← Κύπρος

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. PANTIA DEVELOPERS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 1704/16, 12/12/2018

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. PANTIA DEVELOPERS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 1704/16, 12/12/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2018:A234 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1704/16 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Εναγόντων -και-

  1. PANTIA DEVELOPERS LTD
  2. XXXXX ΝΙΚΟΛΕΤΤΗΣ
  3. XXXXX ΠΑΝΑΓΗ
  4. XXXXX ΘΩΜΑ
  5. XXXXX ΘΩΜΑ Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 11/5/2018 για έκδοση Προσωρινού Διατάγματος. Ημερομηνία: 12 Δεκεμβρίου,
  6. Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες-Αιτητές: Η κα Φασιανού για Ι. ΦΡΑΓΚΟΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΕΠΕ Για Εναγομένους 1,4 και 5-Καθ΄ων η Αίτηση: Η κα Χρ. Θωμά για ΘΕΜΗΣ ΘΩΜΑ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΕΠΕ Για Εναγόμενους 2, 3: Ο κ. Οικονόμου για Α. ΤΕΚΚΗΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτηση είναι εταιρεία δεόντως συσταθείσα στην Κύπρο, η οποία ασκεί τραπεζικές εργασίες. Στην βάση γραπτής συμφωνίας ημερομηνίας 2.5.2008, παραχώρησαν στην εναγόμενη 1 εταιρεία, τραπεζικές διευκολύνσεις (δάνειο τακτής προθεσμίας) ύψους €350.000.=. Οι εναγόμενοι 2, 3, 4 και 5, στην βάση γραπτής συμφωνίας της ίδιας ημερομηνίας, εγγυήθηκαν, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα την αποπληρωμή του δανείου, πλέον «τόκους, χρεώσεις, έξοδα και άλλες δαπάνες» μέχρι τελείας εξόφλησης. Προς περαιτέρω εξασφάλιση της αποπληρωμής του δανείου, η εναγομένη 1 ενέγραψε επί ακινήτου της, δύο Υποθήκες, την υπ΄αριθμό 3626/11 και 309/11, αντίστοιχα, πλέον «τόκους, προμήθειες και άλλα τραπεζικά δικαιώματα». Είναι θέση των εναγόντων πως η εναγόμενη 1, παραλείποντας να εξοφλήσει το δάνειο, παρέβηκε τις συμβατικές της υποχρεώσεις. Με την αγωγή τους αξιώνουν από όλους τους εναγομένους την πληρωμή, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, του ποσού των €450.913,74, πλέον τόκους και έξοδα. Με την υπό κρίση Αίτηση, οι ενάγοντες επιζητούν την έκδοση Προσωρινού Διατάγματος με το οποίο: (α) να απαγορεύεται στην εναγόμενη 1 εταιρεία και/ή τους διευθυντές και/ή τον γραμματέα και/ή τους αξιωματούχους της, να προβούν σε οποιαδήποτε πράξη και/ή ενέργεια (περιλαμβανομένης της υπερψήφισης οποιουδήποτε ψηφίσματος του διοικητικού της συμβουλίου) με σκοπό την αποξένωση και/ή διάθεση και/ή μεταβίβαση με οποιοδήποτε τρόπο και/ή πώληση και/ή δωρεά και/ή επιβάρυνση και/ή υποθήκευση των περιουσιακών της στοιχείων, περιλαμβανομένων τραπεζικών λογαριασμών, είτε αυτά βρίσκονται εντός, είτε εκτός Κύπρου, (β) να απαγορεύεται στους εναγόμενους 4 και 5, να προβούν σε οποιαδήποτε πράξη και/ή ενέργεια, με σκοπό την αποξένωση και/ή διάθεση και/ή μεταβίβαση με οποιοδήποτε τρόπο και/ή πώληση και/ή δωρεά και/ή επιβάρυνση και/ή υποθήκευση των περιουσιακών τους στοιχείων, είτε αυτά βρίσκονται εντός, είτε εκτός Κύπρου, (γ) να απαγορεύεται στην εναγόμενη 4, να αποξενώσει και/ή διαθέσει και/ή μεταβιβάσει και/ή πωλήσει και/ή δωρίσει και/ή επιβαρύνει και/ή υποθηκεύσει το εγγεγραμμένο επ΄ονόματι της διαμέρισμα με αρ.1, το οποίο έχει ανεγερθεί εντός του ακινήτου με αρ.εγγραφής 0/6XX3, που βρίσκεται στην ενορία Σωτήρος στη Λάρνακα. (δ) να απαγορεύεται στην εναγόμενη 4, να αποξενώσει και/ή διαθέσει και/ή μεταβιβάσει και/ή πωλήσει και/ή δωρίσει και/ή επιβαρύνει και/ή υποθηκεύσει το εγγεγραμμένο επ΄ονόματι της διαμέρισμα/γραφείο με αρ.1, το οποίο έχει ανεγερθεί εντός του ακινήτου με αρ.εγγραφής 2/1XX5, που βρίσκεται στην ενορία Σωτήρος στη Λάρνακα. (ε) να διατάσσεται η εναγόμενη 1, όπως εντός δέκα

(10)ημερών από της επίδοσης του διατάγματος, συντάξει, μέσω των διοικητικών της συμβούλων και/ή οποιουδήποτε εξουσιοδοτημένου από αυτήν προσώπου, Ένορκη Δήλωση στην οποία να δηλώνει και/ή αποκαλύπτει όλα τα περιουσιακά της στοιχεία, κινητά και/ή ακίνητα, είτε αυτά είναι εγγεγραμμένα επ' ονόματι της είτε δικαιωματικά (beneficially) και/ή άλλως πως της ανήκουν, είτε αυτά βρίσκονται στην Κύπρο, είτε στο εξωτερικό, περιλαμβανομένων όλων των τραπεζικών λογαριασμών που διατηρεί είτε στο όνομα της είτε από κοινού με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο. (στ) να διατάσσονται οι εναγόμενοι 4 και 5, όπως εντός δέκα
(10)ημερών από της επίδοσης του Διατάγματος, συντάξουν Ένορκη Δήλωση στην οποία να δηλώνουν και/ή να αποκαλύπτουν όλα τα περιουσιακά τους στοιχεία, κινητά και/ή ακίνητα, είτε αυτά βρίσκονται εντός Κύπρου, είτε στο εξωτερικό, περιλαμβανομένων όλων των τραπεζικών λογαριασμών που διατηρούν επ'ονόματι τους. (ζ) να διατάσσεται η Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ, όπως εντός δέκα
(10)ημερών από της επίδοσης του Διατάγματος, μέσω των διοικητικών της συμβούλων και/ή οποιουδήποτε εξουσιοδοτημένου από αυτήν προσώπου, συντάξει Ένορκη Δήλωση στην οποία να αναφέρεται και/ή δηλώνεται και/ή αποκαλύπτεται, εάν η εναγόμενη 1 εταιρεία και οι εναγόμενοι 4 και 5, διατηρούν σ΄αυτήν τραπεζικούς λογαριασμούς και εάν η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι θετική, να αποκαλύψουν τους αριθμούς των τραπεζικών λογαριασμών, το είδος τους και τα ποσά που βρίσκονται κατατεθειμένα σ΄αυτούς. (η) να διατάσσεται η Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ, σε περίπτωση που η εναγόμενη 1 εταιρεία και οι εναγόμενοι 4 και 5, διατηρούν σ΄αυτήν οποιουσδήποτε λογαριασμούς, όπως τους παγοποιήσει. Η Αίτηση στηρίζεται στην Δ.48, θ.θ.1-4, 8 και 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στις αρχές επί διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal, στις αρχές επί διαταγμάτων τύπου Chambra, στα άρθρα 4, 5, 6, 7 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6, στα άρθρα 21, 29, 31, 32 και 68 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60(όπως τροποποιήθηκε), άρθρα 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8 και 9, στον Περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Νόμο του 1992 [31(Ι)/1992], στις αρχές του Κοινοδικαίου και της επιείκειας και στην σύμφυτη εξουσία ΄και πρακτική του Δικαστηρίου. Την Αίτηση υποστηρίζει Ένορκη Δήλωση του XXXXX Σωφρονίου, ευρισκομένου στην υπηρεσία των εναγόντων-αιτητών, δεόντως εξουσιοδοτημένου. Ο ομνύων υιοθετεί και επαναλαμβάνει το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης. Σε σχέση με το αίτημα των Εναγόντων, αναφέρει πως τον Απρίλιο του 2018 (13.4.2018), διενεργήθηκε με οδηγίες τους, εκτίμηση των ενυπόθηκων ακινήτων. Προέκυψε πως η αγοραία αξία των τεσσάρων
(4)κατοικιών που έχουν ανεγερθεί εντός των εν λόγω ακινήτων, ανέρχεται, αθροιστικά, στο ποσό των €512.000.=, η δε αξία τους σε περίπτωση καταναγκαστικής πώλησης, στο ποσό των €385.000=. Ως φαίνεται, συνεχίζει ο ομνύων, οι εξασφαλίσεις που παραχώρησε η εναγόμενη 4, σε καμιά περίπτωση δεν επαρκούν, «επί αναγκαστικής πώλησης των ακινήτων», για να καλύψουν πλήρως τις υποχρεώσεις της εναγόμενης 1, με αποτέλεσμα να «υπάρχει άμεσος κίνδυνος να μην καταστεί δυνατό να ικανοποιηθεί πλήρως η δικαστική απόφαση που τυχόν θα εκδοθεί προς όφελος των εναγόντων/αιτητών». Οι ενάγοντες προέβηκαν σε έρευνα σε σχέση με την ακίνητη περιουσία των εναγόμενων 1, 4 και
  1. Διεφάνη πως πλήν της περιουσίας της εναγόμενης 4, ολόκληρη η ακίνητη περιουσία των εναγόμενων 1 και 5 είναι υποθηκευμένη ή/και έχει επιβαρυνθεί με εμπράγματα βάση ή/και Πωλητήρια Έγγραφα. Η εναγόμενη 4 είναι ιδιοκτήτρια ακινήτων, κάποια εκ των οποίων είναι ελεύθερα εμπράγματων βαρών. Μεταξύ αυτών είναι και τα δύο ακίνητα των οποίων επιζητείται η δέσμευση. Το ακίνητο με αρ. εγγραφής 0/6XX3 (διαμέρισμα αρ.1 στην οδό XXXXX) στην ενορία Σωτήρος και το ακίνητο με αρ. εγγραφής 2/1XX5 (γραφείο αρ.1, στην οδό XXXXX 8) και πάλι στην ενορία Σωτήρος. Σύμφωνα με Πιστοποιητικό Έρευνας Ακίνητης Ιδιοκτησίας του Κτηματολογίου Λάρνακας ημερομηνίας 27.4.2018, η αγοραία αξία του διαμερίσματος στην οδό Πετράκη Κυπριανού ανερχόταν κατά την 1.1.2013, σε €52.200.=, ενώ του γραφείου στην οδό XXXXX σε €53.900.=. Κατά τον ομνύοντα, οι αξίες των προαναφερόμενων ακινήτων, μαζί με τις αξίες (σε καταναγκαστική πώληση) των ενυπόθηκων, επαρκούν για να καλύψουν το οφειλόμενο υπόλοιπο του χρέους, ως αυτό είχε κατά την 6.9.
  2. Είναι επίσης θέση του ομνύοντα πως οι εναγόμενοι 1, 4 και 5, διατηρούν, όπως οι ίδιοι πληροφόρησαν τους ενάγοντες, τραπεζικούς λογαριασμούς στην Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ, πλην όμως οι τελευταίοι δεν γνωρίζουν οποιαδήποτε στοιχεία των εν λόγω λογαριασμών ή το ακριβές ποσό των όποιων καταθέσεων τυχόν έχουν. Είναι γι΄αυτόν τον λόγο που οι ενάγοντες επιζητούν την έκδοση των διαταγμάτων αποκάλυψης, σε σχέση με τους εν λόγω λογαριασμούς. Οι εναγόμενοι 1, 4 και 5 ήγειραν Ένσταση στην Αίτηση, προβάλλοντας πως δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις ώστε να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, ούτε και τα γεγονότα δικαιολογούν την έκδοση τους. Πως η αξία των ακινήτων των οποίων ζητείται η δέσμευση, είναι κατά πολύ μεγαλύτερη από την κατ΄ισχυρισμόν οφειλή των. Πως δεν έχει καταδειχθεί ο κίνδυνος αποξένωσης της ακίνητης τους περιουσίας. Πως οι ενάγοντες είναι «υπερκαλυμμένοι» με τις Υποθήκες που έχουν εγγραφεί προς όφελος τους. Πως ουσιαστικά οι τελευταίοι, με την αίτηση τους επιζητούν το ψάρεμα μαρτυρίας (fishing evidence). Η Ένσταση των εναγομένων 1, 4 και 5, η οποία στηρίζεται στην ίδια με την Αίτηση νομική βάση, υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση του εναγομένου 5, XXXXX Θωμά. Ο ομνύων υιοθετεί και επαναλαμβάνει τους λόγους Ένστασης. Αμφισβητεί την Εκτίμηση που διενεργήθηκε προς όφελος των εναγόντων. Είναι η θέση της πως το ότι υπάρχουν κτίσματα επί των ενυπόθηκων ακινήτων, τούτο αυξάνει την αξία τους, η οποία κατά τον χρόνο υποθήκευσης τους
(2008)«υπερκάλυπτε στο πενταπλάσιο το ποσό της δανειοδότησης». Όσον αφορά τα αξιούμενα ποσά, διατείνεται πως ο λογαριασμός που παρουσιάζουν οι ενάγοντες είναι «υπερχρεωμένος» με διάφορες χρεώσεις από «παράνομους υπερτοκισμούς». Το Ενδιαφερόμενο Μέρος (Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ) επίσης καταχώρισε Ένσταση, προβάλλοντας πως η Αίτηση είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη και αστήρικτη, πως δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων τύπου «Norwich Pharmacal» εναντίον του και πως το ίδιο δεσμεύεται από «συμβατική σχέση εμπιστοσύνης ή/και το τραπεζικό απόρρητο». Η Ένσταση του Ενδιαφερόμενου Μέρους υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση της λειτουργού του, Φρόσως Αντωνίου. Όπως αναφέρει η ομνύουσα, η Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ, από τις 3.9.2018 μετονομάστηκε σε Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ, βάσει του άρθρου 12
(4)των περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου του 1985 [Ν.22
(1)/1985]. Είναι η θέση του πως οι ενάγοντες ζητούν πληροφορίες που άπτονται προσωπικών δεδομένων των πελατών της Τράπεζας, τα οποία περιβάλλονται από τραπεζικό απόρρητο. Επαναλαμβάνει τους Λόγους Ένστασης για να τονίσει πως δεν υπάρχει πρόσφορο έδαφος για την έκδοση διαταγμάτων αποκάλυψης τύπου «Norwich Pharmacal» εναντίον του Ενδιαφερόμενου Μέρους. Κατά την ακρόαση της Αίτησης η κάθε πλευρά, καθώς και το Ενδιαφερόμενο Μέρος, υπεραμύνθηκε της θέσης της με αναφορά σε νομολογία. Είναι καλά γνωστό ότι το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων παρέχεται από το άρθρο 32 του Νόμου 14/60, ενώ ο Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμος και οι Κανονισμοί, προσδιορίζουν το δικαιοδοτικό πλαίσιο [Demades v. Studio
(1996)1 A.A.Δ. και Αίτηση Χάρη Φεσσά
(1990)1 Α.Α.Δ. 704]. Το άρθρο 32 του Νόμου 14/60, παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Το εν λόγω άρθρο έχει αναλυθεί με σαφήνεια στην Οδυσσέως ν. Pieris Estates Ltd
(1982)1A.A.Δ. 557 και έχει έκτοτε επιβεβαιωθεί σε πλείστες όσες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Τα τρία κριτήρια που τίθενται ως προϋποθέσεις θα πρέπει να ικανοποιηθούν σωρευτικά πριν το Δικαστήριο περάσει στην εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας, κατά πόσον δηλαδή είναι εύλογο και δίκαιο να εκδοθεί το Διάταγμα, με τη συνεκτίμηση όλων των σχετικών παραγόντων. Οι τρείς αυτές προϋποθέσεις είναι οι εξής:
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση.
(2)Η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγοντας σε θεραπεία.
(3)Το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος ικανοποιείται με αναφορά στα καταχωρημένα δικόγραφα για την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης ενώ το δεύτερο κριτήριο ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης και σχετίζεται με την ένδειξη ή παρουσίαση ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Ενώ το πρώτο κριτήριο σχετίζεται κατ΄ ουσίαν με τη νομική και μόνο θεμελίωση της αξίωσης όπως διατυπώνεται στο κλητήριο ένταλμα, το δεύτερο προχωρεί ένα πρόσθετο βήμα συσχετίζοντας τη νομική αυτή θεμελίωση με την προσφερόμενη μαρτυρία όπως εξάγεται από τις ενόρκους δηλώσεις ή την αντεξέταση των μαρτύρων για την πραγματική θεμελίωση της αγωγής επί των γεγονότων. Επαρκεί, σε αυτό το στάδιο, να καταδειχθεί κάτι πέραν της απλής πιθανολόγησης αλλά και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων για να ικανοποιηθεί το δεύτερο αυτό κριτήριο. Το τρίτο κριτήριο ικανοποιείται όπου οι αποζημιώσεις θεωρούνται ότι δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία. Είναι γνωστό ότι η θεραπεία του προσωρινού διατάγματος ανάγεται κατ΄ εξοχήν στο δίκαιο της επιείκειας και αν η αποτίμηση σε χρήμα μπορεί να γίνει εύλογα τότε η έκδοση του διατάγματος ή η διατήρηση του σε ισχύ αποκλείεται. Ακόμη και ασυνήθης δυσκολία στην εκτίμηση των ζημιών δεν αποτελεί κατ΄ ανάγκη έρεισμα για την έκδοση διατάγματος [Κ.Ο.Τ. ν. Θεωρή
(1989)1(E) Α.Α.Δ. 255]. Όσον αφορά τα διατάγματα τύπου «Mareva» νομολογιακά έχει λεχθεί πως σκοπός ενός τέτοιου διατάγματος, είναι όχι μόνο η παρεμπόδιση μεταφοράς περιουσιακών στοιχείων του εναγόμενου εκτός δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων αλλά και η παρεμπόδιση του να τα εξανεμίσει εντός της δικαιοδοσίας. Και τούτο ώστε να μην μείνει ανικανοποίητος ο ενάγοντας σε περίπτωση που εκδοθεί απόφαση υπέρ του [βλ. Poltava Petroleum Co. v. Mexana Oil Ltd κ.ά.
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1301]. Η έκδοση ενός διατάγματος τύπου «Mareva» διέπεται επίσης από τις πρόνοιες του άρθρου 32
(1)του Νόμου 14/60. Τα διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal έλαβαν το όνομα τους από την ομώνυμη υπόθεση Νorwich Pharmacal Co. and others v. Commissioners of Customs and Excise
(1973)2 All E.R.943. Στην εν λόγω υπόθεση οι ενάγοντες, επικαλούμενοι παραβίαση πατέντας τους μέσω παράνομων εισαγωγών από άγνωστα σε αυτούς πρόσωπα, κινήθηκαν δικαστικά εναντίον του τελωνείου, το οποίο κατείχε έγγραφα και στοιχεία από τα οποία θα μπορούσε να αποκαλυφθεί η ταυτότητα των παρανομούντων. Πρόθεση των εναγόντων ήταν η λήψη πληροφοριών ως προς τα στοιχεία των προσώπων που παραβίαζαν την πατέντα τους με σκοπό να λάβουν εναντίον τους νομικά μέτρα. Η Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων κατέληξε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε δικαιοδοσία να ζητήσει από τρίτο πρόσωπο, το τελωνείο στην προκειμένη περίπτωση, το οποίο είχε εμπλακεί στη διαφορά, να αποκαλύψει την ταυτότητα του παραβάτη. Σχετική επίσης είναι η υπόθεση Bankers Trust Co v. Shapira and others
(1980)3 All E.R. 355 η οποία έτυχε αναφοράς και αποδοχής στην υπόθεση ΤΒF (CYPRUS) LTD κ.α. ν. Εμπορικής Μελετών Σχεδιασμού και Επιχειρηματικού Κεφαλαίου Ανώνυμος Εταιρεία κ.ά.
(2001)1(Α) Α.Α.Δ.153. Το θέμα εξετάστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο και στις υποθέσεις Avila Management Services Limited κ.α. ν. Frantisek Stepanek κ.α.
(2012)1 Α.Α.Δ.1403 και Penderhill Holdings Limited κ.α. ν. Κλουκίνα Π.Ε. 319/11 και 320/11. Σύμφωνα με τις αρχές που διέπουν το ζήτημα, ο αιτητής θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι: (
  1. i)πρέπει να έχει λάβει χώραν ή κατ' ισχυρισμόν να έχει λάβει χώραν μια αδικοπραξία από ένα τελικό αδικοπραγούντα, (
  2. ii)πρέπει να διαπιστώνεται ανάγκη για την έκδοση διατάγματος ώστε να είναι δυνατή η έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος και (iii) το πρόσωπο εναντίον του οποίου επιδιώκεται η έκδοση πρέπει: (α) να έχει αναμειχθεί κατά τρόπο που να έχει διευκολύνει την αδικοπραξία και (β) να είναι σε θέση ή πιθανόν να είναι σε θέση να παράσχει τις αναγκαίες πληροφορίες που θα καταστήσουν δυνατή την έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος. Τέλος, όσον αφορά τα διατάγματα τύπου Chambra, θα πρέπει να λεχθεί πως τα εν λόγω διατάγματα έγιναν γνωστά ως αποτέλεσμα των νομολογηθέντων στην αγγλική υπόθεση TSB Private Bank International SA v. CHABRA
(1992)2 All E.R. 245 Ch.D. Η αρχή που προκύπτει από την συγκεκριμένη υπόθεση καλύπτει την περίπτωση όπου ο κύριος εναγόμενος, είτε αυτός είναι φυσικό πρόσωπο είτε νομικό, δεν έχει στο όνομα του πολλά περιουσιακά στοιχεία, αλλά υπάρχει μαρτυρία ότι αυτά κατέχονται από τρίτα πρόσωπα ή εταιρείες που ελέγχει ο κύριος εναγόμενος. Σε τέτοιες περιπτώσεις υπάρχει η δυνατότητα, αντί να διεκδικηθεί διάταγμα εναντίον μη διαδίκου, να συνενωθεί το τρίτο πρόσωπο ως συνεναγόμενος και να διεκδικηθεί εναντίον του διάταγμα μη αποξένωσης. Στην ουσία η αρχή αυτή προσφέρει την δυνατότητα να παγοποιηθούν τα περιουσιακά στοιχεία που ο εναγόμενος απέκρυψε, ώστε να εξυπηρετηθούν τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Το Δικαστήριο στην εξέταση κατά πόσο θα εκδώσει, διατηρήσει ή ακυρώσει ένα προσωρινό διάταγμα δεν προχωρεί στην κατάληξη συμπερασμάτων αναφορικά με την πλήρη εξέταση είτε του πραγματικού είτε του νομικού καθεστώτος της υπόθεσης δεδομένου του ότι, όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Jonitexo v. Adidas
(1984)1 A.A.Δ. 263, αυτό ανάγεται κατ΄ εξοχήν στην σφαίρα εξέτασης του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της ουσίας της ίδιας της αγωγής. Τα ίδια λέχθησαν και στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, 269,
  1. Βέβαια κάποια αξιολόγηση της προσφερόμενης μαρτυρίας σε σχέση με τη διαπίστωση της ικανοποίησης των τριών κριτηρίων είναι αναγκαία, όπως υπέδειξε και η Οδυσσέως (ανωτέρω) σελ.569, αλλά με κανένα τρόπο δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι τα όσα ακολουθούν αποτελούν την τελεσίδικη κρίση του Δικαστηρίου. Διαπιστώνεται απλώς η παρουσία ή η απουσία οποιουδήποτε θεμελιακού προβλήματος στο πραγματικό ή νομικό υπόβαθρο της αίτησης που θα άφηναν έκδηλα ανικανοποίητα τα τρία κριτήρια. Τούτων λεχθέντων επανέρχομαι στην υπό κρίση Αίτηση. Εξετάζοντας τα γεγονότα που συνθέτουν την αντιδικία στην παρούσα υπόθεση, εκείνο που μπορεί να εξαχθεί ως προς την ουσία της διεκδίκησης των εναγόντων είναι πως με τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, φαίνεται να ικανοποιούνται η πρώτη και η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Αρ.14/
  2. Από τις Έγγραφες Προτάσεις και ειδικώτερα από την Έκθεση Απαίτησης, την Αίτηση και την συνοδεύουσα αυτή Ένορκη Δήλωση, καταδεικνύεται η ύπαρξη μιας καλής συζητήσιμης υπόθεσης. Η βάση της αγωγής στηρίζεται στην κατ' ισχυρισμό παράλειψη όλων των εναγομένων και εν προκειμένω των εναγομένων 1, 4 και 5, να υλοποιήσουν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις δυνάμει τόσο της συμφωνίας δανείου όσο και των συμφωνιών εγγύησης. Στους εναγομένους 1, ως οι λήπτες του δανείου, επιρρίπτεται πως δεν συμμορφώθηκαν με τους όρους της συμφωνίας αφού παρέλειψαν να καταβάλουν τις οφειλόμενες δόσεις του δανείου με αποτέλεσμα αυτές να καταστούν ληξιπρόθεσμες, και συνακόλουθα ολόκληρο το οφειλόμενο υπόλοιπο του δανείου να καταστεί απαιτητό. Στους εναγομένους 4 και 5 επιρρίπτεται πως δεν συμμορφώθηκαν με τις δικές τους υποχρεώσεις ως εγγυητές και δεν εξόφλησαν το δάνειο, την αποπληρωμή του οποίου είχαν εγγυηθεί. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να λεχθεί πως η υπογραφή τόσο της Συμφωνίας δανείου όσο και της Συμφωνίας Εγγύησης, δεν αμφισβητείται από πλευράς των εναγομένων 4 και
  3. Ό,τι αμφισβητείται είναι κατά πόσον το αξιούμενο ποσό είναι αυτό που πραγματικά οφείλεται. Οι εναγόμενοι 1, 4 και 5 διατείνονται πως σ΄αυτό περιλαμβάνονται παράνομες χρεώσεις και ανατοκισμοί και πως αυτό που οι ίδιοι οφείλουν, είναι κατά πολύ μικρότερο από το αξιούμενο. Τούτο όμως είναι θέμα που θα απασχολήσει το Δικαστήριο κατά την ακρόαση της υπόθεσης όπου θα εξεταστούν όλα τα επίδικα θέματα και θα συνεκτιμηθούν οι αντίθετες εκδοχές και όχι στο παρόν στάδιο. Με τα όσα στοιχεία τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, θεωρώ πως οι ενάγοντες κατέδειξαν πως έχουν κάτι περισσότερο από απλή πιθανότητα να επιτύχουν την αξίωση τους. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 32 (Νόμος 14/60), νομολογιακά έχει λεχθεί πως θα πρέπει να καταδειχθεί ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το κριτήριο αυτό εξετάζεται κυρίως υπό το φως του ερωτήματος κατά πόσο η απονομή αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία. Νομολογιακά έχει λεχθεί πως η ύπαρξη δικαιώματος και η ισχυριζόμενη ή η επαπειλούμενη προσβολή του, δεν είναι αρκετές για να δικαιολογήσουν την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος. Εν προκειμένω θεωρώ πως η εν λόγω προϋπόθεση δεν ικανοποιείται. Οι ενάγοντες στηρίζουν το αίτημα τους στο ότι οι εξασφαλίσεις που δόθηκαν, περιλαμβανομένων των Υποθηκών, δεν καλύπτουν το σημερινό υπόλοιπο του χρέους. Προς υποστήριξη της θέσης τους έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου πρόσφατες Εκτιμήσεις των ενυπόθηκων ακινήτων. Οι εναγόμενοι 1, 4 και 5 αμφισβητούν τόσο το αποτέλεσμα όσο και την μεθοδολογία που ακολουθήθηκε καθώς και τα δεδομένα που λήφθηκαν υπόψη για την ετοιμασία των εν λόγω Εκτιμήσεων. Αμφισβητούν επίσης το ύψος του χρέους, αφού θεωρούν πως το αξιούμενο ποσό είναι προϊόν παράνομων χρεώσεων και παράνομου ανατοκισμού. Ενόψει των διϋστάμενων θέσεων των δύο πλευρών, το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει σε εύρημα (για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας πάντα) πως σε περίπτωση που ήθελε εκδοθεί απόφαση υπέρ των εναγόντων για το ποσό που απαιτούν, η εκποίηση των υποθηκευμένων ακινήτων δεν θα ικανοποιήσει το εξ΄αποφάσεως χρέος. Κάτι τέτοιο δεν έχει τεκμηριωθεί. Συνεπώς η θέση πως μόνο με την δέσμευση των επίδικων ακινήτων, οι ενάγοντες θα εξασφαλιστούν με επαρκή μέσα ώστε να ικανοποιηθεί το μέρος της τυχόν απόφασης που θα παραμείνει ανικανοποίητο μετά την εκποίηση των Υποθηκών, δεν γίνεται αποδεκτή και απορρίπτεται. Οι ενάγοντες δεν έχουν επίσης ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι ενδείκνυται η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal. Από το πραγματικό υπόβαθρο που ετέθη ενώπιον του Δικαστηρίου, καμιά από τις απαιτούμενες προϋποθέσεις, όπως αυτές έχουν εκτεθεί ανωτέρω, έχει ικανοποιηθεί. Όπως δεν έχουν ικανοποιηθεί και οι προϋποθέσεις ώστε να δοθεί Διάταγμα τύπου Chabra. Η αναφορά του Μάριου Σωφρονίου πως είναι οι εναγόμενοι 1, 4 και 5 που πληροφόρησαν τους ενάγοντες ότι διατηρούν τραπεζικούς λογαριασμούς στην Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ, δεν αρκεί. Δεν έχει διαφανεί στην βάση πραγματικού υποβάθρου, ότι οι εναγόμενοι 1, 4 και 5, απέκρυψαν από τους ενάγοντες την ύπαρξη άλλων περιουσιακών τους στοιχείων και δη τραπεζικών καταθέσεων. Η λεκτική μόνο διατύπωση σε επίπεδο ισχυρισμών, δεν αρκεί. Καταληκτικά θεωρώ πως η έκδοση των ζητηθέντων διαταγμάτων δεν δικαιολογείται και για έναν ακόμη λόγο. Εάν οι ενάγοντες παραχώρησαν το δάνειο στην εναγόμενη 1, χωρίς να μεριμνήσουν εκ των προτέρων για την πραγματική ή επαρκή εξασφάλιση του, θα πρέπει να αναλάβουν τις ευθύνες τους και να μην επιβραβευθούν με την έκδοση του αιτουμένου διατάγματος. Ένας συμβαλλόμενος πρέπει να μεριμνά εκ των προτέρων για την εξασφάλιση του λαβείν του, χωρίς να αναμένει από το Δικαστήριο ενίσχυση της εξασφάλισης ώστε να καλυφθεί το ενδεχόμενο στο τέλος να μην μπορεί να ικανοποιηθεί τυχόν απόφαση υπέρ του. Υπό το φως των ανωτέρω, κρίνω πως η υπό κρίση Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί και απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα, θεωρώ πως δεν πρέπει να αποστώ από τον κανόνα πως αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα. Όσον αφορά τους εναγόμενους 1, 4 και 5, τα έξοδα της Αίτησης όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος της αγωγής και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο οπόταν και θα είναι πληρωτέα, επιδικάζονται υπέρ τους και σε βάρος των εναγόντων. Τα έξοδα του Ενδιαφερόμενου Μέρους, όπως αυτά τα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επίσης επιδικάζονται σε βάρος των εναγόντων. Τα έξοδα είναι πληρωτέα αμέσως. (Υπ.) .................................................... Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΣΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.