς εκτέλεσης της Αγγλικής Απόφασης του High Court στην Αγωγή CL-2013-000683 προς όφελος των Εναγομένων 1 -
  1. Για το πιο πάνω ζήτημα σχετική είναι η παράγραφος 39.4 της ένορκης δήλωσης της XXXXX Arip η οποία έχει ως εξής: 'My Cypriot lawyers were also informed that a hearing was scheduled on 6th July 2018 to determine whether the Charging and Restriction Orders should continue or should be discharged. In the course of the said hearing and given that there was insufficient evidence before the English Court to decide whether to make the charging orders final or discharge them, the English Court issued an order by which it gave directions for a trial to be scheduled for hearing not before 22nd October 2018 and before Christmas, in relation to the issue of whether Maksat has a beneficial interest in the Properties.' Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω, οι Αιτητές επισυνάπτοντας το Αγγλικό Διάταγμα ημερ. 6/7/18 ως Τεκμήριο 26 περιορίστηκαν μέσω της πιο πάνω παραγράφου απλώς να αναφέρουν ότι στις 6/7/18 θα εκδικάζετο κατά πόσο τα επιβαρυντικά διατάγματα θα συνέχιζαν ή θα ακυρώνονταν και ότι στο πλαίσιο της ακρόασης, λόγω ανεπαρκούς μαρτυρίας, το Αγγλικό Δικαστήριο εξέδωσε διάταγμα ορίζοντας για ακρόαση το θέμα κατά πόσο ο Μaksat έχει οποιοδήποτε συμφέρον στις περιουσίες. Σε συμφωνία με τα όσα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των Καθ΄ων η Αίτηση έχουν υποστηρίξει, λέω ότι δεν ήταν σαφής η εικόνα που εδίδετο μέσω των όσων αναφέρονταν στην παράγραφο 39.4 της ένορκης δήλωσης της XXXXX Arip. Ειδικότερα η εικόνα που δίδετο στην εν λόγω παράγραφο δεν ήταν τέτοια που να ξεκαθαρίζει το τι ακριβώς είχε γίνει με τα επιβαρυντικά Διατάγματα και συγκεκριμένα το ποια ήταν η τύχη τους. Ειδικότερα δεν μεταφέρθηκε στο Δικαστήριο ξεκάθαρα το γεγονός ότι τα εν λόγω Διατάγματα, τα οποία δέσμευαν τα περιουσιακά στοιχεία του Εμπιστεύματος, ήταν σε ισχύ και, προπαντός, ότι τα περιουσιακά στοιχεία, τα οποία αποτελούσαν αντικείμενο των υπό κρίση προσωρινών απαγορευτικών Διαταγμάτων, ήταν ήδη δεσμευμένα κατά τον ουσιώδη χρόνο που η υπό κρίση Αίτηση είχε υποβληθεί. Επισημαίνεται ότι στις παραγράφους που ακολουθούν την παράγραφο 39.4 της ένορκης δήλωσης της XXXXX Arip, παράγραφος 39.5 και υποπαράγραφοι 39.5.1- 39.5.4 γίνεται απλώς αναφορά στο τι επίκειτο να γίνει στην Αγγλική διαδικασία χωρίς, ωστόσο, να επισύρεται η προσοχή του Δικαστηρίου στο γεγονός ότι τα εκδοθέντα προς όφελος των Εναγομένων 6-9 επιβαρυντικά Διατάγματα παρέμεναν σε ισχύ. Ούτε το γεγονός ότι οι Εναγόμενες εταιρείες 1-5 είχαν υποβάλει αίτηση για ακύρωση των εκδοθέντων προς όφελος των Εναγομένων 6-9 επιβαρυντικών Διαταγμάτων και ότι αυτή (η αίτηση) είχε απορριφθεί από το Αγγλικό Δικαστήριο αναφέρθηκε στην ένορκη δήλωση της XXXXX Arip. Το ότι οι Αιτητές επεσύναψαν το σχετικό Διάταγμα του Αγγλικού Δικαστηρίου ημερ. 6/7/18 ως Τεκμήριο 26 το οποίο αναφέρετο στο ζήτημα αυτό δεν επαρκεί. Όφειλαν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, να επισημάνουν στην ένορκη τους δήλωση το εν λόγω γεγονός και δεν ήταν, επομένως, ικανοποιητικό να αρκεστούν στην επισύναψη του Τεκμηρίου
  2. Στην υπόθεση αρ. 1855/2008 CYBARCO PLC κ.α. ν. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών κ.α. ημερ. 9/1/09 αποφασίστηκε εκ νέου ότι σε μονομερείς αιτήσεις μέσα στα πλαίσια της πλήρους αποκάλυψης όταν πρόκειται περί ουσιωδών γεγονότων δεν είναι αρκετή η επισύναψη ενός εγγράφου στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση το οποίο, μόνο αν μελετηθεί προσεκτικά, αποκαλύπτει τα γεγονότα, αλλά πρέπει να επισύρεται ειδικά σε αυτά η προσοχή του Δικαστηρίου. Σε συμφωνία με τα όσα σχετικά υποστήριξε ο κ. Παναγίδης εκ μέρους των Καθ΄ων η Αίτηση στην αγόρευση του, εφόσον μέσω της υπό κρίση Αίτησης επιζητούνταν Διατάγματα για δέσμευση συγκεκριμένων περιουσιακών στοιχείων ήταν σημαντικό και αποτελούσε ουσιώδες γεγονός να αποκαλύπτετο και/ή να επισύρετο η προσοχή του Δικαστηρίου ειδικά στο γεγονός ότι τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία ήταν ήδη δεσμευμένα κατόπιν έκδοσης σχετικού Διατάγματος από το Αγγλικό Δικαστήριο το οποίο, κατά τον ουσιώδη χρόνο, παρέμενε σε ισχύ. à Παραπλάνηση και/ή απόκρυψη της νομικής πτυχής του ζητήματος της αποκλειστικής δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων Προβλήθηκε από τους Καθ΄ων η Αίτηση ότι οι Ενάγοντες, ενώ προέβαλαν ότι σύμφωνα με το Νόμο 69(Ι)/92 τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν αποκλειστική δικαιοδοσία, δεν υπέδειξαν στο Δικαστήριο ότι το Άρθρο 12(Β)[9] αναφέρει ρητά ότι οι πρόνοιες του είναι χωρίς επηρεασμό των Διατάξεων του ΕΚ. Σχετική είναι εν προκειμένω η παράγραφος 45 της ένορκης δήλωσης της XXXXX Arip η οποία έχει ως εξής:
  3. I am advised by my Claimants' lawyers that, according to the facts of the present case, the International Trusts Law of 1992, N. 69
(1)/1992, is applicable, which provides that the Larnaca District Court has jurisdiction to grant the requested remedies in order to protect the Trust and to prevent the initiation or the promotion of any steps by the Claimants in the English Claim (and the issuance of any order of a foreign Court), either against the Trust or its assets, that would affect the Trust or against any interests or powers which arise from the Trust and for which the Cyprus Courts maintain exclusive jurisdiction. (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Υποστηρίχθηκε, ειδικότερα, ότι στην ένορκη δήλωση της XXXXX Arip διατυπώθηκαν απόλυτες θέσεις αναφορικά με τη δικαιοδοσία του Κυπριακού Δικαστηρίου να εκδικάσει οποιοδήποτε ζήτημα αφορά το Εμπίστευμα και τα περιουσιακά του στοιχεία. Παραπομπή έγινε, μεταξύ άλλων, στις παραγράφους 21.2 και 42 της εν λόγω Ένορκης Δήλωσης οι οποίες έχουν ως εξής: Παράγραφος 21.2 'The Trust Agreement clearly states that the proper law of the Trust is the law of the Republic of Cyprus. Therefore, under the terms of the Trust Agreement and to the best of my knowledge and belief and as I am being advised by the Claimants' lawyers, the Cyprus Courts have exclusive jurisdiction to adjudicate on any matter concerning and/or relating to the Trust and/or the validity and/or the administration of the said Trust and/or the assets that belong or are held by or on behalf of the Trust.' Παράγραφος 42 'It is beyond any doubt that any assertion regarding the validity or the assets of the Trust can only be brought before the Cyprus Courts, which have exclusive jurisdiction to decide this matter. However, the Claimants in the English Claim have already initiated the Jailau Proceedings which blatantly circumvent and disregard the exclusive jurisdiction of the Cyprus Courts to adjudicate matters pertaining to the validity of the Trust or anything else which may arise in relation to it.' (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Υποστηρίχθηκε, ακόμη, ότι οι Αιτητές, όχι μόνο παραπλάνησαν το Δικαστήριο με την απόλυτη θέση ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν αποκλειστική δικαιοδοσία για οτιδήποτε και εναντίον οποιουδήποτε σε σχέση με το Εμπίστευμα και τα περιουσιακά του στοιχεία, αλλά, επίσης, παραπλάνησαν το Δικαστήριο αναφορικά με τη δικαιοδοσία του να εκδώσει τέτοιας φύσης διάταγμα, ήτοι αντι-αγωγικό διάταγμα (anti-suit injunction)[10] αναφορικά με την προώθηση διαδικασιών σε άλλο Κράτος Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποστερώντας από ένα διάδικο τη δυνατότητα να προσφύγει σε άλλο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή να προβάλει οποιουσδήποτε ισχυρισμούς ή θέσεις. Όπως προκύπτει από την ένορκη δήλωση της XXXXX Arip μέσω αυτής προβλήθηκε ο ισχυρισμός ότι βασικά ήταν παράνομη η έναρξη της Αγγλικής διαδικασίας σε σχέση με το Εμπίστευμα και τα περιουσιακά του στοιχεία και ότι, επομένως, τα Κυπριακά Δικαστήρια είχαν εξουσία να εκδώσουν Διάταγμα για να αποτρέψουν την προώθηση οποιωνδήποτε διαβημάτων από πλευράς των Εναγομένων. Οι παράγραφοι 43.5, 48 και 50 είναι σχετικοί: 43.5 It is simply unlawful for the Claimants in the English Claim to initiate any proceedings outside the Republic of Cyprus in relation to the Trust or its assets. These are subject to the exclusive jurisdiction of the Cyprus Courts and no Court in any other jurisdiction is entitled to intervene in a manner that would adjudicate any issue that falls within the exclusive jurisdiction of the Cyprus Courts.
  1. I am advised by my Claimants' lawyers that, according to the facts of the present case, the International Trusts Law of 1992, N. 69(I)/1992, is applicable, which provides that the Lamaca District Court has jurisdiction to grant the requested remedies in order to protect the Trust and to prevent the initiation or the promotion of any steps by the Claimants in the English Claim (and the issuance of any order of a foreign Court), either against the Trust or its assets, that would affect the Trust or against any interests or powers which arise from the Trust and for which the Cyprus Courts maintain exclusive jurisdiction
  2. On the other hand, if the orders are not issued, the Claimants in the English Claim will be allowed to continue to advance or initiate in the United Kingdom further actions and measures against the Trust or its property, in blatant disregard of the exclusive jurisdiction of the Cyprus law to adjudicate matters related to the Trust, its validity and its property. This is likely to cause irreparable harm to the Trust, whose assets are likely to be in peril and whose destiny would be usurped by ignoring the exclusive jurisdiction of the Cyprus Court. Therefore, the issued orders would ensure compliance to the provisions of the Trust Agreement and Cyprus law and would provide protection to the Trust against unlawful interference. Προβλήθηκε, μεταξύ άλλων, από πλευράς Καθ΄ων η Αίτηση ότι οι Ενάγοντες δεν παρουσίασαν, ούτε και εξήγησαν τις Ενστάσεις των Εναγομένων 6 - 9 σε σχέση με τα πιο πάνω ζητήματα και τις οποίες γνώριζαν πολύ καλά λόγω των παρόμοιων διαδικασιών στις Εναρκτήριες Κλήσεις 5/2018 Ε.Δ. Λάρνακας και 20/2018 Ε.Δ. Λευκωσίας. Συγκεκριμένα υποστηρίχθηκε ότι επισύναψαν τις δικές τους Αιτήσεις και διατάγματα στις εν λόγω υποθέσεις παραλείποντας, ωστόσο, να επισυνάψουν ως Τεκμήρια είτε τις Αιτήσεις Παραμερισμού που περιείχαν τις Ενστάσεις των Εναγομένων 6 - 9 για τη δικαιοδοσία, είτε τη γραπτή αγόρευση των Εναγομένων 6 - 9 στην Εναρκτήρια Κλήση 5/2018 Ε.Δ. Λάρνακας[11] όπου παρατίθεντο σωρεία νομικών και πραγματικών ζητημάτων στη βάση των οποίων δεν έπρεπε να εκδοθούν τα Διατάγματα. Τονίστηκε δε ότι αν οι Ενάγοντες απέρριπταν τις θέσεις αυτές, θα έπρεπε να εξηγήσουν ή έστω να αναφέρουν ότι οι θέσεις της άλλης πλευράς εκτίθενται στην επισυνημμένη αγόρευση ή Αίτηση αλλά ότι τις απέρριπταν για τους λόγους που οι ίδιοι θα προχωρούσαν να προβάλουν. Συγκεκριμένα οι Αιτητές δεν αναφέρθηκαν, ούτε σχολίασαν τις ακόλουθες θέσεις και/ή «ενστάσεις» που οι Καθ΄ών η Αίτηση είχαν προβάλει στις προηγούμενες διαδικασίες που αναφέρθηκαν ανωτέρω και αφορούσαν παρόμοιες με την υπό εξέταση διαδικασία: ▬ ότι η αποκλειστική δικαιοδοσία που προβλέπετο στο Έγγραφο Εμπιστεύματος ίσχυε μόνο σε αγωγές εναντίον του Εμπιστευματοπαρόχου, του Επιτρόπου και του Δικαιούχου και μόνο σε σχέση με ζητήματα και/ή διαφορές που αφορούν τις σχέσεις μεταξύ αυτών των προσώπων ή υποχρεώσεις βάσει του Εμπιστεύματος, ήτοι «εσωτερικές» σχέσεις του Εμπιστεύματος. Και ότι οι Εναγόμενοι 6-9 δεν ενέπιπταν σε αυτή την κατηγορία ατόμων εφόσον είναι εξ αποφάσεως πιστωτές του συζύγου της XXXXX Arip σε υπόθεση δόλου και απάτης που εκδικάστηκε από το Αγγλικό Δικαστήριο. ▬ ότι ανεξαρτήτως του κατά πόσο το Εμπίστευμα προνοούσε για αποκλειστική δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων τέτοια ρήτρα δικαιοδοσίας καθίσταται, με βάση το Άρθρο 25
(4)του ΕΚ 1215/2012, σε κάθε περίπτωση ανενεργή όπου υπάρχει σύγκρουση με το Άρθρο 24[12], ήτοι αν τα Δικαστήρια τη διεθνή δικαιοδοσία των οποίων αποκλείουν έχουν αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία. ▬ ότι στο Άρθρο 24
(1)[13] του ΕΚ 1215/2012, το οποίο διαλαμβάνει για την αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία του κράτους μέλους της τοποθεσίας του ακινήτου, περιλαμβάνονται και οι περιπτώσεις όπου υπάρχουν διαφορές για την ιδιοκτησία ακίνητης ιδιοκτησίας ακόμη και όταν η περιουσία βρίσκεται κάτω από το Εμπίστευμα. Όπως προκύπτει, οι Ενάγοντες στο πλαίσιο της ένορκης δήλωσης της XXXXX Arip ουδεμία αναφορά έκαμαν στο Άρθρο 25
(3)[14] και Άρθρο 25
(4)[15] του ΕΚ 1215/2012, παραλείποντας με αυτό τον τρόπο να παραθέσουν ολοκληρωμένα τη νομική πτυχή του ζητήματος της «αποκλειστικής δικαιοδοσίας» των Κυπριακών Δικαστηρίων, που ήταν και η βάση δικαιολόγησης για την έκδοση των απαγορευτικών διαταγμάτων. Είναι γεγονός ότι με την παράλειψη των Αιτητών να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου είτε τις Αιτήσεις Παραμερισμού που περιείχαν τις Ενστάσεις των Εναγομένων 6 - 9 για τη δικαιοδοσία, είτε τη γραπτή αγόρευση των Εναγομένων 6 - 9 στην Εναρκτήρια Κλήση 5/2018 Ε.Δ. Λάρνακας αλλά μόνο την Αίτηση τους με την ένορκη δήλωση που την υποστήριζε, έδωσαν μια μονόπλευρη και κατ΄επιλογή παράθεση γεγονότων. Προπαντός με την παράλειψη τους να θέσουν τα όσα εκεί προέβαλλαν οι Εναγόμενοι 6-9 ως υπερασπίσεις και τις όποιες θέσεις ή αμφισβητήσεις και ακολούθως να τα σχολιάσουν στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας παρέλειψαν να προβούν σε πλήρη και δίκαιη αποκάλυψη. Και τούτο ενόψει του ότι μέσω των εν λόγω ζητημάτων που οι Εναγόμενοι 6-9 είχαν θέσει στην προηγούμενη διαδικασία, οι Αιτητές γνώριζαν τη θέση και τις αντιρρήσεις της άλλης πλευράς για τα θέματα που ήσαν αντικείμενο στην υπό κρίση διαδικασία. Ως εκ τούτου μέσα στο πλαίσιο της πλήρους και δίκαιης αποκάλυψης είχαν υποχρέωση, κατά το μονομερές στάδιο εξέτασης της Αίτησης, να αναφερθούν σε αυτές και να τις σχολιάσουν δίδοντας με αυτό τον τρόπο την ευκαιρία στο Δικαστήριο να προβληματιστεί στη βάση τόσο των θέσεων των Αιτητών όσο και των αναμενόμενων θέσεων και αντιρρήσεων της άλλης πλευράς. Η επισύναψη του Τεκμηρίου 1 στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση της XXXXX Αβραάμ ημερ.11/9/18 στο οποίο Τεκμήριο επισυνάπτεται δέσμη εγγράφων στην οποία, μεταξύ άλλων, εκτίθενται οι λόγοι για τους οποίους επιζητείται από το Αγγλικό Δικαστήριο να κηρύξει ότι δεν θα πρέπει να αναγνωριστούν και/ή εκτελεστούν το Διάταγμα της Λευκωσίας και το Διάταγμα της Λάρνακας επειδή παραβιάζουν το Ευρωπαϊκό Δίκαιο, δεν συνιστά, με κάθε σεβασμό στην σχετική εισήγηση που προβλήθηκε από την πλευρά των Αιτητών, ορθή επιτέλεση του καθήκοντος για πλήρη αποκάλυψη. Στην υπόθεση In Siporex Trade S.A. v. Comdel Commodities Ltd. [1986] 2 Lloyd's Rep. 428 , 437, ο Δικαστής Bingham J. τόνισε ότι: "The scope of the duty of disclosure of a party applying ex parte for injunctive relief is, in broad terms, agreed between the parties. Such an applicant must show the utmost good faith and disclose his case fully and fairly. He must, for the protection and information of the defendant, summarize his case and the evidence in support of it by an affidavit or affidavits sworn before or immediately after the application. He must identify the crucial points for and against the application and not rely on general statements and the mere exhibiting of numerous documents. He must investigate the nature of the cause of action asserted and the facts relied on before applying and identify any likely defences. (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Στην υπόθεση Memory Corporation Plc & Another v. Sidhu & Another (No.2) 2000 1 W.L.R. 1443, τονίστηκε ότι σε ό,τι αφορά την υποχρέωση ενός αιτητή σε μονομερή αίτηση να προβαίνει σε πλήρη αποκάλυψη, αυτή με βάση τη σχετική νομολογία επεκτείνεται και σε ζητήματα νομικά (matters of law). Απορρίφθηκε δε η προσέγγιση η οποία περιορίζει το εν λόγω καθήκον μόνο σε ζητήματα γεγονότων (material facts). Το πιο κάτω απόσπασμα είναι σχετικό: 'I see some force in some of these criticisms, if and so far as the judge intended to draw any fundamental distinction between the litigant's duty of full disclosure of material facts, and the advocate's duty to assist the court by reference to (or correct summary of) relevant authorities, statutory provisions and practice directions. In the context of what should be disclosed to the court on a without notice application, the distinction between fact and law is not clear-cut. Many of the authorities already cited refer almost interchangeably to non-disclosure of "material facts" or "relevant matters." Little weight can be attached to these slight variations in language. But some statements of the principle of full disclosure extend to what the court is told about matters of law'. (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Επίσης στην πιο πάνω υπόθεση επιβεβαιώθηκε η θέση ότι και αν ακόμη η παράλειψη έγινε από τους Δικηγόρους και όχι από τον ίδιο τον διάδικο σημασία έχει το πόσο ουσιαστική ήταν η παράλειψη και πόσο επηρέασε την κρίση του Δικαστηρίου στο μονομερές στάδιο έκδοσης των προσωρινών Διαταγμάτων. Στην υπόθεση Dar Al Arkan Real Estate Development Company & Anor v. Al- Refai & Ors [2012] EWHC 3539 (Comm) υπογραμμίστηκε εμφαντικά η υποχρέωση ενός αιτητή σε μονομερή αίτηση για προσωρινό διάταγμα να προβαίνει σε κατάλληλη παρουσίαση τόσο του δικαίου που τυγχάνει εφαρμογής στην περίπτωση που εξετάζεται όσο και των γεγονότων. ("It is well established that the applicant on an ex parte application owes a duty to provide to the court proper guidance as to the relevant law as well as to make a proper presentation of the facts.") Στο Σύγγραμμα Gee on Commercial Injunctions 6η έκδ. στις παραγράφους 9-006 και 9-007 επισημάνθηκε ότι σε μονομερείς αιτήσεις αποτελεί καθήκον του δικηγόρου του αιτητή να διασφαλίσει ότι πιθανές υπερασπίσεις και μαρτυρία που τις στηρίζουν τίθενται υπόψη του Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα, η πλευρά του αιτητή σε τέτοιες περιπτώσεις θα πρέπει να εντοπίσει πιθανές υπερασπίσεις οι οποίες θα μπορούσαν να είχαν εγερθεί από τον αντίδικο, αν αυτός ήταν παρών στη διαδικασία εξέτασης της αίτησης, και νοουμένου ότι τέτοιες υπερασπίσεις θα ήταν λογικά αναμενόμενο να εγερθούν από την άλλη πλευρά. Παρατίθενται πιο κάτω οι σχετικές περικοπές: "9-006 Furthermore, on the hearing of the without-notice application it is the duty of counsel to ensure that defences32 and evidence in support of them are specifically drawn to the attention of the judge. Merely mentioning the existence of such material without showing it to the judge may in itself be misleading, or give the case a different flavour. Counsel has a personal duty to the court to ensure that the judge sees all the relevant material.33' '9-007 The applicant must identify any defences, which, although not yet taken, would have been available to be taken by the defendant had he been present at the application,35 provided that:
(1)the defence is one which can reasonably be expected to be raised in due course by the defendant36;
(2)the defence is not one which can be dismissed as without substance or importance37 (e.g. an argument based on a misconceived interpretation of a statutory provision). This is simply an aspect of the applicant's duty to give a fair account of the case for and against the defendant, identifying the crucial points for and against the granting of the application. The duty of full disclosure and fairness requires the applicant to place before the court relevant legal points.38' (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Bank Mellat v. Nikpour [1985] F.S.R. 87 αποτελεί υποχρέωση του Αιτητή να αναφερθεί στην υπεράσπιση την οποία αναμένει ότι η αντίδικη πλευρά θα εγείρει (".i think that, as is well established by authority, it is their duty on any such application to state any defence which they anticipate will be relied by the other side"'.) Στο Σύγγραμμα Gee on Commercial Injunctions (πιο πάνω) υπογραμμίζεται η υποχρέωση του Αιτητή σε τέτοιου είδους αιτήσεις όπως επισύρει την προσοχή του Δικαστηρίου στη νομολογία αλλά και στις νομοθετικές διατάξεις οι οποίες είναι σχετικές με την αίτηση του.("It is the duty of counsel to draw to the attention of the judge the case law and statutory provisions which are relevant to the application"'.) Στην υπόθεση Fundo Soberano De Angola v. Jose Filomeno Dos Santos
(2018)EWCH 2199 (Comm) τονίστηκε ότι όταν το Δικαστήριο κατ΄εξαίρεση των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης προχωρεί, στην απουσία της άλλης πλευράς, να εξετάσει μια μονομερή αίτηση, θα πρέπει να διασφαλίζει ότι ο διάδικος που παρουσιάζεται μόνος θα παρουσιάσει τη μαρτυρία και την επιχειρηματολογία του με τρόπο που δεν θα προωθεί μόνο τα δικά του συμφέροντα αλλά με ένα ακριβοδίκαιο τρόπο επισύροντας την προσοχή του Δικαστηρίου στη μαρτυρία και τα επιχειρήματα τα οποία λογικά θα ανέμενε τον αντίδικο του να προβάλει. Πρόκειται για ένα καθήκον που οφείλει προς το Δικαστήριο το οποίο υφίσταται για να διασφαλίζει την ακεραιότητα της διαδικασίας ενώπιον του. Παρατίθεται η πιο κάτω περικοπή από την παράγραφο 51 της εν λόγω απόφασης: "51 Three points which are relevant to the current applications deserve emphasis. The importance of the duty has often been emphasised in the authorities. It is necessary to enable the Court to fulfil its own obligations to ensure fair process under Article 6 of the European Convention on Human Rights . It is the necessary corollary of the Court being prepared to depart from the principle that it will hear both sides before reaching a decision, which is a basic principle of fairness. Derogation from that basic principle is an exceptional course adopted in cases of extreme urgency or the need for secrecy. If the court is to adopt that procedure where justice so requires, it must be able to rely on the party who appears alone to present the evidence and argument in a way which is not merely designed to promote its own interests, but in a fair and even-handed manner, drawing attention to evidence and arguments which it can reasonably anticipate the absent party would wish to make. It is a duty owed to the court which exists in order to ensure the integrity of the court's process". (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Και στη δική μας νομολογία αναγνωρίστηκε ότι η υποχρέωση αποκάλυψης δεν περιορίζεται μόνο σε γεγονότα αλλά ότι εκτείνεται και στο νόμο και στις νομικές αρχές. Το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση Commerzbank Auslandbanken Holding A.G. κ. ά v. Adeona Holdings Limited Πολιτική Έφεση αρ. Ε 6/2014 ημερ. 27/2/2015[16] είναι απόλυτα κατατοπιστικό: «Η υποχρέωση αποκάλυψης δεν περιορίζεται μόνο σε γεγονότα, αλλά εκτείνεται και στο νόμο και νομικές αρχές, καθώς και σε σημεία τα οποία ενδεχομένως να μην είναι υπέρ των Αιτητών (βλ. Swift Fortune Ltd (The Capaz Duckling) v. Magnifica Marine SA [2008] 1 Lloyd´s Rep. 54). ........... Αυτό υποβοηθά το δικαστήριο στο να αντιληφθεί όλα τα σχετικά σημεία, προτού αποφασίσει. Σχετικές είναι οι Siporex Trade S.A. v. Comdel Commodities Ltd [1986] 2 Lloyd´s Rep 428 QBD και Global Cruises S.A. κ.α. v. Metro Shipping & Travel Ltd, ανωτέρω.» Σημαντική παράμετρος είναι και η φύση του Διατάγματος. Όσο πιο δραστικό είναι το διάταγμα που ζητείται, τόσο μεγαλύτερη είναι η υποχρέωση πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης. Επισημαίνεται εδώ ότι το κατά πόσο είναι ουσιώδες ένα ζήτημα ή όχι προσδιορίζεται από το πλαίσιο της αντιδικίας των μερών. Όπως ήδη αναφέρθηκε ανωτέρω στα πλαίσια σκιαγράφησης της νομικής πτυχής αδιαμφισβήτητα ένας αιτητής ο οποίος προσφεύγει μονομερώς στο Δικαστήριο επιδιώκοντας την εξασφάλιση συγκεκριμένης θεραπείας έχει καθήκον να προβεί σε πλήρη και δίκαιη αποκάλυψη θέτοντας ξεκάθαρα, μέσω της Ένορκης Δήλωσης του, τα ουσιαστικά γεγονότα της υπόθεσης και επισύροντας την προσοχή του Δικαστηρίου στα συγκεκριμένα, κρίσιμα για την υπόθεση, στοιχεία. Να πω και κάτι άλλο. Το ότι το Δικαστήριο πιθανόν να είχε εκδώσει τα αιτούμενα προσωρινά Διατάγματα ακόμη και αν τα πλήρη γεγονότα είχαν αποκαλυφθεί δεν έχει σημασία. Όπως αναφέρεται στο Σύγγραμμα Injunctions του David Bean, 10η έκδοση, στη σελ. 125, παρά. 7.46: "The fact that the judge might well have made the same order even if the full facts had been disclosed is beside the point..." Επαναλαμβάνω. Η υποχρέωση στον Αιτητή που προσφεύγει στο Δικαστήριο ζητώντας, μονομερώς, θεραπεία είναι να αποκαλύπτει όλα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία το Δικαστήριο θα έπρεπε να έχει υπόψη του συμπεριλαμβανομένων και ζητημάτων που ο Αιτητής θεωρεί αναμενόμενο να εγερθούν ή να προβληθούν από τον αντίδικο του, είτε σε σχέση με τη ουσιαστική απαίτηση, είτε σε σχέση με το αίτημα για προσωρινή θεραπεία[17]. Να πω και κάτι τελευταίο. Η αρχή της μη αποκάλυψης τυγχάνει εφαρμογής όχι μόνο στις περιπτώσεις που ένας αιτητής παραλείπει εντελώς να αποκαλύψει τα γεγονότα, αλλά και όταν αυτά εκτίθενται με τέτοιο τρόπο που μπορεί να είναι ελλιπής ή παραπλανητικός, ανεξάρτητα αν αυτό γίνεται εσκεμμένα ή όχι. Επισημαίνεται ότι με τα όσα καταγράφηκαν ανωτέρω το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στα πλαίσια της υπό κρίση Αίτησης στην ουσία της μεταξύ των διαδίκων διαφοράς. Όλες οι αναφορές που γίνονται πιο πάνω έγιναν για να καταδειχθεί το ουσιώδες των γεγονότων και της νομικής πτυχής το οποίο εξετάζεται υπό το φως των δεδομένων της υπόθεσης και τα οποία, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δεν τέθηκαν ενώπιον του προς το σκοπό επισήμανσης της υποχρέωσης που είχε η πλευρά των Αιτητών αφενός να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου κατά το στάδιο που προσέφυγαν σ΄ αυτό μoνομερώς όλο το φάσμα αυτών των γεγονότων και αφετέρου την πλήρη εικόνα της νομικής κατάστασης που σχετίζετο με τη βάση των δικαιωμάτων και διεκδικήσεων τους, κατά τρόπο δίκαιο για να αξιολογηθεί και σταθμιστεί η επίδραση τους στην κρίση για έκδοση ή μη στην απουσία της άλλης πλευράς, των αιτουμένων Διαταγμάτων. Έχω την πεποίθηση ότι τα μη αποκαλυφθέντα από τους Αιτητές γεγονότα και οι πιθανές υπερασπίσεις και/ή ενστάσεις που ήταν εύλογα αναμενόμενο να εγερθούν από την άλλη πλευρά και, επίσης, ο γενικότερος τρόπος παρουσίασης όλων των στοιχείων ήσαν τέτοια που οδηγούν στο συμπέρασμα ότι οι Αιτητές παρέλειψαν να επιτελέσουν σε ουσιώδη βαθμό την υποχρέωση τους για αποκάλυψη με πλήρη, ειλικρινή και δίκαιο τρόπο έτσι ώστε να μπορούσε το Δικαστήριο στο στάδιο που εξέταζε τη μονομερή τους Αίτηση να προβληματιστεί κατάλληλα και να ασκήσει ορθά και δίκαια τη διακριτική του ευχέρεια. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Ενόψει των πιο πάνω διαπιστώσεων στις οποίες έχω προβεί και οι οποίες αφορούν και αναφέρονται σε αποτυχία των Εναγόντων να εκπληρώσουν το καθήκον της πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης όλων των ουσιωδών γεγονότων παρέλκει η εξέταση των υπόλοιπων ζητημάτων που είχαν εγερθεί και αφορούν την εξέταση της ουσίας και, ειδικότερα, της ικανοποίησης η μη των προϋποθέσεων για έκδοση συντηρητικών Διαταγμάτων. Ως αποτέλεσμα η υπό κρίση Αίτηση απορρίπτεται και τα εκδοθέντα προσωρινά Διατάγματα ακυρώνονται στην ολότητα τους. Όσον αφορά τα έξοδα δεν βλέπω κανένα λόγο να αποκλίνω από το γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής και, κατά συνέπεια, αυτά επιδικάζονται σε βάρος των Εναγόντων/Αιτητών και προς όφελος των Εναγομένων/Καθ' ων η Αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ...................... Λ. Δημητριάδου - Ανδρέου, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Λ.Δ. [1] Δέστε Decades v. Studio
(1996)1 A.A.Δ. και Αίτηση Χάρη Φεσσ ά
(1990)1 Α.Α.Δ. 704. 2 Δέστε Acropol Shipping Co Ltd v. Petros I. Rossis
(1976)1 C.L.R. 38, Constantinides v. Macrigiorgi
(1978)1 C.L.R. 585, M & M Transport v. Εται ρεία Α στι κ ών Λ εω φ ορείων
(1981)1 C.L.R. 605, Odysseosv. Pieris Estates
(1982)1 C.L.R. 557, National Bank of Greece S.A. v. Motovia Ltd
(1987)1 C.L.R.303, Pastella Marine Co Ltd v. National Iranian Tanker Co Ltd
(1987)1 C.L.R. 583, 599-602, Metro Shipping & Travel Ltd v. Global Cruises S.A.
(1989)1 Α.Α.Δ. 182, Ζεμενί δη ς ν. Ζεμενί δο υ
(1992)1 Α.Α.Δ. 54, Τσ ολά κη ν. Στυλι ανί δη
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 282), Louis Vuitton v. Dermosak Limited κ.α.
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1453. [3] Δέστε Bacardi v. Vinco
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 788 Ζην τί λη ς ν. Ανδρ έου
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1603, Mitsingas v. Timberland
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1791 και Άκης (Μεταφορές Δεμάτων) Εξπρές Λτδ ν. C. Kokkouri Trading
(1998)1 Α.Α.Δ. 149. [4] Δέστε Hadjikyriacos Co Ltd v. United Biscuits UK Ltd
(1984)1 C.L.R. 263, 267-268, Δη μ οκ ρα τί α τη ς Σλοβενί ας ν. Beograbska Banka
(1999)1 (Α) Α.Α.Δ. 225, 235, P.A. Micrologic Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802. [5] Δέστε Adidas v. Jonitexo Ltd
(1984)1 C.L.R. 263, Ά κη ς άλλω ς Γρηγό ρη ς Ν. Γρηγορί ου κ. α. ν. Χρι στι άν α Στ αύρ ου Χρι στ οφ όρ ου
(1995)1 Α.Α.Δ.
  1. [6] 4.
  2. «Προβάλλεται στην παράγραφο 2 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την Ένσταση Προσωρινού Διατάγματος ότι με βάση γνωμάτευση των Άγγλων δικηγόρων κ.κ. XXXXX Howe Q.C. και XXXXX Saoul (Τεκμήριο 2 στην Ένσταση Προσωρινού Διατάγματος) επιβεβαιώνεται ότι το Διάταγμα Harbour ημερομηνίας 30/07/2018 (Τεκμήριο 2 στην Αίτηση Προσωρινού Διατάγματος) παρέχει εξουσία στην Harbour Fund ΠΙ LP (η Harbour) να διορίζουν δικηγόρους εκ μέρους των Εναγομένων 6-
  3. Όμως, τόσο στην εν λόγω γνωμάτευση όσο και στην Ένσταση Προσωρινού Διατάγματος πουθενά δεν αναφέρεται και ούτε αποκαλύπτεται ότι ο XXXXX Howe Q.C. είναι αφ' ενός μεν δικηγόρος που εκπροσωπεί τους Εναγόμενους 6-9 στο Ηνωμένο Βασίλειο και αφετέρου είναι μέλος της επιτροπής επενδύσεων της Harbour Fund III LP, ως αυτό προκύπτει από ηλεκτρονική έρευνα που διενήργησαν οι δικηγόροι των Εναγόντων στο διαδίκτυο μετά την καταχώριση της Ένστασης Προσωρινού Διατάγματος, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
  4. Ενόψει τούτου και εξ όσων πληροφορούμαι από τους δικηγόρους των Εναγόντων, ο XXXXX Howe Q.C. και η Harbour στην οποία ο ίδιος συμμετέχει, ως αναφέρεται ανωτέρω, αναμένεται να έχει τεράστιο χρηματικό όφελος σε περίπτωση εκτέλεσης της Αγγλικής Απόφασης και, επομένως, δεν μπορεί να θεωρηθεί υπό τις περιστάσεις ως ανεξάρτητος εμπειρογνώμονας. Το ζήτημά αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, δοθέντος του ότι οι Εναγόμενοι 6-9 παρέλειψαν να το θέσουν, αν και το γνώριζαν.» [7] Δέστε Louis Vuitton v. Δέρμ οσ α κ
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1453, 1463. [8] Δέστε Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co. Ltd,
(1996)1 Α.Α.Δ. 597, 601-602 Δέστε, επίσης, και την σχετικά πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση Commerzbank Auslandbanken Holding A.G. κ. ά v. Adeona Holdings Limited Πολιτική Έφεση αρ. Ε 6/2014 ημερ. 27/2/
  1. [9] 12Β. Χωρίς επηρεασμό των διατάξεων του Κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου της 22ας Δεκεμβρίου 2000 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία στην περίπτωση που: (α) το εφαρμοστέο δίκαιο εμπιστεύματος ή συγκεκριμένης πτυχής του εμπιστεύματος είναι το δίκαιο της Δημοκρατίας· (β) ο επίτροπος οποιουδήποτε εμπιστεύματος είναι κάτοικος της Δημοκρατίας· (γ) εταιρεία ενεργεί ως επίτροπος εταιρεία παροχής διοικητικών υπηρεσιών, εφόσον αυτή έχει συσταθεί στη Δημοκρατία· (δ) οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο του εμπιστεύματος βρίσκεται στην Δημοκρατία· (ε) η διοίκηση οποιουδήποτε εμπιστεύματος διεξάγεται στην Δημοκρατία· (στ) τα μέρη αποδέχονται τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου· (ζ) το έγγραφο που δημιουργεί ή που τεκμηριώνει το εμπίστευμα περιέχει πρόβλεψη για παραπομπή των διαφορών στη δικαιοδοσία των Δικαστηρίων της Δημοκρατίας: Νοείται ότι τέτοια δικαιοδοσία είναι αποκλειστική, εκτός εάν στο έγγραφο που δημιουργεί ή που τεκμηριώνει το εμπίστευμα προβλέπεται διαφορετικά. (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) [10] Δέστε τις αποφάσεις του ΔΕΕ Turner v. Grovit C-159/02, [2004] 2 All ER (Comm) 381 και Allianz Spa v. West Tankers Inc Case C-185/
  2. Όπως αναφέρθηκε στην Turner v. Grovit (ανωτέρω): "The Convention of 27 September 1968 on Jurisdiction and the Enforcement of Judgments in Civil and Commercial Matters, as amended by the Convention of 9 October 1978 on the accession of the Kingdom of Denmark, Ireland and the United Kingdom of Great Britain and Northern Ireland, by the Convention of 25 October 1982 on the accession of the Hellenic Republic and by the Convention of 26 May 1989 on the accession of the Kingdom of Spain and the Portuguese Republic, is to be interpreted as precluding the grant of an injunction whereby a court of a Contracting State prohibits a party to proceedings pending before it from commencing or continuing legal proceedings before a court of another Contracting State, even where that party is acting in bad faith with a view to frustrating the existing proceedings". Επίσης στην υπόθεση Allianz Spa v. West Tankers Inc (ανωτέρω) λέχθηκε ότι: "It is incompatible with Council Regulation (EC) No 44/2001 of 22 December 2000 on jurisdiction and the recognition and enforcement of judgments in civil and commercial matters for a court of a Member State to make an order to restrain a person from commencing or continuing proceedings before the courts of another Member State on the ground that such proceedings would be contrary to an arbitration agreement". (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) [11] Δέστε παράγραφο 51 της ένορκης δήλωσης της XXXXX Arip:
  3. "I would like to inform the Court that: 51.1 on the 22nd January 2018 I filed an application before the Nicosia District Court in Case No. 20/18, concerning another trust settlement, the WS Settlement, which was established on the 24th December 2008 (the Nicosia Proceedings). I attach as Exhibit 31 to this affidavit a copy of the said application and the supporting affidavit filed in the Nicosia Proceedings whereby some of the requested reliefs were issued ex parte on 24th January 2018 and, subsequently, on the 5th March 2018 all the requested reliefs became absolute (the Nicosia Order). A copy of the Nicosia Order is hereby attached as Exhibit
  4. Defendants 6-9 unsuccessfully challenged the Nicosia Order before the Supreme Court. A copy of the judgment issued by the Supreme Court in relation to the Nicosia Proceedings and the Nicosia Order is attached as Exhibit
  5. Defendants 6-9 have subsequently filed applications to set aside the Nicosia Proceedings and the Nicosia Order which was issued in default of their appearance. These proceedings are currently pending before the Nicosia District Court. 51.2 on the 23rd January 2018 I filed an application before the Larnaca District Court in Case No. 05/18, concerning another trust settlement, the Wycombe Settlement, which was established on the 29th April 2009 (the Larnaca Proceedings). I attach as Exhibit 34 to this affidavit a copy of the said application and the supporting affidavit filed in the Larnaca Proceedings whereby the Court issued on the 24th January 2018 the requested reliefs which subsequently, on the 9th March 2018, have become absolute (the Larnaca Order). A copy of the Larnaca Order is hereby attached as Exhibit
  6. Defendants 6-9 unsuccessfully challenged the Larnaca Order before the Supreme Court. A copy of the judgment issued by the Supreme Court in relation to the Nicosia Proceedings and the Nicosia Order is attached as Exhibit
  7. Defendants. 6-9 have subsequently filed applications to set aside the Larnaca Proceedings and the Larnaca Order which was issued in default of their appearance. These proceedings are currently pending before the Larnaca District Court". [12] The following courts of a Member State shall have exclusive jurisdiction, regardless of the domicile of the parties:
(5)in proceedings concerned with the enforcement of judgments, the courts of the Member State in which the judgment has been or is to be enforced. [13] Article 24 The following courts of a Member State shall have exclusive jurisdiction, regardless of the domicile of the parties:
(1)in proceedings which have as their object rights in rem in immovable property or tenancies of immovable property, the courts of the Member State in which the property is situated. [14]
  1. The court or courts of a Member State on which a trust instrument has conferred jurisdiction shall have exclusive jurisdiction in any proceedings brought against a settlor, trustee or beneficiary, if relations between those persons or their rights or obligations under the trust are involved. [15]
  2. Agreements or provisions of a trust instrument conferring jurisdiction shall have no legal force if they are contrary to Articles 15, 19 or 23, or if the courts whose jurisdiction they purport to exclude have exclusive jurisdiction by virtue of Article
  3. [16] Δέστε και την πολύ πρόσφατη απόφαση Αναφορικά με την Αίτηση της Ελληνικής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολιτική ECLI:CY:AD:2018:D412, Αίτηση αρ. 92/2018, ημερ. 20/9/
  4. [17] Όπως αναφέρεται στο Σύγγραμμα Injunction του David Bean 10η έκδοση στη σελ. 83, παρα. 5.21: "A statement in support of an application for an injunction should contain a clear and concise statement of the following: (a) the facts relied on for the claim; (b) if the application is made without notice, the reasons for giving none: (c) all material facts of which the court should be aware, including any answer asserted by the defendant (or which he is thought likely to assert) either to the substantive claim or to the claim for interim relief, and any facts known to the applicant which might lead the court not to grant relief without notice." (δική μου υπογράμμιση για σκοπούς έμφασης) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.