Γεώργιου κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α., Αρ. Αγωγής: 860/15, 20/9/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2018:A138 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ηλ. Γεωργίου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 860/15 Μεταξύ:
- Γεώργιου XXXXX
- Γεωργίου XXXXX
- Γεωργίου XXXXX Ενάγοντες -και-
- Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
- Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου
- Κυπριακή Δημοκρατία δια του Γενικού Εισαγγελέα Εναγομένων ------------------------------------------------------------------ 20 Σεπτεμβρίου,
- Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: κ. Α. Δημητρίου με κα Χ. Αλεξάνδρου για κα Χ. Χριστοφή Για την Εναγόμενη αρ. 1: κα Κ. Πολυβίου για Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. Για την Εναγόμενη αρ. 2: κα Ραφτοπούλου για Αλέκκος Ευαγγέλου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για την Εναγόμενη αρ. 3: κα Ε. Φλουρέντζου Α Π Ο Φ Α Σ Η Α. Τα Δικόγραφα 1.1 Οι Ενάγοντες 1 και 2 είναι σύζυγοι και ο Ενάγοντας αρ. 3 είναι ο υιός τους. Στην Έκθεση Απαίτησης αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι ο Ενάγοντας αρ. 1 διατηρούσε καταθέσεις σε υποκατάστημα της Εναγομένης αρ. 1 (από τώρα θα καλείται η τράπεζα) που προήλθαν από την αφυπηρέτηση του. Οι Ενάγοντες 1 και 2 κατά το έτος 2009 αγόρασαν 184.970 αξιόγραφα συνολικής αξίας €184.970, τα οποία το 2011 μετατράπηκαν σε μετατρέψιμα αξιόγραφα ενισχυμένου κεφαλαίου της τράπεζας. Η αγορά των πιο πάνω αξιογράφων, ως προβάλλεται, ήταν αποτέλεσμα δόλου και/ή απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή βαριάς αμέλειας ή και παράλειψης εκτέλεσης των νομίμων καθηκόντων και/ή της νομοθεσίας και των σχετικών οδηγιών από μέρους της Εναγομένης
- Παρατίθενται σχετικές λεπτομέρειες και ειδικότερα, μεταξύ άλλων, αναφέρεται ότι η τράπεζα παρουσίασε στους Ενάγοντες ότι πρόκειται για γραμμάτιο το οποίο φέρει διάρκεια 5 χρόνια με επιτόκιο 7% σε αντίθεση με το επιτόκιο που εξασφάλισαν οι Ενάγοντες με την κατάθεση των κεφαλαίων τους και περαιτέρω ότι επρόκειτο για μία ασφαλή και προσαρμοσμένη στους Ενάγοντες 1 και 2 κατάθεση και ότι αν χρειάζονταν χρήματα πριν τα 5 χρόνια, θα τους παραχωρείτο ισόποσο ποσό σε δάνειο. Αναφέρεται δε ότι τους απέκρυψαν ότι πρόκειται για πολύπλοκα χρηματοοικονομικά μέσα που εμπεριείχαν κινδύνους και ότι δεν είναι εξασφαλισμένα. 1.2 Επισημαίνεται ότι κάτω από τις συνθήκες που αναφέρονται, συνήφθηκαν συνολικά 9 συμφωνίες δανείου μεταξύ όλων των Εναγόντων και της τράπεζας για το συνολικό ποσό των €222.500 και για περαιτέρω εξασφάλιση ενεχυριάστηκαν προς όφελος της τράπεζας τα πιο πάνω αξιόγραφα. 1.3 Στην Έκθεση Απαίτησης αποδίδεται στους Εναγομένους 2 και 3 αμέλεια κα/ή πλημμελής εποπτεία ή/και έλεγχος και ειδικότερα, μεταξύ άλλων, αναφέρεται ότι αδιαφόρησαν ως προς την διάθεση των πιο πάνω χρηματοοικονομικών μέσων από την τράπεζα στο κοινό και περαιτέρω δεν έλαβαν όλα τα ενδεικνυόμενα μέτρα για να ελέγξουν την προώθηση των αξιογράφων από την τράπεζα και δεν έλαβαν οποιαδήποτε μέτρα ώστε η Εναγομένη 1 να συμμορφωθεί με τις πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας και των κανονισμών και γενικά ενήργησαν αμελώς και κατά παράβαση των καθηκόντων τους. 1.4 Οι Ενάγοντες προβάλλουν ότι οι επίδικες συμβάσεις αγοράς αξιογράφων που συνομολογήθηκαν μεταξύ των Εναγόντων 1 και 2 και της τράπεζας, ως επίσης και οι πιο πάνω συμφωνίες δανείου, είναι άκυρες και δεν παράγουν οποιαδήποτε έννομα αποτελέσματα. Έτσι αξιώνουν εναντίον της τράπεζας, μεταξύ άλλων, διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνονται τα δάνεια που περιγράφονται ως επίσης και οι συμφωνίες αγοράς των αξιογράφων. Περαιτέρω δε επιζητούν εναντίον όλων των Εναγομένων, το ποσό των €184.970 ως επίσης και αποζημιώσεις. 2.1 Η Εναγόμενη 1 τράπεζα στην Έκθεση Υπεράσπισης παραδέχεται ότι οι Ενάγοντες στις 21.5.2009 προέβηκαν στην αγορά μετατρέψιμων αξιογράφων κεφαλαίου, αξίας €230.000 και στη συνέχεια στις 5.5.2011 με την καταβολή €184.970 τα μετέτρεψαν σε μετατρέψιμα αξιόγραφα ενισχυμένου κεφαλαίου (MAEK). Περαιτέρω παραδέχεται τη συνομολόγηση των πιο πάνω συμφωνιών δανείου με ενεχυρίαση τα επίδικα αξιόγραφα. Αρνείται όμως τα όσα οι Ενάγοντες της αποδίδουν σε σχέση με δόλο, παρανομία, ψευδείς παραστάσεις κ.ο.κ. Αναφέρει δε ότι οι Ενάγοντες έχουν αναγνώσει και υπογράψει τις αιτήσεις και όλα τα σχετικά έγγραφα για την αγορά των αξιογράφων και ρητά βεβαίωσαν ότι έχουν την γνώση και τις ικανότητες να προβούν στην αξιολόγηση της επένδυσης τους και ότι αποδέχονται τους όρους έκδοσης ως επίσης ότι αναγνωρίζουν τους παράγοντες κινδύνου και ότι δεν τους έχει παρασχεθεί οποιαδήποτε συμβουλή και παρότρυνση από την τράπεζα σε σχέση με την απόφαση τους για την αγορά των επίδικων αξιογράφων. Προβάλλει δε ότι οι Ενάγοντες 1 και 2 διατηρούσαν μερίδα επενδυτή κατά τη συνομολόγηση των σχετικών αιτήσεων και έτσι είχαν επαρκή γνώση όσον αφορά την επίδικη επένδυση. Επισημαίνεται, μεταξύ άλλων, στην Έκθεση Υπεράσπισης, ότι όλες οι εκδόσεις χρεογράφων και/ή αξιογράφων προσφέρθηκαν στο επενδυτικό κοινό μέσω δημόσιας προσφοράς με βάση τις πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας και ετοιμάστηκαν ενημερωτικά δελτία τα οποία εγκρίθηκαν. Περαιτέρω δε στάληκαν σε όλους τους μετόχους και κατόχους επιλέξιμων αξιών σχετικές επιστολές παραχώρησης μαζί με ειδικό ενημερωτικό σημείωμα στο οποίο γινόταν εκτενής αναφορά στους όρους έκδοσης των αξιογράφων. Είναι η θέση της ότι υπήρξε πλήρης συμμόρφωση με τις πρόνοιες του νόμου και ως εκ τούτου η διαδικασία που ακολουθήθηκε παρείχε ικανοποιητική πληροφόρηση και διασφάλιζε την προστασία του κάθε ενδιαφερομένου επενδυτή ανεξάρτητα από το επίπεδο γνώσης αυτού σε σχέση με επενδυτικά θέματα. Προβάλλει ότι υιοθετήθηκαν ικανοποιητικές διαδικασίες και δικλίδες ασφαλείας με σκοπό την αποφυγή παροχής οποιασδήποτε επενδυτικής υπηρεσίας στους ενδιαφερομένους επενδυτές. Ισχυρίζεται ότι δεν παρείχε οποιαδήποτε επενδυτική συμβουλή στους πελάτες και έτσι δεν έχει εφαρμογή ο Περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζομένων Αγορών Νόμος (Ν.144
(1)/2007). 2.2 Επιπρόσθετα των όσων αναφέρονται πιο πάνω, η τράπεζα προβάλλει ότι οι καταθέσεις των Εναγόντων σε αξιόγραφα θα απομειώνονταν ούτως ή άλλως ενόψει των γεγονότων που διαδραματίστηκαν την 16.3.2013 και των σχετικών διαταγμάτων που εκδόθηκαν στα πλαίσια των οποίων οι καταθέσεις απομειώθηκαν ενώ η αξία των μετοχών και των αξιογράφων σχεδόν μηδενίστηκε.
- Η Εναγομένη 2 (από τώρα θα καλείται η Κεντρική Τράπεζα) στην Έκθεση Υπεράσπισης της, αρνείται στην ολότητα τους ισχυρισμούς των Εναγόντων. Επισημαίνει ότι η μόνη εμπλοκή της σε σχέση με την έκδοση μετατρέψιμων αξιογράφων από την Εναγομένη 1 το 2009 και την έκδοση μετατρέψιμων αξιογράφων ενισχυμένου κεφαλαίου κατά το 2011, ήταν η μη ένσταση της στην κατάταξη του κεφαλαίου που θα προέκυπτε από την έκδοση των εν λόγω αξιογράφων σε πρωτοβάθμιο κεφάλαιο της τράπεζας μέχρι το επιτρεπόμενο ποσοστό και νοουμένου ότι τηρούνταν οι πρόνοιες της Οδηγίας της Κεντρικής Τράπεζας. Περαιτέρω δε, σε σχέση με την ανταλλαγή των μετατρέψιμων αξιογράφων κεφαλαίου σε μετατρέψιμα αξιόγραφα ενισχυμένου κεφαλαίου ήταν η έγκριση της για την αιτούμενη αλλαγή. Αρνείται, μεταξύ άλλων, ότι υπήρξε καθ' οιονδήποτε τρόπο αμελής και περαιτέρω αρνείται ότι επέδειξε αδιαφορία, δεν έλαβε τα ενδεικνυόμενα μέτρα, δεν ασκούσε επαρκή εποπτεία, δεν εναρμόνισε και δεν εφάρμοσε τις σχετικές ευρωπαϊκές οδηγίες. Αντιθέτως, ισχυρίζεται ότι ασκούσε τα καθήκοντα της, όπως αυτά επιβάλλονται από την σχετική νομοθεσία και την διεθνή πρακτική με την δέουσα επιμέλεια και φροντίδα.
- Η Εναγόμενη 3 (από τώρα θα καλείται η Δημοκρατία) αρνείται στην ολότητα τους ισχυρισμούς των Εναγόντων και μεταξύ άλλων ισχυρίζεται ότι δεν φέρει οποιαδήποτε ευθύνη για πράξεις ή παραλείψεις των Εναγομένων 1 και
- Προβάλλει δεν ότι δεν υπέχει οποιαδήποτε ευθύνη ή και καθήκον επιμέλειας έναντι των Εναγόντων ή και στην αντίθετη περίπτωση ότι παρέβη οποιοδήποτε καθήκον επιμέλειας που υπέχει έναντι τους. B. Η Μαρτυρία που προσκομίστηκε από την πλευρά των Εναγόντων
- Ο Ενάγοντας 1 στη μαρτυρία του επεσήμανε ότι είναι ο σύζυγος της Ενάγουσας αρ. 2 και πατέρας του Ενάγοντα αρ.
- Η Εναγομένη 1 ήταν η μόνη τράπεζα με την οποία συνεργάζονταν για πέραν των 30 ετών και διατηρούσαν καταθέσεις σε αυτήν. Τόσο ο ίδιος όσο και η σύζυγος του επισκέπτονταν την τράπεζα συνεχώς και γνώριζαν τους τραπεζικούς υπαλλήλους με τους οποίους ανέπτυξαν σχέση εμπιστοσύνης και υπέγραφαν ό,τι τους ζητούσαν. Ανέφερε ότι από το 1976 μέχρι το 2004 εργαζόταν στα Κυπριακά Διυλιστήρια στη Λάρνακα ως χειριστής βάρδιας με μηνιαίο μισθό Λ.Κ. 2.500 περίπου. Το 2004 απολύθηκε από την εργασία του καθότι τα Διυλιστήρια έκλεισαν και έτσι έλαβε αποζημίωση και ειδικότερα το ποσό των ΛΚ116.740,41 ως εφάπαξ (βλ. Τεκ.1), ως επίσης και το ποσό των ΛΚ141.280,78 από το Ταμείο Προνοίας (βλ. Τεκ.2), ήτοι έλαβε το συνολικό ποσό των ΛΚ258.021,
- Ανέφερε ότι όταν το 2004 μετέβηκε σε υποκατάστημα της τράπεζας στην περιοχή Φανερωμένης στη Λάρνακα με σκοπό να καταθέσει τα πιο πάνω χρήματα, υπάλληλος της τράπεζας και ειδικότερα η κα Γιούλα, του παρουσίασε ένα πενταετές καταθετικό γραμμάτιο αναφέροντας του ότι θα κέρδιζε περισσότερο τόκο από ότι από ένα γραμμάτιο ενός έτους και θα έπαιρνε τους τόκους κάθε έξι μήνες για να καλύπτει τις ανάγκες της οικογένειας του. Περαιτέρω του δήλωσε ότι τα χρήματα του θα ήταν δεσμευμένα για 5 χρόνια αντί για ένα χρόνο, «θα ήταν εκεί φυλαγμένα σε γραμμάτιο» και θα ήταν ασφαλισμένα «κουγκρί». Ισχυρίστηκε ότι του επισήμανε ότι παρόλο ότι είχε μεγάλη ζήτηση θα τους ενέκριναν εφόσον ήταν αγαπητοί και καλοί πελάτες. Έτσι, λόγω της πιο πάνω παρουσίασης και χωρίς να του επεξηγηθεί οτιδήποτε άλλο, προχώρησε καθότι επιθυμούσε να καταθέσει τα χρήματα του και να έχει εισόδημα από τους τόκους που θα λάμβανε. Αντεξεταζόμενος αναγνώρισε ότι την 30.5.2005 αγόρασε αξιόγραφα αξίας ΛΚ140.000 διευκρινίζοντας ότι και τότε του ανέφεραν ότι επρόκειτο για πενταετές καταθετικό σχέδιο. Επισήμανε ότι τόσο τα χρήματα που διέθεσε το 2004 όσο και το 2005 του επιστράφηκαν. Στη συνέχεια στις 21.5.2009 του τηλεφώνησε ο τραπεζίτης του, υπάλληλος της Εναγομένης 1, κ. XXXXX, ο οποίος ήταν ο υποδιευθυντής του καταστήματος της Φανερωμένης, και κάλεσε τόσο τον ίδιο όσο και τη σύζυγο του να μεταβούν στην τράπεζα, πράγμα το οποίο έπραξαν. Το πιο πάνω πρόσωπο, τους ανέφερε ότι εκδόθηκε ένα νέο πενταετές καταθετικό γραμμάτιο όπως το προηγούμενο που έκανε και ότι αυτό θα του έδιδε ακόμη περισσότερο τόκο, ύψους 5,5% κάθε έξι μήνες. Δήλωσε, ότι τους ανέφερε ότι πως ό,τι ίσχυε για το γραμμάτιο που έκανε το 2004 θα ίσχυε και γι' αυτό και μάλιστα με περισσότερο τόκο και ότι τραπεζικοί υπάλληλοι, μεταξύ αυτών και ο ίδιος, έκαναν αυτό το γραμμάτιο αφού ήταν πολύ καλό και έδιδε πολύ ψηλό τόκο. Όταν τον ρώτησαν τι θα γίνει στην περίπτωση που χρειαστούν χρήματα πριν την λήξη των πέντε ετών, τους διαβεβαίωσε ότι θα μπορούσαν να λάβουν δάνειο ισόποσο με το γραμμάτιο τους με μοναδική εξασφάλιση τα χρήματα που είχαν καταθέσει και μάλιστα με χαμηλότερο επιτόκιο. Έτσι, λόγω των πιο πάνω δηλώσεων, αποδέχτηκαν και το πιο πάνω πρόσωπο, τους έδωσε ένα έτοιμο τυποποιημένο έγγραφο και τους είπε να υπογράψουν γρήγορα γιατί είναι καλοί πελάτες, ότι θα έχουν προτεραιότητα και ότι είναι πολύ τυχεροί που θα τους επέλεγαν, παρόλη τη μεγάλη ζήτηση που είχε. Τοποθέτησαν το γράμμα Χ εκεί που έπρεπε να υπογράψουν. Ακολούθως οι Ενάγοντες 1 και 2 υπέγραψαν έγγραφο με τίτλο «Ανέκκλητη Αίτηση Εγγραφής Αδιάθετων Μετατρέψιμων Αξιογράφων Κεφαλαίου» (βλ. Τεκ.3), χωρίς να το διαβάσουν. Δήλωσε ότι στενοχωρήθηκαν όταν πληροφορήθηκαν ότι τελικά τους ενέκριναν μόνο τις €184.000 από τις €230.000 που αιτήθηκαν. Επισήμανε ότι οι τραπεζικοί υπάλληλοι της Εναγομένης 1 γνώριζαν ότι ήταν άνεργος και η σύζυγος του ήταν οικοκυρά, ως επίσης ότι δεν είχαν οποιαδήποτε γνώση του θέματος. Περαιτέρω δε επισήμανε, ότι ενώ οι υπάλληλοι της τράπεζας γνώριζαν ότι τα χρήματα προορίζονταν για την εξασφάλιση των αναγκών τους, παρά ταύτα τους διαβεβαίωσαν για την ασφάλεια των χρημάτων τους. Αντεξεταζόμενος δήλωσε ότι δεν του έδειξαν οποιοδήποτε ενημερωτικό δελτίο. Ακολούθως, την 5.5.2011, ο κ. XXXXX, υποδιευθυντής του καταστήματος Φανερωμένης της τράπεζας, επικοινώνησε μαζί τους και τους ενημέρωσε για ένα καλύτερο καταθετικό γραμμάτιο και όταν τον ρώτησε σχετικά, του δήλωσε ότι πρόκειται για ένα πενταετές γραμμάτιο όπως το προηγούμενο με τη διαφορά ότι ο τόκος θα αυξανόταν από 5,5% σε 6,5%. Περαιτέρω δε, τον συμβούλευσε ότι ήταν ένα πολύ καλό καταθετικό γραμμάτιο με πολύ ψηλό επιτόκιο και ότι έπρεπε να σπεύσει γρήγορα καθότι υφίστατο μεγάλη ζήτηση και δεν έπρεπε να χάσει την ευκαιρία. Έτσι την ίδια ημέρα μετέβηκε στο υποκατάστημα της Φανερωμένης όπου του παρέδωσε ένα τυποποιημένο έντυπο και του ζήτησε να υπογραφεί τόσο από τον ίδιο όσο και από τη σύζυγο του, υποδεικνύοντας του ότι έπρεπε να βιαστούν, καθότι εάν καθυστερούσαν μπορεί να μην τους ενέκριναν. Έτσι, της το πήρε αμέσως και ως δήλωσε το υπέγραψαν και οι δύο (βλ. Τεκ.4), χωρίς να το διαβάσουν. Εξάλλου δε, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, και να το διάβαζαν δεν θα το αντιλαμβανόντουσαν. Περαιτέρω στη μαρτυρία του ανέφερε ότι σε διάφορες περιπτώσεις μεταξύ των ετών 2010 και 2013 χρειάστηκε χρήματα για διάφορους λόγους και έτσι επισκέφθηκε το πιο πάνω υποκατάστημα της τράπεζας όπου τον ενημέρωσαν ότι ο μόνος τρόπος με τον οποίο μπορούσαν να λάβουν τα χρήματα τους ήταν η σύναψη δανείων τα οποία θα είχαν ως εξασφάλιση τα χρήματα που κατάθεσαν στο πιο πάνω πενταετές γραμμάτιο. Επισήμανε ότι του ανέφεραν ότι τα δάνεια αποτελούσαν τυπικότητα και ότι θα εξοφλούνταν πλήρως με την πάροδο πέντε ετών και την καταβολή τόκων επί των επίδικων αξιογράφων. Έτσι συνήφθηκαν εννέα συνολικά δάνεια ή και πιστωτικές διευκολύνσεις και ειδικότερα: ι. Ο Ενάγοντας αρ. 3 την 10.5.2010 συνήψε δάνειο για το ποσό των €120.000 με εξασφάλιση τα πιο πάνω αξιόγραφα (βλ. Τεκ.5.1). ιι. Ο Ενάγοντας αρ. 3 την 27.10.2010 συνήψε δάνειο για το ποσό των €5.000 με εξασφάλιση τα πιο πάνω αξιόγραφα (βλ.Τεκ.5.2). ιιι. Οι Ενάγοντες αρ. 1 και 3 συνήψαν δάνειο την 21.2.2011 για το ποσό των €21.500 με την ίδια εξασφάλιση (βλ. Τεκ.5.3). iv. Ο Ενάγοντας αρ. 1 την 5.8.2011 συνήψε συμφωνία παραχώρησης πιστωτικών διευκολύνσεων για το ποσό των €5.000 με την ίδια εξασφάλιση. (βλ. Τεκ.5.4) v. Οι Ενάγοντες 1 και 2 την 21.10.2011 συνήψαν δάνειο για το ποσό των €4.000 (βλ. Τεκ.5.5) με εξασφάλιση τα πιο πάνω. vi. Ο Ενάγοντας αρ. 1 την 21.2.2012 συνήψε δάνειο για το ποσό των €25.500 (βλ. Τεκ.5.6) με εξασφάλιση τα πιο πάνω. vii. Ο Ενάγοντας αρ. 1 την 25.6.2012 συνήψε δάνειο για το ποσό των €6.000 (βλ. Τεκ.5.7) με εξασφάλιση τα πιο πάνω. viii. Ο Ενάγοντας αρ. 3 την 28.2.2012 συνήψε δάνειο για το ποσό των €122.000 και για το συγκεκριμένο, ως ανέφερε, η τράπεζα για περαιτέρω εξασφάλιση τον ανάγκασε να εγγράψει προς όφελος της υποθήκη την κατοικία της συζύγου του Ενάγουσας αρ. 2 (βλ. Τεκ.5.8), και τέλος ix. Ο Ενάγοντας αρ. 1 συνήψε δάνειο για το ποσό των €38.500 (βλ. Τεκ.5.9) με εξασφάλιση τα πιο πάνω αξιόγραφα. Αντεξεταζόμενος αναγνώρισε ότι υπέγραψε τη γνωστοποίηση σύστασης ενεχύρου επί άυλων κινητών αξιών (βλ. Τεκ.11). Ο Ενάγοντας αρ. 1 στην μαρτυρία του ανέφερε ότι στην περίπτωση που η τράπεζα του δήλωνε ότι υπήρχε περίπτωση να μειωθεί η αξία των χρημάτων του, τότε δεν θα διακινδύνευε τους κόπους και τους μόχθους μιας ολόκληρης ζωής. Έτσι ως προέβαλε, αυτή τη στιγμή όχι μόνο έχασαν τα χρήματα τους αλλά οφείλουν τα δάνεια που περιγράφονται πιο πάνω. Επισήμανε ότι ο Ενάγοντας αρ. 3 δεν θα προέβαινε στη συνομολόγηση δανείου αν γνώριζε ότι υπήρχε περίπτωση είτε να μειωθούν είτε να χαθούν τα χρήματα τους. Στις αρχές του 2012 πληροφορήθηκε ότι η τράπεζα δεν θα τους κατέβαλλε τους τόκους και έτσι πανικοβλημένος μετέβηκε στην τράπεζα και ο τραπεζίτης του κ. XXXXX τον ενημέρωσε ότι πιθανόν να αποκόπτονταν οι τόκοι των αξιογράφων προσωρινά και όταν τον ρώτησε σχετικά τι είναι τα αξιόγραφα, του δήλωσε ότι έτσι ονομαζόταν το γραμμάτιο του. Τελικά τον Ιούνιο του 2012 επιβεβαιώθηκαν οι φήμες και δεν εισέπραξαν τους τόκους και τότε άρχισαν να ερευνούν τι πραγματικά έγινε και διαπίστωσαν ότι τους εξαπάτησαν. Μετά από προτροπή του Συνδέσμου Κατόχων Αξιογράφων απέστειλαν επιστολή ημερομηνίας 7.8.2012 (βλ. Τεκ.6) σε διάφορα πρόσωπα και η τράπεζα απάντησε με επιστολή της 19.9.2012 (βλ. Τεκ.7) ως επίσης και η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς με επιστολή της 7.9.2012 (βλ. Τεκ.8). Περαιτέρω ο Ενάγοντας αρ. 1 απέστειλε και στα μέσα μαζικής ενημέρωσης επιστολή ημερ. 2.4.2015 (βλ. Τεκ.9). Ήταν η θέση του ότι εξαπατήθηκε από την τράπεζα με αποτέλεσμα σήμερα να είναι λήπτες του Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος. Παρουσίασε στο Δικαστήριο απόφαση της Κεντρικής Τράπεζας ημερ. 13.9.2013 με την οποία επέβαλε στην τράπεζα πρόστιμο €4.000 σε σχέση με την έκδοση αξιογράφων κεφαλαίου του έτους 2009 (βλ. Τεκ.10). Αναφορικά με την Κεντρική Τράπεζα επισήμανε, μεταξύ άλλων, ότι δεν έλαβε μέτρα ώστε να αποτρέψει την εξαπάτηση του κοινού από μέρους της τράπεζας και στην περίπτωση που ασκούσε τα καθήκοντα της επιμελώς σύμφωνα με την σχετική Νομοθεσία, δεν θα υπήρχαν αυτά τα αποτελέσματα. Το Δικαστήριο θα επανέλθει στη μαρτυρία του συγκεκριμένου προσώπου στο στάδιο της αξιολόγησης. 6.
- Ο κ. Π. Χριστοφόρου κλήθηκε από τους Ενάγοντες ως εμπειρογνώμονας σε σχέση με χρηματοοικονομικά θέματα. Επισήμανε ότι σπούδασε λογιστική και χρηματοοικονομικά στο South Bank University, είναι μέλος διάφορων επαγγελματικών σωμάτων, ως επίσης ασχολείται με ζητήματα που σχετίζονται με το ξέπλυμα βρώμικου χρήματος και κατέχει σχετικό τίτλο. Από το 2001 μέχρι και το 2013 διορίστηκε σε συνολικά 47 υποθέσεις ως ποινικός ανακριτής σε σχέση με οικονομικά ζητήματα και μαρτύρησε σε εκατοντάδες υποθέσεις ενώπιον των δικαστηρίων. Επισήμανε ότι εργάζεται στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου τα τελευταία 17 χρόνια ως Λειτουργός στο τμήμα εκκαθάρισης συναλλαγών και σε κάποιο στάδιο ήταν ο υπεύθυνος λειτουργός για τη διαχείριση δύο εκδόσεων αξιογράφων. Επισήμανε ότι τα τελευταία 3 χρόνια είναι αποσπασμένος στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και ειδικότερα στο τμήμα διοίκησης και προσωπικού, πλην όμως λόγω των εμπειριών του ασχολείται και σε άλλα τμήματα. Διευκρίνισε ότι η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς είναι η εποπτική αρχή και το Χρηματιστήριο είναι ο εποπτευόμενος. 6.
- Στη μαρτυρία του, μεταξύ άλλων, ανέφερε ότι τα αξιόγραφα ή άλλα χρηματοοικονομικά προϊόντα διαπραγματεύονται στο Χρηματιστήριο. Τόσο η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς όσο και το Χρηματιστήριο ελέγχει όλα τα ενημερωτικά δελτία που εκδίδονται. Διευκρίνισε όμως ότι η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δεν ελέγχει τον τρόπο προώθησης των αξιογράφων σε αντίθεση με την Κεντρική Τράπεζα η οποία ως εποπτική αρχή οφείλει να ελέγχει τις μεθόδους προώθησης των αξιογράφων από την τράπεζα που τα εξέδωσε. Η ανάδοχος έκδοσης των πιο πάνω αξιογράφων ήταν η Cisco, θυγατρική εταιρεία της Εναγομένης 1 τράπεζας. Σε σχέση με τα ενημερωτικά δελτία της Τράπεζας Κύπρου που εκδόθηκαν αναφορικά με τα αξιόγραφα του 2009 και του 2011 (βλ. Τεκ.16 και 17 αντίστοιχα) ανέφερε ότι ετοιμάστηκαν από την Cisco και ότι αυτά πράγματι ελέγχθηκαν και εγκρίθηκαν από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς σε σχέση με το περιεχόμενο, ορθότητα και πληρότητα των στοιχείων τους. Χρειάστηκε όμως αρκετές φορές να τα μελετήσει και διερωτήθηκε σε αρκετά σημεία σε σχέση με τις μεθόδους που υπολόγιζε η τράπεζα να τα εξαγοράσει και πού έβρισκε τα χρήματα που αναφέρονταν στο ενημερωτικό δελτίο. Όπως ανέφερε, δυσνόητοι ή δύσκολοι όροι θα μπορούσαν να επεξηγηθούν είτε από δικηγόρο είτε από επαγγελματία σύμβουλο επενδύσεων. Επισήμανε ότι ο σκοπός του ενημερωτικού δελτίου είναι για να ενημερώσει τους πιθανούς επενδυτές για τους κινδύνους και για άλλους παράγοντες που εξυπακούονται από την έκδοση κάποιου προϊόντος. Αναγνώρισε όμως ότι πράγματι τόσο στο ενημερωτικό δελτίο ημερ. 30.4.2009 (βλ. Τεκ.16) όσο και στο ενημερωτικό δελτίο ημερ. 5.4.2011 υπάρχει σχετική αναφορά ότι η επένδυση στα μετατρέψιμα αξιόγραφα κεφαλαίου (ΜΑΚ) και στα μετατρέψιμα αξιόγραφα ενισχυμένου κεφαλαίου (ΜΑΕΚ) υπόκεινται σε μια σειρά από κινδύνους. Αντεξεταζόμενος παρουσίασε επιστολή της τράπεζας ημερ. 20.4.2011 (βλ. Τεκ.18). Ανέφερε ότι δικαίωμα αγοράς αξιογράφων είχε το κοινό και όπως αναφέρεται στο ενημερωτικό δελτίο ο αγοραστής θα πρέπει να μελετήσει τις προϋποθέσεις που αναφέρονται σε αυτά, να εξετάσει με λεπτομέρεια τις διαδικασίες, να τύχει της ανάλογης νομικής και χρηματοοικονομικής συμβουλής από τους ειδικούς, να είναι διατεθειμένος να αναλάβει τον κίνδυνο τον οποίο μεταφέρει το κάθε προϊόν και τότε να καταβάλει το ποσό της επένδυσης. Επισήμανε ότι ο κάθε επενδυτής έχει το δικό του προφίλ. Αναφέρθηκε στη διαδικασία know your client (KYC) η οποία επιβάλλεται να τηρείται από όλους τους χρηματοοικονομικούς οργανισμούς οι οποίοι θα πρέπει να βεβαιωθούν ότι ο κάθε πελάτης έχει τις ανάλογες γνώσεις για τα χρηματοοικονομικά προϊόντα και να διεκπεραιωθεί σχετικό ερωτηματολόγιο ώστε να κατηγοριοποιηθεί ο πελάτης. Τα πρόσωπα που παρέχουν υπηρεσίες σε σχέση με χρηματοοικονομικά προϊόντα, μεταξύ αυτών και τα αξιόγραφα, θα πρέπει να είναι πιστοποιημένα και για τον σκοπό αυτό τηρείται δημόσιο μητρώο στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Πρόκειται για πρόσωπα τα οποία έχουν ακαδημαϊκά ή επαγγελματικά προσόντα και έχουν επιτύχει σε εξετάσεις. Παρουσίασε στο Δικαστήριο το πιο πάνω μητρώο για την περίοδο από το 2005 μέχρι και το 2012 (βλ. Τεκ.12) στο οποίο εμφαίνονται τα πρόσωπα τα οποία μπορούσαν, μεταξύ άλλων, να παρέχουν επενδυτικές συμβουλές και την ημερομηνία που εγγράφηκαν σ' αυτό. Διευκρίνισε ότι στο μητρώο δεν είναι εγγεγραμμένοι και πιστοποιημένοι για να παρέχουν επενδυτικές συμβουλές οι XXXXX Παναγή, XXXXX Τσιεριώτου και XXXXX Χρίστου. Όταν του υποβλήθηκε στο στάδιο της αντεξέτασης ότι η διαδικασία Know Your Client (ΚΥC) και το δημόσιο μητρώο δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην παρούσα περίπτωση διότι τα αξιόγραφα δεν τυγχάνουν εφαρμογής κάτω από την οδηγία MIFID επισήμανε ότι εμπίπτουν καθότι πρόκειται για χρηματοοικονομικά προϊόντα και όχι για τραπεζικά προϊόντα. Επισήμανε ότι τα αξιόγραφα είναι ένα πολυσύνθετο χρηματοοικονομικό προϊόν το οποίο μόνο οι σύμβουλοι παροχής επενδυτικών προϊόντων δικαιούνται να τα προωθούν, να τα πωλούν και να συμβουλεύουν τους αγοραστές. Η κάθε έκδοση εμπεριέχει κινδύνους και διευκρίνισε ότι τα αξιόγραφα της Τράπεζας Κύπρου τόσο του 2009 όσο και του 2011 ήταν εκδόσεις υψηλού ρίσκου. Τα αξιόγραφα ως επενδυτικό προϊόν θα έπρεπε να χρήζουν εξειδικευμένης επενδυτικής συμβουλής. Αντεξεταζόμενος επεξήγησε τις διαφορές μεταξύ των μετατρέψιμων αξιογράφων κεφαλαίου (ΜΑΚ) και μετατρέψιμων αξιογράφων ενισχυμένου κεφαλαίου (ΜΑΕΚ), οι οποίες μπορούν να εντοπιστούν αν κάποιος συγκρίνει τα δύο πιο πάνω ενημερωτικά δελτία. (βλ. Τεκ.16 και 17). Διαφέρουν, μεταξύ άλλων, ως προς το ύψος της έκδοσης και στους όρους μετατροπής. Στην μαρτυρία του δήλωσε ότι το πρόσωπο που προωθούσε τα αξιόγραφα θα έπρεπε ως έχει ήδη επισημανθεί να είναι πιστοποιημένο, για να δώσει τις οποιεσδήποτε συμβουλές, ως επίσης, μεταξύ άλλων, όφειλε να σκιαγραφήσει το προφίλ των πελατών του μέσα από τα ερωτηματολόγια, να τους επεξηγήσει τον τρόπο απόκτησης, τις μελλοντικές συνέπειες και να τους προειδοποιήσει για τους κινδύνους που εμπεριέχονται από την επένδυση και ειδικότερα ότι υφίσταται μεγάλος κίνδυνος να χαθούν τα λεφτά τους. Όφειλε να διασφαλίσει ότι τα κατανόησαν και ότι είναι έτοιμοι να προβούν στην επένδυση. Στην περίπτωση που δεν ήταν επαγγελματίες επενδυτές, όπως στην προκείμενη περίπτωση, όφειλε να τους συμβουλεύσει να λάβουν νομικής συμβουλής και χρηματοοικονομικής ανάλυσης πριν πάρουν την απόφαση τους. Εν κατακλείδι επισήμανε ότι με βάση την οδηγία MIFID επιβάλλεται η κατηγοριοποίηση των πελατών, ο έλεγχος της συμβατότητας και καταλληλότητας του προϊόντος σε σχέση με το προφίλ του επενδυτή. Ο σύμβουλος επενδύσεων, οφείλει να προστατεύσει τους πελάτες του. Στην προκείμενη περίπτωση με βάση το προφίλ των Εναγόντων 1 και 2 θα έπρεπε να τους αποτρέψει. Διευκρίνισε ότι άλλο η επενδυτική συμβουλή και άλλο η διαφήμιση του προϊόντος από τον εκδότη. Η τελευταία περίπτωση δεν απαγορεύεται. Ανέφερε ότι η επενδυτική συμβουλή θεωρείται η προτροπή σε κάποιο πρόσωπο να αγοράσει ή να μην αγοράσει ένα επενδυτικό προϊόν. Επισήμανε ότι θα έπρεπε να δοθούν επενδυτικές συμβουλές στους Ενάγοντες 1 και 2 πριν την υπογραφή των σχετικών αιτήσεων και διευκρίνισε ότι οι αιτήσεις των Εναγόντων 1 και 2 ημερ. 21.5.2009 και 5.5.2011 (βλ. Τεκ.3 και 4 αντίστοιχα) για απόκτηση των αξιογράφων εμπίπτουν στα πλαίσια της επενδυτικής συμβουλής. Η τράπεζα με ανακοίνωση της ημερ. 15.6.2012 πληροφορούσε ότι αποφάσισε την ακύρωση της πληρωμής τόκου των μετατρέψιμων αξιογράφων κεφαλαίου για την περίοδο 1.1.2012 - 30.6.2012 (βλ. Τεκ.14). Ανέφερε ότι έγιναν αρκετά παράπονα στο Χρηματιστήριο και στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς από κατόχους αξιογράφων. Παρουσίασε στο Δικαστήριο την απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς της Ελλάδας (βλ. Τεκ.13) ως επίσης και την έκθεση ειδικού ελέγχου της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου σε σχέση με τις συνθήκες προώθησης της διάθεσης αξιογράφων (βλ. Τεκ.15). Ακολούθως η Κεντρική Τράπεζα την 13.9.2013 εξέδωσε απόφαση με την οποία επέβαλε στην Εναγομένη 1 πρόστιμο αναφορικά με την έκδοση αξιογράφων κεφαλαίου του έτους 2009 (βλ. Τεκ.10). Στη μαρτυρία του, μεταξύ άλλων, επισήμανε ότι η Κεντρική Τράπεζα ως εποπτική αρχή όφειλε να εποπτεύει τις τράπεζες και δεν ήταν βέβαιος κατά πόσο προειδοποίησε τους επενδυτές για τους κινδύνους που εμπεριέχουν τα αξιόγραφα. Δεν γνώριζε κατά πόσο η Κεντρική Τράπεζα διενήργησε οποιουσδήποτε ελέγχους πέραν αυτών που περιγράφονται στην έκθεση ειδικού ελέγχου (βλ. Τεκ.15). Όταν του υποβλήθηκε ότι η Κεντρική Τράπεζα ασκούσε τα καθήκοντα που της επιβάλλονται από τη νομοθεσία πλήρως και επιμελώς απάντησε «. Πιστεύω ότι η Κεντρική Τράπεζα ασκεί όχι μόνο ικανοποιητική, καλύτερη από την ικανοποιητική εποπτεία, λόγω του ότι ακολουθεί ένα πολύ πολύ αυστηρό σύστημα, το ευρωσύστημα που δεν μπορεί να ξεφύγει από τις πρόνοιες του ευρωσυστήματος. Εκτός τούτου, η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, παρά το γεγονός ότι λέγεται ότι είναι ανεξάρτητη αρχή, εντούτοις δρα μέσα σε πολύ πολύ αυστηρά καθοδηγητικά πλαίσια για τον τρόπο λειτουργίας από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Δεν θα μπορούσε να ξεφύγει από αυτά τα αυστηρά πλαίσια.» Αναφερόμενος στην εκτελεστική εξουσία ανέφερε ότι ουδέν έπραξε για να αποτρέψει το πρόβλημα ή και να προειδοποιήσει για τους κινδύνους που ελλόχευαν από τα συγκεκριμένα αξιόγραφα. Επισήμανε ότι δεν χρειάζεται κάποιος να είναι εμπειρογνώμονας για να ενημερωθεί για τα τεκταινόμενα στην κοινωνία και ειδικότερα ότι δεν έπραξε οτιδήποτε. Αντεξεταζόμενος όμως επισήμανε ότι ο Υπουργός Οικονομικών μέσα στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων του είχε υποχρεώσεις που πηγάζουν από τη νομοθεσία για θέματα που αφορούν την οικονομία και ειδικότερα να ελέγχει τα χρηματοοικονομικά προϊόντα που κυκλοφορούν στον τόπο. Ακολούθως ανέφερε ότι δεν έχει οποιαδήποτε προσωπική ευθύνη και το Υπουργείο Οικονομικών στο οποίο υπάγονται η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και το Χρηματιστήριο έχει υποχρέωση να ελέγχει ή εποπτεύει τα χρηματοοικονομικά προϊόντα που κυκλοφορούν. Όταν του υποβλήθηκε ότι η Δημοκρατία δεν φέρει οποιαδήποτε ευθύνη για την απόφαση του ενάγοντα να προβεί στην αγορά των αξιογράφων και για το επενδυτικό ρίσκο που έλαβε, αυτός αναγνώρισε ότι σίγουρα δεν είχε οποιαδήποτε ευθύνη. Γ. Μαρτυρία που προσκομίστηκε από την Εναγομένη 1 - Τράπεζα Κύπρου
- Η κα Π. Χρήστου εργαζόταν στην Τράπεζα Κύπρου από το 1996 μέχρι το
- Ανέφερε ότι κατά το έτος 2009 η XXXXX Τσιερώτου και ο XXXXX Παναγή ήταν αντίστοιχα διευθυντής και υποδιευθυντής του καταστήματος της Φανερωμένης στη Λάρνακα. Στη μαρτυρία της αναφέρθηκε στα γεγονότα που διαδραματίστηκαν κατά το έτος 2004 όπου εργαζόταν στο πιο πάνω κατάστημα ως λειτουργός εξυπηρέτησης πελατών. Τα καθήκοντα της εστιάζονταν σε ανοίγματα λογαριασμών και επεξήγηση των διαφόρων προϊόντων της τράπεζας. Αναγνώρισε ότι πράγματι, το 2004 ο ενάγοντας αρ.1 επισκέφθηκε την τράπεζα και του επεξήγησε τα χαρακτηριστικά του πενταετές χρεογράφου και διευκρίνισε ότι του παρουσίασε τα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα του ώστε να αποφασίσει. Δεν τον συμβούλευσε. Τόνισε όμως ότι δεν επρόκειτο για γραμμάτιο. Δεν ρώτησε το ιστορικό του και του επεξηγήθηκε ότι ήταν χρεόγραφα και ότι θα έπαιρνε τόκο κάθε έξι μήνες ο οποίος ήταν μεγαλύτερος από αυτόν του γραμματίου. Αρνήθηκε ότι του ανέφερε ότι τα χρήματα του ήταν ασφαλισμένα και όπως χαρακτηριστικά δήλωσε δεν χρησιμοποιεί από την φύση της τη λέξη «κουγκρί» στην οποία έκανε αναφορά ο Ενάγοντας αρ.
- Στη συνέχεια υπογράφηκαν τα σχετικά έντυπα τα οποία αποστάληκαν στην Cisco. Aντεξεταζόμενη όμως αναγνώρισε ότι πράγματι του δήλωσε ότι στην περίπτωση που «παττίσει» η τράπεζα τότε χάνονται τα χρήματα πλην όμως όλοι της έλεγαν ότι δεν υπήρχε τέτοια περίπτωση. Περαιτέρω τους ανέφερε ότι στην περίπτωση που χρειαστούν χρήματα, δεν είναι όπως στο γραμμάτιο, αλλά απευθύνονται στο χρηματιστήριο. Επισήμανε ότι τα χρήματα τα οποία επενδύθηκαν στο συγκεκριμένο σχέδιο αποπληρώθηκαν.
- Η κα Κ. Δημοσθένους εργάζεται στην Τράπεζα Κύπρου και ειδικότερα ως προϊστάμενη στην υπηρεσία μετοχών και χρεογράφων της τράπεζας. Τα καθήκοντα της εστιάζονται μεταξύ άλλων στην παρακολούθηση των εργασιών της υπηρεσίας, στην εκτέλεση των αποφάσεων του διοικητικού συμβουλίου που έχουν σχέση με μετοχές ή άλλες αξίες της τράπεζας και την εν γένει λειτουργία της υπηρεσίας της. Επισήμανε ότι οι πράξεις των Εναγόντων 1 και 2, σύμφωνα με τα αρχεία που υπάρχουν στην υπηρεσία μετοχών της τράπεζας, ήταν σε κοινή μερίδα. Ανέφερε ότι την 14.6.2004 αγόρασαν 600 αξιόγραφα της Τράπεζας Κύπρου σειράς Α για το συνολικό ποσό των ΛΚ60.
- Από την πιο πάνω ημερομηνία μέχρι και την εξαγορά τους από την τράπεζα λάμβαναν τόκο ο οποίος εμβαζόταν σε λογαριασμό τους. Ακολούθως η τράπεζα την 20.2.2008 προέβηκε σε εξαγορά των αξιογράφων σύμφωνα με τους όρους της έκδοσης τους και έτσι το ποσό των €102.516,09 πιστώθηκε σε λογαριασμό που διατηρούσαν στην τράπεζα. Παρουσίασε στο Δικαστήριο κατάσταση λογαριασμού για την περίοδο από 20.8.2004 μέχρι 20.2.2008, στην οποία παρουσιάζονται οι τόκοι που καταβάλλονταν και το τελικό ποσό που πιστώθηκε στους Ενάγοντες 1 και 2 (βλ. Τεκ.19). Ακολούθως την 30.5.2005, οι Ενάγοντες 1 και 2 αγόρασαν 1.400 τεμάχια αξιογράφων για το συνολικό ποσό των ΛΚ140.000 τα οποία την 31.8.2007 ενεχυριάστηκαν προς όφελος της Τράπεζας Κύπρου. Στις 20.5.2009 εξαγοράστηκαν από την Τράπεζα Κύπρου σύμφωνα με τους όρους έκδοσης και το ποσό αποστάληκε με επιταγή στην τράπεζα λόγω της πιο πάνω ενεχυρίασης. Από την ημερομηνία εγγραφής τους μέχρι και την εξαγορά τους λάμβαναν τόκους ανά τριμηνία και ειδικότερα για την περίοδο 20.8.2005 μέχρι 20.11.2005 εκδιδόταν επιταγή η οποία αποστέλλετο στη διεύθυνση που υπήρχε στο μητρώο. Ακολούθως για την περίοδο από 20.2.2006 μέχρι 20.8.2007 οι τόκοι πιστώνονταν σε τραπεζικό λογαριασμό που διατηρούσαν και στη συνέχεια για την περίοδο 20.11.2007 μέχρι 20.5.2009 εκδιδόταν επιταγή επ' ονόματι τους η οποία όμως αποστέλλετο σε κατάστημα της Τράπεζας ενόψει της πιο πάνω ενεχυρίασης. Στη συνέχεια στις 21.5.2009 οι Ενάγοντες 1 και 2 υπέβαλαν αίτηση για αγορά μετατρέψιμων αξιογράφων κεφαλαίου της τράπεζας για το ποσό των €230.000 και ενόψει του γεγονότος ότι υπήρχε υπερκάλυψη της έκδοσης τους παραχωρήθηκαν αξιόγραφα για το ποσό των €184.
- Στις 12.5.2010 ενεχυριάστηκαν προς όφελος της Τράπεζας Κύπρου. Οι Ενάγοντες 1 και 2 στις 9.6.2011, κατόπιν αίτησης τους, τα αντάλλαξαν με μετατρέψιμα αξιόγραφα ενισχυμένου κεφαλαίου που είχε εκδώσει η τράπεζα. Σε σχέση με τους τόκους επισήμανε ότι για την περίοδο 31.12.2009, αυτοί πιστώθηκαν σε τραπεζικό τους λογαριασμό ενώ για την περίοδο από 30.6.2010 μέχρι 30.6.2011 εκδόθηκε επιταγή και αποστάληκε στο κατάστημα της τράπεζας λόγω ενεχυρίασης των αξιογράφων. Η τελευταία φορά που καταβλήθηκαν τόκοι ήταν την 31.12.
- Επισήμανε ότι από τον Ιούνιο του 2012 που ήταν η επόμενη εξαμηνία, δεν καταβλήθηκαν τόκοι αφού εκδόθηκε σχετική ανακοίνωση της τράπεζας. Διευκρίνισε ότι οι αιτήσεις των Εναγόντων 1 και 2 τόσο σε σχέση με τα μετατρέψιμα αξιόγραφα κεφαλαίου του 2009 όσο και με τα μετατρέψιμα αξιόγραφα ενισχυμένου κεφαλαίου του 2011 ήλθαν κοντά τους από το κατάστημα της τράπεζας στην περιοχή Φανερωμένης. Περαιτέρω στη μαρτυρία της ανέφερε ότι στις 19.4.2012 οι Ενάγοντες 1 και 2 προέβηκαν σε πώληση 5.000 αξιογράφων ενισχυμένου κεφαλαίου μέσω του χρηματιστηριακού γραφείου Atlantic Securities. Αντεξεταζόμενη επισήμανε ότι τον Μάρτιο του 2012 η τράπεζα έκδωσε δικαιώματα προτίμησης στους μετόχους και τους κατόχους αξιογράφων και έτσι οι Ενάγοντες 1 και 2, αφού είχαν λάβει τα δικαιώματα προτίμησης τα πώλησαν. Δεν ήταν σε θέση να αναφέρει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε η πιο πάνω συναλλαγή και την πληροφόρηση ότι έγινε μέσω του πιο πάνω χρηματιστηριακού γραφείου την έχουν από το Χρηματιστήριο. Δήλωσε ότι οποιεσδήποτε πράξεις σε σχέση με τις αξίες της Τράπεζας Κύπρου είτε αυτές είναι αξιόγραφα ή μετοχές ή χρεόγραφα, διενεργούνται στο Χρηματιστήριο και καταχωρούνται στο σύστημα του ΧΑΚ το οποίο τους ενημερώνει επί καθημερινής βάσης. Έτσι είναι σε θέση να γνωρίζουν τι αγόρασε και τι πώλησε ο κάθε επενδυτής. Επισήμανε ότι οι Ενάγοντες 1 και 2 αγόρασαν τα αξιόγραφα του 2004 και του 2005 μέσω του Χρηματιστηρίου. Αντεξεταζόμενη διευκρίνισε ότι για τα αξιόγραφα του 2004 δόθηκε εντολή μέσω της Cisco και για τα αξιόγραφα του 2005 ήταν εγγραφή επ' ονόματι τους, πλην όμως στο μητρώο τους δεν παρουσιάζεται το χρηματιστηριακό γραφείο. Δεν γνώριζε τις διαδικασίες που έκανε η Cisco μαζί με το κατάστημα και δεν γνώριζε γιατί παραλήφθηκε η αίτηση από την συγκεκριμένη υπάλληλο.
- H κα Ν. Κωνσταντίνου εργάζεται στην Cisco από το
- Επεσήμανε ότι της ζητήθηκε να εξετάσει στο σύστημα κατά πόσο έγιναν πράξεις από μέρους των εναγόντων 1 και 2 και δήλωσε ότι εντόπισε δύο χρηματιστηριακές πράξεις και ειδικότερα αγορές αξιογράφων που έγιναν την 9.6.04 και 30.5.
- Παρουσίασε στο Δικαστήριο τα σχετικά πινακίδια που αφορούσαν την αγορά των πιο πάνω (βλ. Τεκ.20.1 και Τεκ.20.2) στα οποία εμφαίνεται ότι την 9.6.04 έγινε αγορά 600 τεμαχίων αξιογράφων και την 30.5.05 έγινε αγορά 1400 τεμαχίων αξιογράφων. Περαιτέρω εντόπισε και παρουσίασε στο Δικαστήριο σχετική χρηματιστηριακή εντολή ημερ. 9.6.04 για την αγορά των πιο πάνω 600 αξιογράφων (βλ. Τεκ.21) ως επίσης και πληρεξούσιο έγγραφο ημερ. 19.5.04 με το οποίο οι ενάγοντες 1 και 2 διόρισαν ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο τους την Cisco (βλ. Τεκ.22). Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι τα δύο πιο πάνω έγγραφα (Τεκ.21 και 22) αποστάληκαν από το κατάστημα της Τράπεζας Κύπρου. Διευκρίνισε ότι τα έγγραφα για το άνοιγμα λογαριασμού υπογράφονται είτε στα γραφείο της πιο πάνω εταιρείας είτε σε οποιοδήποτε κατάστημα της Τράπεζας Κύπρου οπόταν σε αυτή την περίπτωση αποστέλλονται στην Cisco. Το πληρεξούσιο έγγραφο, μεταξύ άλλων, κατατίθεται στο χρηματιστήριο και αντίγραφα αποστέλλονται στον πελάτη. Επισήμανε ότι στο σύστημα που διατηρείται εμφαίνονται οι αγορές, οι πωλήσεις που προβαίνει ο πελάτης και τόνισε ότι οι μοναδικές χρηματιστηριακές πράξεις που έγιναν είναι αυτές που περιγράφονται πιο πάνω. Αντεξεταζόμενη δήλωσε ότι δεν θυμόταν κατά πόσο μίλησε με τους ενάγοντες 1 και 2 και δεν έγινε οποιαδήποτε κατηγοριοποίηση τους ενόψει του γεγονότος ότι η σχετική ευρωπαϊκή οδηγία εισήχθηκε το
- Η κα Α. Σωφρονίου εργοδοτήθηκε το 1996 στην Cisco και το 2006 διορίστηκε διευθύντρια της. Κατά το 2004 ήταν υπεύθυνη του τμήματος επενδυτικής τραπεζικής και σήμερα είναι διευθύντρια στην διεύθυνση διαχείρισης ακινήτων. Ως διευθύντρια της Cisco ήταν υπό την εποπτεία της, οι χρηματιστηριακές συναλλαγές, το τμήμα επενδυτικής τραπεζικής και το τμήμα διαχείρισης χαρτοφυλακίου. Στη μαρτυρία της αναφέρθηκε στις διάφορες εκδόσεις αξιογράφων από μέρους της Τράπεζας Κύπρου, αναφέροντας ότι για πρώτη φορά εξέδωσε αξιόγραφα κεφαλαίου τον Φεβρουάριο του 2003 και η Cisco ήταν ο σύμβουλος έκδοσης. Ακολούθως στις 20.3.2004 και 30.12.2007 προέβη σε νέες εκδόσεις αξιογράφων κεφαλαίου. Οι πιο πάνω τρεις εκδόσεις ήταν σχεδόν πανομοιότυπες με εξαίρεση την ημερομηνία πληρωμής τόκου και του επιτοκίου. Στη συνέχεια τον Ιούλιο του 2008 η τράπεζα προχώρησε με την έκδοση δευτεροβάθμιου κεφαλαίου, με έκδοση μετατρέψιμων χρεογράφων, η οποία ολοκληρώθηκε στις 29.7.
- Η βασική διαφορά της συγκεκριμένης έκδοσης με τα αξιόγραφα είναι το γεγονός ότι τα χρεόγραφα είχαν συγκεκριμένη ημερομηνία λήξης και έτσι λογίζονταν ως δευτεροβάθμιο κεφάλαιο. Η Τράπεζα Κύπρου τον Φεβρουάριο του 2009 ανακοίνωσε την έκδοση μετατρέψιμων χρεογράφων κεφαλαίου και ακολούθως το 2011 ανακοίνωσε την έκδοση των μετατρέψιμων αξιογράφων ενισχυμένου κεφαλαίου. Επισήμανε ότι η διαφοροποίηση στους όρους της κάθε έκδοσης ήταν λόγω του ότι το εποπτικό πλαίσιο και οι απαιτήσεις της κεφαλαιακής επάρκειας διαφοροποιούνταν συνεχώς. Οι εκδόσεις των αξιογράφων κεφαλαίου και χρεογράφων έγιναν για την κεφαλαιακή βάση και όχι για την ρευστότητα της τράπεζας. Σε σχέση με την έκδοση αξιογράφων του 2009 επισήμανε ότι αυτή εγκρίθηκε από τους μετόχους και προνοούσε ότι θα γινόταν με δημόσια προσφορά προς το ευρύ κοινό. Έτσι διέπετο από τον Περί Δημόσιας Προσφοράς και Ενημερωτικού Δελτίου Νόμο και έτσι καταρτίστηκε το ενημερωτικό δελτίο (βλ. Τεκ.16). Ανάδοχος, υπεύθυνος σύνταξης του πιο πάνω ενημερωτικού δελτίου και διευθυντής έκδοσης ήταν η Cisco. Τόνισε ότι η πιο πάνω έκδοση εγκρίθηκε από την Κεντρική Τράπεζα και το ενημερωτικό δελτίο από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και ακολούθως από το Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου και από το Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών. Στο συγκεκριμένο ενημερωτικό δελτίο γίνεται αναφορά στους κινδύνους που εμπεριέχει η επένδυση στα μετατρέψιμα αξιόγραφα κεφαλαίου. Αποστάληκε ταχυδρομικώς στους μετόχους της τράπεζας αλλά και στους κατόχους των χρεογράφων ενημερωτικό υλικό - περίληψη του ενημερωτικού δελτίου μαζί με την αίτηση. Σε σχέση με το ενημερωτικό δελτίο ημερ. 5.4.2011 (βλ. Τεκ.17) που αφορά την έκδοση μετατρέψιμων αξιογράφων ενισχυμένου κεφαλαίου (ΜΑΕΚ) επισήμανε ότι η διαδικασία που ακολουθήθηκε ήταν πανομοιότυπη ως προς την έγκριση και η Cisco ήταν η ανάδοχος, υπεύθυνη σύνταξης του ενημερωτικού δελτίου ως επίσης και η διευθυντής έκδοσης. Επισήμανε ότι στην έκδοση αυτή υπήρχαν αυστηρότεροι όροι και ειδικότερα ήταν υποχρεωτική η μετατροπή των αξιογράφων σε μετοχές στην περίπτωση που επεσυνέβαινε οποιοδήποτε γεγονός έκτακτης ανάγκης ή γεγονότος βιωσιμότητας, οπόταν χωρίς επιλογή του κατόχου, τα ΜΑΕΚ μετατρέπονταν σε μετοχές. Τόνισε ότι και σε αυτό το ενημερωτικό δελτίο υφίστανται σχετικές πρόνοιες σε σχέση με τους κινδύνους που προέρχονται από την επένδυση των ΜΑΕΚ και ειδικότερα, ως δήλωσε, αναφέρεται ότι οι κίνδυνοι σε αυτήν την έκδοση είναι περισσότεροι αφού αποτελούν μια νέα μορφή επένδυσης και δυνατό να μην είναι κατάλληλα για όλους τους επενδυτές ως επίσης ότι πρόκειται για νέα χρηματοοικονομικά μέσα και ένας πιθανός επενδυτής δεν έπρεπε να επενδύσει σε αυτά εκτός αν κατείχε την γνώση και την εμπειρία, είτε από μόνος του είτε κατόπιν συμβουλής. Σε σχέση με τη διάθεση των αξιογράφων επισήμανε ότι αποστάληκε περιληπτικό ενημερωτικό δελτίο και αιτήσεις εγγραφής στους μετόχους και στους κατόχους προηγούμενων εκδόσεων. Περαιτέρω η τράπεζα κατάρτισε τηλεφωνικό κέντρο όπου οι δυνητικοί επενδυτές μπορούσαν να απευθυνθούν. Επισήμανε ότι η υποβολή των αιτήσεων γινόταν μέσω των καταστημάτων της Τράπεζας Κύπρου. Αναφορικά με τη διαδικασία που ακολουθούσαν τα καταστήματα τόνισε ότι ο ρόλος τους περιοριζόταν αυστηρά σε διαδικαστικά θέματα και τους υποδείχθηκε ότι δεν έπρεπε να προβαίνουν σε παροχή επενδυτικών συμβουλών, προσωπικών συστάσεων, παρότρυνση, καθοδήγηση και επίλυση αποριών για τη φύση των μετατρέψιμων αξιογράφων ενισχυμένου κεφαλαίου και κοινοποιήθηκε στα καταστήματα σχετική εγκύκλιος ημερ. 28.4.2011 την οποία παρουσίασε (βλ. Τεκ.23) Δεν γνώριζε όμως κατά πόσο αποστάληκαν παρόμοιες εγκύκλιοι σε σχέση με προηγούμενες χρονιές. Ο ρόλος τους, ως ανέφερε, ήταν να παραλαμβάνουν αιτήσεις και η συγκεκριμένη πράξη δεν αποτελεί επενδυτική υπηρεσία στα πλαίσια της έννοιας του Νόμου. Τόνισε ότι η τράπεζα, ως εκδότης, δεν είχε πρόθεση να παράσχει επενδυτικές συμβουλές και ως ισχυρίστηκε, διασφάλισε ότι δεν θα παρέχονταν. Η τράπεζα, ως ισχυρίστηκε, δεν είχε υποχρέωση να κατηγοριοποιήσει τους Ενάγοντες 1 και 2 καθότι ήταν και λειτουργούσε ως εκδότης. Σε σχέση με τους Ενάγοντες 1 και 2 επισήμανε ότι ήταν ενήμεροι για τους όρους έκδοσης των συγκεκριμένων εκδόσεων αφού προηγουμένως αγόρασαν αξιόγραφα και λαμβανομένου υπόψη ότι ο ρόλος των καταστημάτων της τράπεζας ήταν συγκεκριμένος. Αντεξεταζόμενη όμως δήλωσε ότι δεν γνώριζε τις συνθήκες κάτω από τις οποίες αγόρασαν τα αξιόγραφα κατά τα έτη 2004, 2009 και
- Αναγνώρισε ότι πράγματι επιβλήθηκε πρόστιμο από την Κεντρική Τράπεζα (βλ. Τεκ.10) για την έκδοση του 2009 παρά το γεγονός ότι η τράπεζα, ως προέβαλε, έδωσε ρητές οδηγίες να μην δοθούν επενδυτικές συμβουλές και όπως δήλωσε «.δεν υπήρχε τη δεδομένη στιγμή ξεκάθαρη διαχωριστική γραμμή το τι συνιστούσε επενδυτική συμβουλή...». Δ. Μαρτυρία που προσκομίστηκε από την Εναγόμενη 2 - Κεντρική Τράπεζα
- Ο κ. Κ. Τρικούπης υπηρετεί στην Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου από το
- Αναφορικά με τα προσόντα του επισήμανε ότι είναι απόφοιτος του Πανεπιστημίου East Anglia Norwich του Ηνωμένου Βασιλείου και κατέχει πτυχίο λογιστικής και είναι εγγεγραμμένος λογιστής. Είναι μέλος τόσο του Ινστιτούτου Εγγεγραμμένων Λογιστών του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ουαλίας όσο και της Κύπρου. Μετά την αποφοίτηση του εργοδοτήθηκε για πέντε χρόνια σε ελεγκτικό οίκο και ακολούθως τον Ιανουάριο του 1993 διορίστηκε στο Τμήμα Εσωτερικών Προσόδων του Υπουργείου Οικονομικών ως Αρχιφοροθέτης. Στη συνέχεια, τον Σεπτέμβριο του 2000 προσλήφθηκε στην Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου όπου υπηρέτησε στη Διεύθυνση Ρυθμίσεως και Εποπτείας Πιστωτικών Ιδρυμάτων (2000 - 2011) και για την περίοδο από τον Ιούλιο του 2011 μέχρι τον Φεβρουάριο του 2015 αποσπάστηκε στη Μόνιμη Αντιπροσωπεία της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή ΄Ενωση στις Βρυξέλλες ως εκπρόσωπος της Κεντρικής Τράπεζας και του Υπουργείου Οικονομικών, όπου εκτελούσε καθήκοντα χρηματοοικονομικού ακόλουθου. Ακολούθως, τον Μάρτιο του 2015 επέστρεψε στην Κεντρική Τράπεζα όπου και τοποθετήθηκε επικεφαλής της υπηρεσίας μακροπροληπτικής επίβλεψης του τμήματος χρηματοοικονομικής σταθερότητας και κατέχει τη θέση του Λειτουργού Α΄ τάξης. Στη μαρτυρία του επισήμανε ότι η οδηγία MIFID της Ε.Ε. μεταφέρθηκε στην εγχώρια νομοθεσία με τον Περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμο (Ν.144
(1)/07). Η Κεντρική Τράπεζα στις 15.11.2007 απέστειλε σε όλες τις τράπεζες σχετική εγκύκλιο (βλ. Τεκ.31) με την οποία, μεταξύ άλλων, τονίστηκε ότι η τράπεζα οφείλει να παρέχει επενδυτικές υπηρεσίες αποκλειστικά μέσω στελεχών τους που κατέχουν το σχετικό πιστοποιητικό επαγγελματικής ικανότητας. Ακολούθως απέστειλε σε όλες τις τράπεζες οδηγία ημερ. 20.12.2007 (βλ. Τεκ.24), με την οποία τις ενημέρωνε για τις προϋποθέσεις παροχής επενδυτικών ή παρεπόμενων υπηρεσιών και την άσκηση επενδυτικών δραστηριοτήτων από τις τράπεζες, ως επίσης την ίδια ημέρα απέστειλε και σχετική οδηγία (βλ. Τεκ.25) για την επαγγελματική συμπεριφορά των τραπεζών σε σχέση με τις πιο πάνω δραστηριότητες. Στις 15.5.2008 σε σχέση με την πιο πάνω οδηγία, αποστάληκε εγκύκλιος (βλ. Τεκ.30) αναφορικά με τις παράγωγες προθεσμιακές συμβάσεις σχετιζόμενες με νομίσματα. Στη συνέχεια στις 14.6.2011 αποστάληκε οδηγία με την οποία ενημερώνονταν ότι τροποποιήθηκε η αρχική οδηγία για τις προϋποθέσεις παροχής επενδυτικών ή παρεπόμενων υπηρεσιών και άσκησης επενδυτικών δραστηριοτήτων από τις τράπεζες (βλ. Τεκ.26). Στο πλαίσιο της μαρτυρίας του παρουσίασε αλληλογραφία μεταξύ της Τράπεζας Κύπρου και της Κεντρικής Τράπεζας σε σχέση και με την πιο πάνω οδηγία (βλ. Τεκ.28, 29). Περαιτέρω, στις 14.5.2008 αποστάληκε επιστολή του Υπουργού Οικονομικών μαζί με προσχέδιο της νέας γνωστοποίησης σε σχέση με την πιστοποίηση προσώπων που απασχολούνται σε επιχειρήσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών (ΕΠΕΥ) και πιστωτικά ιδρύματα (βλ. Τεκ.32). Ακολούθως αποστάληκε εγκύκλιος ημερ. 7.7.2008 με την οποία τους διαβιβάστηκε το τελικό κείμενο της νέας γνωστοποίησης του Υπουργού Οικονομικών σε σχέση με το πιο πάνω θέμα (βλ. Τεκ.33) και στις 8.7.2008 προκηρύχθηκαν εξετάσεις για πιστοποίηση προσώπων που απασχολούνται σε ΕΠΕΥ και πιστωτικά ιδρύματα (βλ. Τεκ.34 και Τεκ.35). Η Κεντρική Τράπεζα με εγκύκλιο ημερ. 11.3.2008 (βλ. Τεκ.36) ζητούσε από τις τράπεζες που παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες, να υποβάλουν έκθεση στην οποία να περιγράφουν, μεταξύ άλλων, τους μηχανισμούς και τις διαδικασίες που υιοθετήθηκαν για σκοπούς συμμόρφωσης και τις διατάξεις του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου του 2007. Η Τράπεζα Κύπρου, σε απάντηση, απέστειλε επιστολή ημερ. 31.3.2008 (Τεκ.37). Περαιτέρω, η Κεντρική Τράπεζα με επιστολή της ημερ. 11.11.2008 απέστειλε σε όλες τις τράπεζες οδηγό επενδυτών για συναλλαγές σε χρηματοοικονομικά μέσα που εκδόθηκε από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και εισηγήθηκε όπως δοθεί αντίγραφο του πιο πάνω οδηγού στον κάθε πελάτη προς τον οποίο παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες (βλ. Τεκ.38). Στις 11.12.2008 με επιστολή τους, ενημέρωναν τις τράπεζες ότι για σκοπούς καλύτερης ενημέρωσης του κοινού αποφάσισε να δημοσιοποιήσει στο διαδικτυακό της χώρο κατάλογο στον οποίο παρουσιάζονται οι επενδυτικές και οι παρεπόμενες υπηρεσίες που παρέχονται από την κάθε τράπεζα (βλ. Τεκ.39) και ζητούσαν να επιβεβαιώσουν κατά πόσο είναι ορθά τα στοιχεία του συνημμένου πίνακα. Η Τράπεζα Κύπρου συμμορφώθηκε με επιστολή της ημερ. 23.12.2008 (βλ. Τεκ.40). Επίσης, στις 5.5.2010 η Κεντρική Τράπεζα με εγκύκλιο της ζητούσε από τις τράπεζες να συμπληρώσουν και να υποβάλουν σε αυτήν, σχετικό πίνακα αναφορικά με τα πρόσωπα τα οποία δεν είναι εγγεγραμμένα στο δημόσιο μητρώο και παρέχουν, μεταξύ άλλων, επενδυτικές συμβουλές (βλ. Τεκ.41). Η Τράπεζα Κύπρου με επιστολή της ημερ. 14.5.2010 ενημέρωνε την Κεντρική Τράπεζα ότι κατά την 3.5.2010 δεν απασχολούνταν σε αυτή πρόσωπα τα οποία να ασκούσαν οποιαδήποτε από τα καθήκοντα τα οποία προβλέπονται στο άρθρο 52
(1)του Νόμου και τα οποία να μην είναι εγγεγραμμένα στο δημόσιο μητρώο (βλ. Τεκ.42). Στην μαρτυρία του ο κ. Κ. Τρικούπης επισήμανε ότι η εποπτεία που ασκούσε η Κεντρική Τράπεζα ήταν συνεχής και όχι μόνο απέστελλαν εγκυκλίους αλλά ήταν σε συνεχή επαφή με τις τράπεζες και περαιτέρω ασκήθηκαν και τρεις επιτόπιοι έλεγχοι στην Τράπεζα Κύπρου και ειδικότερα τον Απρίλιο του 2008, τον Φεβρουάριο του 2009 και τον Φεβρουάριο του
- Παρουσίασε στο Δικαστήριο τα πορίσματα του πρώτου εποπτικού ελέγχου, τα οποία κοινοποιήθηκαν στην τράπεζα (βλ. Τεκ.43 και Τεκ.59). Σε σχέση με το δεύτερο εποπτικό έλεγχο παρουσίασε επιστολή της Κεντρικής Τράπεζας ημερ. 5.2.2009 (βλ. Τεκ.44) με την οποία την ενημέρωνε ότι θα πραγματοποιηθεί επιτόπιος έλεγχος των επενδυτικών και παρεπόμενων υπηρεσιών και των επενδυτικών δραστηριοτήτων της και ο έλεγχος θα περιλάμβανε συνεντεύξεις, επιθεώρηση εκθέσεων, φακέλων, μητρώων και αρχείων καθώς και αξιολόγηση των πολιτικών που υιοθέτησε η τράπεζα προς συμμόρφωση με τις απαιτήσεις του πιο πάνω Νόμου. Περαιτέρω, παρουσίασε επιστολή προς την Τράπεζα Κύπρου σε σχέση με τα ευρήματα του ελέγχου που πραγματοποιήθηκε τον Φεβρουάριο του 2011 (βλ. Τεκ.45). Επισήμανε ότι κατά τον πιο πάνω έλεγχο δεν διαπιστώθηκε ότι η Τράπεζα Κύπρου προέβαινε σε οργανωμένη και συστηματική αξιολόγηση των αξιογράφων. Επισήμανε ότι η Τράπεζα Κύπρου με ανακοίνωση της ημερ. 15.6.2012 ειδοποιούσε ότι προέβαινε σε υποχρεωτική ακύρωση πληρωμής τόκου αναφορικά με τα μετατρέψιμα αξιόγραφα ενισχυμένου κεφαλαίου (ΜΑΕΚ) (βλ. Τεκ.27). Ακολούθως υποβλήθηκαν παράπονα τόσο εναντίον της Τράπεζας Κύπρου όσο και άλλης τράπεζας και έτσι αποστάληκε σε όλες τις τράπεζες εγκύκλιος, με την οποία τις καλούσε να λάβουν όλα τα ενδεικνυόμενα μέτρα ώστε να διασφαλίσουν ότι οι μέθοδοι προώθησης που εφαρμόζουν κατά τη διάθεση χρηματοοικονομικών μέσων που εκδίδει η τράπεζα βρίσκονται στα πλαίσια των προνοιών του Νόμου και των οδηγιών (βλ. Τεκ.46). H Tράπεζα Κύπρου με επιστολή της ημερ. 12.4.2011 (βλ. Τεκ.47) ενημέρωνε την Κεντρική Τράπεζα ότι τροχοδρομήθηκαν όλες οι ενέργειες για εφαρμογή των συστάσεων της και περαιτέρω επισυνάφθηκε πίνακας μαζί με τα επιμέρους σχόλια σε σχέση με τα διορθωτικά μέτρα που προτίθενται να λάβουν. Η Κεντρική Τράπεζα με επιστολή της ημερ. 21.4.2011 ζητούσε, μεταξύ άλλων, από αυτή την υποβολή σχετικής έκθεσης εντός καθορισμένης προθεσμίας (βλ. Τεκ.48). Ακολούθως έγινε και πάλι έλεγχος από μέρους της Κεντρικής Τράπεζας κατά πόσο υπήρξε συμμόρφωση και στις 9.3.2012 αποστάληκε σχετική επιστολή προς την Τράπεζα Κύπρου στην οποία επισημαίνονται οι διαπιστώσεις που περιγράφονται σε αυτήν (βλ. Τεκ.49). Ακολούθησε ανταλλαγή επιστολών (βλ. Τεκ.50, 51, 52, 56, 57). Η Κεντρική Τράπεζα απέστειλε επιστολή, σε όλες τις τράπεζες, ημερ. 25.1.2012 (βλ. Τεκ.58), με την οποία τους γνωστοποιούσε ότι οφείλουν να επιβεβαιώνουν ότι τα χρηματοοικονομικά μέσα που παρέχουν είναι συμβατά και κατάλληλα γι΄ αυτούς και επισύναψε κατάλογο χρηματοοικονομικών μέσων τα οποία θεωρούνται ως πολύπλοκα στα οποία περιλαμβάνονται και τα αξιόγραφα. Περαιτέρω, με ανακοίνωση της ημερ. 30.8.2012, ενημέρωνε ότι έλαβε εκατοντάδες επιστολές από κατόχους αξιογράφων κεφαλαίου τραπεζών, στις οποίες διατυπώνονται καταγγελίες για χρησιμοποίηση αθέμιτων πρακτικών και ότι θα μελετήσει τα στοιχεία που περιέχονται στις καταγγελίες ώστε να εξακριβωθεί ο βαθμός συμμόρφωσης τους με τις διατάξεις της σχετικής νομοθεσίας (βλ. Τεκ.53). Στη συνέχεια, με επιστολή της ημερ. 20.7.2012 ενημέρωνε την Τράπεζα Κύπρου ότι θα διενεργηθεί επιτόπια επιθεώρηση κατά πόσο παρείχετο επενδυτική συμβουλή κατά την προώθηση διάθεσης των αξιογράφων που εκδόθηκαν από την τράπεζα καθώς και ο βαθμός συμμόρφωσης της με τις πρόνοιες του Νόμου (βλ. Τεκ.54). Τα αποτελέσματα του ελέγχου ήταν ότι όντως η Τράπεζα Κύπρου παρέβηκε συγκεκριμένες διατάξεις του Νόμου και των οδηγιών της Κεντρικής Τράπεζας κατά την παροχή επενδυτικής υπηρεσίας σε σχέση με τη διάθεση των ΜΑΕΚ και γνωστοποίησε τα ευρήματα της σε αυτή με επιστολή ημερ. 17.10.2012 (βλ. Τεκ.55). Η Κεντρική Τράπεζα με απόφαση της ημερ. 13.9.2013 επέβαλε στην Τράπεζα Κύπρου πρόστιμο €4.000 καθότι παρέλειψε να συμμορφωθεί με συγκεκριμένες πρόνοιες της πιο πάνω νομοθεσίας σε σχέση με την έκδοση των αξιογράφων κεφαλαίου του 2009 (βλ. Τεκ.10). Ανέφερε ότι εναντίον της πιο πάνω απόφασης καταχωρήθηκε προσφυγή. Τόνισε ότι η εποπτεία που ασκούσε η Κεντρική Τράπεζα ήταν συνεχής και όταν περιήλθαν στην αντίληψη της τον Νοέμβριο του 2010 σχετικές καταγγελίες ενήργησε αμέσως, αποστέλλοντας την εγκύκλιο του
- Περαιτέρω είχαν τηλεφωνικές επικοινωνίες με τις τράπεζες που εξέδωσαν αξιόγραφα και τις προέτρεψαν να συμμορφώνονται πλήρως με τον πιο πάνω Νόμο και πέραν τούτου ακολούθησαν και επιτόπιοι έλεγχοι. Διευκρίνισε ότι ο ρόλος της Κεντρικής Τράπεζας είναι εποπτικός και όχι αστυνομικός, με την έννοια να ελέγχει την κάθε συμφωνία που συνομολογεί η τράπεζα με πελάτη. Στη μαρτυρία του επισήμανε ότι υφίστανται χιλιάδες χρηματοοικονομικά μέσα στον κόσμο στα οποία εμπίπτουν και τα αξιόγραφα. Πρόκειται για μεταβιβάσιμες κινητές αξίες και κατατάσσονται ως χρηματοοικονομικά μέσα στον περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμος του 2007 (Ν. 144
(1)/2007). Διευκρίνισε ότι στο συγκεκριμένο Νόμο δεν γίνεται ειδική αναφορά στα αξιόγραφα καθότι τα χρηματοοικονομικά μέσα είναι χιλιάδες. Ανέφερε ότι στην περίπτωση που τράπεζα ή ΚΕΠΕΥ παρέχει υπηρεσίες που σχετίζονται με αξιόγραφα, εφαρμόζεται ο πιο πάνω Νόμος. Στην περίπτωση που η τράπεζα παραλαμβάνει την αίτηση του επενδυτή για την απόκτηση συγκεκριμένου χρηματοοικονομικού μέσου, αυτή εκτελεί την επενδυτική υπηρεσία της λήψης και διαβίβασης εντολών και θα πρέπει να παραλαμβάνεται και διαβιβάζεται από πρόσωπο που είναι εγγεγραμμένο στο μητρώο. Το κατά πόσο παρέχεται η υπηρεσία παροχής επενδυτικών συμβουλών θα πρέπει να εξεταστεί στα δεδομένα της κάθε υπόθεσης και διευκρίνισε ότι πρόσωπο πιστοποιημένο και εγγεγραμμένο πρόσωπο δύναται να παρέχει επενδυτική συμβουλή. Επίσης θα πρέπει να αντλεί τις αναγκαίες πληροφορίες σχετικά με τη γνώση και την πείρα του πελάτη στον επενδυτικό τομέα σε σχέση με το συγκεκριμένο τύπο χρηματοοικονομικού μέσου καθώς και σχετικά με την οικονομική κατάσταση και τους επενδυτικούς του στόχους ώστε να του συστήσει τις επενδυτικές υπηρεσίες και τα χρηματοοικονομικά μέσα που είναι κατάλληλα για την περίπτωση του. Ε. Αγορεύσεις των συνηγόρων των διαδίκων 12.1 Αγορεύοντας ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγόντων εισηγήθηκε ότι έχουν επιτύχει να αποδείξουν την απαίτηση τους εναντίον όλων των Εναγομένων αφού η μαρτυρία που προσκομίστηκε από μέρους τους ήταν πειστική. Τόνισε ότι η τράπεζα παρείχε επενδυτικές υπηρεσίες στους Ενάγοντες και παρέβηκε τις θεσμοθετημένες υποχρεώσεις της όπως καθορίζονται στο Νόμο. Ειδικότερα δεν ενήργησε δίκαια, με εντιμότητα και επαγγελματισμό. Δεν διασφάλισε τα συμφέροντα τους και με ψευδείς παραστάσεις και απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων τους έπεισε να τα αγοράσουν. Ήταν η θέση του, ότι οι πληροφορίες που απεύθυνε η τράπεζα στους Ενάγοντες όχι μόνο δεν ήταν ακριβείς και σαφείς αλλά ήταν παραπλανητικές αφού μεταξύ άλλων τους παρουσίασε τόσο τα ΜΑΚ του 2009 όσο και τα ΜΑΕΚ του 2011 ως ασφαλή επενδυτικά προϊόντα, γεγονός που δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα. Περαιτέρω δεν παρείχε κατάλληλη πληροφόρηση σε αυτούς σε κατανοητή μορφή σχετικά με τις υπηρεσίες που προσέφεραν, περιλαμβανομένης και κατάλληλης καθοδήγησης και προειδοποίησης σχετικά με τους κινδύνους που συνδέονται με τις επενδύσεις ώστε να λαμβάνουν επενδυτική απόφαση με επίγνωση και δεν άντλησε τις αναγκαίες πληροφορίες σχετικά με τη γνώση και την πείρα των Εναγόντων στον πιο πάνω επενδυτικό τομέα καθώς και την οικονομική κατάσταση και τους επενδυτικούς τους στόχους ώστε να τους συστήσουν τις επενδυτικές υπηρεσίες και τα χρηματοοικονομικά μέσα που είναι κατάλληλα για την περίπτωση τους. Επίσης δεν τους κατηγοριοποίησαν, ως είχαν υποχρέωση με βάση το Νόμο και αν το έπραττε, αυτοί θα ενέπιπταν στην κατηγορία πελατών για τους οποίους τα αξιόγραφα δεν είναι συμβατά. Περαιτέρω δε ανέφερε ότι τα πρόσωπα που έλαβαν και διαβίβασαν εντολές σχετικά με τα επίδικα αξιόγραφα ως επίσης και τα πρόσωπα που παρείχαν επενδυτικές συμβουλές δεν ήταν πιστοποιημένα σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 52 του πιο πάνω Νόμου. Έτσι, ήταν η εισήγηση του, ότι από τις πράξεις και τις παραλείψεις της Εναγομένης 1 τράπεζας ως επίσης και από την παράβαση των θεσμοθετημένων καθηκόντων της, προκλήθηκε ζημιά στους Ενάγοντες. 12.2 Περαιτέρω δε, αγορεύοντας, ανέφερε ότι η Κεντρική Τράπεζα δεν άσκησε επαρκή εποπτεία και δεν επέδειξε την δέουσα επιμέλεια για να διασφαλίσει την τήρηση των νομοθετικών προνοιών από την τράπεζα κατά την προώθηση των αξιογράφων και επίσης το Κράτος παρέλειψε να προστατεύσει το δικαίωμα της ιδιοκτησίας, ως όφειλε, με αποτέλεσμα να εξαπατηθούν οι Ενάγοντες και να υποστούν ζημιά. 12.3 Αγορεύοντας η ευπαίδευτη συνήγορος της Εναγόμενης 1 εισηγήθηκε ότι οι Ενάγοντες κωλύονται από του να εγείρουν και να προωθούν την παρούσα αγωγή καθότι έχουν απεμπολήσει οποιαδήποτε δικαιώματα εναντίον των Εναγομένων 1 με την υπογραφή και αποδοχή των όρων που συμπεριλαμβάνονταν στις επίδικες συμφωνίες απόκτησης των αξιογράφων και συνομολόγησης των επίδικων δανείων. Επισήμανε ότι τα επίδικα αξιόγραφα εκδόθηκαν κατά τον ορθό και ενδεδειγμένο τρόπο και τα ενημερωτικά δελτία εγκρίθηκαν από την αρμόδια αρχή. Περαιτέρω, ο τρόπος προώθησης τους δεν αποτελούσε επενδυτική υπηρεσία, όπως αυτή καθορίζεται στο Νόμο και στην προκείμενη περίπτωση η τράπεζα δεν παρείχε οποιαδήποτε επενδυτική συμβουλή. Πέραν δε τούτου, οι Ενάγοντες 1 και 2 είχαν επαρκή γνώση σε σχέση με τα ζητήματα που προέκυπταν τόσο από την απόκτηση αξιογράφων όσο και από τη συνομολόγηση δανείων ως επίσης και από τις ενέργειες που προέβηκαν. Η δε μαρτυρία που προσκομίστηκε από μέρους των Εναγόντων, ως επισήμανε, δεν ήταν πειστική για τους λόγους που επεξήγησε. 12.4 Αγορεύοντας η ευπαίδευτος συνήγορος της Εναγομένης 2 εισηγήθηκε ότι το αστικό αδίκημα της αμέλειας, το οποίο αποδίδεται σε αυτή, έχει παραγραφεί αφού παρήλθαν πέραν των τριών ετών από την ημερομηνία διάπραξης των ισχυριζομένων αδικημάτων μέχρι την καταχώρηση της αγωγής. Περαιτέρω δε εισηγήθηκε ότι οι Ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν αμέλεια ή και οποιαδήποτε πλημμελή εποπτεία από μέρους της Κεντρικής Τράπεζας. Στην ίδια γραμμή ήταν και η αγόρευση της ευπαίδευτης συνηγόρου της Δημοκρατίας, η οποία επισήμανε κατ' αρχήν ότι δεν υφίσταται δικογραφημένος ισχυρισμός παραβίασης του δικαιώματος της ιδιοκτησίας και έτσι δεν θα πρέπει να εξεταστεί. Ανεξάρτητα όμως από το τελευταίο, ανέφερε ότι δεν υφίσταται μαρτυρία που να καταδεικνύει τα όσα καταλογίζονται στη Δημοκρατία. Στ. Αξιολόγηση της μαρτυρίας 13. Απαραίτητη είναι η αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου για την εξαγωγή των απαραίτητων συμπερασμάτων. Το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφανθεί, μεταξύ άλλων, κατά πόσο οι Ενάγοντες έχουν επιτύχει να αποδείξουν στον απαιτούμενο βαθμό: (i) τα όσα αποδίδουν στην Εναγόμενη 1 τράπεζα σε σχέση με τον τρόπο που αποκτήθηκαν τα αξιόγραφα του 2009 και του 2011 (ii) ότι η Εναγομένη 1 τράπεζα παρείχε επενδυτικές υπηρεσίες στα πλαίσια της έννοιας του Νόμου, και σε τέτοια περίπτωση κατά πόσο παρέβηκε τις υποχρεώσεις της, όπως καθορίζονται στο Νόμο (iii) οποιαδήποτε αμέλεια ή και παράβαση θεσμοθετημένου καθήκοντος από μέρους των Εναγομένων 2 και 3 και τέλος (iv) ότι υπέστησαν οποιαδήποτε ζημιά συνεπεία των πιο πάνω, στην περίπτωση που έχουν επιτύχει να στοιχειοθετήσουν τα όσα εκτίθενται στις παρ. (i) και (ii) και (iii) ανωτέρω. 14. Μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες και είναι σε θέση να αξιολογήσει τη μαρτυρία τους με δείκτη, μεταξύ άλλων, τη λογικότητα της εκδοχής τους, την αμεσότητα και ευθύτητα των απαντήσεων τους, αλλά και γενικότερα την όλη παρουσία τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Αντιφάσεις σε μικρολεπτομέρειες δεν αποδυναμώνουν μια κατά τα άλλα αξιόπιστη μαρτυρία αλλά αντίθετα την ενδυναμώνουν με την έννοια ότι δεν υπήρξε προσχεδιασμός και ή συνεννόηση μεταξύ των μαρτύρων ως προς το τι θα κατέθεταν (βλ. Τυμπιώτης ν. Δημοκρατίας
(2004)2Α ΑΑΔ 612 και στις εκεί αναφερόμενες αυθεντίες). Η μαρτυρία όμως, όπως έχει νομολογηθεί, θα πρέπει να αντικριστεί με ευρύτητα και όχι μικροσκοπικά. Τονίζεται ότι το Δικαστήριο έχει διέλθει το σύνολο της μαρτυρίας με ιδιαίτερη ενδελέχεια και προσοχή. 15.1 Στο πλαίσιο της ακροαματικής διαδικασίας κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου η απόφαση της Κεντρικής Τράπεζας ημερ. 13.9.2013 (βλ. Τεκ.10), τα πορίσματα του εποπτικού ελέγχου της Κεντρικής Τράπεζας ημερ. 31.7.2008, που διεξήχθηκε μεταξύ των ημερομηνιών 7.4.2008 και 11.4.2008 (βλ. Τεκ.43), τα ευρήματα επιθεώρησης (βλ. Τεκ.45) και η έκθεση ειδικού ελέγχου (βλ. Τεκ.15). Το Δικαστήριο τούτο δεν έχει δικαιοδοσία να αποφανθεί για τη νομιμότητα και εγκυρότητα των πιο πάνω αποφάσεων. Εξάλλου, όπως έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, καταχωρήθηκε προσφυγή από μέρους της τράπεζας σε σχέση με την πιο πάνω απόφαση (βλ. Τεκ.10). Επισημαίνεται ότι αυτά καθαυτά τα ευρήματα της Κεντρικής Τράπεζας, όπως αυτά εμπεριέχονται στα πιο πάνω, δεν λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο (βλ. Γιάλλουρου ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ
(2011)1(Γ) ΑΑΔ 1635). Αντιθέτως, τα πιο πάνω καταδεικνύουν τις ενέργειες που προέβηκε η Κεντρική Τράπεζα λαμβανομένου υπόψη ότι οι Ενάγοντες αποδίδουν στην τελευταία, μεταξύ άλλων, αμέλεια και παράβαση των καθηκόντων της. Σε σχέση δε με την απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της Ελληνικής Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς (βλ. Τεκ.13) τονίζεται ότι το Δικαστήριο δεν προσδίδει οποιαδήποτε βαρύτητα σε αυτή για τους ίδιους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω. Το κατά πόσο η Τράπεζα Κύπρου παραβίασε με τις πράξεις ή παραλείψεις της, τη νομοθεσία και κατά πόσο οι Ενάγοντες υπέστησαν οποιαδήποτε ζημιά συνεπεία της παραβίασης, θ' αποφασιστεί από το Δικαστήριο με βάση τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση και όχι βασιζόμενο στα ευρήματα της Κεντρικής Τράπεζας και της Ελληνικής Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς. Εν κατακλείδι, οι Ενάγοντες θα πρέπει να προσκομίσουν μαρτυρία που να στοιχειοθετούν τα αγώγιμα δικαιώματα και τα όσα καταλογίζουν στους Εναγόμενους. 15.2 Κατ' αρχήν επισημαίνεται ότι δεν αποτελεί επίδικο ζήτημα τα αξιόγραφα του 2004 αφού τα χρήματα καταβλήθηκαν στους Ενάγοντες 1 και 2 πλην όμως διασυνδέονται με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες αγοράστηκαν τα αξιόγραφα του 2009 και του 2011 αφού, όπως ισχυρίστηκε ο Ενάγοντας 1, ο υποδιευθυντής της τράπεζας του δήλωσε, μεταξύ άλλων, πως ότι ίσχυε για το προϊόν του 2004 θα ίσχυε και γι' αυτά. 15.3 Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι τα μετατρέψιμα αξιόγραφα κεφαλαίου (ΜΑΚ) του 2009 και τα μετατρέψιμα αξιόγραφα ενισχυμένου κεφαλαίου (ΜΑΕΚ) του
- Το Δικαστήριο κρίνει ορθό να επισημάνει ότι, σύμφωνα με τη μαρτυρία που προσκομίστηκε τα αξιόγραφα πρόκειται για μεταβιβάσιμες κινητές αξίες, διαπραγματεύονται στο Χρηματιστήριο και κατατάσσονται ως χρηματοοικονομικά μέσα. Η επένδυση τόσο στα μετατρέψιμα αξιόγραφα κεφαλαίου (ΜΑΚ) του 2009 όσο και στα μετατρέψιμα αξιόγραφα ενισχυμένου κεφαλαίου (ΜΑΕΚ) του 2011 εμπεριείχε κινδύνους, οι οποίοι καταγράφονται στα ενημερωτικά δελτία (βλ. Τεκ.16 και Τεκ.17) και όπως ήταν η θέση και της ίδιας της τράπεζας, τα τελευταία δυνατόν να μην ήταν κατάλληλα για όλους τους επενδυτές και δεν θα έπρεπε να επενδύουν σ' αυτά εκτός εάν κατείχαν τις γνώσεις και εμπειρίες ή κατόπιν συμβουλής. 15.4 Οι Ενάγοντες 1 και 2 κατά το έτος 2004 απέκτησαν για πρώτη φορά αξιόγραφα. Σε σχέση με τον τρόπο απόκτησης των πιο πάνω αξιογράφων έδωσε μαρτυρία ο Ενάγοντας 1 και η κα XXXXX Χρήστου, υπάλληλος της τράπεζας, η οποία κλήθηκε από την Εναγομένη
- Ο Ενάγοντας 1 στη μαρτυρία του ανέφερε ότι είναι περιορισμένης μόρφωσης και εργαζόταν ως χειριστής βάρδιας στα Διυλιστήρια της Λάρνακας. Αξιοσημείωτη η επισήμανση του ότι αναπτύχθηκε σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ αυτών και της τράπεζας. Ήταν η μόνη τράπεζα με την οποία συνεργάζονταν για πέραν των τριάντα ετών και διατηρούσαν σ' αυτήν τις καταθέσεις τους. Κατά το 2004 όταν μετέβηκε στην τράπεζα με σκοπό να καταθέσει την αποζημίωση που έλαβε από την εργασία του (Λ.Κ.258.021,19), η κα XXXXX Χρήστου του παρουσίασε, ως ισχυρίστηκε, ένα πενταετές καταθετικό γραμμάτιο αναφέροντας του ότι θα κέρδιζε περισσότερο τόκο από ότι ένα γραμμάτιο ενός έτους, ως επίσης θα έπαιρνε τους τόκους κάθε έξι μήνες για να καλύπτει τις ανάγκες της οικογένειας του. Ισχυρίστηκε ότι του ανέφερε ότι τα χρήματα του θα ήταν ασφαλισμένα και χαρακτηριστικά του δήλωσε ότι θα ήταν «κουγκρί». Η κα XXXXX Χρήστου ανέφερε, ότι πράγματι επεξήγησε τα χαρακτηριστικά του προϊόντος, το οποίο όμως επρόκειτο για πενταετές χρεόγραφο. Ανέφερε σ' αυτόν τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα ώστε να αποφασίσει, δεν τον συμβούλευσε πλην όμως του επεξηγήθηκε ότι θα έπαιρνε τόκο κάθε έξι μήνες ο οποίος ήταν μεγαλύτερος από αυτόν του γραμματίου. Τότε, όπως ισχυρίστηκε, δεν υπήρχαν αξιόγραφα. Τόσο ο Ενάγοντας 1 όσο και οι υπόλοιποι μάρτυρες που κλήθηκαν από μέρους της τράπεζας και ειδικότερα οι κ. XXXXX Κωνσταντίνου και XXXXX Δημοσθένους δήλωσαν ότι κατά το έτος 2004 έγινε αγορά αξιογράφων ως επίσης και η κα XXXXX Σωφρονίου τότε υπάλληλος της Cisco δήλωσε ότι στις 20.3.2004 η Τράπεζα Κύπρου προέβηκε στην έκδοση αξιογράφων. Δεν έγινε από μέρους τους αναφορά σε χρεόγραφα του
- Ευλόγως γεννιούνται διάφορα ερωτήματα και ειδικότερα κατά πόσο το πιο πάνω πρόσωπο γνώριζε τα χαρακτηριστικά του προϊόντος που παρουσίασε αφού, όπως έχει αναφερθεί, του επεξήγησε το πενταετές χρεόγραφο ενώ όλοι οι υπόλοιποι έκαναν αναφορά σε αγορά αξιογράφων κατά την πιο πάνω χρονική περίοδο. Ανεξάρτητα όμως από τα πιο πάνω, στη μαρτυρία της η κα XXXXX Χρήστου, επισήμανε ότι παρουσίασε στον Ενάγοντα 1 τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα του επενδυτικού προϊόντος, επισημαίνοντας σ΄ αυτόν ότι θα λάμβανε μεγαλύτερο τόκο από αυτό του γραμματίου. Δεν καθόρισε με την απαραίτητη λεπτομέρεια και επάρκεια που απαιτείται τι ακριβώς ανέφερε στην παρουσίαση που προέβηκε και ειδικότερα σε σχέση με τα μειονεκτήματα του πιο πάνω προϊόντος. Στο στάδιο της κυρίως εξέτασης όταν ρωτήθηκε κατά πόσο θα μπορούσε να υπάρχει σύγχυση σε σχέση με τη φύση του πιο πάνω προϊόντος και ειδικότερα ότι επρόκειτο για καταθετικό γραμμάτιο, επισήμανε ότι το γραμμάτιο το αντιλαμβάνεται ο πελάτης αφού υπογράφει και παραλαμβάνει σχετικό έντυπο. Δίσταζε να απαντήσει με αμεσότητα και ευθύτητα το τι ακριβώς του δήλωσε και ειδικότερα ότι δεν επρόκειτο για γραμμάτιο. Κατ' αρχήν αρκείτο να αναφέρει ότι δεν επρόκειτο για γραμμάτιο αλλά για χρεόγραφα, χωρίς να αναφέρει το τι ακριβώς του δήλωσε. Δεν διέλαθε της προσοχής του Δικαστηρίου ότι σε κατοπινό στάδιο της αντεξέτασης ανέφερε ότι του εξηγήθηκε ότι ήταν χρεόγραφα. Πέραν των πιο πάνω, όταν ρωτήθηκε στο στάδιο της κυρίως εξέτασης ότι ο Ενάγοντας ανέφερε ότι του δήλωσε «. ότι τα λεφτά ήταν κουγκρί και ότι ήταν ασφαλισμένα» αυτή απάντησε λέγοντας «Δεν χρησιμοποιώ ούτε που φύσης μου τη λέξη τούτην εννοώ να πω έτσι πρόταση». Αντεξεταζόμενη, όμως, αναγνώρισε ότι πράγματι δήλωσε στον Ενάγοντα ότι υπάρχει κίνδυνος να χαθούν τα χρήματα της επένδυσης στην περίπτωση που «παττίσει η τράπεζα». Από τη μια, δεν ήταν της φύσης της να χρησιμοποιεί τη λέξη «κουγκρί» αλλά από την άλλη χρησιμοποίησε τη λέξη «παττίσει». Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το στάδιο της αντεξέτασης, αναγνώρισε ότι παρουσίασε ως ασφαλές το συγκεκριμένο προϊόν αφού, όπως έχει ήδη επισημανθεί, του δήλωσε ότι υφίσταται κίνδυνος να χαθούν τα χρήματα του στην περίπτωση που χρεοκοπήσει η τράπεζα αλλά όπως της έλεγαν τότε δεν υπήρχε τέτοια πιθανότητα. Ένα τόσο σημαντικό γεγονός παρέλειψε να το αναφέρει στο στάδιο της κυρίως εξέτασης της. Έτσι, η μαρτυρία της κας XXXXX Χρήστου, για όλους τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω, δεν ήταν πειστική και συνακόλουθα το Δικαστήριο δεν την αποδέχεται. 15.5 Σε σχέση με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες αγοράστηκαν, από μέρους των Εναγόντων 1 και 2, τα μετατρέψιμα αξιόγραφα κεφαλαίου (ΜΑΚ) του 2009 και τα μετατρέψιμα αξιόγραφα ενισχυμένου κεφαλαίου (ΜΑΕΚ) του 2011, έδωσε μαρτυρία μόνον ο Ενάγοντας
- Η τράπεζα, αν και αναμενόταν, δικαιωματικά δεν κάλεσε το συγκεκριμένο υπάλληλο της, που έκανε αναφορά ο Ενάγοντας, για να ρίξει φως στο τι ακριβώς διαδραματίστηκε εκείνες τις ημέρες. Τονίζεται ότι δεν διέλαθε της προσοχής του Δικαστηρίου ότι το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους των Εναγόντων και όχι στους ώμους των Εναγομένων. Ο Ενάγοντας 1 στη μαρτυρία του ανέφερε ότι στις 21.5.2009 του τηλεφώνησε ο τραπεζίτης του κ. XXXXX, υποδιευθυντής του καταστήματος της Εναγομένης τράπεζας, και τους κάλεσε να μεταβούν στην τράπεζα πράγμα το οποίο έπραξε. Το πιο πάνω πρόσωπο, τους δήλωσε ότι εκδόθηκε ένα νέο πενταετές καταθετικό γραμμάτιο και ό,τι ίσχυε για το προηγούμενο γραμμάτιο του 2004 θα ίσχυε και γι' αυτό με πιο ψηλό επιτόκιο και ότι στην περίπτωση που χρειαστούν χρήματα πριν τη λήξη των πέντε ετών θα μπορούσαν να δανειοδοτηθούν με χαμηλότερο επιτόκιο και με μοναδική εξασφάλιση τα χρήματα της κατάθεσης. ΄Ετσι αποδέχτηκαν και τότε το πιο πάνω πρόσωπο τους έδωσε ένα τυποποιημένο έγγραφο και τους ζήτησε να υπογράψουν γρήγορα, δηλώνοντας τους, ότι είναι πολύ τυχεροί που θα τους επέλεγαν παρόλη τη μεγάλη ζήτηση που υπήρχε. Στη συνέχεια υπέγραψαν τη σχετική αίτηση χωρίς να τη διαβάσουν και χωρίς να τους επιδείξουν οποιοδήποτε ενημερωτικό δελτίο. Κάτω από τις πιο πάνω συνθήκες που περιέγραψε, οι Ενάγοντες 1 και 2 απέκτησαν αξιόγραφα για το συνολικό ποσό των €184.970.- Ακολούθως την 5.5.2011 το πιο πάνω πρόσωπο και πάλιν επικοινώνησε μαζί τους και τους ενημέρωσε για ένα καλύτερο πενταετές καταθετικό γραμμάτιο, όπως το προηγούμενο, με τη διαφορά ότι το επιτόκιο αυξανόταν σε 6,5% και τον προέτρεψε να σπεύσει γρήγορα για να μην χάσει την ευκαιρία καθότι υπήρχε μεγάλη ζήτηση. Όταν ο Ενάγοντας 1 μετέβηκε στην τράπεζα, του παρέδωσε ένα τυποποιημένο έντυπο και του ζήτησε να υπογραφεί τόσο από τον ίδιο όσο και από τη σύζυγο του, πράγμα το οποίο τελικά έπραξαν. Επισήμανε και πάλιν ότι δεν διάβασαν το συγκεκριμένο έντυπο και δεν του υποδείχθηκε ενημερωτικό δελτίο. Έτσι κάτω από τις συνθήκες που περιέγραψε τα μετατρέψιμα αξιόγραφα κεφαλαίου (ΜΑΚ) μετατράπηκαν σε μετατρέψιμα αξιόγραφα ενισχυμένου κεφαλαίου (ΜΑΕΚ). Η μαρτυρία του ήταν πειστική και είχε λογική συνέχεια. Το 2004 του τα παρουσίασαν ως ασφαλή, γεγονός που επιβεβαίωσε, κατά τρόπο διαφορετικό, και η υπάλληλος της Εναγομένης 1 κα XXXXX Χρήστου. Ακολούθως διαδραματίστηκαν τα γεγονότα του 2009 και του 2011, όπως εκτίθενται πιο πάνω. Ο Ενάγοντας 1 ήταν σαφής ότι στην περίπτωση που η τράπεζα, του δήλωνε ότι υφίστατο κίνδυνος να μειωθεί η αξία των χρημάτων του τότε δεν θα διακινδύνευε τους κόπους και μόχθους μιας ολόκληρης ζωής. Λογική και πειστική εξήγηση. Ο Ενάγοντας 1 ισχυρίστηκε ότι τόσο ο ίδιος όσο και η σύζυγος του, κάτω από τις συνθήκες που περιέγραψε, υπέγραψαν στις 21.5.2009 τη σχετική αίτηση (βλ. Τεκ.3) αναφορικά με τα αξιόγραφα του 2009 και στις 5.5.2011 την αίτηση (βλ. Τεκ.4) αναφορικά με τα αξιόγραφα του
- Στις δύο πιο πάνω αιτήσεις, τις οποίες υπέγραψαν, βεβαίωσαν ότι έχουν τη γνώση και τις ικανότητες να προβούν στην αξιολόγηση της επένδυσης τους στα ΜΑΚ του 2009 και στα ΜΑΕΚ του 2011, ότι αποδέχονται τους όρους έκδοσης, όπως εμπεριέχονται στα ενημερωτικά δελτία ημερ. 30.4.2009 και 5.5.2011 ως επίσης ότι δεν τους είχε παρασχεθεί οποιαδήποτε συμβουλή ή παρότρυνση από την τράπεζα σε σχέση με τα πιο πάνω αξιόγραφα. Κατ' αρχήν επισημαίνεται ότι οι πιο πάνω αιτήσεις (βλ. Τεκ.3 και Τεκ.4) ήταν τυποποιημένες και καθώς αντιλαμβάνομαι ετοιμάστηκαν από την τράπεζα ή και από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο για λογαριασμό της και παραδόθηκαν από αυτήν στους Ενάγοντες 1 και 2, οι οποίοι τις υπέγραψαν. Στη συνέχεια η τράπεζα απέστειλε τις αιτήσεις στην ανάδοχο της έκδοσης δηλ. τη Cisco. Ο Ενάγοντας, ως ανέφερε, εργαζόταν ως υπάλληλος βάρδιας στα διυλιστήρια της Λάρνακας, περιορισμένης μόρφωσης και η σύζυγος του ήταν οικοκυρά. Επισήμανε ότι συνεργαζόταν με την τράπεζα για πέραν των 30 ετών και ανέπτυξαν σχέση εμπιστοσύνης. Οι Ενάγοντες 1 και 2 δεν είχαν την πείρα, τις γνώσεις και τις ικανότητες ώστε να λαμβάνουν τις δικές τους επενδυτικές αποφάσεις και να εκτιμούν δεόντως τον κίνδυνο που ανέλαβαν. Περαιτέρω με τις πιο πάνω αιτήσεις δήλωναν ότι αποδέχονται τους όρους έκδοσης όπως εμπεριέχονται στα ενημερωτικά δελτία. Στο πλαίσιο της ακροαματικής διαδικασίας δεν ήταν η θέση της τράπεζας ότι δόθηκαν στους Ενάγοντες 1 και 2 τα ενημερωτικά δελτία (βλ. Τεκ.16 και 17) αλλά σύμφωνα με τα όσα ανέφερε, η μάρτυρας που κλήθηκε από την τράπεζα, κα XXXXX Σωφρονίου σε σχέση με την έκδοση των ΜΑΕΚ του 2011 στάληκε ταχυδρομικώς και σε όλους τους κατόχους των προηγούμενων εκδόσεων περιληπτικό ενημερωτικό δελτίο ημερ. 20.4.2011 (βλ. Τεκ.18) με το οποίο τους ενημέρωνε για τη συγκεκριμένη έκδοση ως επίσης προσδιοριζόταν και ο χώρος ο οποίος μπορούσαν να υποβάλουν τις αιτήσεις. Ήταν η θέση του Ενάγοντα 1 ότι δεν τους δόθηκαν τόσο τα ενημερωτικά δελτία όσο και η πιο πάνω επιστολή. Στους Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 17 παρ. 210-211, αναφέρεται πως (σε δική μου μετάφραση): «Η ταχυδρόμηση μιας επιστολής μπορεί να αποδειχθεί από το πρόσωπο που την ταχυδρόμησε, ή καταδεικνύοντας γεγονότα από τα οποία η ταχυδρόμηση μπορεί να τεκμηριωθεί. Επομένως, μαρτυρία ταχυδρόμησης μπορεί να δοθεί αποδεικνύοντας ότι η επιστολή παραδόθηκε σε ένα υπάλληλο ο οποίος στη συνήθη πορεία της εργασίας του θα την είχε ταχυδρομήσει ή ότι τοποθετήθηκε σε ένα κουτί από τα οποίο τις παραλάμβανε καθημερινά ο ταχυδρόμος.» Έχει νομολογηθεί ότι μια επιστολή που αποδεικνύεται ότι έχει ταχυδρομηθεί και δεν επιστράφηκε από το ταχυδρομείο έχει παραδοθεί στο πρόσωπο στο οποίο απευθυνόταν (βλ. Theodorou v Abbot of Kykko Monastery
(1965)1 CLR 9, 18 και Πιττάκα ν Γ & Β Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1 (Γ) ΑΑΔ 1895, 19067). Το τεκμήριο είναι μαχητό και μπορεί να ανατραπεί. Στην προκείμενη περίπτωση κατά τρόπο γενικό και αόριστο τέθηκε ότι στάληκε η πιο πάνω επιστολή σε όλους τους κατόχους των προηγούμενων εκδόσεων. Δεν υφίσταται μαρτυρία ότι ταχυδρομήθηκε στους Ενάγοντες 1 και 2 και δεν επιστράφηκε από το ταχυδρομείο. Συνεπώς η Εναγόμενη 1 τράπεζα απέτυχε να αποδείξει ότι ταχυδρομήθηκε και δεν επιστράφηκε. Εξάλλου, ο Ενάγοντας 1 ήταν σαφής ότι δεν του παραδόθηκε τόσο το ενημερωτικό δελτίο όσο και η πιο πάνω επιστολή και οι πιο πάνω αιτήσεις υπογράφηκαν κάτω από τις συνθήκες που περιέγραψε. Και κάτι ακόμη σημαντικό. Τόσο τα ΜΑΚ του 2009 όσο και τα ΜΑΕΚ του 2011 αποκτήθηκαν με πρωτοβουλία της Εναγόμενης 1 τράπεζας. Τα δε γεγονότα που περιβάλλουν τις συνθήκες απόκτησης τους διαδραματίστηκαν σε μια μέρα για την κάθε περίπτωση. Οι Ενάγοντες 1 και 2 δεν απέκτησαν τα πιο πάνω αξιόγραφα, τα οποία πρόκειται για ένα πολύπλοκο χρηματοοικονομικό μέσο, με δική τους πρωτοβουλία, χρησιμοποιώντας τις οικονομίες τους. Δεν είχαν επίγνωση των κινδύνων της επένδυσης τους παρά το γεγονός ότι υπέγραψαν την πιο πάνω δήλωση. Η μαρτυρία του Ενάγοντα 1 σε σχέση με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες αγοράστηκαν τα αξιόγραφα ήταν σαφής. Δήλωσε ότι αρχικά απέκτησε τα αξιόγραφα του 2004, κάτω από τις συνθήκες που περιγράφηκαν πιο πάνω, αφού του τα παρουσίασαν ως ασφαλές προϊόν. Ακόμη και η ίδια η τράπεζα σύμφωνα με τη μαρτυρία της κας XXXXX Χρήστου, αναγνώρισε ότι τον διαβεβαίωσε για το ασφαλές της επένδυσης. Στη συνέχεια, ως δήλωσε, ο υποδιευθυντής της τράπεζας κ. XXXXX του τηλεφώνησε στις 21.5.2009, και αφού μετέβησαν στην τράπεζα, τους ανέφερε ότι εκδόθηκε ένα νέο πενταετές καταθετικό γραμμάτιο το οποίο θα τους απέδιδε περισσότερο τόκο, ως επίσης θα ίσχυε ότι ίσχυε για το γραμμάτιο του
- Αναφορικά με το τελευταίο έχει γίνει αναφορά πιο πάνω και όπως έχει ήδη επισημανθεί, του παρουσιάστηκε και ως ασφαλές προϊόν. Στη συνέχεια κάτω από τις συνθήκες που περιγράφηκαν μετατράπηκαν το 2011 σε μετατρέψιμα αξιόγραφα ενισχυμένου κεφαλαίου. Συνεκτιμώντας τα πιο πάνω, πώς είναι δυνατόν να δηλώνουν με δική τους πρωτοβουλία ότι αποδέχονται τους όρους έκδοσης όπως περιέχονται στα πολυσέλιδα ενημερωτικά δελτία (βλ. Τεκ.16 και Τεκ.17) και ότι έχουν τις γνώσεις και ικανότητες να προβούν στην αξιολόγηση της επένδυσής τους και ειδικότερα της αγοράς πολύπλοκων χρηματοοικονομικών μέσων όπως τα αξιόγραφα και μάλιστα των ΜΑΕΚ τα οποία σύμφωνα με τη θέση της ίδιας της τράπεζας δεν ήταν κατάλληλα για όλους τους επενδυτές και θα έπρεπε κάποιος να επενδύσει σ' αυτά στην περίπτωση που κατείχε την γνώση και την εμπειρία είτε κατόπιν συμβουλής. Οι Ενάγοντες 1 και 2 υπέγραψαν τις σχετικές αιτήσεις (βλ. Τεκ.3 και 4) και τα άλλα έγγραφα κάτω από τις συνθήκες που υπέγραψε ο Ενάγοντας
- Αποδεκτή και η θέση του ότι δεν τους επέδειξαν ενημερωτικά δελτία και δεν έλαβαν γνώση του περιεχομένου τους. Η ευπαίδευτη συνήγορος της Εναγόμενης 1 τράπεζας εισηγήθηκε ότι η μαρτυρία του δεν ήταν πειστική αφού είχε επαρκή γνώση σε σχέση με τα ζητήματα που προέκυπταν τόσο από την απόκτηση των αξιογράφων προηγούμενων εκδόσεων όσο και μέσα από τη συνομολόγηση των δανείων, αλλά και γενικότερα από τα έγγραφα που υπέγραψε και τις ενέργειες που προέβηκε. Το γεγονός ότι οι Ενάγοντες 1 και 2 απέκτησαν τα αξιόγραφα του 2004 και 2005, υπέγραψαν τα σχετικά έντυπα στα οποία έγινε αναφορά, συνομολόγησαν δάνεια και παραχωρήθηκαν ως εξασφάλιση τα αξιόγραφα, το γεγονός ότι προέβηκαν σε ρευστοποίηση το 2012 όπως περιγράφεται ανωτέρω και γενικότερα στις ενέργειες που περιγράφονται, δεν καταδεικνύεται καθ΄ οιονδήποτε τρόπο ότι γνώριζαν τους όρους της έκδοσης των επίδικων αξιογράφων. Περαιτέρω δεν μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι είχαν την πείρα, τις γνώσεις ώστε να λαμβάνουν τις δικές τους επενδυτικές αποφάσεις και να εκτιμούν δεόντως τον κίνδυνο που ανέλαβαν. Δεν μπορούν να καταταχθούν ως επαγγελματίες στο είδος και δεν εμπίπτουν στις κατηγορίες πελατών που θεωρούνται επαγγελματίες, όπως καθορίζονται στο άρθρο 2 και στο δεύτερο παράρτημα του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζομένων Αγορών Νόμο του
- Η κα XXXXX Δημοσθένους, υπάλληλος της Τράπεζας Κύπρου, στη μαρτυρία της μεταξύ άλλων, ανέφερε ότι οι Ενάγοντες την 19.4.2012 προέβηκαν σε πώληση 5000 αξιογράφων ενισχυμένου κεφαλαίου μέσω του χρηματιστηριακού γραφείου Atlantic Security, αφού προηγουμένως η τράπεζα εξέδωσε δικαιώματα προτίμησης. Ο Ενάγοντας 1 όταν ρωτήθηκε στο στάδιο της αντεξέτασης κατά πόσο υπέβαλε αίτημα για ρευστοποίηση μεγάλου αριθμού αξιογράφων, αρχικά δήλωσε ότι δεν γνώριζε, στη συνέχεια ανέφερε ότι αν θυμάται καλά για να υποθηκευθεί η κατοικία του ρευστοποίησαν και μετέπειτα δήλωσε ότι δεν ρευστοποίησαν καθότι αν συνέβαινε κάτι τέτοιο θα ήταν ευχαριστημένοι. Τα πιο πάνω δεν είναι ικανά να κλονίσουν συθέμελα τη μαρτυρία του, λαμβανομένου υπόψη ότι επί των ουσιωδών γεγονότων ήταν σαφής και πειστικός. Ο Ενάγοντας 1 σε κάποιο στάδιο της μαρτυρίας του ανέφερε ότι η Εναγόμενη 1 τράπεζα τους ανάγκασε να συνάψουν τα δάνεια και τις πιστωτικές διευκολύνσεις που περιγράφονται πιο πάνω. Η πιο πάνω αναφορά του σε εξαναγκασμό, καθώς αντιλαμβάνομαι έγινε ενόψει των όσων επεσήμανε ότι μεταξύ των ετών 2010 και 2013 χρειάστηκαν χρήματα για διάφορους λόγους και υπό τις περιστάσεις συνήφθηκαν τα δάνεια και οι πιστωτικές διευκολύνσεις που περιγράφονται πιο πάνω με εξασφάλιση τα πιο πάνω προϊόντα. Η πιο πάνω αναφορά του δεν είναι ικανή να καταρρίψει στην ολότητα την αξιοπιστία του. Περαιτέρω ο Ενάγοντας 1 στη μαρτυρία του ανέφερε ότι η Κεντρική Τράπεζα υπέχει ευθύνη για τη ζημιά που υπέστη. Αντεξεταζόμενος διευκρίνισε ότι πληροφορήθηκε το γεγονός αυτό από τον Σύνδεσμο Κατόχων Αξιογράφων ως επίσης απέδωσε ευθύνη σ΄ αυτήν και εκ του αποτελέσματος. Το τελευταίο δεν είναι ικανό και πάλι να κλονίσει την αξιοπιστία του στο σύνολο της, για τους ίδιους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω. Γενικά η όλη παρουσία του Ενάγοντα 1 στο εδώλιο του μάρτυρα ήταν θετική. Τα δε ουσιώδη γεγονότα είχαν μια λογική συνέχεια και η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από πειστικότητα. Απαντούσε με αμεσότητα και ευθύτητα στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν. Και κάτι ακόμα σημαντικό, δεν περιέπεσε σε οποιαδήποτε ουσιαστική αντίφαση, ικανή να κλονίσει συθέμελα την αξιοπιστία του. Έτσι το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του.
- Ο κ. XXXXX Χριστοφόρου κλήθηκε ως εμπειρογνώμονας σε σχέση με χρηματοοικονομικά ζητήματα. Αποτελεί πάγια νομολογιακή αρχή ότι για σκοπούς αξιολόγησης της μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων ισχύουν οι ίδιοι κανόνες που ισχύουν στην περίπτωση κάθε άλλου μάρτυρα. Το καθήκον του εμπειρογνώμονα είναι να εφοδιάσει το Δικαστήριο με όλες τις απαραίτητες για σκοπούς ελέγχου της ορθότητας των συμπερασμάτων του, επιστημονικές πληροφορίες έτσι ώστε το Δικαστήριο να είναι σε θέση εφαρμόζοντας αυτές τις πληροφορίες στα γεγονότα της ενώπιον του υπόθεσης που έχουν αποδειχθεί να σχηματίσει τη δική του κρίση (βλ. Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους ν. Κονναρή
(2011)1(Γ) ΑΑΔ 2298, Νικολάου ν. Σταύρου
(1992)1(Β) ΑΑΔ 746, Πιττάλης κ.α. ν. Iarina Enterprises Ltd. Κ.α.
(1997)1 ΑΑΔ 814 και Cybarco Ltd. V. Kovascik
(2001)1 AAΔ 2013). Με βάση τα ακαδημαϊκά του προσόντα και εμπειρία, όπως περιγράφονται στην παρ. 6.1 ανωτέρω, το πιο πάνω πρόσωπο θεωρείται εμπειρογνώμονας για χρηματοοικονομικά θέματα. Η μαρτυρία του έχει ήδη εκτεθεί με λεπτομέρεια πιο πάνω και δεν χρήζει επανάληψης. Επισήμανε κατά τρόπο σαφή και πειστικό ότι τα αξιόγραφα πρόκειται για πολυσύνθετα χρηματοοικονομικά προϊόντα τα οποία εμπεριέχουν κινδύνους. Χαρακτήρισε ως υψηλού ρίσκου τις εκδόσεις αξιογράφων της Τράπεζας Κύπρου του 2009 και του 2011. Σε κάποιο στάδιο της μαρτυρίας του εξέφρασε γνώμη και για νομικά ζητήματα, πράγμα ανεπίτρεπτο υπό τις περιστάσεις αφού, όπως έχει νομολογηθεί, επιτρέπεται η εισαγωγή τέτοιας μαρτυρίας σε σχέση μόνο με αλλοδαπό δίκαιο, κάτι το οποίο δεν συμβαίνει στην προκείμενη περίπτωση (βλ. Williams Glyn's Bank v "Ship Maria"
(1992)1 ΑΑΔ 309). Συνεπώς η μαρτυρία του επί των νομικών ζητημάτων δεν χρήζει ανάλυσης και ούτε οι σχετικές περί τούτου δηλώσεις του είναι ικανές να καταρρίψουν στην ολότητα την μαρτυρία του. Περαιτέρω επισήμανε ότι η Κεντρική Τράπεζα ως εποπτική αρχή όφειλε να εποπτεύει τις τράπεζες και δεν ήταν βέβαιος κατά πόσο προειδοποίησε τους επενδυτές για τους κινδύνους που εμπεριέχουν τα αξιόγραφα. Τόνισε όμως, ότι η εποπτεία της Κεντρικής Τράπεζας ήταν κάτι περισσότερο από ικανοποιητική. Σε σχέση δε με την εκτελεστική εξουσία ανέφερε ότι ουδέν έπραξε για να προειδοποιήσει για τους κινδύνους που ελλόχευαν για τα συγκεκριμένα αξιόγραφα και δεν χρειάζεται κάποιος να είναι εμπειρογνώμονας για να ενημερωθεί για τα τεκταινόμενα στην κοινωνία. Ακολούθως δήλωσε ότι δεν υφίσταται οποιαδήποτε προσωπική ευθύνη του Υπουργού Οικονομικών. Η όλη μαρτυρία του μέσα από τη ζωντανή και παλμώδη ατμόσφαιρα της δίκης ήταν θετική. Δεν περιέπεσε σε ουσιαστικές αντιφάσεις ικανές να κλονίσουν στην ολότητα τη μαρτυρία του.
- Η μαρτυρία της κας XXXXX Δημοσθένους, υπαλλήλου της Τράπεζας Κύπρου, ουσιαστικά περιστράφηκε ότι οι Ενάγοντες 1 και 2 αγόρασαν αξιόγραφα στις 14.4.2004, 30.5.2005, 21.5.2009 και στις 9.6.2011, ως επίσης ότι λάμβαναν τόκους. Η τελευταία φορά που καταβλήθηκαν ήταν την 31.12.
- Επισήμανε ότι τα αξιόγραφα του 2004 και του 2005 αγοράστηκαν μέσω της Cisco. Περαιτέρω ανέφερε ότι στις 19.4.2012 οι Ενάγοντες 1 και 2 πώλησαν 5.000 αξιόγραφα μέσω άλλου χρηματιστηριακού γραφείου. Δεν γνώριζε τις συνθήκες που έγινε η πιο πάνω συναλλαγή, ως επίσης δεν γνώριζε τις διαδικασίες που προέβη η Cisco μαζί με την τράπεζα και δεν γνώριζε για ποιο λόγο παραλήφθηκε η αίτηση από τη συγκεκριμένη υπάλληλο. Το πιο πάνω πρόσωπο δεν περιέπεσε σε οποιαδήποτε αντίφαση και ουσιαστικά η μαρτυρία της παρέμεινε αδιαμφισβήτητη. Ήταν μάρτυρας της αλήθειας και το Δικαστήριο αποδέχεται τη μαρτυρία της.
- Τα ίδια ισχύουν και για την κα XXXXX Κωνσταντίνου η οποία εργάζεται στη Cisco. Η μαρτυρία της ουσιαστικά περιστράφηκε στο γεγονός ότι εντόπισε δύο χρηματιστηριακές πράξεις για αγορές αξιογράφων που έγιναν την 9.6.2004 και 9.5.2005 από τους Ενάγοντες 1 και
- Επισήμανε ότι τόσο η χρηματιστηριακή εντολή όσο και το πληρεξούσιο που έδωσαν οι Ενάγοντες στη Cisco παραλήφθηκαν από την τελευταία από το κατάστημα της τράπεζας. Η ίδια δεν είχε οποιαδήποτε ανάμιξη στις συνθήκες αγοράς των αξιογράφων από τους Ενάγοντες 1 και 2 και δεν θυμόταν κατά πόσο μίλησε με αυτούς. Η μαρτυρία της παρέμεινε αδιαμφισβήτητη. Ανεξάρτητα όμως από το πιο πάνω γεγονός, ήταν μάρτυρας της αλήθειας και παρέθεσε τα γεγονότα, όπως η ίδια τα γνώριζε.
- Η κα XXXXX Σωφρονίου κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν διευθύντρια της Cisco. Αναφέρθηκε με λεπτομέρεια στις διάφορες εκδόσεις αξιογράφων από την Τράπεζα Κύπρου. Ανάδοχος των εκδόσεων ήταν η Cisco και επισήμανε ότι στα ενημερωτικά δελτία (Τεκ.16 και 17) γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στους κινδύνους που εμπεριέχει η επένδυση τόσο στα ΜΑΚ του 2009 όσο και στα ΜΑΕΚ του
- Σε σχέση με τα τελευταία τόνισε ότι πρόκειται για μια νέα μορφή επένδυσης και δυνατόν να μην ήταν κατάλληλα για όλους τους επενδυτές και δεν θα έπρεπε κάποιος να επενδύσει σε αυτά εκτός εάν κατείχε γνώσεις και εμπειρίες είτε κατόπιν συμβουλής για να αξιολογήσει την έκδοση. Σε σχέση με το ρόλο των καταστημάτων τόνισε ότι περιοριζόταν σε διαδικαστικά θέματα και τους υποδείχθηκε ότι δεν έπρεπε να προβαίνουν σε παροχή επενδυτικών συμβουλών, προσωπικών συστάσεων, παρότρυνση, καθοδήγηση και επίλυση αποριών για τη φύση των ΜΑΕΚ και κοινοποιήθηκε στα καταστήματα της τράπεζας σχετική εγκύκλιος ημερ. 28.4.2011 (βλ. Τεκ.23). Ήταν η θέση της ότι, η τράπεζα ως εκδότης διασφάλισε ότι δεν θα παρέχονταν επενδυτικές συμβουλές. Παρά ταύτα όμως δεν ήταν σε θέση και δεν γνώριζε κατά πόσο αποστάληκε οποιαδήποτε εγκύκλιος πριν την 28.4.2011 σε σχέση με τον τρόπο προώθησης των αξιογράφων του
- Το γεγονός ότι κοινοποιήθηκε η εγκύκλιος ημερ. 28.4.2011 δεν είναι ικανό από μόνο του να καταδείξει ότι η τράπεζα δεν παρείχε επενδυτικές υπηρεσίες ως επίσης ότι υπάλληλοι της συμμορφώθηκαν με αυτήν. Από τη μια απέστελλαν εγκύκλιο (βλ. Τεκ.23) όπως περιγράφεται πιο πάνω και από την άλλη λάμβαναν και διαβίβαζαν εντολές σε σχέση με χρηματοοικονομικά μέσα ως επίσης ο υποδιευθυντής της τράπεζας, παρότρυνε τους Ενάγοντες 1 και 2 να τα αποκτήσουν και ειδικότερα τους τα παρουσίαζε με τον τρόπο που περιγράφεται πιο πάνω. Για τους λόγους που εξηγούνται δεν γίνεται αποδεκτή η θέση της σε σχέση με τον ρόλο των καταστημάτων, ως επίσης ότι διασφαλίστηκε ότι δεν θα παρέχονταν επενδυτικές συμβουλές από αυτά. Ήταν η θέση της ότι οι Ενάγοντες 1 και 2 ήταν ενήμεροι για τους όρους έκδοσης των αξιογράφων αφού αγόρασαν το 2004 και το
- Κατ' ελάχιστον κατατάσσεται ως αυθαίρετο συμπέρασμα αφού η ίδια δεν είχε προσωπική γνώση για τις συνθήκες αγοράς των αξιογράφων από τους Ενάγοντες 1 και
- Σε σχέση με την απόφαση της Κεντρικής Τράπεζας για την έκδοση αξιογράφων του 2009 (βλ. Τεκ.10) επισήμανε ότι τη δεδομένη στιγμή δεν υπήρχε ξεκάθαρη διαχωριστική γραμμή το τι συνιστούσε επενδυτική συμβουλή. Το συγκεκριμένο ζήτημα θα αποφασιστεί από το Δικαστήριο. Ο περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζομένων Αγορών Νόμος του 2007 (Ν.144
(1)/2007) καθορίζει το τι συνιστά επενδυτική συμβουλή (βλ. άρθρα 2, 36 και 120). Περαιτέρω στη μαρτυρία της εξέφρασε και γνώμη σε νομικά ζητήματα και ειδικότερα, μεταξύ άλλων, επισήμανε ότι η παραλαβή αίτησης για αγορά αξιογράφων δεν αποτελεί επενδυτική υπηρεσία στα πλαίσια της έννοιας του Νόμου. Επίσης ισχυρίστηκε ότι η τράπεζα δεν είχε υποχρέωση να κατηγοριοποιήσει τους Ενάγοντες 1 και 2 καθότι ήταν και λειτουργούσε ως εκδότης. Το κατά πόσο η λήψη και διαβίβαση εντολών σχετικά με χρηματοοικονομικά μέσα συνιστά επενδυτική υπηρεσία και δραστηριότητα ως επίσης το κατά πόσο η τράπεζα λειτουργούσε μόνο ως εκδότης αυτό θα διαπιστωθεί από το Δικαστήριο με βάση τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση και τη σχετική νομοθεσία. Όπως έχει νομολογιακά καθιερωθεί ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός ή μη πιστευτός εν όλω ή εν μέρει. Αυτή όμως η δυνατότητα επιλογής μερών μαρτυρίας προσφέρεται μόνο στις περιπτώσεις μαρτύρων οι οποίοι κρίνονται ως αξιόπιστοι. Σε μια τέτοια περίπτωση, το Δικαστήριο μπορεί να επιλέξει το μέρος της μαρτυρίας του μάρτυρα το οποίο, κατά την άποψη του Δικαστηρίου, εκφράζει την πραγματικότητα, ενώ ταυτόχρονα μπορεί να απορρίψει άλλο μέρος της μαρτυρίας του το οποίο θεωρείται λανθασμένο (βλ. Κωνσταντίνου ν Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 219/12 ημερ. 29.11.13 και στις εκεί αναφερόμενες αυθεντίες). Το μέρος της μαρτυρίας της κας XXXXX Σωφρονίου σε σχέση με τις διάφορες εκδόσεις αξιογράφων από την Τράπεζα Κύπρου, το γεγονός ότι τα ενημερωτικά δελτία εγκρίθηκαν από την αρμόδια αρχή και ότι υπάρχουν πρόνοιες σ΄ αυτά σε σχέση με τους κινδύνους και το γεγονός ότι τα αξιόγραφα πρόκειται για χρηματοοικονομικά μέσα και ότι στα ΜΑΕΚ του 2011 δεν θα έπρεπε κάποιος να επενδύσει εκτός εάν κατείχε γνώσεις και εμπειρίες, είτε κατόπιν συμβουλής, παρέμεινε αδιαμφισβήτητη και συνακόλουθα γίνεται αποδεκτή. Το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας της, για τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω, δεν γίνεται αποδεκτό. Ειδικότερα, μεταξύ άλλων, δεν γίνονται αποδεκτά τα όσα ανέφερε σε σχέση με το ρόλο των καταστημάτων, ότι η τράπεζα δεν είχε πρόθεση και δεν παρείχε επενδυτικές συμβουλές ως επίσης διασφάλισε ότι δεν θα παρέχονταν.
- Η Εναγομένη 2 κάλεσε ως μάρτυρα τον κ. XXXXX Τρικούπη. Η μαρτυρία του έχει παρατεθεί με λεπτομέρεια στην παρ.11 και δεν χρήζει επανάληψης. Το Δικαστήριο έχει διέλθει με ιδιαίτερη προσοχή και τη μαρτυρία του συγκεκριμένου προσώπου. Η όλη παρουσία του στο εδώλιο του μάρτυρα ήταν εξαιρετική. Δεν περιέπεσε σε οποιαδήποτε αντίφαση ικανή να κλονίσει την αξιοπιστία του. Παρέθετε τα γεγονότα όπως τα γνώριζε. Ήταν μάρτυρας της αλήθειας και το Δικαστήριο δεν έχει οποιοδήποτε ενδοιασμό να αποδεχθεί τη μαρτυρία του. Ζ. Ευρήματα
- Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση τα πραγματικά γεγονότα έχουν ως ακολούθως: (α) Η Εναγομένη 1 ήταν η μόνη τράπεζα με την οποία συνεργάζονταν οι Ενάγοντες 1 και 2 για πέραν των 30 ετών και διατηρούσαν καταθέσεις σ΄ αυτή, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί σχέση εμπιστοσύνης. Ο Ενάγοντας 1, περιορισμένης μόρφωσης, εργαζόταν ως υπεύθυνος βάρδιας στα Διυλιστήρια Λάρνακας και το 2004 απολύθηκε από την εργασία του και έτσι έλαβε αποζημίωση για το συνολικό ποσό των ΛΚ258.021,
- Η δε σύζυγος του Ενάγουσα 2 είναι οικοκυρά. Δεν είχαν την πείρα, γνώσεις και τις ικανότητες ώστε να λαμβάνουν δικές τους επενδυτικές αποφάσεις και να εκτιμούν δεόντως τον κίνδυνο από αυτές. (β) Ο Ενάγοντας 1 κατά το έτος 2004, μετέβηκε στο κατάστημα της Τράπεζας Κύπρου στην περιοχή Φανερωμένης στην Λάρνακα με σκοπό να καταθέσει τα χρήματα της πιο πάνω αποζημίωσης του. Η κα XXXXX Χρίστου (XXXXX), υπάλληλος της Εναγομένης 1 τράπεζας, του παρουσίασε ένα πενταετές καταθετικό γραμμάτιο, αναφέροντας του ότι τα χρήματα του θα ήταν δεσμευμένα για πέντε χρόνια, θα κέρδιζε περισσότερο τόκο απ' ότι ένα γραμμάτιο ενός έτους ως επίσης θα έπαιρνε τόκους κάθε έξι μήνες για να καλύψει τις ανάγκες της οικογένειάς του. Περαιτέρω του παρουσίασε το συγκεκριμένο προϊόν ως ασφαλές. Στην πραγματικότητα όμως επρόκειτο για αξιόγραφα. Έτσι οι Ενάγοντες 1 και 2 την 14.6.2004 αγόρασαν αξιόγραφα συνολικής αξίας Λ.Κ.60.
- Μέχρι την εξαγορά τους από την τράπεζα (20.2.2008) λάμβαναν τόκους οι οποίοι εμβάζονταν σε λογαριασμό τους. Οι Ενάγοντες 1 και 2 υπέγραψαν, μεταξύ άλλων, σχετικό πληρεξούσιο έγγραφο διορίζοντας ως αντιπρόσωπο τους τη Cisco. (γ) Περαιτέρω οι Ενάγοντες 1 και 2 την 30.5.2005 αγόρασαν 1400 τεμάχια αξιογράφων για το συνολικό ποσό των Λ.Κ.140.000, τα οποία ενεχυριάστηκαν προς όφελος της Τράπεζας Κύπρου. Λάμβαναν τόκους μέχρι και την εξαγορά τους την 20.5.
- Σε σχέση με την πιο πάνω αγορά, του παρουσίασαν και πάλιν ότι επρόκειτο για πενταετές καταθετικό σχέδιο. Τόσο τα χρήματα που διέθεσαν το 2004 όσο και το 2005 τους επιστράφηκαν. (δ) Ακολούθως την 21.5.2009 ο τραπεζίτης του Ενάγοντα 1, κ. XXXXX Παναγή, υποδιευθυντής του πιο πάνω καταστήματος της Εναγομένης 1 τράπεζας, του τηλεφώνησε και κάλεσε τόσο τον ίδιο όσο και την Ενάγουσα 2 να μεταβούν στην τράπεζα, πράγμα το οποίο έπραξαν. Το πιο πάνω πρόσωπο τους δήλωσε ότι εκδόθηκε ένα νέο πενταετές γραμμάτιο και πως ό,τι ίσχυε για το γραμμάτιο του 2004 θα ίσχυε και γι΄ αυτό και μάλιστα με περισσότερο τόκο, ύψους 5,5% κάθε έξι μήνες. Περαιτέρω τους ανέφερε ότι πρόκειται για πολύ καλό σχέδιο και ότι αρκετοί τραπεζικοί υπάλληλοι μεταξύ αυτών και ο ίδιος το υιοθέτησαν και στην περίπτωση που χρειαστούν χρήματα πριν τη λήξη των πέντε ετών θα μπορούσαν να λάβουν δάνειο ισόποσο με το πιο πάνω, με χαμηλότερο επιτόκιο και με μοναδική εξασφάλιση τα χρήματα που είχαν καταθέσει. Οι Ενάγοντες 1 και 2 κάτω από τις πιο πάνω περιστάσεις, αποδέχτηκαν και τότε το πιο πάνω πρόσωπο τους έδωσε ένα τυποποιημένο έγγραφο (βλ. Τεκ.3) και τους ζήτησε να υπογράψουν γρήγορα τοποθετώντας το γράμμα Χ εκεί που θα έπρεπε να υπογράψουν. Περαιτέρω τους δήλωσε ότι θα έχουν προτεραιότητα διότι είναι καλοί πελάτες και ότι είναι πολύ τυχεροί που θα τους επέλεγαν παρόλο την μεγάλη ζήτηση που είχε. Έτσι την ίδια ημέρα υπέγραψαν αίτηση για αγορά μετατρέψιμων αξιογράφων κεφαλαίου (ΜΑΚ) (βλ. Τεκ.3) για το συνολικό ποσό των €230.000 πλην όμως τους παραχωρήθηκαν αξιόγραφα για το συνολικό ποσό των €184.
- Την πιο πάνω αίτηση την υπέγραψαν χωρίς να την διαβάσουν. (ε) Στη συνέχεια την 5.5.2011, ο υποδιευθυντής του καταστήματος Φανερωμένης της Τράπεζας Κύπρου κ. XXXXX Παναγή, επικοινώνησε μαζί τους ενημερώνοντας τους για ένα καλύτερο καταθετικό γραμμάτιο δηλώνοντας τους ότι πρόκειται για ένα πενταετές γραμμάτιο όπως το προηγούμενο με τη διαφορά ότι ο τόκος θα αυξανόταν από 5,5% σε 6,5%. Το πιο πάνω πρόσωπο τον συμβούλευσε να σπεύσει γρήγορα καθότι υφίστατο μεγάλη ζήτηση και δεν έπρεπε να χάσει την ευκαιρία. Έτσι την ίδια ημέρα ο Ενάγοντας 1 μετέβη στην τράπεζα όπου του παρέδωσε ένα τυποποιημένο έντυπο και του ζήτησε να υπογραφεί τόσο από τον ίδιο όσο και από τη σύζυγό του, υποδεικνύοντας του ότι έπρεπε να βιαστούν καθότι αν καθυστερούσαν μπορεί να μην τους ενέκριναν. Έτσι το πήρε στη σύζυγο του, Ενάγουσα 2, και το υπέγραψαν και οι δύο (βλ. Τεκ.4) χωρίς να το διαβάσουν. Κάτω από τις πιο πάνω συνθήκες οι Ενάγοντες 1 και 2 στις 9.6.2011 αντάλλαξαν τα πιο πάνω μετατρέψιμα αξιόγραφα κεφαλαίου (ΜΑΚ) σε μετατρέψιμα αξιόγραφα ενισχυμένου κεφαλαίου (ΜΑΕΚ) που είχε εκδώσει η τράπεζα. Οι Ενάγοντες 1 και 2 λάμβαναν τόκους και η τελευταία φορά που καταβλήθηκαν ήταν την 31.12.
- (στ) Η Εναγόμενη 1 τράπεζα δεν παρέδωσε στους Ενάγοντες 1 και 2 τα ενημερωτικά δελτία (βλ. Τεκ.16 και 17) που σχετίζονται με την έκδοση των αξιογράφων του 2009 και του
- (ζ) Η εναγόμενη 1 τράπεζα παρουσίασε στους Ενάγοντες 1 και 2 τόσο τα μετατρέψιμα αξιόγραφα κεφαλαίου (ΜΑΚ) του 2009 όσο και τα μετατρέψιμα αξιόγραφα ενισχυμένου κεφαλαίου (ΜΑΕΚ) του 2011 ως ασφαλή τραπεζικά προϊόντα (γραμμάτια), πράγμα το οποίο δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα αφού επρόκειτο για χρηματοοικονομικά μέσα, τα οποία εμπεριείχαν κινδύνους. Οι Ενάγοντες 1 και 2 δεν θα προχωρούσαν στην αγορά των πιο πάνω αξιογράφων στην περίπτωση που η τράπεζα, τους δήλωνε ότι υφίστατο κίνδυνος να μειωθεί η αξία των χρημάτων τους. (η) Οι Ενάγοντες 1 - 3 σε διάφορες ημερομηνίες συνομολόγησαν με την τράπεζα εννέα συμφωνίες παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων, όπως με λεπτομέρεια αναφέρονται στην παρ.5 ανωτέρω, και στα πλαίσια αυτών ενεχυριάστηκαν προς όφελος της τράπεζας τα αξιόγραφα. Το Δικαστήριο θα επανέλθει στο στάδιο των ευρημάτων όταν θα εξετάζονται άλλα επί μέρους ζητήματα. Η. Νομική πτυχή - Συμπεράσματα
- Οι Ενάγοντες αποδίδουν ότι τα πιο πάνω αξιόγραφα αποκτήθηκαν συνεπεία αμέλειας, ψευδών παραστάσεων, δόλου, απάτης από μέρους της Εναγόμενης 1 τράπεζας. Περαιτέρω δε το αγώγιμο δικαίωμα των Εναγόντων εναντίον της Τράπεζας Κύπρου εδράζεται, μεταξύ άλλων, και στη βάση παράβασης θεσμοθετημένου καθήκοντος.
- Η αμέλεια είναι ζήτημα γεγονότων και αποφασίζεται με βάση τις συνθήκες και τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Η έννοια της αμέλειας ως πραγματικού γεγονότος συνίσταται στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Στην υπόθεση Φοινικαρίδης v Γεωργίου κ.α. (1991 1Α.Α.Δ. 475) αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Αυτό κατά εναρμονισμό προς το θεμελιωμένο ότι η αμέλεια ως πραγματικό γεγονός συνίσταται στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Συναφώς θα υπενθυμίζαμε πως γενικά, εφόσον η πιθανότητα δημιουργίας κινδύνου είναι εύλογα εμφανής, η παράλειψη λήψης μέτρων προφύλαξης συνιστά αμέλεια (Elpiniki Panayiotou Mavrou v Georgios Kyriakou Mavrou
(1979)1 C.L.R. 215).» Περαιτέρω επισημαίνεται ότι μία σύμβαση για να είναι έγκυρη πρέπει να καταρτίζεται με την ελεύθερη συναίνεση των μερών, ικανών προς το συμβάλλεσθαι (βλ. άρθρο 10
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου και Σωκράτους ν Σιβιτανίδη
(1998)1 ΑΑΔ 1602). Η συναίνεση θεωρείται ελεύθερη όταν δεν προκαλείται με, (α) εξαναγκασμό ή (β) ψυχική πίεση ή (γ) απάτη ή (δ) ψευδή παράσταση ή (ε) πλάνη. Η συναίνεση θεωρείται ότι προκλήθηκε κατά τον πιο πάνω τρόπο, εφόσον αυτή δεν θα παρεχόταν ελλείψει των πιο πάνω (βλ. άρθρο 14 του περί Συμβάσεων Νόμου). Στην περίπτωση που η συναίνεση σε συμφωνία παρασχέθηκε συνεπεία εξαναγκασμού, απάτης ή ψευδούς παράστασης, η συμφωνία είναι σύμβαση ακυρώσιμη κατ' εκλογή του μέρους, του οποίου η συναίνεση παρασχέθηκε με τον τρόπο αυτό (βλ. άρθρο 19
(1)του πιο πάνω Νόμου). Το τι συνιστά απάτη και ψευδής παράσταση καθορίζεται στα άρθρα 17 και 18 του Περί Συμβάσεως Νόμου, αντίστοιχα. Το βάρος απόδειξης του δόλου ή της απάτης το φέρει εκείνος που το επικαλείται και πρέπει να το αποδείξει με επαρκή και πειστική μαρτυρία. Όπως έχει επεξηγηθεί από την νομολογία το αθώο μέρος στο οποίο απευθύνθηκε η ψευδής παράσταση, για να αποκτήσει δικαιώματα ακύρωσης της σύμβασης ή αποζημιώσεις θα πρέπει να ικανοποιήσει:
(1)ότι η παράσταση ήταν ουσιώδης υπό την έννοια ότι είναι ο τύπος της παράστασης που θα επηρέαζε την κρίση ενός συνετού ανθρώπου στην απόφαση κατά πόσο να προβεί στην επίδικη σύμβαση,
(2)ότι η συναίνεση του αθώου συμβαλλομένου παρασχέθηκε συνεπεία και ως αποτέλεσμα της ψευδούς παράστασης δηλ. θα πρέπει να αποδείξει ότι βασίστηκε στην παράσταση του άλλου συμβαλλομένου και ότι ήταν σαν αποτέλεσμα αυτής της παράστασης που συνομολόγησε την επίδικη σύμβαση και
(3)έστω και αν η συναίνεση του αθώου μέρους παρασχέθηκε ως αποτέλεσμα ψευδούς παράστασης του μέρους του οποίου η συναίνεση προκλήθηκε με τον τρόπο αυτό δεν θα αποκτήσει τα συνήθη δικαιώματα που απορρέουν από ψευδή παράσταση, αν το αθώο μέρους ήταν σε θέση να ανακαλύψει την αλήθεια καταβάλλοντας συνήθη επιμέλεια. Το αδίκημα της απάτης συνίσταται στην εν γνώσει του Εναγόμενου ψευδή παράσταση με την πρόθεση να ενεργήσει ο Ενάγων βασιζόμενος σε αυτή και με το αποτέλεσμα να ενεργήσει έτσι και να υποστεί ζημιά. Τα αναγκαία συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι (α) η παράσταση γεγονότος, (β) ότι ο Εναγόμενος γνώριζε ότι η παράσταση ήταν ψευδής ή δεν είχε γνήσια πεποίθηση ότι ήταν αληθής, (γ) ότι έγινε με πρόθεση να ενεργήσει ο Ενάγων βασιζόμενος σε αυτή, (δ) ότι ο Ενάγων ενήργησε με βάση αυτή, και (ε) υπέστη ζημιά. Νοείται ότι καμία αγωγή δεν εγείρεται σε τέτοια παράσταση για το χαρακτήρα, τη συμπεριφορά, την πίστη, την ικανότητα, το επιτήδευμα ή τις συναλλαγές οποιουδήποτε προσώπου, η οποία έγινε με σκοπό εξασφάλισης πίστωσης, χρημάτων ή αγαθών στο πρόσωπο αυτό, εκτός αν η παράσταση αυτή έγινε γραπτώς και υπογράφτηκε από τον ίδιο τον εναγόμενο (βλ. άρθρο 36 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148 και Αστικά Αδικήματα, Αρτέμης και Ερωτοκρίτου, Τόμος Ι, σελ.120 - 122). 24.1 Περαιτέρω δε στην προκείμενη περίπτωση διεκδικούνται αποζημιώσεις και στη βάση παράβασης θεσμοθετημένου καθήκοντος ή υποχρέωσης που επιβάλλει ο Νόμος. Δεν είναι η περίπτωση όπου ο Νόμος δεν προβλέπει αγώγιμο δικαίωμα για την ανάκτηση της ζημιάς οπόταν θα χρειαζόταν να εξεταστούν οι δύο εξαιρέσεις στον κανόνα ότι όπου ο Νόμος δεν προβλέπει αγώγιμο δικαίωμα για την ανάκτηση ζημιάς αφενός και η παράλειψη ποινικοποιείται αφετέρου, τεκμαίρεται εκ πρώτης όψεως ότι η εν λόγω νομοθεσία δεν παρέχει αστική θεραπεία. (βλ. Αστικά Αδικήματα, Αρτέμης και Ερωτοκρίτου, Τόμος ΙΙ, σελ.375 - 386, Kythreotis v. Constantinou
(1984)1C.L.R. 811, Lonrho Ltd. & Others v Shell Petroleum Co. Ltd and Others
(1981)1All E.R. 456, Peristeronopigi Transport Co. Ltd. v Toumazos Th. Toumazou
(1970)1C.L.R. 196). 24.2 Στην προκείμενη περίπτωση προβλέπεται αγώγιμο δικαίωμα για την ανάκτηση ζημιάς η οποία προκύπτει από τη μη εκπλήρωση υποχρέωσης την οποία επιβάλλει ο Νόμος. Ειδικότερα ο περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζομένων Αγορών Νόμος (Νόμος 144
(1)/2017) ρητά προνοεί ότι οποιοσδήποτε ενεργεί κατά παράβαση του Νόμου ή και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων οδηγιών ή και του Κανονισμού 1287/06 ΕΚ, υποχρεούται να αποζημιώνει οποιοδήποτε υποστεί ζημιά ή απώλεια κέρδους ή και τα δύο, που τυχόν έχουν προκύψει λόγω ενέργειας ή παράλειψης του, κατά παράβαση των υποχρεώσεων του που απορρέουν από το Νόμο ή και τον πιο πάνω Κανονισμό (βλ. άρθρο 143 του Νόμου). 24.3 Σχετικά με τη ρύθμιση της παροχής επενδυτικών υπηρεσιών εκδόθηκε παλαιότερα η οδηγία 93/22/ΕΟΚ και ακολούθως καταργήθηκε με την οδηγία 2004/39/ΕΚ, η οποία εντάχθηκε στο δικαϊκό μας σύστημα με τον περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμο (Ν.144
(1)/2007 από τώρα θα καλείται ο Νόμος). Ο πιο πάνω Νόμος, προστατεύει τους επενδυτές και καθορίζει, μεταξύ άλλων, ποιες υπηρεσίες και δραστηριότητες θεωρούνται επενδυτικές, την παροχή των οποίων ρυθμίζει, οι οποίες αφορούν οποιαδήποτε από τα χρηματοοικονομικά μέσα που απαριθμούνται στο Μέρος ΙΙΙ του Τρίτου Παραρτήματος. Στα πιο πάνω χρηματοοικονομικά μέσα περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, οι μεταβιβάσιμες κινητές αξίες και τα μέσα χρηματαγοράς. Μετά που τέθηκε σε ισχύ ο πιο πάνω Νόμος εκδόθηκαν, η οδηγία της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου για τις προϋποθέσεις παροχής επενδυτικών ή παρεπόμενων υπηρεσιών και άσκησης επενδυτικών δραστηριοτήτων από τις τράπεζες (βλ. Κ.Δ.Π. 557/2007), ως επίσης και η οδηγία για την επαγγελματική συμπεριφορά των τραπεζών κατά την παροχή επενδυτικών ή παρεπόμενων υπηρεσιών και την άσκηση επενδυτικών δραστηριοτήτων (βλ. Κ.Δ.Π. 558/2007). 24.4 Οι επενδυτικές υπηρεσίες διακρίνονται σε κύριες και παρεπόμενες. Κύριες επενδυτικές υπηρεσίες και δραστηριότητες είναι οι ακόλουθες: 1. Λήψη και διαβίβαση εντολών σχετικών με ένα ή περισσότερα χρηματοοικονομικά μέσα. 2. Εκτέλεση εντολών για λογαριασμό πελατών. 3. Διενέργεια συναλλαγών για ίδιο λογαριασμό. 4. Διαχείριση χαρτοφυλακίων. 5. Παροχή επενδυτικών συμβουλών. 6. Αναδοχή χρηματοοικονομικών μέσων ή και διάθεση χρηματοοικονομικών μέσων με δέσμευση ανάληψης. 7. Διάθεση χρηματοοικονομικών μέσων χωρίς δέσμευση ανάληψης. 8. Λειτουργία πολυμερούς μηχανισμού διαπραγμάτευσης (βλ. άρθρο 2 και Τρίτο Παράρτημα του Μέρους Ι του Νόμου). Περαιτέρω ο Νόμος καθορίζει και τις παρεπόμενες επενδυτικές υπηρεσίες και δραστηριότητες (βλ. άρθρο 2 και Μέρος Ι του Τρίτου Παραρτήματος του Νόμου). Οι τράπεζες που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας από την Κεντρική Τράπεζα, μεταξύ αυτών και η Εναγομένη 1 τράπεζα ή που έχουν λάβει άδεια από αρμόδιες αρχές άλλων Κρατών μελών, δύνανται να παρέχουν επενδυτικές και παρεπόμενες υπηρεσίες και/ή να ασκούν επενδυτικές δραστηριότητες οι οποίες αφορούν οποιαδήποτε από τα χρηματοοικονομικά μέσα που καθορίζονται στο Μέρος III του Τρίτου Παραρτήματος (βλ. άρθρο 118 του Νόμου). 24.5 Λήψη και διαβίβαση εντολών Η λήψη και η διαβίβαση εντολών σχετικά με χρηματοοικονομικά μέσα συνιστά, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου, επενδυτική υπηρεσία και δραστηριότητα. Λήψη είναι η πράξη κατά την οποία λαμβάνει κανείς κάτι και διαβίβαση είναι η μεταβίβαση ή μεταφορά από ένα σημείο σε άλλο. (βλ. Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Γ. Μπαμπινιώτη, Δ΄ έκδοση). Το κυρίαρχο στοιχείο που χαρακτηρίζει τη λήψη και τη διαβίβαση εντολής, καθώς αντιλαμβάνομαι, είναι η ανάληψη υποχρέωσης διαβίβασης της εντολής σχετικά με ένα ή περισσότερα χρηματοοικονομικά μέσα και όχι η σύσταση κατάλληλης ευκαιρίας σε σχέση με αυτά. Περαιτέρω δε τα πρόσωπα που απασχολούνται στην ΚΕΠΕΥ ή σε τράπεζα για να μπορούν να ασκούν τα καθήκοντα που προβλέπονται στο άρθρο 52 του Νόμου, στα οποία περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, η λήψη και διαβίβαση εντολών επενδυτικών συμβουλών σχετικά με ένα ή περισσότερα χρηματοοικονομικά μέσα, πρέπει να πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 15 και να είναι εγγεγραμμένα στο δημόσιο μητρώο κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 53. 24.6 Παροχή επενδυτικής συμβουλής Η επενδυτική συμβουλή όπως έχει ήδη επισημανθεί συνιστά κύρια επενδυτική υπηρεσία και δραστηριότητα (βλ. άρθρο 2 και μέρος Ι του Τρίτου Παραρτήματος του Νόμου). Σύμφωνα δε με τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 2 του Νόμου, επενδυτική συμβουλή σημαίνει: «.την παροχή προσωπικών συστάσεων σε πελάτη, είτε κατόπιν αίτησής του είτε με πρωτοβουλία της ΕΠΕΥ, σχετικά με μία ή περισσότερες συναλλαγές που αφορούν χρηματοοικονομικά μέσα∙ για τους σκοπούς του παρόντος ορισμού, προσωπική σύσταση σημαίνει σύσταση που - (α) Δίνεται σε ένα πρόσωπο υπό την ιδιότητα του ως υφιστάμενου ή πιθανού πελάτη, ή υπό την ιδιότητα του ως αντιπροσώπου υφιστάμενου ή πιθανού πελάτη, (β) παρουσιάζεται ως κατάλληλη για τον πελάτη ή βασίζεται στις ιδιαιτερότητες του πελάτη και συμβουλεύει τον πελάτη για τη διενέργεια ενός από τα ακόλουθα σύνολα ενεργειών: (
- i)αγορά, πώληση, εγγραφή, ανταλλαγή, εξαγορά, διακράτηση ή αναδοχή συγκεκριμένου χρηματοοικονομικού μέσου, (
- ii)άσκηση ή μη άσκηση οποιουδήποτε δικαιώματος που παρέχει συγκεκριμένο χρηματοοικονομικό μέσο για την αγορά, πώληση, εγγραφή, ανταλλαγή, ή εξαγορά χρηματοοικονομικού μέσου, αλλά δεν περιλαμβάνει σύσταση που εκδίδεται αποκλειστικά μέσω καναλιού επικοινωνίας ή απευθύνεται στο κοινό·». Η συμβουλή είναι η έκφραση γνώμης προκειμένου να βοηθήσει, να καθοδηγήσει (άλλον) σχετικά με το πώς είναι καλύτερον να πράξει (βλ. Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Γ. Μπαμπινιώτη, Δ΄ έκδοση). Η συμβουλή διακρίνεται από την πληροφορία πλην όμως η σχέσης τους είναι άρρηκτη αφού αφενός περιεχόμενο της συμβουλής αποτελεί η παροχή όλων των πληροφοριών που απαιτούνται στον πελάτη για να λάβει μία επενδυτική απόφαση και αφετέρου η επεξεργασία και η αξιοποίηση των στοιχείων για υποβολή σύστασης σε σχέση με χρηματοοικονομικά μέσα. Η συμβουλή απαιτεί το στοιχείο της γνώμης από μέρους του συμβούλου. Πρόκειται για σύσταση διενέργειας κάποιας πράξης ή αποχή από κάποια πράξη και θα πρέπει να είναι προς το συμφέρον του επενδυτή. Από την άλλη η πληροφορία περιλαμβάνει δηλώσεις γεγονότων ή αριθμών και σε γενικές γραμμές η παροχή πληροφοριών χωρίς σχόλια. Η συμβουλή είναι η έκφραση γνώμης αναφορικά με μελλοντική ενέργεια η οποία οφείλει να λαμβάνει υπόψη της τόσο τις πραγματικές συνθήκες όσο και τα προσωπικά χαρακτηριστικά του αποδέκτη της και να καταλήγει με βάση αυτά είτε σε μια προτροπή για την υιοθέτηση συγκεκριμένης συμπεριφοράς είτε στην αποτροπή από μια σχεδιαζόμενη ενέργεια η οποία κατά τη γνώμη του παρέχοντος τη συμβουλή ανταποκρίνεται στο συμφέρον του αποδέκτη της (βλ. Σύγγραμμα Σ. Γεωργιάδη Η Ευθύνη της επιχείρησης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών από την παροχή επενδυτικών συμβουλών 2003). Περαιτέρω η παροχή συμβουλής θα πρέπει να συγκεντρώνει τα εχέγγυα της ορθότητας, πληρότητας, σαφήνειας και καταλληλότητας. 24.7 Με βάση τα διαλαμβανόμενα των άρθρων 120, 118 και 36 του Νόμου η τράπεζα οφείλει όταν παρέχει επενδυτικές και παρεπόμενες υπηρεσίες σε πελάτες σε σχέση με χρηματοοικονομικά μέσα να συμμορφώνεται, μεταξύ άλλων, και με τις διατάξεις του άρθρου 36 του Νόμου δηλαδή οφείλει να προβαίνει αλλά και ταυτόχρονα να απέχει από συγκεκριμένες ενέργειες. Έτσι κατ' αρχήν κρίνεται αναγκαίο να διαπιστωθεί κατά πόσο η τράπεζα παρείχε επενδυτικές υπηρεσίες οι οποίες αφορούν οποιοδήποτε από τα χρηματοοικονομικά μέσα που απαριθμούνται στο Νόμο και στην περίπτωση που παρείχε κατά πόσο παραβίασε τις υποχρεώσεις της που προβλέπονται στον Νόμο. 25. Στο συγκεκριμένο Νόμο δεν γίνεται ειδική αναφορά στα αξιόγραφα πλην όμως ο νομοθέτης καθόρισε ως χρηματοοικονομικά μέσα, μεταξύ άλλων, τις μεταβιβάσιμες κινητές αξίες και τα μέσα χρηματαγοράς (βλ. Μέρος ΙΙΙ του Τρίτου Παραρτήματος του Νόμου). Τα αξιόγραφα πρόκειται για μεταβιβάσιμες κινητές αξίες, διαπραγματεύονται στο Χρηματιστήριο και έτσι εμπίπτουν στα χρηματοοικονομικά μέσα που καθορίζει ο Νόμος. Τα μετατρέψιμα αξιόγραφα κεφαλαίου (ΜΑΚ) του 2009 και τα μετατρέψιμα αξιόγραφα ενισχυμένου κεφαλαίου (ΜΑΕΚ) του 2011, πρόκειται για περίπλοκα χρηματοοικονομικά μέσα. Εκδόθηκαν από την Εναγομένη 1 τράπεζα για να αυξηθεί η κεφαλαιουχική της επάρκεια. Οι δύο πιο πάνω εκδόσεις αξιογράφων για τις πρώτες δέκα περιόδους τόκου έφεραν σταθερό επιτόκιο (βλ. Τεκ.16, σελ.10 και Τεκ.17, σελ.22). Η δε αξία και απόδοση τους ήταν μεταβλητή και εξαρτάτο από πολλούς παράγοντες ως επίσης υπόκεινταν σε μια σειρά από κινδύνους όπως εκτίθενται και στα ενημερωτικά δελτία των πιο πάνω εκδόσεων (βλ. Τεκ.16 και 17). Περαιτέρω οι πιο πάνω εκδόσεις, δεν πληρούν τα κριτήρια που θέτει το άρθρο 17 της Κ.Δ.Π.558/2007 ώστε να θεωρηθούν ως μη περίπλοκα χρηματοοικονομικά μέσα. 26. Στην προκείμενη περίπτωση προκύπτει από τα ευρήματα του Δικαστηρίου ότι η Εναγόμενη 1 τράπεζα την 21.5.2009 και 5.5.2011 όχι μόνο παρέδωσε στους Ενάγοντες 1 και 2 αλλά παρέλαβε την αίτηση τους για απόκτηση αξιογράφων (βλ. Τεκ.3 και 4 αντίστοιχα) και περαιτέρω τις διαβίβασε στην ανάδοχο των δύο πιο πάνω εκδόσεων δηλ. την Cisco. Συνεπώς με βάση τα πιο πάνω η Εναγόμενη 1 τράπεζα παρείχε επενδυτικές υπηρεσίες και ειδικότερα της λήψης και διαβίβασης εντολών τόσο σε σχέση με τα μετατρέψιμα αξιόγραφα κεφαλαίου (ΜΑΚ) του 2009 όσο και με τα μετατρέψιμα αξιόγραφα ενισχυμένου κεφαλαίου (ΜΑΕΚ) του 2011. Και κάτι ακόμη σημαντικό. Επισημαίνεται όμως ότι από αυτήν καθ' εαυτήν την παροχή της επενδυτικής υπηρεσίας, της λήψης και της διαβίβασης εντολών, ακόμη και από μη εγγεγραμμένο πρόσωπο στο δημόσιο μητρώο κατά τα προβλεπόμενα στα άρθρα 52 και 53 του Νόμου, δεν καταδεικνύεται να προκλήθηκε οποιαδήποτε ζημιά στους Ενάγοντες 1 και 2. 27. Στη συνέχεια θα εξεταστεί κατά πόσο η Εναγόμενη 1 τράπεζα παρείχε την επενδυτική υπηρεσία και δραστηριότητα της παροχής επενδυτικών συμβουλών. Κατ' αρχήν επισημαίνεται ότι με την πώληση των αξιογράφων η τράπεζα αποκόμιζε όφελος, αφού αυξανόταν η κεφαλαιουχική της επάρκεια. Το τι συνιστά επενδυτική συμβουλή, έχει αναπτυχθεί πιο πάνω. Στην προκείμενη περίπτωση με βάση τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση οι Ενάγοντες 1 και 2 αγόρασαν το 2004 αξιόγραφα και η τράπεζα τους τα παρουσίασε με τον τρόπο που περιγράφεται πιο πάνω ως ασφαλή. Στη συνέχεια η τράπεζα με δική της πρωτοβουλία την 21.5.2009 επικοινώνησε με τον Ενάγοντα 1 και ο υποδιευθυντής της τράπεζας τους δήλωσε ότι εκδόθηκε ένα νέο πενταετές γραμμάτιο και πως ό,τι ίσχυε γι' αυτό του 2004 θα ίσχυε και γι΄ αυτό. Περαιτέρω τους δηλώθηκε, μεταξύ άλλων, ότι πρόκειται για πολύ καλό σχέδιο και αρκετοί υπάλληλοι της τράπεζας μεταξύ αυτών και ο υποδιευθυντής της τράπεζας το υιοθέτησαν και ότι ήταν πολύ τυχεροί που θα τους επέλεγαν παρόλη τη μεγάλη ζήτηση που είχε. Έτσι οι Ενάγοντες 1 και 2 απόκτησαν αξιόγραφα για το συνολικό ποσό των €184.970.-. Ακολούθως την 5.5.2011 και πάλιν το πιο πάνω πρόσωπο επικοινώνησε μαζί τους ενημερώνοντας τους για ένα καλύτερο προϊόν από το προηγούμενο αφού ο τόκος θα αυξανόταν από 5,5% σε 6,5%. Ο υπάλληλος της τράπεζας του ζήτησε να σπεύσει γρήγορα καθότι υφίστατο μεγάλη ζήτηση και δεν έπρεπε να χάσει την ευκαιρία. Όταν ο Ενάγοντας 1 μετέβηκε στην τράπεζα του παραδόθηκε η σχετική αίτηση (βλ. Τεκ.4) όπου το πιο πάνω πρόσωπο του ανέφερε ότι έπρεπε να βιαστούν καθότι αν καθυστερούσαν υπήρχε η πιθανότητα να μην εγκριθούν. Έτσι στις 9.6.2011 αντάλλαξαν τα πιο πάνω μετατρέψιμα αξιόγραφα κεφαλαίου (ΜΑΚ) σε μετατρέψιμα αξιόγραφα ενισχυμένου κεφαλαίου (ΜΑΕΚ). Προκύπτει από το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση ότι και στις δύο περιπτώσεις, η τράπεζα δεν περιορίστηκε στην παροχή πληροφοριών οι οποίες δεν συνιστούν επενδυτική υπηρεσία. Με βάση τα γεγονότα, η τράπεζα με δική της πρωτοβουλία τόσο την 21.5.2009 όσο και την 5.5.2011 εξέφρασε γνώμη και συνέστησε στους Ενάγοντες 1 και 2 την αγορά των πιο πάνω χρηματοοικονομικών μέσων, παρουσιάζοντας τους τα ως πολύ καλά σχέδια, ως ευκαιρία, δηλαδή ως περίσταση ευνοϊκή, ως κατάλληλα γι΄ αυτούς και τους καλούσαν να σπεύσουν γρήγορα για να μην χάσουν την ευκαιρία. Τα πιο πάνω συνιστούν επενδυτική συμβουλή. Έτσι με βάση όλα τα πιο πάνω η Εναγόμενη 1 τράπεζα τόσο κατά την 21.5.2009 όσο και κατά την 5.5.2011 παρείχε στους Ενάγοντες 1 και 2 την επενδυτική υπηρεσία και δραστηριότητα της παροχής επενδυτικών συμβουλών σε σχέση με τα πιο πάνω χρηματοοικονομικά μέσα. Η Εναγομένη 1 τράπεζα πράγματι ήταν εκδότης των δύο πιο πάνω εκδόσεων πλην όμως στην προκειμένη περίπτωση παρείχε και τις επενδυτικές υπηρεσίες (α) της λήψης και διαβίβασης εντολών σε σχέση με χρηματοοικονομικά μέσα και (β) της παροχής επενδυτικών συμβουλών. Ο κ. Π. Παναγή, υποδιευθυντής του καταστήματος της τράπεζας παρείχε επενδυτικές συμβουλές στους Ενάγοντες 1 και 2 ενώ δεν ήταν εγγεγραμμένος στο δημόσιο μητρώο κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 52 του Νόμου. 28. Ακολούθως θα εξεταστεί κατά πόσο η Εναγόμενη 1 τράπεζα παραβίασε τις υποχρεώσεις της που προβλέπονται στο Νόμο κατά την παροχή των πιο πάνω επενδυτικών υπηρεσιών. Οι διατάξεις για την προστασία των επενδυτών, όπως καθορίζονται στο άρθρο 36 του Νόμου, εφαρμόζονται κατ' αναλογία και στις τράπεζες που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας όπως περιγράφεται πιο πάνω (βλ. άρθρο 120 του Νόμου). Το άρθρο 36 ρητά προνοεί τα ακόλουθα: «36. Η ΚΕΠΕΥ οφείλει, κατά την παροχή επενδυτικών και παρεπομένων υπηρεσιών σε πελάτες, να ενεργεί δίκαια, με εντιμότητα και επαγγελματισμό, ώστε να εξυπηρετεί με τον καλύτερο τρόπο τα συμφέροντα των πελατών της και να συμμορφώνεται ιδίως με τις κατωτέρω αρχές: (α) Όλες οι πληροφορίες, συμπεριλαμβανομένων των διαφημιστικών ανακοινώσεων, που απευθύνονται από ΚΕΠΕΥ σε πελάτες ή πιθανούς πελάτες, πρέπει να είναι ακριβείς, σαφείς και μη παραπλανητικές· οι διαφημιστικές ανακοινώσεις πρέπει να μπορούν να αναγνωρίζονται σαφώς ως τέτοιες· (β) η ΚΕΠΕΥ οφείλει να παρέχει στους πελάτες ή στους πιθανούς της πελάτες κατάλληλη πληροφόρηση σε κατανοητή μορφή σχετικά με: (
- i)Την ΚΕΠΕΥ και τις υπηρεσίες της, (
- ii)τα χρηματοοικονομικά μέσα και τις προτεινόμενες επενδυτικές στρατηγικές, περιλαμβανομένων κατάλληλης καθοδήγησης και προειδοποιήσεων σχετικά με τους κινδύνους που συνδέονται με τις επενδύσεις στα εν λόγω μέσα ή με την υιοθέτηση των εν λόγω επενδυτικών στρατηγικών, (
- i)τους τόπους εκτέλεσης, (
- ii)το κόστος και άλλες συνδεόμενες επιβαρύνσεις, ώστε να είναι ευλόγως σε θέση να κατανοούν τη φύση και τους κινδύνους της προσφερόμενης επενδυτικής υπηρεσίας και του συγκεκριμένου τύπου του προτεινόμενου χρηματοοικονομικού Ε.Ε. Παρ.Ι(I), Αρ.4142, 26/10/2007 144(I)/2007 67 μέσου και, ως εκ τούτου, να λαμβάνουν επενδυτικές αποφάσεις με επίγνωση· οι πληροφορίες αυτές δύνανται να παρέχονται σε τυποποιημένη μορφή· (γ) η ΚΕΠΕΥ οφείλει, όταν παρέχει επενδυτικές συμβουλές ή διαχειρίζεται χαρτοφυλάκια πελατών, να αντλεί τις αναγκαίες πληροφορίες σχετικά με τη γνώση και την πείρα του πελάτη ή του πιθανού πελάτη στον επενδυτικό τομέα σε σχέση με το συγκεκριμένο τύπο χρηματοοικονομικού μέσου ή υπηρεσίας, καθώς και σχετικά με την οικονομική κατάσταση και τους επενδυτικούς του στόχους ώστε να του συστήσει τις επενδυτικές υπηρεσίες και τα χρηματοοικονομικά μέσα που είναι κατάλληλα για την περίπτωσή του· (δ) η ΚΕΠΕΥ οφείλει, όταν παρέχει άλλες επενδυτικές υπηρεσίες πλην των προβλεπομένων στην παράγραφο (γ), να ζητεί από τον πελάτη ή τον πιθανό πελάτη να δίνει πληροφορίες σχετικά με τη γνώση και την πείρα του στον επενδυτικό τομέα σε σχέση με το συγκεκριμένο τύπο προσφερόμενου ή ζητούμενου χρηματοοικονομικού μέσου ή υπηρεσίας, ώστε να μπορεί η ΚΕΠΕΥ να εκτιμήσει κατά πόσο η προτεινόμενη επενδυτική υπηρεσία ή χρηματοοικονομικό μέσο είναι συμβατό με αυτόν· εφόσον η ΚΕΠΕΥ κρίνει, βάσει των πληροφοριών που έχει λάβει σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, ότι η επενδυτική υπηρεσία ή το χρηματοοικονομικό μέσο δεν είναι συμβατό με τον πελάτη ή τον πιθανό πελάτη, οφείλει να τον προειδοποιήσει περί τούτου, η δε γνωστοποίηση δύναται να παρέχεται σε τυποποιημένη μορφή· αν ο πελάτης ή ο πιθανός πελάτης δεν παράσχει τις πληροφορίες σχετικά με τη γνώση και την πείρα του, ή παράσχει ανεπαρκείς σχετικές πληροφορίες, η ΚΕΠΕΥ οφείλει να τον προειδοποιήσει ότι η παράλειψή του αυτή δεν της επιτρέπει να κρίνει κατά πόσο η σκοπούμενη επενδυτική υπηρεσία ή το σκοπούμενο χρηματοοικονομικό μέσο είναι συμβατό με αυτόν· η γνωστοποίηση αυτή δύναται να παρέχεται σε τυποποιημένη μορφή· .» Η πληροφόρηση πρέπει, μεταξύ άλλων, να είναι ακριβής και να δίνει έμφαση σε πιθανά οφέλη από μια επενδυτική υπηρεσία ή ένα χρηματοοικονομικό μέσο, χωρίς να παρέχει παράλληλα μια δίκαιη και εμφανή ένδειξη για κάθε σχετικό κίνδυνο. Πρέπει δε να είναι επαρκής και να παρουσιάζεται με τρόπο ώστε να είναι πιθανή η κατανόηση της από ένα μέσο μέλος της ομάδας του κοινού στο οποίο απευθύνεται ή από το οποίο είναι πιθανό να ληφθεί, ως επίσης η πληροφόρηση δεν πρέπει να αποκρύπτει, υποβαθμίζει ή συγκαλύπτει σημαντικά στοιχεία, δηλώσεις ή προειδοποιήσεις (βλ. άρθρο 6
(1)
(2)(α)(β)(γ)(δ) της Κ.Δ.Π. 558/2007). Αναφορικά δε με τις πληροφορίες σχετικά με τα χρηματοοικονομικά μέσα η τράπεζα, παρέχει σε υφιστάμενους και πιθανούς πελάτες, γενική περιγραφή της φύσης και των κινδύνων των χρηματοοικονομικών μέσων, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη την κατηγοριοποίηση του πελάτη ως ιδιώτη ή επαγγελματία πελάτη. Η δε περιγραφή πρέπει να εξηγεί την φύση του σχετικού είδους χρηματοοικονομικού μέσου και τους ειδικούς κινδύνους που αυτό ενέχει με επαρκείς λεπτομέρειες ώστε ο πελάτης να λαμβάνει επενδυτικές αποφάσεις βασισμένες σε σωστή ενημέρωση. Η περιγραφή των κινδύνων περιλαμβάνει, ανάλογα με το είδος του σχετικού χρηματοοικονομικού μέσου και την κατηγορία και το επίπεδο γνώσης του πελάτη τα ακόλουθα, μεταξύ άλλων, στοιχεία: «(α) τους κινδύνους που σχετίζονται με το συγκεκριμένο είδος του χρηματοοικονομικού μέσου, με επεξηγήσεις για τη σχετική μόχλευση (leverage) και τα αποτελέσματά της, καθώς και για τον κίνδυνο απώλειας του συνόλου της επένδυσης· (β) τη μεταβλητότητα της τιμής του συγκεκριμένου χρηματοοικονομικού μέσου και τυχόν περιορισμούς στη διαθέσιμη αγορά για αυτό το μέσο· .» (βλ. άρθρο 10
(1)
(2)της Κ.Δ.Π. 558/2007) Σε σχέση με την αξιολόγηση της καταλληλότητας και της συμβατότητας των υφιστάμενων ή πιθανών πελατών από την τράπεζα, το άρθρο 14 της Κ.Δ.Π. 558/2007 προνοεί τα ακόλουθα: «14
(1)Η τράπεζα λαμβάνει από τους υφιστάμενους ή πιθανούς πελάτες τέτοιες πληροφορίες που της είναι απαραίτητες προκειμένου να κατανοήσει τα βασικά δεδομένα του πελάτη και να σχηματίσει εύλογα την πεποίθηση, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τη φύση και την έκταση της παρεχόμενης υπηρεσίας, ότι η κάθε συγκεκριμένη συναλλαγή που διενεργείται στο πλαίσιο παροχής της υπηρεσίας διαχείρισης χαρτοφυλακίου ή που συστήνεται στο πλαίσιο παροχής της υπηρεσίας επενδυτικών συμβουλών, πληροί τα ακόλουθα κριτήρια: (α) είναι σύμφωνη με τους επενδυτικούς στόχους του συγκεκριμένου πελάτη· (β) είναι τέτοια ώστε ο πελάτης να μπορεί οικονομικά να επωμισθεί το βάρος κάθε σχετικού επενδυτικού κινδύνου συμβατού με τους επενδυτικούς του στόχους· (γ) είναι τέτοια ώστε ο πελάτης, με την αναγκαία πείρα και τις απαιτούμενες γνώσεις που διαθέτει, να μπορεί να κατανοήσει τους κινδύνους που συνεπάγεται η συναλλαγή ή η διαχείριση του χαρτοφυλακίου του. ...» Με βάση τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, η Εναγόμενη 1 τράπεζα παρουσίασε στους Ενάγοντες 1 και 2 τόσο τα μετατρέψιμα αξιόγραφα κεφαλαίου (ΜΑΚ) του 2009 όσο και τα μετατρέψιμα αξιόγραφα ενισχυμένου κεφαλαίου (ΜΑΕΚ) του 2011 ως τραπεζικά προϊόντα (γραμμάτια), ως ευκαιρία και ως ασφαλή προϊόντα. Οι πιο πάνω δηλώσεις δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα αφού επρόκειτο για χρηματοοικονομικά μέσα τα οποία ενείχαν κινδύνους. Οι πληροφορίες που απευθύνθηκαν στους Ενάγοντες 1 και 2 όχι μόνο δεν ήταν ακριβείς, σαφείς και επαρκείς αλλά ήταν και παραπλανητικές. Η Εναγόμενη 1 όχι μόνο απέκρυψε το σημαντικό στοιχείο των κινδύνων αλλά τα παρουσίασε και ως ασφαλή προϊόντα. Έτσι η Εναγόμενη 1 τράπεζα παραβίασε τις υποχρεώσεις της όπως καθορίζονται στο άρθρο 36
(1)(α) του Νόμου. Επίσης η Εναγόμενη 1 τράπεζα δεν παρείχε στους Ενάγοντες 1 και 2 κατάλληλη πληροφόρηση σε κατανοητή μορφή σχετικά με τα χρηματοοικονομικά μέσα που τους προώθησε περιλαμβανομένων κατάλληλης καθοδήγησης και προειδοποιήσεων σχετικά με τους κινδύνους που συνδέονται με τις επενδύσεις στα εν λόγω μέσα ώστε να είναι ευλόγως σε θέση να κατανοούν τη φύση και τους κινδύνους της προσφερόμενης επενδυτικής υπηρεσίας και του συγκεκριμένου τύπου του προτεινόμενου χρηματοοικονομικού μέσου και ως εκ τούτου να λαμβάνουν επενδυτικές αποφάσεις με επίγνωση. Συνακόλουθα η τράπεζα παραβίασε τις υποχρεώσεις της όπως καθορίζονται στο άρθρο 36
(1)(β)(ii). Περαιτέρω όταν παρείχε επενδυτικές συμβουλές παρέλειψε να αντλήσει όλες τις αναγκαίες πληροφορίες σχετικά με τη γνώση και την πείρα των Εναγόντων 1 και 2 σε σχέση με το συγκεκριμένο τύπο χρηματοοικονομικών μέσων καθώς και σχετικά με την οικονομική κατάσταση και τους επενδυτικούς τους στόχους ώστε να τους συστήσει τις επενδυτικές υπηρεσίες και χρηματοοικονομικά μέσα που είναι κατάλληλα για την περίπτωση τους. Συνεπώς η Εναγόμενη 1 τράπεζα παραβίασε τις υποχρεώσεις της όπως καθορίζονται στο άρθρο 36
(1)(γ) του Νόμου. Επιπρόσθετα η Εναγόμενη 1 τράπεζα κατά την παροχή των επενδυτικών υπηρεσιών, δεν ζ