← Κύπρος

ΤΡΥΦΩΝΑΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΛΤΔ ν. ΦΩΤΙΟΥ κ.α., Αίτηση Αρ.: 3/2014, 30/5/2018

ΤΡΥΦΩΝΑΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΛΤΔ ν. ΦΩΤΙΟΥ κ.α., Αίτηση Αρ.: 3/2014, 30/5/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2018:A90 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Αίτηση Αρ.: 3/2014 ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΑΚΙΝΗΤΟΥ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΣ (ΔΙΑΚΑΤΟΧΗ, ΕΓΓΡΑΦΗ ΚΑΙ ΕΚΤΙΜΗΣΗ) ΝΟΜΟ, ΚΕΦ. 224 ΜΕΤΑΞΥ: ΤΡΥΦΩΝΑΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΛΤΔ Αιτήτρια / Εφεσείουσα -και-

  1. ***** ΦΩΤΙΟΥ
  2. ***** ΡΩΤΗ
  3. ***** ΠΑΠΑΚΥΡΙΑΚΟΥ
  4. ***** ΗΛΙΑ
  5. ***** ΤΟΦΗΣ
  6. ***** ΤΟΦΗ Καθ' ων η Αίτηση / Εφεσίβλητων ------------------- Ημερομηνία: 30/05/2018 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Αιτήτρια / Εφεσείουσα: Δαμιανού & Λάρκου (Κατά την δίκη: κ. Δαμιανός Μηνά) (Κατά την ανακοίνωση της απόφασης: ....................). Για τον Καθ' ου η Αίτηση / Εφεσίβλητο 1: Καμία εμφάνιση (Κατά την δίκη: Καμία εμφάνιση) (Κατά την ανακοίνωση της απόφασης: Καμία εμφάνιση). Για την Καθ' ης η Αίτηση / Εφεσίβλητη 2: Γιώργος Βασιλείου & Σια (Κατά την δίκη: κα Κωνσταντίνα Κώστα) (Κατά την ανακοίνωση της απόφασης: ....................). Για τους Καθ' ων η Αίτηση / Εφεσίβλητους 3, 4, 5, και 6: κ. Γρηγόρης Ιωάννου (Κατά την δίκη: κ Γρηγόρης Ιωάννου) (Κατά την ανακοίνωση της απόφασης: ....................). --------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ
  7. Ζήτημα προς εξέταση στην υπόθεση αυτή, είναι κατά πόσο ο Διευθυντής του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, ενήργησε στα πλαίσια των εξουσιών του, όπως ο νόμος ορίζει.
  8. Στο επίκεντρο της συζήτησης, βρίσκονται οι διατάξεις του Άρθρου 25 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμος, Κεφ. 224, που προνοεί για τα της διαδικασίας πώλησης από κύριο ακίνητης ιδιοκτησίας, εξ αδιαιρέτου ιδανικής μερίδας που κατέχει σε αυτήν:
  9. Σύμφωνα λοιπόν με το Άρθρο 25 του Κεφ. 224: «25.-

(1)Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 26 ([1]), όταν κύριος εξ αδιαιρέτου ιδανικής μερίδας επί ακίνητης ιδιοκτησίας προβεί σε δήλωση ενώπιον του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου ότι συμφώνησε να πωλήσει αυτήν σε πρόσωπο που δεν είναι εγγεγραμμένος συγκύριος στην ίδια ιδιοκτησία, η μεταβίβαση της μερίδας αυτής δεν εγγράφεται εκτός αν (α) εντός εξήντα ημερών από την ημερομηνία της δήλωσης πώλησης ο πωλητής ικανοποιήσει το Διευθυντή ότι οι άλλοι εγγεγραμμένοι συγκύριοι δεν επιθυμούν να αγοράσουν τη μερίδα του στην τιμή στην οποία πωλείται· ή (β) ο σκοπούμενος αγοραστής δημοσιεύει τη σκοπούμενη πώληση αυτής ή φέρει αυτήν σε γνώση του άλλου κυρίου όπως προνοείται στο εδάφιο
(2)εντός εξήντα ημερών από την ημερομηνία της δημοσίευσης της πώλησης και κανένας εγγεγραμμένος συγκύριος δεν αποκτήσει τη μερίδα δυνάμει αυτού.
(2)Η σκοπούμενη πώληση δημοσιεύεται σε τέτοιο τύπο και σε τέτοια εφημερίδα ή εφημερίδες όπως ο Διευθυντής ήθελε απαιτήσει ή φέρεται σε γνώση του άλλου κύριου με επίδοση σε αυτόν έγγραφης ειδοποίησης σε τέτοιο τύπο όπως ο Διευθυντής ήθελε απαιτήσει και οποιοσδήποτε εγγεγραμμένος συγκύριος δύναται, με την κατάθεση στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο, εντός τριάντα ημερών από τη δημοσίευση ή την επίδοση της ειδοποίησης, της τιμής στην οποία η μερίδα του πωλητή πωλείται μαζί με το τέλος εγγραφής, να εγγραφεί για την μερίδα αυτή και για το σκοπό αυτό το ποσό που κατατέθηκε με τον τρόπο αυτό καταβάλλεται στο πρόσωπο που μετείχε στη δήλωση πώλησης ως αγοραστής: Νοείται ότι αν περισσότεροι του ενός εγγεγραμμένοι συγκύριοι ενεργήσουν όπως προνοείται πιο πάνω, ο Διευθυντής εγγράφει στο όνομα των συγκυρίων οι οποίοι είναι πρόθυμοι να προχωρήσουν στην αγορά, τη μερίδα του πωλητή κατά την αναλογία την οποία έχουν οι μερίδες αυτών μεταξύ τους. Ο Διευθυντής, μετά από αυτά επιφέρει τις κατάλληλες αναπροσαρμογές και επιστροφές του ποσού που κατατέθηκε στα πρόσωπα που δικαιούνται σε αυτά.
(3)Αν η ενέργεια που απαιτείται από την παράγραφο (α) ή, ανάλογα με την περίπτωση, η ενέργεια που απαιτείται από την παράγραφο (β) του εδαφίου
(1)δεν ληφθεί και δεν προσαχθεί στο Διευθυντή απόδειξη γι' αυτή εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας των εξήντα ημερών από την ημερομηνία της δήλωσης πώλησης, η δήλωση ακυρώνεται από το Διευθυντή και θεωρείται ότι δεν έγινε, και ακολούθως δίνεται γνωστοποίηση της ακύρωσης από το Διευθυντή στον πωλητή και στο σκοπούμενο αγοραστή που φαίνεται στη δήλωση.
(4)Όταν εξ αδιαιρέτου ιδανική μερίδα σε κάποια ακίνητη ιδιοκτησία κατέχεται μαζί με άλλη ακίνητη ιδιοκτησία που ανήκει εξ ολοκλήρου στον ίδιο κύριο ως ενιαία μονάδα που καλύπτεται από μια εγγραφή στο κτηματικό μητρώο και η μονάδα αυτή αποτελεί το αντικείμενο δήλωσης πώλησης όπως προνοείται στο εδάφιο
(1), οι διατάξεις του άρθρου αυτού δεν εφαρμόζονται.
(5)Για τους σκοπούς του άρθρου αυτού, "εγγεγραμμένος συγκύριος", "άλλος κύριος" και κάθε άλλος συναφής όρος σημαίνει πρόσωπο το οποίο ήταν εγγεγραμμένο συγκύριος κατά την ημερομηνία και ώρα κατά την οποία έγινε η δήλωση πώλησης που αναφέρεται στο εδάφιο
(1).
(6)Για τους σκοπούς του άρθρου αυτού όπου το πρόσωπο που φαίνεται στη δήλωση μεταβίβασης ως σκοπούμενος αγοραστής πιστεύει ότι το τίμημα πώλησης που συμφωνήθηκε και δηλώθηκε δεν αντιπροσωπεύει την αξία της μερίδας της ακίνητης ιδιοκτησίας κατά την ημέρα της δήλωσης μεταβίβασης λόγω αύξησης της αξίας της ακίνητης ιδιοκτησίας για την οποία πρόκειται, από την ημερομηνία κατά την οποία συμφωνήθηκε η πώληση, αυτός δύναται με γραπτή αίτηση προς το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο κατά την ημέρα της μεταβίβασης να απαιτήσει όπως οποιοσδήποτε εγγεγραμμένος συγκύριος ήθελε ασκήσει το δικαίωμα απόκτησης της μερίδας που μεταβιβάστηκε, καταβάλει το ποσό εκείνο το οποίο κατά τη γνώμη του αντιπροσωπεύει την αξία της μερίδας που μεταβιβάστηκε κατά την ημερομηνία της μεταβίβασης. Η απαίτηση του αυτή αναφέρεται στη δυνάμει του εδαφίου
(2)του άρθρου αυτού προβλεπόμενη δημοσίευση ή γνωστοποίηση προς τον άλλο συγκύριο, ανάλογα με την περίπτωση. Ακολούθως οποιοσδήποτε εγγεγραμμένος συγκύριος ήθελε ασκήσει το δικαίωμα απόκτησης της μερίδας που μεταβιβάστηκε οφείλει εντός της προθεσμίας των τριάντα ημερών που προβλέπεται από το εδάφιο
(2)να καταθέσει στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο την αξία που απαιτείται από το σκοπούμενο αγοραστή και τα νενομισμένα δικαιώματα μεταβίβασης, ή να καταθέσει στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο την τιμή που φαίνεται στη δήλωση στην οποία πωλείται η μερίδα του πωλητή μαζί με τα νενομισμένα δικαιώματα μεταβίβασης και να αποταθεί στο Δικαστήριο, εντός της προθεσμίας που προαναφέρθηκε, για τον καθορισμό του ποσού οποιασδήποτε επιπρόσθετης αξίας που πρέπει να καταβληθεί επιδίδοντας στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο αντίγραφο της αίτησης του αυτής προς το Δικαστήριο: Νοείται ότι το εδάφιο αυτό εφαρμόζεται όταν η δήλωση μεταβίβασης γίνεται αποδεκτή μετά πάροδο τουλάχιστον έξι μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία συμφωνήθηκε η πώληση, αντίγραφο δε της σύμβασης πώλησης έχει κατατεθεί στο αρμόδιο Κτηματολογικό Γραφείο δυνάμει του περί Πώλησης Γης (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου: Νοείται περαιτέρω, ότι καμιά από τις διατάξεις που διαλαμβάνονται στο εδάφιο αυτό δεν εφαρμόζεται όταν η σύμβαση πώλησης συνάφθηκε πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του εδαφίου αυτού και αντίγραφο της σύμβασης αυτής δεν κατατέθηκε στο αρμόδιο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο δυνάμει του περί Πώλησης Γης (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου, εκτός αν η σύμβαση αυτή προσαχθεί σε οποιοδήποτε Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο εντός δύο μηνών από την έναρξη της ισχύος του εδαφίου αυτού για να σημειωθεί πάνω σε αυτή η ημερομηνία της προσαγωγής της, και η σημείωση αυτή της ημερομηνίας θα συνιστά αναμφισβήτητη απόδειξη της προσαγωγής της σύμβασης.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 4. Κύριο θέμα της συζήτησης στην υπό κρίση διαδικασία, είναι η γνωστοποίηση που εδόθη για σκοπούς της διαδικασίας μεταβίβασης του μεριδίου ακίνητης ιδιοκτησίας της Καθ' ης η Αίτηση 2 στον Καθ' ου η Αίτηση 1 στην συγκεκριμένη ακίνητη ιδιοκτησία, της οποίας συγκύριος είναι και η Αιτήτρια, βάσει των προνοιών του Άρθρου 25[
(1)(β) και
(2)[ του Κεφ.
  1. Έχει νομολογηθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο, ότι, το Άρθρο 80 του Κεφ. 224, προσφέρει το μηχανισμό για τον έλεγχο της ορθότητας των αποφάσεων, διαταγών και γνωστοποιήσεων του Διευθυντή που εμπίπτουν στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου. Ενδεικτικά, παραπέμπω στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Παπαγεωργίου ν Πατσαλίδη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1365, όπου, εν προκειμένω, ελέχθησαν τα εξής: «Η νομολογία επί του θέματος είναι σαφής. Η έφεση ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου αποτελεί τη μόνη οδό για αναθεώρηση της απόφασης του Διευθυντή (Papa Loizou v. Themistokleous 22 C.L.R. 177). Όπως τονίστηκε και στην υπόθεση Ιωάννου ν. Κωνσταντίνου κ.ά.
(1999)1 Α.Α.Δ. 749, αντικείμενο της έφεσης βάσει του άρθρου 80 είναι ο έλεγχος, όχι μόνο της νομιμότητας, αλλά και της ορθότητας της απόφασης του Διευθυντή. Η εξουσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου εκτείνεται, όχι μόνο στην ακύρωση, αλλά και στην τροποποίηση και αντικατάσταση της απόφασης κατά το δίκαιο του πράγματος (βλέπε επίσης μεταξύ άλλων Αθανάση κ.α. ν. Χ" Μάμα κ.α.
(1990)1 Α.Α.Δ. 208, Σολομώντος ν. Παπανεοκλή
(1992)1 Α.Α.Δ. 906). Όπως επίσης κρίθηκε στην υπόθεση Κραμβιάς κ.ά. ν. Θεοδοσίου
(2000)1 Α.Α.Δ. 267, διαφορά που ανάγεται στην αμφισβήτηση της ορθότητας ή του παραδεκτού της απόφασης του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας να προβεί στην εγγραφή του κτήματος δεν μπορεί να συνιστά επίδικο θέμα αγωγής, ούτε και θα μπορούσε τέτοια αμφισβήτηση να εγερθεί δι' αγωγής. Η απόφαση του Διευθυντή, υπόκειται σε έφεση ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου, και μόνο. Όπως ορθά αναφέρθηκε (Σολομώντος ν. Παπανεοκλή, ανωτέρω), το άρθρο 80 του Κεφ. 224 προσφέρει το μηχανισμό για τον έλεγχο της ορθότητας των αποφάσεων, διαταγών και γνωστοποιήσεων του Διευθυντή που εμπίπτουν στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 6. Έπεται από τα προαναφερόμενα ότι, ορθά κινήθηκε η υπό κρίση διαδικασία της αίτησης / έφεσης από πλευράς Αιτήτριας. Προχωρώ, ως εκ τούτου, να εξετάσω την βασιμότητα του διαβήματος της αυτού. 7. Σε ότι αφορά παρόμοιο ζήτημα, δηλαδή, της επάρκειας της ειδοποίησης που δίδεται βάσει των προνοιών του Άρθρου 29
(5)του Κεφ. 224 προς τον σκοπό εφαρμογής των διατάξεων των εδαφίων
(4)και
(6)του ιδίου, που έχει να κάνει με την διαδικασία διαχωρισμού ακίνητης ιδιοκτησίας που κατέχεται κατ' εξ αδιαιρέτου ιδανικές μερίδες, στην υπόθεση Αχιλλέως κ. α. ν Πιττάρα
(2012)1 Α.Α.Δ. 1590, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα εξής: «Το εύρημα του πρωτόδικου δικαστηρίου ότι η τοιχοκόλληση δεν ήταν ο καταλληλότερος τρόπος ειδοποίησης και ότι η σχετική ρύθμιση προσκρούει στο Άρθρο 30 του Συντάγματος βάλλεται με τον τρίτο λόγο έφεσης. Με τον ίδιο λόγο έφεσης αμφισβητείται επίσης η ορθότητα της απόφασης αναφορικά με το θέμα της γνώσης των εφεσιβλήτων περί της διαδικασίας. Αναφορικά με το πρώτο σκέλος η ειδοποίηση διά τοιχοκολλήσεως είναι τρόπος ο οποίος προβλέπεται από το νόμο εφόσον συντρέχουν προϋποθέσεις οι οποίες δικαιολογούν το συγκεκριμένο τρόπο. Η συνταγματικότητα του νόμου που προβλέπει ειδικά την περίπτωση δεν μπορούσε να εξεταστεί αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο χωρίς οι διάδικοι να είχαν τη δυνατότητα να διατυπώσουν τις δικές τους απόψεις. Ως προς το κατά πόσο οι εφεσίβλητοι έλαβαν γνώση για τη διαδικασία της επιτόπιας εξέτασης, το δικαστήριο είχε ενώπιόν του δύο στοιχεία τα οποία ικανοποιούσαν τις προϋποθέσεις του νόμου επί του προκειμένου. Το πρώτο είναι ότι οι επιστολές που είχαν σταλεί στους εφεσίβλητους δεν επεστράφησαν και το δεύτερο είναι ότι έγιναν οι εκ του νόμου προβλεπόμενες γνωστοποιήσεις διά τοιχοκολλήσεως. Οι παρατηρήσεις του δικαστηρίου περί αναχρονισμού της νομοθεσίας μπορεί ενδεχομένως να είναι ορθές όμως, ενόσω ισχύουν, εφαρμόζονται.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 8. Σε ότι δε αφορά τις εξουσίες του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, στην ίδια απόφαση, επισημαίνεται από το Ανώτατο Δικαστήριο και το εξής: «Ο Διευθυντής κατά την ενάσκηση των εξουσιών του δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 29 του νόμου δεν καθορίζει το ιδιοκτησιακό καθεστώς αλλά λαμβάνει τούτο ως δεδομένο και με βάση αυτό, προχωρεί στο διαχωρισμό, νοουμένου ότι συντρέχουν οι εκ του νόμου προϋποθέσεις. Η απόφαση του Διευθυντή στα πλαίσια της διαδικασίας με βάση το Άρθρο 29 του νόμου προϋποθέτει αναγνώριση του ιδιοκτησιακού καθεστώτος των εξ αδιαιρέτου μεριδίων με βάση τα κτηματολογικά δεδομένα και ουδόλως συνιστά επίλυση ιδιοκτησιακής διαφοράς. Στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας δεν επιλύονται διαφορές μεταξύ συγκυρίων ούτε βεβαίως απαλλοτριώνεται περιουσία προς όφελος άλλων συγκυρίων. Με βάση τις πρόνοιες του Άρθρου 29 δεν υπάρχουν περιθώρια άσκησης διακριτικής ευχέρειας από το Διευθυντή. Η κρίση του περιορίζεται στο κατά πόσο το συγκεκριμένο κτήμα μπορεί να διαχωριστεί σε μικρότερα τεμάχια τα οποία να αντιστοιχούν στα ιδανικά μερίδια και όπου καθίσταται αναγκαίο καθορίζεται χρηματική αποζημίωση. Ο Διευθυντής δεν έχει διακριτική ευχέρεια να αποδώσει τεμάχια μικρότερα των τεμαχίων που προβλέπονται στο Άρθρο 27 ούτε και έχει ευχέρεια να μην προχωρήσει στη διαίρεση εφόσον το κτήμα μπορεί να διαιρεθεί. Σχετικά με τα πιο πάνω βλ. Παπαγεωργίου ν. Πατσαλίδη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1365.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 9. Η σημασία μίας εγκυκλίου ως μέτρο εσωτερικής διοίκησης, που απασχόλησε πραγματικά και στην υπόθεση αυτή, έχει εξεταστεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Μακρίδου ν Κυπριακής Δημοκρατίας
(1997)3 Α.Α.Δ. 581, όπου δια του έντιμου, Δ. Α. Δ., ως ήταν τότε, Τ. Ηλιάδη, αναφέρθησαν τα εξής: «Η επίκληση της ερμηνευτικής εγκυκλίου του Διευθυντή, σύμφωνα με την οποία, η δήλωση γίνεται αρχικά αποδεκτή, δεν μπορεί να υποστηρίξει τις θέσεις που προβάλλει η εφεσείουσα. Ο προϊστάμενος ενός τμήματος μπορεί να εκδώσει γενικές ή ειδικές οδηγίες προς τους υφιστάμενούς του. Οι γενικές οδηγίες που είναι γνωστές ως "εγκύκλιοι" αποσκοπούν στην ενιαία εφαρμογή των προνοιών ενός ορισμένου νόμου και καθορίζουν τα πλαίσια μέσα στα οποία μπορεί να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια της Διοίκησης. Οι ερμηνευτικές αυτές εγκύκλιοι δεν θεωρούνται ως Κανονιστικές Πράξεις γιατί "παρά την πρακτική τους σημασία δεν προϋποθέτουν δίκαιο". (Ιδε Π.Δ. Δαγτόγλου "Γενικό Διοικητικό Δίκαιο", 4η Έκδοση, σ. 77). Η εγκύκλιος δεσμεύει τους δημόσιους υπαλλήλους προς τους οποίους απευθύνεται σύμφωνα με την αρχή της ιεραρχίας που καθορίζει, ότι οι υφιστάμενοι οφείλουν να υπακούουν σε οδηγίες που εκδίδονται από την προϊστάμενη αρχή. Και τούτο γιατί, η μη υπακοή θα υπονόμευε την αρχή της ιεραρχίας και θα μπορούσε να οδηγήσει σε αναρχία. Η πιο πάνω αρχή έχει πάρει νομοθετική κάλυψη. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 73
(2)του Περί Δημοσίας Υπηρεσίας Νόμου αρ. 1/90, παράλειψη συμμόρφωσης εκ μέρους δημόσιου υπαλλήλου προς το περιεχόμενο μιας εγκυκλίου μπορεί να οδηγήσει στη λήψη πειθαρχικών μέτρων εναντίον του. Άνκαι μια εγκύκλιος μπορεί να δημιουργεί μια εσωτερική νομική δεσμευτικότητα για ένα υπάλληλο, εντούτοις το περιεχόμενο μιας εγκυκλίου δεν μπορεί να επιφέρει μια εξωτερική νομική δεσμευτικότητα για τρίτα πρόσωπα (ιδιώτες) και τούτο γιατί μια εσωτερική ερμηνευτική εγκύκλιος που οδηγεί στην υιοθέτηση μιας πρακτικής εφαρμογής γενικών αρχών δεν μπορεί να δημιουργήσει νομικά δικαιώματα, αφού "ουδέποτε δύναται να αποτελέσει πηγή τοιούτων γενικών αρχών". (Ίδε Μ.Δ. Στασινόπουλου "Μαθήματα Διοικητικού Δικαίου" Μέρος Α΄, σ.127). Επιπρόσθετα τα Δικαστήρια, σύμφωνα με την αρχή της διάκρισης των εξουσιών, δε δεσμεύονται από τον τρόπο ερμηνείας ενός νομοθετήματος που μπορεί να υιοθετηθεί από τη Διοίκηση. (Ιδε De Laubadere: Droit administratif, Τόμος 1, 265). Όπως αναφέρει και ο Γ. Παπαχατζής στο σύγγραμμα του "Το Σύστημα του εν Ελλάδι ισχύοντος Διοικητικού Δικαίου", 3η Έκδοση σ. 135, "Αφ' ετέρου, αι ερμηνευτικαί εγκύκλιοι αποσκοπούσιν απλώς εις το να φέρωσιν εις γνώσιν των υφισταμένων υπαλλήλων την αντίληψιν, την οποίαν έχει περί της εννοίας του ερμηνευομένου κανόνος δικαίου η εκδούσα την εγκύκλιον διοικητική αρχή. Η νομιμότης της ερμηνευτικής εγκυκλίου εξαρτάται κατά ταύτα εκ της ορθότητας της γενομένης ερμηνείας. Αι εγκύκλιοι δεν είναι ικαναί να προβώσιν εις αυθεντικήν ερμηνείαν των νομικών κανόνων. Προς αυθεντικήν ερμηνείαν νόμου είναι αναγκαίος ο τύπος του νόμου. Αι ερμηνευτικαί εγκύκλιοι δεν δεσμεύουσι κατά συνέπειαν τα δικαστήρια." Όμως σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όταν μια εγκύκλιος επιφέρει έννομα αποτελέσματα σε διοικούμενους και έχει εκτελεστό χαρακτήρα, μπορεί να προσβληθεί με προσφυγή, εφόσον πληρούνται οι υπόλοιπες προϋποθέσεις του άρθρου 146 του Συντάγματος. (Ιδε The Police Association and Others v. Republic
(1972)3 C.L.R. 28). Η ίδια γραμμή έχει υιοθετηθεί και στην Κύπρο. Ειδικότερα, με μια σειρά αποφάσεων τονίστηκε ότι η υιοθέτηση από ένα κρατικό τμήμα στο παρελθόν μιας λανθασμένης νομικής προσέγγισης, δε δημιουργεί νομικά δικαιώματα σε τρίτα πρόσωπα σε βαθμό που να τους επιτρέπει να επικαλούνται προηγούμενες παράνομες διοικητικές πράξεις σε μια προσπάθεια προώθησης των δικών τους συμφερόντων. (Ίδε Ioannou v. Republic
(1982)3 C.L.R. 1002 και Ayios Andronikos Development Co. Ltd. v. Republic
(1985)3 C.L.R. 2362).». 10. Έπεται από τα προαναφερόμενα ότι, τέτοιοι εγκύκλιοι, ως διοικητικό μέτρο εσωτερικής φύσεως, στερούνται εκτελεστότητας και ως εκ τούτου, δεν μπορούν να προσβληθούν με βάσει τις διατάξεις του Άρθρου 146.1 του Συντάγματος, εκτός και αν εμπεριέχουν κάποια εκτελεστή διοικητική πράξη. Όπως αναφέρεται στην απόφαση του έντιμου, Δ. Α. Δ. ως ήταν τότε, Α. Κραμβή, στην υπόθεση Δαυίδ ν Διευθυντή και/ή Αναπλ. Διευθυντή Τμήματος Τελωνείων, Υπόθεση Αρ. 689/2010, 25/01/2012: «Διοικητικά μέτρα εσωτερικής φύσεως είναι εκείνες οι πράξεις της διοίκησης που ανάγονται στην εσωτερική λειτουργία της και οι οποίες δεν επιφέρουν καμιά άμεση τροποποίηση στα δικαιώματα και υποχρεώσεις των διοικουμένων. Στην κατηγορία των διοικητικών μέτρων εσωτερικής φύσεως εμπίπτουν και οι εγκύκλιοι οι οποίες κατά κανόνα δεν συνιστούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις. Ενίοτε όμως, σε ορισμένες περιπτώσεις, εμπεριέχουν εκτελεστές διοικητικές πράξεις. Βλ. Μακρίδου ν. Δημοκρατίας
(1997)3 ΑΑΔ
  1. Οι εγκύκλιοι απευθύνονται κυρίως προς τους υπαλλήλους, ενίοτε όμως ενδιαφέρουν και άλλους πολίτες. Οι εγκύκλιοι που απευθύνονται κατά τρόπο πανομοιότυπο προς τα ιεραρχικώς κατώτερα διοικητικά όργανα ή προς ορισμένη κατηγορία υπαλλήλων δεν υπόκεινται στον αναθεωρητικό έλεγχο του Ανωτάτου Δικαστηρίου με βάση το άρθρο 146.1 του Συντάγματος. Ωστόσο, σε ορισμένες περιπτώσεις, πράξεις της διοίκησης εκδιδόμενες υπό μορφή εγκυκλίων μπορεί να συνιστούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις οπότε μπορούν να προσβληθούν με προσφυγή νοουμένου ότι πληρούνται και οι λοιπές προϋποθέσεις του άρθρου 146 του Συντάγματος.».
  2. Αν και αποτελούν την κυριότερη κατηγορία διοικητικών μέτρων εσωτερικής φύσεως, οι εγκύκλιοι, σύμφωνα με την νομολογία, δεν μπορούν να υπερισχύσουν νόμων ή κανονισμών (βλ. Σωτηριάδης ν Δημοκρατίας
(1992)4 Α.Α.Δ. 2599, C.P. Envirosystems Ltd v Δημοκρατίας
(1997)4 Α.Α.Δ. 3120). 12. Στην προκείμενη περίπτωση, η εγκύκλιος Κ.Χ.Τ.277/46/8, ημερομηνίας 25/08/1978, που η Αιτήτρια επικαλέστηκε για την υπόθεση της, συνάδει απόλυτα με τις πρόνοιες του Άρθρου 25
(2)του Κεφ. 224, το οποίο ρητά και με σαφήνεια καθορίζει ότι, η προβλεπόμενη από το Άρθρο 25
(1)(β) του Κεφ. 224 ειδοποίηση της σκοπούμενης πώλησης, μπορεί να γίνει «σε τέτοιο τύπο και σε τέτοια εφημερίδα ή εφημερίδες όπως ο Διευθυντής ήθελε απαιτήσει». Η προαναφερόμενη εγκύκλιος, ακριβώς, καθορίζει την απαίτηση του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας σε ότι αφορά τα των δημοσιεύσεων για την διαδικασία του Άρθρου 25 του Κεφ. 224, κατά τρόπο εύλογο και ενιαίο για όλες τις περιπτώσεις. Ίδια, όπως και σε άλλες περιπτώσεις που αφορούν πώληση ακίνητης ιδιοκτησίας σε «πόλεις και προάστια», ήταν και στην υπόθεση αυτή η απαίτηση που είχε τεθεί από τον Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας σε ότι αφορούσε την υπό αναφορά σκοπούμενη τότε πώληση, και έχει ακολουθηθεί. Όπως δε προκύπτει από την Έκθεση Γεγονότων που υπεβλήθη στο Δικαστήριο από τον Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό Λάρνακας ημερομηνίας 29/04/2014 και δεν έχει αμφισβητηθεί από πλευράς Αιτήτριας, οι λοιπές προϋποθέσεις που θέτει το προαναφερόμενο Άρθρο 25 του Κεφ. 224 ώστε ο Διευθυντής του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας να προχωρήσει σε μεταβίβαση της ακίνητης ιδιοκτησίας, ικανοποιήθηκαν. Ο Διευθυντής του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, δεν είχε ευχέρεια κατά πόσο θα ενεργούσε προς μεταβίβαση του ακινήτου από την Καθ' ης η Αίτηση 2 στον Καθ' ου η Αίτηση 1. Αφής στιγμής συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του Άρθρου 25 του Κεφ. 224, ο Διευθυντής του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας είχε υποχρέωση με βάση τον νόμο να το πράξει. Βρίσκω δε ότι, ο Διευθυντής του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, ενήργησε με βάση τις εξουσίες που του παρέχει ο Νόμος, χωρίς να διαπιστώνεται λάθος του που να δικαιολογεί την επέμβαση του Δικαστηρίου (Αχιλλέως κ. α. ν Πιττάρα
(2012)1 Α.Α.Δ. 1590). 13. Κατ' ακολουθίαν των όσων έχουν προαναφερθεί, καταλήγω ότι η έφεση της Αιτήτριας είναι αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί. Εκδίδω σχετική διαταγή. Ως εκ τούτου, τηρουμένων προηγούμενων διαταγών του Δικαστηρίου για τα έξοδα, τα έξοδα της διαδικασίας επιδικάζονται υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση 2, 3, 4, 5 και 6 και εναντίον της Αιτήτριας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Λόγω της κοινής εκπροσώπησης και υπεράσπισης τους, οι Καθ' ων η Αίτηση 3, 4, 5 και 6, δικαιούνται μόνο ένα σετ εξόδων. (Υπ.) ________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Οι πρόνοιες του οποίου, στην προκείμενη περίπτωση, δεν τυγχάνουν εφαρμογής, cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.