D.C.R. DISCOUNT CAR RENTALS LTD ν. DEMCO INSURANCE LIMITED ως διαλύθηκε λόγω συγχώνευσης και μετονομάστηκε σε PRIME INCURANCE COMPANY LIMITED, Αγωγή Αρ.: 2588/12, 28/1/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2018:A21 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Κ. Λοΐζου, Ε.Δ. Αγωγή Αρ.: 2588/12 Μεταξύ: D.C.R. DISCOUNT CAR RENTALS LTD (HE185988) Ενάγουσας και DEMCO INSURANCE LIMITED (HE 57305) ως διαλύθηκε λόγω συγχώνευσης και μετονομάστηκε σε PRIME INCURANCE COMPANY LIMITED (HE 70923), Εναγομένων Ημερομηνία: 28.2.18 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα Εταιρεία: κα Παπαγαπίου με κα Θωμά. Για Εναγόμενη Εταιρεία: κα Χρ. Παρασκευά για Λ. Παπαφιλίππου & Σια ΔΕΠΕ ΑΠΟΦΑΣΗ Α. Αντικείμενο Βάσει της τροποποιημένης Έκθεσης Απαίτησης η Ενάγουσα, η οποία είναι εταιρεία ενοικίασης αυτοκινήτων, αξιώνει από την Εναγόμενη, η οποία είναι ασφαλιστική εταιρεία, το ποσό των €5.163,50 ως οφειλόμενο ποσό δυνάμει καλυπτικού σημειώματος ασφάλισης για κάλυψη των ζημιών του μηχανοκίνητου οχήματος της Ενάγουσας με αριθμό κυκλοφορίας XXXXX92, μάρκας Nissan Navara D/Cabin (στο εξής «το επίδικο αυτοκίνητο»), το οποίο οδηγείτο από τον Ενάγοντα όταν ενεπλάκη σε ατύχημα χωρίς άλλο εμπλεκόμενο όχημα στις 18.3.2011 και περί ώρα 20:30 στο δρόμο Δεκέλειας-Πύλας. Αξιώνονται επίσης νόμιμοι τόκοι και έξοδα. Σύμφωνα πάντα με την τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης, το ατύχημα κοινοποιήθηκε άμεσα στην Εναγόμενη και κατά ή περί τον Απρίλιο του 2011 εκτιμητής της Εναγόμενης εταιρείας επισκέφθηκε το χώρο όπου βρισκόταν το εν λόγω όχημα της Ενάγουσας και προέβη σε εκτίμηση ζημιών, χωρίς όμως να ανοίξει το όχημα για να επιθεωρηθούν οι εσωτερικές ζημιές του. Έκτοτε, η Εναγόμενη αποφεύγει να αποζημιώσει την Ενάγουσα, η οποία καλυπτόταν από περιεκτική ασφαλιστική κάλυψη βάσει του καλυπτικού σημειώματος ασφάλισης που εκδόθηκε στις 9.3.2011 με αρ. VCP
- Παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της Ενάγουσας, η Εναγόμενη αρνείται μέχρι και σήμερα να καλύψει τις επίδικες ζημιές. Σύμφωνα με την τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης της Εναγόμενης, το ατύχημα ουδέποτε επισυνέβη και/ή δεν επισυνέβη στη δοθείσα ημερομηνία και/ή η Εναγόμενη δεν υποχρεούται να καλύψει τις ζημιές που προκλήθηκαν στο επίδικο όχημα λόγω του ότι η Ενάγουσα παραβίασε ουσιώδεις όρους του ασφαλιστηρίου συμβολαίου της (στο εξής «το ασφαλιστήριο») και/ή η Εναγόμενη δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει εάν είχαν τηρηθεί οι όροι του ασφαλιστηρίου εγγράφου και/ή κατά πόσο το όχημα της Ενάγουσας οδηγείτο από εξουσιοδοτημένο οδηγό και/ή σύμφωνα με τους όρους του ασφαλιστηρίου. Η Ενάγουσα κατά παράβαση του ασφαλιστηρίου δεν ειδοποίησε άμεσα την Εναγόμενη ή και την Αστυνομία, προέβη σε ψευδή δήλωση τροχαίου ατυχήματος στις 24.3.2011, αναφέροντας ότι το ατύχημα επισυνέβη στις 22.3.2011, ενώ στην τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης φαίνεται ως ημερομηνία ατυχήματος η 18.3.
- Η Εναγόμενη δεν οφείλει να καλύψει τις ζημιές της Ενάγουσας διότι δεν ήταν σε θέση να εξακριβώσει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες αυτό επισυνέβη αφού η Ενάγουσα δεν την ενημέρωσε εγκαίρως ούτε για το γεγονός του ατυχήματος, αλλά ούτε και για να εκτιμήσει οποιεσδήποτε ζημιές του επίδικου οχήματος. Ακόμα και αν οποιοδήποτε πρόσωπο προέβη σε τέτοια εκτίμηση είναι ισχυρισμός της Εναγόμενης ότι αυτό το πρόσωπο δεν τη δέσμευε εφόσον έγινε με πρωτοβουλία τρίτων και όχι της Εναγόμενης. Η Ενάγουσα σοφίστηκε εκ των υστέρων τα επίδικα γεγονότα ώστε να θεμελιώσει ψευδή απαίτηση προς την Εναγόμενη. Β. Η μαρτυρία Το περιεχόμενο της μαρτυρίας όλων των μαρτύρων βρίσκεται καταχωρισμένο στα πρακτικά και έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του, χωρίς να είναι απαραίτητο το Δικαστήριο να προβεί σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση της μαρτυρίας τους. Αναφορά θα γίνει ό,που και στο βαθμό που αυτό είναι αναγκαίο για σκοπούς της παρούσας απόφασης. Οι δικογραφημένες θέσεις εξειδικεύθηκαν και αποσαφηνίστηκαν μέσα από τη δοθείσα μαρτυρία. Για την Ενάγουσα μαρτύρησαν οι XXXXX Αρέστης (στο εξής «ο Μ.Ε.1»), οδηγός του επίδικου οχήματος κατά τον ουσιώδη χρόνο και σύζυγος της διευθύντριας της Ενάγουσας εταιρείας, καθώς και η XXXXX Αρέστη (στο εξής «η Μ.Ε.2») σύζυγος του Μ.Ε.1 και διευθύντρια της Ενάγουσας εταιρείας. Για την Εναγόμενη μαρτύρησε η XXXXX Αναστάση (στο εξής «η Μ.Υ.»), εσωτερικός νομικός σύμβουλος στο Γενικό Κλάδο της Prime Insurance Limited, η οποία έχει απορροφήσει την Εναγόμενη εταιρείας δυνάμει διατάγματος συγχώνευσης περί τον Φεβρουάριο του
- Σύμφωνα με τον Μ.Ε.1, περί τον Μάρτη του 2011 επισκέφθηκε τα γραφεία του XXXXX Κωνσταντίνου, άλλως XXXXX Αετού (Asfalistikos Aetos Agents & Consultants Co Ltd, ως φαίνεται επί του Τεκμηρίου 6), ο οποίος ήταν πράκτορας (Broker) για την Εναγόμενη ασφαλιστική και ζήτησε να ασφαλίσει το επίδικο όχημα για περίοδο δύο μηνών από 9.3.2011 μέχρι και 8.5.
- Κατέβαλε το ασφάλιστρο για περιεκτική κάλυψη για την πιο πάνω περίοδο αλλά εκδόθηκε ασφάλεια για ένα χρόνο, είπε, από 9.3.2011 μέχρι 8.3.2012, με αριθμό VCP001651 και ημερομηνίας 9.3.2011, χωρίς να γνωρίζει γιατί (Τεκμήριο 3). Στις 18.3.2011 και περί τις 20:30 στο δρόμο Δεκέλειας-Πύλας ενεπλάκη μόνος του σε τροχαίο ατύχημα, δηλαδή, ως αργότερα επεξήγησε, σε μια στροφή του δρόμου Δεκέλειας-Πύλας «έγλοιασε» το αυτοκίνητο, έχασε τον έλεγχό του και κτύπησε επί του τσιμεντένιου περιτοιχίσματος που διαχωρίζει τις δύο κατευθύνσεις του δρόμου. Ειδοποίησε, είπε, την ίδια στιγμή τηλεφωνικώς τον XXXXX Αετό και τον ενημέρωσε για το ατύχημα. Εκείνος του είπε αν κινείται το όχημα να το μετακινήσει και θα έστελνε εκτιμητή να το εξετάσει, όπως και έπραξε λίγες μέρες αργότερα. Ο εκτιμητής XXXXX Ο'Μαχόνυ εκτίμησε τις ζημιές του οχήματος σε €2.500 και του ανέφερε ότι το όχημα έπρεπε να ανοιχθεί για να έχει πιο ολοκληρωμένη εικόνα. Ποτέ, όμως, δεν δόθηκε στον Μ.Ε.1 αντίγραφο της εκτίμησης αυτής ούτε επέστρεψε ο Ο' Μαχόνυ για περαιτέρω εξέταση των ζημιών. Δεν γνωρίζει, είπε, γιατί στο Τεκμήριο 6, που είναι η δήλωση για απαίτηση σε τροχαίο ατύχημα, ανεγράφη ως η ημερομηνία του ατυχήματος η 22.3.2011, ίσως εκ παραδρομής. Το ατύχημα έγινε πάντως στις 18.3.2011 είπε. Ο ίδιος έδωσε όλα τα ορθά στοιχεία στον Αντρέα Αετό και η σύζυγος του, Άντρη, συμπλήρωσε το Τεκμήριο 6, το οποίο ο Μ.Ε.1 υπέγραψε στην τελευταία σελίδα. Παρά την επιστολή του δικηγόρου της Ενάγουσας προς την Εναγομένη, ημερομηνίας 11.4.2011 (Τεκμήριο 4), η οποία αξίωνε κάλυψη ζημιών του επίδικου οχήματος εις ποσόν €2.500 (ως ήταν το αξιούμενο ποσό πριν την τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης), η Εναγόμενη αρνείται μέχρι σήμερα να το πράξει. Σε ερώτηση κατά την κυρίως εξέτασή του, ως προς το ποιος επιδιόρθωσε το επίδικο αυτοκίνητο απάντησε απερίφραστα «εγώ». Αντεξεταζόμενος ο Μ.Ε.1 σε σχέση με το ατύχημα, δέχθηκε ότι μετά το ισχυριζόμενο ατύχημα ουδέποτε κάλεσε την Οδική Βοήθεια ή την ίδια την Εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, αλλά μόνο τον XXXXX Αετό. Ο τελευταίος του ανέφερε να μετακινήσει το όχημα και να το πάρει σε συνεργείο επιδιόρθωσης σιγά σιγά, όπως και έπραξε. Είπε οτι ακριβώς μετά το ατύχημα το αυτοκίνητο ξεκινούσε και παρόλο που εύρισκε ο προφυλακτήρας του πάνω στο λάστιχο, το πήρε σιγά σιγά στο συνεργείο επισκευής. Την επομένη ο ασφαλιστής του έστειλε τον XXXXX Ο΄Μαχόνυ, εκτιμητή, να εκτιμήσει τις ζημιές. Υπεστήριξε ότι ουδέποτε του παρέδωσε ο ασφαλιστής του, ούτε ο ίδιος του ζήτησε, τους όρους του ασφαλιστηρίου συμβολαίου (Τεκμήριο 8), παρόλο που η Ενάγουσα ασφάλιζε αρκετά οχήματά της μέσω του εν λόγω ασφαλιστή. Είπε ότι από τον XXXXX Αετό του δόθηκαν μόνο ο πίνακας του ασφαλιστηρίου (Τεκμήριο 3) και το καλυπτικό σημείωμα του επίδικου οχήματος (Τεκμήριο 5). Ουδέποτε ερωτήθηκε, αλλά και βεβαίως ουδέποτε αυτοβούλως προσέφερε εξήγηση γιατί, ενώ ο Πίνακας Ασφαλιστηρίου αναφέρεται σε περίοδο ασφάλισης από 9.3.2011 μέχρι 8.3.2012, το καλυπτικό σημείωμα οχήματος αναφέρεται σε περίοδο ασφάλισης από 9.3.2011 μέχρι και 8.5.
- Η αναφορά του στη γραπτή του δήλωση ότι ο Asfalistikos Aetos από μόνος του προέβη στην έκδοση του Πίνακα Ασφαλιστηρίου για περίοδο ενός έτους (βλέπε Τεκμήριο 3) ουδέποτε επεξηγήθηκε ή εξειδικεύθηκε, αφήνοντας κενό στη ενώπιον μου μαρτυρία επί τούτου. Το ότι ουδέποτε του παραδόθηκαν οι γενικοί όροι του ασφαλιστηρίου συμβολαίου από τον ασφαλιστή του, το απέδωσε στο ότι όπως είπε «είναι ο μεγαλύτερος απατεώνας» και μπορεί να το αποδείξει εφόσον έκαμνε ασφάλειες σε κρουσμένα αυτοκίνητα και τον έδιωξαν και από την ασφαλιστική. Ανέφερε ότι θα έφερνε μάρτυρες προς τούτο, οι οποίοι όμως ουδέποτε εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου μέχρι και το τέλος της ακροαματικής διαδικασίας. Ως προς τη Δήλωση Ατυχήματος (Τεκμήριο 6) δέχθηκε ότι παρόλο που ο ίδιος την υπέγραψε, περιέχει λάθη τα οποία έκανε η σύζυγος του XXXXX Αετού που τη συμπλήρωσε. Ανέφερε ότι δήλωσε το ατύχημα την ίδια μέρα που αυτό επισυνέβη, ήτοι την 18.3.2011, παρά το ότι στη Δήλωση ατυχήματος αναγράφεται ως ημερομηνία συμπλήρωσής της η 24.3.
- Επίσης, στο Τεκμήριο 6 ως ημερομηνία ατυχήματος αναγράφεται η 22.3.2011 και όχι η δικογραφημένη ημερομηνία του ατυχήματος, ήτοι 18.3.
- Περαιτέρω, οι αριθμοί εγγραφής που αναγράφονται επί της δήλωσης ατυχήματος δεν είναι του επίδικου ατυχήματος, αλλά του οχήματος με αριθμό εγγραφής XXXXX
- Όλα αυτά τα λάθη, ο Μ.Ε.1 τα απέδωσε στη σύζυγο του ασφαλιστή του και όχι σε ψευδείς ή ανακριβείς πληροφορίες που παρασχέθηκαν από τον ίδιο ώστε να ξεγελάσει την Εναγόμενη ασφάλεια. Σε ερώτηση αν διάβασε το συμπληρωμένο Τεκμήριο 6 πριν το υπογράψει, απέφυγε να απαντήσει, δίδοντας την απάντηση «ήταν ασφαλιστής μου». Σε ερώτηση της αντεξέτασης, ποιος τελικά επιδιόρθωσε το επίδικο αυτοκίνητο ο Μ.Ε.1, απάντησε «εγώ». Η Μ.Ε.2 επανέλαβε τα λεγόμενα του συζύγου της στο Δικαστήριο. Δεν είχε οτιδήποτε καινούριο να αναφέρει ή οποιαδήποτε πρωτογενή μαρτυρία να προσφέρει πέραν από την κατάθεση ως Τεκμηρίου 7, ενός τιμολογίου για ποσό €5.163,50, με αριθμό 11924 και ημερομηνία 8.2.
- Πρέπει εξαρχής να σημειωθεί ότι, το εν λόγω τιμολόγιο είναι αντίγραφο, φέρει ημερομηνία σχεδόν δύο χρόνια μετά το επίδικο ατύχημα, δεν αναγράφεται επ΄αυτού το όνομα του εκδότη της, αλλά μόνο το όνομα της Ενάγουσας ως χρεώστη και εμφαίνονται επ΄αυτού, η υπογραφή της Μ.Ε.2 ως εκδότη του καθώς και περιγραφή των επιδιορθώσεων που έγιναν στο επίδικο όχημα με αντίστοιχη χρέωση ανά επιδιόρθωση, οι οποίες συμποσούνται στο ποσό της τροποποιημένης Έκθεσης Απαίτησης. Είπε ότι ο σύζυγός της αναγκάστηκε και επιδιόρθωσε το όχημα με δικά του έξοδα και τελικά στοίχισε περισσότερα από όσα ανέφερε ο εκτιμητής. «Ο λόγος που ο σύζυγος μου επιδιόρθωσε μόνος του το εν λόγω όχημα είναι γιατί ο ίδιος γνωρίζει αυτή τη δουλειά και επίσης έχουμε και γκαράζ αυτοκινήτων.», είπε. Αντεξεταζόμενη, παραδέχτηκε ότι η ίδια εξέδωσε το τιμολόγιο Τεκμήριο 7, το οποίο θεωρούσε ως απόδειξη και όχι ως τιμολόγιο. Δεν γνωρίζει, είπε, τη διαφορά μεταξύ απόδειξης και τιμολογίου. Αρνήθηκε υποβολή ότι είναι ψεύτικο και ότι καμία ζημιά δεν υπέστη το επίδικο αυτοκίνητο. Υπεστήριξε ότι ούτε η ίδια έχει ποτέ δει το Τεκμήριο 8, τους γενικούς όρους του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, παρόλο που ασφαλίζουν με την Εναγόμενη αρκετά αυτοκίνητα της εταιρείας της. Αναγνώρισε μόνο τα Τεκμήρια 3 και 5, πίνακα του ασφαλιστήριου συμβολαίου και καλυπτικό σημείωμα αντίστοιχα. Στη θέση ότι μέσα από το Τεκμήριο 7 δεν αποδεικνύεται καμία πληρωμή της Ενάγουσας Εταιρείας προς οποιονδήποτε, απάντησε αρνητικά. Είπε περαιτέρω ότι λόγω φωτιάς που επισυνέβη στα γραφεία της Ενάγουσας πρόσφατα δεν μπόρεσε να βρει οτιδήποτε άλλο που να αποδεικνύει τις ζημιές της Ενάγουσας. Της υπεβλήθη ότι το τότε ανήλικο τέκνο της οδηγούσε το αυτοκίνητο κατά παράβαση του ασφαλιστηρίου συμβολαίου και το αρνήθηκε μετά βδελυγμίας. Η Μ.Υ. ανέφερε ότι ως μέρος των καθηκόντων της χειρίζεται απαιτήσεις γενικού κλάδου, δίδει οδηγίες στους εξωτερικούς δικηγόρους για χειρισμό δικαστηριακών υποθέσεων και νομικές συμβουλές στην Εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία. Μαρτύρησε περί της συνήθους πρακτικής στη σύναψη ασφαλιστηρίων συμβολαίων. Ανέφερε ότι το ασφαλιστήριο συμβόλαιο παραδίδεται με την έκδοσή του από τους ασφαλιστικούς πράκτορες (brokers) στον ασφαλιζόμενο. Το ασφαλιστήριο συμβόλαιο αποτελείται από τρία έγγραφα, τον πίνακα ασφαλιστηρίου, το καλυπτικό σημείωμα και τους γενικούς όρους του ασφαλιστηρίου (Τεκμήρια 3, 5 και 8, αντίστοιχα). Οι γενικοί όροι είναι προδιατυπωμένοι και αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του ασφαλιστηρίου συμβολαίου. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 8, και αναφέρθηκε στους Γενικούς Όρους του Ασφαλιστηρίου, Μέρος 5, σελίδα 16 και παράγραφος 4 αυτού, ο οδηγός κάθε ασφαλισμένου οχήματος οφείλει στην περίπτωση ατυχήματος να ειδοποιήσει αμέσως την ασφάλεια ώστε άτομο της ασφάλειας να παραστεί στο μέρος, να λάβει όλα τα αναγκαία στοιχεία και φωτογραφίες, να προβεί σε σχετικές ερωτήσεις, να λάβει τις αναγκαίες δηλώσεις από τους εμπλεκόμενους και να συμπληρώσει έντυπο απαίτησης. Όλα τούτα, προς διαφύλαξη των συμφερόντων της ασφαλιστικής εταιρείας από εικονικά ατυχήματα, τα οποία είναι συχνά και τα οποία βεβαίως παραβλάπτουν τα συμφέροντα της εταιρείας. Εξέφερε την άποψη ότι τα πιο πάνω αποτελούν ουσιώδεις όρους του ασφαλιστηρίου συμβολαίου και χωρίς επίσκεψη στη σκηνή η ασφαλιστική δεν μπορεί να εξετάσει οποιαδήποτε απαίτηση. Όσον αφορά στις ζημιές, κατά συνήθη πρακτική η ασφαλιστική εταιρεία ειδοποιείται είτε γραπτώς, είτε μέσω συνεργείου επιδιόρθωσης, να τις επιθεωρήσει και πάλιν άμεσα. Εν προκειμένω, η Εναγόμενη ουδέποτε ειδοποιήθηκε για το ατύχημα, ούτε και η Οδική της Βοήθεια, αλλά ούτε και για να επιθεωρήσει και να εκτιμήσει τις ισχυριζόμενες ζημιές. Η πρώτη φορά που ενημερώθηκε για το κατ΄ισχυρισμόν ατύχημα ήταν περί τον Απρίλιο του 2011 όταν οι δικηγόροι της Ενάγουσας έστειλαν στην ασφαλιστική την επιστολή Τεκμήριο
- Ανέφερε ότι η Ενάγουσα ξανααπασχόλησε με ψευδείς δηλώσεις την ασφαλιστική εταιρεία, οι οποίες αποκαλύφθηκαν αργότερα μέσω της εκδίκασης της αγωγής υπ΄αρ. 2635/11 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας και οι οποίες κόστισαν στην ασφαλιστική. Εξήγησε ότι η σχέση της Εναγόμενης ασφαλιστικής με τον Asfalistiko Aeto της Demco ήταν σχέση σύμβασης πρακτόρευσης βάσει του περί Άσκησης Ασφαλιστικών Εργασιών Νόμου, ενεργούσε δηλαδή ως πράκτορας (broker) για την Εναγόμενη και όχι ως ασφαλιστικός σύμβουλός της. Δηλαδή δύνατο να εκδίδει ασφαλιστήρια, να εισπράττει ασφάλιστρα και να παρέχει καθοδήγηση και συμβουλές στους πελάτες του. Σε αντιδιαστολή με τον ασφαλιστικό σύμβουλο, ο οποίος είναι απλός διαμεσολαβητής μεταξύ ενδεχόμενων πελατών της ασφαλιστικής και της τελευταίας, δεν μπορεί να εκδίδει ασφαλιστήρια και η σύναψη των ασφαλιστηρίων συμβολαίων διενεργείται απευθείας από την ασφαλιστική. Εξέφρασε την νομική άποψη ότι οι πράξεις ή παραλείψεις οποιουδήποτε πράκτορα βάσει σύμβασης πρακτόρευσης, οι οποίες γίνονται εν αγνοία της ασφαλιστικής εταιρείας, δεν δεσμεύουν την τελευταία. Αντεξεταζόμενη δέχθηκε ότι, δεν είναι σε θέση να γνωρίζει οτιδήποτε πρωτογενώς σε σχέση με το εν λόγω ατύχημα. Γνωρίζει και καταθέτει, είπε, τη συνήθη πρακτική της εταιρείας. Επανέλαβε τη νομική της θέση ότι όταν παραβιάζονται ουσιώδεις όροι του ασφαλιστηρίου δεν μπορεί να υπάρξει κάλυψη. Αρνήθηκε πάντως ότι η Εναγόμενη έστειλε εκτιμητή να εκτιμήσει το επίδικο όχημα μετά το ατύχημα, εφόσον ως είπε το Τεκμήριο 6, τη Δήλωση Ατυχήματος, η Εναγόμενη την έλαβε μετά το Τεκμήριο 4 και μετά που η ίδια την ζήτησε από τον Asfalistiko Aeto. Το Τεκμήριο 6 περιείχε αντιφατικές πληροφορίες και αυτό κίνησε υποψίες στην ασφαλιστική ως προς την αλήθεια του και, εν τέλει, εάν υπήρξε πράγματι ατύχημα. Εν πάση περιπτώσει, είπε, η ασφαλιστική αμφισβητεί τα πάντα που η Ενάγουσα υποστηρίζει, λόγω της προηγούμενης κακής εμπειρίας της πρώτης με τα κατ' ισχυρισμόν ψεύδη της δεύτερης, ως αποκαλύφθηκαν μέσα από την αγωγή υπ' αρ. 2635/11, πιο πάνω. Αρνήθηκε επίσης τη θέση ότι το όχημα επιδιορθώθηκε δαπάνη της Ενάγουσας. Επέμεινε στη θέση της ότι παραβιάστηκαν ουσιώδεις όροι του ασφαλιστηρίου συμβολαίου και η Εναγόμενη ουδεμία υποχρέωση έχει σε κάλυψη οποιασδήποτε ζημίας. Γ. Αξιοπιστία Είχα την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τα λεγόμενά τους και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Προβαίνω σε αυτή την αξιολόγηση με γνώμονα, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος καθενός στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν να γνωρίζουν ή να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, τη γενική συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζερβού v. Χαραλάμπους,
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους,
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Επίσης κατά την αξιολόγηση υπόψη μου είχα και τις εισηγήσεις των δύο πλευρών κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων. Αντιπαρέβαλα επίσης τις θέσεις κάθε μάρτυρα με τη λοιπή μαρτυρία που κατατέθηκε στην υπόθεση, γραπτή και προφορική και τη συνοχή και συνέπεια της εκδοχής καθενός, με το σύνολο και τη λογική της υπάρχουσας μαρτυρίας. Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. σελ. 506, υποδεικνύεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας κάθε μάρτυρα, δεν πρέπει να περιορίζεται μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του ξεχωριστά, αλλά πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα και πειστικότητα της και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Είναι επιθυμητό η μαρτυρία να συσχετίζεται, να αντιπαραβάλλεται και να διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, προσέγγιση η οποία επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου και ενισχύει την πίστη του κοινού στη δικαστική αποστολή (βλ. Στυλιανίδης v. Χ¨Πιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056 και Mustafa v. Κακουρή κ.ά.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. σελ. 162). Ο Μ.Ε.1 δεν μου άφησε καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα. Θεωρώ ότι οι απαντήσεις του ήταν προμελετημένες και υπέκφυγε σε αρκετές από τις ερωτήσεις που του υπεβλήθηκαν, με κύριο γνώμονα να βοηθήσει την Ενάγουσα. Οι απαντήσεις που έδωσε, δεν κρίνω να συνάδουν με τη λογική των πραγμάτων και τη λοιπή αξιόπιστη μαρτυρία στην υπόθεση. Δεν εξήγησε για παράδειγμα με πειστικό τρόπο, πώς και, ενώ ο ίδιος υπέγραψε το Τεκμήριο 6 αναφέρονται σε αυτό λανθασμένες πληροφορίες, όπως η ημερομηνία του ατυχήματος (ο ίδιος την αναφέρει ως 18.3.2011, ενώ στο Τεκμήριο 6 αναγράφεται 22.3.2011), η ημερομηνία υπογραφής του Τεκμηρίου 6 (ο ίδιος αναφέρει ότι έγινε στις 18.3.2011, ενώ επί αυτής αναφέρεται 24.3.2011) και, τρίτον, η λανθασμένη αναφορά των αριθμών εγγραφής του επίδικου οχήματος. Όλα αυτά τα απέδωσε, χωρίς να πείσει, σε λάθη της συζύγου του XXXXX Αετού κατά τη συμπλήρωση του εντύπου. Ούτε ο XXXXX Αετός, ούτε η σύζυγός του προσκομίστηκαν ως μάρτυρες προς υποστήριξη των θέσεων των Μ.Ε.1 και Μ.Ε.
- Ούτε μαρτύρησε στο Δικαστήριο ο XXXXX Ο'Μαχόνυ, ο αναφερόμενος ως εκτιμητής για τις ζημιές, για να επιβεβαιώσει ή εξειδικεύσει τα λεγόμενα του Μ.Ε.
- Περαιτέρω, το γεγονός ότι αναφέρθηκε στον Αντρέα Αετό ως τον «μεγαλύτερο απατεώνα» και ότι εξαπατούσε την ασφάλεια, οδηγεί, κατά την κοινή λογική, στην αποδυνάμωση παρά στην επίρρωση των θέσεών του. Ουδέποτε πάντως προώθησε τη θέση ότι ο XXXXX Αετός εξαπάτησε και τον ίδιο, είτε χωρίς να στείλει την απαίτησή του στην ασφαλιστική είτε ενεργώντας αυθαίρετα ή μονομερώς ή άλλως πως. Εάν ήταν ο ισχυρισμός του ότι ο XXXXX Αετός εξαπάτησε και τον ίδιο, ενδεχομένως να προσέδιδε κάποια αξιοπιστία στην εκδοχή του. Και βεβαίως σε αυτή την περίπτωση, αντιλαμβάνομαι τα δικόγραφα και η μαρτυρία που θα άκουγε το Δικαστήριο θα ήταν εντελώς διαφορετικά. Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, κρίνω ότι δεν μπορώ να βασιστώ σε οτιδήποτε είπε για να εξάξω οποιοδήποτε ασφαλές συμπέρασμα. Την ίδια εντύπωση αναξιοπιστίας μου άφησε και η Μ.Ε.2, παρόλο που το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας της ήταν εξ' ακοής. Επιβεβαίωσε δια επανάληψης τα λεγόμενα του συζύγου της σε σχέση με το επίδικο ατύχημα και τα όσα επισυνέβησαν κατόπιν αυτού. Έπεται ότι αφού ο Μ.Ε.1 κρίθηκε αναξιόπιστος δεν μπορώ να πιστέψω ούτε την Μ.Ε.2 για τα όσα επανέλαβε. Εν πάση περιπτώσει, το μόνο ουσιώδες, αναφορικά με τα επίδικα θέματα, μέρος της μαρτυρίας της είναι εκείνο για το οποίο την βρίσκω απόλυτα αναξιόπιστη. Και εξηγώ. Προσπάθησε να δείξει άγνοια αναφορικά με τη διαφορά μεταξύ τιμολογίου και απόδειξης (παρόλο που επ΄αυτού αναγράφεται πάνω δεξιά και με Κεφαλαία γράμματα η φράση «ΤΙΜΟΛΟΓΙΟ - INVOICE») για να αποφύγει, κρίνω, τις περαιτέρω πιθανές ερωτήσεις της αντεξέτασης ως προς το εάν το τιμολόγιο αυτό εξοφλήθηκε και από ποιόν. Ενώ μάλιστα παραδέχτηκε ότι, η ίδια εξέδωσε το τιμολόγιο και το υπέγραψε. Προσπάθησε με την γενική αναφορά της στη φωτιά στα γραφεία της Ενάγουσας, και χωρίς να δώσει περαιτέρω εξηγήσεις, να δικαιολογήσει τόσο το ότι, το τιμολόγιο Τεκμήριο 7 ήταν αντίγραφο, όσο και γιατί δεν προσκόμισε στο Δικαστήριο την απόδειξη εξόφλησης. Όταν ερωτήθηκε ευθέως εάν η Ενάγουσα Εταιρεία πλήρωσε αυτά τα λεφτά, υπεκφεύγοντας είπε «η ζημιά έγινε», χωρίς βεβαίως να απαντήσει επί τούτου. Το αν υπήρξαν ζημιές από το ισχυριζόμενο ατύχημα είναι ένα θέμα και το αν επιδιορθώθηκαν και ποιος πλήρωσε για τις σχετικές επιδιορθώσεις, είναι βεβαίως εντελώς διαφορετικό θέμα. Μετά το πέρας της μαρτυρίας των Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2 στο Δικαστήριο, έμειναν αναπάντητα τα εξής ερωτήματα. Γιατί δεν μαρτύρησε στην υπόθεση ο XXXXX Αετός ή ο XXXXX Ο'Μαχόνυ για επιβεβαίωση των όσων τους αποδίδονται; Ποιο ρόλο έπαιξε ο ισχυρισμός περί απατεωνιάς του XXXXX Αετού στο πώς η υπόθεση έτυχε χειρισμού από αυτόν; Γιατί το Τεκμήριο 7 είναι χρονολογημένο περί τα δύο χρόνια μετά το επίδικο ατύχημα και πού βρισκόταν στο μεσοδιάστημα; Υπέστη στο μεσοδιάστημα το επίδικο αυτοκίνητο περαιτέρω ζημιές; Όλα αυτά, σε συνδυασμό με όσα ανέφερα πιο πάνω, εξανεμίζουν κάθε πιθανή αμφιβολία ως προς την αναξιοπιστία των λεγομένων των Μ.Ε.1 και Μ.Ε.
- Αντίθετα με τους Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2, κρίνω την Μ.Υ. ως απόλυτα αξιόπιστη μάρτυρα. Οι απαντήσεις της, διακρίνονταν από αμεσότητα, απουσία διάθεσης υπεκφυγής και σταθερότητα, αφού έδιδε συνεχώς επεξηγήσεις για τα λεγόμενά της. Θεωρώ ότι, ακόμα και το ότι παραδέχτηκε ότι, δεν πιστεύει οποιουσδήποτε ισχυρισμούς της Ενάγουσας λόγω προηγούμενης εμπειρίας της ασφαλιστικής με ψεύδη της Ενάγουσας, είναι σημάδι αξιοπιστίας, εφόσον εύκολα θα μπορούσε να αποσιωπήσει αυτή την αρνητική στάση της ασφαλιστικής προς την Ενάγουσα, από φόβο να μη δώσει την εντύπωση προειλημμένης απόφασης για μη κάλυψη της Ενάγουσας. Η μαρτυρία της είναι βεβαίως περιορισμένης σημασίας διότι, ως παραδέχτηκε, δεν είχε πρωτογενή γνώση των επίδικων θεμάτων. Εντούτοις, κρίνω ως αξιόπιστα τα λεγόμενά της σε σχέση με τη συνήθη πρακτική της ασφαλιστικής στη σύναψη ασφαλιστηρίων συμβολαίων και τους ουσιώδεις, ως τους ανέφερε, όρους στα ασφαλιστήρια συμβόλαια για τον τρόπο ενημέρωσης της ασφαλιστικής κατόπιν ατυχήματος. Θεωρώ ότι μπορώ να βασιστώ στα όσα είπε, για να εξάξω ασφαλή συμπεράσματα. Πρέπει, σε αυτό το στάδιο να αναφέρω ότι, δεν μπορώ να αποδώσω οποιαδήποτε αποδεικτική βαρύτητα στο Τεκμήριο 7 και το απορρίπτω στην ολότητά του, για τους πιο κάτω λόγους: είναι αντίγραφο, χωρίς να δοθεί πειστική επεξήγηση ως προς το πού βρίσκεται το πρωτότυπο (βλ. άρθρου 27
(3)του Κεφ. 9[1]), η Μ.Ε. 2 που το κατέθεσε στο Δικαστήριο και το υπέγραψε, είχε κίνητρο να παραποιήσει τα γεγονότα, αφού είναι διευθύντρια της Ενάγουσας εταιρείας και έχει να κερδίσει από τέτοια παραποίηση (βλ. εδάφιο 2(δ) του Άρθρου 27 του Κεφ. 9), δεν αναγράφεται επ΄αυτού ο εκδότης του (παρόλο που το υπογράφει η Μ.Ε.2.), ενώ αναγράφεται το όνομα της Ενάγουσας ως χρεώστη, οδηγώντας στο εύλογο ερώτημα πώς μία εταιρεία μπορεί να εκδώσει τιμολόγιο προς τον εαυτό της, για εργασίες μάλιστα που έκανε τρίτο πρόσωπο (ο Μ.Ε.1) που δεν είναι αξιωματούχος της εταιρείας, αναφέρει ως ημερομηνία έκδοσής του την 8.2.2013, ενώ το επίδικο ατύχημα έγινε κατ' ισχυρισμόν δύο χρόνια προηγουμένως, χωρίς να δοθεί εξήγηση για το διερρεύσαν χρονικό διάστημα δεν φαίνεται να χρεώθηκε επ' αυτού Φ.Π.Α., δεν δόθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία ότι αυτό πληρώθηκε και από ποιόν ή ότι εκδόθηκε απόδειξη πληρωμής του. Εν πάση περιπτώσει, οι αναφερόμενες επ΄αυτού επιδιορθώσεις ουδέποτε συνδέθηκαν, δια μαρτυρίας, με τις ζημιές που το επίδικο αυτοκίνητο υπέστη από το επίδικο ατύχημα. Εάν, περαιτέρω, ληφθεί υπόψη και το ότι ο Μ.Ε.1 παραδέχθηκε ότι ο ίδιος επιδιόρθωσε τις ζημιές ενώ ουδέποτε ισχυρίστηκε οτι εισέπραξε οποιοδήποτε ποσό από αυτήν, επιβεβαιώνεται το ότι δεν μπορεί να αποδοθεί οποιαδήποτε σημασία στο Τεκμήριο 7. Επιπλέον, πώς είναι δυνατόν η Μ.Ε.2 και διευθύντρια της Ενάγουσας, η οποία θα έπρεπε κανονικά να εξοφλήσει το τιμολόγιο, να είναι ταυτόχρονα και το πρόσωπο που το εκδίδει; Είναι βασικό αξίωμα της νομολογίας ότι, οι ειδικές αποζημιώσεις πρέπει να καταγράφονται και να εξειδικεύονται στην έκθεση απαίτησης, να δικογραφούνται με λεπτομέρεια και να αποδεικνύονται με αυστηρότητα, με σαφήνεια και με συγκεκριμένα στοιχεία. Εάν αυτό δεν γίνει είναι αδύνατη η επιδίκαση οποιουδήποτε ποσού υπό τη μορφή ειδικής ζημιάς (βλ. μεταξύ άλλων Πίριλλος v. Κονναρή
(2000)1Β ΑΑΔ 1153)[2]. Ο ενάγων υποχρεούται όχι μόνο στην ακριβή απόδειξη της προκληθείσας ειδικής ζημιάς του, αλλά και σε απόδειξη του ευλόγου τέτοιας δαπάνης (Αντωνιάδης ν. Σταύρου
(1998)1Β Α.Α.Δ 1171). Για όλους τους πιο πάνω λόγους απορρίπτω το Τεκμήριο 7 στην ολότητά του. Ελλείπει, επομένως, οποιαδήποτε βάση για υπολογισμό από το Δικαστήριο των, κατ΄ισχυρισμό, ειδικών ζημιών της Ενάγουσας. Δ. Συμπεράσματα Βάσει της πιο πάνω αξιολόγησης, δεν παρέχεται υπόβαθρο για οποιαδήποτε ουσιώδη για την υπόθεση ευρήματα. Ούτε ότι το επίδικο ατύχημα πράγματι συνέβη, ούτε πότε, ούτε το τι επακολούθησε, ούτε αν το επίδικο όχημα υπέστη ζημιές και ποιες, ούτε αν έγινε απαίτηση στην ασφαλιστική και πότε, ούτε ποιά η ανάμειξη του Αντρέα Κωνσταντίνου ή Αντρέα Αετού άλλως Ασφαλιστικού Αετού στην όλη υπόθεση. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, κρίνω ότι οι Ενάγοντες δεν παρέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου ικανή και θετική μαρτυρία ώστε να ικανοποιήσουν το νομικό πρωταρχικό βάρος που είχαν στους ώμους τους σε σχέση με την αξίωσή τους («legal burden of proof»). Έτσι, δεν απαιτείται το Δικαστήριο να υπεισέλθει σε συζήτηση ως προς το εάν η Υπεράσπιση απέδειξε τους δικούς της ισχυρισμούς προς αντίκρουση της προσκομισθείσας από τους Ενάγοντες μαρτυρίας («evidential burden of proof»). Θα απέρριπτα την αγωγή, δίχως άλλο. Ακόμα όμως και αν κριθεί κατ΄έφεση ότι, η πιο πάνω αξιολόγηση μου της μαρτυρίας σφάλλει και οι Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2 θα έπρεπε να κριθούν ως αξιόπιστοι μάρτυρες και πάλι δεν θα μπορούσε να πετύχει η αγωγή. Για τους εξής λόγους:
- Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Μ.Ε.1, αυτός ουδέποτε ενημέρωσε την ίδια την Εναγόμενη για το επίδικο ατύχημα αλλά μόνο τον XXXXX Αετό. Στο Τεκμήριο 8, το οποίο περιλαμβάνει τους Όρους του Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου, αναφέρεται μεταξύ άλλων και ο εξής όρος: « Μέρος 5 Γενικοί Όροι
- Γνωστοποίηση Ατυχημάτων Σε περίπτωση οποιουδήποτε περιστατικού εξαιτίας του οποίου δυνατό να εγερθεί απαίτηση δυνάμει του Ασφαλιστηρίου, ο Ασφαλισμένος θα επικοινωνεί αμέσως με το τηλεφωνικό κέντρο της Εταιρείας σε καθορισμένη τηλεφωνική γραμμή που θα του κοινοποιηθεί γραπτώς και θα δίνει όλες τις αναγκαίες πληροφορίες και ακολούθως ο Ασφαλισμένος θα συμμορφώνεται και θα ακολουθεί τις οδηγίες που του δίνονται και θα παραδίδει σε εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο της Εταιρείας που επισκέπτεται τη σκηνή του ατυχήματος τα απαραίτητα στοιχεία ή έγγραφα που απαιτούνται για την υποβολή της απαίτησης του. Καμία απαίτηση δυνάμει του Ασφαλιστηρίου, εκτός για συμμόρφωση προς το Νόμο, θα είναι πληρωτέα αν ο Ασφαλισμένος δεν συμμορφωθεί με τους όρους του παρόντος άρθρου.» Τα ερωτήματα, επομένως, που πρέπει να απαντηθούν είναι: Πρώτον, εάν η Εναγόμενη ορθά θεώρησε ότι η Ενάγουσα παράβηκε τον όρο 4 των Γενικών Όρων του ασφαλιστηρίου συμβολαίου λόγω της μη άμεσης ενημέρωσής της για το ατύχημα, δεύτερον, αν η εν λόγω παράβαση αποτελούσε παράβαση ουσιώδους όρου του ασφαλιστηρίου και τρίτον εάν, συνακόλουθα, η Εναγόμενη νόμιμα αρνήθηκε να καλύψει την απαίτηση της Ενάγουσας. Ως προς το πρώτο ερώτημα, αναφέρω ότι ο Μ.Ε.1 παραδέχθηκε ότι ενημέρωσε μόνο τον Αντρέα Αετό για το ισχυριζόμενο ατύχημα και όχι, κατά δική του παραδοχή, την Εναγόμενη απευθείας, ως ο πιο πάνω όρος απαιτεί. Δεν θα εξετάσω το θεωρητικό επιχείρημα, το οποίο ουδέποτε προωθήθηκε από μέρους της Ενάγουσας ότι, εφόσον ο Asfalistikos Aetos ήταν πράκτορας (broker) για την Εναγόμενη, ειδοποίηση περί του ατυχήματος στον πρώτο θα μπορούσε να εξομοιωθεί με ειδοποίηση προς την δεύτερη, σύμφωνα με τους όρους του ασφαλιστηρίου. Αναφέρω, δε, ότι τόσο επί του καλυπτικού σημειώματος όσο και επί του πίνακα του ασφαλιστηρίου, Τεκμήρια 5 και 3 αντίστοιχα, τα οποία ο Μ.Ε.1 ανέφερε ότι είχε στην κατοχή του, αναγράφεται ο αριθμός τηλεφώνου της «Οδικής Βοήθειας» και της «Φροντίδας Ατυχήματος». Ως εκ τούτου, πρέπει να θεωρηθεί ότι η Εναγόμενη ασφαλιστική, συμμορφούμενη με την υποχρέωση της που προκύπτει από τον πιο πάνω όρο, κοινοποίησε γραπτώς στην Ενάγουσα τον αριθμό στον οποίο έπρεπε να καλέσει για να αναφέρει το ατύχημα, αμέσως μόλις αυτό επισυνέβη. Λόγω, επομένως, της μη άμεσης ενημέρωσης της Εναγόμενης ασφαλιστικής για την επενέργεια του ατυχήματος, ορθά θεωρεί η Εναγόμενη ότι παραβιάστηκε ο πιο πάνω όρος του μεταξύ τους ασφαλιστηρίου συμβολαίου. Ως προς το δεύτερο πιο πάνω ερώτημα, αναφέρω ότι η ερμηνεία νομικών εγγράφων είναι κατ' εξοχή έργο του Δικαστηρίου[3]. Όροι σε σύμβαση μπορούν να χαρακτηριστούν ως ουσιώδεις όροι (conditions) και ως απλοί ή μη ουσιώδεις όροι ή όροι δευτερεύουσας σημασίας[4] (warranties). Ανάλογα με την κατηγοριοποίηση του όρου που παραβιάζεται, επέρχεται και το αντίστοιχο αποτέλεσμα και το αναίτιο μέρος έχει τις αντίστοιχες επιλογές. Eνώ η παράβαση ουσιώδους όρου (condition) δίδει το δικαίωμα στο αθώο μέρος να θεωρήσει τον εαυτό του ως απαλλαγμένο από την περαιτέρω εκπλήρωση της συμφωνίας, να την τερματίσει και να αξιώσει αποζημιώσεις, παράβαση απλού ή μη ουσιώδους όρου (warranty) δεν δίδει δικαίωμα τερματισμού, αλλά μόνο δικαίωμα σε αποζημιώσεις. Στο σύγραμμα Chitty on Contracts, 28η εκδ. τομ. 1, (παρ. 12-026) αναφέρεται σε σχέση με τους ουσιώδης όρους ότι αυτοί: «... go so directly to the substance of the contract or, in other words, are so essential to its very nature that their non-performance may fairly be considered by the party as a substantial failure to perform the contract at all». Σε αντιπαραβολή δίδεται ο ορισμός των μη ουσιωδών όρων (παρ. 12-031): «The use of the word "warranty" in this sense is reserved for the less important terms of the contract, or those which are collateral to the main purpose of the contract .». Στις ασφαλιστικές συμβάσεις, που χαρακτηρίζονται ως συμβάσεις υψίστης καλής πίστης (contracts of utmost good faith στην αγγλική ή uberrimae fidei ως είναι η λατινική φράση) ισχύουν πιο εξειδικευμένοι κανόνες. Στην Κυριάκος Σάββα ν. Λαϊκή Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ,
(2009)1Β ΑΑΔ 1609 λέχθηκαν τα ακόλουθα στις σελ. 1624-1625: «Σε συνήθεις συμβάσεις οι όροι διαχωρίζονται σε ουσιώδεις όρους οι οποίοι αναφέρονται σε ζωτικό μέρος της σύμβασης (conditions), παράβαση των οποίων δίδει στο αθώο μέρος το δικαίωμα τερματισμού και σε απλούς όρους (warranties) οι οποίοι δίδουν το δικαίωμα σε αποζημιώσεις. Σε ασφαλιστικές συμβάσεις, λόγω του κινδύνου υποβολής ψευδών απαιτήσεων, συνήθως περιλαμβάνονται όροι οι οποίοι τείνουν να προστατεύουν τους ασφαλιστές από απάτη. Γι' αυτό τα ασφαλιστικά συμβόλαια περιλαμβάνουν όρους που θέτουν συγκεκριμένες υποχρεώσεις στον ασφαλισμένο, ώστε ο ασφαλιστής να έχει πλήρη γνώση του κινδύνου που αναλαμβάνει, αλλά και του συμβάντος σε περίπτωση υποβολής απαίτησης. Πολλοί από αυτούς τους όρους σε ασφαλιστικές συμβάσεις, ονομάζονται αναιρετικοί όροι, (conditions precedent) λόγω της σημασίας τους. Ορισμένοι σχετίζονται με την ισχύ της σύμβασης, οπότε παραβίασή τους έχει ως αποτέλεσμα η σύμβαση να θεωρείται ακυρώσιμη από την αρχή, π.χ. στη περίπτωση παραπλάνησης του ασφαλιστή, σχετικά με το μέγεθος του κινδύνου που αναλαμβάνει. Άλλοι σχετίζονται με θέματα που συνήθως προκύπτουν μετά τη σύναψη της σύμβασης, αλλά προτού συμβεί οποιαδήποτε απώλεια, π.χ. όροι που τείνουν να περιορίσουν την αύξηση του κινδύνου. Τέτοιου είδους παράβαση καθιστά τη σύμβαση ακυρώσιμη από την αρχή της διαπίστωσης της παράβασης. Υπάρχουν και όροι που ρυθμίζουν τις σχέσεις των μερών μετά που θα προκληθεί η απώλεια ή η ζημιά σε σχέση με τη περιουσία που ασφαλίζεται, π.χ. όροι που περιλαμβάνουν υποχρέωση να παρασχεθούν λεπτομέρειες και αποδεικτικά στοιχεία στον ασφαλιστή, όπως είναι και η παρούσα περίπτωση. Παράβαση ενός τέτοιου όρου συνήθως δεν επηρεάζει την ισχύ του συμβολαίου, αλλά παρέχει το δικαίωμα στον ασφαλιστή να αποφύγει ευθύνη για τη συγκεκριμένη απαίτηση, αν επιθυμεί. Τέτοιοι όροι κατά κανόνα θεωρούνται από τα Ασφαλιστικά Συμβόλαια, ως όροι -προϋπόθεση για αποζημίωση ή αναιρετικοί όροι του δικαιώματος αποζημίωσης. Βέβαια τα Δικαστήρια δεν δεσμεύονται από τους χαρακτηρισμούς των όρων στη σύμβαση. Από την Αγγλική νομολογία προκύπτει ότι παράβαση τέτοιων όρων, οι οποίοι σε ορισμένες αποφάσεις χαρακτηρίζονται ως "innominate terms", αντί ως "conditions precedent" δεν είναι βέβαιο ότι οδηγούν αυτόματα σε δικαίωμα ακύρωσης της σύμβασης, αλλά απλώς σε αναστολή του δικαιώματος για αποζημίωση[5]. Συνήθως αποφασίζει το Δικαστήριο αν η παράβαση ενός τέτοιου όρου έχει τόσο σοβαρές συνέπειες, ώστε να δικαιολογείται ο ασφαλιστής να ακυρώσει ολόκληρη τη σύμβαση και να αρνηθεί να αποζημιώσει τον ασφαλισμένο π.χ όταν διαπιστώνεται παράβαση όρου που περιλαμβάνει υποχρέωση να ειδοποιηθεί ο ασφαλιστής αμέσως μετά το συμβάν.» (υπογραμμίσεις του παρόντος Δικαστηρίου) Τελικά, το Εφετείο αποφάσισε ότι ο εκεί επίδικος όρος δεν ήταν ουσιώδης, διότι αφορούσε απλώς στη διαδικασία εξέτασης της απαίτησης του ασφαλισμένου, η οποία αφορούσε στην παροχή λεπτομερειών για τη ζημιά μετά το συμβάν και η οποία δεν ακολουθήθηκε από τον ασφαλισμένο και. Κρίθηκε από το Εφετείο ότι: «Παράβαση ενός τέτοιου όρου δεν μπορεί να έχει τις ίδιες επιπτώσεις με αναιρετικό όρο, με την έννοια που αναφέραμε ότι αναιρεί χωρίς άλλο την ευθύνη του ασφαλιστή και οδηγεί σε ακύρωση της σύμβασης. Όπου διαπιστώνεται παράβαση όρου για παροχή λεπτομερειών, εκείνο που συμβαίνει, είναι ότι οι υποχρεώσεις του ασφαλιστή, αναστέλλονται μέχρι να υπάρξει συμμόρφωση. Γι' αυτό ακριβώς και ο όρος 10, ο οποίος φέρει τίτλο «Συμμόρφωση με όρους Απαιτήσεων», δεν καθιστά τον όρο αναιρετικό, αλλά απλώς απαλλάσσει τους Εφεσίβλητους από την ευθύνη να πληρώσουν. Επομένως το πρωτόδικο Δικαστήριο προτού αποφασίσει για τη νομιμότητα της «αποκήρυξης της υποχρέωσης»**[6] των Εφεσίβλητων για πληρωμή, θα έπρεπε να είχε εξετάσει όλα τα περιστατικά της υπόθεσης. Στον όρο 1(γ) δεν καθοριζόταν συγκεκριμένος χρόνος συμμόρφωσης, επομένως θα έπρεπε να αποφασιστεί κατά πόσον ο χρόνος που τελικά ετάχθη ή που συμφωνήθηκε (19.9.03) ήταν ουσιώδους σημασίας ή όχι.» Αντιθέτως, στην προκειμένη περίπτωση, ο επίδικος όρος συμπεριλαμβάνεται στους «Γενικούς Όρους» του Τεκμηρίου 8, υπογραμμίζοντας τη σημασία του. Δεν είναι, δηλαδή, ένας όρος που απλά συγκεκριμενοποιεί τις λεπτομέρειες που πρέπει να δοθούν από τον ασφαλισμένο κατόπιν της επέλευσης της ζημιάς και της υποβολής αιτήματος αποζημίωσης, όπως στην Κυριάκος Σάββα (πιο πάνω). Είναι όρος που αναφέρεται σε αυτή τούτη την άμεση υποχρέωση ενημέρωσης της ασφαλιστικής όταν επισυμβεί συμβάν που καλύπτεται από το ασφαλιστήριο. Η χρήση, δε, της λέξης, «αμέσως» δεν αφήνει περιθώρια ως προς το πότε πρέπει να ειδοποιηθεί η ασφαλιστική. Καταλήγω στο ότι ο επίμαχος όρος δεν μπορεί παρά να χαρακτηριστεί ως ουσιώδης όρος. Πρόκειται για όρο που αν δεν τηρηθεί, αποστερείται ολοκληρωτικά στην ασφαλιστική η δυνατότητα να διερευνήσει η ίδια άμεσα το ατύχημα, το οποίο αποτελεί το υπόβαθρο στην απαίτηση του ασφαλισμένου. Συνακόλουθα της αποστερείται η δυνατότητα κρίσης ως προς το βάσιμο της απαίτησης. Αν η ασφαλιστική εταιρεία δεν ειδοποιηθεί άμεσα ότι επισυνέβη ατύχημα, δεν θα παρευρεθεί στη σκηνή, δεν θα είναι σε θέσει να διαπιστώσει εξ' ιδίας τις συνθήκες υπό τις οποίες αυτό συνέβη και δεν θα είναι αργότερα σε θέση να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις του Συμβολαίου. Η Μ.Υ. έδωσε εξήγηση ως προς το γιατί η Εναγόμενη θεωρεί τον εν λόγω όρο ως ουσιώδη, την οποία και δέχομαι ως ορθή. Είναι ότι, στην περίπτωση που η ασφαλιστική δεν ειδοποιηθεί άμεσα, ώστε να ενεργήσει όπως η ίδια θεωρεί ορθό υπό τις περιστάσεις για να διαφυλάξει τα συμφέροντά της, αυτά πλήττονται. Δέχομαι ότι, η άμεση ενημέρωση της ασφαλιστικής εταιρείας είναι τρόπος προστασίας της από ψεύτικες απαιτήσεις. Οι λέξεις, δε, που χρησιμοποιούνται στον επίμαχο όρο είναι επιτακτικές, και ειδικά η χρήση της λέξης «θα», κατά τρόπο που οδηγούν σε συμπέρασμα απόλυτης υποχρέωσης του ασφαλισμένου. Ούτε μπορεί, κατά την άποψή μου, η τελευταία πρόταση του επίμαχου όρου που αναφέρεται σε απαγόρευση κάλυψης στην περίπτωση μη άμεσης ειδοποίησης της ασφαλιστικής κατόπιν τροχαίου ατυχήματος, να χαρακτηριστεί ως άρνηση πρόσβασης στο Δικαστήριο και άρα παράνομη. Θεωρώ πως αποτελεί νόμιμο περιορισμό του δικαιώματος αποζημίωσης του ασφαλισμένου βάσει του ασφαλιστηρίου, εάν αυτός δε συμμορφωθεί με την υποχρέωσή του για άμεση ενημέρωση της ασφαλιστικής. Για τους λόγους που ανέφερα πιο πάνω, κρίνω ότι νόμιμα η Εναγόμενη αρνήθηκε να καλύψει την απαίτηση της Ενάγουσας, εφόσον η τελευταία παραβίασε ουσιώδη όρο του ασφαλιστηρίου συμβολαίου και δεν δύναται να επωφεληθεί από την παράβασή της αυτή. 2. Ακόμα και εάν το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 7 δεν απορριπτόταν στην ολότητά του, δεν επαρκεί, επί της ουσίας του, για να αποδείξει τις ισχυριζόμενες ζημιές της Ενάγουσας. Ο Μ.Ε. 1 ουδέποτε είπε ότι είναι είτε ειδικός είτε επαγγελματίας μηχανικός αυτοκινήτων, παρόλη την αναφορά της Μ.Ε.2 ότι «έχουμε γκαράζ αυτοκινήτων.». Η γνώμη μη ειδικού για την αξία ισχυριζόμενων ζημιών δεν είναι αποδεκτή ως μαρτυρία ζημιών. Για να προσδιορισθεί η μείωση της αξίας οχήματος που ενεπλάκη σε ατύχημα πρέπει να υπάρχει αποδεκτή μαρτυρία ως προς την αξία του αμέσως πριν και αμέσως μετά το ατύχημα (βλ. Νικολάου ν. Σταύρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 746). Σύμφωνα με την ίδια υπόθεση, «[η] γυμνή μεταφορά των πληροφοριών που [εμπειρογνώμονας] πήρε από τρίτους» καθιστούσε τη μαρτυρία του ως μαρτυρία γεγονότων και όχι εμπειρογνώμονα και έτσι, ως εξ΄ακοής πριν την τροποποίηση του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, με το Νόμο, Ν.32(Ι)/2004, απορριπτέα. Εν προκειμένω, δεν υπάρχει η παραμικρή μαρτυρία για το ύψος των αναφερόμενων ως ζημιών κατά τον επίδικο χρόνο, ήτοι τον Μάρτιο 2011, πόσο μάλλον εξειδικευμένη μαρτυρία για την αξία του επίδικου οχήματος πριν και μετά το ατύχημα. Ως εξ' όλων των πιο πάνω, το αναπόδραστο συμπέρασμα είναι ότι η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγομένων και εναντίον των Εναγόντων, ως θα υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Μ.Κ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφον Πρωτοκολλητής [1] [1] 27.-
(1)Κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που θα προσδοθεί σε εξ ακοής μαρτυρία, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το σύνολο των περιστάσεων, από τις οποίες μπορεί εύλογα να συναχθεί συμπέρασμα αναφορικά με την αποδεικτική αξία της εν λόγω μαρτυρίας.
(2)Ειδικότερα, και χωρίς επηρεασμό της γενικότητας του εδαφίου
(1), το Δικαστήριο θα λαμβάνει υπόψη τα πιο κάτω: (α) Κατά πόσο θα ήταν εύλογο και εφικτό ο διάδικος, που έχει προσαγάγει τη μαρτυρία, να είχε κλητεύσει ως μάρτυρα στη διαδικασία το πρόσωπο που έκαμε την αρχική δήλωση· (β) το χρονικό διάστημα μεταξύ της αρχικής δήλωσης και του γεγονότος στο οποίο αυτή αναφέρεται· (γ) το βαθμό της εξ ακοής μαρτυρίας, δηλαδή κατά πόσο η μαρτυρία περιλαμβάνει εξ ακοής μαρτυρία πέραν του πρώτου βαθμού· (δ) κατά πόσο οποιοδήποτε εμπλεκόμενο πρόσωπο είχε οποιοδήποτε κίνητρο να αποκρύψει ή να παραποιήσει τα γεγονότα· (ε) κατά πόσο η αρχική δήλωση μεταφέρθηκε επακριβώς ή όχι· (στ) το πλαίσιο μέσα στο οποίο, ή οποιοσδήποτε σκοπός για τον οποίο έγινε η αρχική δήλωση· (ζ) κατά πόσο η εξ ακοής μαρτυρία είναι ουσιωδώς διαφορετική από την αρχική δήλωση· (η) κατά πόσο, υπό τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες προσάγεται η εξ ακοής μαρτυρία, φαίνεται ότι δεν διευκολύνεται η ορθή αξιολόγηση της βαρύτητας της μαρτυρίας ή γίνεται προσπάθεια παρεμπόδισης της ορθής αξιολόγησης της βαρύτητας της μαρτυρίας.
(3)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που προσδίδεται από το Δικαστήριο σε εξ ακοής μαρτυρία, λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη το κατά πόσο ο διάδικος θα μπορούσε να προσκομίσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία και δεν το έπραξε. [2] Βλ. επίσης , Παναγιώτου ν. Φραγκέσκου κ.α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 687, Αλεξάνδρου ν. Ιωάννου
(1996)1 Α.Α.Δ. 1157, Χριστοδούλου ν. Αγαθοκλέους
(1997)1 Α.Α.Δ. 396, Ηρακλέους ν. Πίτρου
(1994)1 Α.Α.Δ. 239, Λοϊζου ν. Μουρτζή
(1999)1 Α.Α.Δ. 883, Μαΐττα ν. Γεωργίου κ.α.
(1998)1 Α.Α.Δ. 1 και Ζήνων Μερκής Λτδ ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(1999)1 Α.Α.Δ. 1923). [3] Βλ. Halfdan Grieg ν. Stirling Coal Corpn [1973] 1 All E.R. 545 (Kerr, J.)· Panayiotou v. Island Beach Development
(1985)1 C.L.R. 623, Καραολή κ.ά. ν. Λαούρη
(2008)1Α Α.Α.Δ 225). [4] Η φράση «όρος δευτερεύουσας σημασίας» αυτός χρησιμοποιήθηκε στην Λαμπριάς ν. Χρυσός & Σια
(1992)1Α Α.Α.Δ 281 [5] Alfred McAlpine plc v BAI (Run off) Ltd [2000] Lloyd´s Rep I.R. 352 (υποσημείωση στο πρωτότυπο) [6] Βλ. σελ. 20 της πρωτόδικης απόφασης( υποσημείωση στο πρωτότυπο) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο