ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ν. M.E.S.C.O. LIMITED, Αρ. Αγωγής: 817/15, 28/2/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2018:A37 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΑΝΑΚΑΣ. Ενώπιον: Μ. Κ. Λοΐζου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 817/15 Μεταξύ: ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Ενάγοντα και M.E.S.C.O. LIMITED, HE4218 εκ Βιομηχανική Περιοχή Λάρνακος Εναγομένων 28 Φεβρουαρίου, 2018 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για ενάγοντα: Ο κ. Α. Ε. Πλουτάρχου Για εναγομένη εταιρεία: Ο κ. Χρ. Πουτζιουρής για Χρίστος Πουτζιουρής & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Α. Αντικείμενο Η παρούσα υπόθεση εκδικάστηκε ως ταχείας εκδίκασης στη βάση της Δ.30 θ.6, ως τροποποιήθηκε, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και με ολοκληρωτικά γραπτές μαρτυρίες. Αποτέλεσαν παραδεκτά γεγονότα μεταξύ των μερών τα εξής:
- Η Κυπριακή Δημοκρατία είναι ιδιοκτήτης του κρατικού τεμαχίου γης με αρ. 870/1, 874 και 900, του Συμπλέγματος «Ν» με στοιχεία Κυβερνητικού Χωρομετρικού σχεδίου XL.47.W2 & XL.55.W1 στη Βιομηχανική Περιοχή Λάρνακος (στο εξής « το επίδικο ακίνητο»).
- Δυνάμει εγγράφου Συμβάσεως Μισθώσεως ημερομηνίας 15/12/1973 ( στο εξής «η Σύμβαση Μίσθωσης»), η Κυπριακή Δημοκρατία μέσω του τότε Γενικού διευθυντή του Υπουργείου Εμπορίου και Βιομηχανίας, το οποίο μετονομάσθει σε Υπουργείο Ενέργειας, Εμπορίου, Βιομηχανίας κι Τουρισμού (στο εξής «το Υπουργείο Εμπορίου»), εκμίσθωσε στην εναγομένη μέρος του επίδικου ακινήτου εκ 2 σκάλες - 1 προστάθι και 1100 τ.π. για περίοδο τριάντα τριών
(33)ετών, ήτοι από την 01/05/1973 μέχρι την 30/04/2006, για να ανεγείρει σ΄ αυτόν εργοστάσιο ή/και άλλα οικοδομήματα τα οποία να χρησιμοποιεί ως μηχανουργείο. Στη βάση των πιο πάνω παραδεκτών γεγονότων και των όσων τέθηκαν ενώπιον μου στην παρούσα υπόθεση, το επίδικο θέμα καταλήγει να είναι αμιγώς νομικό. Μπορεί να συνοψισθεί στα εξής δύο ερωτήματα. Όφειλε, αφενός, η εναγόμενη εταιρεία στη βάση της Σύμβασης Μίσθωσης να καταβάλει στο Συμβούλιο Αποχετεύσεων Λάρνακος το αξιούμενο, δια της αγωγής, ποσό; Και, αφετέρου, δικαιούτο το Υπουργείου Εμπορίου να καταβάλει το αξιούμενο ποσό στο Συμβούλιο Αποχετεύσεων Λάρνακος, εκ μέρους και για λογαριασμό της Εναγόμενης και να αξιώνει, δια της αγωγής, ανάκτησή του βάσει της Σύμβασης Μίσθωσης; Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Βάσει του ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος ο ενάγοντας εκ μέρους του Υπουργείου Εμπορίου αξιώνει ποσό €1466,05 πλέον τόκο και έξοδα ως αποζημιώσεις και/ή ποσό το οποίο κατέβαλε προς όφελος και δια λογαριασμό της εναγόμενης και/ή δυνάμει συμβατικής υποχρέωσης στο Συμβούλιο Αποχετεύσεων Λάρνακος (στο εξής το Συμβούλιο Αποχετεύσεων) ως τα αποχετευτικά τέλη για το έτος 2013 σε σχέση με το επίδικο ακίνητο. Δια της υπεράσπισης της, η εναγόμενη εταιρεία ισχυρίστηκε ότι δυνάμει της Σύμβασης Μίσθωσης δεν υποχρεούτο σε καταβολή οποιωνδήποτε αποχετευτικών τελών προς το Συμβούλιο Αποχετεύσεων, σύμφωνα με τον περί Αποχετευτικών Συστημάτων Νόμο, Ν. 1/71(στο εξής « ο Νόμος») και συνακόλουθα κανένα ποσό οφείλει στο Υπουργείο Εμπορίου. Ότι περαιτέρω, η εναγόμενη δεν έχει αναδρομική υποχρέωση καταβολής αποχετευτικών τελών εφόσον τέτοια τέλη δεν είχαν δημιουργηθεί κατά την ημερομηνία υπογραφής της Σύμβασης Μίσθωσης. Περαιτέρω ότι οι όροι της σύμβασης μίσθωσης είναι γενικοί και αόριστοι και δεν αφορούσαν στην καταβολή οποιωνδήποτε αποχετευτικών τελών. Ήταν νομική υποχρέωση, συνεχίζουν οι δικογραφημένοι ισχυρισμοί της Υπεράσπισης, του Υπουργείου Εμπορίου να καταβάλει το εν λόγω ποσό στο Συμβούλιο Αποχετεύσεων, η οποία νομική υποχρέωση ουδεμία σχέση έχει με τη Σύμβαση Μίσθωσης μεταξύ των διαδίκων. Δια της απάντησης στην υπεράσπιση, ο ενάγων αναφέρει ότι η εναγόμενη εταιρεία δυνάμει της Σύμβασης Μίσθωσης υποχρεούται στην καταβολή των παρόντων και μελλοντικών φόρων, τελών, δικαιωμάτων ή και άλλων επιβαρύνσεων που βαρύνουν το επίδικο ακίνητο. Οι δε επιστολές του Υπουργείου Εμπορίου ημερ. 24/11/16 και 23/4/14 (Τεκμήρια 2 και 3 στη μαρτυρία εναγόντων) δια των οποίων αξιωνόταν το επίδικο ποσό εστάλησαν στην τελευταία γνωστή διεύθυνση της εναγόμενης και ουδέποτε επεστράφησαν. Β. Η μαρτυρία Για τους ενάγοντες μαρτύρησε η XXXXX Γεωργιάδη, Επιθεωρητής 1ης τάξης του Υπουργείου Εμπορίου. Ανέφερε απλώς τα γεγονότα τα οποία, ως προανέφερα, δεν αμφισβητούνται μεταξύ των μερών και τους όρους της Σύμβασης οι οποίοι κατά την άποψη της παρέχουν βάση στο αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα. Κατέθεσε επίσης τις επιστολές του Υπουργείου Εμπορίου προς την εναγόμενη δια των οποίων αξιωνόταν το επίδικο ποσό, Τεκμήρια 2 και 3. Σημειώνεται, σε αυτό το σημείο ότι, εντός του Τεκμηρίου 3 αναφέρεται ότι το επίδικο ποσό αντιπροσωπεύει αποχετευτικά τέλη οφειλόμενα από την εναγόμενη προς το Συμβούλιο Αποχετεύσεων για το έτος 2014, το οποίο διορθώνεται στο Τεκμήριο 4 σε 2013. Για την εναγόμενη μαρτύρησε ο XXXXX Αντωνιάδης , ένας εκ των διευθυντών της αναφέροντας τη νομική θέση της εναγόμενης ως προκύπτει από τα δικόγραφα. Συμπλήρωσε επίσης ότι κατά την ημερομηνία υπογραφής της Σύμβασης Μίσθωσης δεν ήταν προβλεπτό ότι σε μελλοντικό χρόνο θα προέκυπτε η ανάγκη πληρωμής αποχετευτικών τελών και έτσι είναι άδικο να καλείται στον παρόντα χρόνο η εναγόμενη να τα πληρώσει. Ότι, περαιτέρω, οι όροι της Σύμβασης Μίσθωσης ήταν προδιατυπωμένοι από το Υπουργείο Εμπορίου και επιβλήθηκαν σε αυτή μονομερώς εφόσον δεν είχε τη δυνατότητα διαπραγμάτευσης τους. Αναφέρω εξαρχής ότι, ο ισχυρισμός περί επιβολής επαχθών όρων οι οποίοι δεν ήταν διαπραγματεύσιμοι, δεν έχει δικογραφηθεί. Είναι, δε, αλληλοαντικρουόμενος με έναν άλλο, και πάλιν μη δικογραφημένο, ισχυρισμό που προωθήθηκε με την τελική γραπτή αγόρευση της Υπεράσπισης, ότι εφόσον ο Νόμος ευρισκόταν σε ισχύ κατά το χρόνο συνομολόγησης της Σύμβασης Μίσθωσης, εάν ήταν στη πρόθεση των μερών να συμπεριλάβουν τα αποχετευτικά τέλη στη Σύμβαση ως υποχρέωση της εναγόμενης, θα το έπρατταν ρητά. Ουδείς εκ των δύο ισχυρισμών δικογραφείται και έτσι κανένας τους δεν μπορεί να εξετασθεί από το Δικαστήριο. Τα δικόγραφα στοιχειοθετούν τα επίδικα θέματα και καθορίζουν τις παραμέτρους της δίκης (βλ., μεταξύ άλλων, Sevegep Ltd. v. United Sea Transport
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 729, 732· Safarino v. Σταυρινού
(1991)1 Α.Α.Δ. 1059, 1063· Takis P. Markides Ltd v. Γεν. Εισαγγελέα
(1997)1 Α.Α.Δ. 1424, 1431· Παναγή ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1999)1 Α.Α.Δ. 1107· Κυθρεώτης κ.ά. ν. Μιχαηλίδη Milington-Ward
(2001)1 Α.Α.Δ. 1480). Ο μάρτυρας της εναγομένης αναφέρει περαιτέρω ότι, ουδέποτε η εναγόμενη έλαβε οποιαδήποτε επιστολή απαίτησης για τα αποχετευτικά τέλη, ότι μέχρι σήμερα το επίδικο ακίνητο δεν είναι συνδεδεμένο με αποχετευτικούς αγωγούς και ούτε πρόκειται να συνδεθεί όπως του ανέφερε προσωπικά ο Δήμαρχος Αραδίππου Ευάγγελος Ευαγγελίδης. Ισχυρίζεται επίσης ότι, το επίδικο ποσό περιλαμβάνει επιβαρύνσεις και τόκους για τα οποία η εναγόμενη εταιρεία δεν είναι υπόχρεη, χωρίς όμως περαιτέρω διευκρινίσεις επί αυτών. Η αμέσως προαναφερθείσα μαρτυρία, κρίνω να είναι άσχετη με το νομικό ερώτημα που εγείρεται στην παρούσα, αν δηλαδή οφείλει η εναγόμενη στη βάση της Σύμβασης Μίσθωσης να αποζημιώσει το Υπουργείο Εμπορίου. Αποτελούν δε ισχυρισμούς για τους οποίους ουδέποτε δόθηκε οποιαδήποτε περαιτέρω έγγραφη ή προφορική μαρτυρία και έτσι κρίνω ότι δεν τεκμηριώθηκαν. Η δε αναφορά στα κατ΄ισχυρισμό λεχθέντα εκ του Δημάρχου Αραδίππου αποτελεί εξ' ακοής μαρτυρία αδιευκρίνιστης ημερομηνίας, αδιευκρίνιστου βαθμού και χωρίς να προσκομιστεί ως μάρτυρας ο Δήμαρχος Αραδίππου, στον οποίο αποδίδεται η αρχική δήλωση, και έτσι δεν μπορώ, κατόπιν αξιολόγησης της βαρύτητας της εν λόγω μαρτυρίας, βάσει του άρθρου 27 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.9 ,να αποδώσω σε αυτή οποιαδήποτε βαρύτητα. Εν πάση περιπτώσει, αναφέρω οτι στη βάση του Νόμου, νομική υποχρέωση για πληρωμή αποχετευτικών τελών δεν προκύπτει μόνο κατόπιν σύνδεσης οποιουδήποτε ακινήτου με αποχετευτικούς αγωγούς ως ο ισχυρισμός του μάρτυρα, αλλά ως ο εν λόγω νόμος ορίζει (βλ. κατωτέρω). Καμία πλευρά δεν καταχώρισε αίτηση προς αντεξέταση του μάρτυρα της άλλης πλευράς, ως ρητά επιτρέπεται από τη Διαταγή 30, Θ. 7 ως τροποποιήθηκε. Βάσει όλων των πιο πάνω και εφόσον το επίδικο θέμα κατέληξε να είναι αμιγώς νομικό και τα μόνα αμφισβητούμενα γεγονότα είναι είτε μη δικογραφημένα, και ως τέτοια δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη, είτε μη υποστηριζόμενα από ικανή μαρτυρία στον απαιτούμενο βαθμό, και επομένως απορριπτέα, κρίνω οτι δεν απαιτείται αξιολόγηση της δοθείσας μαρτυρίας. Η ετυμηγορία του Δικαστηρίου δύναται να υπάρξει μόνο με αναφορά στα παραδεκτά ή μη αμφισβητούμενα γεγονότα και κατόπιν κρίσεως του Δικαστηρίου σε σχέση με τα εξ΄αυτών προκύπτοντα νομικά θέματα. Γ. Νομική Πτυχή Ήταν εκ των θέσεων της Υπεράσπισης, ως υποστηρίχθηκε δια της τελικής γραπτής αγόρευσής της ότι, η Εναγόμενη δεν έχει υποχρέωση καταβολής των επίδικων αποχετευτικών τελών, διότι ο Νόμος επιβαρύνει τον ιδιοκτήτη, δηλαδή τη Δημοκρατία, με αυτά. Κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Το άρθρο 30 του Νόμου, προνοεί ως εξής: «30.-
(1)Τηρoυμέvωv τωv διατάξεωv τoυ παρόvτoς Νόμoυ, τo Συμβoύλιov κέκτηται εξoυσίαv όπως, εvτός τωv oρίωv της περιoχής τoυ επιβάλλη και εισπράττη διά τoιαύτηv χρovικήv περίoδov και κατά τoιoύτov τρόπov, ως ήθελεv εκάστoτε καθoρισθή- (α) εv δικαίωμα συvδέσεως επί τωv ιδιoκτητώv ακιvήτoυ ιδιoκτησίας διά τηv κάλυψιv, oλικώς ή μερικώς, της δαπάvης διά τηv σύvδεσιv και εγκατάστασιv υπovόμωv oικoδoμής διά λύματα, βιoμηχαvικά απoρριμματικά υγρά, όμβρια ύδατα ή έτερα τoιαύτα και όπως καθoρίζη τoυς όρoυς και πρoϋπoθέσεις της καταβoλής τoυ τoιoύτoυ δικαιώματoς: Νoείται ότι εv η περιπτώσει τo τoιoύτo δικαίωμα συvδέσεως ήθελε καταβληθή υπό τoυ μισθωτoύ της ακιvήτoυ ιδιoκτησίας, oύτoς δικαιoύται vα εισπράξη τoύτo παρά τoυ ιδιoκτήτoυ της τoιαύτης ιδιoκτησίας. (β) εv τέλoς επί τωv ιδιoκτητώv ή κατόχωv ακιvήτoυ ιδιoκτησίας, oίτιvες εξυπηρετoύvται ή μέλλoυv vα εξυπηρετηθώσιv υπό τωv συστημάτωv απoχετεύσεως λυμάτωv ή επωφελoύvται ή μέλλoυv ή δύvαvται vα επωφεληθώσιv εκ τωv τoιoύτωv έργωv, είτε oμoιoμόρφoυ ύψoυς επί σε κάθε ευρώ ή κλασματικού μέρους ευρώ της αξίας γενικής εκτίμησης της ακιvήτoυ ιδιoκτησίας, αvαφoρικώς πρoς τηv oπoίαv καταβάλλεται τo τέλoς ή διά πρooδευτικής φoρoλoγίας εδραζoμέvης επί της τoιαύτης αξίας( κατά τov καθoρισμόv τoυ τoιoύτoυ τέλoυς δυvατόv vα ληφθή ειδική πρόvoια διά τηv μείωσιv ή αύξησιv τoυ τέλoυς δι' ωρισμέvας τάξεις ιδιoκτησίας, αvαλόγως τoυ σκoπoύ, δι' ov, η βαρυvoμέvη διά τoυ τέλoυς ιδιoκτησία, χρησιμoπoιείται, της φύσεως γεvoμέvωv εγκαταστάσεωv και τo πρoκύπτov εις τηv τoιαύτηv ιδιoκτησίαv και τov ιδιoκτήτηv ή κάτoχov αυτής όφελoς ή για τη μείωση ή αύξηση του τέλους για ακίνητη ιδιοκτησία που ευρίσκεται μέσα σε συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή εντός των ορίων ορισμένου δήμου ή κοινότητας εντός της περιοχής του Συμβουλίου, λαμβάνοντας υπόψη την ανάγκη ανάκτησης του συνολικού κόστους των έργων εντός της συγκεκριμένης περιοχής: Νoείται ότι εις περιπτώσεις καθ' ας τo oλικόv πoσόv τoυ επιβαλλoμέvoυ τoιoύτoυ τέλoυς δι' έvα έκαστov ιδιoκτήτηv ή κάτoχov ακιvήτoυ ιδιoκτησίας δεv υπερβαίvει τo πoσόv των δύο ευρώ τoύτo αφίεται. (γ) έvα τέλoς στoυς ιδιoκτήτες ή κατόχoυς ακίvητης ιδιoκτησίας πoυ εξυπηρετoύvται ή πρόκειται vα εξυπηρετηθoύv από τα συστήματα απoχέτευσης oμβρίωv υδάτωv ή πoυ επωφελoύvται ή πρόκειται ή μπoρoύv vα επωφεληθoύv από τέτoια έργα, είτε oμoιόμoρφoυ ύψoυς σε κάθε ευρώ ή κλασματικό μέρος ευρώ πάνω στην αξία γενικής εκτίμησης της ακίvητης ιδιoκτησίας αvαφoρικά με τηv oπoία είvαι πληρωτέo τo τέλoς είτε με πρooδευτική φoρoλoγία πoυ εδράζεται στηv αξία αυτή. Κατά τov καθoρισμό τoυ τέλoυς αυτoύ μπoρεί vα ληφθεί ειδική πρόvoια για μείωση ή αύξηση τoυ τέλoυς για oρισμέvες τάξεις ιδιoκτησίας, αvάλoγα με τo σκoπό για τov oπoίo χρησιμoπoιείται η ιδιoκτησία, τη φύση τωv γεvoμέvωv εγκαταστάσεωv και τo όφελoς πoυ πρoκύπτει στηv ιδιoκτησία αυτή και στov ιδιoκτήτη ή κάτoχo της ή για μείωση ή αύξηση του τέλους για ακίνητη ιδιοκτησία που ευρίσκεται μέσα σε συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή εντός των ορίων ορισμένου δήμου ή κοινότητας εντός της περιοχής του Συμβουλίου, λαμβάνοντας υπόψη την ανάγκη ανάκτησης του συνολικού κόστους των έργων εντός της συγκεκριμένης περιοχής. (δ) εv τέλoς, επί πλέov τoυ καθoριζoμέvoυ εv παραγράφω (β) τoιoύτoυ, επί τωv ιδιoκτητώv ή κατόχωv ακιvήτoυ ιδιoκτησίας, διά τηv χρήσιv τωv συστημάτωv απoχετεύσεως λυμάτωv, βάσει της εv τη ιδιoκτησία ταύτη υδατoπρoμηθείας της χρησιμoπoιoυμέvης δι' oικιακoύς ή ετέρoυς σκoπoύς και διoχετευoμέvης εις τηv δημoσίαv υπόvoμov· (ε) εv τέλoς, επί πλέov τoυ καθoριζoμέvoυ εv παραγράφω (γ) τoιoύτoυ, επί τωv ιδιoκτητώv ή κατόχωv ακιvήτoυ ιδιoκτησίας, διά τηv χρήσιv τωv συστημάτωv απoχετεύσεως oμβρίωv υδάτωv, βάσει της εκτάσεως της επιφαvείας της ακιvήτoυ ιδιoκτησίας, αvαφoρικώς πρoς τηv oπoίαv καταβάλλεται τo τoιoύτov τέλoς. Νoείται ότι oι ιδιoκτήτες ή oι κάτoχoι ακίvητης ιδιoκτησίας, πoυ χρησιμoπoιείται απoκλειστικά για γεωργικoύς σκoπoύς και η oπoία δε δύvαται με βάση τηv υφιστάμεvη voμoθεσία vα αξιoπoιηθεί με oπoιoδήπoτε τρόπo, εξαιρoύvται από τηv υπoχρέωση πληρωμής oπoιoυδήπoτε τέλoυς ή δικαιώματoς.» Είναι λοιπόν προφανές ότι, τα εδάφια (β) μέχρι και (ε) πιο πάνω βαρύνουν τον ιδιοκτήτη ή τον κάτοχο με την υποχρέωση καταβολής των αποχετευτικών τελών. Η Εναγόμενη ως Μισθωτής στη Σύμβαση Μίσθωσης είναι κάτοχος του επίδικου ακινήτου και έτσι υποχρεούται και εκείνη στην καταβολή τους. Το μόνο τέλος που βαρύνει αποκλειστικά τον ιδιοκτήτη είναι αυτό του εδαφίου (α). Ουδέποτε όμως υπήρξε ισχυρισμός της Υπεράσπισης ότι τα επίδικα τέλη, είναι τέλη που προκύπτουν από την εφαρμογή του εδαφίου (α) και έτσι τέτοια θέση δεν μπορεί να εξεταστεί. Απορρίπτεται, επομένως, η θέση της Υπεράσπισης ότι η Δημοκρατία, ως ιδιοκτήτρια του επίδικου ακινήτου είχε αποκλειστική νομική υποχρέωση καταβολής των επίδικων τελών, βάσει του Νόμου. Η εν λόγω υποχρέωση, βαρύνει και τον κάτοχο οποιασδήποτε ακίνητης ιδιοκτησίας, εν προκειμένω, την Εναγόμενη ως Μισθωτή. Η Σύμβαση Μίσθωσης, στους όρους 5 (xi) και 5(xxviii) αυτής, αναφέρει: «5. Ο Μισθωτής υπέχει τας ακολούθους υποχρεώσεις: [...............] (xi) Όπως φέρη το βάρος και καταβάλλη άπαντας τους νυν ή εν τω μελλοντι οφειλόμενους φόρους, τέλη, δικαιώματα και πάσης φύσεως επιβαρύνσεις, αίτινες βαρύνουσι το μίσθιον και τα υποστατικά και καταβάλλονται αναφορικώς προς ταύτα, συμφώνως ταις διατάξεσι των εκάστοτε εν ισχύι νόμων, διαταγμάτων ή Κανονισμών, ανεξαρτήτως εάν ούτοι είναι δια νόμου ή κατ΄ έθιμον πληρωτέτοι υπό του Εκμισθωτού ή άλλως πως, και όπως αποζημιώνει τον Εκμισθωτήν δια πάν ποσόν, όπερ ούτος ήθελε καταβάλει εις οιανδήποτε Αρχήν, υπό μορφήν εισροών ή άλλως πως, αντί της πληρωμής των τοιούτων φόρων, τελών, δικαιωμάτων και επιβαρύνσεων.» [...............] (xxviii) Εν ή περιπτώσει ο Μισθωτής ήθελεν υποχρεωθή, υπό Δικαστηρίου ή άλλως πως, εις την καταβολήν χρηματικού τινος ποσού δια ζημίας, απωλείας, δαπάνας ή άλλως, δι΄ οιανδήποτε πράξιν ή παράλειψιν αυτού ή τινός των υπηρετών ή αντιπροσώπων αυτού, αμέσως ή εμμέσως αφορώσαν εις το μίσθιον ή τα υποστατικά ή γενικώτερον εις οιονδήποτε ζήτημα σχέσιν έχον προς την παρούσαν Σύμβασιν, ούτος ουδέν δικαίωμα αρύεται εκ του γεγονότος, ίνα εγείρη αγωγήν ή λάβη έτερον ένδικον μέσον εναντίον του Εκμισθωτού, δυνάμει της παρούσης Συμβάσεως ή άλλως πως, ο Μισθωτής προς τούτοις υπέχει κατά πάντα χρόνον ευθύνην προς αποζημίωσιν του Εκμισθωτού διά πάσαν απαίτησιν, αξίωσιν, απώλειαν, δαπάνην, επιβάρυνσιν ή ζημίαν, ήν ούτος ήθελεν υποστή, συνεπεία οιασδήποτε πράξεως ή παραλείψεως του Μισθωτού, των υπηρετών ή αντιπροσώπων αυτού.» Περαιτέρω, ο όρος 7 (γ) αναφέρει: «Αι δυνάμει της παρούσης Συμβάσεως ειδοποιήσεις λογίζονται προσηκόντως επιδοθείσαι τω Μισθωτή, εάν αύται σταλώσιν αυτώ ή αφεθώσιν εις την τελευταίαν αυτού γνωστήν διεύθυνσιν εν Κύπρω.». Πάντως, η ερμηνεία εγγράφων είναι γενικά νομικό ζήτημα το οποίο αποφασίζεται από το Δικαστήριο. (Βλ. Halfdan Grieg ν. Stirling Coal Corpn [1973] 1 All E.R. 545 (Kerr, J.)· Panayiotou v. Island Beach Development
(1985)1 C.L.R. 623, Καραολή κ.ά. ν. Λαούρη
(2008)1Α Α.Α.Δ 225). Όπως αναφέρθηκε στη Θεολόγου κ.ά. ν. Κτηματική Εταιρεία Νέμεσις Λτδ.
(1998)1 Α.Α.Δ. 407: «Οι αρχές που διέπουν την ερμηνεία σύμβασης είναι καλά καθιερωμένες και δε χρειάζεται να τις επαναλάβουμε. (Βλ. Saab and Another v. Holy Monastery Ay. Neophytos
(1982)1 C.L.R. 499). Πρέπει να σημειώσουμε ότι, συνεχής είναι η τάση προς εναρμόνιση των αρχών ερμηνείας των συμβάσεων με τα κρατούντα στην καθημερινή ζωή. Το κριτήριο είναι η έννοια την οποία μεταδίδει το κείμενο της συμφωνίας στο μέσο λογικό άνθρωπο. Για το σκοπό αυτό μπορεί να εμπλουτισθεί η γνώση με την αποκάλυψη του υπόβαθρου της συμφωνίας, εξαιρουμένων πάντοτε των διαπραγματεύσεων, καθώς και μονομερών δηλώσεων και υποκειμενικών προθέσεων των συμβαλλομένων. Μαρτυρία που αναφέρεται στους υποκειμενικούς παράγοντες μπορεί να γίνει δεκτή μόνο σε αγωγή για διόρθωση του εγγράφου (rectification). (Βλ. ICS v. West Bromwich BS [1998] 1 All E.R. 98 (HL)). Το αντικείμενο βέβαια της ερμηνείας παραμένει πάντοτε η έννοια των όρων της συμφωνίας κατά το μέσο λογικό άνθρωπο. Η έννοια, η οποία μεταδίδεται σ' αυτόν, για τα συμφωνηθέντα.» Στην Θεοχάρους ν. Παστελλή
(1993)1 Α.Α.Δ 240, το θέμα που ηγέρθηκε ήταν κατά πόσο ο πωλητής, σε σύμβαση πώλησης επιχείρησης στην Νότια Αφρική, ο οποίος επαναπατρίστηκε στην Κύπρο, θα μπορούσε να απαιτήσει πληρωμή του υπολοίπου του τιμήματος της πώλησης σε λογαριασμό του στην Κύπρο, αφού η συμφωνία προνοούσε για καταβολή των δόσεων στο λογαριασμό του εφεσίβλητου σε τράπεζα της Νοτίου Αφρικής ή "σε οποιοδήποτε άλλο μέρος" θα καθόριζε ο ίδιος από καιρού εις καιρό. Ο Πικής Δ. (ως ήταν τότε) ανέφερε τα εξής: «Η ερμηνεία συμφωνίας συνιστά νομικό θέμα η επίλυση του οποίου υπόκειται σε καλά θεμελιωμένους ερμηνευτικούς κανόνες. [Βλ. Saab and Another ν. Holy Monastery Ay. Neophytos
(1982)1 C.L.R. 499, και Γεωργική Εταιρεία Δ. Γ. Φουτάς ν. Εταιρείας Βάσος Έμποροι Γεωργικών Προϊόντων Λτδ.
(1993)1 ΑΑ.Δ. 168]. Οδηγός για την ερμηνεία των προνοιών του εγγράφου είναι η γραμματική έννοια της λέξης ή φράσης που χρησιμοποιείται στο πλαίσιο όπου απαντάται κρινόμενη υπό το πρίσμα σκοπών της συμφωνίας όπως αυτοί αποκαλύπτονται από τη συμφωνία στο σύνολο της. Στην προκείμενη περίπτωση η ρύθμιση αφορούσε την καταβολή οφειλόμενων δόσεων και άφηνε ως θέμα ερμηνείας της φράσης "ή σε οποιοδήποτε άλλο μέρος" την επιλογή τόπου καταβολής των δόσεων στον πωλητή. Το αντικείμενο της συμφωνίας ήταν η πώληση επιχείρησης στη Νότιο Αφρική μεταξύ Κύπριων που διέμεναν στη χώρα εκείνη. Δεν τίθενται γεωγραφικοί περιορισμοί στον καθορισμό του τόπου αποπληρωμής του υπόλοιπου της τιμής πώλησης. Όπως κάθε συμβατικός όρος έτσι και αυτός υπόκειτο στη λογική του πράγματος που σκοπούσε να ρυθμίσει. Η λογική του πράγματος περιόριζε την επιλογή του πωλητή σε τόπο που θα ήταν λογικά εφικτή η εκπλήρωση της υποχρέωσης από τον αγοραστή. Η επιλογή τόπου αποπληρωμής του χρέους στη χώρα διαμονής του αγοραστή ήταν λογικά ευχερής και βρισκόταν μέσα στα πλαίσια των συμβατικών δικαιωμάτων του πωλητή.» Βάσει όλων των πιο πάνω, στη φράση «εν τω μέλλοντι οφειλόμενους φόρους, τέλη, δικαιώματα και πάσης φύσεως επιβαρύνσεις» στον όρο 5(xi) της Σύμβασης Μίσθωσης, πρέπει να αποδοθεί η συνήθης, γραμματική έννοια των λέξεων που χρησιμοποιούνται, ότι δηλαδή ο Μισθωτής είναι υπόχρεος στην καταβολή τόσο των παρόντων όσο και των μελλοντικών φόρων, τελών, δικαιωμάτων και επιβαρύνσεων. Η γενικότητα των λέξεων που χρησιμοποιούνται στον όρο αυτό, ώστε να καλύπτονται άπαντες οι παρόντες και μελλοντικοί φόροι, συνάδει και με τη λογική της Σύμβασης Μίσθωσης, η οποία αφού θα ίσχυε για το μεγάλο χρονικό διάστημα των 33 ετών, με δυνατότητα μάλιστα ανανέωσης της για περαιτέρω περίοδο 33 χρόνων, θα έπρεπε να μπορούσε να ανταποκριθεί και να λειτουργήσει και σε νέα, μελλοντικά πραγματικά και νομικά περιβάλλοντα, που αναπόφευκτα θα δημιουργούνταν με το πέρασμα των χρόνων. Πάντως, δεν πρέπει ο επίμαχος όρος αυτός να ερμηνευθεί με αναφορά στο τι πιθανόν τα μέρη να είχαν ως πρόθεση χρησιμοποιώντας τον, ως ήταν η εισήγηση της Υπεράσπισης, αλλά ποία η συνήθης έννοια των λέξεων που πράγματι χρησιμοποιούνται. Στη Λάζουρας ν. Σκυλλουριώτου
(1992)1 ΑΑΔ 168 αναφέρθηκαν τα εξής, στις σελ. 172-173: «Εξωγενής μαρτυρία για τις διαπραγματεύσεις μεταξύ των μερών δεν είναι αποδεχτή. Δεν είναι επιτρεπτή η προσαγωγή μαρτυρίας για απόδειξη ότι υποκειμενικές προθέσεις των μερών δεν είναι σύμφωνες με τις ειδικές εκφράσεις που χρησιμοποιήθηκαν στο έγγραφο. (Βλ. Mavrou ν. Theodorou
(1984)1 C.L.R. 635.) Ο σκοπός της ερμηνείας εγγράφων είναι η ανεύρεση της πραγματικής πρόθεσης των μερών όπως διακηρύττεται στο έγγραφο. Η ερμηνεία πρέπει να είναι όσο το δυνατό πλησιέστερη στην εμφανή πρόθεση των μερών, όπως ο νόμος επιτρέπει. Η βασική αρχή είναι ότι η πρόθεση των συμβαλλομένων είναι όπως εκφράστηκε με τις λέξεις που περιέχονται στο έγγραφο. (Βλ. Panayiotou (ανωτέρω)). Στην υπόθεση Monypenny v. Monypenny [1861] 9 H.L.C. 114 ο Lord Wensleydale είπε στη σελ. 146:- "the question is not what the parties to a deed may have intended to do by entering into that deed, but what is the meaning of the words used in that deed: a most important distinction in all cases of construction and the disregard of which often leads to erroneous conclusions."» Στην Georghiades ν. Georghiades
(1988)1 C.L.R. 428, όπου αποφασίστηκε ότι συμφωνία διαδίκων που καταγράφεται ως κανόνας δικαστηρίου, αποτελεί σύμβαση μεταξύ των μερών και ως τέτοια πρέπει να ερμηνεύεται, λέχθηκε ότι τεκμαίρεται ότι η πρόθεση των μερών είναι σύμφωνη με τις λέξεις που χρησιμοποιούνται στη συμφωνία ( "The cardinal presumption is that the parties have intended what they have in fact said."). Στη βάση όλων των πιο πάνω, κρίνω, επομένως ότι:
- Ο όρος 5(xi) της Σύμβασης Μίσθωσης βαρύνει την Εναγόμενη εταιρεία με την πληρωμή αποχετευτικών τελών, οι οποίες προκύπτουν καθ΄όλη τη διάρκεια εφαρμογής της Σύμβασης κατ΄εφαρμογή του Νόμου.
- Το Υπουργείο Εμπορίου, εκ μέρους της Κυπριακής Δημοκρατίας, ιδιοκτήτη του επίδικου ακινήτου, είχε δικαίωμα βάσει του Νόμου να πληρώσει τα αποχετευτικά τέλη στο Συμβούλιο Αποχετεύσεων[1].
- Βάσει του όρου 5(xxviii) της Σύμβασης Μίσθωσης, η Εναγόμενη εταιρεία οφείλει να αποζημιώσει το Υπουργείο Εμπορίου για την προαναφερθείσα πληρωμή των αποχετευτικών τελών. Όσον αφορά στο επιχείρημα ότι η Εναγόμενη ουδέποτε έλαβε τις ειδοποιήσεις που της απέστειλε το Υπουργείο Εμπορίου Τεκμήρια 3 και 4, αρκεί αναφορά στον όρο 7(γ) της Συμφωνίας, ως αναφέρεται πιο πάνω. Δέχομαι ότι οι επιστολές απεστάλησαν στην τελευταία γνωστή διεύθυνση της Εναγόμενης, η οποία ουδέποτε αμφισβήτησε ότι αυτή ήταν η «Τ.Θ. 40349, 6303 Λάρνακα». Εν πάση περιπτώσει, δεν αντιλαμβάνομαι σε τι εξυπηρετεί το εν λόγω επιχείρημα, αφού ακόμα και αν η Εναγόμενη ουδέποτε έλαβε τα Τεκμήρια 3 και 4, αποτελεί γεγονός ότι αυτή, κατά δική της παραδοχή, ουδέποτε μέχρι σήμερα κατέβαλε τα επίδικα αποχετευτικά τέλη, για τους λόγους που αναφέρει στην Υπεράσπισή της. Τέλος, ουσιαστική νομική θέση της Υπεράσπισης, αποτέλεσε και το ότι η Δημοκρατία δεν πέτυχε στο να εξειδικεύσει, στον απαιτούμενο από τη νομολογία βαθμό, τις ζημιές της ώστε να τις καταστήσει ανακτήσιμες. Κατά την Υπεράσπιση, η επιστολή Τεκμήριο 3 δεν εξειδικεύει επαρκώς σε τι συνίσταται και πως υπολογίζεται το αξιούμενο ποσό και έτσι δεν είναι ανακτήσιμο. Αποτελεί βασικό αξίωμα της νομολογίας ότι, οι ειδικές ζημιές πρέπει να δικογραφούνται ρητά, να εξειδικεύονται με λεπτομέρεια και να αποδεικνύονται με αυστηρότητα (βλ. Νικολάου ν. Σταύρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 746, Μεταξάκης ν. Δήμου Λευκωσίας
(2003)1 Α.Α.Δ. 467, John Brenan v. Anthimos Demetriou Bonded Warehouse Ltd, ECLI:CY:AD:2014:A960, Πολιτική έφεση 193/2010, ημερομηνίας 16.12.2014). Κρίνω ότι, το Τεκμήριο 2 στη μαρτυρία του Ενάγοντα, δια του οποίου το Συμβούλιο Αποχετεύσεων Λάρνακας βεβαιώνει ότι «το οφειλόμενο ποσό [αποχετευτικών τελών] που έχει καταβληθεί για την εν λόγω εταιρεία ανέρχεται στα €1466,05( χίλια τετρακόσια εξήντα έξι ευρώ και πέντε σεντ) και καταβλήθηκε στο ΣΑΛ στις 23.6.2014» εξειδικεύει με την απαιτούμενη λεπτομέρεια το ύψος της ειδικής ζημιάς που δικογραφείται. Ενδεχομένως, η επισύναψη κατάστασης με εμφανή τα συνιστώντα μέρη του εν λόγω ποσού να ήταν ευπρόσδεκτη, αλλά δεν είναι αναγκαία, υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης. Οι αναφορές σε συνολικό ποσό αποχετευτικών τελών ύψους €1466,05 για το έτος 2013 (βλ. Τεκμήριο 4) και τα οποία η Δημοκρατία πλήρωσε στο Συμβούλιο Αποχετεύσεων εκ μέρους της Εναγόμενης, είναι επαρκείς ώστε η δικογραφημένη ζημιά να είναι και ανακτήσιμη. Εν πάση περιπτώσει, εάν η Εναγόμενη θεωρούσε ότι τίθετο σε δικονομική ή ουσιαστική δυσμένεια από την ισχυριζόμενη γενικότητα των δικογραφημένων ζημιών, θα μπορούσε να ζητήσει περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες βάσει της Δ.19, Θ. 6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Δεν το έπραξε, ούτε έφερε ένσταση, έστω εκ των υστέρων, στην κατάθεση του Τεκμηρίου 2. Σύμφωνα με τη νομολογία, διάδικος που παραλείπει να υποβάλει αίτηση για λεπτομέρειες θεωρείται ότι έχει παραιτηθεί από αυτές, κατά τρόπο που να μη μπορεί κατά τη δίκη να αποκλείσει την εισαγωγή μαρτυρίας προς υποστήριξη κάποιου γενικού ισχυρισμού (βλ. Μεταξάκης ν. Δήμου Λευκωσίας (πιο πάνω), B. Dean and Chapter of Chester ν. Swelting corporation Ltd [1902] W.N. 5 - 85 L.T.67 και Bullen and Leake 12η έκδοση σελ. 114, Annual Practice 1958, σελ. 460).» Δ. Κατάληξη Κατά συνέπεια, η αγωγή επιτυγχάνει και εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον της Εναγόμενης εταιρείας, για ποσό €1466,05 πλέον νόμιμο τόκο από 6.5.15 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον έξοδα ως θα υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Μ.Κ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφον Πρωτοκολλητής [1] Το κατά πόσο το δικαίωμα αυτό, απολήγει σε υποχρέωση της Δημοκρατίας, ως ιδιοκτήτη του επίδικου ακινήτου, στην περίπτωση που ο κάτοχος αυτού αρνείται να το πράξει, δεν απαιτείται να αποφασιστεί εν προκειμένω. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο