← Κύπρος

Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Λάρνακας κ.α., Αρ. Αίτησης: 118/17, 6/9/2018

Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Λάρνακας κ.α., Αρ. Αίτησης: 118/17, 6/9/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2018:A127 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπάμιχαηλ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 118/17 Επί τοις αφορώσι τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμο 9/1965, όπως τροποποιήθηκε από το Άρθρο 2 του Νόμου 139(Ι)/2015 και Επί τοις αφορώσι την Αίτηση της Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Αιτήτρια / Εφεσείουσα και

  1. Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Λάρνακας
  2. Επιχειρήσεις XXXX Λίμιτεδ
  3. Κ. XXXX & Σία Λίμιτεδ Καθ΄ ων η αίτηση / Εφεσίβλητοι Ημερομηνία: 6.9.
  4. Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές: κα Θ. Καϊλή για Α. Κακογιάννης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ (κα Ρ. Σορντίνη για να ακούσει απόφαση). Για τον Καθ΄ ου η Αίτηση 1: κα Θ. Κουμή. Για τους Καθ΄ ων η Αίτηση 3: κ. Θ. Χατζηγεωργίου. Α Π Ο Φ Α Σ Η Με αίτηση της η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ επιδιώκει τις ακόλουθες θεραπείες: "Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να ακυρώνει και/ή αναστέλλει την απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογικού Γραφείου Λάρνακας ημερ.25.9.2017 η οποία επισυνάπτεται ως Παράρτημα Α. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να ακυρώνει και/ή τερματίζει και/ή αναστέλλει την ειδοποίηση που επιδόθηκε στην Αιτήτρια την 25.5.2017 και που επισυνάπτεται με την παρούσα ως Παράρτημα Β. Γ. Διάταγμα και/ή δήλωση και/ή απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να παραμερίζεται και/ή ακυρώνεται και/ή κηρύσσεται αντισυνταγματική και άκυρη και άνευ νομικής ισχύος και/ή νομικά και πραγματικά εσφαλμένη η απόφαση και/ διαδικασία που αναφέρεται στις ειδοποιήσεις / αποφάσεις του Διευθυντή του Κτηματολογίου ημερ. 25.5.2017 και 25.9.2017 (Παράρτημα Α και Παράρτημα Β). Δ. Διάταγμα και/ή απόφαση και/ή δήλωση του Δικαστηρίου με την οποία να κηρύσσει τις πρόνοιες των Άρθρων 44ΙΗ- 44ΚΖ ως αυτές ενσωματώθηκαν στον Νόμο 9/1965 δυνάμει του Άρθρου 2 του Νόμου 139(Ι)/2015 αντισυνταγματικές και/ή άκυρες και/ή ότι παραβιάζουν το Άρθρο 23 και Άρθρο 26 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, Ε. Διάταγμα και/ή απόφαση και/ή δήλωση του Δικαστηρίου με την οποία να κηρύσσει τις πρόνοιες των Άρθρων 44ΙΗ- 44ΚΖ ως αυτές ενσωματώθηκαν στον Νόμο 9/1965 δυνάμει του Άρθρου 2 του Νόμου 139(Ι)/2015 αντισυνταγματικές και/ή άκυρες και/ή ότι παραβιάζουν τη Συνταγματική Αρχή της Διάκρισης των Εξουσιών. ΣΤ. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία ήθελε θεωρηθεί δίκαιη υπό τις περιστάσεις το Δικαστήριο. Ζ. Έξοδα πλέον ΦΠΑ." Η αίτηση έχε ως νομική βάση το Ν.14/60άρθρα 29, 31-32, τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6, άρθρα 4, 5, 6, 7, 9, τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 θ1, 2, 3, 4, 6, 7, 8, 9, Δ.55, τον Νόμο 9/1965, άρθρα 12Α, 16, 17, 18, 19, 21-36, Μέρος VI, VIA, VIB, άρθρο 51, τους περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Προστασία Αγοραστών) Κανονισμούς του 2015, τον περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμό του 1956 (622/1956), το Σύνταγμα γης Κυπριακής Δημοκρατίας άρθρα 23, 26, 28, 29 και 30, τον περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113, επί των αρχών της επιείκειας και επί τις συμφυείς εξουσίες και πρακτικής του Δικαστηρίου. Οι λόγοι έφεσης που εμφαίνονται στο σώμα της έφεσης είναι οι ακόλουθοι: "(α) Η απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου ημερ. 25/05/2017 και 25/09/2017 είναι εσφαλμένη και/ή αυθαίρετη και στηρίζεται σε νομική πλάνη με αποτέλεσμα να πλήττεται αφόρητα και/ή ανεπανόρθωτα η Αιτήτρια/Εφεσείουσα. (β) Η απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου ημερ. 25/05/2017 και 25/09/2017 να προχωρήσει με την απαλλαγή των ακινήτων με αρ. εγγραφής XXXX και XXXX, Φ./Σχ. 40/5XX1 τεμάχια 7X3 και 7X4 στην Αραδίππου, στη Λάρνακα, από τις Υποθήκες με αρ. Υ'4989/2005 και Υ'2420/2007 είναι άκυρη και/ή λανθασμένη καθότι στηρίζεται σε διατάξεις του Νόμου 9/1965 οι οποίες παραβιάζουν συνταγματικά δικαιώματα της Αιτήτριας. (γ) Η απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου ημερ. 25/05/2017 και 25/09/2017 η οποία λήφθηκε στη βάση των διατάξεων των Άρθρων 44ΙΗ-44ΚΖ ως αυτές ενσωματώθηκαν με το Άρθρο 2 του Νόμου 139(Ι)/2015 στο Νόμο 9/1965 παραβιάζει το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα ιδιοκτησίας και/ή περιουσίας της Αιτήτριας βάσει του Άρθρου 23 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Οι διατάξεις των Άρθρων 44ΙΚ-44ΚΖ ως αυτές ενσωματώθηκαν με το Άρθρο 2 του Νόμου 139(Ι)/2015 στο Νόμο 9/1965, στη βάση των οποίων λήφθηκε η εφεσιβληθείσα απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου, εξαϋλώνουν και/ή αδρανοποιούν και/ή αποστερούν και/ή περιορίζουν την περιουσία και τα περιουσιακά/ιδιοκτησιακά δικαιώματα της Αιτήτριας τα οποία απορρέουν από τις Υποθήκες με αρ. Υ'4989/05 και Υ'2420/07 χωρίς να παρέχεται οποιαδήποτε και/ή εύλογη αποζημίωση στην Αιτήτρια. Με τα εν λόγω άρθρα του Νόμου 9/1965, ο Διευθυντής του Κτηματολογίου, επιβάλλει αδικαιολόγητη στέρηση και/ή επιβάρυνση και/ή περιορισμό στην περιουσία και ιδιοκτησιακά δικαιώματα της Αιτήτριας χωρίς οποιανδήποτε και/ή εύλογη αποζημίωση. Περαιτέρω, η Αιτήτρια αποστερείται του δικαιώματος της στον έλεγχο και απόλαυση της επίδικης ακίνητης ιδιοκτησίας η οποία έχει υποθηκευθεί προς όφελος της έναντι τραπεζικών διευκολύνσεων. Επιπρόσθετα, οι εν λόγω παραβιάσεις, γίνονται χωρίς οποιαδήποτε αιτιολογία. (δ) Η απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου ημερ. 25/05/2017 και 25/09/2017 η οποία λήφθηκε στη βάση των διατάξεων των Άρθρων 44ΙΗ- 44ΚΖ ως αυτές ενσωματώθηκαν με το Άρθρο 2 του Νόμου 139(Ι)/2015 στον Νόμο 9/1965 παραβιάζει το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα του συμβάλλεσθαι της Αιτήτριας βάσει του άρθρου 26 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Οι διατάξεις των Άρθρων 44ΙΚ-44ΚΖ ως αυτές ενσωματώθηκαν με το Άρθρο 2 του Νόμου 139(Ι)/2015 στον Νόμο 9/196, στη βάση των οποίων λήφθηκε η εφεσιβληθείσα απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου, παρεμβαίνουν στο δικαίωμα των συμβαλλομένων να επιλέξουν και/ή να διαμορφώσουν ελεύθερα το περιεχόμενο και/ή τους όρους των μεταξύ τους συμβάσεων, και/ή παρεμβαίνουν στις ήδη αποκρυσταλλωμένες συμβατικές σχέσεις και δικαιώματα της Αιτήτριας με την ενυπόθηκη οφειλέτιδα εταιρεία και επιφέρουν εκ των υστέρων κατάργηση και/ή τροποποίηση των υφιστάμενων συμβάσεων και των όρων αυτών και/ή αποτρέπουν την εκτέλεση των εν λόγω συμβάσεων κατά τρόπο αντίθετο προς τη βούληση των συμβαλλομένων και το άρθρο 26 του Συντάγματος, με την εκ των υστέρων των συμβάσεων Υποθήκης Υ'4989/05 και Υ'2420/07 νομοθετική παρέμβαση, ήτοι με την θέσπιση των άρθρων 44ΙΗ-44ΚΖ του Ν.9/1965, στρεβλώνεται η βούληση των συμβαλλομένων μερών. Επιπρόσθετα, οι εν λόγω παραβιάσεις γίνονται χωρίς οποιαδήποτε δικαιολόγηση και ούτε στη βάση των γενικών αρχών του δικαίου των συμβάσεων. (ε) Η απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου ημερομηνίας 25/05/2017 και 25/09/2017 είναι εσφαλμένη καθ' ότι στηρίζεται στις διατάξεις των Άρθρων 44ΙΗ- 44ΚΖ ως αυτές ενσωματώθηκαν με το Άρθρο 2 του Νόμου 139(Ι)/2015 στο Νόμο 9/1965 οι οποίες είναι άκυρες και/ή αντίθετες και/ή ασύμφωνες με τη Συνταγματική Αρχή Διάκρισης των Εξουσιών. Η δικαιοδοσία του Καθ' ου η Αίτηση 1 δεν εκτείνεται στην επίλυση διαφορών, αναγόμενων στην ιδιοκτησία ακινήτου ή παράβαση σύμβασης οι οποίες αποτελούν αρμοδιότητα των Δικαστηρίων και υπάγονται στη δικαιοδοσία πολιτικού Δικαστηρίου. Στην παρούσα περίπτωση η θέσπιση από την Βουλή των Αντιπροσώπων των Άρθρων 44ΙΗ-44ΚΖ του Νόμου καταστρατηγεί μεταξύ άλλων την αποκλειστική δικαιοδοσία και/ή εξουσία και/ή αρμοδιότητα του Δικαστηρίου να ασκεί δικαστική εξουσία επί επίλυσης περιουσιακών διαφορών και/ή θεμάτων παραβίασης και/ή εκτέλεσης μιας σύμβασης και/ή επίλυσης διαφορών εντός της σφαίρας του ιδιωτικού δικαίου. Τα Άρθρα 44ΙΗ-44ΚΖ του Νόμου εκχωρούν στον Καθ' ου η Αίτηση 1, ήτοι μια μη Δικαστική Αρχή- κατά παράβαση της Αρχής της Διάκρισης των Εξουσιών-δικαστική εξουσία και επιτρέπουν στον Καθ'ου η Αίτηση 1 να ασκεί δικαστική εξουσία κατά παράβαση της Συνταγματικής Αρχής της Διάκρισης των Εξουσιών. (στ) Η απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου ημερομηνίας 25/05/2017 και 25/09/2017 είναι εσφαλμένη καθ' ότι στηρίζεται στις διατάξεις των Άρθρων 44ΙΗ- 44ΚΖ ως αυτές ενσωματώθηκαν με το Άρθρο 2 του Νόμου 139(Ι)/2015 στο Νόμο 9/1965 οι οποίες είναι άκυρες και/ή αντίθετες και/ή ασύμφωνες με τα άρθρα 23, 26,28 και 29 του Συντάγματος, και την Αρχή της Διάκρισης των Εξουσιών και εν πάση περιπτώσει, άδικες προς τα δικαιώματα και συμφέροντα της Αιτήτριας. (ζ) Η απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου ημερομηνίας 25/05/2017 και 25/09/2017 είναι εσφαλμένη και/ή νομικά άκυρη και/ή αντισυνταγματική καθότι υποβοηθά την Καθ' ης η Αίτηση 2 να αποφύγει τις συμβατικές της υποχρεώσεις προς την Αιτήτρια και παραβιάζει τις πρόνοιες των εγγράφων Υποθήκης που υπογράφτηκαν μεταξύ της Αιτήτριας και της Καθ' ης η Αίτηση
  5. (η) Η απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου ημερομηνίας 25/05/2017 και 25/09/2017 είναι εσφαλμένη και/ή νομικά αβάσιμη καθότι ο Διευθυντής του Κτηματολογίου δεν εξάσκησε τη διακριτική του ευχέρεια που του παρέχεται από το Νόμο 9/1965 σωστά. (θ) Η απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου ημερομηνίας 25/05/2017 και 25/09/2017 δεν είναι επαρκώς αιτιολογημένη." Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. Μάριου Σωφρονίου υπαλλήλου των Αιτητών-Εφεσειόντων, ο οποίος στις παραγράφους 2-15 που παραθέτω αυτούσιες κατωτέρω θέτει το υπόβαθρο και επεξηγεί και τους λόγους που οδήγησαν στην καταχώρηση της: "
  6. Κατά η περί την 24/10/2005 ενεγράφη στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου η Υποθήκη με αριθμό Υ'4989/05 από την Καθ' ης η Αίτηση 2 προς όφελος της Αιτήτριας. Επισυνάπτω σχετικά έγγραφα Υποθήκης μετά συνημμένων αντιγράφων τίτλων ιδιοκτησίας ως Τεκμήριο A
  7. Κατά ή περί την 17/04/2007 ενεγράφη στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας η Υποθήκη με αριθμό Υ'2420/07 από την Καθ' ης η Αίτηση 2 προς όφελος της Αιτήτριας. Επισυνάπτω σχετικά έγγραφα Υποθήκης μετά συνημμένων αντιγράφων τίτλων ιδιοκτησίας ως Τεκμήριο Β
  8. Οι Υποθήκες Υ4989/05 και Υ2420/07 ενεγράφησαν μεταξύ άλλων στα ακίνητα με αριθμό εγγραφής XXXX Φ/ Σχ. 40/5XX1, Τμ.X, Τεμ.7X3 και με αρ εγγραφής XXXX, Φ.Σχ 40/5XX1 , Τμ. X, Τεμ. 7X4 στην Αραδίππου στην Επαρχία Λάρνακας ιδιοκτησίας της Καθ' ης η αίτηση
  9. Επισυνάπτω σχετικό Πιστοποιητικό έρευνας του Κτηματολογίου Πάφου, ως Τεκμήριο Γ.
  10. Οι Υποθήκες με αρ. Υ4989/05 και Υ'2420/07 εξασφάλιζαν και συνεχίζουν να εξασφαλίζουν μέχρι σήμερα, υποχρεώσεις της Καθ' ης η Αίτηση 2 προς την Αιτήτρια. Το ποσό για το οποίο ενεγράφη η Υποθήκη 4989/05 ήταν για ΛΚ266.000 ήτοι €454.487,98σ πλέον τόκο 6.75%(κυμαινόμενο). Το ποσό για το οποίο ενεγράφη η Υποθήκη με αριθμό Υ'2420/07 ήταν για Λ. Κ. 150.000 ήτοι €256.290.21 σ. πλέον τόκο 6,75% (κυμαινόμενο).
  11. Η Καθ' ης η Αίτηση 2 οφείλει στην Αιτήτρια ποσό ύψους €734.576,85σ και €1.154.477,36 αντίστοιχα, πλέον τόκους δυνάμει συμφωνιών παραχώρησης πιστωτικών διευκολύνσεων και/ή παραχώρησης Τρεχούμενου Λογαριασμού και Λογαριασμού Δανείου. Επισυνάπτω δέσμη σχετικών Καταστάσεων Λογαριασμών, ως Τεκμήριο Δ.
  12. Περί τα τέλη Μαΐου 2017, η Αιτήτρια παρέλαβε επιστολή ημερ. 25/05/2017 από το Κτηματολόγιο Λάρνακας, τον «ΤΥΠΟ ΙΕ», την οποία επισυνάπτω ως Τεκμήριο Ε. με την οποία την πληροφορούσαν ότι ο Διευθυντής του Κτηματολογίου Πάφου προτίθετο να προχωρήσει με τη μεταβίβαση των ακινήτων με αρ. εγγραφής XXXX και XXXX που βαρύνονται με τις υποθήκες με αρ. Υ'2420/07 και Υ4989/05 στα ονόματα των αγοραστών/Καθ' ων η Αίτηση 3 και κατ' επέκταση με την εξάλειψη των πιο πάνω Υποθηκών. Εάν η Αιτήτρια επιθυμούσε να υποβάλει ένσταση στην μεταβίβαση αυτή και/ή αίτηση για μεταφορά των Υποθηκών σε άλλο ακίνητο της Καθ' ης η Αίτηση 2, θα έπρεπε να το κάμει τούτο εντός 45 ημερών από την παραλαβή της επιστολής ημερ. 25/05/
  13. Η Αιτήτρια υπέβαλε ένσταση στην μεταβίβαση του ακινήτου στα ονόματα των αγοραστών/καθ' ων η Αίτηση 3 και κατ' επέκταση στην εξάλειψη των πιο πάνω με αρ. Υ'2420/07 και Υ'4989/05 καθότι η Καθ' ης η Αίτηση 2/πωλητής δεν κατέχει άλλην ακίνητη περιουσία η οποία να είναι ελεύθερη εμπραγμάτων βαρών και/ή επιβαρύνσεων, ούτως ώστε να μεταφερθούν οι Υποθήκες σε αυτήν την περιουσία. Επισυνάπτω την επιστολή / ένσταση που απέστειλε η Αιτήτρια στο Κτηματολόγιο ως Τεκμήριο Στ.
  14. Ο Καθ' ου η Αίτηση 1 απάντησε στην Αιτήτρια με επιστολή του ημερ.25.9.2017 η οποία παραλήφθηκε από την Αιτήτρια στις 02/10/017 , απορρίπτοντας την ένσταση της και ειδοποίησε αυτήν ότι εκτός εάν προσκομίσει διάταγμα Δικαστηρίου που να διατάσσει διαφορετικά - εντός 30 ημερών - ο Διευθυντής θα προχωρήσει με μεταβίβαση των ακινήτων 8/508 και 89/509 στο όνομα των καθ' ων η αίτηση
  15. Επισυνάπτω την επιστολή ημερ.25/09/2017 ως Τεκμήριο Ζ. Το Τεκμήριο Ζ όπως φαίνεται από τη σφραγίδα, παρελήφθη από την Αιτήτρια στις 02/10/
  16. Παρουσιάζω επίσης, εκτίμηση που έχει διενεργηθεί από το εκτιμητικό γραφείο Landtourist ValuationsLLC, κατόπιν εντολής της Αιτήτριας για μερίδιο χωραφιού και τέσσερα οικόπεδα μεταξύ των οποίων και τα υποθηκευμένα με τις πιο πάνω αναφερόμενες υποθήκες, με αριθμό εγγραφής 8/508 και 8/509, ως Τεκμήριο Η Η αγοραία αξία του ακινήτου με αρ. εγγραφής 8/508 είναι €90.000 και του ακινήτου με αρ. εγγραφής 8/509 είναι €87.900, ως φαίνεται από την εν λόγω Εκτίμηση Τεκμήριο Η.
  17. Η Αιτήτρια δεν έχει στην κατοχή της, ούτε είχε ποτέ, το πωλητήριο έγγραφο ΠΩΕ 1109/10, του οποίου η συνομολόγηση και εγγραφή είναι μεταγενέστερη των με αρ. Υ'2420/07 και Υ'4989/05 στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας.
  18. Όπως φαίνεται από το Πιστοποιητικό Έρευνας του Κτηματολογίου ημερ. 02/06/2017, την οποία επισυνάπτω ως Τεκμήριο Γ ανωτέρω, οι Υποθήκες με αρ. Υ'2420/07 και Υ'4989/05 προηγούνται των υπόλοιπων επιβαρύνσεων που υπάρχουν στα ακίνητο με αριθμό XXXX και XXXX ιδιοκτησίας της Καθ' ης η Αίτηση
  19. Πρώτη επιβάρυνση είναι η Υποθήκη με αρ. Υ'4989/05 προς όφελος της Αιτήτριας για ποσό Λ.Κ.266.000 ήτοι €454.487,98 και έπεται η Υποθήκη με αρ. Υ'2420/07 για ποσό ΛΚ 150.000 ήτοι €256.290,
  20. Μετά τις αναφερόμενες πιο πάνω Υποθήκες έπεται το Πωλητήριο Έγγραφο με αριθμό ΠΩΕ1109/2010 προς όφελος της Εταιρείας Κ. XXXX & Σία Λτδ, Καθ' ων η Αίτηση
  21. Το πωλητήριο με αριθμό ΠΩΕ/1109/2010 είχε υπογράφει μεταξύ της Καθ' ης η Αίτηση 2 και των Καθ' ων η Αίτηση 3 και ουδεμία γνώση είχε η Αιτήτρια. Επίσης, ουδέποτε έδωσε τη συγκατάθεση της η Αιτήτρια στην πωλήτρια εταιρεία/ Καθ' ης η Αίτηση 2 να αποξενώσει/πωλήσει αυτό το ακίνητο, κάτι το οποίο η Καθ' ης η Αίτηση 2 έκαμε κατά παράβαση των μεταξύ των συμφωνιών/ εγγράφων Υποθηκών με αρ. Υ'4989/05 και Υ'2420/
  22. Το προϊόν από την πώληση των επίδικων ακινήτων ουδέποτε το εισέπραξε η Αιτήτρια και κανένας δεν γνωρίζει πότε και πως εισπράχθηκε το τίμημα του πωλητηρίου εγγράφου.
  23. Η απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου/Καθ' ου η Αίτηση 1 αναφορικά με την προτιθέμενη μεταβίβαση αντιβαίνει και καταστρατηγεί και βρίσκεται σε παραβίαση των όρων των Συμβάσεων Υποθηκών και πλήττονται ανεπανόρθωτα τα συμφέροντα και δικαιώματα της Αιτήτριας, τα οποία είχε κατοχυρώσει και προστατεύονταν από τις συμφωνίες Υποθήκευσης.
  24. Εάν ολοκληρωθεί η επικείμενη μεταβίβαση των ακινήτων XXXX και XXXX στο όνομα των Καθ' ων η Αίτηση 3 (ελευθέρα εμπράγματων βαρών) και ακυρωθούν οι Υποθήκες, τότε η αξία της υποθηκευμένης προς όφελος της Αιτήτριας, περιουσίας μειώνεται και οι υποχρεώσεις της καθ' ης η αίτηση 2 θα παραμείνουν ανεξασφάλιστες για μεγαλύτερο - απ' ότι είναι ήδη - ποσόν σύμφωνα με το Τεκμήριο Γ." Στην αίτηση-έφεση καταχώρησε ένσταση ο Καθ΄ ου η αίτηση 1 (Διευθυντής Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Λάρνακας) και η αγοράστρια Καθ΄ ης η αίτηση 3 εταιρεία η οποία επηρεάζεται από την απόφαση του Δικαστηρίου. Αντίθετα η πωλήτρια Καθ΄ ης η αίτηση 2 εταιρεία δεν εμφανίστηκε ποτέ στο Δικαστήριο παρά την επίδοση της αίτησης προς αυτούς στις 7.11.17 με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να προχωρήσει με την ακρόαση της αίτησης στην απουσία των Καθ΄ ων η αίτηση
  25. Τόσο ο Καθ΄ ου η αίτηση 1, όσο και οι Καθ΄ ων η αίτηση 3, υπεραμύνονται των αποφάσεων του Καθ΄ ου η αίτηση 1 ημερ. 25,5,17 και 25.9.17, ισχυριζόμενοι ότι αυτός ενήργησε εντός των πλαισίων του Νόμου και η απόφαση του είναι νόμιμη, αιτιολογημένη, σύμφωνα με το Νόμο και δεν παραβιάζει συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα του Αιτητή. Πρόσθετα ο Καθ΄ ου η αίτηση με την ένσταση του προβάλλει τις ακόλουθες δύο "προδικαστικές ενστάσεις": "
  26. Ο Καθ΄ ου η Αίτηση/Εφεσίβλητος 1 εγείρει προδικαστική ένσταση με την οποία ισχυρίζεται ότι τα διατάγματα, τα οποία ζητεί η αιτούσα είναι γενικού και/ή αόριστου περιεχομένου και/ή το Δικαστήριο δεν κέκτηται δικαιοδοσίας στο πλαίσιο της παρούσας αίτησης-έφεσης όπως εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα. 2.Άνευ βλάβης των πιο πάνω, ο Καθ΄ ου η Αίτηση 1 εγείρει και 2η προδικαστική ένσταση με την οποία ισχυρίζεται ότι η αιτούσα εμποδίζεται και/ή κωλύεται να προσβάλλει την ειδοποίηση ή/και απόφαση ημερομηνίας 25/11/2016, καθότι αυτή είναι προκαταρκτική και δεν συνιστά απόφαση εντός της έννοιας του άρθρου 51 του Νόμου και/ή εν πάση περιπτώσει, ο προβλεπόμενος κατά το Νόμο χρόνος για την ακύρωση έχει παρέλθει". Αμφότερες οι προδικαστικές ενστάσεις του Εφεσίβλητου - Καθ΄ ου η αίτηση 1 δεν έχουν έρεισμα. Πρόκειται για ιδιοκτησιακές (περιουσιακές) διαφορές μεταξύ των Αιτητών και των Καθ΄ ων η αίτηση. Υπάρχει ειλημμένη απόφαση του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Λάρνακας για απάλειψη της υποθήκης και μεταβίβαση του ακινήτου στο όνομα της αγοράστριας εταιρείας (Καθ΄ ης η αίτηση 3), που θα μπορούσε να επιλυθεί μόνο με προσφυγή στο Δικαστήριο δυνάμει των προνοιών του άρθρου 51 του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου 9/65 και του άρθρου 80 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας Νόμου, Κεφ.
  27. Ουσιαστικά οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι οι πρόνοιες των άρθρων 44ΙΗ-44ΚΖ που ενσωματώθηκαν στο Ν.9/65δυνάμει του άρθρου 2 του Νόμου 139(Ι)/15 είναι αντισυνταγματικές και κατά συνέπεια άκυρες γιατί παραβιάζουν τα άρθρα 23 και 26 του Συντάγματος και τη συνταγματική αρχή της διάκρισης των εξουσιών. Στις 24.10.2005 και 17.4.2007 η Καθ΄ ης η αίτηση 2 Εταιρεία ενέγραψε τις 2 επίδικες υποθήκες Υ4989/05 και Υ2420/07 αντίστοιχα επί των κτημάτων της Αρ. Εγγραφής 8/508 και 8/509 στην Αραδίππου της επαρχίας Λάρνακας προς όφελος των Αιτητών για εξασφάλιση δανείων και/ή πιστωτικών διευκολύνσεων που παραχωρήθηκαν προς αυτή. Σε μεταγενέστερο στάδιο τα δύο ενυπόθηκα κτήματα πωλήθηκαν στην Καθ΄ ης η αίτηση 3 Εταιρεία για να ακολουθήσει η αποστολή από τον Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Λάρνακας της ειδοποίησης ημερ. 25.5.17 στον τύπο ΙΕ (άρθρο 44ΚΒ του Νόμου), προς τους Αιτητές με την οποία τους πληροφορούσε ότι επροτίθετο να προχωρήσει στη μεταβίβαση των ακινήτων από την Καθ΄ ης η αίτηση 2 Εταιρεία (πωλητές) στην Καθ ΄ ης η αίτηση 3 Εταιρεία (αγοραστές) δυνάμει σύμβασης πώλησης η οποία είχε κατατεθεί στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας με αρ. ΠΩΕ 1109/2010 και ημερομηνία κατάθεσης 11.10.
  28. Οι Αιτητές υπέβαλαν ένσταση στις 26.6.17 την οποία ο Καθ΄ ου η αιτηση 1 απέρριψε στις 25.9.17 γιατί - όπως ανέφερε - δεν συνέτρεχε κανένας από τους δύο λόγους που προβλέπονται στο εδάφιο 3 του άρθρου 44ΚΒ του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου Ν.9/65, ότι δηλαδή δεν εκπληρώθηκαν πλήρως οι συμβατικές υποχρεώσεις των αγοραστών έναντι του πωλητή και/ή ότι η σύμβαση μεταξύ πωλητή και αγοραστή είναι άκυρη και/ή έχει τερματιστεί, και παρέπεμψε τους Αιτητές στο Δικαστήριο για την έκδοση διατάγματος που να απαγορεύει την υλοποίηση της απόφασης του. Το άρθρο 23 του Συντάγματος κατοχυρώνει το δικαίωμα της ιδιοκτησίας και το άρθρο 26 το δικαίωμα της ελευθερίας των συμβάσεων. Είναι η θέση των Αιτητών ότι τα άρθρα 44ΙΗ - 44ΚΖ που ενσωματώθηκαν στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμο 9/65, με το άρθρο 2 του Ν.139(Ι)/15 πλήττουν τα πιο πάνω συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα των Αιτητών. Στην υπό κρίση περίπτωση, και όπως προκύπτει από την αιτιολογική έκθεση του υπό κρίση Νόμου, η ψήφιση του Νόμου 139(Ι)/2015 για την εισαγωγή των διατάξεων των άρθρων 44ΙΗ-44ΚΖ στον Νόμο 9/1965, έγινε για να επιλύσει ". το πρόβλημα που υπάρχει σήμερα με τον μεγάλο αριθμό αγοραστών ακινήτων, οι οποίοι βρίσκονται εγκλωβισμένοι, παρά την εκπλήρωση των συμβατικών τους υποχρεώσεων." Καμία ρητή αναφορά γίνεται, είτε στην εν λόγω αιτιολογική έκθεση, είτε στις διατάξεις του υπό κρίση Νόμου, σε οποιονδήποτε από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 23.3 του Συντάγματος[1] οι οποίοι αποτελούν τους μόνους συνταγματικά αποδεκτούς λόγους για την επιβολή νόμιμου περιορισμού σε υφιστάμενο περιουσιακό ή ιδιοκτησιακό δικαίωμα. Στην υπό κρίση αιτιολογική έκθεση δεν στοιχειοθετείται επαρκώς η ανάγκη η οποία να δικαιολογεί παραβίαση του περιουσιακού δικαιώματος της Αιτήτριας, το οποίο προστατεύεται από το άρθρο 23 του Συντάγματος. Περαιτέρω, στην Δ. Πιτσιλλίδης κ.α. ν. Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου

(2004)3 ΑΑΔ 7, επισημάνθηκε πως: "Το δημόσιο συμφέρον πρέπει να εξυπηρετεί το σύνολο των πολιτών και όχι μια συγκεκριμένη τάξη πολιτών (Βλ. Basu Commentary on the Constitution of India, 4th edition σελ. 526, Police v. Lanitis Bros Ltd, 3 R.S.C.C. σελ. 10, στη σελ. 12, Shistris v. CTΟ
(1983)2 C.L.R. 72, 80, District Office Nicosia v. Demosthenis Michael, 3 R.S.C.C. 126, 128 και Γιωργούλλα Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 616). Στην παρούσα υπόθεση δεν προβάλλεται οποιοσδήποτε λόγος ο οποίος να υποστηρίζει τη θέση ότι ο τιθέμενος με τον επίδικο νόμο περιορισμός στο δικαίωμα της ελεύθερης άσκησης του επαγγέλματος των αιτητών εξυπηρετεί το δήμοσιο συμφέρον γενικά." Τα όσα λέχθηκαν στην Μαρία Κουτσελίνη - Ιωαννίδου κ.α. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, Μέσω Γενικού Λογιστηρίου κ.α., συνεκδικαζόμενες υποθέσεις αρ. 740/11, 891/11, 892/11, 893/11, 927/11, 928/11, 930/11, 931/11, 960/11, 963/11, 964/11, 966/11, 996/11, 997/11, 998/11, 999/11, 1028/11, 1029/11, 1031/11, 1032/11, 1033/11, 1034/11, 1035/11, 1036/11, 1040/11, 1048/11, 1051/11, 1087/11, 1150/11, 1163/11, 1186/11, 1187/11, 1191/11, 1205/11, 1206/11, 1276/11, 1287/11, 1310/11, 1364/11, 1540/11, 1612/11, 1681/11, 1710/11, 114/12, 556/12, 563/12, 564/12, 587/12, ημερ. 7/10/2014 και στην Δ. Πιτσιλλίδης κ.α. (ανωτέρω) εφαρμόζονται κατ΄ αναλογία και στην υπό κρίση περίπτωση αφού ακόμη και εάν ήθελε θεωρηθεί πως η επικείμενη μεταβίβαση των επίδικων ακινήτων επ΄ ονόματι του Καθ ου η αίτηση 3 και η συνεπακόλουθη εξάλειψη των εγγεγραμμένων επί των επίδικων ακινήτων Υποθηκών συνιστούν περιορισμούς για σκοπούς του άρθρου 23.
  1. του Συντάγματος, οι διατάξεις των άρθρων 44ΙΗ - 44ΚΖ του Νόμου 9/1965, στη βάση των οποίων λήφθηκαν οι προσβαλλόμενες αποφάσεις του Καθ΄ ου η αίτηση 1, καταστρατηγούν το άρθρο 23 του Συντάγματος και ως τέτοιες είναι αντισυνταγματικές καθ΄ ότι με αυτές τίθεται, δια νόμου, ανεπίτρεπτος (δηλαδή μη προβλεπόμενος από το Σύνταγμα) περιορισμός στην περιουσία και τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα των Αιτητών τα οποία απορρέουν από τα έγγραφα των Υποθηκών. Ο εν λόγω περιορισμός που τίθεται με τις διατάξεις των άρθρων 44ΙΗ-44ΚΖ του Νόμου 9/1965 σε καμία περίπτωση δεν δικαιολογείται και/ή προβλέπεται αφού δεν εξυπηρετεί κανένα από τους σκοπούς που ρητά προνοούνται στο άρθρο 23.
  2. του Συντάγματος. Επομένως, ο ισχυρισμός των Καθ΄ ων η αίτηση 1 και 3 πως η συνταγματικότητα των προβαλλόμενων διατάξεων του επίδικου Νόμου σε σχέση με το άρθρο 23 του Συντάγματος θα μπορούσε να διασωθεί κατ΄ επίκληση της προστασίας των δικαιωμάτων τρίτων και/ή κατ΄ επίκληση σκοπών δημοσίας ωφελείας και/ή δημοσίου συμφέροντος και/ή δημόσιας ασφάλειας και/ή της δημόσιας υγείας και/ή των δημόσιων ηθών και/ή της πολεοδομίας δεν θα μπορούσαν να τύχουν απήχησης αφού κάτι τέτοιο δεν δικαιολογείται και προνοείται ρητά από τον προσβαλλόμενο Νόμο ή την αιτιολογική έκθεση του εν λόγω Νόμου. Άλλωστε η όποια επίκληση από τους Καθ΄ ων η αίτηση του δημοσίου συμφέροντος και/ή της δημόσιας ωφελείας προς υποστήριξη των όποιων ισχυρισμών περί διάσωσης των προσβαλλόμενων διατάξεων του υπό κρίση Νόμου δεν θα μπορούσε να τύχει απήχησης στην υπό κρίση περίπτωση λαμβάνοντας υπόψη τα όσα λέχθησαν ανωτέρω στην Δ. Πιτσιλλίδης. Στην υπό κρίση περίπτωση είναι απορίας άξιο πως θα μπορούσαν να επικαλούνται οι Καθ΄ ων η αίτηση το δημόσιο συμφέρον προς υποστήριξη πως ο υπό κρίση Νόμος είναι συνταγματικός αφ΄ ης στιγμής ουδεμία αναφορά γίνεται στο δημόσιο συμφέρον στην αιτιολογική έκθεση του υπό κρίση Νόμου και εν πάση περιπτώσει, ο υπό κρίση Νόμος δεν εξυπηρετεί το σύνολο των πολιτών της Πολιτείας αλλά παρά μόνο μια πάρα πολύ περιορισμένη τάξη πολιτών ήτοι αυτή των λεγόμενων "εγκλωβισμένων αγοραστών". Επιπρόσθετα, στην πλέον πρόσφατη απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλή των Αντιπροσώπων (Αναφορά 1/2016, ημερ. 16.3.2017) στην οποία με παρέπεμψαν οι δικηγόροι των Αιτητών εξετάστηκε, μεταξύ άλλων, κατά πόσο ο περιορισμός που επιβλήθηκε με τον υπό αναφορά Νόμο συνιστούσε νόμιμο περιορισμό του δικαιώματος περιουσίας δυνάμει του άρθρου 23.
  3. του Συντάγματος σε σχέση με την προστασία των οικονομικών συμφερόντων και δικαιωμάτων τρίτων προσώπων, σε βαθμό που να διασώζει τον υπό αναφορά Νόμο, και λέχθηκαν τα ακόλουθα: "Με το Νόμο τίθεται περιορισμός στην απόλαυση των δικαιωμάτων των μετόχων, τα οποία απορρέουν από τις μετοχές τους στο υπό εξυγίανση ίδρυμα και συγκεκριμένα στην άσκηση του δικαιώματος που απορρέει από τις μετοχές τους να αποφασίζουν και να επιλέγουν, κατ΄ αναλογίαν προς την αξία των μετοχών τους, τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου του συγκεκριμένου ιδρύματος και κατ΄ επέκταση να επηρεάζουν τη διαχείριση του ιδρύματος. Η θέση της Καθ΄ ης η αίτηση ότι ο προαναφερόμενος περιορισμός μπορεί να διασωθεί δυνάμει της παραγράφου 3 του Άρθρου 23 του Συντάγματος, επειδή είναι απαραίτητος για την προστασία δικαιωμάτων τρίτων, δεν μπορεί να γίνει δεκτή, καθότι η προστασία των δικαιωμάτων τρίτων (των επηρεαζομένων μετόχων) δεν είναι επιτρεπτό να γίνεται εις βάρος των συνταγματικά κατοχυρωμένων περιουσιακών δικαιωμάτων των υπολοίπων μετόχων. Εν πάση περιπτώσει, η οποιαδήποτε τυχόν θεραπεία στα ενδιαφερόμενα πρόσωπα για την απώλεια των μετοχών τους, δεν μπορεί να έχει τη μορφή παροχής θέσεων στο Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας." Τα όσα λέχθηκαν στην Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλή των Αντιπροσώπων (ανωτέρω) εφαρμόζονται κατ΄ αναλογία και στην υπό κρίση περίπτωση. Διαφωνώ με τη θέση των Καθ΄ ων η αίτηση πως η οποιαδήποτε επέμβαση και/ή περιορισμός στο περιουσιακό δικαίωμα της Αιτήτριας θα μπορούσε να δικαιολογηθεί, δυνάμει του άρθρου 23
(3)του Συντάγματος, για την προστασία των δικαιωμάτων τρίτων, ήτοι των "εγκλωβισμένων αγοραστών". Οι διατάξεις των προσβαλλόμενων άρθρων του υπό κρίση Νόμου και συνεπακόλουθα οι εφεσιβληθείσες αποφάσεις του Καθ΄ ου η αίτηση 1 δεν θα μπορούσαν ούτως ή άλλως να διασωθούν δυνάμει της παραγράφου 3 του άρθρου 23 του Συντάγματος καθότι, σύμφωνα με τα όσα λέχθηκαν στην Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλή των Αντιπροσώπων (ανωτέρω) η προστασία των δικαιωμάτων τρίτων (στην προκείμενη περίπτωση εφόσον ήθελε θεωρηθεί των επηρεαζόμενων "εγκλωβισμένων αγοραστών") δεν είναι επιτρεπτό να γίνεται εις βάρος των συνταγματικά καταχωρημένων περιουσιακών δικαιωμάτων των Αιτητών, ήτοι των εκ δικαστικής αποφάσεως κατοχυρωμένων ενυπόθηκων δανειστών, τα οποία επηρεάζονται κατ΄ αντισυνταγματικό τρόπο από τον υπό κρίση Νόμο. Τα περιουσιακά δικαιώματα των Αιτητών σαφώς και επηρεάζονται με τις προσβαλλόμενες διατάξεις του υπό κρίση Νόμου και επομένως, η επίκληση της προστασίας των δικαιωμάτων τρίτων δεν θα μπορούσε να δικαιολογήσει την προσφερόμενη επέμβαση στα δικαιώματα των Αιτητών και να καταστήσει συνταγματικές τις επίδικες πρόνοιες του υπό κρίση Νόμου 139(Ι)/2015. Εν πάση περιπτώσει η αποξένωση περιουσίας των Αιτητών δεν μπορεί να δικαιολογηθεί στη βάση του άρθρου 23
(3)του Συντάγματος. Ακόμη και εάν τέτοια παρέκκλιση μπορούσε να δικαιολογηθεί στη βάση του άρθρου 23 του Συντάγματος θα πρέπει να καταβληθεί το ταχύτερο εύλογη και δίκαιη αποζημίωση η οποία σύμφωνα με τη νομολογία θα πρέπει να είναι χρηματική. Τα άρθρα 44ΙΗ-44ΚΖ του Νόμου 9/1965 σε καμία περίπτωση δεν προνοούν για την καταβολή χρηματικής αποζημίωσης στους Αιτητές. Επομένως, από τη στιγμή που οι τροποποιήσεις του Νόμου 9/1965 - αυτές που έγιναν δυνάμει του άρθρου 2 του 139(Ι)/2015 - δεν προνοούν για καταβολή δικαίας αποζημίωσης προς το αθώο μέρος, τότε ουδείς νόμιμος περιορισμός, βάσει του άρθρου 23.3 του Συντάγματος, θα μπορούσε να υφίσταται και επομένως, οι επίδικες διατάξεις του Νόμου έρχονται σε πλήρη αντίθεση με το άρθρο 23.3 του Συντάγματος και ως τέτοιες είναι αντισυνταγματικές. Στην υπό κρίση περίπτωση, και ως διαφαίνεται από το άρθρο 44ΚΒ του Νόμου 9/1965, υπάρχουν πρόνοιες για μεταφορά των επίδικων υποθηκών και άλλων εμπράγματων βαρών σε άλλη ακίνητη περιουσία του ενυπόθηκου οφειλέτη / πωλητή και/ή σε περιουσία των εγγυητών αυτού. Στην παρούσα περίπτωση όμως, όπως διαφαίνεται από τις παραγράφους 11 και 12 και το Τεκμήριο Γ (της ένορκης δήλωσης Σωφρονίου που συνοδεύει την Αίτηση-Έφεση), η Καθ΄ ης η αίτηση 2 - και δεν υπάρχει ισχυρισμός περί του αντιθέτου - δεν έχει οποιαδήποτε άλλη περιουσία ελεύθερη από οποιοδήποτε βάρος η οποία να μπορεί να υποθηκευτεί προς όφελος και προς εξασφάλιση των Αιτητών, με αποτέλεσμα η οικονομική αξία της περιουσίας που είναι υποθηκευμένη προς όφελος των Αιτητών να μειώνεται και να αυξάνεται ταυτοχρόνως το ποσό του "ανοίγματος" / ελλείματος που ήδη υπάρχει σχετικά με τις εξ αποφάσεως υποχρεώσεις της Καθ΄ ης η αίτηση 2 Εταιρείας προς τους Αιτητές. Επομένως, η "εναλλακτική θεραπεία" που προσφέρεται από τον Νόμο προς τους ενυπόθηκους δανειστές, ήτοι στους Αιτητές, δεν αποτελεί θεραπεία, για σκοπούς του άρθρου 23 του Συντάγματος, στην πραγματικότητα και/ή καθόλου ικανοποιητική ή ίση με τη ζημιά που υπόκεινται συνεπεία των τροποποιήσεων του Νόμου 9/1965. Τα όσα προβλέπει ο επίδικος Νόμος ως "εναλλακτική θεραπεία", δεν θα μπορούσαν καθ΄ οιονδήποτε τρόπο να εμπίπτουν εντός του όρου της "δίκαιης και εύλογης αποζημίωσης" ο οποίος προβλέπεται από το Σύνταγμα. Το άρθρο 26 του Συντάγματος επίσης κατοχυρώνει το δικαίωμα του "συμβάλλεσθαι ελευθέρως". Προβάλλεται από τους Αιτητές - Εφεσείοντες πως το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα τους ως εξ αποφάσεως ενυπόθηκων δανειστών πλήττεται άμεσα και κατάφωρα με τις επίδικες πρόνοιες. Οι Αιτητές - ενυπόθηκοι δανειστές, συνομολόγησαν συμβάσεις υποθήκης με την Καθ΄ ης η αίτηση 2 στις 24.10.05 (Υ4989/05) και 17.4.07 (Υ2420/07). Το περιεχόμενο αυτών, οι όροι, δεσμεύσεις και υποχρεώσεις των ενυπόθηκων οφειλετών (Καθ΄ ης η αίτηση 2 Εταιρεία) νοείται ότι διαμορφώθηκαν κατά το χρόνο σύναψης των συμβάσεων, σύμφωνα με την ελεύθερη βούληση των συμβαλλομένων. Δυνάμει του όρου 10 των συμβάσεων υποθηκών, οι ενυπόθηκοι οφειλέτες (Καθ΄ ης η αίτηση 2 Εταιρεία), δηλώνει ότι: "Δεν θα δικαιούμαι να μεταβιβάσω και/ή επιβαρύνω και/ή επιτρέψω να επιβαρυνθούν με οποιοδήποτε τρόπο τα ενυπόθηκα κτήματα χωρίς την έγγραφη συγκατάθεση της Τραπέζης." Όρο τον οποίο παρέβησαν οι Καθ΄ ων η αίτηση 2 με την μεταγενέστερη υπογραφή του πωλητηρίου εγγράφου και την επιβάρυνση των ενυπόθηκων ακινήτων με την κατάθεση του στο Κτηματολόγιο από τους Καθ΄ ων η αίτηση 3 εν αγνοία των Αιτητών. Οι Καθ΄ ων η αίτηση, επίσης εγνώριζαν και/ή όφειλαν να γνωρίζουν με εύλογη έρευνα ότι τα επίδικα ακίνητα εβαρύνοντο με υποθήκες προς όφελος των Αιτητών και εξασφάλιση δανείων των πωλητών (Καθ΄ ων η αίτηση 2). Παρόμοια και/ή ταυτόσημη πρόνοια περιέχει ο Νόμος 9/1965, άρθρο 31, το οποίο αναφέρει πως: "Οσάκις στη σύμβαση υποθήκης, υπάρχει απαγορευτική ρήτρα για τη μεταβίβαση της κυριότητας ενυπόθηκου ακινήτου, τότε για τη μεταβίβαση του ακινήτου αυτού, απαιτείται η έγγραφη συγκατάθεση τόσο του ενυπόθηκου δανειστή όσο και των εγγυητών στη σύμβαση, οπόταν το ακίνητο μεταβιβάζεται επιβαρυμένο με την υποθήκη." Στην κρινόμενη περίπτωση, ουσιαστικά η Καθ΄ ης η αίτηση 2 Εταιρεία, η οποία έχει λάβει τα δάνεια και/ή τις πιστωτικές διευκολύνσεις από τους Αιτητές και έχει εισπράξει ολόκληρο το τίμημα αγοράς από τους Καθ΄ ων η αίτηση 3 χωρίς να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της προς την Τράπεζα, απαλλάσσεται όρων των συμβάσεων υποθηκών που συνήψε, ενώ οι Αιτητές (ενυπόθηκοι δανειστές) θα απωλέσουν τα οποιαδήποτε δικαιώματα τους, χωρίς να λάβουν οιοδήποτε αντάλλαγμα. Ούτε αυτό είναι το περιεχόμενο των συμβάσεων υποθηκών, ούτε οι Αιτητές ουδέποτε συναίνεσαν σε περιορισμό των εκ των συμβάσεων δικαιωμάτων τους. Οι Αιτητές είχαν συνάψει συμβάσεις υποθήκης, επί των ακινήτων και διατηρούν το δικαίωμα τους να αρνούνται ή να μη συγκατίθενται σε μεταβίβαση και άρση της υποθήκης πριν την εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων των ενυπόθηκων οφειλετών. Η εξυπηρέτηση ή η προστασία δικαιωμάτων τρίτων, όπως εισηγείται η συνήγορος των Καθ΄ ων η αίτηση 3, δεν αποτελεί λόγο ο οποίος να προσδίδει συνταγματικότητα στο Νόμο όπως και ανωτέρω έχει καταγραφεί. Εξάλλου, ούτε η αιτιολογική έκθεση, ούτε ο Νόμος επικαλείται κάτι τέτοιο. Στις αποφάσεις Louisville Joint Stock Land Bank v. Radford 295 U.S. 555
(1935)και W.B. Worthen Co v. Kavanaugh 295, U.S. 56
(1935), και οι οποίες εξατάζουν δικαίωμα ενυπόθηκου δανειστή και το δικαίωμα του συμβάλλεσθαι, λέχθηκε ουσιαστικά πως το δικαίωμα ενός ενυπόθηκου δανειστή να εμμένει στην εξόφληση του ενυπόθηκου χρέους που του οφείλεται προτού αποδεσμεύσει το ενυπόθηκο ακίνητο το οποίο του παραχωρήθηκε ως ασφάλεια έναντι ενυπόθηκου χρέους, αποτελούσε την ουσία σύναψης και ύπαρξης μιας υποθήκης. Κρίνεται πως οι επίδικες διατάξεις των άρθρων 44ΙΗ-44ΚΖ του Νόμου πλήττουν τούτο το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα της ελευθερίας των συμβάσεων και ουσιαστικά εκθεμελιώνουν τις συμβάσεις υποθήκης μεταξύ των Αιτητών και της Καθ΄ ης η αίτηση 2 εταιρείας. Κρίνεται επίσης πως δεν παρέχεται σε νομοθέτη δικαίωμα επέμβασης και επηρεασμού, σε προϋπάρχουσες της θέσπισης του Νόμου, συμβάσεις. Πρόσθετα οι πρόνοιες που έχουν ενσωματωθεί στο Νόμο (άρθρα 44ΙΗ-44ΚΖ) παραβιάζουν την αρχή της διάκρισης των εξουσιών που είναι διάχυτη και κατοχυρωμένη στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Οι διατάξεις των άρθρων 44ΙΗ-44ΚΖ, ως αυτές ενσωματώθηκαν με το άρθρο 2 του Νόμου 139(Ι)/2015, στο Νόμο 9/1965 έρχονται σε πλήρη αντίθεση με την κατοχυρωμένη στο Σύνταγμα Αρχή της Διάκρισης των Εξουσιών η οποία αποκλείει την ανάληψη και άσκηση εξουσίας έξω από τη σφαίρα αρμοδιοτήτων της κάθε μιας από τις τρεις εξουσίες. Όπως έχει νομολογηθεί, η αρχή της διάκρισης των εξουσιών είναι θεμελιωμένο ότι είναι διάχυτη και κατοχυρωμένη στο Σύνταγμα της Δημοκρατίας (βλ. Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ.4)
(1994)3 ΑΑΔ 167). Στο σύγγραμμα "Σύνταγμα Κυπριακής Δημοκρατίας", ο έντιμος Δικαστής Ανδρέας Λοΐζου, αναφέρει στη σελ. 7 τα ακόλουθα: "Το Σύνταγμα καθιερώνει και είναι προσαρμοσμένο, όσο είναι δυνατό, σε όλα του τα μέρη, την αρχή της διάκρισης των εξουσιών όπως είναι πασιφανές από αρκετά σημαντικά και κύρια Άρθρα του όπως το 46 και επέκεινα, 61, 136 και 152. Η αρχή αυτή αποκλείει την ανάληψη και άσκηση εξουσίας έξω από τη σφαίρα αρμοδιοτήτων της κάθε μιας από τις τρεις εξουσίες. Όπου εξουσία δεν κατανέμεται από το Σύνταγμα σε συγκεκριμένο φορέα, αυτή "ταξινομείται, σύμφωνα με τα εγγενή της χαρακτηριστικά, και ασκείται από την Πολιτειακή Εξουσία στη σφαίρα της οποίας ανάγεται κατά φυσιολογική συνέπεια." Κάθε μία από τις τρεις εξουσίες δικαιούται να αναλαμβάνει αρμοδιότητα αναφορικά με θέματα που ειδικά εκχωρούνται σ΄ αυτήν από το Σύνταγμα ή σε θέματα που από τη φύση τους εμπίπτουν στη σφαίρα των αρμοδιοτήτων της. Η σφαίρα της δικαστικής εξουσίας περιορίζεται στον ορισμό, ερμηνεία και την εφαρμογή του νόμου σε δικαστικές υποθέσεις. Η σφαίρα της είναι τελείως ξεχωριστή και ευδιάκριτη από τη Νομοθετική Εξουσία στην οποία το Σύνταγμα έχει εμπιστευτεί το νομοθετικό έργο. Μαζί δε με την Εκτελεστική Εξουσία είναι υποχρεωμένες να περιορίζονται μέσα στο σύστημα του διαχωρισμού των εξουσιών." Στην Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλή των Αντιπροσώπων, Αναφορά 4/2014 ημερ. 31.10.14 λέχθηκαν τα εξής: "Η αρχή της διάκρισης των εξουσιών είναι θεμελιωμένο ότι είναι διάχυτη και κατοχυρωμένη στο Σύνταγμα της Δημοκρατίας (Δέστε: Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ. 4)
(1994)3 ΑΑΔ 167). Το πεδίο λειτουργίας των τριών πολιτειακών εξουσιών διαχωρίζεται αυστηρά και αποκλείεται η ανάληψη ή η άσκηση οποιασδήποτε αρμοδιότητας από οποιαδήποτε από τις τρεις εξουσίες που δεν αποδίδεται σ΄ αυτήν από το Σύνταγμα ή δεν εμπίπτει στο πεδίο της λειτουργίας της λόγω των εγγενών χαρακτηριστικών της. Το κριτήριον για την ταξινόμηση των κρατικών λειτουργιών, όπου αυτές δεν κατανέμονται ρητά από το Σύνταγμα, είναι ουσιαστικό και συναρτάται με τα εγγενή χαρακτηριστικά και την εσώτερη φύση τους (Δέστε: Diagoras Development v. National Bank
(1985)1 CLR 581)." Στην απόφαση Νέο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Κάτω Βαρωσίων Λτδ ν. Διευθυντή Κτηματολογίου Χωρομετρικού Τμήματος Λάρνακας και Άλλου
(2005)1 ΑΑΔ 1137 λέχθηκε πως: "Οι κτηματολογικές αρχές δεν είναι αρμόδιες να επιλύουν περιουσιακές διαφορές κάτω από οποιεσδήποτε διατάξεις νόμου. Τα θέματα αυτά πρέπει να αποφασίζονται από αρμόδιο δικαστήριο όπως προβλέπεται από το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος. Η πιο πάνω αρχή η οποία διατυπώθηκε αρχικά στην Hassidoff v. Santi & others και υιοθετήθηκε σε σειρά μεταγενέστερων αποφάσεων, εφαρμόζεται και στην υπό εξέταση περίπτωση η οποία αφορά «εμπράγματο βάρος» και επομένως ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε ότι δεν ήταν θέμα που θα έπρεπε να ζητηθεί από το Διευθυντή να αποφασίσει και η οποιαδήποτε απόφαση του να υπόκειται σε έφεση βάσει του Άρθρου 80 του Κεφ. 224. . Από πολύ παλιά (βλ. Abraham Hassidoff v. Paul Antoine-Aristide Santi and others
(1970)1 C.L.R. 220) έχει αποφασιστεί ότι οι κτηματολογικές αρχές είναι αναρμόδιες να επιλύουν περιουσιακές διαφορές κάτω από οποιεσδήποτε διατάξεις νόμου και ότι τα θέματα αυτά θα πρέπει να αποφασίζονται από αρμόδιο δικαστήριο όπως προβλέπεται από το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος. Σχετική με το θέμα που εξετάζουμε είναι και η υπόθεση Παναγιώτας Αλκιβιάδου κ.ά. ν. Κώστα Παντελή Κωνσταντίνου κ.ά.
(2001)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2133. Στη σελ. 2139 γίνεται αναφορά και στην υπόθεση Αποστόλου ν. Ευθυμίου κ.ά.,
(2000)1 Α.Α.Δ. 906, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο, αφού προέβηκε σε αναθεώρηση της νομολογίας σχετικά με το θέμα που εξετάζουμε, κατάληξε ότι «η διεκδίκηση εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτου ιδιοκτησίας ανάγεται αποκλειστικά στη δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου της επαρχίας εντός της οποίας κείται το ακίνητο». Το επίδικο θέμα στη δική μας περίπτωση αφορά «εμπράγματο βάρος» και επομένως ορθά το πρωτόδικο δικαστήριο αποφάσισε ότι δεν ήταν θέμα που θα έπρεπε να ζητηθεί από το Διευθυντή να αποφασίσει και που να υπόκειται σε έφεση βάση του άρθρου 80 του Κεφ.
  1. Το ερώτημα κατά πόσον, ενόψει ισχυριζόμενης παράλειψης των αγοραστών που κατάθεσαν τα πωλητήρια έγγραφα να εγείρουν αγωγή στα χρονικά πλαίσια που θέτει το Κεφ. 232 όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 51(Ι)/95, αυτό είναι κάτι που οδηγεί σε ακύρωση της κατάθεσης τους στο Κτηματολόγιο, δεν επαφίεται στην κρίση του Διευθυντή αλλά στην κρίση του δικαστηρίου." Κατά συνέπεια οι πρόνοιες των άρθρων 44ΙΗ-44ΚΖ του Νόμου 9/1965, στη βάση των οποίων ο Διευθυντής του Κτηματολογίου εξέδωσε τις προσβαλλόμενες αποφάσεις του, παραβιάζουν την Αρχή της Διάκρισης των Εξουσιών και το άρθρο 30 του Συντάγματος. Αποκλειστική αρμοδιότητα για αποφάσεις περί περιουσιακών διαφορών και/ή εμπράγματων δικαιωμάτων και/ή ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων και/ή θεμάτων παραβίασης και/ή εκτέλεσης μιας σύμβασης ανάγεται αποκλειστικά στη δικαστική εξουσία. Στην παρούσα περίπτωση τα πιο πάνω άρθρα του νόμου και ειδικότερα τα άρθρα 44ΙΘ και 44ΚΒ, καταστρατηγούν την αποκλειστική δικαιοδοσία και/ή εξουσία και/ή αρμοδιότητα του Δικαστηρίου να ασκεί δικαστική εξουσία επί των θεμάτων αυτών και επιτρέπουν στον Καθ΄ ου η αίτηση 1, ήτοι μια μη δικαστική αρχή, να ασκεί, κατά παράβαση του Συντάγματος, δικαστική εξουσία η οποία έχει κατ΄ ανεπίτρεπτο τρόπο εκχωρηθεί από τη νομοθετική εξουσία σ΄ αυτόν με τα άρθρα 44ΙΗ - 44ΚΖ του Νόμου 9/
  2. Ουσιαστικά υπάρχει επέμβαση στο έργο της δικαστικής εξουσίας. Ο Καθ΄ ου η αίτηση 1 δεν μπορεί να ασκεί δικαστικό έργο και δικαστική κρίση κατά παράβαση της αρχής της διάκρισης των εξουσιών καθότι διαγιγνώσκει περιουσιακά δικαιώματα και αποφασίζει επί διαφορών ιδιοκτησιακής φύσης υπαγόμενων στην αποκλειστική αρμοδιότητα των Δικαστηρίων και αποφασίζει επί εμπράγματων και ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων και περιουσιακών διαφορών, ήτοι την μεταφορά του επίδικου ακινήτου επ΄ ονόματι των Καθ΄ ων η αίτηση 3, δυνάμει του επίδικου ΠΩΕ υπ΄ αρ. 1109/10, και την ακύρωση των επίδικων προς όφελος των Αιτητών καθόλα έγκυρων και ισχυρών υποθηκών που βαραίνουν τα επίδικα ακίνητα. Οι πρόνοιες των άρθρων 44ΙΗ - 44ΚΖ του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου Ν.9/65που ενσωματώθηκαν σ΄ αυτόν με το άρθρο 2 του Ν.139(Ι)/2015 κρίνονται ως αντισυνταγματικές αφού παραβιάζουν τα άρθρα 23 και 26 του Συντάγματος όπως επίσης και το άρθρο 30 που κατοχυρώνει την ισότητα μεταξύ των πολιτών και την αρχή της διάκρισης των εξουσιών. Συνακόλουθα οι προσβαλλόμενες αποφάσεις του Καθ΄ ου η αίτηση 1, οι οποίες στηρίχτηκαν στη βάση των πιο πάνω αντισυνταγματικών προνοιών του Νόμου, είναι άκυρες και/ή άνευ νομικής ισχύος. Συνακόλουθα η Αίτηση - Έφεση επιτυγχάνει και εκδίδονται τα διατάγματα Α-Ε της αίτησης με έξοδα προς όφελος των Αιτητών - Εφεσειόντων και εις βάρος των Καθ΄ ων η αίτηση 1-3 όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Μ. Παπάμιχαηλ, Π.Ε.Δ. [1] 23.
  3. "Η άσκησις τοιούτου δικαιώματος δύναται να υποβληθή διά νόμου εις όρους, δεσμεύσεις ή περιορισμούς απολύτως απαραίτητους προς το συμφέρον της δημoσίας ασφαλείας ή της δημοσίας υγείας ή των δημοσίων ηθών ή της πολεοδομίας ή της αναπτύξεως και χρησιμοποιήσεως οιασδήποτε ιδιοκτησίας προς προαγωγήν της δημοσίας ωφελείας ή προς προστασίαν των δικαιωμάτων τρίτων. Δια πάντα τοιούτον όρον, δέσμευσιν ή περιορισμόν, όστις μειώνει ουσιωδώς την οικονομικήν αξίαν της τοιαύτης ιδιοκτησίας, δέον να καταβάλληται το ταχύτερον δίκαια αποζημίωσης, καθοριζομένη, εν περιπτώσει διαφωνίας, υπό πολιτικού δικαστηρίου." cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.