← Κύπρος

Μιχαήλ κ.α. ν. Νικολάου κ.α., Αγωγή αρ.: 804/2017, 7/12/2018

Μιχαήλ κ.α. ν. Νικολάου κ.α., Αγωγή αρ.: 804/2017, 7/12/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2018:A231 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 804/2017 Mεταξύ:-

  1. .... Μιχαήλ, εκ Μαρωνίου
  2. .... Χριστοδούλου, από Αυστραλία
  3. ... Τιμοθέου, από Αγγλία
  4. ... Τιμοθέου, Αγγλία
  5. ... Πολυβίου, Αγγλία Εναγόντων Και
  6. ... Νικολάου, από Αγγλισίδες
  7. ... Τιμοθέου, από Μαρώνι Εναγόμενων Αίτηση ημερομηνίας 17.1.2018 Ημερομηνία: 7 Δεκεμβρίου 2018 Εμφανίσεις: Για τους Εναγόμενους-Αιτητές: κ. Μυλωνάς για Ανδρέας Β. Ζαχαρίου & Σία Δ.Ε.Π.Ε.. Για τους Ενάγοντες-Καθ' ων η αίτηση: κ. Μιχάλης Μιχαήλ. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Εναγόμενοι 1 και 2 με την επίδικη αίτηση τους ζητούν: «Α) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να παραμερίζεται και/ή ακυρώνεται και/ή απορρίπτεται η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή και/ή το κλητήριο ένταλμα που καταχωρήθηκε στις 08.06.2017 και/ή η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος προς τους εναγόμενους 1 και 2 και/ή η έκθεση απαίτησης που καταχωρήθηκε στις 24.11.2017 ως μη συμμορφούμενη με τις σχετικές νομοθετικές προϋποθέσεις και/ή ως παράτυπη. Β) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να απορρίπτεται και/ή διαγράφεται και/ή αναστέλλεται και/ή παραμερίζεται η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή και/ή το κλητήριο ένταλμα που καταχωρήθηκε στις 08.06.2017 και/ή η έκθεση απαίτησης που καταχωρήθηκε στις 24.11.2017 ως καταχρηστική και/ή ενοχλητική και/ή ανυπόστατη και/ή καταπιεστική και/ή σκανδαλώδης και/ή κακόπιστη και/ή ως μη αποκαλύπτουσα αγώγιμο δικαίωμα. Γ) Οιανδήποτε περαιτέρω και/ή καλύτερη θεραπεία το Δικαστήριο κρίνει ορθή και δίκαια. Δ) Έξοδα και Φ.Π.Α.» Η αίτηση βασίζεται στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.2 Θ.5 και 13, Δ.19, Δ.20, Δ.23, Δ.27, Δ.39, Δ.48 Θ. 1-9, Δ.57, Δ.59, Δ.63 και Δ.64, στον περί Διαχείρισης Κληρονομιών Αποθανόντων Νόμος Κεφάλαιο 189, στον Περί Διαθηκών και Διαδοχής Νόμο, στους Περί Διαχειρίσεων Περιουσιών Κανονισμούς του 1955, στα άρθρα 23 και 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο Ν. 14/60, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στον Περί Ερμηνείας Νόμο, στις Αρχές της Νομολογίας, στις Αρχές της Επιείκειας και στις συμφυείς και γενικές εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται δε από ένορκη δήλωση του κ. ..... Νικολάου, από την Λάρνακα, ο οποίος αναφέρει τα ακόλουθα: «
  8. Είμαι ο εναγόμενος 1 στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή και προτεινόμενος διαχειριστής του αποβιώσαντος .... Τιμοθέου ή άλλως .... Τιμοθέου. Γνωρίζω τα γεγονότα προσωπικά λόγω της ιδιότητας μου και των εγγράφων που έχω στην κατοχή μου και από συμβουλή που έλαβα από τους δικηγόρους μου όπως επίσης και από πληροφορίες που συνέλεξα από τρίτα πρόσωπα. Είμαι δεόντως εξουσιοδοτημένος και από την εναγόμενη 2 να προβώ στην παρούσα ένορκο δήλωση. Για τη νομική πτυχή της υπόθεσης έλαβα νομική συμβουλή από τους δικηγόρους μου και για όσα αναφέρω πιο κάτω για τα οποία δεν έχω προσωπική γνώση, αναφέρω την πηγή πληροφόρησης μου.
  9. Στις 08.06.2017 καταχωρήθηκε από τους ενάγοντες στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας κλητήριο ένταλμα γενικώς οπισθογραφημένο εναντίον εμένα και της εναγομένης 2 το οποίο και μας επιδόθηκε.
  10. Σύμφωνα με τη γενική οπισθογράφηση και την Έκθεση Απαίτησης που καταχωρήθηκε αργότερα και ως με ενημερώνουν οι δικηγόροι μου, η αγωγή εμπίπτει στην κατηγορία των κληρονομικών αγωγών (probate actions). Ως εκ τούτου και ως με ενημερώνουν οι δικηγόροι μου, δεν ακολουθήθηκε η διαδικασία που απαιτείται από τους Διαδικαστικούς Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας για τέτοιου είδους υποθέσεις. Συγκεκριμένα δεν προηγήθηκε της σφράγισης του κλητηρίου εντάλματος η καταχώρηση ένορκης δήλωσης ενός από τους ενάγοντες και κάτι τέτοιο, ως με ενημερώνουν οι δικηγόροι μου είναι καθοριστικό για την κατάληξη της αγωγής.
  11. Ως με ενημερώνουν οι δικηγόροι μου, η Δ.2 Θ.13 είναι επιτακτικής φύσης και η καταχώρηση της σχετικής ενόρκου δηλώσεως που προβλέπεται αποτελεί αναγκαία προηγούμενη προϋπόθεση για την έγκυρη έναρξη της διαδικασίας και σε περίπτωση μη συμμόρφωσης των εναγόντων, καθίσταται εξ' υπαρχής άκυρη η διαδικασία αλλά και οποιαδήποτε διαδικασία ακολούθησε είναι αυτοδίκαια άκυρες και δε θεραπεύονται με οποιονδήποτε δικονομικό τρόπο, οι δε ενάγοντες δεν προέβηκαν εν πάση περιπτώσει σε οποιοδήποτε σχετικό διάβημα.
  12. Πέραν των πιο πάνω, είναι η θέση τόσο εμένα όσο και της εναγομένης 2 ότι η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή θα πρέπει να διαγραφεί καθότι πρόκειται για αγωγή καταχρηστική, ενοχλητική, ανυπόστατη, καταπιεστική, σκανδαλώδη και κακόπιστη στην οποία δεν αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα αφού είναι ξεκάθαρο ότι οι ενάγοντες δεν έχουν δικαίωμα στην περιουσία του ως άνω αποβιώσαντα και προωθούν την εν λόγω αγωγή με μοναδικό σκοπό την καθυστέρηση στην διανομή της περιουσίας του αποβιώσαντα και της μεταβίβασης της στη σύζυγο του και μοναδικό κληρονόμο. Οι ενάγοντες δεν έχουν δικαίωμα επί της περιουσίας του αποβιώσαντα καθότι ο τελευταίος επιθυμούσε όπως αυτή δοθεί στη σύζυγο του και για αυτό προέβηκε στην κατάρτιση διαθήκης. Έχω στην κατοχή μου και επισυνάπτω ως Τεκμήριο Α αντίγραφο της διαθήκης του προαποβιώσαντος στην οποία φαίνεται ξεκάθαρα η τελευταία βούληση του.
  13. Ως με ενημερώνουν οι δικηγόροι μου, βάσει του Περί Διαθηκών και Διαδοχής Νόμου και λαμβανομένου υπόψη ότι ο αποβιώσαντας δεν κατέλειπε παιδιά και γονείς, παρά μόνο τη σύζυγο του, είχε τη δυνατότητα να καταρτίσει διαθήκη με την οποία θα άφηνε όλη του την περιουσία στη σύζυγο του, όπως και έπραξε. Είναι η θέση μου τόσο εμένα όσο και της εναγομένης 2 ότι είναι σε γνώση των εναγόντων ότι ο αποβιώσας διέθετε αυτή τη δυνατότητα όμως, επιμένουν στην προώθηση της επίδικης αγωγής καταχρηστικά και με μοναδικό σκοπό να προκαλέσουν καθυστέρηση και να ταλαιπωρήσουν την εναγόμενη
  14. Για αυτό ακριβώς το λόγο είναι η θέση μας ότι πρόκειται για αγωγή ενοχλητική η οποία δεν είναι δυνατό να προωθείται αφού ο αποβιώσας ήταν πρόσωπο ικανό και με σώας τα φρένας που αντιλαμβανόταν τη σημασία της υπογραφής ενός τέτοιου εγγράφου όπως είναι η διαθήκη και πληρούσε όλες τις προϋποθέσεις της σχετικής νομοθεσίας προκειμένου να θεωρείται ότι είχε καταρτίσει μια καθ' όλα έγκυρη και νομότυπη διαθήκη.
  15. Ως εκ τούτου, πρόκειται για διαθήκη στην οποία εξέφρασε την τελευταία του επιθυμία ελεύθερα και χωρίς οποιοδήποτε επηρεασμό. Είναι η θέση μας ότι σε καμία περίπτωση η διαθήκη του αποβιώσαντα είναι προϊόν απάτης ή ψυχικής πίεσης. Το γεγονός αυτό είναι ολοφάνερο μέσα από την ίδια τη διαθήκη όπου ο αποβιώσας κάνει μνεία σε περίπτωση που η σύζυγος τους είχε αποβιώσει πριν τον ίδιο και αφήνει την περιουσία του στα παιδιά των αδελφών του. Είναι η θέση μας πως από τη στιγμή που ο αποβιώσας αναφέρεται και σε πρόσωπα πέραν της συζύγου του, αν επιθυμούσε να αφήσει σε αυτά οποιαδήποτε περιουσία, θα το έπραττε. Σε κάθε περίπτωση, προκύπτει αβίαστα ότι ο αποβιώσας, σε καμία περίπτωση επιθυμούσε να τον κληρονομήσουν οι ενάγοντες τους οποίους δεν περιέλαβε καν στη διαθήκη του αλλά τα παιδιά αυτών.
  16. Μάλιστα, η καταχρηστικότητα, κακοπιστία των εναγόντων αλλά και το ότι πρόκειται για σκανδαλώδη αγωγή, προκύπτει από το γεγονός ότι οι ενάγοντες αξιώνουν διάταγμα με το οποίο να τους αναγνωρίζεται ότι δικαιούνται σε ½ μερίδιο από την περιουσία του αποβιώσαντα ενώ γνωρίζουν πολύ καλά ότι βάσει της σχετικής νομοθεσίας, αν ο αποβιώσας δεν κατέλειπε διαθήκη θα δικαιούνταν μόνο ¼ μερίδιο από την περιουσία του αποβιώσαντα.
  17. Όσον αφορά τώρα το τυπικό μέρος της διαθήκης για το οποίο οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι αυτή είναι μη έγκυρη και παράτυπη, είναι η θέση μας ότι προκύπτει ολοφάνερα από τη διαθήκη, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτω ως Τεκμήριο, ότι κάτι τέτοιο δεν ισχύει.
  18. Βάσει όλων όσων αναπτύχθηκαν πιο πάνω, είναι η θέση μας ότι η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί λόγω ακυρότητας αφού δεν πληρώθηκαν οι σχετικές προϋποθέσεις για την καταχώρηση τέτοιας κατηγορίας αγωγών αλλά και γιατί αυτή αποτελεί καταχρηστική, κακόπιστη, σκανδαλώδη και ενοχλητική αγωγή.
  19. Ως εκ των ανωτέρω είναι ορθό, δίκαιο και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα και ζητώ την έκδοση τους ως η αίτηση με έξοδα.» Η πλευρά των Εναγόντων-Καθ' ων η αίτηση αντέδρασε στην αίτηση καταχωρώντας Ένσταση, στην οποία καταγράφονται τέσσερις

(4)λόγοι ένστασης ως ακολούθως: «
  1. Οι άνω αναφερόμενοι καθ' ων η αίτηση αρνούνται τα αιτούμενα διατάγματα και ισχυρίζονται ότι η αγωγή έχει καλή βάση και δεν ισχύουν οι ισχυρισμοί των αιτητών.
  2. Οι άνω αναφερόμενοι καθ' ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι η αγωγή έχει νόμιμα καταχωρηθεί και η απαιτούμενη ένορκη δήλωση έχει καταχωρηθεί προ της σφράγισης του κλητηρίου εντάλματος ως τούτο εμφαίνεται και από τον φάκελο του Δικαστηρίου.
  3. Η αγωγή που έχει καταχωρηθεί και η έκθεση απαίτησης δεν είναι παράτυπη και είναι πλήρως συμμορφούμενη με τις σχετικές νομοθετικές προϋποθέσεις.
  4. Η απαίτηση των καθ' ων η αίτηση αποκαλύπτει καλό αγώγιμο δικαίωμα κατά των εναγομένων-αιτητών και ζητούν από το Σεβαστό Δικαστήριο την απόρριψη της εν λόγω ένστασης τους.» Η ένσταση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.2 Θ.5 και 13, Δ.19, Δ.20, Δ.23, Δ.27, Δ.39, Δ.48 Θ.1-9, Δ.57, Δ.59, Δ.63 και Δ.64, στο Κεφ.189 του Περί Διαχειρίσεως Κληρονομιών, στους Περί Διαχειρίσεως Περιουσιών Κανονισμούς του 1955, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, στα άρθρα 23 και 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο και στις συμφυείς εξουσίες και τη διακριτική ευχέρεια και πρακτική του Δικαστηρίου. Ενώ, αυτή υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της ..... Μιχαήλ από το Μαρώνι, Ενάγουσας 1-Καθ' ης η αίτηση, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: «
  5. Είμαι η Ενάγουσα 1 καθ' ης η αίτηση 1 στην παρούσα αίτηση και εξουσιοδοτημένη και από τους άλλους ενάγοντες να προβώ στην παρούσα ένορκη δήλωση.
  6. Αναφορικά με την παρούσα ένσταση των άνω εναγομένων-αιτητών και ως με πληροφορεί ο δικηγόρος μου η αγωγή έχει καταχωρηθεί νομότυπα και η προαπαιτούμενη ένορκη δήλωση έχει καταχωρηθεί την ιδία μέρα με την καταχώρηση του κλητηρίου ήτοι την 8.6.17, αλλά πριν από τη σφράγιση του κλητηρίου και βρίσκεται στο φάκελο του Δικαστηρίου.
  7. Αναφορικά με τα υπόλοιπα που αναφέρονται στην ένσταση και την ένορκη δήλωση του εναγόμενου 1 που τη συνοδεύει τούτα δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και η πραγματική επιθυμία του θανόντος ήταν όπως όλη η περιουσία του παραμείνει και στην οικογένεια του, πέραν της συζύγου του, αφού αυτή ήταν προϊόν κληρονομίας από δικούς του προγόνους.
  8. Τούτο φαίνεται και από το πνεύμα που διέπει την όλη διαθήκη του που αναφέρεται σε παιδιά των νομίμων κληρονόμων του.
  9. Σε όλες τις αναφορές του εν όσο ζούσε ακόμη επαναλάμβανε ότι ήθελε και επιθυμούσε όπως όλη η περιουσία του παραμείνει στην οικογένεια του και στην σύζυγο του.
  10. Τα ανωτέρω αναφερόμενα ήταν και σε γνώση της Εναγόμενης 2 η οποία και συμφωνούσε απόλυτα με τον θανόντα αφού και ίδια είχε καταρτίσει παρόμοια διαθήκη όπου κατέλειπε την περιουσία της καθ' όσον αφορά την προερχομένη εκ μέρους του συζύγου της, στους ίδιους κληροδόχους που αναφέρονται και στην παρούσα.
  11. Επαναλαμβάνοντας όλα τα ανωτέρω ζητώ την απόρριψη της αίτησης με έξοδα σε βάρος των Εναγόντων Αιτητών.» Έχω μελετήσει πολύ προσεκτικά την αίτηση και την ένσταση, καθώς επίσης τις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν αυτές, ως επίσης την γραπτή αγόρευση των αιτητών. Παρεμβάλλω ότι η πλευρά των καθ' ων η αίτηση δεν ετοίμασε γραπτή αγόρευση ως οι οδηγίες του Δικαστηρίου και ο συνήγορος τους αρκέστηκε ν' αναφέρει για σκοπούς αγόρευσης ότι υιοθετεί όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση. Όπως γίνεται αντιληπτό με βάση το αιτητικό Α της αίτησης, σε συνάρτηση με τις παραγράφους 3 και 4 της ένορκης δήλωσης που τη συνοδεύει, αποτελεί θέση των αιτητών πως η αγωγή, η οποία εμπίπτει στην κατηγορία των κληρονομικών αγωγών ("Probate Actions"), πρέπει να παραμεριστεί γιατί δεν τηρήθηκε η επιτακτική πρόνοια της Δ.2 Θ.13 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας κάτι που συνεπάγεται ακυρότητα της όλης διαδικασίας. Kατ' αρχήν να λεχθεί εδώ ότι αναμφίβολα η αγωγή που καταχώρησαν οι ενάγοντες είναι «αγωγή διαθήκης» ("Probate Action"). Εξάλλου αυτό είναι παραδεκτό. Γι' αυτό μαζί με την αγωγή θα έπρεπε να καταχωρηθεί η ένορκη δήλωση που προνοεί η Δ.2 Θ.13* των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προς επαλήθευση της οπισθογράφησης του κλητήριου εντάλματος. * The sealing of a writ of summons in probate actions shall be preceded by the filing of an affidavit by the plaintiff, or one of the plaintiffs, in verification of the indorsement on the writ. Η πρόνοια του Θεσμού 13 της Δ.2 πιο πάνω είναι σαφώς επιτακτική. Η φράση shall be preceded που έχω υπογραμμίσει μιλά από μόνη της (βλ. και Πολιτική Έφεση Αρ. 9835 Πετρίχου v. Χ''Ιωσήφ
(1998)1Α Α.Α.Δ 81 και Δημητρίου κ.ά. ν. Προδρόμου
(1983)1 Α.Α.Δ. 301). Ερχόμενος τώρα στην ουσία του πράγματος και μελετώντας το φάκελο της υπόθεσης, παρατηρώ ότι οι ενάγοντες έχουν συμμορφωθεί με την πιο πάνω υποχρέωση τους. Συγκεκριμένα, στις 08/06/17, την ίδια μέρα δηλαδή που καταχωρήθηκε το κλητήριο της παρούσας, έχει καταχωρηθεί και ένορκη δήλωση της ενάγουσας 1 εις την οποία αναφέρει μεταξύ άλλων ότι η οπισθογράφηση του κλητηρίου είναι ορθή και αληθινή. Σημειώνεται εδώ ότι από το φάκελο δεν προκύπτει η ώρα καταχώρησης είτε του κλητηρίου είτε της ένορκης δήλωσης και συνεπώς το Δικαστήριο δεν μπορεί να γνωρίζει αν έγινε πρώτα η ένορκη δήλωση, όμως δεν είμαι διατεθειμένος να ερμηνεύσω τα πράγματα κατά τρόπο παράλογο. Η ουσία του πράγματος θεωρώ είναι πως τέτοια ένορκη δήλωση έχει καταχωρηθεί την ίδια μέρα που καταχωρήθηκε και η αγωγή και με αυτό υπόψη κρίνω πως οι ενάγοντες έχουν συμμορφωθεί. Πριν αφήσω το συγκεκριμένο θέμα θα πω και το εξής. Έχοντας μελετήσει προσεκτικά την γραπτή αγόρευση της πλευράς των αιτητών (βλ. σελ.2-4) έχω αντιληφθεί ότι προφανώς όταν έκαναν την αίτηση τους δεν γνώριζαν ότι υπάρχει στο φάκελο τέτοια ένορκη δήλωση από την πλευρά των εναγόντων. Αυτό προφανέστατα επειδή δεν τους έχει επιδοθεί (όπως αναφέρουν στην παράγραφο 6.1.7). Με αυτά υπόψη λοιπόν θεωρώ πως αν ήταν σε γνώση τους δεν θα προωθούσαν τον συγκεκριμένο λόγο για παραμερισμό, κάτι που βεβαίως λαμβάνω υπόψη μου για σκοπούς εξόδων στην κατάληξη μου. Ερχόμενος τώρα στο αιτητικό Β της αίτησης, το οποίο υποστηρίζεται από της παραγράφους 6-9 της ένορκης δήλωσης που τη συνοδεύει αναφέρω τα εξής. Κατ' αρχήν, επειδή γίνεται επίκληση από τους αιτητές της Δ.19 Θ.26, ν' αναφερθεί ότι η συγκεκριμένη διάταξη περιορίζεται στη διαγραφή μέρους των δικογράφων και όχι ολόκληρης της αγωγής, κάτι που μπορεί να επιτευχθεί με τη Δ.27 Θ.3 (βλ. Νίκος Σιακόλας ν. Federal Bank of Lebanon (S.A.L.)
(1998)1 Α.Α.Δ. 1338). Με αυτό υπόψη και έχοντας κατά νουν το αιτητικό Β είναι σαφές ότι η εν λόγω διάταξη δεν τυγχάνει εφαρμογής εδώ. Όμως δεν υπάρχει αμφιβολία για την ύπαρξη εξουσίας στο Δικαστήριο να απορρίψει από το στάδιο αυτό την αγωγή με βάση τη Δ.27 Θ.3 : « The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defence being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered accordingly as may be just. » Οι αρχές της νομολογίας αναφορικά με την πιο πάνω διάταξη συνοψίζονται ως ακολούθως: 1. Η διαπίστωση αν η δικογραφία αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα, δεν είναι θέμα διακριτικής ευχέρειας αλλά θέμα δικαίου (Βλ. In re Pelmako Development Ltd
(1991)1 C.L.R. 246, 258 και Χατζηκυριάκος ν. Κυθρεώτη
(1992)1 Α.Α.Δ. 1119, 1121-1122).
  1. Η απόφαση για ανυπαρξία εύλογης αιτίας αγωγής οδηγεί αναπόδραστα στον οριστικό τερματισμό της διαδικασίας. Δικαιολογείται αυτός ο τερματισμός μόνο όταν το δικόγραφο είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο (Βλ. In re Pelmako Development Ltd και Χατζηκυριάκος ν. Κυθρεώτη ανωτέρω).
  2. Εντοπισμός κάποιας αιτίας αγωγής ή έστω κάποιου ζητήματος κατάλληλου για εκδίκαση από το Δικαστήριο, επιβάλλει τη διατήρηση της διαδικασίας στη ζωή όσο και αν η προοπτική επιτυχίας εμφανίζεται απομακρυσμένη (Βλ. In re Pelmako Development Ltd ανωτέρω, Χατζηκυριάκος ν. Κυθρεώτη ανωτέρω, Costas Mavromoustaki v. Iacovos N. Yeroudes as executor of the will of the deceased Spyros Michaelides
(1965)1 CLR 176, Michael Papamichael v. Clitos Chaholiades
(1970)1 CLR 305). 4. Η επίλυση θέματος προδικαστικά και, γενικότερα, η επίλυση θέματος έξω από το πλαίσιο της δίκης - το φυσιολογικό πεδίο για τη διαπίστωση των γεγονότων και τον καθορισμό των δικαιϊκών τους συνεπειών - αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, προσφυγή στο οποίο δικαιολογείται μόνο εφόσον τα γεγονότα είναι αδιαμφισβήτητα ή παραδεκτά. Δικαιολογείται, συνεπώς, η επίκληση της Διάταξης 27 εφόσον το συζητούμενο θέμα αποκρυσταλλώνεται σε καθαρά νομικό θέμα, η λύση του οποίου μπορεί να επιδιωχθεί με την ίδια ευχέρεια σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Τα γεγονότα, άλλωστε, τα οποία στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου είναι εκείνα τα οποία συνθέτουν την απαίτηση, και αποκλειστική πηγή αναζήτησής τους είναι η έκθεση απαιτήσεως (βλ. Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ & Άλλοι ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1991)1 ΑΑΔ 225 στην σελ 229 και Sevegep Ltd. v. United Sea Transport Ltd. and others
(1989)1 Α.Α.Δ. (E) 729). Στην υπόθεση In Re Pelmako Development Ltd
(1991)1 A.A.Δ. 246, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα εξής εν σχέση με αίτηση για διαγραφή αίτησης διάλυσης εταιρείας, στη βάση της Δ.27 Θ.3 : " Η επιχειρηματολογία των εφεσειόντων παραγνωρίζει σε μεγάλο βαθμό το σκοπό του μέτρου της διαγραφής δικογράφου και τα κριτήρια βάσει των οποίων αποφασίζεται η βιωσιμότητα δικονομικού μέτρου. Στις εισηγήσεις των εφεσειόντων εξομειώνονται σε μεγάλο βαθμό η εκδίκαση της αίτησης για διαγραφή με την εκδίκαση της αίτησης για διάλυση. Ενώ η νομική υπόσταση του Υπομνήματος κρίνεται αποκλειστικά με βάση το περιεχόμενό του (Re Newman and Howard, Ltd. [1961] 2 All E.R. 495 και Re Fildes Bros Ltd) [1970] 1 All E.R.
  1. Κατά την εισήγηση των εφεσειόντων, τα γεγονότα τα οποία έχουν προκύψει μετά την υποβολή της αίτησης για διάλυση, προδικάζουν και την απόρριψή της, οπόταν είναι θεμιτό όπως αυτά ληφθούν υπόψη στο στάδιο εξέτασης του αιτήματος για διαγραφή του Υπομνήματος ενόψει των συνεπειών που θα έχει η προώθηση του διαβήματος, και ιδιαίτερα, η δημοσίευση του Υπομνήματος, που θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά τόσο στην εταιρεία όσο και στα συμφέροντα των μετόχων. Όπως έχουμε αναφέρει, η εγκυρότητα αίτησης για διάλυση, εξετάζεται αποκλειστικά με βάση το περιεχόμενό της και τις αντικειμενικές συνέπειες που συνεπάγεται η τεκμηρίωση των ισχυρισμών που προβάλλονται σ' αυτή. Η διαγραφή δικογράφου, και ιδιαίτερα δικογράφου με το οποίο ο διάδικος επικαλείται την άσκηση της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, αποτελεί εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο εφόσο το δικόγραφο κρίνεται αναντίλεκτα ανυπόστατο. Διαφορετικά, η διαγραφή θα συνεπαγόταν και παραβίαση του δικαιώματος διαδίκου να προσφύγει ενώπιον δικαστηρίου στο οποίο δικαιούται να προσφύγει βάσει του Συντάγματος, το οποίο κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.1 του Συντάγματος. Όπως υποδεικνύεται στην απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου, ούτε η καταβολή των λογαριασμών ούτε η έγκρισή τους, κατά πλειοψηφία, δεν έχουν άρει τη διαφορά μεταξύ των μερών, ούτε τις αμφισβητήσεις για τη διαχείριση των υποθέσεων της εταιρείας. Οι αιτητές διατηρούν τις ενστάσεις τους και επιμένουν στον ισχυρισμό ότι η πλειοψηφία ασκεί τις εξουσίες της με τρόπο καταπιεστικό για τη μειοψηφία, σε βαθμό και έκταση που να δικαιολογείται η επίκληση των θεραπειών που παρέχει το άρθρο 202 του Κεφ.
  2. Το βασικό ερώτημα είναι, και σε αυτό το πλαίσιο περιορίζονται τα επίδικα θέματα της έφεσης, αν το Υπόμνημα για διάλυση αποκαλύπτει γεγονότα τα οποία δικαιολογούν την υποβολή της αίτησης για διάλυση της εταιρείας. (Βλ. Halsbury's Laws of England, 4th ed., Vol. 7, p.602). " Στην υπόθεση Λοίζος Λουκά & Υιοι Λτδ ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1 ΑΑΔ 1316 αναφέρθηκαν δε τα εξής: "Προκύπτει από την εξέταση της νομολογίας ότι το πρωτόδικο δικαστήριο δεν στέργει σε ικανοποίηση αιτήματος για απόρριψη αγωγής, για το λόγο που προβλήθηκε, παρά μόνο στην περίπτωση που διαπιστώνεται ότι:
(1)πράγματι το δικόγραφο του ενάγοντα δεν περιέχει, έξω από κάθε αμφιβολία, αιτία αγωγής, και
(2)η αγωγή δεν μπορεί να διασωθεί ύστερα από τροποποιήσεις που μπορεί νόμιμα το δικαστήριο να επιτρέψει. Διαφορετικά θα έμενε κενό γράμμα το συνταγματικά προστατευόμενο δικαίωμα εκάστου να προσφύγει στο δικαστήριο για διάγνωση των δικαιωμάτων του σε συγκεκριμένη διαφορά. Από την επισκόπηση της νομολογίας διαφαίνεται μια σταθερή τάση φειδωλής χρήσης της εξουσίας για απόρριψη αγωγής που, όπως η παρούσα, βρίσκεται ακόμη στα σπάργανα." Και πιο κάτω αναφέρονται τα εξής: «Η κρινόμενη δε συνιστά περίπτωση τόσο φανερή που θα δικαιολογούσε τερματισμό της διαδικασίας στο ξεκίνημα της. Η πρωτόδικη απόφαση έχει προσδιορίσει τα ερείσματα της αγωγής και δεν υπάρχει λόγος να τα επαναλάβουμε. Στην έκθεση απαίτησης μνημονεύονται αρκετά γεγονότα που θα στήριζαν τη βάση αγωγής που καθόρισε η πρωτόδικη απόφαση. Πέραν τούτου, υπάρχει σοβαρή δυνατότητα για τροποποίηση στη βάση απευθείας συμφωνίας των διαδίκων, όπως προεκτέθηκε. Για τη δυνατότητα και τις θετικές διορθωτικές επιπτώσεις ενδεχομένων τροποποιήσεων βλέπε Rep. of Peru, ανωτέρω, και Dadswell v. Jacobs 34 Ch. D. 278. Με τα δεδομένα, όπως εξετέθησαν, δεν είναι νοητή η απόρριψη της αγωγής. Μια τέτοια ενέργεια θα υπερσκέλιζε το συνταγματικό δικαίωμα προσφυγής στο δικαστήριο για παροχή θεραπείας." Η επιλογή των προνοιών της πιο πάνω διάταξης είναι κατάλληλη μόνο σε περιπτώσεις που είναι απλές, προφανείς και ξεκάθαρες. Όπου η διάγνωση του ζητήματος απαιτεί πολλή εξέταση, επιχειρηματολογία και περίσκεψη ή λήψη μαρτυρίας, δεν εφαρμόζονται. (Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κ.α. ν. Alpha Bank Ltd
(2003)1 ΑΑΔ 990, Δημοκρατία ν. Γεωργίου
(2003)1 ΑΑΔ 704). Στην προκειμένη περίπτωση δεν προκύπτει να ελλείπει οιονδήποτε εκ των τυπικών στοιχείων της διαθήκης (βλ. άρθρο 23 του Κεφ.195), την οποία το Δικαστήριο έχει ενώπιον του, ενώ σημειώνεται πως ο ισχυρισμός των εναγόντων περί του αντιθέτου κρίνεται ανυπόστατος αφού πέραν της γενικής αναφοράς τους δεν αναφέρουν τίποτε συγκεκριμένο ή και ποιο είναι αυτό το στοιχείο ή στοιχεία που ελλείπουν με αποτέλεσμα να πάσχει. Το Δικαστήριο συνεπώς δεν έχει ενώπιον του τίποτε απολύτως, μέσα από το οποίο να δημιουργείται έστω μια μικρή αμφιβολία ότι η διαθήκη δεν είναι έγκυρη. Από εκεί και πέρα αναφέρεται πως η δυνατότητα κατάρτισης διαθήκης από τον αποβιώσαντα με την οποία να αφήνει όλη την περιουσία του στη σύζυγο του, εφόσον δεν είχε ούτε τέκνο ούτε κατιόντα τέκνου, δεν αμφισβητείται. Και ορθά κατά την άποψη μου αφού η σχετική νομοθεσία επί τούτου (Κεφ.195) είναι ξεκάθαρη. Ερχόμενος τώρα στους ισχυρισμούς των εναγόντων στην έκθεση απαίτησης τους αυτοί ομολογουμένως είναι γενικοί και αόριστοι. Διότι πέραν της γενικής αναφοράς σε ψυχική και ηθική πίεση στον θανόντα με αποτέλεσμα να υπογράψει τη διαθήκη, σε ακυρότητα της διαθήκης λόγω δόλου και ή απάτης και ότι η πραγματική του επιθυμία ήταν όπως η περιουσία περιέλθει σε όλους τους κληρονόμους, δεν παρέχονται οιεσδήποτε συγκεκριμένες λεπτομέρειες. Με αυτό υπόψη θα ανέμενα βέβαια να παρασχεθούν κάποιες περαιτέρω λεπτομέρειες προκειμένου να πείσουν για τα ποιο πάνω στην ένσταση τους στην παρούσα, με δεδομένο ότι η πλευρά των εναγόμενων προβάλλει τη θέση ότι δεν έχουν αγώγιμο δικαίωμα, πλην όμως όπως φαίνεται ανωτέρω οι ισχυρισμοί τους μέσα από τη μαρτυρία που παραθέτουν είναι ακόμη πιο γενικοί, σε βαθμό μάλιστα που θα μπορούσε με ασφάλεια να λεχθεί ότι τούτο επιβεβαιώνει ακριβώς τη θέση των αιτητών. Οι ενάγοντες γνωρίζουν ότι ο θανόντας, μη έχοντας τέκνα ή κατιόντες τέκνου, μπορούσε με βάση την ισχύουσα νομοθεσία να αφήσει με διαθήκη όλη την περιουσία στη σύζυγο του. Εν πάση περιπτώσει αυτή ήταν η τελευταία του επιθυμία. Αναφέρουν οι ενάγοντες σε κάποιο σημείο της απαίτησης τους ότι ο θανόντας δεν ήταν σε θέση να αντιληφθεί τις συνέπειες της υπογραφής του, χωρίς να εξηγούν γιατί, και έλεγε δημόσια κάποια πράγματα. Ισχυρισμοί που δεν έχουν υποστηριχθεί με οιανδήποτε μαρτυρία στα πλαίσια της παρούσας και γι' αυτό ισχύουν όσα αναφέρθηκαν περί γενικότητας και αοριστίας πιο πάνω. Σε κάθε περίπτωση όμως σημειώνω πως οι ενάγοντες δεν ισχυρίζονται ότι ο θανόντας δεν είχε σώας τας φρενας. Άρα προσθέτω ότι και αν είπε κάπου δημόσια ότι ήθελε η περιουσία του να περιέλθει σε όλους τους κληρονόμους, ακόμη και αν ο ισχυρισμός ευσταθεί, δεν αλλάζει την ουσία του πράγματος και την τελευταία του βούληση με βάση την τελευταία διαθήκη του. Τέλος, με βρίσκει σύμφωνο η θέση των αιτητών ότι το περιεχόμενο της διαθήκης καταδεικνύει την ξεκάθαρη βούληση του να αφήσει την περιουσία του στα παιδιά των αδελφών του, στην περίπτωση που η σύζυγος του αποβιώσει πριν από τον ίδιο. Με την αναφορά στα πρόσωπα αυτά στη διαθήκη είναι σαφές ότι δεν επιθυμούσε να τον κληρονομήσουν οι ενάγοντες και εν πάση περιπτώσει δεν επιθυμούσε, εφόσον ο ίδιος αποβιώσει και η σύζυγος του ήταν εν ζωή, να τον κληρονομήσει άλλος πέραν της συζύγου του. Κατάληξη Η αγωγή απορρίπτεται, με έξοδα, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας, υπέρ των εναγόμενων-αιτητών και εναντίον των εναγόντων-καθ'ων η αίτηση. (Υπ.) ............. Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.