ΠΑΝΑΓΗ ν. OSMAN, Aρ. Αγ. 73/17, 30/11/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚO ΔΙΚΑΣΤΗΡΙO ΛΑΡΝΑΚAΣ €2.000.-€10.000.- Ενώπιον: Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Aρ. Αγ. 73/17 Μεταξύ: ... ΠΑΝΑΓΗ Ενάγοντας και ... OSMAN Εναγόμενη ------------------------------------------------------------- Αίτηση υπό του ενάγοντος ημερομηνίας 16/6/17 Ημερομηνία: 30/11/2018 Για τον ενάγοντα-αιτητή : κα Καραμανή για Δημητρίου & Δημητρίου ΔΕΠΕ (για ν' ακούσει απόφαση η κα Μιλή) Για την εναγόμενη-καθ' ης η αίτηση: κ. Θ. Θωμά (για ν' ακούσει απόφαση η κα Γεωργίου) Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγικά Ο ενάγοντας καταχώρησε ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο στις 20/01/17, το οποίο επιδόθηκε στην εναγόμενη στις 24/01/17. Ένεκα δε του ότι η εναγόμενη δεν καταχώρησε εμφάνιση, το Δικαστήριο, κατόπιν σχετικής αίτησης του ενάγοντα, στις 20/02/17 εξέδωσε απόφαση εναντίον της με βάση την οποία διατασσόταν να καταβάλει συγκεκριμένο ποσό στον ενάγοντα, πλέον τόκο και έξοδα, ενώ περαιτέρω διατασσόταν «να παραδώσει στον ενάγοντα τον πίνακα με την ονομασία Αργυρασπίδες του Μέγα Αλεξάνδρου αξίας €2000.». Ο χρόνος παράδοσης δε καθορίστηκε σε 15 μέρες από την επίδοση του διατάγματος. Επίδικη Αίτηση Με την επίδικη αίτηση του ο ενάγοντα ζητά όπως η εναγόμενη φυλακιστεί ή και τιμωρηθεί μέχρι συμμορφώσεως της, λόγω παρακοής απόφασης του Δικαστηρίου ημερ.20.2.2017 δια της οποίας διατάσσετο όπως παραδώσει στον αιτητή τον πίνακα με την ονομασία Αργυρασπίδες του Μέγα Αλεξάνδρου. Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.40 Θ.1, 13, Δ.42, Δ.42Α, Δ.48 Θ.1-4, 8-10, στα άρθρα 42 και 47 του Νόμου 14/60 και επί των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου, ενώ υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του ενάγοντα. Η ένσταση Στην αίτηση η εναγόμενη αντέδρασε με την καταχώρηση ένστασης, εις την οποία καταγράφονται 9 λόγοι ένστασης. Αυτή βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.40 Θ.1, 13, Δ.42, Δ.42Α, Δ.48 Θ.1-4, 8-10, στα άρθρα 42 και 47 του Νόμου 14/60 και επί των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Η ένσταση δε υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της εναγόμενης. Η Ακρόαση της Αίτησης Η ακρόαση της αίτησης έγινε με αγορεύσεις στη βάσει των όσων αναφέρονται πιο πάνω. Η επιχειρηματολογία των δικηγόρων των διαδίκων Η ευπαίδευτη συνήγορος για τον αιτητή έχει παραδώσει στο Δικαστήριο γραπτώς την αγόρευση της και πρόσθεσε κάποια πράγματα προφορικά, ενώ ο ευπαίδευτος συνήγορος της καθ' ης η αίτηση προέβη σε προφορική αγόρευση. Εν πάση περιπτώσει αναφέρω εδώ πως οι θέσεις των συνηγόρων και όσα αναφέρουν έχουν τύχει ενδελεχούς μελέτης από το Δικαστήριο. Δεν κρίνω όμως σκόπιμο αναφέρω εδώ να παραθέσω ότι οι συνήγοροι αναφέρουν με τις αγορεύσεις τους. Θα γίνει αναφορά στις αγορεύσεις κατωτέρω αν και εφόσον τούτο κριθεί αναγκαίο. Νομική πτυχή Νομική βάση της αίτησης αποτελεί το άρθρο 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 και η Δ.42Α των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Το άρθρο 42 του Ν. 14/60 προβλέπει ότι: «Τηρουµένου οιουδήποτε διαδικαστικού κανονισµού έκαστον δικαστήριον θα έχη εξουσίαν να εξαναγκάζη εις υπακοήν προς οιονδήποτε διάταγµα εκδοθέν υπ' αυτού, διατάττον ή απαγορεύον την εκτέλεσιν οιασδήποτε πράξεως, διά προστίµου ή φυλακίσεως ή µεσεγγυήσεως πραγµάτων. Και το δικαστήριον δύναται επιπροσθέτως να επιδικάση εις το πρόσωπον προς το συµφέρον του οποίου εξεδόθη το διάταγµα τοιούτον ποσόν υπό µορφήν αποζηµιώσεως, ως το δικαστήριον δύναται να θεωρήση πρέπον. Νοείται ότι έκαστο δικαστήριο θα έχει εξουσία τιµωρίας για παρακοή ή και εξαναγκασµού σε υπακοή σ' οποιοδήποτε διάταγµά του στις περιπτώσεις που αφορούν διάδικο σε δικαστική διαδικασία αλλά και στις περιπτώσεις που αφορούν οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, νοουµένου ότι αυτό έλαβε γνώση του διατάγµατος και εν γνώσει του και ηθεληµένα παροτρύνει ή συνεργεί στη µη υπακοή διατάγµατος.» Έχει εξηγηθεί στην Krasias Shoes Factory Ltd v. Adidas Sportschuhfabriken Adi Dassier KG
(1989)1(E) A.A.Δ. σελ. 750 ότι το συγκεκριμένο άρθρο αποτελεί το δικαιοδοτικό πλαίσιο εντός του οποίου κινείται η αίτηση εξαναγκασμού σε συμμόρφωση, ενώ η Δ.42Α των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών το δικονομικό πλαίσιο. Οι πρόνοιες της Δ.42Α συνιστούν τις δικονομικές διατάξεις που διέπουν και ρυθμίζουν την άσκηση της πολιτικής δικαιοδοσίας που παρέχει το άρθρο 42 του Ν. 14/
- Η διαδικασία της αστικής παρακοής προσομοιάζει της ποινικής διαδικασίας όχι μόνο λόγω του γεγονότος ότι επιφέρει ανάλογες σοβαρές είτε οικονομικές κυρώσεις, υπό τύπο προστίμου ή κατάσχεση περιουσίας, είτε ακόμη και στέρηση ελευθερίας με φυλάκιση, αλλά και διότι όλα τα τυπικά και ουσιαστικά εχέγγυα του ποινικού δικαίου πρέπει να ικανοποιούνται. Είναι καλά θεμελιωμένο ότι η διαδικασία που ακολουθείται στα πλαίσια αίτησης παρακοής αποτελεί διαδικασία stricticimy uris, διαδικασία δηλαδή κατά την οποία όλα τα δικονομικά εχέγγυα και προϋποθέσεις θα πρέπει με αυστηρότητα και σχολαστικότητα να τηρούνται, απόρροια των δραστικότατων συνεπειών που μπορεί να έχει η κατάληξη μιας αίτησης παρακοής για τον καθ' ου η αίτηση. Πρέπει να σημειωθεί πως ο βαθμός απόδειξης που απαιτείται σε αιτήσεις παρακοής δικαστικών διαταγμάτων είναι το ίδιο υψηλός όπως σε ποινική υπόθεση, δηλαδή πέραν από κάθε λογική αμφιβολία βλ. Borrie & Lawe, The Law of Contempt, 3η εκδ., σελ.565-567 Halsbury's Laws of England, 5η εκδ, τόμος 22, παρα. 75, σελ.
- Στην απόφαση In re Bramblevale Ltd
(1970)Ch. 128, στην σελίδα 137, ο Λόρδος Denning ανέφερε τα ακόλουθα: «A contempt of court is an offence of criminal character. A man may be sent to prison for it. It must be satisfactorily proved. To use the time - honoured phrase, it must be proved beyond all reasonable doubt. It is not proved by showing that, when the man asked about it, he told lies. There must be further evidence to incriminate him. Once some evidence is given, then his lies can be thrown into the scale against him. But there must be some other evidence. ......................................................................................... Where there are two equally consistent possibilities open to the Court, it is not right to hold that the offence is proved beyond reasonable doubt.» Πιο πρόσφατα στην απόφαση στην υπόθεση Berry Piling Systems Ltd v. Sheer Projects Ltd [2013] EWCH 347 λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά στην παράγραφο 25: «[25] In Malgar Ltd v RE Leach (Engineering) Ltd
(1999)EWHC 843 (Ch), [2000] FSR 393, the Vice-Chancellor on an application to bring contempt proceedings in relation to allegedly false statements in witness statements supported by a statement of truth said: "It is, I think, necessary to make clear that Rules of Court cannot make substantive changes in the law of contempt. There is much case law describing in what circumstances a contempt of court is committed. There are civil contempts and there are criminal contempts and the line between the two is not always easy to draw. But the circumstances which may justify a finding of contempt are established by case law and set out in the text books on the subject. It is not open to Rules of Court to introduce a new category of contempt, and CPR 32.14 does not do that. It provides for the possibility of a person being prosecuted for contempt if he makes or causes to be made a false statement, etc, but it does not predict what the outcome of the prosecution will be. That is a matter which must be left to the general law . . . . So what is the general law in this particular area? The general law of contempt is that actions done by an individual which interfere with the course of justice or which attempt to interfere with the course of justice are capable of constituting contempt of court. In order for the individual who has done acts which fall into that category to be liable for contempt, an appropriate state of mind of the individual must be shown. As to this the case law is not entirely clear and I am certainly not going to attempt to resolve it on this application. On one view it must be shown that the individual who is being prosecuted for this species of contempt intended to interfere with the course of justice. The other view is that it must be shown that the individual intended to do the acts in question, and that the acts interfere with the course of justice. I only mention that for the purpose of showing that there are difficulties which may arise if an attempt is made to commit for a contempt consisting of interference with the course of justice. The difficulty lies in knowing quite what mental state on the part of the accused has to be shown.» ( η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου) Βλ. επίσης Savings and Inestment Bank Ltd v. Gasco (No 2) [1988] 1 All E.R. 975, Knight v. Clifton [1971] Ch 700, Benham v. UK
(1996)22 E.H.R.R. 293 και Arlidge, Eady & Smith on Contempt, 4η εκδ., παρ. 3-250, σελ. 226 κ.ε. και παρα. 12-35, σελ. 1012. Η αστική παρακοή κατά συνέπεια κρίνεται ως υπαρκτή μόνο εφόσον ο αιτητής ικανοποιήσει το Δικαστήριο στον αναμενόμενο βαθμό, υπερπηδώντας το βάρος απόδειξης που έχει, που είναι αυτό της βεβαιότητας ενοχής πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Βλ. David Bean: Injunctions, 8η έκδ.,
(2004)σελ. 90 κ.ε. παρ. 6.18 και 6.19, όπου περιγράφεται και η όλη διαδικασία στη δικάσιμο. Γι' αυτό το λόγο η νομολογία έχει διαχρονικά και με συνέπεια ακολουθήσει τη γραμμή ότι «για να είναι δυνατή η τιμωρία ενός καθ' ου η αίτηση, τα διατάγματα θα πρέπει να εξειδικεύονται με τη μεγαλύτερη δυνατή σαφήνεια ώστε να μην αφήνεται αμφιβολία ως προς το ποιες πράξεις απαγορεύονται και υπό ποία ιδιότητα» βλ. Yugos Finance κ.α. v Halebay Holdings Ltd Πολ. Εφ. 180/90 ημερ. 08/03/2013. Η πράξη ή παράλειψη του καθ' ου για την οποία εκ των υστέρων ζητείται η τιμωρία του, πρέπει να εμπίπτει εντός των ρητών και αναμφισβήτητων προδιαγραφών που το λεκτικό του διατάγματος καταγράφει. Άκρως διαφωτιστικό και καθοδηγητικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση Δρόσος Μιχαηλίδης ν. Μαργαρίτα Μιχαηλίδου
(2011)1A AAΔ.356 στις 364 και επόμενες: «Η διαδικασία της αστικής παρακοής προσομοιάζει της ποινικής διαδικασίας όχι μόνο λόγω του γεγονότος ότι επιφέρει ανάλογες σοβαρές είτε οικονομικές κυρώσεις υπό τύπο προστίμου ή κατάσχεση περιουσίας, είτε ακόμη και στέρηση ελευθερίας με φυλάκιση, αλλά και διότι όλα τα τυπικά και ουσιαστικά εχέγγυα του ποινικού δικαίου πρέπει να ικανοποιούνται. (In re Bramblevale Ltd
(1970)Ch. 18 και Savings and Investment Bank Ltd v. Gasco (No 2)
(1988)1 All E.R. 975). Η αστική παρακοή κατά συνέπεια κρίνεται ως υπαρκτή μόνο εφόσον ο αιτητής ικανοποιήσει το Δικαστήριο στον αναμενόμενο βαθμό, υπερπηδώντας το βάρος απόδειξης που έχει που είναι αυτό της βεβαιότητας ενοχής πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. (δέστε και David Bean: Injunctions 8η έκδ.
(2004)σελ. 90-1 παρ. 6.18 και 6.19, όπου περιγράφεται και η όλη διαδικασία στη δικάσιμο). Γι΄ αυτό το λόγο η νομολογία έχει διαχρονικά και με συνέπεια ακολουθήσει τη γραμμή ότι για να είναι δυνατή η τιμωρία ενός καθ΄ ου η αίτηση, τα διατάγματα θα πρέπει να εξειδικεύονται με τη μεγαλύτερη δυνατή σαφήνεια ώστε να μην αφήνεται αμφιβολία ως προς το ποιες πράξεις απαγορεύονται και υπό ποία ιδιότητα. Η πράξη ή παράλειψη του καθ΄ ου για την οποία εκ των υστέρων ζητείται η τιμωρία του, πρέπει να εμπίπτει εντός των ρητών και αναμφισβήτητων προδιαγραφών που το λεκτικό του διατάγματος καταγράφει (δέστε τις υποθέσεις Iberian Trust Ltd v. Founders Trust and Investment Co Ltd
(1932)All E.R. 176 [Repr.] και P.A. Thomas & Co and Others v. Mould and Others
(1968)1 All E.R. 963). Στο σύγγραμμα των Borris & Lowe: "The Law of Contempt" 2η έκδ., σελ. 395, αναφέρεται ότι: «Thus although persons are under a duty to comply strictly with the terms of an injuction, the Courts will only punish a person for contempt upon adequate proof of the following points. First, it must be established that the terms of the injunction are clear and unambiquous; secondly it must be shown that the defendant has had proper notice of such terms; and thirdly, there must be clear proof that the terms have been broken by the defendant.» Για να καταδειχθεί παρακοή, όπως έχει λεχθεί και στην υπόθεση Λάζαρος Μαύρος ν. Θεόδωρου Στυλιανού
(1998)1 Α.Α.Δ. 2389, πρέπει να ικανοποιείται και η αντικειμενική υπόσταση («actus reus»), αλλά και η υποκειμενική υπόσταση («mens rea»), του αδικήματος της αστικής καταφρόνησης όπως προδιαγράφεται στο άρθρο 42 του Νόμου 14/60. Στη δε υπόθεση Παπαχρυσοστόμου ν. Σιδερά
(1993)1 Α.Α.Δ. 309 λέχθηκε, με αναφορά στη Μουζούρης ν. Xylophagou Plantations Ltd
(1977)1 C.L.R. 287, ότι: «.. για να στοιχειοθετηθεί η καταφρόνηση πρέπει να αποδειχθεί η ηθελημένη ανυπακοή του καθ΄ ου η αίτηση προς την απόφαση του δικαστηρίου, δηλαδή πρόθεση ανυπακοής προς το διάταγμα του δικαστηρίου. Το αποτέλεσμα της ανυπακοής αφ΄ εαυτού δεν αρκεί• πρέπει να συνοδεύεται από πρόθεση καταστρατήγησης του διατάγματος του δικαστηρίου.» Τυχόν παράβαση των όρων ενός διατάγματος χωρίς πρόθεση ή κατά τυχαίο τρόπο δεν επιφέρει βεβαίως την καταδίκη του καθ΄ ου, εφόσον η συμπεριφορά του δεν κατέδειξε είτε αδιαφορία προς το διάταγμα, είτε εκ προθέσεως καταστρατήγηση των όρων του. (δέστε Fairclough & Sons v. Manchester Ship Canal Co. (No. 2)
(1897)Sol Jo 225 και Borrie & Lowe 2η έκδ. σελ. 400-1).» Στο σύγγραμμα Borrie & Lowe: "The Law of Contempt", 3η έκδ., σελ. 568, σε σχέση με παρακοή θετικής υποχρέωσης, αναφέρονται τα ακόλουθα: «So far as disobedience to a positive order is concerned it has been held that it is the duty of the defendants to find out the proper means of obeying the order and although it may be a defence to show that compliance with the order was impossible, the burden of proving such impossibility is upon the defendants.» Εκείνο που θα οφείλει να καταδείξει ο αιτητής ώστε να προκύψει εύρημα για περιφρόνηση εκ μέρους του καθ ου η αίτηση είναι ότι θα πρέπει να προκύπτει μια ηθελημένη και εκ προθέσεως συμπεριφορά καταστρατήγησης του διατάγματος. Στην υπόθεση Attorney General for Tuvalu and Another v. Philatelic Distributors Corporation Ltd and others
(1990)W.L.R 926 υποδείχτηκε ότι επί αστικής περιφρόνησης η διαδικασία είναι οιονεί ποινική και απαιτείται όπως η παρακοή αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η υπόθεση αφορούσε διευθυντή εταιρείας, με βάση την αγγλική O.45 r.5 και υπεδείχθη ότι ο καθ ου η αίτηση διευθυντής θα πρέπει να είναι ένοχος μιας υπαίτιας συμπεριφοράς και ότι η απλή απραξία (inactivity) δεν είναι αρκετή (sufficient). Να προστεθεί επίσης ότι στην υπόθεση αυτή υπεδείχθη ότι στην αίτηση παρακοής θα πρέπει να καταγράφονται επαρκείς λεπτομέρειες του τι έπραξε, ή δεν έπραξε, ή τι θα έπρεπε να πράξει ο καθ ου η αίτηση, δεδομένης ακριβώς και της φύσης της διαδικασίας, λαμβανομένου υπόψη και του ιστορικού της υπόθεσης. Το βάρος είναι στον αιτητή, που επέχει θέση κατηγόρου, να αποδείξει τα συστατικά στοιχεία της παρακοής του διατάγματος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ως λέχθηκε στην Παπαχρυσοστόμου (ανωτέρω): «Παρά τον αστικό χαρακτήρα της διαδικασίας για καταφρόνηση και το μανδύα της πολιτικής δικαιοδοσίας που την περιβάλλει το αίτημα για καταδίκη για ανυπακοή διατάγματος του δικαστηρίου αποβλέπει στη τιμωρία του παραβάτη. Κατά συνέπεια η αίτηση για καταδίκη προσλαμβάνει το χαρακτήρα κατηγορίας η απόδειξη της οποίας υπόκειται στους κανόνες που διέπουν την απόδειξη ποινικού αδικήματος, δηλαδή απόδειξη της κατηγορίας γενικά και των συστατικών της στοιχείων ειδικά, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.» Δεδομένου ότι πρόκειται για οιονεί ποινική διαδικασία, η αίτηση για καταφρόνηση δικαστικού διατάγματος, η οποία προσλαμβάνει το χαρακτήρα ποινικής κατηγορίας, για σκοπούς στοιχειοθέτησής της είναι αναγκαία η απόδειξη των ακόλουθων προϋποθέσεων - συστατικών στοιχείων, με το υψηλό επίπεδο απόδειξης, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Πρώτο, η έκδοση του διατάγματος, δεύτερο, η αναγκαία οπισθογράφηση του διατάγματος από τον Πρωτοκολλητή, σύμφωνα με τη Δ.42Α Θ.1, τρίτο, η επίδοση του διατάγματος προσωπικά στον καθ' ου η αίτηση, σύμφωνα με τη Δ.42Α Θ.2, τέταρτο, η επίδοση της αίτησης παρακοής, προσωπικά και πάλιν στον καθ' ου η αίτηση και, πέμπτο, ηθελημένη ανυπακοή ή πρόθεση ανυπακοής ή καταστρατήγησης του διατάγματος εκ μέρους του καθ' ου η αίτηση. Βλέπε και τη Μαυρονικόλα ν. Ξάνθου
(2011)1(Α) Α.Α.Δ. 293, από την οποία και το απόσπασμα που ακολουθεί: « Από την ιδία τη φύση της διαδικασίας παρακοής ως οιονεί ποινικής, (βλ. Ηalin v. Timur
(2005)1(Α) A.A.Δ.424), αναφύεται η ανάγκη πλήρους και αποτελεσματικής διαπίστωσης ύπαρξης των πιο κάτω προϋποθέσεων, επί ποινή ακυρότητας της διαδικασίας, (Μακρίδης
(1991)1 Α.Α.Δ. 401): α. Ύπαρξη διατάγματος. β. Ύπαρξη αναγκαίας οπισθογράφησης. γ. Προσωπική επίδοση του διατάγματος. δ. Προσωπική επίδοση της αιτήσεως παρακοής. Σχετική επί του θέματος της ικανοποίησης των προϋποθέσεων για απόδειξη παρακοής είναι η υπόθεση Ονουφρίου v. Βye
(2007)1(Α) Α.Α.Δ. 371.» Εξέταση της Αίτησης Έχω μελετήσει πολύ προσεκτικά την αίτηση και την ένσταση που έχουν καταχωρηθεί, καθώς επίσης, επαναλαμβάνω, τις αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων. Οι διαπιστώσεις μου είναι οι εξής: (α) Ύπαρξη διατάγματος με την αναγκαία οπισθογράφηση : ως προκύπτει με βάση το τεκμ.1 στην αίτηση αλλά και από το φάκελο της υπόθεσης, στις 20/02/17 το Δικαστήριο εξέδωσε το σχετικό διάταγμα, για το οποίο γίνεται αναφορά και στην εισαγωγή της παρούσας. Το διάταγμα φέρει δε την αναγκαία οπισθογράφηση. (β) Προσωπική επίδοση του διατάγματος : με βάση το επισυνημμένο στην αίτηση τεκμ.2 ήτοι την ένορκη δήλωση επίδοσης του ιδιώτη επιδότη .... Γεωργίου, πιστόν αντίγραφον του εν λόγω διατάγματος, υπογεγραμμένο από τον Πρωτοκολλητή και φέρων την ανάγλυφη σφραγίδα του Δικαστηρίου Λάρνακας, επιδόθηκε προσωπικά στην εναγόμενη την 21η/04/
- (γ) Προσωπική επίδοση του διατάγματος : εκ του φακέλου προκύπτει ότι πιστόν αντίγραφον της επίδικης αίτησης επιδόθηκε προσωπικά στην εναγόμενη στις 20/06/17 (βλ. σχετική ένορκη δήλωση επίδοσης του ίδιου ιδιώτη επιδότη πιο πάνω). Από εκεί και πέρα, αξιολογώντας την μαρτυρία που ευρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου, θα αναφέρω ευθέως εδώ ότι οι ισχυρισμοί της εναγόμενης περί μη επίδοσης της αγωγής και ότι το περιεχόμενο της απόφασης δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια, αλλά και ότι δεν οφείλει το ποσό που την διέταξε το Δικαστήριο με την απόφαση του να πληρώσει στον ενάγοντα, δεν θα με απασχολήσουν. Η απόφαση έχει εκδοθεί, ευρίσκεται σε ισχύ και έχει καταστεί τελεσίδικη αφού δεν έχει ανατραπεί με οποιοδήποτε τρόπο, αλλά ούτε έγινε αντιλαμβάνομαι τέτοια προσπάθεια από την εναγόμενη με αίτηση παραμερισμού της για παράδειγμα. Με αυτά υπόψη, περαιτέρω σημειώνεται ότι στη βάση των ισχυρισμών της εναγόμενης ο επίδικος πίνακας με την ονομασία Αργυρασπίδες του Μέγα Αλεξάνδρου, είναι υπαρκτός, ευρίσκεται στην κατοχή της και δεν έχει μέχρι στιγμής παραδοθεί στον ενάγοντα. Ως προς τη μη παράδοση βεβαίως θα σημειώσω εδώ την εξήγηση που δίνει στην παράγραφο 5(β) της ένορκης της δήλωσης, ότι δηλαδή ο ενάγοντας πήγε στις 21/09/17 στο γραφείο των δικηγόρων της όπου βρισκόταν ο πίνακας για να τον παραλάβει, ωστόσο αφού τον επιθεώρησε αρνήθηκε να τον παραλάβει ισχυριζόμενος ότι δεν είναι αυτός. Ας σημειωθεί εδώ ότι η εναγόμενη δεν αντεξετάστηκε αναφορικά με τα πιο πάνω και όσα αναφέρει παρέμειναν αναντίλεκτα. Όμως με αυτό υπόψη προφανώς παραμένει ένα κενό. Έχρηζε ομολογουμένως διευκρίνισης το θέμα της επίσκεψης του ενάγοντα στο γραφείο των δικηγόρων της εναγόμενης και πιο συγκεκριμένα για το τι ακριβώς είδε εκεί και γιατί ισχυρίζεται ότι ο συγκεκριμένος πίνακας που είδε δεν είναι ο επίδικος. Η εναγόμενη αναφέρει ότι παρέδωσε τον πίνακα στο γραφείο των δικηγόρων της προκειμένου να παραδοθεί στον ενάγοντα. Τούτο δεν έχει αμφισβητηθεί. Με αυτό λοιπόν υπόψη και έχοντας κατά νου το κενό που εντοπίζεται πιο πάνω, κατά την κρίση μου η πλευρά του ενάγοντα δεν έχει καταφέρει να αποσείσει το βάρος απόδειξης που ήταν στους ώμους της αναφορικά με το συστατικό της ηθελημένης παρακοής από μέρους της εναγόμενης. Εν πάση περιπτώσει κατά την κρίση μου η ποιότητα της μαρτυρίας του ενάγοντα, ο οποίος αναφέρει απλά στην ένορκη του δήλωση ότι η εναγόμενη ηθελημένα αρνείται να παραδώσει τον πίνακα, δεν είναι τέτοια που να επιτρέπει την εξαγωγή ασφαλούς και ακλόνητου συμπεράσματος ηθελημένης παρακοής του διατάγματος και διάγνωσης ενοχής της εναγόμενης πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Εδώ θα παραπέμψω σχετικά και στην πρόσφατη σχετικά απόφαση του Εφετείου Ιακώβου v Γεωργίου, Έφεση 4/14, ημερ. 2/6/
- Κατάληξη Η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα δε της αίτησης επιδικάζονται υπέρ της εναγόμενης-καθ' ης η αίτηση και εναντίον του ενάγοντα-αιτητή όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............... Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο