ALPHA BANK CYPRUS LTD ν. COOPER κ.α., Πολιτική Αγωγή υπ' αρ.: 1784/2012, 23/5/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2018:A259 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πολιτική Αγωγή υπ' αρ.: 1784/2012 Μεταξύ: ALPHA BANK CYPRUS LTD Ενάγουσας - και -
- ***** COOPER
- ***** COOPER
- A. CHACHOLIS DEVELOPERS LTD Εναγομένων ------------------- Ημερομηνία: 23/05/2018 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Ενάγουσα: Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ. Ε. Π. Ε. (Κατά την δίκη: κα Ξένια Σ. Κόκκκινου). (Κατά την ανακοίνωση της απόφασης: .....................). Για τον Εναγόμενο: Αδάμος Λάντος & Σια Δ. Ε. Π. Ε. (Κατά την δίκη: κ. Αδάμος Λάντος). (Κατά την ανακοίνωση της απόφασης: .....................). --------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Η υπόθεση της Ενάγουσας και οι αξιώσεις της
- Με την Αγωγή της αυτή, η Ενάγουσα, ενήγαγε τους Εναγομένους 1 και 2, καθώς και την Εναγομένη 3, αξιώνοντας από αυτούς, αλληλεγγύως και/ή καχωρισμένως, το ποσό των €80.982,42, πλέον τόκους ενός μηνός libor, προσαύξηση προς 4,67625% ετησίως και τόκο υπερημερίας προς 5,35%, ετησίως επί του ποσού των €79.807,43, από 05/04/2012 μέχρι εξοφλήσεως, με κεφαλαιοποίηση των τόκων δύο φορές κάθε χρόνο, την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου, που αντιπροσωπεύει το υπόλοιπο λογαριασμού το οποίο προήλθε από δάνειο που παραχωρήθηκε από την Ενάγουσα στους Εναγομένους 1 και 2 και το οποίο εξασφαλίστηκε: (α) από την προσωπική εγγύηση της Εναγομένης 3, (β) με υποθήκη επί ενός ακινήτου ιδιοκτησίας της Εναγομένης 3 και (γ) με τριμερή συμφωνία εκχώρησης δικαιωμάτων (στην οποία η Ενάγουσα προσήλθε με τους Εναγομένους 1, 2 και 3, εκχώρησης των δικαιωμάτων: των Εναγομένων 1 και 2 από σύμβαση αγοράς διαμερίσματος στην οποία προσήλθαν με την Εναγομένη 3 από τους Εναγομένους 1 και 2 στην Ενάγουσα; και ανάληψης υποχρέωσης από πλευράς Εναγομένης 3 έναντι της Ενάγουσας σε ότι αφορά την εκπλήρωση των υποχρεώσεων της κάτω από την σύμβαση αγοράς διαμερίσματος με τους Εναγομένους 1 και 2 και κάλυψης χρέους των Εναγομένων 1 και 2 προς την Ενάγουσα υπό προϋποθέσεις).
- Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας, το προαναφερόμενο υπόλοιπο του λογαριασμού των Εναγομένων 1 και 2, αν και κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 παραλείπουν να το εξοφλήσουν.
- Στις αξιώσεις της Ενάγουσας, περιλαμβάνονται και αξιώσεις της για θεραπείες που απορρέουν από τις προαναφερόμενες εξασφαλίσεις και τις οποίες αξιώνει εναντίον [και] της Εναγομένης
- Κάποιες από τις θεραπείες που αξιώνονται από την Ενάγουσα, ως προαναφέρθηκε, αξιώνονται εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3, αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως.
- Συγκεκριμένα, η Ενάγουσα, με αυτή της την Αγωγή, αξιώνει εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3, ως εξής: «(α) €79.807,43 πλέον τόκους 1 μηνός Libor, προσαύξηση προς 4,67625% ετησίως και τόκο υπερημερίας προς 5,35% ετησίως από 05/04/2012 μέχρι πλήρους και τελείας εξοφλήσεως µε κεφαλαιοποίηση των τόκων 2 φορές το χρόνο στις 30/06 και 31/
- (β) €1.174,99 συσσωρευμένους τόκους από 01/01/2012 μέχρι 05/04/
- (γ) Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάσσον την πώληση του ενυπόθηκου κτήματος . προς ικανοποίηση της απαιτήσεως και των εξόδων. (δ) Διάταγμα του Δικαστηρίου µε το οποίο να διατάσσεται η ειδική εκτέλεση του αγοραπωλητηρίου εγγράφου δυνάμει του Κεφαλαίου 232 όταν εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος για το ακίνητο ως αναφέρεται στην τριµερή συµφωνία, για µεταβίβαση του ακινήτου στο όνοµα των εναγοµένων 1 και 2 ή στο όνοµα των εναγόντων ή στο όνοµα οποιουδήποτε προσώπου υποδείξουν οι ενάγοντες. (ε) Απόφαση του Δικαστηρίου µε το οποίο να αναγνωρίζεται ότι οι ενάγοντες έχουν το δικαίωµα να υποθηκεύσουν προς όφελος των το ακίνητο όταν αυτό µεταβιβαστεί στο όνοµα των εναγοµένων 1 και
- (στ) Διάταγµα του Δικαστηρίου µε το οποίο οι ενάγοντες να εξουσιοδοτούνται να υποθηκεύσουν το ακίνητο εις όφελος των όταν αυτό µεταβιβαστεί στο όνοµα των εναγοµένων 1 και
- (ζ) Απόφαση του Δικαστηρίου µε την οποία να αναγνωρίζεται ότι οι ενάγοντες έχουν το δικαίωµα να ακυρώσουν το πωλητήριο έγγραφο και να αποσύρουν την κατάθεσή του από το Κτηµατολόγιο. (η) Διάταγµα του Δικαστηρίου µε το οποίο οι ενάγοντες να εξουσιοδοτούνται και/ή να επιτρέπεται στους ενάγοντες να ακυρώσουν το πωλητήριο έγγραφο και να τα αποσύρουν από το Κτηµατολόγιο. (θ) Απόφαση του Δικαστηρίου µε την οποία να αναγνωρίζεται ότι οι ενάγοντες έχουν δικαίωµα κατοχής του. (ι) Διάταγµα του Δικαστηρίου για κατοχή του ακινήτου από τους ενάγοντες (writ of possession). (κ) Απόφαση του Δικαστηρίου µε την οποία να αναγνωρίζεται ότι οι ενάγοντες έχουν δικαίωµα να πωλήσουν και/ή διαθέσουν το ακίνητο και/ή τα δικαιώµατά τους που απορρέουν από την τριµερη συµφωνία προς οιονδήποτε πρόσωπο και σε οιανδήποτε τιµή, µε ιδιωτική πώληση και/ή δια προσφορών και/ή δια δηµοσίου πλειστηριασµού, για εξόφληση και/ή έναντι του εξ αποφάσεως χρέους και των εξόδων πώλησης και επιστροφή οιουδήποτε τυχόν περισσεύµατος από το προϊόν της πώλησης στους εναγοµένους 1 και
- (λ) Διάταγµα του Δικαστηρίου µε το οποίο να εξουσιοδοτούνται οι ενάγοντες να πωλήσουν και/ή να επιτρέπεται στους ενάγοντες να διαθέσουν τα ακίνητα και/ή τα δικαιώµατά τους που απορρέουν από την τριµερή συµφωνία προς οιονδήποτε πρόσωπο και σε οιανδήποτε τιµή, µε ιδιωτική πώληση και/ή δια προσφορών και/ή δια δηµοσίου πλειστηριασµού, για εξόφληση και/ή έναντι του εξ αποφάσεως χρέους και των εξόδων πώλησης και επιστροφή οιουδήποτε τυχόν περισσεύµατος από το προιόν της πώλησης στους εναγοµένους 1 και
- (µ) Τα έξοδα της παρούσης αγωγής πλέον Φ.Π.Α. και έξοδα επίδοσης.».
- Εντούτοις, σε ότι αφορά την αξίωση της Ενάγουσας εναντίον της Εναγομένης 3, υπό τα στοιχεία (α) και (β) του παρακλητικού της έκθεσης απαίτησης της (παράγραφος 10 της έκθεσης απαίτησης), ως προεκτάθηκε, η Ενάγουσα, δια της συνηγόρου της, κατά την ακροαματική διαδικασία της 02/03/2017, δήλωσε ότι την «περιορίζει» ως εξής: «€99.837,48 πλέον συσσωρευμένους τόκους ύψους €1.032,57 από 01/01/2017 μέχρι 28/02/2017, πλέον τόκο 1 μηνός libor και προσαύξηση 4,67625% από 01/03/2017 μέχρι εξοφλήσεως με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης των τόκων 2 φορές τον χρόνο, την 30/06 και 31/12.».
- Σε ότι αφορά τους Εναγομένους 1 και 2, σημειώνεται περαιτέρω ότι, η διαδικασία αυτής της Αγωγής έχει διεκπεραιωθεί από 24/02/2015, με την έκδοση απόφασης εναντίον τους, αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως και υπέρ της Ενάγουσας, ως εξής: «ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΔΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ ΚΑΙ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ όπως οι εναγόμενοι 1 και 2 ομού και/ή κεχωρισμένως πληρώσουν στους ενάγοντες το ποσό των €79.807,43.- πλέον τόκους 1 μηνός Libor, προσαύξηση προς 4,67625% ετησίως και τόκο υπερημερίας προς 5,35% ετησίως από 05/04/2012 μέχρι εξοφλήσεως, με κεφαλαιοποίηση του τόκου στις 30/06 και 31/12 έκαστου έτους, πλέον €1.174,99.- συσσωρευμένους τόκους από 01/01/2012 μέχρι 05/04/
- ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΔΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ όπως οι εναγόμενοι 1 και 2 ομού και/ή κεχωρισμένως πληρώσουν στους ενάγοντες το ποσό των €1.781,43.- έξοδα της παρούσας αγωγής, συμπεριλαμβανομένων των εξόδων συντάξεως της παρούσας αποφάσεως με τόκο προς 5,5% ετησίως επί του ποσού των €1.732.- από 01/06/2012 μέχρι 31/12/2014 και ακολούθως με τόκο προς 4% ετησίως από 01/01/2015 μέχρι εξοφλήσεως πλέον Φ.Π.Α. €329,08.- και €205,50.- πραγματικά έξοδα, όπως αυτά υπολογίστηκαν από τον Πρωτοκολλητή και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο.». Η υπόθεση της Εναγομένης 3 και η ανταπαίτηση της
- Η Εναγομένη 3 ισχυρίζεται ότι, στην Ενάγουσα, είχε παραχωρήσει εγγύηση τίτλου. Δηλαδή, έκδοσης τίτλου ιδιοκτησίας για το διαμέρισμα που οι Εναγόμενοι 1 και 2 είχαν αγοράσει από αυτήν. Δεν ανέλαβε, υποστηρίζει, έναντι της Ενάγουσας, υποχρέωση εξόφλησης του δανείου των Εναγομένων 1 και 2 σε περίπτωση μη αποπληρωμής του από τους Εναγομένους 1 και 2 στην Ενάγουσα.
- Σε περίπτωση όμως που ήθελε κριθεί από το Δικαστήριο ότι υπήρξε μια τέτοια συμφωνία μεταξύ της και της Ενάγουσας, δηλαδή, εγγύησης των υποχρεώσεων των Εναγομένων 1 και 2 έναντι της Ενάγουσας κάτω από την σύμβαση δανείου στην οποία αυτοί προσήρθαν, αυτή είναι άκυρη και/ή ακυρώσιμη, επειδή, η Ενάγουσα, με τις πράξεις και/ή παραλείψεις των αντιπροσώπων της, δεν εκτέλεσε ορθά τα καθήκοντα της και/ή παραβίασε τους κανονισμούς και/ή τις εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας περί παραχώρησης στεγαστικών δανείων σε πρόσωπα πολίτες τρίτων χωρών και/ή της ευρωπαϊκής ένωσης και/ή παρέλειψε να εξετάσει την φερεγγυότητα των Εναγομένων 1 και 2 και/ή την ικανότητα τους να εξοφλήσουν το επίδικο δάνειο, και/ή παρέλειψε να εξετάσει εάν οι Εναγόμενοι 1 και 2 είχαν επαρκείς πόρους και/ή εισοδήματα για να τηρήσουν τα συμφωνηθέντα τους και να αποπληρώσουν το δάνειο τους, και βασίστηκε μόνον στο αξιόχρεο της Εναγομένης 3, και/ή παρέλειψε να προστατεύσει την Εναγομένη 1 που ήταν πελάτης της, παραβιάζοντας την υπάρχουσα μεταξύ τους σχέση εμπιστοσύνης, τράπεζας και πελάτη.
- Σε ότι αφορά τον ισχυρισμό της Ενάγουσας ότι το δάνειο των Εναγομένων 1 και 2 εξασφαλίστηκε με υποθήκη σε συγκεκριμένο ακίνητο της ιδιοκτησίας της, η Εναγομένη 3 τον παραδέχεται ως πραγματικότητα, δηλώνοντας μάλιστα και την συμφωνία της για την εκποίηση της υποθήκης προς εξόφληση του δανείου των Εναγομένων 1 και
- Σε κάθε περίπτωση, η Εναγομένη 3 υποστηρίζει περαιτέρω ότι, με την ενεργοποίηση της σύμβασης εκχώρησης δικαιωμάτων που έχει προαναφερθεί, η Ενάγουσα απέκτησε ακίνητη ιδιοκτησία, δηλαδή, το διαμέρισμα, που είναι μεγαλύτερης αξίας από το υπόλοιπο οφειλόμενο του δανείου των Εναγομένων 1 και 2 προς την Ενάγουσα και ως εκ τούτου, έχει υποχρέωση να εξοφλήσει πλήρως αυτό και να απαλλάξει την Εναγομένη 3 από την οποιαδήποτε σχετική υποχρέωση της.
- Η Εναγομένη 3, αναγνωρίζει ότι η Ενάγουσα έχει αποκτήσει, βάσει της προαναφερόμενης συμφωνίας εκχώρησης δικαιωμάτων, κάποια δικαιώματα έναντι των Εναγομένων 1, 2 και
- Εντούτοις, δια της εν λόγω συμβάσεως, ισχυρίζεται, έχουν εναποτεθεί στην Ενάγουσα και κάποιες υποχρεώσεις έναντι της (Εναγομένης 3). Επιφυλάσσει, ως σημειώνει στην έκθεση υπεράσπισης της, σε ότι αφορά αυτές, τα δικαιώματα της. Τα δε δικαιώματα της Ενάγουσας που απορρέουν από την προαναφερόμενη σύμβαση εκχώρησης δικαιωμάτων περιορίζονται: (α) στο δικαίωμα της Ενάγουσας να αποσύρει τη σύμβαση μεταξύ της Εναγομένης 3 και των Εναγομένων 1 και 2 για την πώληση του διαμερίσματος, από το σχετικό μητρώο του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, ως επιβάρυνση και για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης, (β) να πωλήσει το διαμέρισμα σε τρίτο πρόσωπο σε οποιαδήποτε τιμή, (γ) να λάβει κατοχή του διαμερίσματος από τους Εναγομένους 1 και 2 και (δ) να εγγράψει την κατοχή στο όνομα των Εναγομένων 1, 2 και 3 και/ή στο όνομα της Ενάγουσας με την έκδοση του τίτλου ιδιοκτησίας του διαμερίσματος και/ή στο όνομα οποιουδήποτε τρίτου προσώπου υποδείξει (η Ενάγουσα).
- Η Εναγομένη 3, δεν αποδέχεται την έκδοση διατάγματος Δικαστηρίου για ακύρωση της συμφωνίας πώλησης του διαμερίσματος στην οποία (η Εναγομένη 3) προσήρθε με τους Εναγομένους 1 και 2, επειδή επηρεάζονται τα δικά της δικαιώματα.
- Περαιτέρω, αποτελεί θέση της Εναγομένης 3 ότι, η θεραπεία που η Ενάγουσα αξιώνει, εκποίησης της υποθήκης στο ακίνητο της Εναγομένης 3 κάτω από την σχετική σύμβαση και έγγραφο υποθήκης, και αυτή της πώλησης του διαμερίσματος αντικείμενο της σύμβασης πώλησης μεταξύ Εναγομένης 3 και Εναγομένων 1 και 2 με διαταγή του Δικαστηρίου βάσει της προαναφερόμενης σύμβασης εκχώρησης δικαιωμάτων, συγκρούονται μεταξύ τους, ή σε κάθε περίπτωση, η μία από αυτές είναι περιττή. Όπως υποστηρίζει, αν διαταχθεί η πώλησης του διαμερίσματος, δεν θα υπάρχει ακίνητο για να εκποιηθεί. Η μία θεραπεία δηλαδή, αποκλείει την άλλη.
- Η Εναγομένη 3, αρνείται ότι οφείλει στην Ενάγουσα οποιοδήποτε ποσό, ή και ότι υπήρξε δια επιστολών της Ενάγουσας απαίτηση προς τους Εναγομένους 1 και 2 για εξόφληση του δανείου τους, ή και ειδοποίησης της Εναγομένης 3 περί τούτου.
- Στην βάση των προαναφερόμενων ισχυρισμών της, η Εναγομένη 3 ανταπαιτεί από την Ενάγουσα, ως γίνεται αντιληπτό, ακύρωση της εγγύησης στην οποία προσήρθε με την Ενάγουσα, καθώς επίσης και δήλωση του Δικαστηρίου ότι, δια της εκδόσεως των αιτούμενων από την Ενάγουσα θεραπειών, το υπόλοιπο οφειλόμενο από το δάνειο των Εναγομένων 1 και 2 έχει εξοφληθεί και η Εναγομένη 3, ως εγγυητής, έχει απαλλαχθεί.
- Πιο συγκεκριμένα, η Εναγομένη 3 ανταξιώνει από την Ενάγουσα ως εξής: «Α. Δήλωση του Σεβαστού Δικαστηρίου δηλούσα ότι οι υπογραφές εγγύησης των Εναγομένων 3 που καλύπτουν το στεγαστικό δάνειο των Εναγομένων 1 και 2 είναι άκυρες και/ή ακυρώσιμες. Β. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου διατάττον την ακύρωση των υπογραφών εγγύησης των Εναγομένων 3 που καλύπτουν το στεγαστικό δάνειο των Εναγομένων 1 και 2 προς όφελος των Εναγόντων. Γ. Δήλωση του Σεβαστού Δικαστηρίου δηλούσα ότι με την έκδοση των Αιτούμενων Διαταγμάτων προς όφελος των Εναγόντων το ως άνω χρέος των Εναγομένων 1 και 2 θεωρηθεί ως εξοφληθέν και ως εκ τούτου οι Εναγόμενοι 3 ως Εγγυητές ουδέν ποσό οφείλουν προς αυτούς. Δ. Έξοδα της Ανταπαίτησης.». Η προσαχθείσα μαρτυρία και η εκτίμηση της
- Κατά την δίκη, προς υποστήριξη της υπόθεσης της Ενάγουσας, κλήθηκαν και κατέθεσαν στο Δικαστήριο, τα ακόλουθα δύο πρόσωπα: i. Ο ***** Αζάς (στο εξής καλούμενος «ο ΜΕ1»), και ii. Η ***** Λαγούδη (στο εξής καλούμενη «η ΜΕ2»).
- Προς υποστήριξη της υπόθεσης της Εναγομένης 3, μαρτυρία κατά την ακρόαση της υπόθεσης, δόθηκε από ένα μόνο πρόσωπο, τον ***** Γεωργίου (στο εξής καλούμενος «ο ΜΥ»).
- Ο ΜΕ1, είναι υπάλληλος της Ενάγουσας. Είναι τοποθετημένος στο «τμήμα καθυστερήσεων» της Ενάγουσας στην Λάρνακα και στα καθήκοντα του είναι η παρακολούθησης του λογαριασμού των Εναγομένων 1 και
- Η κυρίως εξέταση του ΜΕ1, περιορίστηκε στην υιοθέτηση από τον μάρτυρα γραπτής δήλωσης κατάθεσης του, την οποία παρουσίασε στο Δικαστήριο (Έγγραφο Α). Ο ΜΕ1 κατέθεσε ότι, η Ενάγουσα, προσήλθε σε συμφωνία με τους Εναγομένους 1 και 2, στην βάση της οποίας, η Ενάγουσα παραχώρησε στους Εναγομένους 1 και 2 δάνειο ύψους €69.
- Όπως υποστήριξε ο ΜΕ1, το δάνειο παραχωρήθηκε από την Ενάγουσα στους Εναγομένους 1 και 2, για την αγορά ενός διαμερίσματος στην Βορόκληνη της Επαρχίας Λάρνακας. Ο ΜΕ1, αναφέρθηκε στους όρους της εν λόγω συμφωνίας που αφορούν την αποπληρωμή του δανείου και την χρέωση του σχετικού λογαριασμού του μέχρι την εξόφληση του. Η εν λόγω συμφωνία δανείου, που φέρει ημερομηνία 23/05/2007, παρουσιάστηκε από τον μάρτυρα στο Δικαστήριο, κατατέθηκε ως μέρος της μαρτυρίας του και σημειώθηκε από το Δικαστήριο ως Τεκμήριο
- Σύμφωνα και πάλι με την κατάθεση του ΜΕ1, η εν λόγω συμφωνία δανείου, Τεκμήριο 1, τροποποιήθηκε την 26/01/2011, δια γραπτής συμφωνίας στην οποία προσήλθε η Ενάγουσα με τους Εναγομένους 1 και 2, την οποία τροποποιητική συμφωνία υπέγραψε και η Εναγομένη
- Ο μάρτυρας, παρουσίασε στο Δικαστήριο την εν λόγω συμφωνία τροποποίησης του δανείου, ημερομηνίας 26/01/2011 και την κατέθεσε ως μέρος της μαρτυρίας του. Αυτή, σημειώθηκε από το Δικαστήριο ως Τεκμήριο
- Στην συνέχεια της απόφασης μου, για σκοπούς εύκολης αναφοράς, την αρχική συμφωνία δανείου, Τεκμήριο 1 και την συμφωνία για την τροποποίηση της, μαζί, θα τις αναφέρω ως «η Συμφωνία Δανείου», και τον παραχωρηθέντα από την Ενάγουσα στους Εναγομένους 1 και 2 δανεισμό, θα τον αναφέρω ως «το Δάνειο».
- Όπως περαιτέρω υποστήριξε ο ΜΕ1, η Εναγομένη 3, εγγυήθηκε προς την Ενάγουσα, δια γραπτής συμφωνίας στην οποία Ενάγουσα και Εναγομένη 3 προσήλθαν την 11/05/2007, κάθε υποχρέωση των Εναγομένων 1 και 2 προς την Ενάγουσα, παρούσα ή μελλοντική, είτε αυτή είχε καταστεί ή ενδέχετο να καταστεί απαιτητή, μέχρι ποσού €69.000, πλέον τόκους μέχρι εξοφλήσεως. Η εν λόγω συμφωνία ημερομηνίας 11/05/2007, παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο από τον μάρτυρα και κατατέθηκε ως μέρος της μαρτυρίας του. Σημειώθηκε από το Δικαστήριο ως Τεκμήριο
- Προς περαιτέρω εξασφάλιση των υποχρεώσεων των Εναγομένων 1 και 2 σε ότι αφορά τον δάνειο, ανέφερε περαιτέρω ο ΜΕ1, η Εναγομένη 3, δυνάμει της υποθήκης Υ.XXXXX/2007 ημερομηνίας 22/05/2007 του Κτηματολογικού Γραφείου Λάρνακας, υποθήκευσε προς όφελος της Ενάγουσας, 73/4348 μερίδια του μεριδίου της (33/100) της ακίνητης ιδιοκτησίας της (χωράφι) στην Βορόκληνη της Επαρχίας Λάρνακας, με αριθμό εγγραφής 0/XXXXX, φ/σχ. 41/25, τμήμα 0, τεμάχιο XXXXX, μέχρι ποσού €82.800, πλέον τόκους και έξοδα (στο εξής καλούμενα «η Υποθήκη» και «το Χωράφι» αντίστοιχα). Ο ΜΕ1 παρουσίασε στο Δικαστήριο, και κατέθεσε, ως μέρος της μαρτυρίας του, τα σχετικά με το ζήτημα της υποθήκευσης έγγραφα, ήτοι το έγγραφο της υποθήκης και την σύμβαση και δήλωση της υποθήκης, τα οποία σημειώθηκαν από το Δικαστήριο ως Τεκμήριο
- Επιπρόσθετα, ανέφερε ο ΜΕ1, και πάλι προς περαιτέρω εξασφάλιση των υποχρεώσεων των Εναγομένων 1 και 2 έναντι της Ενάγουσας σε ότι αφορά το δάνειο, η Ενάγουσα προσήλθε με τους Εναγομένους 1, 2 και 3 σε τριμερή συμφωνία. Η εν λόγω συμφωνία, που φέρει ημερομηνία 02/02/2011, μαζί με πωλητήριο έγγραφο στο οποίο προσήλθαν οι Εναγόμενοι 1 και 2 με την Εναγομένη 3, παρουσιάστηκαν από τον ΜΕ1 στο Δικαστήριο και κατατέθηκαν ως μέρος της μαρτυρίας του. Σημειώθηκαν από το Δικαστήριο ως Τεκμήριο 5 (Τεκμήρια 5(α) και 5(β) αντίστοιχα).
- Ο ΜΕ1, παρουσίασε στο Δικαστήριο και κατέθεσε ως μέρος της μαρτυρίας του, και αριθμό επιστολών της Εναγομένης 3 προς την Ενάγουσα που αφορούν τις εξασφαλίσεις που η Εναγομένη 3 παρείχε προς την Ενάγουσα σε ότι αφορά το δάνειο των Εναγομένων 1 και
- Αυτές σημειώθηκαν από το Δικαστήριο ως Τεκμήριο 6 (Τεκμήρια από 6(α) έως και 6(δ) αντίστοιχα).
- Όπως υποστήριξε ο ΜΕ1, οι Εναγόμενοι 1 και 2, κατά παράβαση της σύμβασης δανείου, καθυστερούσαν στην εξόφληση του δανείου, με αποτέλεσμα ο σχετικός λογαριασμός τους να παρουσιάζει το χρεωστικό υπόλοιπο το οποίο η Ενάγουσα αξιώνει από τους Εναγομένους 1, 2 και 3 με αυτή της την Αγωγή.
- Ο ΜΕ1, αναφέρθηκε και στα τραπεζικά βιβλία της Ενάγουσας. Υποστήριξε ότι, αυτά, τηρούνται σε ηλεκτρονική μορφή, σε σύστημα ηλεκτρονικών υπολογιστών της Ενάγουσας που βρίσκεται στον έλεγχο της Ενάγουσας, πρόσβαση στο οποίο έχει και αυτός, όπου καταχωρούνται όλες οι πληροφορίες και πράξεις που αφορούν τους λογαριασμούς των πελατών της, μεταξύ των οποίων και ο λογαριασμός του δανείου των Εναγομένων 1 και
- Από το άνοιγμα του λογαριασμού δανείου των Εναγομένων 1 και 2 και την έναρξη της λειτουργίας του, το προαναφερόμενο σύστημα ήταν ένα από τα συνήθη τραπεζικά βιβλία της Ενάγουσας και σε αυτό καταχωρούνταν όλες οι πληροφορίες και πράξεις σε ότι αφορά τον λογαριασμό των Εναγομένων 1 και
- Ο ΜΕ1, παρουσίασε στο Δικαστήριο και κατέθεσε, ως μέρος της μαρτυρίας του, κατάσταση του εν λόγω λογαριασμού των Εναγομένων 1 και
- Αυτή σημειώθηκε από το Δικαστήριο ως Τεκμήριο
- Οι Εναγόμενοι 1 και 2, ανέφερε περαιτέρω ο ΜΕ1, είχαν ειδοποιηθεί από την Ενάγουσα και την δικηγόρο της για τις σχετικές καθυστερήσεις με επιστολές. Οι εν λόγω επιστολές, ισχυρίστηκε ο μάρτυρας, φέρουν ημερομηνία 09/01/2010, 10/02/2011, 20/10/2011, 20/12/2011 και 03/11/2011 αντίστοιχα. Η σύμβαση δανείου, τερματίστηκε από την Ενάγουσα, με επιστολή που απέστειλε στους Εναγομένους 1 και 2, ημερομηνίας 05/04/2012, δια της οποίας αξίωσε από τους Εναγομένους 1 και 2 την εξόφληση κάθε ποσού οφειλόμενου προς αυτήν βάσει αυτής. Η Εναγομένη 3, είχε ενημερωθεί σχετικά, με επιστολές της Ενάγουσας ημερομηνίας 20/10/2011, 02/11/2011, 20/12/2011 και 05/04/2012, τις οποίες ο μάρτυρας παρουσίασε στο Δικαστήριο και κατέθεσε ως μέρος της μαρτυρίας του. Αυτές σημειώθηκαν από το Δικαστήριο ως Τεκμήριο 8 (Τεκμήρια από 8(α) έως και 8(στ) αντίστοιχα). Η εν λόγω επιστολές, υποστήριξε ο ΜΕ1, εστάλησαν στην Εναγομένη 3 από την Ενάγουσα, στην τελευταία δηλωθείσα από αυτήν στην Ενάγουσα διεύθυνση της και παραλήφθηκαν από αυτήν.
- Παρά ταύτα, ο δανεισμός των Εναγομένων 1 και 2, ισχυρίστηκε ο ΜΕ1, δεν εξοφλήθηκε.
- Η ΜΕ2, είναι επίσης υπάλληλος της Ενάγουσας. Εκ της ιδιότητας της αυτής, η ΜΕ2 ανέφερε ότι έχει πρόσβαση στους φακέλους όλων των πελατών της Ενάγουσας, περιλαμβανομένου και του φακέλου της που αφορά αυτή την υπόθεση και τους Εναγομένους 1 και
- Κατά τον χρόνο που εκτυλίχθησαν τα γεγονότα αυτής της υπόθεσης, η ΜΕ2, ανέφερε, ήταν τοποθετημένη στο «τμήμα στεγαστικών δανείων Αμμοχώστου» της Ενάγουσας και υπεύθυνη για την εκτέλεση διαφόρων εγγράφων στα οποία η Ενάγουσα προσήλθε με την Εναγομένη
- Η κυρίως εξέταση της ΜΕ2, έγινε, τόσο δια της υιοθέτησης από την μάρτυρα γραπτής δήλωσης κατάθεσης που ετοίμασε για τον σκοπό και παρουσίασε στο Δικαστήριο (Έγγραφο Β), όσο και μέσα από ερωτήσεις που της υπέβαλε η συνήγορος της Ενάγουσας. Όπως η ΜΕ2 υποστήριξε κατά την δίκη, η τροποποίηση της συμφωνίας δανείου, Τεκμήριο 2 στην οποία η Ενάγουσα προσήλθε με τους Εναγομένους 1 και 2, η σύμβαση εγγύησης, Τεκμήριο 3 στην οποία η Ενάγουσα προσήρθε με την Εναγομένη 3, το έγγραφο της υποθήκης στο οποίο η Ενάγουσα προσήρθε με την Εναγομένη 3 και η τριμερής συμφωνία, Τεκμήριο 5(α) στην οποία η Ενάγουσα προσήρθε με τους Εναγομένους 1, 2 και 3, εκτελέστηκαν από την Εναγομένη 3, δια της υπογραφής του ***** Χαχολή, στην παρουσία της, την 02/02/
- Εξ ου και η ίδια υπέγραψε αυτά ως μάρτυρας της υπογραφής του ***** Χαχολή και της σφραγίδας της Εναγομένης
- Είχε τότε, υποστήριξε η ΜΕ1, όπως γίνεται συνήθως κατά την πρακτική που ακολουθείται από την Ενάγουσα, παρουσιάσει στον προαναφερόμενο αντιπρόσωπο της Εναγομένης 3, όλα τα προαναφερόμενα έγγραφα που είχαν ετοιμαστεί από αντιπροσώπους της Ενάγουσας, επεξήγησε σε αυτόν περιληπτικά τι κάθε ένα από αυτά αφορά και αυτός τα υπέγραψε στην παρουσία της. Όπως υποστήριξε η ΜΕ3, η Εναγομένη 3, ήταν γνώστης της διαδικασίας που είχε ακολουθηθεί στην περίπτωση που αυτή η υπόθεση αφορά (που αφορά τους Εναγομένους 1 και 2 και την δανειοδότηση τους) και των εγγράφων που είχαν εκτελεστεί, καθότι, η Εναγομένη 3, είχε και σε άλλες περιπτώσεις που αφορούσαν την δανειοδότηση από την Ενάγουσα προσώπων που ήταν πελάτες της Εναγομένης 3 για την αγορά ακίνητης ιδιοκτησίας από αυτήν, υποθηκεύσει αυτήν προς όφελος της Ενάγουσας προς εξασφάλιση του δανεισμού τους.
- Σε ότι αφορά το έγγραφο της υποθήκης, μέρος του Τεκμηρίου 4, η ΜΕ2 υποστήριξε ότι, αυτό, είχε εκτελεστεί από την Εναγομένη 3 δια της υπογραφής του προαναφερόμενου αντιπροσώπου της, στην παρουσία της, στα γραφεία της Ενάγουσας στο Παραλίμνι και ότι, στην συνέχεια, τα έγγραφα του Τεκμηρίου 4 εστάλησαν σε αντιπρόσωπο της Ενάγουσας στα γραφεία της στην Λάρνακα, για την διεκπεραίωση της αναγκαίας διαδικασίας στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λάρνακας, για εγγραφή της υποθήκης στο συγκεκριμένο ακίνητο της Εναγομένης
- Αυτό, για λογαριασμό της Ενάγουσας, έγινε από κάποιον Στυλιανίδη, παρουσία και του ***** Χαχολή για την Εναγομένη 3, που εκτέλεσε δια της υπογραφής του την εγγραφή της εν λόγω υποθήκης προς όφελος της Ενάγουσας. Στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λάρνακας, υποστήριξε η ΜΕ2, η Ενάγουσα κατέβαλε στην Εναγομένη 3, για τους Εναγομένους 1 και 2, με τραπεζική επιταγή, ποσό €69.000, για το διαμέρισμα, την αγορά του οποίου οι Εναγόμενοι 1 και 2 είχαν συμφωνήσει με την Εναγομένη
- Σχετικά με την συγκεκριμένη πράξη, είναι τα Τεκμήρια 16(α), 16(β), και 16(γ), που η ΜΕ2 παρουσίασε στο Δικαστήριο (σχετικά είναι και τα Τεκμήρια 17 και 18 που η Ενάγουσα παρουσίασε κατά την αντεξέταση του ΜΥ τα οποία και αναγνωρίστηκαν από τον τελευταίο). Όταν τελικά εκτελέστηκε από την Εναγομένη 3 η σύμβαση και η δήλωση για την υποθήκευση του ακινήτου της στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Αμμοχώστου, τα έγγραφα του Τεκμηρίου 4 επεστράφησαν στην Ενάγουσα για την αρχειοθέτηση τους στον φάκελο της υπόθεσης των Εναγομένων 1 και
- Η ΜΕ 2, αναφέρθηκε και στην τριμερή συμφωνία στην οποία η Ενάγουσα προσήλθε με τους Εναγομένους 1, 2 και 3, ημερομηνίας 11/05/2007, η οποία, για την Εναγομένη 3, εκτελέστηκε και πάλι δια της υπογραφής του ***** Χαχολή και η οποία, ως υποστηρίχθηκε «ήταν η αρχική τριμερής συμφωνία». Προφανώς, εννοώντας η μάρτυρας με την αναφορά της σε «αρχική τριμερή συμφωνία», αρχική σε σχέση με την τριμερή συμφωνία, Τεκμήριο 5(α) που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο από τον ΜΕ1, στην οποία η Ενάγουσα προσήρθε με τους Εναγομένους 1, 2 και 3 και η οποία, ως υποστήριξε, και πάλι εκτελέστηκε από την Εναγομένη 3 δια του προαναφερόμενου αντιπροσώπου της στην παρουσία της. Η ΜΕ2 παρουσίασε στο Δικαστήριο την εν λόγω συμφωνία ως μέρος της μαρτυρίας της, η οποία και σημειώθηκε από το Δικαστήριο ως Τεκμήριο
- Η ΜΕ2, παρουσίασε επίσης στο Δικαστήριο, ως μέρος της μαρτυρίας της, και τα πρωτότυπα των Τεκμηρίων 6(α), 6(β), 6(γ) και 6(δ), που είχαν κατατεθεί στο Δικαστήριο από τον ΜΕ1, τα οποία, όπως υποστήριξε, εντόπισε σε φάκελο υπόθεσης άλλου πελάτη της Ενάγουσας, στην οποία εμπλέκεται και η Εναγομένη 3 ως ενυπόθηκος δανειστής, στον οποίο είχαν αρχειοθετηθεί εκ λάθους. Αυτά τα έγγραφα, υποστήριξε η ΜΕ2, είχαν δοθεί από τον προαναφερόμενο αντιπρόσωπο της Εναγομένης 3 στην Ενάγουσα, την 02/02/
- Δηλαδή, όταν είχε αυτός προσέρθει στα γραφεία της Ενάγουσας για την εκτέλεση των προαναφερόμενων εγγράφων για λογαριασμό της Εναγομένης
- Τα εν λόγω έγγραφα, σημειώθηκαν από το Δικαστήριο ως Τεκμήρια 11(α), 11(β), 11(γ) και 11(δ) αντίστοιχα. Κατά τον ίδιο τρόπο, η ΜΕ2 εντόπισε και το πρωτότυπο της επιστολής της Εναγομένης 3 προς την Ενάγουσα, ημερομηνίας 11/05/2007, η οποία αποτελεί μέρος του Τεκμηρίου 4 (είναι η τελευταία σελίδα του) που κατατέθηκε στο Δικαστήριο από τον ΜΕ
- Και αυτό, σύμφωνα με την ΜΕ2, εκτελέστηκε από την Εναγομένη 1, ως προαναφέρθηκε, στην παρουσία της, Η ίδια, ανέφερε, υπογράφει αυτό ως μάρτυρας της υπογραφής του XXXXX Χαχολή και της σφραγίδας της Εναγομένης
- Τέλος, η ΜΕ2, αφού αναφέρθηκε και στα όσα κατά την έναρξη της δίκης εκείνη την ημέρα είχαν αναφερθεί από την συνήγορο της Ενάγουσας αναφορικά με τον περιορισμό της απαίτησης της Ενάγουσας, παρουσίασε στο Δικαστήριο προς υποστήριξη της εν λόγω αξίωσης Ενάγουσας, νέα αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού σε ότι αφορά το δάνειο των Εναγομένων 1 και 2, που ετοιμάστηκε από την ίδια με την βοήθεια κάποιας συναδέλφου της στην Ενάγουσα, από το «τμήμα οριστικών καθυστερήσεων λιανικής τραπεζικής». Αυτή, κατατέθηκε από την μάρτυρα στο Δικαστήριο ως μέρος της μαρτυρίας της και σημειώθηκε από το Δικαστήριο ως Τεκμήριο
- Όπως υποστήριξε η ΜΕ2, αυτή αποτελεί αναπαραγωγή της κατάστασης λογαριασμού, Τεκμήριο 9, που ο ΜΕ1 εξασφάλισε από το τραπεζικό βιβλίο που διατηρεί η Ενάγουσα και παρουσίασε στο Δικαστήριο, αφαιρουμένων των καταχωρήσεων της Ενάγουσας από αυτήν διαφόρων χρεώσεων για έξοδα (ήτοι, έξοδα καθυστερήσεων / arrear charges, έξοδα αποστολής επιστολών καθυστερήσεων και διάφορα άλλα έξοδα, που συνολικά ανέχονται περίπου στο ποσό των €1.350) και χρεώσεων για τόκους υπηρεμερίας. Στην εν λόγω αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 3, υποστήριξε η Ενάγουσα, παρουσιάζονται: η διακύμανσης του 1 μηνός libor (στην 4η στήλη της καταστάσεως, παρουσιάζεται τούτο σε ποσοστό), η αύξηση της προσαύξησης (margin) με την οποία χρεωνόταν ο λογαριασμός των Εναγομένων 1 και 2 (στην 5η στήλη της καταστάσεως), το σύνολο του επιτοκίου που χρέωσης του λογαριασμού των Εναγομένων 1 και 2 (στην 7η στήλη της καταστάσεως) και η κεφαλαιοποίησης του τόκου κάθε 6 μήνες (στην 3η στήλη της καταστάσεως). Όπως επεξήγησε η ΜΕ2, βάσει της καταστάσεως λογαριασμού, Τεκμήριο 9 και ως φαίνεται και από την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 13, ο τόκος στον λογαριασμό των Εναγομένων 1 και 2, ο οποίος, λόγω του ότι είχε συμφωνηθεί ότι θα ήταν 1ος μηνός libor, άλλαζε κάθε μήνα, υπολογιζόταν ημερησίως βάσει του χρεωστικού υπολοίπου του λογαριασμού, έβγαινε το συνολικό του μηνός το οποίο και καταχωρείτο στον λογαριασμό των Εναγομένων 1 και 2, εντούτοις δεν χρεωνόταν στον λογαριασμό των Εναγομένων 1 και 2 και ελάμβανε αξία δια της κεφαλαιοποιήσεως του με χρέωση στον λογαριασμό των Εναγομένων 1 και 2, κάθε 6 μήνες. Σε ότι αφορά την αλλαγή του ποσοστού της προσαύξησης, υποστήριξε η ΜΕ2, η Ενάγουσα είχε ενημερώσει τους Εναγομένους 1 και 2 με επιστολές της ημερομηνίας 09/01/2009 και 10/02/
- Σε ότι αφορά την εν λόγω μεταβολή, η Εναγομένη 3, ως εγγυήτρια της επίδικης δανειακής υποχρέωσης των Εναγομένων 1 και 2 και ενυπόθηκος οφειλέτης της Ενάγουσας, δεν έτυχε ενημέρωσης. Οι εν λόγω επιστολές της Ενάγουσας προς τους Εναγομένους 1 και 2, παρουσιάστηκαν από την ΜΕ2 στο Δικαστήριο ως μέρος της μαρτυρίας της και σημειώθηκαν από το Δικαστήριο ως Τεκμήρια 14 και 15 αντίστοιχα.
- Ο ΜΥ, είναι ο οικονομικός διευθυντής της Εναγομένης
- Κατέθεσε, σε ότι αφορά τα όσα έγγραφα η Ενάγουσα κατέθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμήρια για την υπόθεση της, κατά πόσο γνωρίζει αυτά ή όχι, με γνώμονα το περιεχόμενο του φακέλου που η Εναγομένη 3 τηρεί σε ότι αφορά τους Εναγομένους 1 και 2 και την συναλλαγή τους σχετικά με την πώληση προς αυτούς ενός διαμερίσματος. Για όσα έγγραφα κατατέθηκαν από την Ενάγουσα στο Δικαστήριο και δεν βρίσκονται στον φάκελο της Εναγομένης 3, ο ΜΥ εξέφρασε απλά άγνοια.
- Σύμφωνα με τον ΜΥ, το τίμημα πώλησης για το διαμέρισμα που αποτελούσε το αντικείμενο της συμφωνίας της Εναγομένης 3 με τους Εναγομένους 1 και 2, εξοφλήθηκε και η κατοχή του, ως εκ τούτου, παραδόθηκε στους Εναγομένους 1 και
- Γνώση για την υπόθεση αυτή, η Εναγομένη 3, έλαβε για πρώτη φορά, όταν έλαβε τις επιστολές της Ενάγουσας, Τεκμήρια 8(α), (8(β), 8(γ), 8(δ) και 8(ε), με τις οποίες προειδοποιούσε για τις καθυστερήσεις στην εξόφληση του δανείου των Εναγομένων 1 και
- Τότε, ο ΜΥ, είχε μιλήσει για το ζήτημα αυτό με τον ***** Χαχολή, ο οποίος του υπέδειξε ότι, η συμφωνία που η Εναγομένη 3 είχε με την Ενάγουσα, ήταν ότι «τα έγγραφα εγγύησης που υπέγραφε η Ενάγουσα, ήταν για την άσκηση πίεσης ώστε να εκδίδοντο οι τίτλοι ιδιοκτησίας γρήγορα και ότι δεν θα πλήρωναν το δάνειο των πελατών σε περίπτωση που δεν το εξυπηρετούσαν και για αυτό είχε συμφωνηθεί ότι η εγγύηση θα ετερματίζετο με την έκδοση τίτλων για το διαμέρισμα, την μεταβίβαση αυτού επ' ονόματι των αγοραστών και την υποθήκευση προς όφελος της τράπεζας.». Αυτή η θέση της Εναγομένης 3, υποστήριξε ο ΜΥ, αντικατοπτρίζεται στον όρο 23 της σύμβασης εγγύησης Τεκμήριο
- Επί αυτής της πρόνοιας υποστήριξε, βάσισε και η Εναγομένη 3 την υπεράσπιση της σε αυτή την αγωγή της Ενάγουσας.
- Σε ότι αφορά τον εν λόγο όρο 23 της σύμβασης εγγύησης, Τεκμήριο 3, ούτε η Ενάγουσα, αλλά ούτε και οι Εναγόμενοι 1 και 2, κάλεσαν την Εναγομένη 3 να εκδώσει ξεχωριστό τίτλο ιδιοκτησίας για το διαμέρισμα μέχρι συγκεκριμένης ημερομηνίας. Σύμφωνα με το όρο 10 της σύμβασης στην οποία η Εναγομένη 3 προσήλθε με τους Εναγομένους 1 και 2 για την πώληση σε αυτούς του διαμερίσματος, η Εναγομένη 3 είχε περιθώριο 8 ετών για την έκδοση για αυτό ξεχωριστού τίτλου ιδιοκτησίας. Δηλαδή το αργότερο μέχρι την 30/09/
- Ενώ, η Αγωγή αυτή της Ενάγουσας, πρόωρα καταχωρήθηκε εναντίον της το έτος
- Έχοντας παρακολουθήσει τους μάρτυρες αυτής της υπόθεσης να καταθέτουν από το ειδώλιο του εξεταζόμενου μάρτυρα, έχω καταλήξει ότι, οι μάρτυρες για την υπόθεση της Ενάγουσας, έχουν καταθέσει στο Δικαστήριο τα όσα πραγματικά γνώριζαν ή και μπορούσαν να θυμηθούν για αυτή την υπόθεση. Η μαρτυρία τους είχε λογική, είχε συνοχή, ήταν σταθερή, αλληλεπίδρασε συμπληρωματικά η μία της άλλης, χωρίς να εντοπιστούν στα αναφερόμενα των συγκεκριμένων μαρτύρων ουσιαστικές αντιφάσεις, υποστηρίζεται από τα διάφορα έγγραφα που γενικά κατατέθηκαν στο Δικαστήριο, δεν βρίσκω να επλήγη κατά τον οποιονδήποτε τρόπο από την αντεξέταση τους, ενώ τελικώς, ως διαπιστώθηκε από την μαρτυρία του ΜΥ, δεν ετέθη ούτε και ουσιαστικά υπό αμφισβήτηση η πραγματικότητα των ισχυρισμών τους. Καταλήγω, συνεπώς, στην αποδοχή της μαρτυρίας των ΜΕ1 και ΜΕ2, στην ολότητα της, και προβαίνω βάσει αυτής και σε όλα τα σχετικά με βάση τα επίδικα ζητήματα, πραγματικά ευρήματα για τα συμπεράσματα μου που ακολουθούν.
- Σε αντίθεση με την μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΕ2, δεν αποδέχομαι την μαρτυρία του ΜΥ ως ασφαλές υπόβαθρο για την εξαγωγή συμπερασμάτων. Ο ΜΥ, μου άφησε την αίσθηση ότι δεν πρόσφερε στο Δικαστήριο την αλήθεια ή σε κάθε περίπτωση όλη την αλήθεια. Σε ότι αφορά την προαναφερόμενη κατάληξη μου, περιορίζομαι στο να αναφερθώ στην παρατήρηση μου ότι, ο ΜΥ, απέφυγε να απαντήσει ξεκάθαρα στο ουσιαστικότερο ερώτημα που του ετέθη κατά την αντεξέταση του και το οποίο αφορούσε τον ισχυρισμό της Εναγομένης 3, ως προαναφέρθηκε, ότι η εγγύηση της Εναγομένης 3 θα τερματιζόταν με την έκδοση ξεχωριστού τίτλου ιδιοκτησίας για το διαμέρισμα. Εκτός του ότι, ο όρος 23 της σύμβασης εγγύησης, Τεκμήριο 3, που ο ίδιος ο μάρτυρας επικαλέστηκε προς υποστήριξη του εν λόγω ισχυρισμού του, δεν είναι κάτι τέτοιο που αναφέρει, ήταν ξεκάθαρο ότι ο μάρτυρας απέφευγε όταν αντεξετάστηκε από την συνήγορο της Ενάγουσας σε ότι αφορά αυτόν, να απαντήσει κατά πόσο εκδόθηκαν τίτλοι ιδιοκτησίας για το διαμέρισμα και πότε. Αρχικά, ανέφερε ότι, εξ όσων γνωρίζει, «ξεκίνησε» η έκδοσης του, αλλά «δεν γνώριζε σε ποιο στάδιο βρισκόταν» η διαδικασία, ενώ στην συνέχεια υποστήριξε ότι δεν γνώριζε κατά πόσο μέχρι και την ημερομηνία που κατέθετε στο Δικαστήριο είχε εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας για το διαμέρισμα. Ο ΜΥ δεν μαρτύρησε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Ήταν εμφανές στο Δικαστήριο από τις αντιδράσεις του και τον τρόπο που απαντούσε στις ερωτήσεις της αντεξέτασης ότι απέφευγε να απαντήσει αυτό που τελικώς βγαίνει από την μαρτυρία του, ότι τίτλος για το διαμέρισμα δεν εξεδόθη από την Εναγομένη 3 και ότι το κτήμα ουδέποτε μεταβιβάστηκε στους Εναγομένους 1 και
- Δεν είναι άλλωστε λογικό, η όλη υπόθεση της Εναγομένης 3, να είχε οικοδομηθεί επί του συγκεκριμένου όρου 23 της σύμβασης εγγύησης, Τεκμήριο 3 και τον συγκεκριμένο ισχυρισμό της για τα γεγονότα, και ο ΜΥ που παρουσιάστηκε ως μάρτυρας για την υπόθεση της Εναγομένης 3, ο οποίος μάλιστα έχει μία σημαντική θέση στην διοίκηση της ως οικονομικός διευθυντής της, και που είχε μιλήσει ως παραδέχθηκε για αυτήν με τον διευθυντή της Εναγομένης 3, ***** Χαχολή, να μην γνώριζε ή να μην είχε διερευνήσει για να είναι σε θέση να απαντήσει για αυτό το γεγονός. Ειδικότερα σε ότι αφορά το κατά πόσο αυτοί είχαν εκδοθεί τουλάχιστον, το αργότερο, ως είχε ισχυριστεί ότι είχε συμφωνηθεί μεταξύ της Εναγομένης 3 και των Εναγομένων 1 και 2, μέχρι την 30/09/
- Τελικά συμπεράσματα
- Όπως προκύπτει μέσα από την τελική αγόρευση του συνηγόρου της Εναγομένης 3, αποτελούν θέση της τα ακόλουθα. Αυτά έχουν προωθηθεί και αυτά εξετάζω: Η σύμβαση εγγύησης, Τεκμήριο 3 και η ερμηνεία της σε ότι αφορά την ευθύνη της Εναγομένης 3
- Πρώτη θέση, προς υπεράσπιση της, η Εναγομένη 3 προβάλλει την εξής: Ότι, η σύμβαση στην οποία προσήρθε με την Ενάγουσα, σκοπό είχε να «εγγυηθεί τον τίτλο [δηλαδή την έκδοση ξεχωριστού τίτλου ιδιοκτησίας για το διαμέρισμα] και όχι την πληρωμή χρέους των Εναγομένων 1 και 2 σε περίπτωση που οι Εναγόμενοι 1 και 2 δεν εκπλήρωναν τις υποχρεώσεις τους προς την Ενάγουσα.». Αφής στιγμής, υποστηρίζει η Εναγομένη 3, η υποχρέωση της έναντι των Εναγομένων 1 και 2, κάτω από την σύμβαση πώλησης στην οποία προσήρθαν μεταξύ τους, ήταν η έκδοσης στο όνομα των Εναγομένων 1 και 2, ξεχωριστού τίτλου ιδιοκτησίας για το διαμέρισμα μέχρι τον Ιανουάριο του έτους 2014 ([1]), η καταχώριση αυτής της Αγωγής το έτος 2012 εναντίον της, χωρίς να είχε κληθεί από την Ενάγουσα από προηγουμένως να συμμορφωθεί με την εν λόγω πρόνοια, είναι πρόωρη. Προς υποστήριξη της θέσης της αυτής, η Εναγομένη 3 βασίζεται στην ακόλουθη πρόνοια (όρο 23) της σύμβασης εγγύησης, Τεκμήριο 3: «Ανεξάρτητα από τα όσα αναφέρονται ανωτέρω στο παρόν έγγραφο, μετά την έκδοση ξεχωριστών τίτλων ιδιοκτησίας για το διαμέρισμα με αριθμό . το οποίο ανεγείρεται στο ακίνητο με αριθμό εγγραφής . στο όνομα του ***** Cooper ... & ***** Marina Cooper [Εναγόμενοι 1 και 2] (που στην συνέχεια θα αναφέρεται ("ο Αγοραστής"), την μεταβίβαση του/ς στο όνομα του αγοραστή και την εγγραφή υποθήκης προς όφελος της Τράπεζας [Ενάγουσα] ως εξασφάλιση των υποχρεώσεων του Πρωτοφειλέτη [Εναγόμενοι 1 και 2] με την Τράπεζα [Ενάγουσα], η παρούσα εγγύηση μου θα τερματισθεί. Η υποθήκη η οποία θα εγγραφεί θα είναι για ποσό ίσο με 120%, πλέον τόκων, των υποχρεώσεων του Πρωτοφειλέτη [Εναγόμενοι 1 και 2] με τη Τράπεζα [Ενάγουσα] κατά την ημερομηνία εγγραφής της υποθήκης ή για τέτοιο άλλο ποσό το οποίο θα υποδείξει η Τράπεζα [Ενάγουσα].».
- Όπως με περισσότερη λεπτομέρεια καταγράφεται στην γραπτή τελική αγόρευση του συνηγόρου της Εναγομένης 3 για την προαναφερόμενη θέση της Εναγομένης 3: «Το ερώτημα που προκύπτει, είναι εάν ο συγκεκριμένος όρος 23 του Εγγράφου υποχρεώνει την τράπεζα, πριν προβεί σε λήψη δικαστικών μέτρων εναντίον του εγγυητή και μάλιστα ανεξάρτητα από ενημέρωση που έτυχε ο εγγυητής για την παράλειψη του πρωτοφειλέτη να πληρώνει την οφειλή του και ανεξάρτητα από τον τερματισμό της συμφωνίας δανείου από μέρους της τράπεζας, εμποδίζεται ή όχι η τράπεζα να προχωρήσει εναντίον της Εναγομένης 3 όταν δεν τον έχει καλέσει πρώτα να εκδώσει τον τίτλο εντός συγκεκριμένου αφού στο ίδιο το πωλητήριο έγγραφο που εκχωρήθηκε από τον αγοραστή - πρωτοφειλέτη στην τράπεζα αναφέρεται συγκεκριμένος χρόνος εντός του οποίου θα γίνει η μεταβίβαση του ακινήτου στον αγοραστή όταν εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος από το Κτηματολόγιο. Σε περίπτωση καταχώρησης της αγωγής και έκδοσης δικαστικής απόφασης, ο συγκεκριμένος όρος 23 του Τεκμηρίου 3 παραμένει χωρίς περιεχόμενο και στην περίπτωση που εκδοθεί μεταγενέστερα της απόφασης ο τίτλος, δημιουργούνται άλλα προβλήματα και δεν θα ήταν φρόνιμο και συντηρείται μία κατάσταση όταν θα μπορούσε με επιμέλεια η τράπεζα να λύσει τις οποιεσδήποτε διαφορές δια εμάς. Μετά την έκδοση δικαστικής απόφασης, τόσο ο πρωτοφειλέτης όσο και ο εγγυητής (development), ευθύνονται εξίσου έναντι της τράπεζας ανεξάρτητα εάν ο εγγυητής έναντι του πρωτοφειλέτη έχει δευτερογενή ή επικουρική ευθύνη (Re A Debtor No. 14 of 1913, 1913 3KB11). . Η παράλειψη της Τράπεζας πριν προχωρήσει στην καταχώριση της παρούσας αγωγής εναντίον της Εναγομένης 3, να την καλούσε να συμμορφωθεί ως προς τους όρους του Πωλητηρίου Εγγράφου και να εκδώσει τίτλους μέχρι τον Ιανουάριο του 2014, καθιστά την αγωγή πρόωρη. Η παράλειψη της Ενάγουσας ή άλλως πως η ολιγωρία της Τράπεζας να καλέσει τον Εγγυητή να εκδώσει τον τίτλο εντός του συμφωνηθέντος χρόνου όπου προβλέπεται στο Πωλητήριο Έγγραφο, το οποίο εκχωρήθηκε στην Ενάγουσα, πρέπει να οδηγήσει σε απαλλαγή της Εγγυήτριας - Εναγομένης 3, καθότι επηρεάσθηκε το ευεργέτημα που της παραχωρήθηκε ως Εγγυητής με τον όρο 23 του Τεκμηρίου
- Αν συμφωνήθηκαν κάποιοι όροι με τη σύναψη της σύμβασης εγγύησης, η ευθύνη του εγγυητή προκύπτει όταν οι συμφωνημένοι όροι τηρηθούν. Χωρίς τη συμμόρφωση προς τους όρους αυτούς που αποτελούν αναβλητική αίρεση για την ευθύνη του εγγυητή, δεν μπορεί να υπάρξει ευθύνη. Ο όρος 23 όπως τίθεται στο Τεκμήριο 23 (έκδοση ξεχωριστού τίτλου) υπό τις περιστάσεις, είμαι της άποψης ότι μπορεί να θεωρηθεί ότι προηγείται της ευθύνης του εγγυητή όσον αφορά το ποσό του δανείου αυτό καθεαυτό και πρέπει απαραίτητα η τράπεζα για να καταστεί υπεύθυνος ο εγγυητής, προτού λάβει οποιαδήποτε δικαστικά μέτρα εναντίον του, οφείλει να καλέσει τον εγγυητή μέσα σε τακτό χρόνο (να κάμει δηλαδή ουσιώδη το χρόνο) να εκδώσει τους τίτλους και στην παράλειψη του να εκδώσει τους τίτλους εντός του καθορισμένου χρόνου, τότε να λάβει δικαστικά μέτρα εναντίον του. . Είναι η θέση της Εναγομένης 3 ότι από την στιγμή που η Ενάγουσα δυνάμει της Τριμερής Συμφωνίας έλαβε γνώση του Πωλητηρίου Εγγράφου και ειδικά του όρου 12 περί της έκδοσης τίτλου, τότε οι Ενάγοντες εμποδίζονται να πάρουν οιαδήποτε μέτρα εναντίον της Εγγυητή - Εναγομένης 3 και θα έπρεπε η Ενάγουσα ανεξάρτητα από την οφειλή των Εναγομένων 1 και 2 προς την Τράπεζα να καλέσει την Εναγομένη 3 σε τακτό χρονικό διάστημα να εκδώσει τίτλο και μετά να πάρει οποιαδήποτε δικαστικά μέτρα. Η Εναγομένη 3 εισηγείται την απόρριψη της αγωγής ως πρόωρης .». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι του συνηγόρου της Εναγομένης 3)
- Προκύπτει από τα προαναφερόμενα ότι, η Εναγομένη 3, εγείρει ζήτημα ερμηνείας των όρων της σύμβασης εγγύησης, Τεκμήριο 3, στην οποία προσήλθε με την Ενάγουσα.
- Όπως ελέχθη εν προκειμένω από το Ανώτατο Δικαστήριο δια του έντιμου, Δ. Α. Δ., ως ήταν τότε, Γ. Ερωτοκρίτου, στην υπόθεση Amethyst Distributors Ltd. ν Ιεράς Μονής Κύκκου
(2011)1 Α.Α.Δ. 199: «. Οι ερμηνευτικοί κανόνες χρησιμοποιούνται μόνο όταν το νόημα ενός όρου, είναι ασαφές (Pell Frischmann Consultants Ltd v. Δημοκρατίας
(2001)1 Α.Α.Δ. 33, 44). .» ((βλ. επίσης, Sugarman v CJS Investments LLP [2014] EWCA Civ. 1239). 48. Και αυτό, καθότι, ως ελέχθη από τον Λόρδο Δικαστή Diplock στην απόφαση της Δικαστικής Επιτροπής της Βουλής των Λόρδων στην υπόθεση Pioneer Shipping Ltd v BTP Tioxide Ltd.
(1982)AC 724, 736: «The object sought to be achieved in construing any commercial contract is to ascertain what the mutual intentions of the parties were as to the legal obligations each assumed by the contractual words in which they . chose to express them; or, perhaps more accurately, what each would have led the other reasonably to assume were the acts that he was promising to do or to refrain from doing by the words in which the promises on his part were expressed.». 49. Σε ότι αφορά τις αρχές της νομολογίας μας για το πώς πρέπει να προσεγγίζεται το θέμα της ερμηνείας μίας σύμβασης, παραπομπή γίνεται στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση, Θεολόγου κ. α. ν Κτηματικής Εταιρείας Νεμεσις Λτδ.
(1998)1 Α.Α.Δ. 407, όπου, δια του έντιμου, Π. Α. Δ., ως ήταν τότε, Γ. Μ. Πική, ελέχθησαν τα εξής: «Οι αρχές που διέπουν την ερμηνεία σύμβασης είναι καλά καθιερωμένες και δε χρειάζεται να τις επαναλάβουμε. (Βλ. Saab and Another v. Holy Monastery Ay. Neophytos
(1982)1 C.L.R. 499). Πρέπει να σημειώσουμε ότι, συνεχής είναι η τάση προς εναρμόνιση των αρχών ερμηνείας των συμβάσεων με τα κρατούντα στην καθημερινή ζωή. Το κριτήριο είναι η έννοια την οποία μεταδίδει το κείμενο της συμφωνίας στο μέσο λογικό άνθρωπο. Για το σκοπό αυτό μπορεί να εμπλουτισθεί η γνώση με την αποκάλυψη του υπόβαθρου της συμφωνίας, εξαιρουμένων πάντοτε των διαπραγματεύσεων, καθώς και μονομερών δηλώσεων και υποκειμενικών προθέσεων των συμβαλλομένων. Μαρτυρία που αναφέρεται στους υποκειμενικούς παράγοντες μπορεί να γίνει δεκτή μόνο σε αγωγή για διόρθωση του εγγράφου (rectification). (Βλ. ICS v. West Bromwich BS [1998] 1 All E.R. 98 (HL)). Το αντικείμενο βέβαια της ερμηνείας παραμένει πάντοτε η έννοια των όρων της συμφωνίας κατά το μέσο λογικό άνθρωπο. Η έννοια, η οποία μεταδίδεται σ' αυτόν, για τα συμφωνηθέντα.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 50. Παραπομπή γίνεται και στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Σύλλογος "Ανορθωσης" Αμμοχώστου ν "Απόλλων" Αθλητικός Ποδοσφαιρικός Όμιλος Λεμεσού
(2002)1 Α.Α.Δ. 518, όπου δια του έντιμου, Δ. Α. Δ., ως ήταν τότε, Α. Κραμβή, ελέχθησαν τα εξής: «Βασικό κριτήριο για την ερμηνεία του περιεχομένου των συμβάσεων, αποτελεί η συνήθης σημασία των λέξεων και όρων της συμφωνίας. Για να διακριβωθεί η σημασία και το πραγματικό νόημα των όρων μιας γραπτής συμφωνίας πρέπει το κείμενό της να ερμηνεύεται συνολικά και όχι μεμονωμένα ή αποσπασματικά έτσι ώστε να αποφεύγεται ο κίνδυνος δυσαρμονίας στην εξήγηση τους που στο τέλος δεν θα αντικατοπτρίζει αντικειμενικά την πρόθεση των μερών. Βλ. Saab and Another v. Holy Monastery Ay. Neophytos
(1982)1 C.L.R. 499 και Θάλεια Θεολόγου κ.ά. ν. Κτηματικής Εταιρείας Νέμεσις Λτδ
(1998)1 Α.Α.Δ. 407.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 51. Βλ. επίσης, Χατζησωτηρίου ν Κυπριακές Αερογραμμές Δημόσια Εταιρεία Λτδ.
(2011)1 Α.Α.Δ. 1406, Amethyst Distributors Ltd. ν Ιεράς Μονής Κύκκου
(2011)1 Α.Α.Δ. 199 ανωτέρω και Χαραλάμπους ν Σολωμού κ. α.
(2001)1 Α.Α.Δ.
- [[i]]
- Έπεται από τα προαναφερόμενα ότι, όταν στα πλαίσια δικαστικής διαδικασίας εγείρεται ζήτημα ερμηνείας μίας γραπτής σύμβασης, η εξέταση του Δικαστηρίου, ξεκινά από την διαπίστωση του κατά πόσο, στο κείμενο της σύμβασης, οι υποχρεώσεις που επιβάλλονται στο κάθε μέρος της σύμβασης, καθορίζονται ρητά και με σαφήνεια.
- Στη υπόθεση αυτή, ως προαναφέρθηκε, έχει εγερθεί ζήτημα ερμηνείας των όρων της σύμβασης εγγύησης, Τεκμήριο 3, η οποία, σύμφωνα με την νομολογία, ως σύμβαση εγγύησης διέπεται από τους κανόνες ερμηνείας που γενικά διέπουν τις συμβάσεις (βλ. Eshelby v Federated European Bank Ltd.
(1931)AllER Rep. 840, CA). 54. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα των Pollock & Mulla, The Indian Contract And Specific Relief Acts, αναθεωρημένη 14η έκδοση, στον τόμο ΙΙ στην σελίδα 1363, κάτω από την επιγραφή «Construction of Guarantee»: «If, after applying the principles of construction, the words of the guarantee remain ambiguous, the guarantee may be interpreted against the creditor who drafted it and in favour of the guarantor
(49). Α contract of guarantee is a contract of strictissima juris
(50). Surety bonds are to be strictly construed
(51). Α surety, who is a 'favoured debtor', can only be held bound if the condition of liability has been fulfilled
(52); and the surety cannot be made liable beyond the terms of his engagement
(53). This is because, firstly, the surety usually receives no benefit in the transaction, and secondly, the creditor usually drafts the contract, and applying the contra proferentem rule, the guarantee must be construed in favour of the surety in case of any ambiguity
(54).
(49). Eastem Counties Building Society v. Russell,
(1947)2 All ER 734 (CA); Eastem Counties Building Society v. Russell,
(1947)1 ΑΙΙ ER 500, at 503 per Hilbery J; affirmed,
(1947)2 All ER 734 (CA) (applying the contra proferentem rule); National House-Building Council v. Fraser,
(1983)1 Al! ER 1090, at 1092 per Sir Douglas Frank QC.
(50). Radha Kanta Ραl v. United Bank of India Ltd., AIR 1955 Cal 217.
(51). Chaganti Veeresalingam v. Mallampalli Subbarayudu, AIR 1939 Mad 932,
(1939)2 Mad LJ 282.
(52). Chittaranjan Banerjee v. Dy. Commr. of Lakhimpur, AIR 1980 Gau 62 (FB).
(53). State of Maharashtra v. Μ.Ν Kaul, AIR 1967 SC 1634.
(54). Adamsab Usmansab Κanakya v. Gurushinddayya Lingayya, AIR 1967 Mys 147.».
- Βλ. επιπρόσθετα, στο ίδιο σύγγραμμα, και τα αναφερόμενα στην σελίδα 1383, κάτω από την επιγραφή «Strict Construction of Surety's Obligation».
- Στην προκείμενη περίπτωση, στην σύμβαση εγγύησης, Τεκμήριο 3, περιλαμβάνονται οι εξής όροι: «
- Επειδή η Τράπεζα σας (που στο κείμενο του παρόντος εγγράφου θα αναφέρεται σαν "η Τράπεζα", φράση η οποία περιλαμβάνει τους διαδόχους και εκδοχείς αυτής) συμφώνησε να παρέχει και/ή συνεχίσει να παρέχει προς τον/την/τους: ***** COOPER . ΚΑΙ ***** COOPER . (που στο κείμενο του παρόντος εγγράφου θα αναφέρεται σαν "ο Πρωτοφειλέτης", φράση η οποία περιλαμβάνει τους διαδόχους, εκτελεστές, διαχειριστές της περιουσίας του και τους κληρονόμους, ή τους διαδόχους και εκδοχείς αυτού), από .,UNITED KINGDOM δάνεια σε Τρεχούμενο ή οποιοδήποτε άλλο λογαριασμό και/ή δυνάμει γραμματίων ή ομολόγων ή δανείων τακτής προθεσμίας και/ή παρέχει προς τον Πρωτοφειλέτη τραπεζικές διευκολύνσεις υπό τύπον ανοίγματος ενέγγυων πιστώσεων (documentary letters of credit) είτε αυτές είναι εν όλω ή εν μέρει όψεως και/ή εν όλω ή εν μέρει έναντι αποδοχής και/ή εκδίδει εγγυητικές επιστολές οποιασδήποτε φύσεως (Ietter of guarantee) και/ή προεξοφλά συναλλαγματικές και/ή γραμμάτια εσωτερικού και/ή παρέχει προς τον Πρωτοφειλέτη οποιεσδήποτε Τραπεζικές διευκολύνσεις για τέτοια περίοδο και κάτω από τους όρους που θα ήθελε αποφασίσει η Τράπεζα σύμφωνα µε την απόλυτη κρίση της και/ή δώσει ή δίδει οποιαδήποτε παράταση χρόνου στον Πρωτοφειλέτη, προσωπικά και/ή από κοινού με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα.
- Εγώ, ο πιο κάτω υπογεγραμμένος, µε την παρούσα εγγυούμαι όλες τις υποχρεώσεις του Πρωτοφεlλέτη προς την Τράπεζα, είτε οι υποχρεώσεις αυτές είναι παρούσες ή μελλοντικές, είτε κατέστησαν ή που πιθανό να καταστούν απαιτητές, είτε αυτές είναι προσωπικές ή κοινές με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα και είτε είναι άμεσοι ή έμμεσοι, αναλαμβάνω δε να σας πληρώσω μόλις µου το ζητήσετε οποιοδήποτε ποσό χρημάτων ήθελε καταστεί πληρωτέο σε σας σε σχέση με τις ρηθείσες υποχρεώσεις του Πρωτοφειλέτη ή οποιοδήποτε από αυτές, συμπεριλαμβανομένων τόκων τραπεζικών δικαιωμάτων και δικηγορικών και δικαστικών εξόδων και/ή άλλων εξόδων και δαπανών που ήθελε υποστεί η Τράπεζα σε σχέση με τον Πρωτοφειλετη ή την παρούσα εγγύηση.
- Εννοείται πάντοτε ότι το πιο μεγάλο ποσό με το οποίο δεσμεύομαι βάσει της παρούσας εγγύησης δεν θα υπερβαίνει το ποσό των EUR69.000,- (ΕΥΡΩ ΕΞΗΝΤΑ ΕΝΝΕΑ ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΜΟΝΟΝ) επιπλέον τόκους (τόσο μετά όσο και πριν οποιαδήποτε απαίτηση ή δικαστική απόφαση) μέχρι την πλήρη και τελεία εξόφληση, προς ποσοστό επιτοκίου προς το οποίο ο Πρωτοφειλέτης θα χρεώνεται από καιρού εις καιρό, πλέον προμήθειες και/ή άλλα τραπεζικά δικαιώματα και δικηγορικά και δικαστικά έξοδα και/ή άλλα έξοδα και δαπάνες που ήθελε υποστεί η Τράπεζα σε σχέση με τον Πρωτοφειλέτη ή την παρούσα εγγύηση.
- Συμφωνώ ότι η παρούσα εγγύησή μου είναι µια συνεχής εγγύηση προς την Τράπεζα και δεν θα τερματίζεται παρά μόνο αφού περάσουν επτά μέρες από την ημέρα που θα λάβει η Τράπεζα στο Κατάστημα ΚΕΝΤΡΙΚΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ γραπτή ειδοποίηση με ασφαλισμένη επιστολή µου για την πρόθεσή µου να τερματίσω την παρούσα εγγύηση. ΕΝΝΟΕΙΤΑΙ ΟΤΙ θα ευθύνομαι για όλες τις υποχρεώσεις του Πρωτοφειλέτη που θα έχουν δημιουργηθεί μέχρι την ημέρα που θα δοθεί η ειδοποίηση τερματισμού, ανεξάρτητα αν οι υποχρεώσεις αυτές κατέστησαν απαιτητές ή όχι, όπως και για όλες τις υποχρεώσεις που θα δημιουργήσει ο Πρωτοφειλέτης μέσα στην περίοδο των επτά ημερών μετά την ειδοποίηση τερματισμού της εγγύησης µου.
- Και η παρούσα εγγύηση θα ισχύει για το τελικό υπόλοιπο που δυνατό να καταστεί πληρωτέο προς την Τράπεζα από τον Πρωτοφειλέτη και μέχρις ότου πληρωθεί το εν λόγω υπόλοιπο, η Τράπεζα θα δικαιούται να κρατήσει, να πραγματοποιήσει ή να διαθέτει με οποιοδήποτε άλλο τρόπο και κατά την απόλυτη κρίση της οποιεσδήποτε εξασφαλίσεις έχει σήμερα ή που δυνατό να έχει στο μέλλον και χωρίς να είναι υπόχρεη να λογίσει προς όφελός µου οποιοδήποτε ανάλογο ποσό των εξασφαλίσεων ή εισπράξεων αυτών μέχρις ότου το τελικό υπόλοιπο θα έχει εξοφληθεί πλήρως και, σε τούτο το μεταξύ, δεν θα λάβω οποιαδήποτε διαβήματα εναντίον του Πρωτοφειλέτη για την είσπραξη χρημάτων που θα έχω πληρώσει στην Τράπεζα βάσει της παρούσας εγγύησης, χωρίς να έχω στείλει προηγουμένως γραπτή ειδοποίηση στην Τράπεζα.
- Συμφωνώ ότι η Τράπεζα θα έχει εξουσία κατά την απόλυτη κρίση της, χωρίς άλλη συγκατάθεση από μένα και χωρίς να επηρεάζεται με οποιοδήποτε τρόπο η ευθύνη μου βάσει της παρούσας εγγύησης: . (δ) Να συναλλάσσεται, ανταλλάσσει, ακυρώνει, τροποποιεί ή απέχει από του να τελειοποιεί ή να θέτει σε εφαρμογή οποιεσδήποτε εξασφαλίσεις ή άλλες εγγυήσεις ή δικαιώματα που η Τράπεζα έχει τώρα ή δυνατό να έχει στο μέλλον από τον Πρωτοφειλέτη ή εναντίον του Πρωτοφειλέτη ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο. .
- Σε περίπτωση τερματισμού της παρούσας εγγύησης είτε από μένα ή τους διαχειριστές της περιουσίας μου ή λόγω ζητήσεως από μέρους της Τραπέζης, θα μπορεί η Τράπεζα να συνεχίσει τις δοσοληψίες της με τον Πρωτoφειλέτη, είτε με τον/τους υφιστάμενο/νους λογαριασμό/ούς, είτε με νέο/ους λογαριασμό/ούς, αν έτσι ήθελε αποφασίσει κατά την απόλυτη κρίση της, παρά τη δοθείσα ειδοποίηση τερματισμού και/ή τερματισμό, και η ευθύνη η δική μου ή της περιουσίας µου για το ποσό που οφείλεται ή δυνατό αργότερα να οφείλεται από τον Πρωτοφειλέτη προς την Τράπεζα βάσει οποιασδήποτε υποχρεώσεως ή υποχρεώσεων του, κατά την ημέραν που λαμβάνει ισχύν ο τερματισμός της εγγυήσεως θα παραμείνει παρά την τυχόν µεταγενέστερη πληρωμή έναντι οποιουδήποτε λογαριασµού του Πρωτoφειλέτη οποιουδήποτε ποσού και είτε η πληρωμή γίνει από τον ίδιον τον Πρωτoφειλέτη είτε από οποιοδήποτε άλλο εγγυητή ή με άλλο τρόπο.
- Η παρούσα εγγύηση θα είναι μια επιπρόσθετη εγγύηση και εξασφάλιση και δε θα επηρεάζει ή θα επηρεάζεται από υφιστάμενες ή µελλοντικές εγγυήσεις ή εξασφαλίσεις που έχει ή θα έχει η Τράπεζα από τον Πρωroφειλέτη ή από μένα ή απ' οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα.
- Επιπρόσθετα και χωρίς επηρεασμό της ισχύος οποιασδήποτε από τις πιο πάνω πρόνοιες, συµφωνώ ότι θα έχω πλήρη ευθύνη προς την Τράπεζα για το ποσό των υποχρεώσεων του Πρωroφειλέτη προς την Τράπεζα ωσάν να ήμουν ο πρωτοφειλέτης, σε περίπτωση που ο Πρωτοφειλέτης είναι ανύπαρκτο νομικό πρόσωπο και/ή ο δανεισμός προς τον Πρωτοφειλέτη είναι άκυρος και/ή η είσπραξη οποιουδήποτε ποσού από τον Πρωτοφειλέτη είναι αδύνατη εξαιτίας οποιουδήποτε νοµικού ή ουσιαστικού κωλύματος και/ή για οποιαδήποτε άλλη αιτία.
- Ανεξάρτητα από τα όσα αναφέρονται ανωτέρω στο παρόν έγγραφο, μετά την έκδοση ξεχωριστών τίτλων ιδιοκτησίας για το διαμέρισμα με αριθμό . το οποίο ανεγείρεται στο ακίνητο με αριθμό εγγραφής . στο όνομα του ***** Cooper ... & ***** Cooper (που στην συνέχεια θα αναφέρεται ("ο Αγοραστής"), την μεταβίβαση του/ς στο όνομα του αγοραστή και την εγγραφή υποθήκης προς όφελος της Τράπεζας ως εξασφάλιση των υποχρεώσεων του Πρωτοφειλέτη με την Τράπεζα , η παρούσα εγγύηση μου θα τερματισθεί. Η υποθήκη η οποία θα εγγραφεί θα είναι για ποσό ίσο με 120%, πλέον τόκων, των υποχρεώσεων του Πρωτοφειλέτη με τη Τράπεζα κατά την ημερομηνία εγγραφής της υποθήκης ή για τέτοιο άλλο ποσό το οποίο θα υποδείξει η Τράπεζα.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Ως προκύπτει από τα προαναφερόμενα, η υπό κρίση θέση και εισήγηση της υπεράσπισης της Εναγομένης 3, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Οι υποχρεώσεις της Εναγομένης 3 έναντι της Ενάγουσας κάτω από την σύμβαση εγγύησης, Τεκμήριο 3, καθορίστηκαν ρητά και με σαφήνεια. Συνεπώς, κατ' αντίθεση της εν λόγω θέσης της Ενάγουσας, δεν τίθεται καν ζήτημα χρησιμοποίησης των ερμηνευτικών κανόνων στα της υπόθεσης αυτής για να αποφασιστεί τυχόν ευθύνη της βάσει της σύμβασης εγγύησης, Τεκμήριο
- Όπως ρητά και ξεκάθαρα καταγράφεται στη σύμβαση εγγύησης, Τεκμήριο 3, επειδή η Ενάγουσα συμφώνησε, μεταξύ άλλων, να δανείσει τους Εναγομένους 1 και 2 χρήματα (όρος 1), η Εναγομένη 3 εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις των Εναγομένων 1 και 2 κάτω από μια τέτοια σύμβαση δανείου (όπως είναι και η επίδικη, στην οποία Ενάγουσα και Εναγόμενοι 1 και 2 προσήρθαν) και ανέλαβε την υποχρέωση όπως πληρώσει την Ενάγουσα μόλις της ζητείτο, οποιοδήποτε ποσό χρημάτων ήθελε καταστεί πληρωτέο προς αυτήν σε σχέση με το δάνειο (όρος 2), με τον περιορισμό που συμφωνήθηκε σε ότι θα αφορούσε το ύψος της συνολικής της ευθύνης (όρος 3), και τούτο, επιπρόσθετα της οποιασδήποτε άλλης εξασφάλισης τυχόν η Ενάγουσα να είχε εξασφαλίσει ή θα εξασφάλιζε προς όφελος της σε σχέση με τον δανεισμό των Εναγομένων 1 και 2, καθώς επίσης και χωρίς επηρεασμό της εν λόγω υποχρεώσεως της από τυχόν οποιεσδήποτε άλλες τέτοιες εξασφαλίσεις (όρος 14). Υποχρέωση της Εναγομένης 3 έναντι της Ενάγουσας, που, ανεξαρτήτως οτιδήποτε άλλου είχε μεταξύ τους συμφωνηθεί με την σύμβαση εγγύησης, Τεκμήριο 3, είχε συμφωνηθεί ότι θα εκπληρωνόταν: (α) με την έκδοση ξεχωριστού τίτλου ιδιοκτησίας για το διαμέρισμα στο όνομα των Εναγομένων 1 και 2, (β) την μεταβίβαση της κυριότητας του διαμερίσματος στο όνομα των Εναγομένων 1 και 2 και (γ) την εγγραφή υποθήκης επί αυτού προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων των Εναγομένων 1 και 2 έναντι της Ενάγουσας σε ότι αφορά τον προαναφερόμενο δανεισμό τους από αυτήν (όρος 23).
- Αυτή θα ήταν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η ερμηνεία του όρου 23 της σύμβασης εγγύησης, Τεκμήριο 3, στην περίπτωση όπου θα μπορούσε υπό τις περιστάσεις να υποτεθεί ότι εφαρμόζονται στην προκείμενη περίπτωση, οι προαναφερόμενες αρχές ερμηνείας συμβάσεως. Μία σύμβαση, θεωρείται ότι έχει εκπληρωθεί και τα μέρη σε αυτήν έχουν παύσει να φέρουν την οποιαδήποτε ευθύνη κάτω από αυτή, -μεταξύ άλλων-: (α) μόλις τα συμβαλλόμενα μέρη έχουν πράξει όλα όσα πρωταρχικά δεσμεύτηκαν βάσει της σύμβασης και (β) όταν τα εμπλεκόμενα μέρη συμφωνήσουν ως προς τούτο ρητά, ανεξαρτήτως του κατά πόσο έχουν εκπληρώσει ή όχι τις υποχρεώσεις τους κάτω από την σύμβαση (βλ. στο σύγγραμμα του R. Stone, The Modern Law of Contract, 5η έκδοση, στο κεφάλαιο 15 και ειδικότερα στην σελίδα 407). Μία σύμβαση εγγύησης, αφής στιγμής, ουσιαστικά, είναι και αυτή μια σύμβασης, εκπληρώνεται με κάθε τρόπο κατά τον οποίο εκπληρώνεται οποιουδήποτε άλλου είδους σύμβαση (βλ. στο σύγγραμμα των Pollock & Mulla, The Indian Contract And Specific Relief Acts, αναθεωρημένη 14η έκδοση, στον τόμο ΙΙ στην σελίδα 1409).
- Συνεπώς, με τον όρο 23 της σύμβασης εγγύησης, Τεκμήριο 3, τον οποίο η Εναγομένη 3 επικαλείται για την υπεράσπιση της και την προαναφερόμενη επιχειρηματολογία της, αυτό ήταν που ρητά και με σαφήνεια συμφωνήθηκε μεταξύ της και της Ενάγουσας: ότι, δηλαδή, η Εναγομένη 3 θα θεωρείτο ότι εκπλήρωσε («discharged») τις υποχρεώσεις της έναντι της Ενάγουσας με βάση την σύμβαση εγγύησης, Τεκμήριο 3, αυτόματα, με το γεγονός, ως έχει προαναφερθεί: (α) της έκδοσης ξεχωριστού τίτλου ιδιοκτησίας για το διαμέρισμα στο όνομα των Εναγομένων 1 και 2, (β) της μεταβίβασης της κυριότητας του στο όνομα των Εναγομένων 1 και 2 και (γ) της εγγραφής υποθήκης επί αυτού προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων των Εναγομένων 1 και 2 έναντι της Ενάγουσας σε ότι αφορά τον προαναφερόμενο δανεισμό τους από αυτήν; ως ο όρος 23 της σύμβασης εγγύησης, Τεκμήριο
- Δηλαδή, υποθήκης, η οποία θα εγγραφόταν για ποσό ίσο με το 120% των υποχρεώσεων των Εναγομένων 1 και 2 προς την Ενάγουσα 1 και 2 κατά την ημερομηνία εγγραφής της υποθήκης ή για τέτοιο άλλο ποσό θα υπεδείκνυε η Ενάγουσα, πλέον τόκων. Και τούτο, με την επέλευση του προαναφερόμενος γεγονότος, και ανεξαρτήτως του πως το εν λόγω γεγονός θα γινόταν πραγματικότητα ή και του ποιος θα έφερε και τι ευθύνη για να καταστεί αυτό πραγματικότητα. Εντούτοις, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου από την αποδεκτή μαρτυρία, ότι, το προαναφερόμενο γεγονός, ουδέποτε επήλθε. Το κριτήριο είναι σε κάθε περίπτωση αντικειμενικό, και το τι εξέλαβε η Εναγομένη 3 ότι αποσκοπούσε η εν λόγω σύμβαση εγγύησης, Τεκμήριο 3, στην οποία προσήλθε με την Ενάγουσα, ή οι υποκειμενικές προθέσεις της Εναγομένης 3 όταν προσερχόταν σε αυτήν, δεν έχει ή έχουν καμία απολύτως σημασία, αφής στιγμής οι υποχρεώσεις της κάτω από αυτήν έναντι της Ενάγουσας, καθορίστηκαν ρητά και με σαφήνεια.
- Εν προκειμένω, πρέπει επιπρόσθετα να επισημανθεί, ότι, κατά το δίκαιο των συμβάσεων, άλλο είναι η εκπλήρωσης («discharge») μίας συμβατικής υποχρέωσης και άλλο ο τερματισμός («rescission» ή «termination») μίας συμβατικής σχέσης ένεκα παράβασης των συμφωνηθέντων. Ζήτημα, [δηλαδή, ως εισηγήθηκε ο συνήγορος της Εναγομένης 3, «ο τερματισμός του όρου 23 της Συμφωνίας που αποτελεί το Τεκμήριο 3 και να τερματίσουν αυτή»] που δεν έχει καμία θέση στα γεγονότα αυτής της υπόθεσης. Συνεπώς, η τελευταία θέση που αναπτύχθηκε από το συνήγορο της Εναγομένης 3 με την τελική του αγόρευση, εκτός του ότι δεν καλύπτεται από τις θέσεις της Εναγομένης 3 στην έκθεση υπεράσπισης της και θα έπρεπε να απορριφθεί από το Δικαστήριο για αυτόν και μόνο τον λόγο, απορρίπτεται και για τους λόγους που έχω μόλις προαναφέρει. Η σύμβαση εκχώρησης, Τεκμήριο 5(α) και τα δικαιώματα της Ενάγουσας βάσει αυτής
- Δεύτερη θέση, προς υπεράσπιση της, η Εναγομένη 3 προβάλλει την εξής. Αυτή έχει δύο πτυχές:
- Το πρώτο ζήτημα που εγείρει η Εναγομένη 3, αφορά στο είδος της τριμερούς σύμβασης εκχώρησης δικαιωμάτων, Τεκμήριο 5(α) στην οποία η Ενάγουσα προσήρθε με τους Εναγομένους 1, 2 και
- Στην περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει ότι η εν λόγω τριμερής σύμβαση εκχώρησης δικαιωμάτων, στην οποία προσήλθαν Ενάγουσα και Εναγόμενοι 1, 2 και 3, Τεκμήριο 5(α), είναι «σύμβαση εκχώρησης πωλητήριου εγγράφου για εξασφάλιση δανείου» ([2]), είναι η θέση της Εναγομένης 3 ότι, η Ενάγουσα, δεν έχει δικαίωμα στις θεραπείες υπό τα στοιχεία (δ), (ε), (στ), (ζ), (η), (θ), (ι), (κ) και (λ) της παρακλητικής παραγράφου 10 της έκθεσης απαίτησης της. Το δικαίωμα της Ενάγουσας, ως εκ του «είδους της εκχώρησης», περιορίζεται στην πώληση του ακινήτου με δημόσιο πλειστηριασμό κατά τον τρόπο που εκποιούνται υποθήκες σε ακίνητη ιδιοκτησία, με μόνη διαφορά το ότι αυτή δεν θα γίνει μέσω του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας αλλά ιδιωτικά.
- Σε ότι αφορά την θέση αυτή της Εναγομένης 3, το τι πρέπει να αναφερθεί είναι ότι, απαρχή για την εξέταση από το Δικαστήριο του κατά πόσο ένας εκδοχέας («assignee») έχει δικαίωμα να ισχυρίζεται ότι έχει δικαίωμα εφαρμογής των δικαιωμάτων ενός τρίτου προσώπου (του εκχωρητή («assignor»)), στην βάση σχετικής σύμβασης εκχώρησης («assignment»), είναι το κατά πόσο ο εκχωρητής έχει το νομικό δικαίωμα αυτού που έχει εκχωρήσει. Αν αυτό διαπιστωθεί και το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ως προς την εκχώρηση, -δηλαδή, ότι υπήρξε πράγματι σκοπός των μερών η πλήρης εκχώρησης (μεταβίβασης) του εν λόγω νομικού δικαιώματος από τον εκχωρητή στον εκδοχέα-, τότε, το Δικαστήριο, αφής στιγμής η εκχώρησης έχει ολοκληρωθεί, δεν μπορεί παρά να αναγνωρίσει ότι τα δικαιώματα αυτά πλέον, ως αποτέλεσμα της εκχώρησης, ανήκουν κατ' αποκλειστικότητα στον εκδοχέα (βλ. στο σύγγραμμα του Ε. Peel, Treitel, The Law of Contract, 14η έκδοση στις παραγράφους από 15-016 έως 15-023).
- Η εξουσία του Δικαστηρίου να παρέχει την θεραπεία της δηλώσεως («declaratory remedy»), προς αναγνώριση δικαιώματος, πηγάζει από το Άρθρο 41 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Νόμος 14/1960 [[ii]] και διέπεται και από τις διατάξεις της Δ.27 κ. 4 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών [[iii]] (βλ. επίσης και την Δ.55 των Θ. Π. Δ.). Αντίστοιχες διατάξεις υπάρχουν και στην Αγγλία, όπου, επί του παρόντος, η εξουσία για την παροχή από το Δικαστήριο της θεραπείας της δηλώσεως προς αναγνώριση δικαιώματος, πηγάζει από το Section 19 της Supreme Court Act 1981 και βασίζεται και επί του Rule 40.20 των Civil Procedure Rules (C. P. R.).
- Οι αρχές που διέπουν το ζήτημα, αναλύθηκαν από το αγγλικό Εφετείο στην υπόθεση Rolls-Royce plc v Unite the Union [2010] 1 W.L.R. 318, 349, δια του Λόρδου Δικαστή Aikens: «
- . It is well established that a claimant does not need to have a subsisting cause of action against a defendant before the court will grant a claimant a declaration: see Guaranty Trust Co of New York v Hannay & Co [1915] 2 KB
- The grant of a declaration is discretionary. The law has developed since the statement of principle by Lord Diplock in the leading case of Gouriet v Union of Post Office Workers [1978] AC 435, 501, where Lord Diplock stated: "for the court to have jurisdiction to declare any legal right it must be one which is claimed by one of the parties as enforceable against an adverse party to the litigation, either as a subsisting right or as one which may come into existence in the future conditionally on the happening of an event." I have looked again at Gouriet's case, the decisions of this court in Meadows Indemnity Co Ltd v Insurance Corpn of Ireland plc [1989] 2 Lloyd's Rep 298; In re S (Hospital Patient: Court's Jurisdiction) [1996] Fam 1; Feetum v Levy [2006] Ch 585 and, most recently, Office of Fair Trading v Foxtons Ltd [2009] 3 All ER 697, as well as the decisions referred to in Wall LJ's judgment. There is no doubt that the circumstances in which the court will be prepared to grant declaratory relief are now considerably wider than they were thought to be after Gouriet and Meadows. In the words of Jonathan Parker LJ in Feetum v Levy [2006] Ch 585, para 82: "things have indeed moved on since the Meadows case was decided; and . the courts should not nowadays apply such a restrictive meaning to the passage in Lord Diplock's speech in Gouriet's case."
- For the purposes of the present case, I think that the principles in the cases can be summarised as follows.
(1)The power of the court to grant declaratory relief is discretionary.
(2)There must, in general, be a real and present dispute between the parties before the court as to the existence or extent of a legal right between them. However, the claimant does not need to have a present cause of action against the defendant.
(3)Each party must, in general, be affected by the court's determination of the issues concerning the legal right in question.
(4)The fact that the claimant is not a party to the relevant contract in respect of which a declaration is sought is not fatal to an application for a declaration, provided that it is directly affected by the issue; (in this respect the cases have undoubtedly "moved on" from Meadows ).
(5)The court will be prepared to give declaratory relief in respect of a "friendly action" or where there is an "academic question" if all parties so wish, even on "private law" issues. This may particularly be so if it is a "test case", or it may affect a significant number of other cases, and it is in the public interest to decide the issue concerned.
(6)However, the court must be satisfied that all sides of the argument will be fully and properly put. It must therefore ensure that all those affected are either before it or will have their arguments put before the court.
(7)In all cases, assuming that the other tests are satisfied, the court must ask: is this the most effective way of resolving the issues raised? In answering that question it must consider the other options of resolving this issue.».
- Ανάλυσης του ζητήματος, γίνεται και στο White Book 2018, Volume 1, στην παράγραφο 40.20.2: «The jurisdiction to grant remedies in the form of declarations is not derived from r.40.20, as that rule is concerned only with the short point that a declaration can be granted whether or not any other remedy is claimed. The High Court's jurisdiction is based on statute and is now derived from the Senior Courts Act 1981 s.
- Claims for declarations alone are unusual. Generally, declarations are sought and granted together with other forms of relief (often in the form of injunctions). . The power to make declarations is a discretionary power. As between the parties to a claim, the court can grant a declaration as to their rights, or as to the existence of facts, or as to a principle of law (Financial Services Authority v Rourke [2002] C.P. Rep. 14 (Neuberger J)). When considering whether to grant a declaration or not, the court should take into account justice to the claimant, justice to the defendant, whether the declaration would serve a useful purpose, and whether there are any other special reasons why or why not the court should grant the declaration (ibid.). . In modern times, declaratory relief in relation to commercial disputes and judicial review has developed significantly, and much of the old authority should be treated with caution. . There is nothing in the general statements found in the modern authorities as to the general principles applicable that requires that a declaration may not be granted unless there is an actual or imminent threat to a legal right (Pavledes v Hadjisavva [2013] EWHC 124 (Ch), 31 January 2013, unrep. (David Richards J)). A declaration may be granted where the dispute relates to a legal right which might come into existence in the future (Milebush Properties Ltd v Tameside MBC [2011] EWCA Civ 270; [2012] 1 P. & C.R. 3, CA). Those authorities demonstrate a willingness by the courts in appropriate cases to make declarations as regards rights which may arise in the future or which are academic as between the parties, but the court may refuse a declaration on grounds of prematurity, or because it would serve no useful purpose (no practical utility) (Pavledes v Hadjisavva op cit). .».
- Από την αποδεκτή και παραδεκτή μαρτυρία και ειδικότερα από τα όσα επιμαρτυρεί η τριμερής σύμβαση εκχώρησης δικαιωμάτων, Τεκμήριο 5(α) στην οποία η Ενάγουσα προσήρθε με τους Εναγομένους 1, 2 και 3, δεν διαφαίνεται η Ενάγουσα να αξιώνει την αναγνώριση δικαιώματος στο οποίο οι Εναγόμενοι 1 και 2 δεν είχαν νομικό δικαίωμα κατά την ημερομηνία στην οποία προσήρθαν στην εν λόγω σύμβαση εκχώρησης με την Ενάγουσα. Ας σημειωθεί εδώ και η ιδιαιτερότητα που παρουσιάζει η εν λόγω σύμβασης, λόγω του ότι μέρος σε αυτή είναι και η Εναγομένη 3, η οποία δια της συνομολόγησης της, όχι μόνο αναγνωρίζει το γεγονός της εκχώρησης και την αποδοχή της αυτής (αν και αχρείαστα), αλλά με δεδομένη την εκχώρηση αυτή, προχωρεί και συμβάλλεται με την Ενάγουσα και αναλαμβάνει έναντι της και άλλες επιπρόσθετες υποχρεώσεις. Βρίσκω συνεπώς ότι όλες οι προϋποθέσεις πληρούνται για την παραχώρηση της αιτούμενης θεραπείας (βλ. Rolls-Royce plc v Unite the Union [2010] 1 W.L.R. 318, ανωτέρω). Κατ' ακολουθίαν, η Ενάγουσα δικαιούται απόφαση με την οποία να αναγνωρίζεται ότι είναι αποκλειστική δικαιούχος όλων των δικαιωμάτων των Εναγομένων 1 και 2 που απορρέουν από την σύμβαση πώλησης του διαμερίσματος στην οποία προσήλθαν με την Εναγομένη 3, Τεκμήριο 5(β), στην βάση των προνοιών της τριμερούς σύμβασης εκχώρησης δικαιωμάτων στην οποία προσήρθαν οι διάδικοι, Τεκμήριο 5(α), καθώς επίσης ότι δύναται να ακυρώσει, αποσύρει το εν λόγω πωλητήριο έγγραφο, Τεκμήριο 5(β) και πωλήσει το διαμέρισμα.
- Η δεύτερη πτυχή της εισήγησης της Εναγομένης 3, γίνεται με αναφορά στους όρους 5, 6 και 7 της τριμερούς σύμβασης εκχώρησης δικαιωμάτων, Τεκμήριο 5(α) στην οποία η Ενάγουσα προσήρθε με τους Εναγομένους 1, 2 και
- Είναι η εισήγηση της υπεράσπισης της Εναγομένης 3, ότι, η Ενάγουσα, δεν μπορεί να βασίζεται στους προαναφερόμενους όρους και ειδικότερα στον όρο 7 της εν λόγω σύμβασης και να διεκδικεί την εγγραφή του ακινήτου στο όνομα της, σε περίπτωση που οι υποχρεώσεις των Εναγομένων 1 και 2 που εξασφαλίζονται με αυτήν καταστούν ληξιπρόθεσμες και απαιτητές, επειδή ο όρος αυτός είναι άκυρος, λόγω το ότι δεν έχει συμφωνηθεί το αντάλλαγμα που η Ενάγουσα θα πρέπει να πληρώσει. Είναι πιστεύω σημαντικό, προς αποφυγή αφαίρεσης από το επιχείρημα, να παραθέσω αυτούσια την σχετική τοποθέτηση του συνηγόρου της Εναγομένης 3 (τα ουσιαστικότερα της σημεία) από την τελική του αγόρευση: «Στον όρο 7 της Σύμβασης η Τράπεζα διεκδικεί την εγγραφή του ακινήτου επ' ονόματι της σε περίπτωση που οι υποχρεώσεις που εξασφαλίζονται από το έγγραφο αυτό καταστούν ληξιπρόθεσµες και απαιτητές, η Τράπεζα μπορεί να ζητήσει από τον Πωλητή να εγγράψει το ακίνητο στο όνομα της. Και πάλι θέτω το ερώτημα: Δεν πρέπει για να είναι έγκυρος αυτός ο όρος της Σύμβασης να συμφωνείται και ταυτόχρονα η ανάλογη αντιπαροχή - αντάλλαγμα που θα πληρώσει η Τράπεζα; Στην παρούσα αγωγή εάν η Τράπεζα ζητήσει την εγγραφή του ακινήτου στο όνομα, τότε ποια θα είναι η αντιπαροχή ή το αντάλλαγμα που θα πρέπει να πληρώσει. Και πάλι η απάντηση είναι η ίδια. Για να αποκτήσει πλήρη δικαιώματα κυριότητας επί του ακινήτου θα πρέπει να πληρώσει ως αντιπαροχή ή αντάλλαγμα σε τιμή ίσην µε το τίμημα της πώλησης που αναγράφεται επί του Πωλητηρίου Εγγράφου. Το ποσό τούτο βέβαια δεν θα καταβληθεί στον Εκχωρητή, θα καταβληθεί και/ή πιστωθεί το δάνειο του. . Σύμφωνα µε τον Περί Συμβάσεων Νόμο Κεφ.149, άρθρο 10
(1)και 23 για να είναι έγκυρη µια Σύμβαση, θα πρέπει να είναι και νόμιμη η αντιπαροχή. Στην παρούσα υπόθεση, το ερώτημα που τίθεται είναι ποιο είναι το αντάλλαγμα που θα πρέπει να καταβάλει η Τράπεζα για να αποκτήσει τα δικαιώματα που της παρέχουν τα άρθρα 5 και 6 της Σύμβασης και που εκφράζονται µε την παράγραφο 10 (δ), (ε), (στ), (ζ), (η), (θ), (ι), (κ), (λ) της Έκθεσης Απαίτησης. Είναι η θέση των Εναγομένων 3 ότι η Τράπεζα για να αποκτήσει τα δικαιώματα που απορρέουν από τους όρους 5 και 6 της Σύμβασης θα πρέπει να πληρώσουν τουλάχιστον το ποσό του Πωλητηρίου Εγγράφου (τίμημα πωλήσεως). Οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται και υποστηρίζουν ότι από την στιγμή που η Τράπεζα ζήτησε τα Διατάγματα της παραγράφου 10 (δ), (ε) (στ), (ζ), (η), (θ), (ι), (κ), (λ) που στηρίζεται στους όρους 5 και 6 της Σύμβασης όφειλαν να πληρώσουν ως αντάλλαγμα ή αντιπαροχή στον Εκχωρητή τουλάχιστον το ποσό του τιμήματος της πώλησης. Βέβαια το ποσό αυτό θα πιστωθεί στο δάνειο του Πρωτοφειλέτη.». (η υπογράμμισης είναι του συνηγόρου της Εναγομένης 3) 70. Πέραν οτιδήποτε άλλου θα μπορούσε να λεχθεί σε ότι αφορά την προαναφερόμενη θέση της Εναγομένης 3 σε ότι αφορά το βάσιμο ή αβάσιμο της, αυτή απορρίπτεται για τον απλό λόγο ότι, η Εναγομένη 3, -ως το πρόσωπο που βαρύνεται με τις υποχρεώσεις έναντι των Εναγομένων 1 και 2 βάσει της Σύμβασης Πώλησης του διαμερίσματος στην οποία προσήρθαν, Τεκμήριο 5(β); τα οποία δικαιώματα τους κάτω από αυτή εκχωρήθηκαν («assignor») απόλυτα στην Ενάγουσα («assignee») με βάση την τριμερή σύμβασης εκχώρησης δικαιωμάτων, Τεκμήριο 5(α)-, δεν μπορεί να αρνηθεί τα δικαιώματα της Ενάγουσας κάτω από αυτή εγείροντας ζήτημα εγκυρότητας της σύμβασης εκχώρησης στην βάση του ότι η Ενάγουσα δεν έδωσε αντιπαροχή σε ότι αφορά αυτήν. Όπως επεξηγείται στο σύγγραμμα του Ε. Peel, Treitel, The Law of Contract, 14η έκδοση στην παράγραφο 15-024, αυτό είναι ένα ζήτημα που θα μπορούσε να εγερθεί μόνον από τους Εναγομένους 1 και 2 υπό την ιδιότητα τους ως εκχωρητές στην εν λόγω σύμβαση εκχώρησης δικαιωμάτων, Τεκμήριο 5(α), οι οποίοι, παρά το γεγονός ότι συνενώθηκαν από την Ενάγουσα σε αυτή την Αγωγή ως εναγόμενοι διάδικοι, δεν εμφανίστηκαν στην διαδικασία και δεν προέβαλαν ένα τέτοιο ζήτημα προς εξέταση: «The question whether an assignment must be supported by consideration is one of complexity. Two points must be made to clear the ground for the discussion. First, the dispute concerns only the relative rights of assignor and assignee. The debtor cannot refuse to pay the assignee on the ground that the assignment was gratuitous
(99); he is liable to pay the debt in any event and his only interest is to that all possible claimants are before the court, so that he does not run the risk having to pay twice over. So long as this possibility of prejudice to the debtor removed by the joinder of all appropriate parties, it is only the assignor who can raise an issue as to the validity of the assignment on the ground that consideration was given for it; indeed the only purpose of taking the point is enable the assignor to claim payment of the debt for himself.
(99)Walker v Bradford Old Bank
(1884)12 Q.B.D. 511; the question of consideration may also relevant for revenue purposes, but the question in cases of this kind is always whether the assignor could have denied the validity of the assignment, as against the assignee, e.g. Re Rose (1952] Ch. 499 Letts v IRC (1957] Ι W.L.R.201.» (βλ. επίσης, στο ίδιο σύγγραμμα τα αναφερόμενα της παραγράφου 15-007). Η αξίωση της Ενάγουσας υπό τα στοιχεία (α) και (β) της παρακλητικής παραγράφου 10 της έκθεσης απαίτησης
- Τρίτη θέση, προς υπεράσπιση της, η Εναγομένη 3 προβάλλει την εξής: Ότι η μαρτυρία που παρουσιάστηκε από πλευράς Ενάγουσας και αφορά το υπόλοιπο του λογαριασμού δανείου των Εναγομένων, δεν ικανοποιεί τις πρόνοιες του Άρθρου 22 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9 και ως εκ τούτου, αυτή και δη η κατάσταση του λογαριασμού δανείου των Εναγομένων 1 και 2, Τεκμήριο 9, που κατατέθηκε στο Δικαστήριο από τον ΜΕ1, δεν αποδεικνύουν την σχετική αξίωση της Ενάγουσας υπό τα στοιχεία (α) και (β) της παρακλητικής παραγράφου 10 της έκθεσης απαίτησης. Όπως πιο αναλυτικά παρατίθεται η θέσης αυτή της Εναγομένης 3 στην τελική αγόρευση του συνηγόρου υπεράσπισης της: «Για να πληροί τις προϋποθέσεις του Περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.9, άρθρο 22 θα πρέπει η Κατάσταση Λογαριασμού που θα παρουσιασθεί στο Δικαστήριο θα πρέπει να περιλαμβάνει όλες τις πράξεις από την ημέρα ανοίγματος μέχρι την ημέρα του τερματισμού και να πιστοποιείται από τον υπάλληλο, ότι η Κατάσταση Λογαριασμού αποτελεί πιστόν αντίγραφο των βιβλίων που τηρεί ηλεκτρονικά η Τράπεζα. Στο Τεκµ.9 περιλαμβάνονται πράξεις από 23/05/2007 και μέχρι 06/04/
- Σύμφωνα µε τη μαρτυρία που παρουσιάστηκε από τους Ενάγοντες, το δάνειο χορηγήθηκε και ανοίχθηκε στις 23/05/
- Το αρχικό ποσό του δανείου που εγκρίθηκε ήτο €69.
- Το ποσό που ζητείται µε την αγωγή είναι €79.807,43 και το υπόλοιπο στις 06/04/2012 είναι €81.047,77 και το ποσό που έχει εκταμιευτεί από τους Ενάγοντες και πληρώθηκε στους Εναγομένους 3 είναι €69.
- Είναι η θέση των Εναγομένων 3 ότι οι Ενάγοντες µε τη μαρτυρία που προσέφεραν στο Δικαστήριο δεν συμμορφώθηκαν µε τις πρόνοιες του άρθρου
- Η δήλωση του μάρτυρα 1 είναι λιτή και δεν κάμνει καμία αναφορά εάν ο ίδιος εκτύπωσε την κατάσταση λογαριασμού του πελάτη και εάν είχε προβεί ο ίδιος στον έλεγχο των πράξεων. . Και δεν είναι υποχρέωση των Εναγομένων µε την αντεξέταση να δώσει τη δυνατότητα στον μάρτυρα να συμπληρώσει τα κενά της μαρτυρίας του. . Συνεπώς, ενόψει της απουσίας μαρτυρίας ότι τα Τεκμήρια 7, 8, 15 και 16, έχουν συγκριθεί µε τις αρχικές καταχωρήσεις στον ηλεκτρονικό υπολογιστή και διαπιστώθηκε ότι είναι ορθά, το Δικαστήριο δεν μπορεί να προσδώσει καμία σημασία ή βαρύτητα στις δοσοληψίες και καταχωρήσεις που περιέχονται στις Καταστάσεις Λογαριασμού (Τεκμήρια 7, 8, 15 και 16) που διαμόρφωσαν και το τελικό αποτέλεσμα του χρεωστικού υπολοίπου.». (η υπογράμμισης είναι του συνηγόρου της Εναγομένης 3)
- Κατ' αρχήν, το τι πρέπει να αναφερθεί σε ότι αφορά το εγειρόμενο αυτό ζήτημα, είναι ότι αυτό δεν έχει δικογραφηθεί από την Εναγομένη 3 ως υπεράσπιση της. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο, εξ αυτής της διαπίστωσης του και μόνον, μπορεί να απορρίψει την εισήγηση αυτή της Εναγομένης 3, χωρίς περαιτέρω εξέταση του ζητήματος (βλ. Κάτζιη ν Φουκαρίδης & Σια Λτδ, Εργολάβοι Ελαιοψρωματιστές, ECLI:CY:AD:2017:A258, Πολιτική Έφεση Αρ. 40/2011, 11/07/2017, Βοσκού κ. α. ν Ζήνωνος
(2003)1 Α.Α.Δ. 695 και Μελάς ν Κυριάκου
(2003)1 Α.Α.Δ. 826).
- Η Ενάγουσα με την παράγραφο 8 της έκθεσης απαίτησης της σε ότι αφορά το υπόλοιπο του λογαριασμού δανείου των Εναγομένων 1 και 2 ανέφερε τα εξής: «Οι ενάγοντες παρεχώρησαν εις τους εναγομένους 1 και 2 το ρηθέν δάνειο το οποίο κατά παράβαση της συμφωνίας δανείου δεικνύει υπόλοιπο οφειλόμενο εκ (α) . .[και δίδονται λεπτομέρειες] .».
- Η Εναγομένη 3, σε ότι αφορά αυτό τον ισχυρισμό της Ενάγουσας με την παράγραφο 2 της έκθεση απαίτησης της ανέφερε τα εξής: «Οι Εναγόμενοι 3 για τις παραγράφους 2, 3, 7, 8 της Έκθεσης Απαίτησης δεν τοποθετούνται καθότι αναφέρονται σε γεγονότα τα οποία αφορούν τους Εναγομένους 1 και 2 και τους Ενάγοντες, επιφυλάσσουν όμως το δικαίωμα των να αναφερθούν κατά την δικάσιμο της αγωγής και/ή να προβούν σε μεταγενέστερο στάδιο σε Αίτηση Τροποποίησης της Υπεράσπισης των, εάν κρίνουν όταν μελετήσουν τα Έγγραφα Δανείου ότι θα πρέπει να υπερασπισθούν . ».
- Αποτελεί βασικό κανόνα της σύνταξης δικογράφου έκθεσης υπεράσπισης, ότι, με αυτό, ο εναγόμενος πρέπει να αντιμετωπίζει, και μάλιστα μεμονωμένα, κάθε ισχυρισμό που προβάλλεται από πλευράς του ενάγοντα, δια της εκθέσεως απαίτησης του, σε ότι αφορά τα γεγονότα επί των οποίων βασίζει τις αξιώσεις του. Ο βασικός αυτός κανόνας, είναι αυστηρός. Αν ο ενάγοντας προβεί σε κάποιο ισχυρισμό και ο εναγόμενος δεν ανταποκριθεί σε αυτόν, ο τελευταίος εκλαμβάνεται ότι τον παραδέχεται. Έπεται ως εκ τούτου, ότι, οι ισχυρισμοί του ενάγοντος, πρέπει να εξετάζονται ένας προς ένας, και κάθε ένας, είτε να γίνεται παραδεκτός, είτε να απορρίπτεται, είτε να ζητείται η απόδειξης του. Μόνο δύο εξαιρέσεις έχουν αναγνωριστεί στον κανόνα αυτό. Η πρώτη αφορά την περίπτωση όπου ένας ενάγοντας ισχυρίζεται ότι έχει υποστεί απώλεια και αξιώνει να αποζημιωθεί για την ζημιά του, στην οποία απαιτείται από αυτόν πάντοτε να αποδεικνύει την ζημιά του, εκτός και αν ο εναγόμενος ρητά την παραδεχθεί. Αρχή που έχει καθιερωθεί για να καταστήσει εφικτή την παραδοχή από πλευράς εναγομένου ισχυρισμού του ενάγοντος ότι υπέστη απώλεια, χωρίς να εκλαμβάνεται ότι αποδέχεται το εύρος της. Και υπάρχει και η δεύτερη εξαίρεση στον προαναφερόμενο κανόνα κατά την οποία, ένας εναγόμενος, ο οποίος αναφέρει στο δικόγραφο του τη φύση της υπόθεσής του σε σχέση με ένα ζήτημα, κατά τρόπο που να υποδηλώνει ότι δεν το παραδέχεται, χωρίς όμως να το αμφισβητήσει ρητά, θεωρείται ότι απαιτεί από τον ενάγοντα να αποδείξει τους ισχυρισμούς του που το αφορούν. Στην προκείμενη περίπτωση, η Εναγομένη 3, όχι μόνο δεν πραγματεύτηκε και αντίκρουσε ειδικά τον εν λόγω ισχυρισμό της Ενάγουσας της παραγράφου 8 της έκθεσης απαίτησης της, με την παράγραφο 2 της έκθεσης υπεράσπισης της, αν όχι ρητά, έμμεσα αφήνει να νοηθεί [και χωρίς σίγουρα να υποδηλώνει το αντίθετο] ότι τον παραδέχεται, αφής στιγμής αναφέρει ρητά ότι, σε ότι αφορά αυτόν «δεν τοποθετείται» και ότι το συγκεκριμένο γεγονός «δεν την αφορά».
- Αναφορά σε ότι αφορά το ζήτημα αυτό του υπολοίπου του δανείου των Εναγομένων 1 και 2 και την σχετική αξίωση της Ενάγουσας, γίνεται στις παραγράφους 7 και 11(α) της έκθεσης υπεράσπισης της Εναγομένης
- Εντούτοις, ούτε από αυτές προκύπτει αμφισβήτησης του ισχυρισμού της Ενάγουσας για το οφειλόμενο από το δάνειο των Εναγομένων 1 και 2 ποσό. Και εξηγώ. Ως έχει προαναφερθεί, ο εναγόμενος έχει υποχρέωση παραδοχής, άρνησης ή απαίτησης από τον ενάγοντα απόδειξης των ισχυρισμών του που περιλαμβάνονται στην έκθεση απαίτησης του. Παραδοχή πρέπει να γίνεται, όταν ένας ισχυρισμός ανταποκρίνεται στην αλήθεια, ή όταν σε σχέση με αυτόν ο εναγόμενος έχει στοιχεία ενώπιον του που καταδεικνύουν ότι αληθεύει και καθόλου στοιχεία για το αντίθετο. Μπορεί να γίνει επίσης παραδεκτός, όταν ο εναγόμενος, αν και δεν γνωρίζει κατά πόσο αληθεύει, δεν επιθυμεί να τον καταστήσει επίδικο. Άρνησης ενός ισχυρισμού του ενάγοντος, πρέπει να γίνεται, όταν ο εναγόμενος γνωρίζει ότι αυτός δεν αληθεύει και επιθυμεί να προβάλει κατά την δίκη θετικούς ισχυρισμούς για το αντίθετο. Εκθέτοντας δηλαδή, την δική του εκδοχή για τις περιστάσεις. Όταν ο εναγόμενος δεν είναι σε θέση να παραδεχθεί ή να αρνηθεί τον ισχυρισμό του ενάγοντα, λόγω «άγνοιας», (δηλαδή, σε ότι αφορά γεγονότα για τα οποία ο εναγόμενος δεν γνωρίζει και σε σχέση με τα οποία δεν έχει μαρτυρία, είτε που να τα στοιχειοθετεί, είτε που να τα αντικρούει), μπορεί να καλέσει τον ενάγοντα να αποδείξει τον ισχυρισμό του. Αυτό, κατ' ουσία, σημαίνει ότι, ο εναγόμενος δηλώνει στον αντίδικο του ότι, αν και ο ίδιος δεν είναι σε θέση να γνωρίζει κατά πόσο το ισχυριζόμενο γεγονός ευσταθεί ή δεν ευσταθεί, παρά το γεγονός ότι δεν προτίθεται να το αμφισβητήσει κατά την δίκη, δεν το παραδέχεται ως πραγματικό γεγονός και ως εκ τούτου, ο ενάγοντας, εάν επιθυμεί να βασιστεί σε αυτό, πρέπει να το αποδείξει, με τον ίδιο να επιφυλάσσει το δικαίωμα του να επιχειρηματολογήσει τελικώς ως προς το εάν αυτό απεδείχθη στον απαιτούμενο βαθμό. Με αυτούς του κανόνες για την δικογράφηση κατά νου, η δικογράφηση της Εναγομένης 3 της παραγράφου 11(α) στην έκθεση υπεράσπισης της, «αγνοούν και αρνούνται» δεν μπορεί να έχει την οποιαδήποτε σημασία.
- Σε κάθε περίπτωση, όπως έχει νομολογηθεί, η γενική αντίκρουσης ισχυρισμών από τους διαδίκους με την δικογραφία τους, δεν είναι αποδεκτή. Η δικογραφία στην αστική δίκη, αποτελεί σαφή και αναντίλεκτο οδηγό για το εκδίκαζαν Δικαστήριο. Είναι νομολογημένο ότι, τα δικόγραφα των διαδίκων, καθορίζουν την πορεία της υπόθεσης και της μαρτυρίας που είναι επιτρεπτό να δοθεί. Αυτός είναι και ο λόγος, που, όπως έχει κατ' επανάληψη διατυπωθεί από τη νομολογία, χρειάζεται σαφής προσδιορισμός στη δικογραφία των εκατέρωθεν προβαλλόμενων ισχυρισμών, ώστε να καταστεί γνωστό ποια ζητήματα είναι που το Δικαστήριο καλείται να επιλύσει και σε σχέση με τα οποία θα ακούσει μαρτυρία. Ο βέβαιος προσδιορισμός των επιδίκων θεμάτων αποκλείει τον αιφνιδιασμό και παρέχει στους αντιδίκους την πρέπουσα ευκαιρία να θέσουν ενώπιον του δικαστηρίου την υπόθεση τους (βλ. Kourtis a. o. v Iasonides
(1970)1 C.L.R. 180, Loucaides v CD. Hay and Sons Ltd
(1971)1 C.L.R. 134, Charalambous v Metalco Ltd
(1982)1 A.A.Δ. 636, G.I.P. Constructions v Neophytou a. a.
(1983)1(B) C.L.R. 669, Παπαγεωργίου ν Λούη Κλάππα (Investments Services) Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ. 24, Παπακοκκίνου ν Θεοδοσίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 379, Λυσιώτης ν Αχιλλέως
(1998)1 Α.Α.Δ. 1567, Mindoras Estates Ltd v Ποταμού κ. α.
(2012)1 Α.Α.Δ. 1729). 78. Όπως αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο δια του έντιμου Δ. Α. Δ., Σ. Ναθαναήλ, στην υπόθεση Παρλάτα ν Δημητρίου, ECLI:CY:AD:2014:A339, Πολιτική Έφεση Αρ. 387/2009, 21/05/2014, με αναφορά στις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις Παφίτης ν Κακουρή
(1992)1 Α.Α.Δ. 1154 και Μερκής ν Intertobacco (Cyprus) Ltd
(2003)1 Α.Α.Δ. 1091, «το Δικαστήριο δεν μπορεί να επεκτείνεται και να συζητά ή να επιλύει θέματα άλλα από αυτά που είναι ή παραμένουν επίδικα κατά τη συμπλήρωση των εγγράφων προτάσεων ή που νομότυπα προστίθενται κατά την ημέρα ή τη διάρκεια της δίκης». Προσθέτοντας στην συνέχεια, με αναφορά στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Latifundia Properties Ltd v Ψακή κ. α.
(2003)1 Α.Α.Δ. 670, ότι «ακόμη και γενική άρνηση θετικού ισχυρισμού δεν εξυπακούει την προβολή θετικών ισχυρισμών.» (βλ. επίσης Παπαγεωργίου ν Λούη Κλάππα (Investments Services) Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ. 24, Μελάς v Κυριάκου
(2003)1 Α.Α.Δ. 826, Βαριάνου ν Βορκά
(2010)1 Α.Α.Δ. 1541). 79. Πρόκειται για την αρχή που θέλει, οποιοδήποτε ισχυρισμό που γίνεται σε δικόγραφο οποιουδήποτε διαδίκου, να εκλαμβάνεται ως παραδεκτός από τον αντίδικο, εκτός και εάν αυτός τον έχει αντικρούσει ουσιαστικά («positive traverse») στο δικόγραφο του (βλ. Χρίστου ν Khoreva
(2001)1 Α.Α.Δ. 1874 και Παρλάτα ν Δημητρίου, ECLI:CY:AD:2014:A339, Πολιτική Έφεση Αρ. 387/2009, 21/05/2014). Ουσιαστική αντίκρουσης ισχυρισμών, μπορεί να γίνει, είτε με άρνηση, είτε με δήλωση περί μη αποδοχής, και είτε ρητά, είτε συμπερασματικά. Αυτό που αναμένεται, είναι, η άρνησης γεγονότων, να συνοδεύεται από λόγους για την άρνηση τους και εκεί και όπου υπάρχει μία διαφορετική εκδοχή ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης, αυτή να παρατίθεται, από την στιγμή που το δικόγραφο της υπεράσπισης εξυπηρετεί, τόσο ως προς το να απαντηθούν οι ισχυρισμοί του ενάγοντος, όσο και ως προς το να δηλωθεί (θετικά / «positively») η υπόθεσης του εναγομένου. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Odgers On Civil Court Actions, 24 έκδοση, στις παραγράφους 13.07 και 13.08: «Every allegation of fact made in a statement of claim or counterclaim which the party on whom it is served does not intend to admit must be specifically traversed by him in his defence or defence to counterclaim as the case may be; and a general denial of such allegations, or a general statement of non-admission of them, is not a sufficient traverse of them. The effect of the rules is to prevent a defendant pleading the general issue, as it was called, and to make him "take matter by matter, and traverse each of them separately". ...». 80. Υπό την επιφύλαξη πάντοτε [σε ότι αφορά τα προαναφερόμενα] της αρχής, ότι, εκεί και όπου οι ισχυρισμοί στην έκθεση υπεράσπισης, χαρακτηρίζονται, ως προαναφέρθηκε, από κάποια γενικότητα στη διατύπωση, - με την έννοια ότι δεν εκτίθενται πλήρως οι λεπτομέρειες των λόγων άρνησης θετικών ισχυρισμών της έκθεσης απαίτησης, αλλά, προσδιορίζουν ικανοποιητικά τους λόγους για την άρνηση - και ο ενάγοντας διάδικος δεν αναζήτησε σε σχέση με αυτούς λεπτομέρειες, ως είχε την δικονομική ευχέρεια να πράξει, το Δικαστήριο υποχρεούται να αποδεχθεί την εισαγωγή μαρτυρίας για τα επί μέρους γεγονότα, προς απόδειξη τέτοιων ισχυρισμών (βλ. Κουρσουμά ν Κοσμά
(1991)1 Α.Α.Δ. 973, Παναγή κ. α. ν Κακόψιτου κ.ά.
(2001)1 Α.Α.Δ. 839 και Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου κ. α. ν Rawnswello Trading Co Ltd
(2003)1 Α.Α.Δ. 1570).
- Έπεται από τα προαναφερόμενα ότι, ο υπό συζήτηση ισχυρισμός της Ενάγουσας για το υπόλοιπο του λογαριασμού των Εναγομένων 1 και 2, δεν έχει αμφισβητηθεί από πλευράς Εναγομένης 3, αφής στιγμής, με την παράγραφο 7 της έκθεσης υπεράσπισης της η Εναγομένη 3, αν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή η αναφορά της εκεί «αγνοεί και αρνείται» ως άρνηση, διασύνδεει αυτήν με την εγκυρότητα της σύμβασης εγγύησης στην οποία προσήλθε με την Ενάγουσα, Τεκμήριο 3 και όχι με την ορθότητα του λογαριασμού. Ενώ, ο ισχυρισμός της Εναγομένης 3 της παραγράφου 11(α) στην έκθεση υπεράσπισης της, αν θα μπορούσε υπό τις περιστάσεις να εκληφθεί ως άρνηση, είναι μία γενική άρνηση που αποκλείει από την εξέταση του Δικαστηρίου το οτιδήποτε ειδικά ηγέρθην από πλευράς υπεράσπισης κατά την δίκη σε ότι αφορά το ισχυριζόμενο από την Ενάγουσα αυτό γεγονός.
- Σε κάθε περίπτωση, πέραν των δικογραφημένων θέσεων της Εναγομένης 3, δεν συμφωνώ με την προαναφερόμενη εισήγηση της Εναγομένης
- Σύμφωνα με το εν λόγω Άρθρο 22 του Κεφ. 9: «22.-
(1)Τηρoυμέvωv τωv διατάξεωv τoυ παρόvτoς άρθρoυ, αvτίγραφo καταχώρισης σε τραπεζικά βιβλία γίvεται δεκτό σε όλες τις voμικές διαδικασίες ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη τέτoιας καταχώρισης και τωv θεμάτωv, δoσoληψιώv και λoγαριασμώv πoυ είvαι καταχωρισμέvα σ' αυτό.
(2)Αvτίγραφo καταχώρισης σε τραπεζικό βιβλίo δε γίvεται δεκτό ως απόδειξη δυvάμει τoυ παρόvτoς άρθρoυ, εκτός αv απoδειχθεί ότι κατά τo χρόvo της καταχώρισης τo βιβλίo ήταv έvα από τα συvήθη βιβλία της τράπεζας και η καταχώριση έγιvε κατά τη συvήθη και καvovική διεξαγωγή τωv εργασιώv και ότι τo βιβλίo βρίσκεται υπό τη φύλαξη και τov έλεγχo της τράπεζας. Μαρτυρία για τo πιo πάvω δύvαται vα δoθεί από διευθυvτή ή υπάλληλo της τράπεζας είτε πρoφoρικά είτε με έvoρκη δήλωση.
(3)Αvτίγραφo της καταχώρισης σε τραπεζικό βιβλίo δε γίvεται δεκτό ως απόδειξη δυvάμει τoυ παρόvτoς άρθρoυ, εκτός αv απoδειχθεί περαιτέρω ότι τo αvτίγραφo έχει συγκριθεί με τηv αρχική καταχώριση και διαπιστώθηκε ότι είvαι oρθό. Μαρτυρία για τo πιo πάvω δύvαται vα δoθεί είτε πρoφoρικά είτε με έvoρκη δήλωση, από πρόσωπo τo oπoίo έλεγξε τo αvτίγραφo με τηv αρχική καταχώριση. . "τράπεζα" ή "τραπεζίτης" σημαίvει τράπεζα η oπoία έχει άδεια vα διεξάγει τραπεζική εργασία δυvάμει τoυ περί Τραπεζικώv Εργασιώv (Πρoσωριvoί Περιoρισμoί) Νόμoυ. "τραπεζικά βιβλία", oπoυδήπoτε απαvτάται, εκτός αv από τo κείμεvo πρoκύπτει διαφoρετική έvvoια, περιλαμβάvει καθoλικά, ημερoλόγια, ταμεία, λoγιστικά βιβλία και άλλα αρχεία χρησιμoπoιoύμεvα κατά τη συvήθη εργασία τράπεζας, είτε αυτά είvαι σε γραπτή μoρφή είτε φυλάσσovται σε μικρoταιvίες, μαγvητoταιvίες ή σε oπoιαδήπoτε άλλη μoρφή μηχαvικoύ ή ηλεκτρovικoύ μηχαvισμoύ αvάκτησης πληρoφoριώv.». (η υπογράμμιση είναι δική μου)
- Σε ότι αφορά την κατάσταση λογαριασμού του δανείου των Εναγομένων 1 και 2, Τεκμήριο 9, ο ΜΕ1 που την παρουσίασε στο Δικαστήριο, την μαρτυρία του οποίου έχω αποδεχθεί, αποκαλύπτει τα εξής.
- Κατά την κυρίως εξέταση του ΜΕ1 και προτού παρουσιάσει για να κατατεθεί η κατάστασης λογαριασμού, Τεκμήριο 9, ως μέρος της μαρτυρίας του, ο ΜΕ1 ανέφερε τα εξής: «
- Λόγω της θέσης και των καθηκόντων μου γνωρίζω τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης ο χειρισμός της οποίας, όπως έχω αναφέρει, μου έχει ανατεθεί από τους ενάγοντες και λόγω της ιδιότητάς μου αυτής γνωρίζω ότι οι ενάγοντες τηρούν τραπεζικά βιβλία και σε ηλεκτρονική μορφή. Στο σύστημα που τηρείται στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές φυλάσσονται όλες οι πληροφορίες και οι πράξεις που αφορούν όλους τους λογαριασμούς των πελατών των εναγόντων συμπεριλαμβανομένων και του λογαριασμού των εναγομένων που ανέφερα πιο πάνω. Το τραπεζικό βιβλίο που τηρείται από τους ενάγοντες σε ηλεκτρονική μορφή είναι και ήταν καθ' όλο τον ουσιώδη χρόνο, δηλαδή από το άνοιγμα του πιο πάνω λογαριασμού μέχρι και σήμερα, ένα από τα συνήθη τραπεζικά βιβλία των εναγόντων. Κατά το χρόνο καταχώρησης στο τραπεζικό βιβλίο όλων των πράξεων που αφορούσαν το λογαριασμό των εναγομένων που ανέφερα πιο πάνω, το τραπεζικό βιβλίο ήταν ένα από τα συνήθη βιβλία των εναγόντων. Όλες οι καταχωρήσεις στο εν λόγω τραπεζικό βιβλίο συμπεριλαμβανομένων και των καταχωρήσεων για το λογαριασμό που ανέφερα πιο πάνω έγιναν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών των εναγόντων.
- Το τραπεζικό βιβλίο καθ' όλο τον ουσιώδη χρόνο ευρίσκετο και εξακολουθεί να βρίσκεται φυλαγμένο στις κτιριακές εγκαταστάσεις των εναγόντων, υπό τον έλεγχο των εναγόντων και έχουν σε αυτό πρόσβαση οι τραπεζικοί λειτουργοί, μεταξύ των οποίων και εγώ.».
- Αντεξεταζόμενος στην συνέχεια από τον συνήγορο της Εναγομένης 3, μεταξύ άλλων, ο Εναγόμενος 3, ανέφερε τα εξής (η αναφορά «Ε» σημαίνει ερώτηση του συνηγόρου της Εναγομένης 3 και η αναφορά «Α» σημαίνει απάντηση του μάρτυρα): «Ε.: Παρουσιάσατε κατάσταση λογαριασμού που λέτε ότι έχετε ελέγξει και η οποία εκτυπώθηκε από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή της τράπεζας και ότι είναι αντίγραφο του τραπεζικού βιβλίου, το Τεκμήριο 9; Α.: Ναι. . Ε.: Η κυρία Παυλίδου XXXXX που γράφει το Τεκμήριο 9 ποια είναι; Α.: Είναι συνάδελφος στο τμήμα καθυστερήσεων. Ε.: Αυτή δηλαδή την εκτύπωσε και την έφερες στο Δικαστήριο.».
- Σχετική με το ζήτημα αυτό, είναι και η μαρτυρία που προσφέρθηκε από την ΜΕ
- Κατά την κυρίως εξέταση της η ΜΕ2 ανέφερε τα εξής: «Για σκοπούς της παρούσας ακρόασης οι ενάγοντες μειώνουν την απαίτησή τους εναντίον των εναγομένων 3, και απαιτούν ., και παρουσιάζω προς υποστήριξη της απαίτησης του ποσού αυτού, νέα αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, ως Τεκμήριο
- Έχω ετοιμάσει αυτήν με τη βοήθεια συναδέλφου μου από το Τμήμα Οριστικών Καθυστερήσεων Λιανικής Τραπεζικής, και μπορώ να επεξηγήσω. Όπως ανέφερε ο κος Αζάς, έχουμε όλοι οι τραπεζικοί λειτουργοί πρόσβαση στο ηλεκτρονικό τραπεζικό βιβλίο που διατηρεί η Τράπεζα στις κτιριακές της εγκαταστάσεις και που αφορά τους πελάτες της. Η διαφορά με αυτήν που κατέθεσε ο συνάδελφος μου κ. Αζάς - Τεκμήριο 9 είναι ότι στην νέα έχουν αφαιρεθεί όλες οι χρεώσεις που αφορούν τις καθυστερήσεις των εναγομένων 1 και 2 στην πληρωμή των δόσεών τους, την αποστολή επιστολών, τα διάφορα έξοδα, και οι τόκοι υπερημερίας. Πάνω στο Τεκμήριο 13 φαίνεται επίσης η διακύμανση του 1 μηνός libor. Επίσης φαίνεται η αύξηση του ποσοστού της προσαύξησης που χρεώνετο ο λογαριασμός των εναγομένων 1 και
- .».
- Όπως αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Ιωαννίδης κ. α. ν Εθνικής Τράπεζας Της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ., ECLI:CY:AD:2014:A484, Πολιτική Έφεση Αρ. 1/2010, 08/07/2014: «., οι προϋποθέσεις του άρθρου 22 ικανοποιούνται αφού η Φωτεινή Βασιλείου, Μ.Ε.1, υπάλληλος της τράπεζας, στη μαρτυρία της έκανε ειδική αναφορά σ' αυτή την πτυχή της υπόθεσης, με αποτέλεσμα να πείσει την ευπαίδευτη Πρόεδρο του Δικαστηρίου για την ορθή τήρηση του Τραπεζικού Βιβλίου και την ορθότητα των καταστάσεων λογαριασμού, οι οποίες αποτελούσαν μέρος του Τραπεζικού Βιβλίου. Σύμφωνα με το Νόμο, αντίγραφα των καταχωρίσεων σε Τραπεζικά Βιβλία γίνονται δεκτά δυνάμει του άρθρου 22 ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη τέτοιων καταχωρίσεων και τέτοιων θεμάτων και δοσοληψιών που είναι καταχωρισμένες σ' αυτά (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.α.
(2009)1Α ΑΑΔ 479). Στην προκειμένη περίπτωση υπήρξε μαρτυρία από τη Μ.Ε.1 ότι οι Εφεσείοντες διατηρούσαν και φύλαγαν Τραπεζικό Βιβλίο, ότι αυτό ήταν ένα από τα συνήθη Βιβλία της τράπεζας και ότι οι καταχωρίσεις στο Βιβλίο γίνονταν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της τράπεζας. Περαιτέρω, η Μ.Ε.1 διαβεβαίωσε ότι οι καταστάσεις λογαριασμών που παρουσίασε συγκρίθηκαν από την ίδια με τις αρχικές καταχωρίσεις στα Τραπεζικά Βιβλία και βρέθηκαν ορθές. Παρά τη σαφή μαρτυρία της Μ.Ε.1 ως προς την τήρηση των προϋποθέσεων του άρθρου 22, δεν έγινε καμία αντεξέταση επί του θέματος και ούτε κλήθηκε οποιοσδήποτε άλλος μάρτυρας για να αποδείξει το εσφαλμένο του υπόλοιπου του λογαριασμού. Ως αποτέλεσμα, οι Εφεσείοντες απέτυχαν να ανατρέψουν το μαχητό τεκμήριο που δημιουργήθηκε δυνάμει του άρθρου 22 του Κεφ. 9 ως προς την εκ πρώτης όψεως αποδοχή και ορθότητα των λογαριασμών.». 89. Περαιτέρω, ως αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Ζεβρός ν Hellenic Bank Public Co. Ltd.
(2013)1 Α.Α.Δ. 2357: «Κανένα από τα πιο πάνω παράπονα του εφεσείοντα, ευσταθεί. Οι καταστάσεις λογαριασμού, τεκμήρια 1 και 2, κατατέθηκαν από τους Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2, αντίστοιχα. Καταθέτοντας το τεκμήριο 1, η Μ.Ε.1 διευκρίνισε πως πρόκειται για αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού, τις οποίες κατάρτισε με βάση τις κανονικές καταστάσεις, χωρίς να υπολογίσει κεφαλαιοποίηση των τόκων και άλλες χρεώσεις. Οι καταστάσεις λογαριασμού, τεκμήριο 2, είναι, σύμφωνα με το Μ.Ε.2, οι κανονικές καταστάσεις του επίδικου λογαριασμού με το περιεχόμενο τους να αποτελεί ακριβές αντίγραφο των αντίστοιχων καταχωρίσεων στα τραπεζικά βιβλία που τηρούνται ηλεκτρονικά από την εφεσίβλητη και αποτελούν τα συνήθη τραπεζικά βιβλία της τελευταίας. Και τα δύο τεκμήρια κατατέθηκαν χωρίς οποιαδήποτε ένσταση από πλευράς εφεσείοντα, ο οποίος περιόρισε την αντεξέταση των συγκεκριμένων δύο μαρτύρων σε διευκρινιστικού τύπου ερωτήσεις, χωρίς να αμφισβητήσει την ορθότητα των εν λόγω καταστάσεων. Η εφεσίβλητη τράπεζα απέδειξε τη νομότυπη υπογραφή της επίδικης συμφωνίας και το υπόλοιπο του λογαριασμού με την κατάθεση των τεκμηρίων 1 και 2. Το πρωτόδικο δικαστήριο, ορθά κατά τη γνώμη μας, αποδίδοντας στον επίδικο λογαριασμό τη βαρύτητα που του άρμοζε και έχοντας υπόψη και τα πινακίδια συναλλαγών (contract notes), κατέληξε ότι η εφεσίβλητη απέδειξε το οφειλόμενο υπόλοιπο. Οι εν λόγω καταστάσεις λογαριασμού, μαζί με την πιστοποίηση ότι το περιεχόμενο τους αποτελούσε απόσπασμα του ηλεκτρονικού αρχείου της εφεσίβλητης, συνιστούσαν, όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ. ν. Χαριλάου Λτδ. κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ. 479, επισήμανση η οποία υιοθετήθηκε και στην υπόθεση Θεοδώρου ν. Hellenic Bank Ltd.
(2012)1 Α.Α.Δ. 2059, εκ πρώτης όψεως απόδειξη των σχετικών καταχωρίσεων. Ως εκ τούτου, το βάρος απόδειξης μετατέθηκε στους ώμους του εφεσείοντα για να αποδείξει είτε την ανυπαρξία των καταχωρίσεων, είτε την καταχώριση λανθασμένων καταχωρίσεων, βάρος το οποίο ο εφεσείων απέτυχε να αποσείσει. Ως αποτέλεσμα, οι καταστάσεις, τεκμήρια 1 και 2, ορθά κατά τη γνώμη μας κρίθηκαν από το πρωτόδικο δικαστήριο ότι οδηγούσαν με ασφάλεια στην κατάληξη αναφορικά με το ακριβές ύψος του οφειλόμενου υπολοίπου.». 90. Βλ. επίσης, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ. ν Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ. α.
(2009)1 Α.Α.Δ. 479, Θεοδώρου ν Hellenic Bank Ltd
(2012)1 Α.Α.Δ. 2059, , Εθνική Τράπεζα Της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν Οικονόμου, ECLI:CY:AD:2014:A786, Πολιτική Έφεση Αρ. 335/2009, 17/10/2014, Φρουταρία Το Πανέρι Λτδ. κ. α. ν Hellenic Bank Public Co. Ltd, ECLI:CY:AD:2017:A432, Πολιτική Έφεση Αρ. 426/2011, 29/11/2017 και Εθνική Τράπεζα Της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν Παναγιώτου, ECLI:CY:AD:2018:A71, Πολιτική Έφεση Αρ. 398/2011, 12/02/
- Θεωρώ ότι, από την προαναφερόμενη αποδεκτή μαρτυρία και τις αρχές της νομολογίας για το ζήτημα αυτό, ως έχουν προεκτεθεί, κατ' αντίθεση της εισήγησης της υπεράσπισης, ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 22 του Κεφ. 9 για την δημιουργία μαχητού τεκμηρίου ως προς την ορθότητα του υπολοίπου του λογαριασμού του δανείου των Εναγομένων 1 και 2, που δεν ανατράπηκε από πλευράς Εναγομένης 3 αφής στιγμής, παρά τον διευκρινιστικό χαρακτήρα των ερωτήσεων του συνηγόρου υπεράσπισης της Εναγομένης 3 κατά την αντεξέταση των ΜΕ1 και ΜΕ2, δεν τους υπεβλήθη ρητά ότι το υπόλοιπο αυτό είναι λανθασμένο. Ενώ, είναι σημαντικό να σημειωθεί, ότι, με την μαρτυρία του ΜΥ, η Εναγομένη 3, δεν παρουσίασε οποιοδήποτε ισχυρισμό προς αμφισβήτηση της ορθότητας του υπολοίπου του λογαριασμού δανείου των Εναγομένων 1 και
- Η δε ορθότητα της αναδομημένης κατάστασης λογαριασμού του δανείου των Εναγομένων 1 και 2, Τεκμήριο 13, καταδεικνύεται από το γεγονός ότι αυτή ετοιμάστηκε από την ΜΕ2 με βάση την κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 9 και το τραπεζικό βιβλίο της Ενάγουσας. Ας σημειωθεί εδώ επιπρόσθετα ότι, ο ΜΥ κατά την αντεξέταση του ανέφερε, σε σχέση με το υπόλοιπο του δανείου των Εναγομένων 1 και 2, τα εξής (η αναφορά «Ε» σημαίνει ερώτηση της συνηγόρου της Ενάγουσας και η αναφορά «Α» σημαίνει απάντηση του μάρτυρα): «Ε.: Είδατε την κατάσταση λογαριασμού που κατατέθηκε από την κα Λαγούδη Τεκμήριο 13; Α.: Ναι το έχω δει το τεκμήριο από τον δικηγόρο μου. Ε.: Δεν το σχολιάσατε το έγγραφο. Σας υποβάλλω ότι το αποτέλεσμα του είναι ορθό και οι υπολογισμοί του. Α.: Έχω σχολιάσει ότι κάποια τεκμήρια πρώτη φορά τα βλέπω και δεν γνωρίζω λεπτομέρειες τους και δεν έχω λόγο να αμφισβητώ αν η κατάσταση είναι ορθή ή λάθος.». (η υπογράμμιση είναι δική μου) Αξίωση για καταβολή τόκου και τόκου υπερημερίας
- Ο συνήγορος υπεράσπισης της Εναγομένης 3, με την τελική του αγόρευση, υποστήριξε ότι, η ρήτρα για την αυξομείωση του περιθωρίου προσαύξησης της Ενάγουσας βάσει της σύμβασης δανείου που προσήρθε με τους Εναγομένους 1 και 2 με ειδοποίηση στον τύπο και χωρίς ειδική ειδοποίηση της Εναγομένης 3, είναι καταχρηστική. Για το ζήτημα αυτό ισχύουν τα όσα προανέφερα που αφορούν την δικογραφία. Η Εναγομένη 3 δεν δικογράφησε για την υπεράσπιση της μια τέτοια θέση και ως εκ τούτου, δεν μπορεί να απασχολήσει το Δικαστήριο περαιτέρω. Για αυτό τον λόγο η συγκεκριμένη εισήγηση της υπεράσπισης απορρίπτεται.
- Τώρα σε ότι αφορά την εισήγηση της Εναγομένης 3 ότι δεν έχει αποδειχθεί ποιο ήταν το «libor ενός μηνός» κατά την ημερομηνία τερματισμού ώστε το Δικαστήριο να μπορεί με σαφήνεια να επιδικάσει τόκο ως η αξίωση της Ενάγουσας, αρκεί να αναφερθεί ότι αυτό προκύπτει από την μαρτυρία της ΜΕ2 και την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 13 -που επεξηγήθηκε επαρκώς από την εν λόγω μάρτυρα-, που δεικνύει ότι, κατά την 05/04/2012 που τερματίστηκε ο λογαριασμός των Εναγομένων 1 και 2 από την Ενάγουσα, το libor ενός μηνός ήταν 0,36143% και η προσαύξησης 4,67625%. Σύνολο δηλαδή, μετά την αφαίρεση της υπερημερίας (απαίτηση, που ως δηλώθηκε από την συνήγορο της Ενάγουσας και ως επεξηγήθηκε και από την ΜΕ2, δεν προωθήθηκε και φαίνεται και από την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 13), 5,00946%. (βλ. Κόμπου ν Universal Bank Ltd
(2009)1 Α.Α.Δ. 194 και Θεοδώρου ν Hellenic Bank Ltd
(2012)1 Α.Α.Δ. 2059).
- Έπεται από τα προαναφερόμενα, ότι, η θέση της Εναγομένης περί παράνομης χρέωσης τόκου υπερημερίας, που και πάλι, ως προαναφέρθηκε, είναι εκτός των δικογραφημένων θέσεων της, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και απορρίπτεται. Τέτοια αξίωσης δεν προωθήθηκε. Αοριστία της σύμβαση εγγύησης, Τεκμήριο 3 σε ότι αφορά το ύψος του επιτοκίου και κατάχρησης
- Με την τελική του αγόρευση, ο συνήγορος της Εναγομένης 3, υποστήριξε για την εντολέα του, ότι: «Είναι η θέση µου ότι η Σύμβαση Εγγύησης ως ξεχωριστή Συμφωνία θα πρέπει να ειρηνευτεί χωριστά και µε τους δικούς της όρους. Εάν οι όροι της Σύμβασης Εγγύησης ευρίσκονται σε αντίθεση µε τον Περί Συµβάσεων Νόµο Κεφ.149, λόγω της αοριστίας του, τότε η Σύµβαση αυτή είναι καταδικασµένη να κηρυχθεί άκυρη. Εάν πάλι η Σύµβαση Εγγύησης Τεκµ.3 αποφασίσετε ότι είναι έγκυρη, τότε θα πρέπει να ερµηνευθεί χωριστά και µόνη της. Εάν υπάρχουν ελλείψεις στους όρους της Σύµβασης, αυτές δεν µπορούν να συµπληρωθούν µε εξωγενή µαρτυρία, ούτε προφορικά. Έχω παραθέσει πιο µπροστά τις νοµικές αρχές που διέπουν την ερµηνεία των Συµβάσεων και τις υιοθετώ και για σκοπούς του παρόντος ισχυρισµού για τους τόκους. Εις το Τεκµ.3 Σύµβαση Εγγύησης, δεν περιλαµβάνεται κανένα όρος που να καθορίζει το ύψος του επιτοκίου που θα επιβαρυνθεί ο Εγγυητής σε περίπτωση που κληθεί να αναλάβει την υλοποίηση της υπόσχεσης του να καταβάλει το ποσό των €69.000, το οποίο αρνήθηκε να πληρώσει ο Πρωτοφειλέτης. Όπως ανάφερα και πιο πάνω η παράλειψη αυτή να ενηµερώσουν το Μέρος για το ύψος του επιτοκίου δεν καθιστά τη Σύµβαση άκυρη. Όµως είναι η θέση µου ότι οι Εναγόµενοι 3 θα πρέπει να επιβαρυνθούν του νόµιµου τόκου από της καταχώρησης της αγωγής 19/11/
- Οι Ενάγοντες µε το Τεκµ.8 (δ) πληροφορούν τους Εναγοµένους 3 ότι το επιτόκιο αυξάνεται στο 10,02625 και µάλιστα αυτό θα κεφαλαιοποιηθεί την 1 ην lανουαρίου και την 1 ην lουλίου κάθε χρόνο. Και πάλι το θέµα είναι νοµικό. Σας παραπέµπω στην Σύµβαση Εγγύησης Τεκµ.3 και δεν φαίνεται να έχει συµφωνηθεί µεταξύ της Τράπεζας και των Εναγοµένων 3 ως Εγγυητών, ότι σε περίπτωση που κληθούν να πληρώσουν το ποσό της εγγύησης και παραλείψουν να το πράξουν, το επιτόκιο θα αυξηθεί στο 10,02625% και ότι αυτό θα κεφαλαιοποιείται δύο φορές τον χρόνο την 1 ην lανουαρίου και την 1 ην lουλίου. Η Σύµβαση Εγγύησης αποτελείται από 23 όρους και πρόνοιες και πουθενά δεν υπάρχει όρος ή πρόνοια που να καλύπτει την πιο.πάνω αξίωση των Εναγόντων. Για αυτό και θα πρέπει η αξίωση των Εναγόντων για το ύψος του επιτοκίου, αλλά και για την απαίτηση των για κεφαλαιοποίηση του τόκου δύο φορές το χρόνο να απορριφθεί. Έχω επίσης την άποψη ότι και πάλι η Σύµβαση Εγγύησης θα πρέπει να µπει στο µικροσκόπιο και οι όροι της να εξηγηθούν κάτω από τον Περί Καταχρηστικών Ρητρών Νόµο του 1996 και 1999 (93
(1)/1996). Η δήλωση του Εγγυητή ότι ανεξάρτητα αν πληρώσει ποσό ουχί µεγαλύτερο των €69.000 και στην συνέχεια να προστίθεται κατά αόριστο τρόπο. Τόκοι, τόκοι υπερηµερίας και έξοδα και δαπάνες καθιστούν την ευθύνη του Εγγυητή απεριόριστη και χωρίς να γνωρίζεις πιο ήταν το ύψος της υποχρέωσης του.».
- Και αυτή η θέσης είναι εκτός των διογραφημένων θέσεων της Εναγομένης 3 και πρέπει να απορριφθεί μόνο και μόνο για τον λόγο αυτό. Ισχύουν εν προκειμένω οι προαναφερόμενες παρατηρήσεις μου για την δικογραφία της Εναγομένης 3 σε ότι αφορά του συγκεκριμένους ισχυρισμούς της Ενάγουσας για τα γεγονότα.
- Εντούτοις, και επί της ουσίας, πολύ συνοπτικά μπορούν να λεχθούν τα εξής, που δικαιολογούν απόρριψη της θέσεως. Η υποχρέωσης της Εναγομένης 3 έναντι της Ενάγουσας με βάση την σύμβαση εγγύησης, Τεκμήριο 3, περιλαμβανομένης αυτής που αφορά το ζήτημα των τόκων, καθορίζεται στην σύμβαση ρητά και με σαφήνεια από τους όρους 1, 2, 3 και 6(δ). Ειδικότερα δια της παραγράφου 3 της σύμβασης εγγύησης, Τεκμήριο 3, σημειώνεται ότι είχε συμφωνηθεί μεταξύ Ενάγουσας και Εναγομένης 3, ότι: «
- Εννοείται πάντοτε ότι το πιο μεγάλο ποσό με το οποίο δεσμεύομαι βάσει της παρούσας εγγύησης δεν θα υπερβαίνει το ποσό των EUR69.000,- (ΕΥΡΩ ΕΞΗΝΤΑ ΕΝΝΕΑ ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΜΟΝΟΝ) επιπλέον τόκους (τόσο μετά όσο και πριν οποιαδήποτε απαίτηση ή δικαστική απόφαση) μέχρι την πλήρη και τελεία εξόφληση, προς ποσοστό επιτοκίου προς το οποίο ο Πρωτοφειλέτης θα χρεώνεται από καιρού εις καιρό, πλέον προμήθειες και/ή άλλα τραπεζικά δικαιώματα και δικηγορικά και δικαστικά έξοδα και/ή άλλα έξοδα και δαπάνες που ήθελε υποστεί η Τράπεζα σε σχέση με τον Πρωτοφειλέτη ή την παρούσα εγγύηση.». (η υπογράμμισης και η έμφασης είναι δική μου)
- Θέσης, που πρέπει να σημειωθεί, είναι σε γενικές γραμμές ίδια με αυτήν που εξέτασε το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Θεοδώρου ν Hellenic Bank Ltd
(2012)1 Α.Α.Δ. 2059. Παραθέτω την σχετική περικοπή: «Στα πλαίσια του τέταρτου λόγου έφεσης προβάλλεται και ο ισχυρισμός ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο δικαστήριο επιδίκασε τόκο προς 10,5%. Για τους λόγους που εξηγούμε στη συνέχεια, κρίνουμε ότι ούτε αυτός ο ισχυρισμός ευσταθεί. Στη συμφωνία του δανείου (τεκμ. 5) με τους όρους 2Α και 2Γ προνοείται ρητά το δικαίωμα των εφεσιβλήτων να προβαίνουν σε μεταβολή του βασικού επιτοκίου νοουμένου ότι δίνουν προς τούτο σχετική ειδοποίηση στον χρεώστη. Η εναγόμενη 1 ΜΙΤ αποδέχθηκε τον όρο αυτό μέσω της υπογραφής του εφεσείοντα ο οποίος επιπρόσθετα υπέγραψε και τη συμφωνία εγγύησης. Σχετική ειδοποίηση για αύξηση του επιτοκίου δόθηκε τόσο στην εναγόμενη 1 όσο και στον εφεσείοντα. Κατά τον ουσιώδη χρόνο ίσχυε ο περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμος του 1999 (Ν. 160(Ι)/99), στον οποίο, σε αντίθεση με την προηγούμενη περί τόκου νομοθεσία, δεν υπάρχει απαγόρευση ως προς το μέγιστο ποσοστό επιτοκίου. [Βλ. Κόμπου ν. Universal Bank Ltd
(2009)1 Α.Α.Δ. 194 και Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρου Χαριλάου Λτδ (πιο πάνω)]. Επομένως ορθά το πρωτόδικο δικαστήριο επιδίκασε τόκο προς 10,5%. Αναφορικά με τον ισχυρισμό του εφεσείοντα ότι εφόσον η ευθύνη του ήταν μέχρι £11,000 το δικαστήριο δεν είχε εξουσία να επιδικάσει €38.212,00 και πάλιν κρίνουμε ότι δεν ευσταθεί. Ο σχετικός όρος της συμφωνίας εγγύησης (τεκμ. 6) έχει ως ακολούθως: "
- Εννοείται πάντοτε, και υπό τους όρους της παραγράφου 4, ότι το ποσό κεφαλαίου για το οποίο θα ευθύνομαι με βάση την παρούσα δεν θα υπερβαίνει το ποσό των £11.
- Επιπλέον θα ευθύνομαι για τόκους, προμήθειες, επιβαρύνσεις και/ή άλλα τραπεζικά δικαιώματα επί του ποσού αυτού μέχρι πλήρους και τελειωτικής εξόφλησης καθώς και για δικηγορικά και δικαστικά έξοδα και/ή άλλα έξοδα και δαπάνες κατά τους όρους και πρόνοιες των επί μέρους συμφωνιών για παραχώρηση πιστωτικών και/ή άλλων διευκολύνσεων που υπέγραψε και/ή θα υπογράψει στο μέλλον ο πρωτοφειλέτης με την Τράπεζα. Η Τράπεζα θα έχει το δικαίωμα οποτεδήποτε αποφασίσει, να τροποποιεί το προαναφερόμενο ποσοστό επιτοκίου κατά τους όρους και πρόνοιες των πιο πάνω αναφερομένων επί μέρους συμφωνιών για παραχώρηση πιστωτικών και/ή άλλων διευκολύνσεων που υπεγραψε και/ή θα υπογράψει στο μέλλον ο πρωτοφειλέτης." Είναι φανερό από τα πιο πάνω ότι η ευθύνη του εφεσείοντα περιοριζόταν στις £11.000 αναφορικά με το κεφάλαιο, αλλά πέραν αυτού είχε ευθύνη και για τους τόκους και άλλα έξοδα και δαπάνες. Επομένως ορθά το πρωτόδικο δικαστήριο επιδίκασε το ποσό των €38.212,00, το οποίο σύμφωνα με το τεκμ. 2, αποτελείτο από το αρχικό ποσό των £11.000 πλέον τόκους.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Κατάληξης
- Κατ' ακολουθία των όσων έχουν αναφερθεί, η απαίτηση της Ενάγουσας επιτυγχάνει. Εκδίδεται συνεπώς απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγομένης 3, ως ακολούθως: Α. Εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγομένης 3, αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως με τους Εναγομένους 1 και 2 εναντίον των οποίων έχει εκδοθεί ήδη απόφασης, για το ποσό των €79.804,01, πλέον τόκο επί του ποσού των €78.391,04 προς 5,00946% ετησίως από 06/04/2012 μέχρι εξοφλήσεως, με κεφαλαιοποίηση του τόκου δύο φορές κάθε χρόνο, την 30ην Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου. Β. Επιπρόσθετα, εκδίδεται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγομένης 3, διάταγμα ως η παράγραφος (γ) της παρακλητικής παραγράφου 10 της έκθεσης απαίτησης της Ενάγουσας. Η πώληση του εκεί αναφερόμενου ακινήτου, δυνάμει της εκεί αναφερόμενης Υποθήκης, διατάσσεται όπως γίνει με δημόσιο πλειστηριασμό και η διάθεση του προϊόντος της πώλησης έναντι ή προς ικανοποίηση της ως άνω εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλής και η επιστροφή τυχόν πλεονάσματος στην Εναγομένη
- Β. Περαιτέρω, εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας, δια της οποίας αναγνωρίζεται ότι η Ενάγουσα είναι αποκλειστική δικαιούχος όλων των δικαιωμάτων των Εναγομένων 1 και 2 που απορρέουν από την σύμβαση πώλησης του διαμερίσματος ημερομηνίας 07/03/2007 στην οποία προσήλθαν με την Εναγομένη 3, Τεκμήριο 5(β), στην βάση των προνοιών της τριμερούς σύμβασης εκχώρησης δικαιωμάτων ημερομηνίας 02/02/2011 στην οποία προσήρθαν οι διάδικοι, Τεκμήριο 5(α), καθώς επίσης ότι η Ενάγουσα δύναται να ακυρώσει και αποσύρει το εν λόγω πωλητήριο έγγραφο, Τεκμήριο 5(β) και πωλήσει το διαμέρισμα αντικείμενο της εν λόγω σύμβασης πώλησης, Τεκμήριο 5(β).
- Η ανταπαίτηση της Εναγομένης 3 αποτυγχάνει και συνεπώς απορρίπτεται.
- Ως αποτέλεσμα της επιτυχίας της Ενάγουσας στην απαίτηση της, τηρουμένων προηγούμενων διαταγών του Δικαστηρίου για τα έξοδα, τα έξοδα της Αγωγής σε ότι αφορά την απαίτηση της Ενάγουσας, επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγομένης 3, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Απαίτηση και ανταπαίτηση συνεκδικάστηκαν και ως εκ τούτου, δεν επιδικάζονται έξοδα σε σχέση με την ανταπαίτηση της Εναγομένης 3 που έχει απορριφθεί (βλ. Ζαβρού ν Μιχαηλίδου
(1996)1 Α.Α.Δ. 477 και Antwerp Diamond Polisher Ltd. κ. α. ν Τράπεζα Κύπρου Λτδ.
(2005)1 Α.Α.Δ. 533). (Υπ.) __________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Σημειώνεται εδώ η αντίφασης μεταξύ της τοποθέτησης του συνηγόρου της Εναγομένης 3 με την μαρτυρία του ΜΥ. [2] Και όχι «σύμβαση εκχώρησης πωλητήριου εγγράφου για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης». [i] Σημειώνεται εδώ, υπό τύπο σημείωσης τέλους, ότι, στο κοινοδίκαιο, ως αποκαλύπτει πρόσφατη νομολογία αγγλικών Δικαστηρίων αναίρεσης, υπήρξε κάποια απόκλισης από την παραδοσιακή προσέγγιση του ζητήματος επί της οποίας η δική μας νομολογία εξακολουθεί να βασίζεται. Κατά τα κρατούντα στο Ηνωμένο Βασίλειο, βασική αρχή, σε ότι αφορά το ζήτημα της ερμηνείας μίας σύμβασης, είναι ότι, αυτή, αποσκοπεί στη διαπίστωση της έννοιας που ένα έγγραφο θα μετέφερε σε ένα λογικό πρόσωπο με γνώση όλων όσων εύλογα θα ήταν στην διάθεση των μερών και στην κατάσταση στην οποία αυτά βρίσκονταν κατά τον χρόνο που προσήρθαν στην σύμβαση (βλ. Investors Compensation Scheme Ltd. v West Bromwich Building Society [1998] 1 W.L.R. 896, 912). Ως έχει διασαφηνιστεί από σχετικά πρόσφατη νομολογία, το «λογικό πρόσωπο» στο οποίο κάνει αναφορά η προαναφερόμενη αρχή, είναι το πρόσωπο που γνωρίζει όλο το υπόβαθρο που είναι εύλογα διαθέσιμο στο πρόσωπο ή την κατηγορία των προσώπων στα οποία το έγγραφο απευθύνεται (βλ. Homburg Houtimport BV v Agrosin Private Ltd (The Starsin) [2003] UKHL 12). Δηλαδή, σε εμπορικά έγγραφα δίδεται εμπορική λογική κ. ο. κ., και τα Δικαστήρια εκλαμβάνουν ότι τα μέρη στην σύμβαση είχαν πρόθεση την χρησιμοποίηση όρων και φράσεων τα οποία έχουν ειδικό ή ιδιόμορφο νόημα στο συγκεκριμένο τομέα (βλ. Crema v Cenkos Securities Plc [2010] EWCA Civ. 144). Το κριτήριο, συνεπώς, είναι και πάλι αντικειμενικό. Το έγγραφο στο οποίο αποτυπώνεται η συμφωνία των μερών, ερμηνεύεται αντικειμενικά και είναι αδιάφορο το τι κάθε μέρος σε αυτή είχε πραγματικά ως πρόθεση του, ή τι ο αντισυμβαλλόμενος εξέλαβε ότι ήταν η πρόθεσης του άλλου μέρους. Το ζήτημα είναι, ως προαναφέρθηκε, τι ένα λογικό πρόσωπο στη θέση των μερών θα αντιλαμβανόταν ότι εννοούν οι λέξεις που χρησιμοποιήθηκαν (βλ. Deutsche Geonossenchaftsbank v Burnhope [1995] 1 W.L.R. 1580). Εξεταζόμενο όμως τούτο, και αυτή είναι η διαφορά με την δική μας νομολογία, με γνώμονα, τόσο τη χρησιμοποιούμενη γλώσσα, όσο και το πλαίσιο στο οποίο αυτή χρησιμοποιήθηκε (βλ. BCCI v Ali [2001] UKHL 8, Rainy Sky SA v Kookmin Bank [2011] UKSC 50). Εντούτοις, η διατύπωσης των συμφωνηθέντων στο έγγραφο διατηρεί την υπεροχή της και εάν, αφού ληφθεί πλήρως υπόψη το πλαίσιο στο οποίο χρησιμοποιήθηκε η διατύπωσης αυτή, τα μέρη έχουν χρησιμοποιήσει ξεκάθαρη γλώσσα, το Δικαστήριο πρέπει να την εφαρμόσει, ανεξαρτήτως του ότι μπορεί να παράγει ένα εμπορικά απίθανο αποτέλεσμα (βλ. Sugarman v CJS Investments LLP [2014] EWCA Civ. 1239). [ii] Το Άρθρο 41 του Νόμου 14/1960 προνοεί: «41. Έκαστov δικαστήριov εv τη ασκήσει της πoλιτικής αυτoύ δικαιoδoσίας θα έχη εξoυσίαv όπως εκδίδη δεσμευτικάς αvαγvωρίσεις δικαιώματoς είτε ζητείται ή ηδύvατo vα ζητηθή oιαδήπoτε παρεπoμέvη θεραπεία ή όχι.». [iii] Η Δ.27 κ. 4 των Θ. Π. Δ. προνοεί: «4. No action or proceeding shall be open to objection on the ground that a merely declaratory judgment or order is sought thereby, and the Court may make binding declarations of right whether any consequential relief is or could be claimed, or not.». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο