← Κύπρος

V.K.C.A QUALITY LTD ν. Jones κ.α., Αριθμός Αγωγής.: 1188/12, 21/12/2018

V.K.C.A QUALITY LTD ν. Jones κ.α., Αριθμός Αγωγής.: 1188/12, 21/12/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2018:A251 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αριθμός Αγωγής.: 1188/12 Μεταξύ: V.K.C.A QUALITY LTD Ενάγουσα -και-

  1. XXXXX Jones
  2. XXXXX Ahmed Εναγόμενοι Ημερομηνία: 21/12/
  3. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγουσα: Η κα Θεοδούλου για Χάρης Κυριακίδης Δ.Ε.Π.Ε Για Εναγόμενη: Ο κ. Μ. Μιχαήλ για Χρίστο Μ. Τριανταφυλλίδη και Στυλιανό Ν. Χριστοφόρου Α Π Ο Φ Α Σ Η Έρεισμα για την, εκ μέρους των εναγόντων, καταχώρηση της παρούσας αγωγής αποτελεί η από μέρους των εναγομένων κατ' ισχυρισμό παράβαση ουσιωδών όρων της έγγραφης συμφωνίας, που οι διάδικοι υπέγραψαν μεταξύ τους στις 07/09/07 (στο εξής καλούμενη «η συμφωνία»). Με την εν λόγω συμφωνία οι ενάγοντες, οι οποίοι δραστηριοποιούνται στον τομέα ανάπτυξης γης, συμφώνησαν να πωλήσουν στους εναγομένους και οι εναγόμενοι να αγοράσουν από τους ενάγοντες το υπό ανέγερση διαμέρισμα, με πρόχειρη αρίθμηση Ε05, που θα ανεγείρετο επί της ακίνητης ιδιοκτησίας με αριθμό εγγραφής 4XX3 και 3XX7, τεμάχιο 9X και 5X8, Φύλλο/Σχέδιο L/29 στην περιοχή Καυκαλιά, Τερσεφάνου Λάρνακας, γνωστό και ως συγκρότημα διαμερισμάτων 'XXXXX' (στο εξής καλούμενο «το διαμέρισμα»). Με την παρούσα αγωγή οι ενάγοντες αξιώνουν από το Δικαστήριο τα ακόλουθα: α) Απόφαση και/ή διαζευτικά δήλωση ότι οι εναγόμενοι έχουν παραβεί και έχουν αθετήσει ουσιώδεις όρους της συμφωνίας, β) Απόφαση και/ή διαζευκτικά δήλωση ότι η συμφωνία έχει τερματιστεί νομίμως από τους ενάγοντες εξαιτίας της αντισυμβατικής συμπεριφοράς ή και παράβαση της από τους εναγομένους και γ) Απόφαση του Δικαστηρίου που να διατάσσει τη διαγραφή και την απόσυρση από το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας του ΠΩΕ3218-07 πωλητηρίου εγγράφου ημερ. 07/09/07 που κατετέθη στο Κτηματολόγιο Λάρνακας την 02/10/07 και/ή διαζευκτικά απόφαση του Δικαστηρίου διατάττον τον διευθυντή του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας όπως εντός 10 ημερών από την έκδοση της απόφασης λάβει κάθε αναγκαία ενέργεια για την απόσυρση του πιο πάνω πωλητηρίου εγγράφου. Στο σημείο αυτό αξίζει να σημειωθεί ότι οι ενάγοντες, με βάση το γενικό οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα τους (Ο.2r1) αξίωναν επίσης γενικές και ειδικές αποζημιώσεις, αξιώσεις οι οποίες όμως αποσυρθήκαν από την συνήγορο τους, άνευ βλάβης, κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων. Με βάση τις δικογραφημένες θέσεις των εναγόντων το συμφωνηθέν τίμημα πώλησης του πιο πάνω διαμερίσματος ανερχόταν στο ποσό των €158.387,35 περιλαμβανομένου Φ.Π.Α. Έναντι της πιο πάνω συμφωνίας οι εναγόμενοι κατέβαλαν το συνολικό ποσό των €126.709.
  4. Παρέλειψαν όμως δε, κατά παράβαση των όρων της συμφωνίας, να καταβάλουν τις δόσεις του τιμήματος πώλησης που ήταν ληξιπρόθεσμες και απαιτητές. Οι ενάγοντες λόγω του ότι οι εναγόμενοι δεν τήρησαν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις, ως προνοούσε η μεταξύ των διάδικων συμφωνία, απέστειλαν επιστολή τερματισμού της. Οι εναγόμενοι, μέσω της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης τους, αρνούνται ότι υπέγραψαν οποιαδήποτε συμφωνία με τους ενάγοντες. Αποτελεί θέση τους όμως ότι εάν αποδειχθεί στο Δικαστήριο ότι υπεγράφη οποιαδήποτε γραπτή συμφωνία μεταξύ τους, είναι ο ισχυρισμός τους ότι είναι οι ενάγοντες που δεν τήρησαν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις και ως εκ τούτου δεν νομιμοποιούντο να τερματίσουν την εν λόγω συμφωνία. Τέλος είναι η θέση τους ότι δεν οφείλουν στους ενάγοντες οποιοδήποτε ποσό. Με την ανταπαίτηση τους αξιώνουν δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι ενάγοντες έχουν παραβεί ουσιώδους όρους της συμφωνίας και ότι αυτή τερματίστηκε παράνομα καθώς και δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι εναγόμενοι δεν οφείλουν στους ενάγοντες οποιοδήποτε ποσό. Τέλος αξιώνουν εναντίον των εναγόντων και γενικές αποζημιώσεις. Η ακρόαση της υπόθεσης ήταν σύντομη εφόσον μοναδικός μάρτυρας που κατέθεσε εκ μέρους των εναγόντων ήταν ο XXXXX Πνευματίκας, λειτουργός της στο Τμήμα Διοίκησης. Οι εναγόμενοι επέλεξαν, αντιθέτως, να μην προσφέρουν οποιαδήποτε μαρτυρία. Στο σημείο αυτό αξίζει να σημειωθεί ότι η ακρόαση της υπόθεσης ολοκληρώθηκε στις 26/10/17 και ορίστηκε για τελικές αγορεύσεις στις 08/12/
  5. Την ημέρα εκείνη καθώς και στις 12/01/18 ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων αιτήθηκε αναβολή της ακρόασης, λόγω του ότι η γραπτή αγόρευση των εναγομένων δεν ήταν έτοιμη λόγω φόρτου εργασίας, αίτημα το οποίο εγκρίθηκε από το Δικαστήριο. Την 01/02/18, 22/02/18, 16/03/18 και 26/04/18 ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων αιτήθηκε αναβολής της ακρόασης της υπόθεσης λόγω του ότι, ως ισχυρίστηκε, διεξάγονταν συζητήσεις με την Τράπεζα για εξώδικη διευθέτηση της υπόθεσης, αίτημα το οποίο και πάλι εγκρίθηκε από το Δικαστήριο. Στις 28/06/18 ο συνήγορος των εναγομένων υπέβαλε και πάλι αίτημα αναβολής, στη βάση του ότι οι συζητήσεις για εξώδικη διευθέτηση της υπόθεσης συνεχίζονταν. Το εν λόγω αίτημα όμως αυτή την φορά απορρίφθηκε από το Δικαστήριο διαπιστώνοντας κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. ΜΑΡΤΥΡΙΑ O Μ.Ε 1, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του, υιοθέτησε γραπτή δήλωση (Τεκμήριο 1) με βάση το άρθρο 25 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.
  6. Σύμφωνα με το περιεχόμενο αυτής, οι ενάγοντες ασχολούνται με την ανάπτυξη ακινήτων. Δυνάμει της συμφωνίας (Τεκμήριο 2) οι ενάγοντες πώλησαν στους εναγόμενους και οι εναγόμενοι αγόρασαν από τους ενάγοντες το υπό ανέγερση διαμέρισμα. Εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες του ακινήτου, στο οποίο θα ανεγειρόταν το διαμέρισμα ήταν οι ενάγοντες. Οι εναγόμενοι, μετά την υπογραφή της συμφωνίας και τη χαρτοσήμανσή της, καταχώρισαν την 02/10/07 στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας την εν λόγω συμφωνία με αριθμό Π.Ω.Ε 3218/
  7. Το συμφωνηθέν ποσό τιμήματος πώλησης του διαμερίσματος, το οποίο έπρεπε να καταβάλλουν οι εναγόμενοι στους ενάγοντες, ανέρχετο στο ποσό των €158.387,35 περιλαμβανομένου και του Φ.Π.Α, πληρωτέο ως ακολούθως: (α) €3.167,75 ως προκαταβολή (reservation fees). (β) €31.043,92 ταυτόχρονα με την υπογραφή της Συμφωνίας. (γ) €13.304,54 κατά ή περί την 30/06/
  8. (δ) €31.677,47 με την ολοκλήρωση του σκελετού του Διαμερίσματος. (ε) €23.758,10 με την ολοκλήρωση του σοβατίσματος του Διαμερίσματος. (ζ) €23.758,47 με την ολοκλήρωση πατώματος του Διαμερίσματος. (στ) €31.677,47 με την ολοκλήρωση του Διαμερίσματος και την παράδοση του. Για την ολοκλήρωση της πιο πάνω συμφωνίας, οι εναγόμενοι κατέβαλαν στους Ενάγοντες συνολικά το ποσό των €126.709,78 (σχετικές αποδείξεις κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 3,4,5,6,7 και 8) ως ακολούθως: (α) Στις 08/06/07 το ποσό των €3.167,
  9. (β) Στις 06/08/07 το ποσό των €19.640,
  10. (γ) Στις 05/09/07 το ποσό των €11.403,
  11. (δ) Στις 10/12/07 το ποσό των €13.305,
  12. (ε) Στις 09/01/09 το ποσό των €55.435,
  13. (στ) Στις 04/05/09 το ποσό των €23.758,
  14. Ήταν ρητοί και εξυπακουόμενοι οι όροι της Συμφωνίας, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα: (α) Ότι οι πωλητές θα ολοκλήρωναν την κατασκευή του ακινήτου και θα παρέδιδαν κατοχή στους αγοραστές πριν την 31/01/10 με περίοδο χάριτος στους πωλητές τριάντα ημερών και/ή νωρίτερα εάν η ανέγερση ολοκληρωνόταν, νοουμένου ότι οι αγοραστές θα εκπλήρωναν όλες τις υποχρεώσεις τους προς τους πωλητές. (β) Εάν σημειωθεί καθυστέρηση εκ μέρους των αγοραστών, δηλαδή των εναγόμενων, σε οποιαδήποτε πληρωμή προβλεπόμενη από τη συμφωνία πώλησης χωρίς περαιτέρω ειδοποίηση το ποσό θα υπόκειται σε τοκισμό αποτελούμενο από επιτόκιο "Libor", όπως αυτό καθορίζεται από την Κυπριακή Κεντρική Τράπεζα και πλέον 2,5% ετησίως. (γ) Ο χρόνος πληρωμής όπως προβλέπεται από τη συμφωνία αποτελεί θεμελιώδη όρο αυτής και ως εκ τούτου ο πωλητής έχει το δικαίωμα, σε περίπτωση που οποιοδήποτε αναφερόμενο ποσό για τις καθυστερημένες δόσεις καθυστερεί πέραν και της περιόδου χάριτος των είκοσι μια

(21)ημερών από την ημέρα που η δόση έπρεπε να πληρωθεί, να εκλάβει τη συμπεριφορά αυτή των αγοραστών ως παράβαση σύμβασης και να κρατήσει όλα τα ήδη πληρωμένα ποσά από τους αγοραστές και πλέον να αξιώσει αποζημιώσεις για παράβαση σύμβασης νοουμένου ότι ο πωλητής μπορεί να αποδείξει τις αιτούμενες ζημιές. (δ) Οποιαδήποτε ειδοποίηση, η οποία απαιτείται να δοθεί με βάση αυτή τη συμφωνία πρέπει να είναι γραπτή και θα θεωρείται ότι έχει ικανοποιητικά δοθεί ή επιδοθεί αν παραδοθεί ή σταλεί με συστημένη επιστολή στο εγγεγραμμένο γραφείο των πωλητών και αναφορικά με τον αγοραστή εάν έχει δοθεί ή παραδοθεί στον αγοραστή στην τελευταία γνωστή του διεύθυνση, και σε κάθε τέτοια περίπτωση θα θεωρείται ότι έχει επιδοθεί και παραληφθεί επτά
(7)ημέρες μετά από την ημερομηνία που έχει καταχωρηθεί στο ταχυδρομείο (air mail), και υπάρχει απόδειξη ότι έχει καταχωρηθεί στο ταχυδρομείο, η οποία θα είναι επαρκής απόδειξη ταχυδρόμησης. (ε) Όλοι οι όροι της παρούσας συμφωνίας είναι ουσιώδεις και παράβαση οποιουδήποτε όρου της συμφωνίας θα έδιδε το δικαίωμα στο αθώο μέρος να τερματίσει την συμφωνία και να ζητήσει αποζημιώσεις και έξοδα. Οι εναγόμενοι, κατά παράβαση των όρων της συμφωνίας, παρέλειπαν να καταβάλλουν τις δόσεις του τιμήματος πώλησης που ήταν ληξιπρόθεσμες και απαιτητές, και συγκεκριμένα το ποσό των €31.677,58 ως η πιο πάνω Συμφωνία προέβλεπε. Οι ενάγοντες κάλεσαν επανειλημμένα τους εναγόμενους, τόσο προσωπικά αλλά και μέσω επιστολών των δικηγόρων τους, όπως προβούν σε άμεση διευθέτηση των υποχρεώσεων τους που πηγάζουν από τη συμφωνία και να συνεργαστούν για την υλοποίηση της, πλην όμως, οι εναγόμενοι παρέλειψαν και αμέλησαν να το πράξουν. Ειδικότερα οι ενάγοντες με επιστολή τους, ημερομηνίας 23/12/10 (Τεκμήριο 9), ενημέρωσαν τους εναγόμενους για την καθυστέρηση τους ως προς την πληρωμή της τελευταίας δόσης, έτσι ώστε οι ίδιοι να μπορέσουν να λάβουν κατοχή, δεδομένου ότι βάσει της συμφωνίας η κατοχή του Διαμερίσματος θα παραδινόταν σε αυτούς με την προϋπόθεση ότι θα εκπλήρωναν όλες τις συμβατικές τους υποχρεώσεις. Οι ενάγοντες με την παρούσα επιστολή κάλεσαν τους εναγόμενους εντός επτά
(7)ημερών να πληρώσουν την τελευταία δόση, πράγμα το οποίο οι εναγόμενοι παρέλειψαν να πράξουν. Στις 04/10/11 με επιστολή τους οι ενάγοντες (Τεκμήριο 10) τερμάτισαν τη συμφωνία, εξ υπαιτιότητας των εναγομένων λόγω αποτυχίας εκπλήρωσης των συμβατικών τους υποχρεώσεων. Διευκρίνισε ο εν λόγω μάρτυρας ότι στην επιστολή, ημερομηνίας 23/12/10, αναγράφεται ως υπόλοιπο του τιμήματος πώλησης το ποσό των €34.168, όμως το ορθό και ακριβές ποσό είναι €31.677,58, το οποίο αναγράφεται στην επιστολή ημερομηνίας 04/10/11. Οι εναγόμενοι παρά τη λήψη των πιο πάνω επιστολών δεν ανταποκρίθηκαν και ούτε κατέβαλλαν οποιοδήποτε ποσό προς στους ενάγοντες. Από την ολοκλήρωση του διαμερίσματος ήτοι τον Μάϊο του 2010, (αντίγραφο σχετικής βεβαίωσης ολοκλήρωσης του διαμερίσματος κατατέθηκε ως Τεκμήριο 11), οι ενάγοντες καλούσαν τους εναγόμενους να παραλάβουν κατοχή και να αποπληρώσουν το υπόλοιπο του τιμήματος πώλησης, κάτι το οποίο όπως εμφαίνεται πιο πάνω ουδέποτε έπραξαν και ουδέποτε ανταποκρίθηκαν. Περαιτέρω οι ισχυρισμοί περί καθυστερημένης παράδοσης του διαμερίσματος από τους ενάγοντες ουδέποτε προβλήθηκαν από τους Εναγόμενους στο παρελθόν και ουδέποτε απέστειλαν οτιδήποτε γραπτώς στους Ενάγοντες μέχρι και σήμερα. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων αρκέστηκε στο να υποβάλει μόνο δύο υποβολές τις οποίες ο εν λόγω μάρτυρας αρνήθηκε. Ειδικότερα ο Μ.Ε.1 αρνήθηκε το γεγονός ότι οι εναγόμενοι τήρησαν όλους τους όρους της Συμφωνίας και ότι οι εναγόμενοι δεν οφείλουν οποιοδήποτε ποσό προς τους ενάγοντες. Περαιτέρω ο εν λόγω μάρτυρας ανάφερε ότι οι εναγόμενοι, αν και κλήθηκαν επανειλημμένως από τους ενάγοντες, δεν προσήλθαν ώστε να παραλάβουν το εν λόγω διαμέρισμα τους και να καταβάλουν την τελευταία οφειλόμενη δόση τους. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΚΑΙ ΕΥΡΗΜΑΤΑ Η αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι επιβεβλημένη για την εξαγωγή των απαραίτητων συμπερασμάτων. Όπως έχει αναφερθεί στην πρόσφατη υπόθεση P. & Chr. Seafood Express Ltd κ.α. ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου, ECLI:CY:AD:2014:A661, Πολ. Έφεση αρ. 277/2009, ημερομηνίας 10/9/2014: «Είναι καθιερωμένη και αδιαμφισβήτητη η νομολογία που θέλει κριτή της μαρτυρίας να είναι κατ' εξοχήν το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου διεξάγεται η δίκη (Σταύρου ν. Χαραλάμπους
(2011)1 Α.Α.Δ. 193). Και αυτό βέβαια για καλό λόγο. Το Δικαστήριο μπορεί να αποτιμήσει την αξιοπιστία των μαρτύρων υπό το φως της ενώπιον του ακροαματικής διαδικασίας στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης με όλες τις εκφάνσεις και παραμέτρους της. Ο Δικαστής ο οποίος έχει το ευεργέτημα αυτής της θεώρησης πραγμάτων καλείται κατ' αντικειμενικό τρόπο να κρίνει τους συνανθρώπους του αποστασιοποιημένος βέβαια από την υπόθεση και ενσωματώνοντας το μέτρο εκείνο της αμερόληπτης και λογικής κρίσης που διέρχεται ολόκληρη την κοινωνία με πρόσθετη βέβαια τη νομική κατάρτιση του Δικαστή (Baloise Insurance Co. Ltd v. Κατωμονιάτη κ.ά.
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275). Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας είχα την ευκαιρία, μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τον μάρτυρα που κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω όλη την εν γένει συμπεριφορά του. Η αξιολόγησή του θα κριθεί με βάση τις σχετικές παραμέτρους που έχει καθορίσει η πλούσια νομολογία για το θέμα αυτό. Για παράδειγμα σημασία στην αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα έχουν τα λεγόμενά του, η εκφορά του λόγου του, ο δισταγμός ή η αμεσότητα των απαντήσεων του, η φυσικότητα και η εν γένει συμπεριφορά του στο εδώλιο, η πηγή των γνώσεων του στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τις ευκαιρίες που είχε για να παρακολουθήσει τα διαδραματισθέντα, την μνήμη και τους λόγους που είχε να θυμάται ή να πιστεύει αυτά για τα οποία κατέθετε, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων του, την ειλικρίνεια του και την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων (νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του Τάκη Ηλιάδη σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447, Ζαμπάς v. A&G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820, C&Α Pelekanos Associates Limited v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273, Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές που έχω παραθέσει προχωρώ να την αξιολογήσω. Ο Μ. Ε 1 άφησε στο Δικαστήριο θετικές εντυπώσεις και αποδέχομαι πλήρως τη μαρτυρία του. Ήταν σταθερός στις θέσεις του, απαντούσε με αμεσότητα, ευθύτητα και βεβαιότητα. Έχω πεισθεί παρακολουθώντας τον με προσοχή από το εδώλιο του μάρτυρα, όπου κατέθεσε, ότι ήταν ειλικρινής χωρίς να έχει διάθεση να αποκρύψει και να αποφύγει τα πραγματικά δεδομένα. Η εκδοχή του είναι αληθοφανής και λογική. Υποστηρίζεται δε πλήρως και ενισχύεται από τα ενώπιον του Δικαστηρίου κατατεθειμένα Τεκμήρια. Δεν διαπίστωσα να υπέπεσε ο ενάγοντας σε οποιαδήποτε ουσιαστική αντίφαση η οποία θα ήταν ικανή να αλλοιώσει τη θετική εικόνα που σχημάτισε το Δικαστήριο. Στην υπόθεση Α/φοι Παπαλαζάρου Λτδ v. Σοφοκλή Μιχαήλ
(1997)1 Α.Α.Δ. 1388, λέχθηκε ότι η πραγματική μαρτυρία είναι ο γνώμονας με βάση τον οποίο δοκιμάζεται η αξιοπιστία της προφορικής μαρτυρίας. Κατ' αναλογία, τα όσα αναφέρθηκαν στην εν λόγω υπόθεση εφαρμόζονται και στα γεγονότα της παρούσας. Τα όσα ανάφερε ο εν λόγω μάρτυρας ουδόλως έχουν αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση και η μαρτυρία του παρέμεινε ουσιαστικά αναντίλεκτη εφόσον ο εν λόγω μάρτυρας δεν αντεξετάσθηκε επί της ουσίας των όσων ανάφερε. Υπενθυμίζω εδώ τον κανόνα ότι στις περιπτώσεις όπου είναι η θέση του αντίδικου ότι τα γεγονότα που ισχυρίζεται η άλλη πλευρά δεν έγιναν, απαιτείται αντεξέταση και μάλιστα σφοδρή, μόνο και μόνο για να αποδειχθεί η έλλειψη υπόβαθρου, να επισημανθούν αντιφάσεις και ανακρίβειες και η παράλειψη αντεξέτασης μαρτύρων σε ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας τους ισοδυναμεί με αποδοχή της (Κ. Λ. ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 547, Frederickou Schools Co Ltd v. AcuacInc
(2002)1(Γ) A.A.Δ. 1527, Αdidas v. Jonitexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383 και ΛΕΟΝΤΙΟΥ ΚΩΣΤΡΙΚΗ ν. 4 ΜΟΤΙΟN AUTOMOTIVES LTD κ.α., Ποινική Έφεση Αρ. 226/2014, 10/7/2015). Επιπρόσθετα, σύμφωνα με την νομολογία, οι υποβολές θέσεων ενός διαδίκου σε ότι αφορά τα γεγονότα της επίδικης διαφοράς προς μάρτυρες κατά την αντεξεταση τους, εάν αυτές δεν υιοθετηθούν από τους μάρτυρες ως ορθές για να αποτελέσουν μέρος της μαρτυρίας τους, δεν έχουν καμία αποδεικτική αξία για την υπόθεση του, αφού, αυτές, δεν αποτελούν μαρτυρία, εκτός και εάν ο ίδιος κατά την παρουσίαση της υπόθεσης του τις εμπεδώσει με αποδεκτή μαρτυρία (Μάριος Ουλούπη v Γεώργιος Χρίστου κ.α
(1999)1Γ Α.Α.Δ. 1508). Για όλους τους πιο πάνω λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω αποδέχομαι την μαρτυρία του Μ.Ε.
  1. Με βάση την αξιολόγηση της μαρτυρίας και με βάση τα ενώπιον του Δικαστηρίου κατατεθειμένα Τεκμήρια μπορώ να καταλήξω με ασφάλεια στα πιο κάτω ευρήματα: Στις 07/09/07 υπεγράφη γραπτή συμφωνία μεταξύ των εναγόντων και των εναγομένων βάση της οποίας οι ενάγοντες θα πωλούσαν στους εναγομένους το υπό ανέγερση διαμέρισμα. Οι Εναγόμενοι καταχώρισαν την 02/10/07 τη συμφωνία στο Κτηματολόγιο Λάρνακας με αριθμό ΠΩΕ3218/
  2. Το συμφωνηθέν ποσό του τιμήματος πώλησης, το οποίο έπρεπε να καταβάλλουν οι εναγόμενοι στους ενάγοντες ανέρχετο σε €158.387,35 περιλαμβανομένου και του Φ.Π.Α. Για την πραγμάτωση της πιο πάνω συμφωνίας, οι εναγόμενοι κατέβαλαν στους Ενάγοντες συνολικά το ποσό των €126.709,
  3. Οι Εναγόμενοι παρέλειψαν να καταβάλλουν τις δόσεις του τιμήματος πώλησης που ήταν ληξιπρόθεσμες και απαιτητές, και συγκεκριμένα το ποσό των €31.677,58 ως η πιο πάνω Συμφωνία προέβλεπε. Οι ενάγοντες κάλεσαν επανειλημμένα τους εναγόμενους, όπως προβούν σε άμεση διευθέτηση των υποχρεώσεων τους που πηγάζουν από τη συμφωνία και να συνεργαστούν στην υλοποίηση της, πλην όμως, οι εναγόμενοι παρέλειψαν και αμέλησαν να το πράξουν. Οι Ενάγοντες με επιστολή τους, ημερομηνίας 23/12/10 ενημέρωσαν τους εναγόμενους για την καθυστέρηση τους ως προς την πληρωμή της τελευταίας δόσης, έτσι ώστε να μπορέσουν να λάβουν κατοχή, δεδομένου ότι βάσει της συμφωνίας η κατοχή του Διαμερίσματος θα παραδινόταν με την προϋπόθεση οι αγοραστές δηλαδή οι Εναγόμενοι, να εκπληρώσουν όλες τις συμβατικές τους υποχρεώσεις. Οι Ενάγοντες με την παρούσα επιστολή κάλεσαν τους εναγόμενους εντός επτά
(7)ημερών να πληρώσουν την τελευταία δόση. Στις 04/10/11 με επιστολή τους οι ενάγοντες (Τεκμήριο 5) τερμάτισαν τη συμφωνία εξ υπαιτιότητας των εναγομένων. Οι εναγόμενοι μέχρι και σήμερα δεν κατέβαλαν την τελευταία δόση του τιμήματος πώλησης. Το διαμέρισμα ολοκληρώθηκε τον Μάιο του 2010. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η παρούσα υπόθεση είναι πολιτική και το βάρος απόδειξης βρίσκεται γενικά στους ώμους των εναγόντων να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Αποτελεί καλά εδραιωμένη αρχή ότι ο ενάγοντας έχει το γενικό βάρος (burden of proof) να αποδείξει στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων ότι η δική του εκδοχή γεγονότων είναι πιο πιθανή παρά να μην είναι. Η αρχή αυτή έχει επιβεβαιωθεί, μεταξύ άλλων, στην υπόθεση Χρυσάνθη Χρύσανθου και Σταύρος Φραντζή ν. Αντρέα Φραντζή
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 1295, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Όπως διευκρινίσθηκε στην υπόθεση Μαρσέλ κ.ά ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(2001)1(B) Α.Α.Δ 1858 - «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onusofproof) είναι «η πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (ismoreprobablethannot).». Σύμφωνα με την κυπριακή νομολογία, η απόσειση του βάρους απόδειξης θα αποτιμηθεί υπό το φως της μαρτυρίας που θα κριθεί αξιόπιστη, πάντοτε στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Αναξιόπιστη μαρτυρία δεν αποτελεί αποδεικτικό υλικό αλλά μόνο αξιόπιστη μαρτυρία βαρύνει την πλάστιγγα των πιθανοτήτων (Mioragev v Radivojenik
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 1162). Ως αναφέρθηκε επίσης από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν Γιώργος Οικονόμου, ECLI:CY:AD:2014:A786, Πολιτική Έφεση Αρ. 335/2009, ημερομηνίας 17/10/2014, σε περίπτωση, όπου, ενώπιον του Δικαστηρίου, υπάρχει μόνο μία εκδοχή ως προς τα γεγονότα (ο αντίδικος δηλαδή, επιλέγει να μην παρουσιάσει μαρτυρία), όπως συμβαίνει ακριβώς και στην προκειμένη περίπτωση, τότε, συνήθως, αυτό που απομένει να εξεταστεί από το Δικαστήριο, εκτός αν υπάρχουν εγγενείς δυσκολίες σε σχέση με τους μάρτυρες και την αξιοπιστία τους, είναι, αν τα γεγονότα, όπως βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου, είναι αρκετά για να αποδείξουν την υπόθεση στο αναγκαίο επίπεδο. Στην προκείμενη περίπτωση, οι εναγόμενοι έλαβαν μέρος στη διαδικασία, χωρίς όμως να αντεξετάσουν επί της ουσίας των Μ.Ε 1 και αρκέστηκαν μόνο σε δύο υποβολές και χωρίς να προσφέρουν οποιαδήποτε μαρτυρία αλλά και ούτε καταχώρισαν στο Δικαστήριο οποιαδήποτε γραπτή αγόρευση επιχειρηματολογώντας ως προς τις θέσεις του. Αποτέλεσμα τούτου ήταν να παραμείνει μόνο μία εκδοχή ενώπιον του Δικαστηρίου, αυτή των εναγομένων. H παρούσα αγωγή έχει ως βάση την παράβαση σύμβασης εκ μέρους των εναγομένων. Αναφορικά δε με το βάρος απόδειξης σε υποθέσεις με βάση αγωγής την παράβαση σύμβασης, στην υπόθεση Ανδρέας Μιχαηλίδης ν. Ανδρέα Δημοσθένους Κακουλλή και άλλων
(1992)1 Α.Α.Δ 674, αναφέρεται ότι, είναι πρωτίστως καθήκον του εφεσείοντα να ικανοποιήσει το Δικαστήριο με αξιόπιστη και θετική μαρτυρία για τη βασιμότητα της απαίτησης του και όχι στους εφεσίβλητους να την αντικρούσουν. Δεν χωρεί καμία αμφιβολία, όπως εξάλλου αποτελεί και εύρημα του Δικαστηρίου, ότι οι διάδικοι έχουν καταρτίσει μεταξύ τους γραπτή συμφωνία και η οποία έχει κατατεθεί ως Τεκμήριο 2. Στις περιπτώσεις σύναψης γραπτής συμφωνίας, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των συμβαλλομένων προκύπτουν από το ίδιο το κείμενο της. Εάν στο κείμενο υπάρχουν ασάφειες, τότε είναι αναγκαία η ερμηνεία. Η ερμηνεία μιας ασαφούς συμβατικής πρόνοιας ή ενός ασαφούς συμβατικού όρου, δηλαδή η διαδικασία απόδοσης του αληθινού τους νοήματος, είναι ζήτημα νομικό, ακολουθεί συγκεκριμένους (ερμηνευτικούς) κανόνες και γίνεται από το Δικαστήριο (Pell Frishcmann Consultants Ltd v. Δημοκρατίας
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 33). Στην υπόθεση Καραολή Γιωργούλλα και Άλλοι v Γιώργου Λαούρη και Άλλου
(2008)1 Α.Α.Δ 225 λέχθηκαν επίσης τα ακόλουθα: «Η ερμηνεία μιας σύμβασης είναι νομικό θέμα και οδηγός για την ερμηνεία της είναι, μεταξύ άλλων, οι σκοποί της συμφωνίας όπως αυτοί αποκαλύπτονται από την ίδια τη συμφωνία στο σύνολό της. Όπως αναφέρθηκε στη Θεολόγου κ.ά. ν. Κτηματική Εταιρεία Νέμεσις Λτδ.
(1998)1 Α.Α.Δ. 407:-«Οι αρχές που διέπουν την ερμηνεία σύμβασης είναι καλά καθιερωμένες και δε χρειάζεται να τις επαναλάβουμε. (Βλ. Saab and Another v. Holy Monastery Ay. Neophytos
(1982)1 C.L.R. 499). Πρέπει να σημειώσουμε ότι, συνεχής είναι η τάση προς εναρμόνιση των αρχών ερμηνείας των συμβάσεων με τα κρατούντα στην καθημερινή ζωή. Το κριτήριο είναι η έννοια την οποία μεταδίδει το κείμενο της συμφωνίας στο μέσο λογικό άνθρωπο. Για το σκοπό αυτό μπορεί να εμπλουτισθεί η γνώση με την αποκάλυψη του υπόβαθρου της συμφωνίας, εξαιρουμένων πάντοτε των διαπραγματεύσεων, καθώς και μονομερών δηλώσεων και υποκειμενικών προθέσεων των συμβαλλομένων. Μαρτυρία που αναφέρεται στους υποκειμενικούς παράγοντες μπορεί να γίνει δεκτή μόνο σε αγωγή για διόρθωση του εγγράφου (rectification). (Βλ. ICS v. West Bromwich BS [1998] 1 All E.R. 98 (HL)). Το αντικείμενο βέβαια της ερμηνείας παραμένει πάντοτε η έννοια των όρων της συμφωνίας κατά το μέσο λογικό άνθρωπο. Η έννοια, η οποία μεταδίδεται σ' αυτόν, για τα συμφωνηθέντα.» Το Δικαστήριο, εξετάζοντας το ζήτημα αυτό, καλείται να εξετάσει ποια ήταν τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των μερών, ανατρέχοντας στο περιεχόμενο της ίδιας της συμφωνίας καθώς και αν κάποιο μέρος παραβίασε οποιουδήποτε όρους αυτής ώστε το αθώο μέρος να δικαιούται είτε να τερματίσει την συμφωνία και να αξιώνει αποζημιώσεις για τις ζημιές που υπέστη είτε εναλλακτικά, εάν έτσι επιθυμεί, μπορεί να συνεχίσει με την σύμβαση και απλώς να διεκδικήσει αποζημιώσεις (Π.Γ.Πολυβίου «Το Δίκαιο των Συμβάσεων», Τόμος Β, σελίδα 658). Στην υπόθεση Γεώργιου Εργατίδη ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2018:A67, Πολιτική Έφεση Αρ. 293/2012, 7/2/2018, λέχθηκε επίσης ότι η υπογραφή κάποιου συμβαλλόμενου δεσμεύει, και το βάρος απόδειξης επαφίεται σε αυτόν που έθεσε την υπογραφή του ώστε να αποδεσμευθεί από την εν λόγω πράξη του. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: «Η γενική αρχή είναι ότι η υπογραφή δεσμεύει (Saundersv. Anglia Building Society [1971] AC 1004, The Cyprus Development Bank Ltd v. Krini Evangelou Kyriacou
(1989)1 AAΔ 96, Αναστασία Θεοδόση Αναστασίου ή David Guy ν. Χριστίνας Θεοδόση Μιχαηλούδη
(1998)1 ΑΑΔ 264, Τουτζικιάν κ.α. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Χρηματοδοτήσεις Λτδ
(2003)1 ΑΑΔ 1240). Είναι πολύ στενά τα περιθώρια ώστε να αποφύγει κάποιος την ευθύνη που εκ πρώτης όψεως δημιουργεί η υπογραφή του, κατάσταση που έρχεται σε αντίθεση με την επιβεβλημένη εμπιστοσύνη στις έγγραφες συμφωνίες και πράξεις και συνεπώς με την αναγκαία εμπιστοσύνη και ασφάλεια στις συναλλαγές. Κατ' αρχάς θα πρέπει εκείνος που επιδιώκει να αποδεσμευθεί από τις συνέπειες που κανονικά επιφέρει η υπογραφή του, να καταδείξει, στα πλαίσια της υπεράσπισης non est factum, ότι η υπογραφή του τέθηκε λόγω ανικανότητας, ως η τυφλότητα ή ο αναλφαβητισμός, ή λόγω παραπλάνησης ή δόλου, παρά την επιμέλεια και προσοχή που επέδειξε. Θα πρέπει, επίσης, το έγγραφο να είναι εντελώς διαφορετικό, υπό την έννοια ότι εντάσσεται σε διαφορετική κατηγορία εγγράφων». Όπως προκύπτει από τα ενώπιον του Δικαστηρίου τεθέντα γεγονότα οι ενάγοντες στις 4/10/11, μέσω επιστολή τους, τερμάτισαν την μεταξύ των διαδίκων συμφωνία και δεν παρέδωσαν κατοχή αλλά ούτε και μεταβίβασαν το διαμέρισμα στους εναγομένους. Το πρώτο ζήτημα που θα πρέπει να εξεταστεί είναι κατά πόσο νομότυπα οι ενάγοντες τερμάτισαν τη συμφωνία και κατ' επέκταση κατά πόσο οι εναγόμενοι παραβίασαν οποιουσδήποτε όρους αυτής. Σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία του Μ.Ε.1, αλλά και με βάση την ίδια την συμφωνία (όρος 5), οι εναγόμενοι για την αγορά του διαμερίσματος θα κατέβαλαν το ποσό των €158.387,35 το οποίο ως αναφέρθηκε ανωτέρω, με βάση τον όρο 6 της συμφωνίας, θα ήταν πληρωτέο με τμηματικές δόσεις ανάλογα και με την εξέλιξη του έργου. Οι εναγόμενοι κατέβαλαν τις πληρωμές που αναφέρεται στην παράγραφο 6 (
  1. i)έως (
  2. vi)της συμφωνίας και παρέλειψαν να καταβάλουν το ποσό των €31.677,47, ως η παράγραφος (vii) όπου ήταν και η τελευταία δόση, καταβλητέα, με την ολοκλήρωση του διαμερίσματος και την παράδοση του. Οι ενάγοντες κάλεσαν επανειλημμένα τους εναγόμενους, όπως προβούν σε άμεση διευθέτηση των υποχρεώσεων τους που πηγάζουν από τη συμφωνία και να συνεργαστούν στην υλοποίηση της, πλην όμως, οι εναγόμενοι παρέλειψαν και αμέλησαν να το πράξουν, παρά το γεγονός ότι το διαμέρισμα ολοκληρώθηκε περί τον Μάιο του 2010. Στο σημείο αυτό φαίνεται ότι υπήρξε μία μικρή καθυστέρηση ολοκλήρωσης του διαμερίσματος εφόσον αυτό θα έπρεπε να ολοκληρωθεί μέχρι 31/1/10 με περίοδο 30 ημέρες χάριτος (σχετικός είναι ο όρος 4.1 της συμφωνίας). Οι εναγόμενοι ουδέποτε διαμαρτυρηθήκαν περί τούτου αλλά και ούτε παρέθεσαν οποιαδήποτε μαρτυρία περί του αντιθέτου. Ούτε εξάλλου περιέχεται τέτοιος ισχυρισμός στα δικόγραφα τους. Συνεπώς δεν μπορώ παρά με το να συμφωνήσω με τη θέση των ευπαιδεύτων συνήγορων των εναγομένων ότι ουδέποτε προωθήθηκε τέτοιος ισχυρισμός από πλευράς των εναγομένων και ως εκ τούτου το γεγονός αυτό δεν θα ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο. Οι εναγόμενοι παρά τις οχλήσεις των εναγόντων δεν διευθέτησαν τις οφειλές τους με την εξόφληση και της τελευταίας δόσης τους εφόσον είχαν ειδοποιηθεί ότι το διαμέρισμα είχε ολοκληρωθεί. Για να λάμβαναν κατοχή οι εναγόμενοι και να ολοκληρωνόταν η μεταβίβαση απαραίτητος όρος θα ήταν όπως οι εναγόμενοι εξοφλήσουν όλες τους τις υποχρεώσεις (βλέπε όρο 9 της συμφωνίας). Ενόψει των πιο πάνω και της μη συμμόρφωσης των εναγομένων με τους όρους πληρωμής της συμφωνίας οι ενάγοντες είχαν κάθε νόμιμο δικαίωμα να την τερματίσουν. Το άρθρο 7 της Συμφωνίας προβλέπει ότι: «7.It is agreed and understood that the time of payment herein specified is of the essence of this Agreement and payment of the above a fundamental term thereof, the Vendors having the right (but not the obligation)in the event of any payment of any of the above instalments falling in arrear beyond a period of grace of twenty One
(21)days from the date on which any such instalment should have been paid (after being formally demanded) to treat the said default by the Purchaser as breach of contract and may keep the amounts paid by the Purchaser as well as to claim damages for breach of contract provided that the amounts paid by the Purchaser is in accordance with the applicable laws. The above shall be deemed as an absolute and unequivocal waiver of any further rights in respect of such breach». Το Δικαστήριο, βασιζόμενο στην αποδεκτή μαρτυρία του Μ.Ε.1, οδηγείται σε εύρημα ότι οι εναγόμενοι δεν συμμορφώθηκαν με τους όρους αποπληρωμής κατά παράβαση της συμφωνίας (βλέπε όρο 6) και δεν κατέβαλλαν τις συμφωνηθείσες δόσεις της συμφωνίας κατά τον χρόνο που αυτές καθίσταντο πληρωτέες. Συνεπώς, καταλήγω σε εύρημα ότι οι εναγόμενοι παρέβηκαν τους όρους της μεταξύ τους συμφωνίας. Ενόψει της ως άνω παράβασης εκ μέρους των εναγομένων, οι ενάγοντες είχαν δικαίωμα, βάσει του όρου 7 της συμφωνίας να την τερματίσουν νόμιμα όπως και έπραξαν. Το άρθρο 37 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149 αναφέρεται στις υποχρεώσεις των συμβαλλομένων μερών. «37.-
(1)Οι συμβαλλόμενοι έχουν υποχρέωση να εκπληρώσουν ή προσφερθούν να εκπληρώσουν τις υποσχέσεις τους, εκτός αν απαλλάσσονται ή εξαιρούνται από την εκτέλεση αυτή, δυνάμει των διατάξεων του Νόμου αυτού ή οποιουδήποτε άλλου Νόμου». Το άρθρο 39 του Κεφ.149 αναφέρεται στις συνέπειες άρνησης συμβαλλόμενου να εκπληρώσει την υπόσχεση στο σύνολο της. «39. Αν ένας από τους συμβαλλόμενους αρνηθεί να εκπληρώσει, ή καταστήσει τον εαυτό του ανίκανο να εκπληρώσει, την υπόσχεση του στο σύνολο της, ο δανειστής δύναται να τερματίσει τη σύμβαση, εκτός αν εκδήλωσε προφορικά ή με συμπεριφορά, τη συγκατάθεση του για συνέχιση της σύμβασης». Το άρθρο 55 επίσης του εν λόγω Νόμου προβλέπει ότι: «55.-
(1)Αν ένας από τους συμβαλλόμενους ανέλαβε την υποχρέωση να προβεί σε ορισμένη ενέργεια εντός ορισμένου χρόνου ή πριν από το χρόνο αυτό, ή σε ορισμένες ενέργειες εντός ορισμένων χρόνων ή πριν από τους χρόνους αυτούς, και παραλείψει να προβεί σε οποιαδήποτε τέτοια ενέργεια κατά ή πριν από τον ορισμένο χρόνο, η σύμβαση ή το μέρος της σύμβασης που δεν εκπληρώθηκε ακόμη καθίσταται ακυρώσιμο κατ' εκλογή του δανειστή, αν πρόθεση των συμβαλλόμενων ήταν να καταστήσουν το χρόνο ουσιώδη όρο της σύμβασης». Στην πρόσφατη υπόθεση M.I.T. Global Data Solutions Limited άλλος v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ, Πολιτική Έφεση Αρ. 21/2011, ημερ. 04/12/15, λέχθηκε ότι για να καταστεί ένα ποσό απαιτητό και να είναι δυνατή η διεκδίκηση του, θα πρέπει να προηγηθεί τερματισμός της συμφωνίας ή λογαριασμού, με την προϋπόθεση όμως αυτή να μην είναι ασύνδετη με τους όρους της συμφωνίας που διέπουν τις μεταξύ των μερών σχέσεις. Παρόλο που δεν εγέρθηκε μέσω των δικογράφων τέτοιο ζήτημα, αλλά και ούτε μέσω των συνηγόρων των εναγομένων, κατά πόσο δηλαδή οι εναγόμενοι έλαβαν την σχετική επιστολή τερματισμού εντούτοις θα προχωρήσω να εξετάσω και το ζήτημα αυτό. Στην παράγραφο 17 της Συμφωνίας αναφέρεται ότι: «17. Any notice required to be given under this Agreement shall be in writing and shall be deemed to have been sufficiently given or served if delivered at or sent by registered post to the registered office of the Vendors and to the Purchaser at the Purchaser' s last known address, and in such event it shall be deemed to have been served and received seven
(7)days after same shall have been put in the post (via air mail) and proof that it was put in the post shall be sufficient and conclusive evidence of posting thereof and of receipt in the usual course of post within the time aforesaid». Όπως έχει ήδη νομολογηθεί, η μη επιστροφή επιστολής η οποία αποστέλλεται κανονικά, συνιστά εκ πρώτης όψεως απόδειξη ότι έχει παραδοθεί στο πρόσωπο στο οποίο απευθυνόταν, δηλαδή τον εναγόμενο (Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρου Χαριλάου Λτδ κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ. 479). Στην υπόθεση Alpha Bank Cyprus Ltdv. Arena Motor Show Ltd κ.ά., Πολ. Έφ. 84/09, ημερ. 2/10/15, αποφασίστηκε ότι η αποστολή των επιστολών τερματισμού στις διευθύνσεις που ανεγράφοντο επί του εγγράφου παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων, συνιστούσε νόμιμο τερματισμό τους. Υπάρχει δηλαδή τεκμήριο ότι μια επιστολή που αποδεικνύεται πως έχει ταχυδρομηθεί και δεν έχει επιστραφεί από το Ταχυδρομείο, έχει παραδοθεί στο πρόσωπο στο οποίο απευθυνόταν (Theodorou v. Abbot of Kykko Monastery
(1965)1 C.L.R. 9, 18 και Πιττάκα ν. Γ&Β Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1895, 1907). Το τεκμήριο είναι μαχητό και μπορεί να ανατραπεί. Στην υπόθεση Alpha Bank Cyprus Ltd v. Arena Motor Show Ltd κ.ά., (ανωτέρω), περιέχεται το ακόλουθο απόσπασμα από τους Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Reissue, τόμος 74, σελ. 393, παρ. 882: "882. Proof of posting. The posting of a letter may be proved by the person who posted it, or by showing facts from which posting may be presumed. Thus, evidence of posting may be given by proving that a letter was delivered to an employee who in the ordinary course of business would have posted it, or that it was put into a box which was cleared every day by the postman. The fact that a letter has been copied into a letter book is evidence against the person keeping the book that the letter was posted. The postmark on an envelope is prima facie evidence of the time and place of posting, and the date which a letter bears is prima facie evidence of the date on which it was written." Στην προκειμένη περίπτωση, η επιστολή τερματισμού στάληκε στους εναγομένους στην τελευταία γνωστή διεύθυνση που αναγράφεται στο πωλητήριο έγγραφο μέσω ταχυδρομείου και μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Στην εν λόγω επιστολή επισυνάπτεται στο πίσω μέρος της και σχετική απόδειξη ότι πράγματι αυτή αποστάληκε μέσω του ταχυδρομείου. Το Δικαστήριο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η εν λόγω επιστολή τερματισμού έχει επιδοθεί και οι εναγόμενοι έλαβαν γνώση επ' αυτών δεδομένου ότι και δεν προσκόμισαν οποιαδήποτε μαρτυρία επί του αντιθέτου. Το τεκμήριο αυτό δεν έχει ανατραπεί με βάση τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης. Και έτσι να μην είχαν τα πράγματα, που δεν συμβαίνει, δηλαδή να μην είχε αποσταλεί ή παραληφθεί η επιστολή τερματισμού στους εναγόμενους, η καταχώριση της αγωγής συνιστά επαρκή τερματισμό της συμφωνίας και απαίτησης πληρωμής του οφειλόμενου ποσού (Κυριάκου ν. Χρυσοστόμου
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 2029). Το αμέσως επόμενο ερώτημα που χρήζει απάντησης είναι αν οι όροι 6 και 7 που οι εναγόμενοι παραβίασαν, είναι ουσιώδεις έτσι που το Δικαστήριο να μπορεί να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο τερματισμός της συμφωνίας, εκ μέρους των εναγόντων, ήταν νόμιμος. Αποτελεί αρχή του κοινοδικαίου ότι οι όροι μιας συμφωνίας δεν έχουν όλοι την ίδια σημασία. Ουσιώδεις όροι είναι οι βασικές πρόνοιες της σύμβασης οι οποίες είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με την επίτευξη του κύριου σκοπού της συμφωνίας των μερών. Μη ουσιώδεις ή απλοί όροι (mere warranties) ή όπως αλλιώς αποκαλούνται εγγυητικές διαβεβαιώσεις είναι συμβατικές πρόνοιες και ρήτρες που θεωρούνται δευτερεύουσας σημασίας (νομικό σύγγραμμα Π.Γ.Πολυβίου «Το Δίκαιο των Συμβάσεων», Τόμος Β, σελίδα 567-568). Η σημασία της πιο πάνω ταξινόμησης είναι η εξής. Αν ο όρος είναι ουσιώδης, τότε, η παράβαση του, δίδει στο αθώο ή ανυπαίτιο μέρος το δικαίωμα να τερματίσει την σύμβαση και να διεκδικήσει αποζημιώσεις. Το αθώο μέρος έχει φυσικά το δικαίωμα να μην τερματίσει την σύμβασης και να επιμείνει στην τήρησή της (affirm the contract). Σε μια τέτοια περίπτωση έχει το δικαίωμα να ζητήσει αποζημιώσεις για παράβαση απλού όρου αφού με το μην τερματίσει την σύμβαση και να επιμείνει στην τήρησή της έχει επιλέξει να αντιμετωπίσει τον ουσιώδη όρο ως απλό όρο. Αυτό, βέβαια, είναι κάτι που επαφίεται στην δική του επιλογή (Νάκης Θεοχαρίδης ν. Ιωάννης Ιωάννου κ.α.,
(2012)1 Α.Α.Δ. 1311). Αν ο όρος δεν είναι ουσιώδης αλλά απλός όρος, τότε, το αθώο μέρος δεν έχει το δικαίωμα να τερματίσει την σύμβαση αλλά απλώς να διεκδικήσει αποζημιώσεις. Στην προκειμένη περίπτωση δεν χωρεί καμία αμφιβολία ότι η μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων των εναγομένων σε σχέση με την αποπληρωμή του τιμήματος πώλησης του διαμερίσματος βάσει του όρου 7 της συμφωνίας, αποτελούσε ουσιώδη όρο. Πέραν του γεγονότος ότι είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την επίτευξη του κύριου σκοπού της συμφωνίας των μερών, τα ίδια τα συμβαλλόμενα μέρη καθόρισαν τον εν λόγω όρο ουσιώδη, με βάση τον όρο 18 της συμφωνίας ο οποίος αναφέρει, μεταξύ άλλων ότι «all terms and conditions of this agreement are of the essence to this Contract.» Επομένως από την στιγμή που οι εναγόμενοι είχαν παραβεί ουσιώδη όρο της συμφωνίας, παρείχετο το δικαίωμα στους ενάγοντες να τερματίσουν την συμφωνία και να αξιώσουν αποζημιώσεις για τις ζημιές που έχουν υποστεί. Οι ενάγοντες, πριν τον τερματισμό της συμφωνίας, κάλεσαν μέσω επιστολών τους ότι είναι έτοιμοι να παραδώσουν και να μεταβιβάσουν το διαμέρισμα με την εξόφληση των οικονομικών υποχρεώσεων των εναγομένων. Οι εναγόμενοι ουδέποτε κάλεσαν τους ενάγοντες ότι είναι έτοιμοι να καταβάλουν το οφειλόμενο ποσό. Συνεπώς οι ενάγοντες δικαιολογημένα δεν παρέδωσαν και δεν μεταβίβασαν το διαμέρισμα στους εναγομένους. Οι ενάγοντες ορθώς θεώρησαν τον εαυτό τους ως απαλλαγμένο από οποιαδήποτε περαιτέρω υποχρέωση εκπλήρωσης της συμφωνίας. Αποτελεί αρχή του δικαίου των συμβάσεων, ότι, ο τερματισμός μίας σύμβασης, επιφέρει την απαλλαγή των μερών από τις μελλοντικές τους, βάσει αυτής, υποχρεώσεις, και καταδεικνύει, συνήθως, την πρόθεση του αναίτιου μέρους να απαιτήσει αποζημιώσεις για τυχόν απώλεια του λόγω της παράβασης της σύμβασης από τον αντισυμβαλλόμενο του (Χenos Travel Ltd v Panasoft AE, Πολιτική Έφεση Αρ.116/2011, ημερομηνίας 21/2/2017). Η συνήθης θεραπεία για παράβαση συμφωνίας είναι η επιδίκαση αποζημιώσεων. Σχετικό είναι το άρθρο άρθρο 73
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149. Η βασική αυτή αρχή έχει αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην πρόσφατη υπόθεση Αρχιππέα Σύμβουλοι Επενδύσεων Λτδ. κ.α. ν. Δημήτριου Κακαβού, ECLI:CY:AD:2015:A683, Πολ. 'Εφεση 278/10 ημερ. 15/10/2015, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Είναι γνωστό ότι το σύνηθες μέτρο της αποζημίωσης για διάρρηξη συμβολαίου συναρτάται με το ποσό που θα χρειαζόταν για να τεθεί το αναίτιο μέρος στη θέση που θα ήταν αν η συμφωνία εκτελείτο κανονικά, (Αlpan (Αδελφοί Τάκη) Λτδ. ν. Τρυφωνίδου
(1966)1 Α.Α.Δ. 679 και Α.Panayides Contracting Ltd v. M. &M. Frangos Engineering and Contracting Ltd.
(2012)1 Α.A.Δ. 1136). Σε περίπτωση μη εφαρμογής της συμφωνίας εξ υπαιτιότητας ενός των μερών, το αναίτιο μέρος δικαιούται στο δίκαιο των αποζημιώσεων να ακυρώσει τη σύμβαση ώστε να μην είναι ο ίδιος υπόλογος για οποιαδήποτε δική του υποχρέωση, να ανακτήσει οποιοδήποτε ποσό κατέβαλε και να αναζητήσει αποζημιώσεις για απώλεια κέρδους ή οποιαδήποτε απώλεια έχει υποστεί λόγω της παράβασης της συμφωνίας, (δέστε Ποντίκη ν. Κωνσταντινίδη
(2004)1 Α.Α.Δ. 875 και Πολυβίου «Το Δίκαιο των Συμβάσεων» σελ.744 κ.ε.)» Στην προκειμένη περίπτωση οι ενάγοντες δεν αξιώνουν οποιεσδήποτε γενικές και ειδικές αποζημιώσεις από τους εναγομένους, ως έχει αναφερθεί ανωτέρω, παρά μόνο αναγνωριστικές δηλώσεις από το Δικαστήριο ότι οι εναγόμενοι έχουν παραβεί και έχουν αθετήσει ουσιώδεις όρους της συμφωνίας καθώς και ότι η συμφωνία έχει τερματιστεί νομίμως από τους ενάγοντες εξαιτίας της αντισυμβατικής συμπεριφοράς ή και παράβαση της από τους εναγομένους Τέλος αξιώνουν απόφαση του Δικαστηρίου που να διατάσσει τη διαγραφή και την απόσυρση από το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας του ΠΩΕ3218-07 πωλητηρίου εγγράφου ημερ. 07/09/07 που κατετέθη στο Κτηματολόγιο Λάρνακας την 02/10/07 και/ή διαζευκτικά απόφαση του Δικαστηρίου διατάττον τον διευθυντή του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας όπως εντός 10 ημερών από την έκδοση της απόφασης λάβει κάθε αναγκαία ενέργεια για την απόσυρση του πιο πάνω πωλητηρίου εγγράφου. Σημειώνω ότι τέτοια θεραπεία προβλέπεται και από τον όρο 18 της επίδικης συμφωνίας. Ενόψει των πιο πάνω ευρημάτων του Δικαστηρίου και της παράθεσης της νομικής πτυχής της υπόθεσης θεωρώ ότι οι ενάγοντες δικαιούνται και έχουν κάθε δικαίωμα να αξιώνουν τις πιο πάνω θεραπείες με βάση τα ενώπιον του Δικαστηρίου γεγονότα. Συνεπώς η αγωγή τους επιτυγχάνει σε σχέση με τις θεραπείες που αξιώνουν. Σε σχέση με την ανταπαίτηση των εναγομένων αυτή θα πρέπει να απορριφθεί. Πέραν του γεγονότος ότι έχω προβεί σε ανάλογα ευρήματα και αποδέχομαι όλες τις θέσεις των εναγόντων και κυρίως το γεγονός ότι είναι οι εναγόμενοι που έχουν παραβεί όρους της μεταξύ τους συμφωνίας, ουδεμία θετική μαρτυρία δόθηκε από τους εναγομένους ώστε να στοιχειοθετούνται έστω και κατ' ελάχιστο οι ισχυρισμοί τους. Απλά περιορίστηκαν, μέσω του συνηγόρου τους, σε απλές υποβολές. Η μαρτυρία που έχουν προσκομίσει οι ενάγοντες έχει παραμείνει ουσιαστικά αναντίλεκτη. Έπεται ότι η ανταπαίτηση των εναγομένων έχει παραμείνει ατεκμηρίωτη, αόριστη, γενική και συνεπακόλουθα έκθετη σε απόρριψη. Στην υπόθεση Μάριος Δημητρίου v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολιτική Έφεση 167/2010, ημερομηνίας 21/10/15, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η δικογραφία επενεργεί στον προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων και δεν συνιστά ούτε μαρτυρία, ούτε αποδεικτικό υλικό για την απόδειξη των εκατέρωθεν ισχυρισμών (Μαυρομιχάλη ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1996)1 Α.Α.Δ. 530, 531 και 533). Δεν είναι δυνατόν καν να συζητηθεί ότι ο εφεσείων δεν έλαβε τις ειδοποιήσεις για τις καθυστερήσεις πληρωμής, από τη στιγμή που δεν προσέφερε οποιαδήποτε μαρτυρία για να αποδείξει τους ισχυρισμούς του κατά την ακροαματική διαδικασία, οι οποίοι παρέμειναν μέχρι τέλους παντελώς αστήρικτοι και κενοί περιεχομένου. Συνεπώς, ορθά, όπως υποστηρίζει και η πλευρά των εφεσιβλήτων, οι εν λόγω ισχυρισμοί δεν απασχόλησαν το Δικαστήριο: ουδεμία θετική μαρτυρία δόθηκε ως προς τους συγκεκριμένους ισχυρισμούς (Ελληνική Τράπεζα Χρηματοδοτήσεις Λτδ ν. Ε.Τ. AutosparesEnterprisesLtd
(1998)1(B) A.A.Δ. 843).» ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για όλους τους πιο πάνω λόγους αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι οι ενάγοντες απέδειξαν στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων με επαρκή και θετική μαρτυρία την αξίωση τους. Ως εκ τούτου εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων αλλέγγυως και/ή κεχωρισμένως ως η παράγραφος Α, Β και Γ της Έκθεσης Απαιτήσεως τους. Τα έξοδα της αγωγής επίσης επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων αλληλέγγυως και/ή κεχωρισμένως ως αυτά θα υπολογισθούν από το Πρωτοκολλητείο και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η ανταπαίτηση των εναγομένων απορρίπτεται χωρίς έξοδα εφόσον αυτή είχε συνεκδικαστεί στα πλαίσια της αγωγής. (Υπ.) ....................................... Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.