← Κύπρος

ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ν. Π. ΦΩΤΗ (ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ) ΛΙΜΙΤΕΔ, Αρ. Αγωγής: 1137/18, 3/10/2018

ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ν. Π. ΦΩΤΗ (ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ) ΛΙΜΙΤΕΔ, Αρ. Αγωγής: 1137/18, 3/10/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2018:A152 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Μ. Κ. Λοΐζου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1137/18 Μεταξύ: XXXXX XXXXX ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ Ενάγοντα/Αιτητή -και- Π. ΦΩΤΗ (ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ) ΛΙΜΙΤΕΔ Εναγομένων/Καθ' ων η αίτηση Ημερομηνία: 3.10.2018 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτητή/Ενάγοντα: κα Γ. Δημητρίου και κ. Α. Ζαχαρίου, για Ανδρέας Β. Ζαχαρίου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ (Μονομερής αίτηση ημερ.28.9.18 για προστακτικό και απαγορευτικό διάταγμα) Τέθηκε ενώπιόν μου, μονομερώς, αίτηση με τα εξής αιτητικά: «Α) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσονται οι εναγόμενοι και/ή οι διευθυντές και/ή οι αντιπρόσωποι και/ή οι υπηρέτες και/ή οι αξιωματούχοι και/ή οι υπάλληλοι αυτών να επανασυνδέσουν και/ή να αιτηθούν την επανασύνδεση της παροχής ηλεκτρικού ρεύματος και/ή νερού και/ή οποιασδήποτε άλλης υπηρεσίας (utility) έχει αποσυνδεθεί στο υποστατικό και/ή στην αποθήκη Β που βρίσκεται στην Οδό XXXXX 20, XXXXX XXXXX που ενοικιάζει ο Ενάγοντας από τους Εναγόμενους μέχρι την εκδίκαση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Β) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύεται και/ή να εμποδίζει τους Εναγόμενους και/ή τους διευθυντές και/ή αντιπροσώπους και/ή υπηρέτες και/ή αξιωματούχους και/ή υπαλλήλους αυτών να διακόψουν και/ή αποσυνδέσουν την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος και/ή νερού και/ή οποιασδήποτε άλλης υπηρεσίας (utility) στο υποστατικό και/ή στην αποθήκη Β που βρίσκεται στην Οδό XXXXX 20, XXXXX XXXXX που ενοικιάζει ο Ενάγοντας από τους Εναγόμενους και από του να παρεμποδίζουν την απρόσκοπτη και συνεχιζόμενη παροχή ηλεκτρικού ρεύματος και/ή νερού και/ή οποιασδήποτε άλλης υπηρεσίας (utility) μέχρι την εκδίκαση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Γ) Οιανδήποτε περαιτέρω και/ή καλύτερη θεραπεία το Σεβαστό Δικαστήριο κρίνει ορθή και δίκαιη. Δ) Έξοδα και Φ.Π.Α..» Άκουσα με προσοχή τα όσα οι συνήγοροι για τον Ενάγοντα - Αιτητή ανέφεραν προς υποστήριξη της αίτησης και διεξήλθα του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλαματος, της αίτησης και της ένορκης δήλωσης που τη συνοδεύει. Στην Ένορκη Δήλωση του, ο Αιτητής αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι είναι ο ενοικιαστής αποθήκης, που ανεγέρθηκε το 2008, της οποίας ιδιοκτήτες είναι οι Εναγόμενοι, βάσει προφορικής συμφωνίας ενοικίασης. Το ενοίκιο είναι €330 μηνιαίως και δεν πληρώθηκε για τους μήνες Δεκέμβριο του 2017 με Σεπτέμβριο του 2018. Ο Αιτητής αναφέρει ότι έκανε επιδιορθώσεις σε όχημα των Εναγομένων, αξίας €800, χωρίς όμως να αναφέρει με σαφήνεια γιατί το υπόλοιπο ποσό των πιο πάνω ενοικίων δεν καταβλήθηκε από αυτόν στους ιδιοκτήτες. Αναφέρει ότι τον Ιούνιο του 2018 πρόσφερε σε αξιωματούχο των Εναγομένων τα οφειλόμενα ενοίκια, τα οποία αυτός δεν δέχθηκε γιατί ήθελε, είπε, να τον εκδιώξει από το ακίνητο. Επισυνάπτεται δε, ως Τεκμήριο Δ, επιστολή των Εναγομένων ημερ.06.09.2018 δια της οποίας απαιτούν τα καθυστερημένα ενοίκια εντός 21 ημερών, από την παράδοση της επιστολής, που παραδόθηκε 12.09.2018, αλλιώς θα θεωρήσουν τη σύμβαση ενοικίασης ως τερματισθείσα. Την επαύριο, δηλαδή στις 13.09.2018, οι Εναγόμενοι έκοψαν το ρεύμα και το νερό στον Αιτητή, λογαριασμοί οι οποίοι ήταν επ' ονόματι των Εναγομένων (Τεκμήρια Ε και Στ) και πληρώνονταν από το εκάστοτε πληρωτέο, από τον Αιτητή, ενοίκιο. Φαίνεται επίσης από τα Τεκμήρια Ζ και Η, ότι ο Αιτητής, συνεχίζει να οφείλει τα τέλη επαγγελματικής άδειας, τέλη σκυβάλων και τέλη άδειας λειτουργίας για τα έτη 2014-2017. Ο Αιτητής αναφέρει ότι υπόκειται σε ζημιές ως περιγράφονται στην παράγραφο 12 της Ένορκης Δήλωσής του, αφού χωρίς ρεύμα και νερό δεν μπορεί να δουλέψει και ζητά τη βοήθεια του Δικαστηρίου, μέσω της αίτησής του. Το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση παρεμπιπτόντων, απαγορευτικών και συντηρητικών διαταγμάτων διέπεται από το Άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60. Το δικονομικό δίκαιο ευρίσκεται στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6 και τους σχετικούς Κανονισμούς (βλ. Demades Overseas Ltd v. Studio Ma.st Ltd

(1996)1 ΑΑΔ 799). Στην ΚΟΤ v Θεωρή
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 255 λέχθηκαν τα εξής: «Προσωρινά διατάγματα εκδίδονται με βάση το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 όταν το Δικαστήριο κρίνει πως η παροχή τέτοιας θεραπείας είναι δίκαιη και ευχερής. Το άρθρο αυτό του Νόμου έχει εξεταστεί επανειλημμένα από το Δικαστήριο σε σειρά υποθέσεων. Στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Odysseos v Pieris Estates α.ο
(1982)1 CLR 557, καθορίζονται συνοπτικά μεν αλλά πολύ περιεκτικά και με σαφήνεια, οι αρχές που διέπουν την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων και εκείνες που ρυθμίζουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Οι τρεις βασικές προϋποθέσεις είναι:
  1. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση
  2. Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας
  3. Η πιθανότητα να υποστεί ο Ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά Το θέμα όμως δεν τελειώνει εδώ. Όπως υποδεικνύεται στην Odysseos στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα. (Βλ. επίσης την υπόθεση Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v Πασχάλη Χ'' Βασίλη, Πολ. Εφ. Αρ. 7755, ημερ.13.4.1989). Πρέπει να τονίσουμε πως τα Δικαστήρια εκδίδουν τέτοια διατάγματα με φειδώ». Υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και πληρείται η πρώτη πιο πάνω προϋπόθεση, όταν αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση (arguable case) με βάση τα όσα φαίνονται στις έγγραφες προτάσεις. Όσον αφορά στη δεύτερη προϋπόθεση για έκδοση προσωρινού διατάγματος, δηλαδή, την ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής, είναι αρκετό για τον Ενάγοντα να δείξει ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από μια απλή πιθανότητα επιτυχίας χωρίς να χρειάζεται να το αποδείξει στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων ως απαιτείται κατά την απόδειξη της αγωγής (βλ. Odysseos v Pieris Estates & others
(1982)1C.L.R. 557 και Πουργουρίδη κ.ά v Μέζου
(1994)1 Α.Α.Δ, 201, σελ. 207). Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας (βλ. Ανδρέας Σάββα Κυτάλα v Άννα Χρυσάνθου
(1996)1 ΑΑΔ 253, 257-8). Μπορεί επίσης να λεχθεί ότι η εξέταση της πλήρωσης της πρώτης προϋπόθεσης έχει άμεση σχέση με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης, ενώ η δεύτερη προχωρεί στην εξέταση της προσφερόμενης μαρτυρίας για την πραγματική θεμελίωση της αίτησης. Στην υπόθεση Κυτάλα (πιο πάνω) το θέμα διατυπώθηκε ως εξής από τον Δικαστή Νικολάου: «Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας, που αποτελεί προϋπόθεση, γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας: βλ Odysseos ν. Pieris Estates Ltd and Others
(1982)1 C.L.R. 557. Διευκρινίζουμε ότι η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Το Εφετείο στην υπόθεση Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R. 585, παρέθεσε επιδοκιμαστικά το εξής απόσπασμα από την απόφαση του δικαστή Slade J., στην Re Lord Cable (deceased) Garatt and Others v. Waters and Others [1976] 3 All E.R. 417 (σελ. 430) στην οποία εξηγείται ότι, ακόμα και μετά την απόφαση στην American Cyanamid v. Ethicon [1975] 1 All E.R. 504, η προοπτική επιτυχίας δεν μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση μαρτυρίας:- "Nevertheless, in my judgment it is still necessary for any plaintiff who is seeking interlocutory relief to adduce sufficiently precise factual evidence to satisfy the Court that he has a real prospect of succeeding in his claim for a permanent injunction at the trial. If the facts adduced by him in support of his motion do not by themselves suffice to satisfy the Court as to this, he cannot in my judgment expect it to assist him by inventing hypotheses of fact on which he might have a real prospect of success. For example, if he wishes the Court to grant him relief on the basis that another person has at all material times held certain assets as nominee for a third party, he must adduce sufficient factual evidence to show both the grounds on which such claim is made and that he has a real prospect of establishing that such assets are so held. Likewise, if he wishes the Court to grant him relief on the basis that certain trustees have in the past been acting in breach of trust, he must adduce factual evidence sufficient to show not only what acts or omissions are relied on but also that he has a real prospect of establishing that they constituted a breach of trust under the relevant system of law." Στην προκείμενη περίπτωση η γενικότητα του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης των εφεσειόντων μοιάζει με ισχυρισμό που εκφράζει θέση και μάλιστα υπό τύπο κατάληξης. Ως εκ τούτου στερείται αξίας από άποψης αποδεικτικού υλικού εφόσον δεν εκτίθενται γεγονότα με την αναγκαία λεπτομέρεια που να παρέχει έρεισμα το οποίο να δικαιολογεί τη θέση. Η κατάληξη πρωτόδικα ότι δεν καταδείχθηκε πιθανότητα επιτυχίας ήταν απόλυτα ορθή. Το προσωρινό διάταγμα δεν εδικαιολογείτο με βάση το Άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 1960.» Η τρίτη, πιο πάνω προϋπόθεση, κατά κανόνα δεν πληρείται εάν η ενδεχόμενη ζημιά στους Αιτητές μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα. Όσο πιο δύσκολα αποτιμήσιμη σε χρήμα είναι η ζημιά που πιθανόν να προκύψει στον Ενάγοντα-Αιτητή, τόσο πιο εύκολα μπορεί να πληρωθεί αυτή η προϋπόθεση. Βεβαίως, η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημίας αλλά, με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία. Ο αθέμιτος ανταγωνισμός σε υπόθεση παραβίασης εμπορικού σήματος ή ο επηρεασμός της εμπορικής εύνοιας επιχείρησης, είναι παραδείγματα ζημιάς που δυνατόν, στην κατάλληλη περίπτωση, να πληρώσουν αυτή την προϋπόθεση, αφού είναι δύσκολο να αποτιμηθούν σε χρήμα ή να εξακριβωθούν με βεβαιότητα (βλ. M. Ch. Mitsingas Trading Ltd. and Another ν. Timberland Co.
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1791, Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R. 231, 240). Το Δικαστήριο πρέπει πάντοτε να θέτει στον εαυτό του και το επιπρόσθετο ερώτημα του κατά πόσο είναι ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα δίδεται κατ΄ενάσκηση διακριτικής ευχέρειας και διάφοροι παράγοντες, οι οποίοι θα ήταν επικίνδυνο να απαριθμιστούν εκ των προτέρων, μπορούν να την κατευθύνουν. Πρέπει, μεταξύ άλλων, να λαμβάνονται σε τούτη την άσκηση υπόψη, αφενός προς τα πού κλίνει το ισοζύγιο της ευχέρειας (balance of convenience), το οποίο μπορεί και να ονομαστεί και ως το ισοζύγιο της δικαιοσύνης (βλ. Avila Management Services Ltd κ.α. ν. Frantisek Stepanek κ.α.
(2012)1(Β) ΑΑΔ 1403, 1424) και αφετέρου, η διατήρηση του status quo ante, η διατήρηση δηλαδή της κατάστασης πραγμάτων πριν την έκδοση του διατάγματος (βλ. Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita-Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1(Γ) ΑΑΔ 2015). Έχοντας εκτιμήσει κάθε τι που θεώρησα σχετικό, καταλήγω, ότι η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/60 πληρείται εν προκειμένω. Η βάση αγωγής είναι η ισχυριζόμενη παράβαση των υποχρεώσεων των ιδιοκτητών-Εναγομένων που απορρέουν από την προφορική συμφωνία ενοικίασης μεταξύ των μερών και η αντισυμβατική και κατ' επέκταση παράνομη διακοπή από τους Εναγομένους του ρεύματος και του νερού που χρησιμοποιεί ο Αιτητής. Ο Αιτητής απέδειξε, στο επίπεδο που απαιτείται σε αυτό το στάδιο, ότι έχει συζητήσιμη υπόθεση. Στην In Re 1. Igor Zhigachov κ.ά.
(2013)1 Α.Α.Δ. 133, αίτηση για certiorari, ο έντιμος σήμερα Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Μ. Νικολάτος, ανέφερε τα εξής: «Έχω την άποψη με όλον το σέβας, ότι ο όρος «απαγορευτικά διατάγματα» στο Άρθρο 32
(1)είναι αδόκιμη μετάφραση του Αγγλικού όρου «injunctions». Κατά τη γνώμη μου το Άρθρο 32
(1)θα έπρεπε καλύτερα να αναφέρεται σε «παρεμπίπτον διάταγμα (απαγορευτικόν, διηνεκές ή προστακτικόν)» και όχι σε «απαγορευτικόν διάταγμα (παρεμπίπτον, διηνέκες ή προστακτικόν). Ο όρος «απαγορευτικό (προστακτικόν)» διάταγμα είναι αντιφατικός, κατά τη γνώμη μου. [....] Είναι θεμελιωμένο ότι αίτηση για παρεμπίπτον διάταγμα υποβάλλεται στα πλαίσια ύπαρξης αγώγιμου δικαιώματος το οποίο δίνει δικαίωμα στον αιτητή, σε ουσιαστική θεραπεία. Ένα παρεμπίπτον διάταγμα δεν παρέχει, από μόνο του, αγώγιμο δικαίωμα. Είναι απλά επικουρικό σε ουσιαστική αξίωση που προβάλλεται στα πλαίσια αγωγή (Δέστε: την απόφαση της Δικαστικής Επιτροπής της Βουλής των Λόρδων στην υπόθεση Fourie v. Le Roux [2007] 1 W.L.R. 320). Στην υπόθεση εκείνη έγινε ευρεία αναφορά σε προηγούμενη αγγλική νομοθετική παρέμβαση, αλλά δεν διαφοροποιεί το σκεπτικό της για σκοπούς της παρούσας απόφασης), στην οποίαν τονίστηκε ότι το δικαίωμα σε παρεμπίπτον διάταγμα δεν συνιστά (από μόνο του) αγώγιμο δικαίωμα, δεν υφίσταται από μόνο του, εξαρτάται από την ύπαρξη, ήδη υπάρχοντος, αγώγιμου δικαιώματος και είναι επικουρικό και παρεμφερές προς το, ήδη υπάρχον, αγώγιμο δικαίωμα» Αναφέρω τα πιο πάνω ώστε να καταδειχθεί αφενός, ότι και η έκδοση των προσωρινών προστακτικών διαταγμάτων, ως το αιτητικό (Α) εν προκειμένω εμπίπτει στις προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Νόμου 14/60 και αφ' ετέρου, ότι για να πληρωθεί η πρώτη προϋποθέση του εν λόγω άρθρου απαιτείται να προϋπάρχει αυθύπαρκτο αγώγιμο δικαίωμα του Αιτητή. Το αυθύπαρκτο αυτό δικαίωμα εδώ υπάρχει. Θεμελιώθηκε όμως στο βαθμό που απαιτείται για αυτό το στάδιο; Κρίνω ότι ο Αιτητής δεν παρέθεσε εκείνη τη μαρτυρία που απαιτείται σε αυτό το στάδιο, η οποία θα αποδείκνυε, έστω και στο χαμηλό επίπεδο απόδειξης που απαιτεί η δεύτερη πιο πάνω προϋπόθεση, ότι έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας στην αγωγή του. Και εξηγώ: Αφού είναι παραδεκτό από τον Αιτητή ότι υπάρχει διαφορά μεταξύ των μερών ως προς το καταβλητέο ενοίκιο, απαιτείται μαρτυρία που να υποδηλώνει, σε επίπεδο βεβαίως κάτω του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι η μονομερής ενέργεια των Εναγομένων να κόψουν το ρεύμα και το νερό για να εξαναγκάσουν τον Αιτητή να παραδώσει σε αυτούς κενή κατοχή της ενοικιαζόμενης αποθήκης ήταν αντισυμβατική και κατ' επέκταση παράνομη. Ποιοι είναι οι όροι της προφορικής αυτής συμφωνίας ενοικίασης που οι Εναγόμενοι κατ' ισχυρισμό παραβιάζουν, ώστε η συμπεριφορά τους να κόψουν τους λογαριασμούς ρεύματος και νερού καθίσταται αντισυμβατική; Τέτοια μαρτυρία ελλείπει παντελώς από την Ένορκη Δήλωση του Αιτητή. Μάλιστα, αφού οι λογαριασμοί ρεύματος και νερού είναι επ' ονόματι των Εναγομένων (Τεκμήρια Ε και Στ) και αφού είναι παραδεκτό από τον Ενάγοντα ότι οι Εναγόμενοι τους πλήρωναν κατ' αποκοπή από το εκάστοτε πληρωθέν ενοίκιο, για το οποίο παραδεκτά υπάρχει διαφορά, η ανάγκη για την ελλείπουσα αυτή μαρτυρία καθίσταται μεγαλύτερη και ουσιαστικότερη. Η δε, αναφορά του Αιτητή στο ότι τον Ιούνιο του 2018 ο Μιχάλης Φωτίου αρνήθηκε να λάβει τα οφειλόμενα ενοίκια από τον Αιτητή, παραμένει νεφελώδης και χωρίς την απαραίτητη τεκμηρίωση. Έρχεται, δε, σε αντίθεση με το περιεχόμενο της επιστολής Τεκμήριο Δ, ημερομηνίας 06.09.2018. Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση, κρίνω ότι, στη βάση των ενώπιόν μου στοιχείων, δεν πληρείται. Βρίσκω ότι κάθε ζημιά που αναφέρεται στην παράγραφο 12 της Ένορκης Δήλωσης του Αιτητή, ήτοι μισθοί υπαλλήλων που δεν μπορούν να εργαστούν και απώλεια πελατείας (και στη γενικότητα που έθεσε την πιθανότητα αυτή, προφορικά, ο συνήγορος του Αιτητή) είναι αποτιμήσιμη σε χρήμα. Έτσι η ζημιά την οποία πιθανόν να υποστεί ο Αιτητής δεν είναι σε καμία περίπτωση ανεπανόρθωτη. Προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο θα ήταν ορθό και δίκαιο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Θεωρώ πως όχι. Ιδιοκτήτης στον οποίο, παραδεκτά, οφείλονται ενοίκια 10 μηνών, ακόμα και αν αφαιρεθεί το ποσό των €800 που ο Αιτητής αναφέρει ότι του οφείλονται από τους Εναγόμενους, και ο οποίος ιδιοκτήτης οφείλει, στη βάση της προφορικής συμφωνίας των μερών, να πληρώνει ο ίδιος το ρεύμα και το νερό από τα εκάστοτε καταβληθέντα ενοίκια του ενοικιαστή του, δικαιούται να προστατέψει την περιουσία του από τη χρήση της από ενοικιαστή, ο οποίος δεν πληρώνει τα συμφωνηθέντα ενοίκια. Εάν, δηλαδή, εκδιδόταν το αιτούμενο διάταγμα, οι ιδιοκτήτες θα διατάσσονταν, ουσιαστικά, να πληρώνουν τους λογαριασμούς ρεύματος και νερού της αποθήκης που κατέχει και λειτουργεί ο Αιτητής, ενώ ο ίδιος δεν τους πλήρωνε ενοίκια. Το ότι ο κάτοχος ακίνητης ιδιοκτησίας δικαιούται να έχει πρόσβαση στα μέσα του δικαίου και της δικαιοσύνης ώστε να φορτιστεί εναντίον αυθαιρεσίας ή ετσιθελισμού του ιδιοκτήτη, είναι δεδομένο. Στην κατάλληλη, όμως, περίπτωση. Στην Kennedy Hotels Ltd v. Indjirdjian
(1992)1 A.A.Δ. 400 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Το πρωτόδικο δικαστήριο έκρινε ότι ο εφεσίβλητος μετά την αποχώρηση της μητέρας του απώλεσε το δικαίωμα παραμονής στο διαμέρισμα. Όμως η απώλεια του δικαιώματος αυτού δε νομιμοποιούσε τον ιδιοκτήτη να προβεί στη βίαιη έξωση του, όπως ορθά διαπίστωσε το δικαστήριο. Υπέρβαση του δικαιώματος κατοχής ακινήτου, δεν παρέχει δικαίωμα στον ιδιοκτήτη ν' ανακτήσει με τη βία την κατοχή του. Ο νόμος αναγνωρίζει κατάλοιπα δικαιώματος στον κάτοχο τέτοια που να επιβάλλεται η παρεμβολή της δικαστικής εξουσίας για την έξωση του. (Βλ., μεταξύ άλλων, Bristol Corporation v. Ross and Another [1973] 3 All E.R. 393 και R. v. Wandsworth [1975] 3 All EH. 390).» Η παρούσα περίπτωση δεν προσφέρεται για εφαρμογή της πιο πάνω αρχής δικαίου. Εδώ δεν αποδείχθηκε στο επιθυμητό, γι' αυτό το στάδιο, επίπεδο, ήτοι ως περισσότερο από απλή πιθανότητα και λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι οι ιδιοκτήτες-Εναγόμενοι ενεργούν ετσιθελικά και όχι για να προστατεύουν τα καλώς νοούμενα νόμιμα συμφέροντά τους. Περαιτέρω, κρίνω ότι η Indjirdjian (ανωτέρω) δεν εφαρμόζεται στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης. Πρώτο, διότι δεν είναι η περίπτωση εδώ, όπου το Δικαστήριο έχοντας ακούσει την υπόθεση στην ουσία της, όπως εκεί, μπορεί να αποφανθεί ότι ο Ενάγων δικαιούται σε θεραπεία, που δεν είναι κατεγραμμένη στην Έκθεση Απαίτησης του. Δεύτερο, διότι στην Indjirdjian (ανωτέρω) ο Εφεσίβλητος-Ενάγων, παρότι επεμβασίας πέτυχε στην επιδίκαση ειδικών και παραδειγματικών αποζημιώσεων υπέρ του, διότι ο τρόπος που επέλεξαν οι ιδιοκτήτες να τον διώξουν, δηλαδή γκρεμίζοντας το διαμέρισμα στο οποίο αυτός διέμενε, κρίθηκε παράνομος. Εν προκειμένω, ο Αιτητής, δε ζητεί, απλώς, με την αγωγή του αποζημιώσεις για τις ζημιές που του προκαλεί η κατ' ισχυρισμό αντισυμβατική συμπεριφορά των ιδιοκτητών, αλλά ζητεί, και εδώ είναι η ουσιαστική διαφοροποίηση, να του εξασφαλιστεί, μέσω μονομερούς αίτησης και από το Δικαστήριο, το δικαίωμα να χρησιμοποιεί το ακίνητο χωρίς να καταβάλλει το συμφωνηθέν ενοίκιο, ενώ οι ιδιοκτήτες θα υποχρεούνται να πληρώνουν το ρεύμα και το νερό που θα καταναλώνει, αφού οι αντίστοιχοι λογαριασμοί είναι επ΄ονόματί τους. Η Σχίζας v. Αδάμου κ. ά.
(2008)1 Α Α.Α.Δ. 395, την οποία επικαλέστηκε η κα Δημητρίου, δεν εφαρμόζεται στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης διότι αφορά σε διατάγματα διατακτικής μορφής (mandatory injunctions) που εκδίδονται με το πέρας της αγωγής και αφού το Δικαστήριο έχει ακούσει την υπόθεση στην ουσία της. Η Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd
(2011)1 Γ Α.Α.Δ. 1848, στην οποία επίσης με παρέπεμψε η κα Δημητρίου, αναφέρεται στη δυνατότητα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ώστε να αποφανθεί εάν πληρείται η τρίτη προϋπόθεση, να λάβει υπόψη ευρύτερους παράγοντες, ιδωμένους στο σύνολο της ενώπιον του μαρτυρίας, και όχι μόνο εκείνη την ανεπανόρθωτη ζημιά η οποία δε μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα. Αποφασίστηκε επίσης, στην πιο πάνω υπόθεση, ότι είχε σημασία να εκδοθεί το αιτούμενο απαγορευτικό διάταγμα για να διατηρηθεί στο status quo ante, δηλαδή η κατάσταση πραγμάτων πριν την επέμβαση της εφεσίβλητης στον αμφισβητούμενο χώρο. Εδώ, ο Αιτητής ζητά να ανατρέψει το status quo ante με την έκδοση του προστατευτικού διατάγματος ως το (Α) της αίτησης. Περαιτέρω, ο Αιτητής, εν προκειμένω, είναι ο ενοικιαστής και όχι ο ιδιοκτήτης, όπως οι Αιτητές στη Zena Company Ltd (πιο πάνω) και εδώ ο Αιτητής επιθυμεί προστακτικό διάταγμα που να διατάσσει τους ιδιοκτήτες να του επανασυνδέσουν τους λογαριασμούς ρεύματος και του νερού, όχι όπως στη Zena Company Ltd (πιο πάνω) όπου οι Αιτητές-ιδιοκτήτες σκοπούσαν να σταματήσουν με το προσωρινό απαγορευτικό διάταγμα τους Καθ' ων η αίτηση-ενοικιαστές να δημιουργούν οχληρία και να επεμβαίνουν στην εύλογη χρήση και απόλαυση της ακίνητης ιδιοκτησίας των πρώτων. Εφόσον, ως προανέφερα, δεν πληρούνται οι προαναφερθείσες προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Νόμου 14/60 δεν απαιτείται να εξεταστεί κατά πόσον πληρούνται οι αυστηρότερες και σύμφωνα με το δίκαιο της επιείκειας, αρχές που διέπουν την έκδοση προσωρινών προστακτικών διαταγμάτων, ως το (Α) της αίτησης. Αφού δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 32, οπωσδήποτε δεν είναι δυνατό να πληρωθούν ούτε οι προϋποθέσεις για έκδοση προσωρινού προστακτικού διατάγματος (βλ. ενδεικτικά RKB Leathergoods Limited v. Αγγελίδη
(2004)1 ΑΑΔ 1071 και Τσιερκέζου ν. Dragon Tourist Enterprises Ltd
(2009)1 ΑΑΔ 734). Στη βάση των πιο πάνω, αναπόφευκτα, το αιτητικό (Α) της αίτησης απορρίπτεται. Το αιτητικό (Β), ως παραδέχτηκε η κα Δημητρίου, ζητήθηκε ώστε, στην περίπτωση που εκδιδόταν το (Α) να απαγορεύεται στους Εναγόμενους να ξανά-αποσυνδέσουν τους λογαριασμούς ρεύματος και το νερού. Αφού το αιτητικό (Α) δεν εκδόθηκε και αφού το ρεύμα και το νερό ήδη αποσυνδέθηκαν, το (Β) δεν μπορεί να εκδοθεί, αφού δεν ανταποκρίνεται στα γεγονότα της υπόθεσης ως έχουν σήμερα. Η αίτηση απορρίπτεται καθ' ολοκληρία. Καμία διαταγή για έξοδα. (Υπ.) ........... Μ. Κ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.