← Κύπρος

LSTS CONSULTANTS LTD ν. BISBA INVESTMENTS LIMITED, Αρ. Αγωγής: 485/17, 27/11/2018

LSTS CONSULTANTS LTD ν. BISBA INVESTMENTS LIMITED, Αρ. Αγωγής: 485/17, 27/11/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2018:A215 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 485/17 ΜΕΤΑΞΥ: LSTS CONSULTANTS LTD, από τη Λεμεσό Ενάγουσας και BISBA INVESTMENTS LIMITED (HE 167097), από τη Λάρνακα Εναγομένης Αίτηση ημερ.5.3.2018 για συνοπτική απόφαση Ημερομηνία: 27/11/2018 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κα Μαρία Μιχαήλ για Α. Καριτζής & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.. Για την Εναγόμενη: κα Τζιουλιάνα Γιωργαλλίδου για Χάρης Κυριακίδης Δ.Ε.Π.Ε.. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (από έδρας) Η Ενάγουσα με την επίδικη αίτηση ζητά συνοπτική απόφαση εναντίον της Εναγόμενης. Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.18 Θ.1(α) και 2 και Δ.48 Θ.1, 2 και 3, στις αρχές της επιείκειας και στη διακριτική ευχέρεια, εγγενή εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Η αίτηση δε, υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του .... Τέκλου, εκ των διευθυντών της Ενάγουσας Εταιρείας. Η πλευρά της Εναγόμενης αντέδρασε καταχωρώντας ένσταση στην αίτηση, στην οποία καταγράφονται πέντε

(5)λόγοι ένστασης. Η ένσταση βασίζεται στις πρόνοιες του Ευρωπαϊκού Κανονισμού (ΕΚ) 208/14, επί των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας Δ.25 και Δ.48 Θ.1-9 και επί των συμφυών εξουσιών και πρακτικής του Δικαστηρίου. Η ένσταση δε, υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της ..... Φούρναρη, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την Εναγόμενη Εταιρεία. Παρεμβάλλω εδώ ότι, έχοντας μελετήσει πολύ προσεκτικά την ένσταση, αντιλαμβάνομαι ότι ο βασικός λόγος ένστασης είναι ένας. Είναι η θέση συγκεκριμένα της Εναγόμενης ότι το αναφερόμενο φυσικό πρόσωπο στην ένσταση, δηλαδή ο Kurchenko, είναι ο ιδιοκτήτης του Ομίλου Εταιρειών UMH Group, εις τον οποίο ανήκει και η Εναγόμενη Εταιρεία. Και επειδή με βάση τον αναφερόμενο Κανονισμό 208/14 το συγκεκριμένο πρόσωπο είναι ένα εκ των αναφερόμενων προσώπων στα οποία επιβλήθηκαν περιοριστικά μέτρα, η παρούσα αγωγή εναντίον του δεν μπορούσε ουσιαστικά να προχωρήσει, εφόσον οποιαδήποτε τιμολόγηση ή υποβολή απαίτησης μετά την εφαρμογή του Κανονισμού, στις 5.3.2014 δηλαδή, είναι αντίθετη με τις πρόνοιες του Κανονισμού και στην ουσία η άλλη πλευρά θα έπρεπε να προχωρήσει λαμβάνοντας άδεια από την αρμόδια αρχή, ως προβλέπεται στον Κανονισμό. Με αυτά υπόψη, αναφέρω ότι έχω μελετήσει προσεκτικά τόσο την αίτηση όσο και την ένσταση και περαιτέρω έχω ακούσει με προσοχή όσα έχουν αναφερθεί. Ως προς τη νομική πτυχή του θέματος, έχω υπόψη μου την Δ.18 Θ.1(α). Σύμφωνα με τη Δ.18 Θ.1 (α)* ο ενάγων που αιτείται έκδοση συνοπτικής απόφασης θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι: (α) Καταχωρίστηκε ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα. (β) Ο εναγόμενος καταχώρησε σημείωμα εμφανίσεως. (γ) Στην ένορκη δήλωση του ο ενάγων θα πρέπει να επαληθεύει το αγώγιμο δικαίωμα και να δηλώνει ότι εξ όσων γνωρίζει ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Εκεί που ο αιτητής είναι νομικό πρόσωπο τότε μπορεί να ορκισθεί κάποιο άλλο πρόσωπο που εργοδοτείται από το νομικό πρόσωπο το οποίο όμως να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επιβεβαιώνει την βάση της αγωγής και το αιτούμενο ποσό και όχι τα όσα αναφέρει να είναι πληροφορίες που πήρε από άλλους ή να στηρίζεται απλώς στα όσα ο ίδιος πιστεύει. (βλ. Stavrinides v. Cheskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 CLR 130 στη σελ.133). * Ord. 18, r.1. (a): Where the defendant appears to a writ of summons specially indorsed under Order 2, Rule 6, the plaintiff may on affidavit made by himself, or by any other person who can swear positively to the facts, verifying the cause of action, and the amount claimed (if any), and stating that in his belief there is no defence to the action, apply for judgment for the amount so indorsed, together with interest (if any), or for the recovery of the land (with or without rent), or for the delivering up of a specific chattel, as the case may be, and costs. And judgment for the plaintiff may be given thereupon, unless the defendant shall satisfy the Court that he has a good defence to the action on the merits, or disclose such facts as may be deemed sufficient to entitle him to defend. Παράλειψη εκπλήρωσης των πιο πάνω προϋποθέσεων, στερεί από το Δικαστήριο τη δικαιοδοσία έκδοσης συνοπτικής απόφασης (βλ. Αθηνούλλα Δημητρίου v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1 ΑΑΔ 782 σελ. 789). Όταν και εφόσον ικανοποιηθούν οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το βάρος μετατίθεται στον εναγόμενο να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να είναι επαρκή για να δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί στην αγωγή (βλ. Ανδρονίκου κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2007)1Β ΑΑΔ 977, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. ν. Ν. Χατζηνέστωρος
(1989)1 ΑΑΔ 204, Καζαμίας ν. Ρωμαϊκά Κεραμουργεία
(1990)1 ΑΑΔ 752, Trans Middle East Trading (T.M.E.T) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 ΑΑΔ 239). Από πλευράς εναγομένου (εκτός από το θέμα της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου που μπορεί να εγερθεί σε όλες τις περιπτώσεις), και νοουμένου ότι ο ενάγων ικανοποιεί τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις, θα πρέπει και αυτός να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή, ή ότι αποκαλύπτονται τέτοια γεγονότα που του δίνουν το δικαίωμα να υπερασπισθεί ή τουλάχιστον η υπεράσπιση να μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή (βλ. Ανδρονίκου κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ πιο πάνω, Ευάγγελος Λαζάρου και Άλλος ν. Γιάννη Π. Μακεδόνα
(1999)1 ΑΑΔ 817). Ο εναγόμενος πρέπει επίσης να διευκρινίζει αν η υπεράσπιση του αφορά ολόκληρο ή μέρος της απαίτησης και αν αφορά μέρος, να καθορίζει ποιο μέρος από την απαίτηση του ενάγοντα αμφισβητεί. (Βλ. Δ.18, θ.3 (
  1. b): The affidavit shall state whether the defence alleged goes to the whole or to part only, and (if
  2. so)to what part of the plaintiff's claim). Δεν αρκεί ο εναγόμενος να προβεί σε γενική άρνηση της απαίτησης ή σε αόριστους ισχυρισμούς για ανυπαρξία αντιπαροχής. Θα πρέπει να δώσει τέτοιες λεπτομέρειες με την ένορκη του δήλωση που να καταδεικνύεται το βάσιμο της υπεράσπισης του επί της ουσίας της αγωγής και να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που θα θεωρηθούν επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί (Hermes Insurance Co Ltd v. Θεοδωρίδης
(1983)1 CLR 333 στη σελ 337 - 338 και 339 - 340). Σχετική ως προς το βάρος που πρέπει να αποσείσει ο εναγόμενος είναι η απόφαση R.C.K. Sports Ltd ν. Persona Advertising Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 1074 στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα (Καλλής Δ. σελ. 1080-1081 - απόσπασμα από το Annual Practice 1967): «Η εξουσία έκδοσης συνοπτικής απόφασης, δυνάμει της Δ.14, εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που δεν υπάρχει εύλογη αμφιβολία ότι ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση και όπου είναι απρόσφορο να επιτραπεί στον εναγόμενο να υπερασπισθεί απλώς για λόγους καθυστέρησης (Jones ν. Stones
(1984)A.C. 122). Αποτελεί γενική αρχή ότι οσάκις ο εναγόμενος αποδεικνύει ότι έχει μια δίκαιη υπόθεση για υπεράσπιση, ή εύλογους λόγους για να θέσει μια υπεράσπιση ή ακόμη και μια δίκαιη πιθανότητα ότι έχει μια καλόπιστη υπεράσπιση πρέπει να του δοθεί άδεια να υπερασπισθεί (Saw v. Hakim, 5 T.L.R. 72; Ironclad, etc., Co. v. Gardner, 4 T.L.R. 18; Ward v. Plumbley, 6 T.L.R. 198; Yorkshire Banking Co. v. Beatson, 4 C.P.D. 213; Ray ν. Barker, 4 Ex.D. 279). Πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση εκτός εάν είναι καθαρό ότι δεν υπάρχει ουσιώδες ζήτημα για εκδίκαση (Godd ν. Delap
(1905)92 L.T. 510, H.L.), και ότι δεν υπάρχει αμφισβήτηση σε σχέση με πραγματικά ή νομικά ζητήματα τα οποία εγείρουν εύλογη αμφιβολία κατά πόσο ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση (Jones v. Stone,
(1894)A.C. 122; Thompson v. Marshall, 41 L.T. 720, C.A.; Jacobs v. Booth' s Distillery Co.
(1901)85 L.T. 262, H.L.; Lindsay ν. Martin, 5 T.L.R. 322)». Στην Πολ.Εφ.11694, 1.Παναγιώτης Νεάρχου, κ.α. -v- Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος
(2005)1 Α.Α.Δ.818, λέχθηκαν εν σχέση με το θέμα που απασχολεί το Δικαστήριο τα εξής: « Ο σκοπός της διαδικασίας για συνοπτική απόφαση είναι κυρίως η ταχύτητα, δηλαδή να λαμβάνει ο ενάγων έγκαιρα απόφαση εκεί που τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του είναι τόσο καθαρή που να μην χρειάζεται κανονική δίκη, ενώ αντίθετα να δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Επειδή όμως η διαδικασία αυτή αποστερεί ουσιαστικά τον εναγόμενο από του να υπερασπίσει την υπόθεση σε κανονική δίκη, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης ασκείται πολύ προσεκτικά, σπάνια και με βάση ορισμένα κριτήρια τα οποία περιέχονται στη Δ.18 κκ.1-5, όπως αυτά εξηγήθηκαν τόσο σε αγγλική νομολογία όσο και σε νομολογία του δικού μας Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. μεταξύ άλλων Robert v. Plant [1895] 1 Q.B.597, το Αγγλικό Σύγγραμμα The Annual Practice 1970 σελ. 126, Κυπριανίδης ν. Ιωάννου
(1966)1.A.A.Δ.265, Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R.130, Hermes Insurance Co Ltd v. Joulios Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333, Τrans Middle East Trading (T.M.E.T) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 A.A.Δ.239, Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) Α.Α.Δ.782, Rck Sports v. Persona Advertising Ltd.
(1996)1 Α.Α.Δ.1074, Subotic v. Στυλιανίδη
(1998)1 Α.Α.Δ.22, Ευάγγελος Λαζάρου και άλλος ν. Γιάννη Π. Μακεδόνα
(1999)1 Α.Α.Δ.817 και πιο πρόσφατα Παναγιώτης Ζερβός ν. Euroinvestment & Finance Ltd.,
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ.1968 και Sigma Radio T.V. Ltd. ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 Α.Α.Δ.408).» Τέλος, στην 1.Χριστόδουλος Μεττή, κ.α. -v- Τράπεζας Κύπρου
(2002)1 Α.Α.Δ.417, αναφέρθηκαν τα εξής: « Μόνο σε καθαρές περιπτώσεις το Δικαστήριο μπορεί να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπισή του. Διαφορετική αντιμετώπιση θα συνιστούσε άρνηση δικαιοσύνης (Trans Middle East (Trading) (T.M.E.T.) Ltd v. Tlais, ανωτέρω). Δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι η διαδικασία της συνοπτικής απόφασης είναι κατ' εξαίρεση διαδικασία που παρακάμπτει την κανονική διαδικασία της ακρόασης των αγωγών και αν οι συνθήκες είναι κατάλληλες, αποκλείει τον εναγόμενο από του να αμφισβητήσει την εναντίον του αξίωση. Απόφαση συνεπώς δυνάμει της Δ.18 θα πρέπει να εκδίδεται μόνο όταν υπάρχει αυστηρή συμμόρφωση με την προβλεπόμενη διαδικασία και αφού το δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι δεν υπάρχει πιθανότητα ο εναγόμενος να διαθέτει υπεράσπιση ή ότι δεν έχει αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρούνται ικανά να του παράσχουν το δικαίωμα σε υπεράσπιση, καταγράφοντας συνάμα την κατάληξή του αυτή. Η συμμόρφωση με τις διαδικαστικές προϋποθέσεις της Δ.18 είναι απαραίτητη για την ύπαρξη δικαιοδοσίας. Κατά συνέπεια, εκτός αν ο ενάγων ικανοποιήσει πρώτα τις διαδικαστικές αυτές απαιτήσεις, το δικαστήριο δεν μπορεί να προχωρήσει στην έκδοση συνοπτικής απόφασης.» Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω και εξετάζοντας κατά πόσο η Ενάγουσα πέτυχε να ικανοποιήσει τις δικαιοδοτικές προϋποθέσεις που απαιτούνται, βρίσκω, κατ' αρχήν, ότι η πρώτη και δεύτερη προϋπόθεση έχουν σαφώς ικανοποιηθεί, αφού καταχωρήθηκε ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα στις 11.4.2017, ενώ η Εναγόμενη καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης στις 27.4.2017. Ερχόμενος στην τρίτη προϋπόθεση τώρα, βρίσκω ότι ικανοποιείται και η συγκεκριμένη προϋπόθεση. Ο ... Τέκλος, εκ των διευθυντών της Ενάγουσας Εταιρείας, ορκίζεται θετικά ως προς τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, ενώ μέσα από τα στοιχεία που παραθέτει δεν χωρεί καμία αμφιβολία ως προς την οφειλή της Εναγόμενης προς τους Ενάγοντες. Υπενθυμίζοντας εδώ την ίδια στιγμή ότι στην αίτηση επισυνάπτεται, μεταξύ άλλων, και το Τεκμήριο 10, μέσα από το οποίο ουσιαστικά η Εναγόμενη επιβεβαιώνει το οφειλόμενο υπόλοιπο προς τους Ενάγοντες. Με αυτά υπόψη, θεωρώ ότι πλέον το βάρος είναι στην Εναγόμενη να δείξει ότι έχει κάποια υπεράσπιση στην υπόθεση ή, εν πάση περιπτώσει, να αποκαλύπτει γεγονότα που να της δίδουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί την υπόθεση. Έρχομαι, συνεπώς, στο θέμα που εγείρεται με τον Κανονισμό 208/14, μη εντοπίζοντας, εν πάση περιπτώσει, οτιδήποτε άλλο στην ένσταση που να μπορεί να οδηγήσει σε απόρριψη της αίτησης. Εδώ σημειώνεται ότι πράγματι το αναφερόμενο πρόσωπο ευρίσκεται στον κατάλογο των προσώπων που αφορά ο Κανονισμός, όμως ουδεμία αναφορά υπάρχει στην Εναγόμενη Εταιρεία, άρα ο εν λόγω Κανονισμός δεν τυγχάνει εφαρμογής. Σε κάθε περίπτωση όμως αναφέρω πως είχα την ευκαιρία να μελετήσω τον εν λόγω Κανονισμό πολύ προσεκτικά και σημειώνω βεβαίως όσα η ευπαίδευτη συνήγορος για την Εναγόμενη έχει αναφέρει σήμερα ενώπιον του Δικαστηρίου, πλην, όμως, όσα αναφέρει δεν με βρίσκουν σύμφωνο. Δεν υπάρχει κανένα άρθρο μέσα στον Κανονισμό που να εμποδίζει την Ενάγουσα να εγείρει αγωγή εναντίον της Εναγόμενης. Ό,τι προκύπτει, θεωρώ, μέσα από τον Κανονισμό είναι ότι για οποιαδήποτε απαίτηση της η Ενάγουσα ή και για ικανοποίηση οποιασδήποτε απαίτησης θα πρέπει να αποταθεί στην αρμόδια αρχή και να ζητήσει την αποδέσμευση ανάλογων ποσών. Με αυτά υπόψη, εκδίδω απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης ως η παράγραφος 12
(1)και 12
(3)της Έκθεσης Απαίτησης. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγομένης ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.