← Κύπρος

ALPHA BANK CYPRUS LTD ν. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ ΚΑΙ ΧΩΡΟΜΕΤΡΙΑΣ ΠΑΦΟΥ κ.α., Αρ. Αίτησης - Έφεσης: 33/2016, 15/1/2018

ALPHA BANK CYPRUS LTD ν. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ ΚΑΙ ΧΩΡΟΜΕΤΡΙΑΣ ΠΑΦΟΥ κ.α., Αρ. Αίτησης - Έφεσης: 33/2016, 15/1/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2018:A17 Και ως ετροποποιήθη δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημερ. 01/11/2016 Και ως ετροποποιήθη δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημερ. 20/4/2016 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Λ. Μάρκου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης - Έφεσης: 33/2016 Επί τοις αφορώσει του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου 9/1965, όπως τροποποιήθηκε από το Άρθρο 2 του Νόμου 139(Ι)/2015 και Επί τοις αφορώσει την Αίτηση της ALPHA BANK CYPRUS LTD, εκ Λευκωσίας Αιτήτρια/Εφεσείουσα και

  1. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ ΚΑΙ ΧΩΡΟΜΕΤΡΙΑΣ ΠΑΦΟΥ
  2. Y. LIASIDES DEVELOPERS LTD, διά του εκκαθαριστή Κρις Ιακωβίδης
  3. WADE BARRIE
  4. WADE MAUREEN Καθ' ων η Αίτηση/Εφεσίβλητων ---------------------- Αίτηση-Έφεση ημερ. 4/2/2016 και όπως τροποποιήθηκε την 1/11/2016 και 20/4/2016 Ημερομηνία: 15/01/2018 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια-Εφεσείουσα: κ. Μ. Σωφρονίου για κ.κ. Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Καθ' ου η Αίτηση-Εφεσίβλητο αρ.1: κα Ελίζα Κυριάκου Για την Καθ' ης η Αίτηση-Εφεσίβλητη αρ.2: Ουδεμία εμφάνιση Για τους Καθ' ων η Αίτηση-Εφεσίβλητους αρ. 3 και 4: κα Γεωργία Ευθυμίου για κ.κ. A. P. PAVLOU LLC Α Π Ο Φ Α Σ Η Απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου με την οποία προτίθεται να προχωρήσει στην απαλλαγή του ακινήτου 0/7334, 51/31, τεμάχιο 833 Αναρίτα, από την Υποθήκη Υ2591/03, και να μεταβιβάσει το ακίνητο στο όνομα των Καθ' ων η αίτηση-Εφεσίβλητων 3 και 4, οδήγησε στην παρούσα Αίτηση-Έφεση η οποία καταχωρήθηκε από την Αιτήτρια-Εφεσείουσα (προς όφελος της οποίας είχε εγγραφεί η εν λόγω υποθήκη αναφορικά με εξασφάλιση πιστωτικών διευκολύνσεων της προς την Καθ' ης η Αίτηση-Εφεσίβλητη 2). Η ΕΠΙΔΙΚΗ ΑΙΤΗΣΗ / ΕΦΕΣΗ (Η επίδικη Αίτηση-Έφεση καταχωρήθηκε στις 4.2.2016 και κατόπιν διαταγμάτων του Δικαστηρίου, καταχωρήθηκε τροποποιημένη την 18.5.2016 και ακολούθως ξανά την 11.11.2016) Με την επίδικη Αίτηση-Έφεση όπως τροποποιήθηκε ζητούνται τα εξής: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να ακυρώνει και/ή παραμερίζει την απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου ημερ. 4.11.2015 η οποία επισυνάπτεται ως Παράρτημα Α.» Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να ακυρώνει/ή τερματίζει και/ή παραμερίζει την ειδοποίηση που επιδόθηκε στην Αιτήτρια την* 22.12.2015 και που επισυνάπτεται με την παρούσα ως Παράρτημα Β. Γ. Διάταγμα και/ή δήλωση και/ή απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να παραμερίζεται και/ή ακυρώνεται και/ή κηρύσσεται αντισυνταγματική και άκυρη και άνευ νομικής ισχύος και/ή νομικά και πραγματικά εσφαλμένη η απόφαση και/ή διαδικασία που αναφέρεται στις ειδοποιήσεις / απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου ημερ. 4.11.2015 και 22.12.2015 (Παράρτημα Α και Παράρτημα Β). Δ. Διάταγμα και/ή απόφαση και/ή δήλωση του Δικαστηρίου με την οποία να κηρύσσει τις πρόνοιες των ΄Αρθρων 44ΙΗ - 44ΚΖ ως αυτές ενσωματώθηκαν στον Νόμο 9/1965 δυνάμει του Άρθρου 2 του Νόμου 139(Ι)/2015 αντισυνταγματικές και/ή άκυρες και/ή ότι παραβιάζουν το Άρθρο 23 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ε. Διάταγμα και/ή απόφαση και/ή δήλωση του Δικαστηρίου με την οποία να κηρύσσει τις πρόνοιες των Άρθρων 44ΙΗ - 44ΚΖ ως αυτές ενσωματώθηκαν στον Νόμο 9/1965 δυνάμει του Άρθρου 2 του Νόμου 139(Ι)/2015 αντισυνταγματικές και/ή άκυρες και/ή ότι παραβιάζουν το Άρθρο 26 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας. ΣΤ. Έξοδα πλέον ΦΠΑ.» (*Η ορθή φράση είναι «ειδοποίηση που επιδόθηκε στην Αιτήτρια ημερομηνίας 22.12.2015». Πρόκειται για τυπογραφικό λάθος. Όπως προκύπτει από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση-Έφεση, η εν λόγω ειδοποίηση παραλήφθηκε από την Αιτήτρια την 7/1/2016). Καταγράφονται 7 λόγοι Έφεσης: «(α) Η εφεσιβληθείσα απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου είναι εσφαλμένη και/ή αυθαίρετη και στηρίζεται σε νομική πλάνη με αποτέλεσμα να πλήττεται αφόρητα και/ή ανεπανόρθωτα η Αιτήτρια/Εφεσείουσα και/ή να κινδυνεύει να παραμείνει ανεξασφάλιστη σε σχέση με τις παραχωρηθείσες πιστωτικές διευκολύνσεις, το προϊόν των οποίων έχει ήδη εισπραχθεί από τους Καθ΄ών η Αίτηση
  5. (β) Η εφεσιβληθείσα απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου είναι άκυρη και/ή λανθασμένη καθότι στηρίζεται σε διατάξεις του Νόμου 9/1965 οι οποίες παραβιάζουν συνταγματικά δικαιώματα της Αιτήτριας. (γ) Η εφεσιβληθείσα απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου είναι αδικαιολόγητη και/ή άκυρη και/ή λανθασμένη και/ή παράνομη καθότι δεν προσφέρεται εύλογη αποζημίωση στην Αιτήτρια και/ή παραβιάζει το συνταγματικά κατοχυρωμένο περιουσιακό δικαίωμα της Αιτήτριας βάσει του άρθρου 23 του Συντάγματος. (δ) Η εφεσιβληθείσα απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου είναι αδικαιολόγητη και/ή άκυρη και/ή λανθασμένη και/ή παράνομη καθότι παραβιάζει το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα του συμβάλλεσθαι της Αιτήτριας βάσει του άρθρου 26 του Συντάγματος. (ε) Η εφεσιβληθείσα απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου είναι εσφαλμένη καθότι στηρίζεται στις διατάξεις των Άρθρων 44ΙΗ - 44ΚΖ ως αυτές ενσωματώθηκαν με το Άρθρο 2 του Νόμου 139(Ι)/2015 στον Νόμο 9/1965 οι οποίες είναι άκυρες και/ή αντίθετες και/ή ασύμφωνες με τα άρθρα 23, 26, 28, 29 και 30 του Συντάγματος, και εν πάση περιπτώσει, άδικες προς τα δικαιώματα και συμφέροντα της Αιτήτριας. (στ) Η εφεσιβληθείσα απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου είναι εσφαλμένη και/ή νομικά άκυρη και/ή αντισυνταγματική καθότι υποβοηθά τους Καθ΄ων η αίτηση 2 να αποφύγουν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις προς την Αιτήτρια, και παραβιάζουν τις πρόνοιες των εγγράφων Υποθήκης που υπογράφτηκαν μεταξύ της Αιτήτριας και των Καθ΄ων η Αίτηση
  6. (ζ) Η εφεσιβληθείσα απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου είναι εσφαλμένη και νομικά αβάσιμη καθότι δεν εξάσκησε τη διακριτική του ευχέρεια σωστά που του παρέχεται από το Νόμο 9/1965». Η Αίτηση βασίζεται στον Νόμο 14/60 άρθρα 29, 31-32, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ.9 Άρθρο 4, 5, 6, 7, 9 στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 θ.1, 2, 3, 4, 6, 7, 8, 9, Δ.55, στον Νόμο 9/1965, Άρθρα 12Α, 16, 17, 18, 19, 21-36, Μέρος VI, VIA, VIB, Άρθρο 51, στους περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Προστασία Αγοραστών) Κανονισμούς του 2015στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, Άρθρα 23, 26, 28, 29 και 30, στον περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113, στους περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμούς του 1956 (622/1956), και επί των αρχών της επιείκειας και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτικής του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του κ. Σάββα Άδωνη, ημερομηνίας 4.2.
  7. (Όπως διευκρινίζεται στην τροποποιημένη Αίτηση-Έφεση που καταχωρήθηκε την 11.11.2016: «Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η παρούσα αίτηση εμφαίνονται στην συνημμένη ένορκο δήλωση του κ. Σάββα Άδωνη εκ Λευκωσίας ημερ. 4.2.2016). Επισυνάπτονται διάφορα τεκμήρια. Η ΕΝΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΚΑΘ' ΟΥ Η ΑΙΤΗΣΗ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ ΑΡ.1 Την 21.11.2016 καταχωρήθηκε η ένσταση εκ μέρους του Καθ' ου η αίτηση-Εφεσίβλητου
  8. Η ένσταση βασίζεται στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο του 1965 όπως τροποποιήθηκε, ιδίως αλλά όχι αποκλειστικά στα άρθρα 44ΙΗ-44ΚΖ και 51, στον Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο, Κεφ.224, όπως τροποποιήθηκε, άρθρα 80-81, στον περί Δικαστηρίων Νόμο, στους περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Προστασία Αγοραστών) Κανονισμούς του 2015, στους περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμούς του 1956 άρθρα 5

(1)και 7, στους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ.4, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας ιδίως αλλά όχι αποκλειστικά στα άρθρα 23, 26, 28, 29 και 30, επί των αρχών της επιείκειας και επί των συμφυών εξουσιών και πρακτικής του Δικαστηρίου ως και τη σχετική επί του θέματος νομολογία. Καταγράφονται 15 λόγοι ένστασης (με τον λόγο ένστασης 16 ο Διευθυντής του Κτηματολογίου είχε επιφυλάξει το δικαίωμα του όπως βασισθεί και σε άλλους λόγους ένστασης με συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις). Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του κ. Σωτήρη Ζίγκα, Κτηματολογικού Λειτουργού στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου, ημερ. 21.9.
  1. Στην ένορκη δήλωση του επισυνάπτονται διάφορα τεκμήρια. (Την 21.9.2016 πριν την τελευταία τροποποίηση της Αίτησης-Έφεσης, είχε καταχωρηθεί ξανά εκ μέρους του Καθ' ου η αίτηση 1 ένσταση στην Αίτηση-Έφεση. Η εν λόγω ένσταση συνοδευόταν από την ένορκη δήλωση του κ. Ζίγκα ημερ. 21.9.
  2. Όπως καταγράφεται στην τελευταία ένσταση του Καθ' ου η ECLI:CY:AD:2016:D147, αίτηση 1 ημερ. 21.11.2016: «Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η πιο πάνω ένσταση εκτίθενται στην συνημμένη ένορκη δήλωση του κ. Σωτήρη Ζίγκα ημερομηνίας 21.9.2016.») ΟΥΔΕΜΙΑ ΑΜΦΙΣΒΗΤΗΣΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ-ΕΦΕΣΗΣ ΕΚ ΜΕΡΟΥΣ ΤΗΣ ΚΑΘ' ΗΣ Η ΑΙΤΗΣΗ-ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ 2 Παρόλο που η Αίτηση-Έφεση και όπως τροποποιήθηκε, επιδόθηκε στην Καθ' ης η αίτηση 2, εντούτοις ουδεμία εμφάνιση ή ένσταση υπήρξε εκ μέρους της. Η ΕΝΣΤΑΣΗ ΕΚ ΜΕΡΟΥΣ ΤΩΝ ΚΑΘ' ΩΝ 3 ΚΑΙ 4 Την 10.1.2017 καταχωρήθηκε ένσταση εκ μέρους των Καθ' ων η αίτηση 3 και
  3. Η ένσταση των Καθ' ων η αίτηση 3 και 4 βασίζεται στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο του 1965 όπως αυτός έχει τροποποιηθεί με τον τροποποιητικό Νόμο 139
(1)του 2015, ιδίως αλλά όχι αποκλειστικά στα άρθρα 44ΙΗ-44ΚΖ και 51, στα άρθρα 23, 26, 28, 29 και 30 ιδίως αλλά όχι αποκλειστικά του Συντάγματος, στα άρθρα 51Α, 52, 80 και 81 του Περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας Νόμο, Κεφ. 224, στον περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113, στον Περί Συμβάσεων Νόμο Κεφ. 149 άρθρο 37, στους περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Προστασία Αγοραστών) Κανονισμούς του 2015, στους περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμούς του 1956 άρθρα 5
(1)και 7, στον Περί Πωλήσεως Γης (Ειδικής Εκτέλεσης) Νόμου Κεφ. 232 άρθρο 7, στον Νόμο 14/60 άρθρα 29, 31-32 και 47, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6, Άρθρο 4, 5, 6, 7, 9 στην Δ.48 Θ.1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9 και στην Δ.55 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στο άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου του 1950 όπως τροποποιήθηκε από τα Πρωτόκολλα υπ' αριθ. 11 και 14, στο άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συνθήκης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που έχει κυρωθεί με τον Κυρωτικό Νόμο Ν. 39/62, στον Περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμο του 1996 και 1999 (93(Ι)/1996) άρθρα 5, 6, 7 και παράρτημα 1, στην Οδηγία 93/13/ΕΟΚ - Καταχρηστικές ρήτρες που περιέχονται σε συμβάσεις που συνάπτονται με καταναλωτές, επί των αρχών της επιείκειας και επί τις συμφυείς εξουσίες και πρακτικής του Δικαστηρίου. Καταγράφονται 21 λόγοι ένστασης. Συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της κας Ιάνθης Κουπεπίδου, δικηγόρου. Στην ένορκη δήλωση της επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1 το σχετικό αγοραπωλητήριο έγγραφο μεταξύ της Καθ' ης η αίτηση 2 και των Καθ' ων η αίτηση 3 και
  1. Η ΑΚΡΟΑΣΗ Κατά την ακρόαση καταχωρήθηκαν γραπτές αγορεύσεις εκ μέρους των ευπαίδευτων συνηγόρων. ΚΥΡΙΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ
  2. Κατά ή περί την 1.8.2003 ενεγράφη στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου η Υποθήκη με αριθμό Υ.2519/03 (Τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση-Έφεση), στα 4/5 μερίδια του ακινήτου τότε με αριθμό εγγραφής 5836 τεμάχιο 438 ιδιοκτησίας της Καθ' ης η αίτηση
  3. Η υποθήκη αυτή εξασφάλιζε υποχρεώσεις της εταιρείας / Καθ' ης η αίτηση 2 προς την Αιτήτρια-Εφεσείουσα. Το ποσό για το οποίο ενεγράφη η πιο πάνω Υποθήκη ήταν για €307.548,25 πλέον τόκο 8,10%. Όπως προκύπτει από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση-Έφεση η εταιρεία Y. LIASIDES DEVELOPERS LTD, ευρίσκεται υπό εκκαθάριση δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημερ. 15.3.
  4. Οι Καθ' ων η αίτηση 3 και 4 υπέγραψαν γραπτή συμφωνία ημερομηνίας 26.1.2004 (εφεξής «η συμφωνία» Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση των Καθ' ων 3 και 4) σύμφωνα με την οποία αγόρασαν από την Καθ' ης η Αίτηση 2 ακίνητη περιουσία που περιγράφεται στην εν λόγω συμφωνία ως εξής: «
  5. The Vendor agrees to sell and the Purchasers agrees to buy one House consisting of Three
(3)bedrooms, of extend 110 sq.m, 24 sq. m. uncovered verandas, Plot extent 695 sq.m., according to the plans and the Construction Specifications as signed by the Parties and are part of this agreement. The Selling House is situated in the block of several Houses named "Amarita Sunrise" to be constructed by the Vendor at Anarita, Paphos, plot No.438, Sheet/Plan LI/31, registered title
  1. The selling Villa as in the attached plan identified by a yellow colored line and numbered No.4, hereinafter called "The Property".» Συνεπώς επρόκειτο για αγορά που αφορούσε μέρος του πιο πάνω τεμαχίου 438 αρ. εγγραφής
  2. 3(α) Όπως προκύπτει από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση των Καθ' ων η αίτηση 3 και 4, οι Καθ' ων η Αίτηση 3 και 4 προχώρησαν με την χαρτοσήμανση της συμφωνίας και περί τις 20/02/2004 στην κατάθεση της στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου (με Αριθμό 6/ΠΩΕ/548/2004). Επιπρόσθετα έχουν εξοφλήσει ολόκληρο το τίμημα πώλησης. Όπως προκύπτει από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση-Έφεση, το προϊόν από την πώληση, ουδέποτε το εισέπραξε η Αιτήτρια -Εφεσείουσα. Το δε ενυπόθηκο χρέος δεν έχει εξοφληθεί και οι αναφορές στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση-Έφεση για χρέη της Καθ' ης η Αίτηση 2 προς την Αιτήτρια-Εφεσείουσα δεν έχουν αμφισβητηθεί. 3(β) Δεν έχει αμφισβητηθεί και αποτελεί πραγματικό γεγονός η αναφορά στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση-Έφεση, ότι η Αιτήτρια-Εφεσείουσα ουδεμία γνώση είχε για το πωλητήριο έγγραφο μεταξύ της Καθ' ης η αίτηση 2 και των Καθ' ων η αίτηση 3 και 4 και ότι ουδέποτε έδωσε τη συγκατάθεση της η Αιτήτρια, στον πωλητή/Καθ' ης η αίτηση 2, για να αποξενώσει/πωλήσει το ακίνητο. 4(α) Όπως προκύπτει από τα γεγονότα (βλ. την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση του Καθ' ου η αίτηση 1 και δεν έχει αμφισβητηθεί), το ακίνητο, τεμάχιο 438 αρ. εγγραφής 5836 άλλαξε αργότερα αριθμό τεμαχίου και έγινε 833 και αποτελείται πλέον από ξεχωριστές εγγραφές, οι οποίες προέκυψαν με το φάκελο ΑΧ1461/
  3. Έτσι και η υποθήκη Υ2519/2003 μεταφέρθηκε αυτόματα και επιβαρύνει πλέον και τις εξής οχτώ εγγραφές. Οι εγγραφές έχουν ως εξής: 0/7331, 0/7332, 0/7333, 0/7334, 0/7335, 0/7336, 0/7339, 0/
  4. (β) Το Τεκμήριο 10 που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση-Έφεση αποτελεί σχετική κτηματολογική έρευνα ημερ. 20/2/
  5. Το πιο πάνω ακίνητο αρ. εγγραφής 0/7334 αφορά το ακίνητο το οποίο αγόρασαν οι Καθ' ων η Αίτηση αρ. 3 και 4 με βάση την πιο πάνω συμφωνία Τεκμήριο 1 στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση των Καθ' ων η αίτηση 3 και 4 (πριν τις ξεχωριστές εγγραφές).
  6. Η Αιτήτρια καταχώρησε το ΑΝΠ 221/2011 στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου, στο εν λόγω ακίνητο που βαρύνεται με την υποθήκη Υ.2519/03 με σκοπό την πώληση αυτού μέσω του Κτηματολογίου και είσπραξη των εσόδων από την πώληση και εξόφληση των οφειλόμενων ποσών από τον Καθ' ου η αίτηση
  7. Οι Καθ' ων η Αίτηση/Εφεσίβλητοι 3 και 4 (στο εφεξής αναφερόμενοι ως οι «αγοραστές»), υπέβαλαν στις 22/09/2015 την αίτηση με αριθμό φακέλου ΑΕΑ106/2015 στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου ζητώντας να εγγραφεί στο όνομα τους το ακίνητο με αριθμό τεμαχίου 833 του Φύλλου/Σχεδίου 51/31 και αριθμό εγγραφής 7334 στην Αναρίτα (στο εφεξής αναφερόμενο ως «το επίδικο ακίνητο»), δυνάμει της πιο πάνω σύμβασης πώλησης με αριθμό ΠΩΕ548/2004, σύμφωνα με τον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο, αρ. 9/1965 όπως έχει τροποποιηθεί με τον Νόμο 139(Ι)/2015 (περί εγκλωβισμένων αγοραστών).
  8. Περί τα μέσα Νοεμβρίου 2015, η Αιτήτρια παρέλαβε επιστολή ημερ. 4.11.2015 από το Κτηματολόγιο Πάφου, τον «ΤΥΠΟ ΙΕ» (Παράρτημα Α στην Αίτηση-Έφεση) με την οποία την πληροφορούσαν ότι ο Διευθυντής του Κτηματολογίου Πάφου προτίθετο να προχωρήσει με την μεταβίβαση του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/7334 που βαρύνεται με την υποθήκη 2519/03 στα ονόματα των αγοραστών - καθ' ων η αίτηση 3 και 4, και κατ' επέκταση με την εξάλειψη της πιο πάνω Υποθήκης Υ.2519 και του ΑΝΠ 221/
  9. Εάν η Αιτήτρια επιθυμούσε να υποβάλει ένσταση στην μεταβίβαση αυτή και/ή αίτηση για μεταφορά της Υποθήκης σε άλλο ακίνητο της καθ' ης η αίτηση 2 εταιρείας, θα έπρεπε να το κάμει τούτο εντός 45 ημερών από την παραλαβή της επιστολής ημερ. 4.11.
  10. Η Αιτήτρια με επιστολή της ημερ. 3.12.2015, υπέβαλε ένσταση στην μεταβίβαση του ακινήτου στα ονόματα των αγοραστών / Καθ' ων η αίτηση 3 και 4 στη βάση ότι ο πωλητής δεν κατέχει άλλην ακίνητη περιουσία η οποία να είναι ελεύθερη εμπράγματων βαρών και/ή επιβαρύνσεων, ούτως ώστε να μεταφερθεί η Υποθήκη σε αυτή την περιουσία. (Τεκμήριο 7 στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση-Έφεση).
  11. Δεν έχει αμφισβητηθεί ότι η Καθ' ης η αίτηση 2 δεν έχει οποιαδήποτε άλλη περιουσία ελεύθερη από οποιοδήποτε βάρος. 11.Το Κτηματολόγιο / Καθ' ου η αίτηση 1 απάντησε με επιστολή ημερ. 22.12.2015 στην επιστολή της Αιτήτριας ημερ. 3.12.2015 με την οποία απέρριψε την ένσταση της Αιτήτριας, και ενημέρωσε αυτήν ότι ο Διευθυντής του Κτηματολογίου θα προχωρήσει με μεταβίβαση του ακινήτου στους αγοραστές και απαλλαγή αυτού από την Υποθήκη Υ2519/03 εκτός εάν προσκομίζετο εντός 30 ημερών διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει διαφορετικά. Η επιστολή ημερ. 22.12.2015 (Τεκμήριο 8 στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση-Έφεση) παρελήφθη από την Αιτήτρια στις 7.1.
  12. Κατόπιν εντολής της Αιτήτριας-Εφεσείουσας έχουν διενεργηθεί σχετικές εκτιμήσεις ακινήτου ως το Τεκμήριο 9 που συνοδεύει την Αίτηση-Έφεση. Έχει επίσης γίνει γενική εκτίμηση του Κτηματολογίου το 2013 αναφορικά με τις εγγραφές που αναφέρονται στην παρ. 19 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση του Καθ' ου η Αίτηση-Εφεσίβλητου αρ.
  13. Την 11.2.2016 εκδόθηκε προσωρινό διάταγμα στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση-Έφεση, με το οποίο αναστάληκε η ισχύς της απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου ημερ. 4.11.2015 και 22.12.2015 μέχρι την εκτίμηση της Αίτησης-Έφεσης. Το εν λόγω προσωρινό διάταγμα κατέστη απόλυτο για όλους τους Καθ' ων η αίτηση (βλ. πρακτικά ημερ. 18.2.2016 και 20.4.2016). Tα άρθρα 44ΙΗ-ΚΖ του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου 9/65 όπως τροποποιήθηκε: Με τον τροποποιητικό Νόμο 139(I)/2015 έγινε εισαγωγή των άρθρων 44ΙΗ-ΚΖ στο περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμο. Παρατίθενται αυτούσια τα κύρια άρθρα: «Πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος άρθρου και των άρθρων 44ΙΘ μέχρι 44ΚΖ 44ΙΗ. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου και των άρθρων 44ΙΘ μέχρι 44ΚΖ εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που ακίνητο ή μέρος αυτού βαρύνεται με σύμβαση, η οποία έχει κατατεθεί στο αρμόδιο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2014 ή έχει κατατεθεί σε αυτό δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου, σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου, με σκοπό τη μεταβίβαση του ακινήτου το οποίο αποτελεί αντικείμενο της σύμβασης επ' ονόματι του αγοραστή. Μεταβίβαση ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή αυτεπάγγελτα ή έπειτα από την υποβολή αίτησης 44ΙΘ.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 44ΙΗ, μεταβίβαση ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή διενεργείται αυτεπάγγελτα από το Διευθυντή με βάση διαδικασία η οποία καθορίζεται σε Κανονισμούς ή έπειτα από την υποβολή σε αυτόν αίτησης από τα ακόλουθα πρόσωπα: (α) Τον αγοραστή δυνάμει κατατεθειμένης σύμβασης στο αρμόδιο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο, (β) τον πωλητή δυνάμει κατατεθειμένης σύμβασης στο αρμόδιο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο, (γ) τον ενυπόθηκο δανειστή δυνάμει εγγεγραμμένης στα μητρώα του ακινήτου σύμβασης υποθήκης, ή/και (δ) το δανειστή δυνάμει σύμβασης δανείου με τον αγοραστή.
(2)Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(1), οποιαδήποτε εκκρεμούσα διαδικασία δυνάμει των διατάξεων του Μέρους VI και VIA του Νόμου, του περί Πτώχευσης Νόμου και του περί Εταιρειών Νόμου, καθώς και οποιουδήποτε άλλου εν ισχύι Νόμου αναστέλλεται μέχρι την πλήρη αποπεράτωση της εξέτασης της αίτησης που υποβάλλεται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, όταν- (α) Έχει εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας για το αντικείμενο της σύμβασης και είτε έχει καταβληθεί πλήρως το τίμημα πώλησης είτε έχει καταβληθεί μέρος αυτού μέχρι την ημερομηνία υποβολής της αίτησης και ο αγοραστής έχει δηλώσει εγγράφως ότι θα καταβάλει και καταβάλλει το υπόλοιπο του τιμήματος πώλησης, σύμφωνα με τις πρόνοιες της σύμβασης, στον ειδικό προσωρινό λογαριασμό που προβλέπεται στο εδάφιο
(2)του άρθρου 44Κ, ή (β) δεν έχει εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας για το αντικείμενο της σύμβασης, είτε έχει καταβληθεί πλήρως το τίμημα πώλησης είτε έχει καταβληθεί μέρος αυτού μέχρι την ημερομηνία υποβολής της αίτησης και ο αγοραστής έχει δηλώσει εγγράφως ότι θα καταβάλει και καταβάλλει το υπόλοιπο του τιμήματος πώλησης, σύμφωνα με τις πρόνοιες της σύμβασης, στον ειδικό προσωρινό λογαριασμό που προβλέπεται στο εδάφιο
(2)του άρθρου 44Κ και επιπροσθέτως η έκδοση ξεχωριστού τίτλου ιδιοκτησίας είναι εφικτή σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους VIA του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου. Εξέταση της αίτησης 44Κ.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 44ΙΗ και 44ΙΘ, ο Διευθυντής προβαίνει σε εξέταση της υποβληθείσας αίτησης και διερευνά εάν πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) Έχει καταβληθεί πλήρως το τίμημα πώλησης, και (β) υπάρχει εγγεγραμμένος τίτλος ιδιοκτησίας του ακινήτου.
(2)Τηρουμένων των διατάξεων της παραγράφου (α) του εδαφίου
(1), σε περίπτωση κατά την οποία δεν έχει καταβληθεί εξ' ολοκλήρου το τίμημα πώλησης, ο Διευθυντής επιδίδει στον αγοραστή έγγραφη ειδοποίηση κατά τον Τύπο «ΙΔ», με την οποία τον καλεί όπως εντός τριάντα
(30)ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της ειδοποίησης καταβάλει σε ειδικό προσωρινό λογαριασμό το υπόλοιπο του τιμήματος πώλησης: Νοείται ότι, σε περίπτωση κατά την οποία μέχρι την ημερομηνία υποβολής της αίτησης ο αγοραστής έχει καταβάλει μέρος του τιμήματος πώλησης και για το υπόλοιπο αυτού έχει δηλώσει εγγράφως ότι θα καταβληθεί εντός της προθεσμίας που απαιτείται σύμφωνα με τις συμβατικές του υποχρεώσεις, το υπόλοιπο αυτό καταβάλλεται στον ειδικό προσωρινό λογαριασμό.
(3)Αίτηση η οποία υποβάλλεται δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 44ΙΘ παραμένει σε εκκρεμότητα μέχρι την πλήρη υλοποίηση των προϋποθέσεων που καθορίζονται στο εδάφιο
(1), σε περίπτωση κατά την οποία- (α) Δεν έχει καταβληθεί εξ' ολοκλήρου το τίμημα πώλησης σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(2), και (β) δεν έχει εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας για το αντικείμενο της σύμβασης μέχρι την ημερομηνία υποβολής της αίτησης. Απαίτηση προσκόμισης αποδεικτικών στοιχείων 44ΚΑ.-
(1)Ο Διευθυντής σε οποιοδήποτε στάδιο δύναται να απαιτήσει από οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο την προσκόμιση εντός καθορισμένης προθεσμίας τέτοιων αποδεικτικών στοιχείων τα οποία ήθελε κρίνει αναγκαία για την εξέταση της αίτησης.
(2)Για τους σκοπούς των διατάξεων του άρθρου 44Κ, τα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία προσκομίζονται για την εξέταση της αίτησης, καθώς και η διαδικασία για το άνοιγμα και τη διαχείριση του ειδικού προσωρινού λογαριασμού, καθορίζονται σε Κανονισμούς. Ειδοποίηση πρόθεσης μεταβίβασης 44ΚΒ.-
(1)Σε περίπτωση κατά την οποία πληρούνται οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στο εδάφιο
(1)του άρθρου 44Κ, ο Διευθυντής γνωστοποιεί στον αγοραστή, στον πωλητή, στον ενυπόθηκο δανειστή και σε οποιοδήποτε πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή/και απαγόρευση, με την επίδοση έγγραφης ειδοποίησης κατά τον Τύπο «ΙΕ», την πρόθεσή του να προβεί σε μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή μετά την παρέλευση σαράντα πέντε
(45)ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της ειδοποίησης.
(2)Με την ειδοποίηση ενημερώνεται ο αγοραστής, ο πωλητής, ο ενυπόθηκος δανειστής και οποιοδήποτε πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή απαγόρευση ότι, σε περίπτωση μη υποβολής ένστασης σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(3), ο Διευθυντής θα προβεί σε απαλλαγή, εξάλειψη ή ακύρωση της υποθήκης, του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης και σε μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου.
(3)Ο αγοραστής, ο πωλητής ή ο ενυπόθηκος δανειστής, καθώς και οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή απαγόρευση δύναται εντός σαράντα πέντε
(45)ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης, σύμφωνα με το εδάφιο
(1), να υποβάλει ένσταση στο Διευθυντή για τους ακόλουθους λόγους: (α) Ότι δεν εκπληρώθηκαν πλήρως οι συμβατικές υποχρεώσεις του αγοραστή έναντι του πωλητή, ή (β) ότι η σύμβαση μεταξύ του πωλητή και του αγοραστή είναι άκυρη ή/και έχει τερματιστεί δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου: Νοείται ότι, ο Διευθυντής σε περίπτωση τεκμηρίωσης της ένστασης δεν προβαίνει σε μεταβίβαση του τίτλου ιδιοκτησίας επ' ονόματι του αγοραστή: Νοείται περαιτέρω ότι, ο Διευθυντής σε περίπτωση μη τεκμηρίωσης της ένστασης προχωρεί σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται από τις διατάξεις του εδαφίου
(2).
(4)Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(2), ο πωλητής, ο ενυπόθηκος δανειστής και οποιοδήποτε πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή απαγόρευση δύναται να αιτηθεί όπως η υποθήκη, το εμπράγματο βάρος ή η απαγόρευση μεταφερθεί σε άλλη ακίνητη ιδιοκτησία του ίδιου πωλητή, αντί της απαλλαγής, εξάλειψης ή ακύρωσης της υποθήκης, του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης: Νοείται ότι, ο Διευθυντής προβαίνει στην εξέταση της αίτησης και νοουμένου ότι τεκμηριώνεται ότι ο πωλητής είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης άλλης ακίνητης ιδιοκτησίας, σύμφωνα με τα πιο πάνω, προχωρεί σε μεταφορά της υποθήκης, του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης στην ιδιοκτησία αυτή: Νοείται περαιτέρω ότι, ο Διευθυντής σε περίπτωση αίτησης για μεταφορά προβαίνει στη μεταφορά σύμφωνα με τις υποδείξεις του ενυπόθηκου δανειστή και οποιουδήποτε προσώπου προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή απαγόρευση: Νοείται έτι περαιτέρω ότι, σε περίπτωση μη τεκμηρίωσης της αίτησης για μεταφορά σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος εδαφίου, ο Διευθυντής προχωρεί σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται από τις διατάξεις του εδαφίου
(2).
(5)Τηρουμένων των διατάξεων των εδαφίων
(3)και
(4), ο αγοραστής, ο πωλητής, ο ενυπόθηκος δανειστής και οποιοδήποτε πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή απαγόρευση υποχρεούνται όπως προσκομίσουν τα απαραίτητα αποδεικτικά στοιχεία σύμφωνα με Κανονισμούς για την τεκμηρίωση της ένστασής τους ή της μεταφοράς της υποθήκης, του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης επί άλλης ακίνητης ιδιοκτησίας του ίδιου πωλητή.
(6)Ο Διευθυντής, μετά την πάροδο των σαράντα πέντε
(45)ημερών, δύναται να προβεί σε μεταφορά της υποθήκης, του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης επί άλλης ακίνητης ιδιοκτησίας του πωλητή, σύμφωνα με διαδικασία η οποία καθορίζεται σε Κανονισμούς.
(7)Ο Διευθυντής σε περίπτωση κατά την οποία ο πωλητής δεν είναι ιδιοκτήτης άλλης ακίνητης ιδιοκτησίας, αποδέχεται αίτηση μεταφοράς της υποθήκης, του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης από τον ενυπόθηκο δανειστή ή από οποιοδήποτε πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή απαγόρευση, σύμφωνα με Κανονισμούς, στην ακίνητη ιδιοκτησία- (α) Νομικών προσώπων τα οποία έχουν εγγυηθεί τις υποχρεώσεις του πωλητή σε σχέση με την ακίνητη ιδιοκτησία, ή (β) φυσικών προσώπων τα οποία έχουν εγγυηθεί τις υποχρεώσεις του πωλητή σε σχέση με την ακίνητη ιδιοκτησία και κατά το χρόνο της υπογραφής της σύμβασης ενεργούσαν ως διοικητικοί σύμβουλοι του πωλητή ή κατείχαν ποσοστό πέραν του δέκα τοις εκατόν (10%) του μετοχικού κεφαλαίου του πωλητή, στην περίπτωση κατά την οποία δεν υφίσταται ακίνητη ιδιοκτησία εγγεγραμμένη στο όνομα των νομικών προσώπων σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην παράγραφο (α) και στην περίπτωση κατά την οποία ο ίδιος ο πωλητής είναι νομικό πρόσωπο: Νοείται ότι, σε περίπτωση μεταφοράς της υποθήκης, του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης σε ακίνητη ιδιοκτησία προσώπου σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στις παραγράφους (α) και (β), το εν λόγω πρόσωπο αποκτά για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου την ιδιότητα του ενυπόθηκου οφειλέτη και η ευθύνη του περιορίζεται στο ποσό το οποίο αντιστοιχεί στην ευθύνη που απορρέει από τη σχετική σύμβαση εγγύησης. ..................................... Εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 44ΙΗ έως 44ΚΣΤ ανεξάρτητα από τις διατάξεις άλλων Νόμων 44ΚΖ. Οι διατάξεις των άρθρων 44ΙΗ έως 44ΚΣΤ εφαρμόζονται ανεξαρτήτως των λοιπών διατάξεων του παρόντος Νόμου, του περί Πτώχευσης Νόμου, των Μερών IVA και V του περί Εταιρειών Νόμου, καθώς και των διατάξεων οποιουδήποτε άλλου εν ισχύι Νόμου.» Δικαστικός ελεγχος Συνταγματικότητας/Γενικές Αρχές Το Δικαστήριο έχει την εξουσία να εξετάσει το θέμα της συνταγματικότητας νόμου όπως αποφασίστηκε στην υπόθεση Attorney General of the Republic -v- Ibrahim 1964 CLR 195. Ως προς τις γενικές αρχές που αφορούν το δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων παρατίθεται σχετικό απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση Board for Registration of Architects and Civil Engineers v. Kyriakides
(1966)3 C.L.R.640, από τις σελίδες 654-656: "In considering the question of the constitutionality of a statute we have to be guided by certain well-established principles governing the exercise of judicial control of legislative enactments. In doing so we have looked for guidance to cases decided by the Supreme Court of the United States of America and, although not bound by such cases, we have adopted the following principles applicable by American Courts, as we are in agreement with the reasoning behind them. A rule of precautionary nature is that no act of legislation will be declared void except in a very clear case, or unless the act is unconstitutional beyond all reasonable doubt (Calder v. Bull, 3 Dall. 386, 399,
(1798)). Sometimes this rule is expressed in another way, in the formula that an act of Congress or a State Legislature is presumed to be constitutional until proved otherwise "beyond all reasonable doubt": see Ogden v. Saunders, 12 Wheat. 212
(1827); and other cases ending with Federation of Labor v. McAdory, 325 U.S. 450
(1945); see also The Attorney-General v. Ibrahim 1964 C.L.R. 195. Another maxim of constitutional interpretation is that the Courts are concerned only with the constitutionality of legislation and not with its motives, policy or wisdom, or with its concurrence with natural justice, fundamental principles of government or spirit of the Constitution: see Watson v. Buck, 313 U.S. 387
(1941). As was said by Mr. Justice Roberts in Nebbia v. New York, 291 U.S. 502
(1933); 78 Law. ed. 940, at page 957, "with the wisdom of the policy adopted, with the adequacy or practicability of the law enacted to forward it, the Courts are both incompetent and unauthorised to deal. The course of decision in this Court exhibits a firm adherence to these principles. Times without number we have said that the legislature is primarily the judge of the necessity of such an enactment, that every possible presumption is in favour of its validity, and that though the Court may hold views inconsistent with the wisdom of the law, it may not be annulled unless palpably in excess of legislative power". It is a cardinal principle that if at all possible the Courts will construe the statute so as to bring it within the law of the Constitution: United States v. C.I.O., 335 U.S. 106
(1948); Miller v. United States, 11 Wall. 268
(1871). The judicial power does not extend to the determination of abstract questions: Ashwander v. Tennessee Valley Authority 297 U.S. 288
(1935); 80 Law. ed.
  1. "It is not the habit of the court to decide questions of a constitutional nature unless absolutely necessary to a decision of the case": Burton v. United States, 196 U.S. 283, 295; 49 Law. ed. 482, 485, 25 S. Ct.
  2. The Court will not "formulate a rule of constitutional law broader than is required by the precise facts to which it is to be applied": Liverpool, N. Y. & P.S.S. Co. v. Emigration Comrs. 113 U.S.33; 28 Law. ed. 899, 5 S. Ct.
  3. In cases involving statutes, portions of which are valid and other portions invalid, the Courts will separate the valid from the invalid and throw out only the latter unless such portions are inextricably connected: Polloock v. Farmers' Loan and Trust Company, 158 U.S. 601, 635
(1895). With regard to the power of the State to regulate the right to exercise a profession or carry on any trade or business it has been held that the power to impose reasonable conditions on such right includes that of excluding those who cannot meet those conditions: Gant v. Oklahoma City, 289 U.S.98, 53 S. Ct. 530; 77 Law. ed. 1058." Συνοψίζοντας τα πιο πάνω:
  1. Κάθε νόμος θεωρείται συνταγματικός εκτός αν αποφασισθεί το αντίθετο «πέρα από κάθε λογική αμφιβολία». Καμιά νομοθετική διάταξη δεν κηρύσσεται άκυρη, εκτός αν είναι αντισυνταγματική πέρα από κάθε λογική αμφιβολία.
  2. Τα δικαστήρια ασχολούνται μόνο με την συνταγματικότητα των νόμων και όχι με τα κίνητρα, την πολιτική ή τη σοφία τους ή τη συμφωνία τους με τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης ή τις θεμελιώδεις αρχές της διακυβέρνησης ή το πνεύμα του Συντάγματος.
  3. Αν είναι δυνατόν τα δικαστήρια θα ερμηνεύσουν το Νόμο έτσι ώστε να τον εντάξουν μέσα στα πλαίσια του Συντάγματος.
  4. Η δικαστική εξουσία δεν επεκτείνεται στην εξέταση αφηρημένων ζητημάτων, με άλλα λόγια τα δικαστήρια δεν αποφασίζουν επί ζητημάτων συνταγματικής φύσεως εκτός αν αυτό είναι απαραίτητο για την επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου διαφοράς. Χρήσιμο είναι επίσης να παρατεθούν τα εξής αποσπάσματα: Από την υπόθεση Μαυρογένης ν. Βουλής των Αντιπροσώπων κ.ά. (Αρ. 3)
(1996)1 Α.Α.Δ. 315, 339: «Η μεθοδολογία ελέγχου της συνταγματικότητας νόμου, σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σύγκειται στην αντιπαραβολή των κρίσιμων διατάξεων του νόμου με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος. Η έρευνα αποβλέπει στη διαπίστωση κατά πόσο οι διατάξεις του νόμου συγκρούονται με το Σύνταγμα ή συνάδουν με αυτό. Το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται και δεν εξετάζει τη σκοπιμότητα ή τη σοφία του νομοθετήματος. Ο συνταγματικός έλεγχος περιορίζεται στη διαπίστωση συγκρούσεων ή αντιθέσεων προς το Σύνταγμα.» Επιπρόσθετα από την απόφαση στην υπόθεση Κυπριακή Δημοκρατία v. Π. Πογιατζή
(1992)3 Α.Α.Δ. 196, στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Η συνταγματικότητα νόμου συνιστά νομικό θέμα ιδιάζουσας σημασίας και σπουδαιότητας. Η πραγματικότητα αυτή αναγνωρίστηκε στην The Improvement Board of Eyienja v. Andreas Constantinou
(1967)1 C.L.R., 167. To δικαστήριο υπέδειξε ότι η συνταγματικότητα νόμου ή κανονισμού μπορεί να καταστεί επίδικο θέμα μόνον μετά τον επακριβή προσδιορισμό του άρθρου ή άρθρων του νόμου που αμφισβητούνται και των συνταγματικών διατάξεων προς τις οποίες προσκρούουν. Και μετά τις επεξηγήσεις του Γενικού Εισαγγελέα παραμένουν άγνωστοι οι λόγοι για τους οποίους η σχετική πρόνοια του σχεδίου υπηρεσίας προσκρούει στις διατάξεις των άρθρων 3 και 189 του Συντάγματος.» Στον έλεγχο συνταγματικότητας νόμου, καθοδήγηση επίσης αντλείται από το σύγγραμμα "Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο" του Π. Δαγτόγλου, παραγ. 127, σελίδα 98: «ο Δικαστής 'δεν δικαιούται να διορθώνει τις οσοδήποτε αυθαίρετες παραλείψεις του νομοθέτη, νομοθετώντας αντ΄ αυτού ..., ο δε έλεγχος της συνταγματικότητας πληροφορεί τον δικαστή, αν πρέπει να εφαρμόσει ή όχι την επίμαχη νομοθετική διάταξη στις περιπτώσεις που προβλέπει αυτή, δεν μπορεί όμως μέσω της αρχής της ισότητας, να μετατραπεί σε μέθοδο διευρύνσεως του πεδίου ισχύος του νόμου σε περιοχές άσχετες με τη βούληση του νομοθέτη ή και ρητώς επιφυλαγμένες από το Σύνταγμα στη νομοθετική εξουσία». (Υιοθετήθηκε στην απόφαση της Ολομέλειας στη Dias United Publishing Co. Ltd v. Δημοκρατίας
(1996)3 Α.Α.Δ. 550, 557). Επίσης στη σελίδα 128 του ιδίου συγγράμματος αναφέρεται: "... ο δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων γίνεται μόνο, αν η αποδοχή της αντισυνταγματικότητας θα οδηγούσε στην αποδοχή του αιτήματος του ένδικου βοηθήματος. Αλλιώς απορρίπτεται ως αλυσιτελής". (Yιοθετήθηκε στην Αναστάσιος Μαρκιτανής v. Απόστολου Μουτζούρη
(2000)1 Β Α.Α.Δ. 923.) Όσον αφορά το μαχητό τεκμήριο Συνταγματικότητας του Νόμου, καθοδηγητική είναι η απόφαση της ολομέλειας στην υπόθεση Κυριακίδης Ηλίας κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1997)3 ΑΑΔ 485: «Αποτελεί αξίωμα του δικαίου ότι εφόσον παρέχεται η δυνατότητα ερμηνείας του νόμου κατά τρόπο συνάδοντα προς το Σύνταγμα, αυτή υιοθετείται και ο νόμος διασώζεται. Σύμφωνα με άλλο ερμηνευτικό αξίωμα, επίσης σχετικό, επενεργεί μαχητό τεκμήριο ότι πρόθεση του νομοθέτη είναι η θεσμοθέτηση κανόνων μέσα και όχι έξω από το πλαίσιο του Συντάγματος. Μόνο όπου τούτο αποκλείεται από το λεκτικό του νόμου ανατρέπεται το τεκμήριο και προκύπτει θέμα αντισυνταγματικότητας του νόμου.» ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 26 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ; Εφόσον η απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου εδράζεται στα πλαίσια του σχετικού Τροποποιητικού Νόμου, θα προχωρήσω στην εξέταση της συνταγματικότητας των επίμαχων διατάξεων. Αν αυτές αποδειχθούν αντισυνταγματικές πέραν από κάθε λογική αμφιβολία, τότε θα πρέπει να ακυρωθεί η σχετική απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου. Το άρθρο 26 του Συντάγματος προνοεί τα εξής: «
  1. Έκαστος έχει το δικαίωµα του συµβάλλεσθαι ελευθέρως. Τούτο υπόκειται εις όρους, περιορισµούς ή δεσµεύσεις τιθεµένους επί τη βάσει των γενικών αρχών του δικαίου των συµβάσεων. Νόµος θέλει προβλέψει διά την πρόληψιν εκµεταλλεύσεως υπό προσώπων, άτινα διαθέτουσιν ιδιάζουσαν οικονοµικήν ισχύν
  2. Νόµος δύναται να ρυθµίση τας συλλογικάς συµβάσεις εργασίας, υποχρεωτικώς εφαρµοζοµένας υπό των εργοδοτών και των εργαζοµένων, προστατευοµένων επαρκώς των δικαιωµάτων οιουδήποτε ατόµου αδιακρίτως της αντιπροσωπεύσεως τούτου κατά την σύναψιν τοιαύτης συµβάσεως.
  3. Νόμος δύναται να ρυθμίση τας συλλογικάς συμβάσεις εργασίας, υποχρεωτικώς εφαρμοζομένας υπό των εργοδοτών και των εργαζομένων προστατευομένων επαρκώς των δικαιωμάτων οιουδήποτε ατόμου αδιακρίτως της αντιπροσωπεύσεως τούτου κατά την σύναψιν τοιαύτης συμβάσεως.» Με το πέρασμα του χρόνου και σχετικά πρόσφατα έχει αποκρυσταλλωθεί ότι το δικαίωμα του συμβάλλεσθαι ελευθέρως περικλείει και το δικαίωμα διαμόρφωσης του περιεχομένου της σύμβασης: Στην Πρόεδρο της Δημοκρατίας ν. Βουλή των Αντιπροσώπων, Αναφορά 1/2014 ημερ. 31.10.2014, αναφέρθηκαν τα εξής: «Το δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως» διασφαλίζεται από το Άρθρο 26.1 του Συντάγματος. Η πρόνοια αυτή έτυχε νομολογιακής ερμηνείας σε ανώτατο επίπεδο. Στην Υπόθεση Chimonides v. Manglis
(1967)1 CLR 125 η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου δεν ήταν ομόφωνη αναφορικά με το περιεχόμενο του δικαιώματος. Η πλειοψηφία αποφάνθηκε ότι το δικαίωμα που κατοχυρώνεται είναι το δικαίωμα της σύναψης σύμβασης και όχι τα δικαιώματα που δημιουργούνται δυνάμει της σύμβασης. Η μειοψηφία έκρινε ότι η προαναφερόμενη πρόνοια προστατεύει την πλήρη ελευθερία του «συμβάλλεσθαι», η οποία υπόκειται μόνο σε τέτοιους όρους, περιορισμούς ή δεσμεύσεις, που τίθενται στη βάση των γενικών αρχών του δικαίου των συμβάσεων. Στην πολύ πρόσφατη απόφαση της πλειοψηφίας της Πλήρους Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις Υποθέσεις 1480/2011 κ.α., Χαραλάμπους κ.α. ν. Δημοκρατίας, ημερ. 11.6.2014, σε σχέση με το Άρθρο 26 του Συντάγματος έγινε, παρεμφερώς, αναφορά στην απόφαση της πλειοψηφίας, στην Chimonides (ανωτέρω), χωρίς όμως, το δικαστήριο, να ενδιατρίψει στη νομολογία που ακολούθησε επί του θέματος, αναφορικά με την εμβέλεια της προστασίας που παρέχει το Άρθρο 26, εφόσον μια τέτοια έρευνα δεν ήταν απαραίτητη για τους σκοπούς εκείνης της απόφασης. Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όμως, δεν παρέμεινε στατική αναφορικά με το προαναφερόμενο θέμα, αλλά εξελίχθηκε και μάλιστα προς κατεύθυνση διαφορετική από εκείνη που διατυπώθηκε στην Chimonides (ανωτέρω), από την πλειοψηφία. Στην υπόθεση Republic v. Meneleou
(1982)3 CLR 419 η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου εξέτασε την εμβέλεια του Άρθρου 26.1 του Συντάγματος και έκαμε αναφορά, μεταξύ άλλων, στη Chimonides (ανωτέρω). Παρατήρησε ότι υπήρχαν τρεις διαφορετικές γνώμες στη Chimonides (ανωτέρω) και ότι εκείνο για το οποίο υπήρχε ομοφωνία, ως προς το Άρθρο 26.1, ήταν ότι αυτό κατοχυρώνει το δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι» υπό τους όρους και τις διασαφηνίσεις που περιέχονται σ΄ αυτό (το Άρθρο). Στην Menelaou (ανωτέρω) αποφασίστηκε ότι θα ήταν αντίθετο προς την κοινή λογική και τους κανόνες της δικαιοσύνης να επιτραπεί η κατεδάφιση των θεμελίων μιας συμβατικής διευθέτησης και με αυτό τον τρόπο να προκληθεί αβεβαιότητα και έλλειψη εμπιστοσύνης ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των πολιτών. Στην υπόθεση Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων
(1997)3 ΑΑΔ 36τονίστηκε και πάλι ότι, σύμφωνα με το συνταγματικό μας δίκαιο, το δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι» δεν είναι απόλυτο αλλά υπόκειται σε όρους, περιορισμούς και δεσμεύσεις που τίθενται από τις γενικές αρχές του δικαίου των συμβάσεων. Στην υπόθεση εκείνη κρίθηκε ότι οι περιορισμοί που επιβλήθηκαν από τον νόμο που εξετάστηκε εκεί, δεν σχετίζονταν με οποιονδήποτε από τους περιορισμούς που επιτρέπονται από στο Άρθρο 26.1, καθότι με το νόμο εκείνο, αποστερείτο ο ένας συμβαλλόμενος της ελεύθερης επιλογής του ως προς τον προσδιορισμό του περιεχομένου της σύμβασης του και γενικότερα του καταρτισμού της σύμβασης, κατά τη βούλησή του. Ο νόμος, επομένως, σε εκείνη την περίπτωση ήταν αντισυνταγματικός. Στην πλέον πρόσφατη υπόθεση σε Αναφορά του Προέδρου της Δημοκρατίας, Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ. 2)
(2011)3 ΑΑΔ 683 εξετάστηκε και πάλι το Άρθρο 26 του Συντάγματος και τονίστηκε ότι η έννοια του όρου «συμβάλλεσθαι ελευθέρως» στις διατάξεις του Άρθρου 26.1 επιδέχεται περιορισμούς μόνο ως προς τους όρους, περιορισμούς και δεσμεύσεις που προβλέπονται από τις γενικές αρχές του δικαίου των συμβάσεων. Κρίθηκε ότι η ελευθερία του «συμβάλλεσθαι» περιλάμβανε και το δικαίωμα, των συμβαλλομένων, να καθορίσουν ακόμα και την ημερομηνία έναρξης της ισχύος της σύμβασης τους. Σε εκείνη την υπόθεση, πρόνοια νόμου που μετέθετε την ημερομηνία έναρξης της ισχύος σύμβασης, κρίθηκε ως αντισυνταγματική. Στην προκείμενη περίπτωση θεωρούμε ότι, γενικά, το δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως» περικλείει και το δικαίωμα διαμόρφωσης του περιεχομένου της σύμβασης, κατά την ελεύθερη βούληση των συμβαλλομένων (Δέστε την Απόφαση του Ελληνικού ΣτΕ 2944/1980 (Τμήμα Δ) και Δαγτόγλου: Συνταγματικό Δίκαιο - Ατομικά Δικαιώματα, 4η Αναθεωρημένη Έκδοση, 2012, Οικονομική Ελευθερία, παράγραφοι 1302-1303). Η μεταγενέστερη επέμβαση του νομοθέτη, δεν συμβιβάζεται, καταρχήν, με την ελευθερία των συμβάσεων. Εξαιρέσεις δυνατόν να είναι δικαιολογημένες, στο βαθμό που επιτρέπει το Σύνταγμα. Όμως οι περιορισμοί του δικαιώματος, όπως προσδιορίζονται από τα όρια που θέτει το ίδιο το Σύνταγμα, δεν πρέπει να θίγουν την ουσία ή τον πυρήνα του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στην προκείμενη περίπτωση. Ο ισχυρισμός της Βουλής των Αντιπροσώπων ότι η επέμβαση της Βουλής στο δικαίωμα της ελευθερίας του συμβάλλεσθαι επιτρέπεται, ένεκα της εκμετάλλευσης της ιδιάζουσας οικονομικής ισχύος των τραπεζών, δεν μπορεί να επιτύχει καθότι κάτι τέτοιο δεν αιτιολογείται από την αιτιολογική έκθεση ή τον υπό αναφορά νόμο, αλλά ούτε και αποτελεί το αντικείμενο του υπό αναφορά νόμου.» Επίσης στην Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων, Αναφορά 1/2016 ημερ. 16/3/2017 αναφέρθηκαν τα εξής: «Το δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως» έχει επεξηγηθεί στη νομολογία μας ως δικαίωμα που περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, την ελευθερία της επιλογής του συμβαλλομένου, της διαμόρφωσης του περιεχομένου της συμφωνίας και της προσχώρησης ή μη σε σύμβαση.» Σε αυτό το σημείο προχωρώντας σε αντιπαραβολή των σχετικών άρθρων του Τροποποιητικού Νόμου, με το άρθρο 26 του Συντάγματος είναι χρήσιμο να σημειωθούν από το Δικαστήριο τα εξής: α) Η υποθήκη αποτελεί ιδιοκτησία που μάλιστα προστατεύεται από το άρθρο 23 του Συντάγματος (βλ. Γεώργιος Χαραλάμπους κ.α. ν. Υπουργού Οικονομικών κ.ά. Υποθέσεις αρ. 1480/2011, 1481/2011, 1482/2011, 1483/2011, 1484/2011, 1591/2011 και 1625/2011 ημερ. 11/6/2014). Η υποθήκη αποτελεί εμπράγματο βάρος (βλ. Πρώτο Παράρτημα του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου). Ο ορισμός της Υποθήκης στον Νόμο αποκαλύπτει και τον σκοπό της: «υποθήκη», μετά των γραμματικών του όρου παραλλαγών και συγγενών εκφράσεων σημαίνει επιβάρυνσιν συσταθείσαν επί ακινήτου τη βουλήσει του κυρίου προς εξασφάλισιν οριστικού, μέλλοντος ή υπό αίρεσιν χρηματικού τίνος χρέους ή υποχρεώσεως». (β) Η σύμβαση πώλησης που κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο από τους Καθ' ων η Αίτηση 3 και 4 επίσης αποτελεί εμπράγματο βάρος (βλ. Πρώτο Παράρτημα του ιδίου Νόμου). Ο σκοπός της σύμβασης πώλησης ακινήτου σαφώς διαφέρει από τον σκοπό της υποθήκης. Κρίνεται τώρα χρήσιμο όπως εστιαστεί η προσοχή του Δικαστηρίου στο τι προβλέπει ο Νόμος ως προς τον τύπο της εξέτασης που προβαίνει ο Διευθυντής του Κτηματολογίου στα πλαίσια του άρθρου 44Κ. Εκείνο που διερευνά όπως προνοείται στο συγκεκριμένο άρθρο είναι αν (α) έχει καταβληθεί πλήρως το τίμημα πώλησης και αν (β) υπάρχει εγγεγραμμένος τίτλος ιδιοκτησίας του ακινήτου (οι υποπαραγράφοι 2) και 3) του άρθρου 44Κ αφορούν τη διαδικασία όπου δεν καταβάλλεται εξολοκλήρου το τίμημα). Προφανώς είναι σε σχέση με το ερώτημα ως προς το κατά πόσο έχει καταβληθεί το τίμημα πώλησης και κατά πόσο έχει εκδοθεί εγγεγραμμένος τίτλος ιδιοκτησίας ως το άρθρο 44Κ
(1)που ο Διευθυντής του Κτηματολογίου δικαιούται να απαιτήσει την προσκόμιση αποδεικτικών στοιχείων στη βάση του άρθρου 44ΚΑ. Ακολούθως όπως προνοείται στο άρθρο 44ΚΒ
(1)σε περίπτωση κατά την οποία πληρούνται οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στο εδάφιο
(1)του άρθρου 44Κ ο Διευθυντής γνωστοποιεί την πρόθεση του για μεταβίβαση του ακινήτου στο όνομα του αγοραστή με την ειδοποίηση ΙΕ. Στον Κανονισμό 4 των περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Προστασία Αγοραστών) Κανονισμοί του 2015 προνοούνται τα εξής: «4. Τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 44Κ και 44ΚΑ του Νόμου, για την εξέταση της υποβληθείσας αίτησης δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 44ΙΘ του Νόμου, ο Διευθυντής απαιτεί από τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα, ανάλογα με την περίπτωση, την προσκόμιση των ακόλουθων στοιχείων: (α) Πρωτότυπων αποδείξεων ή πιστού αντίγραφου αυτών για την πλήρη καταβολή του τιμήματος πώλησης, ή/και (β) απόδειξης κατάθεσης σε πιστωτικό ίδρυμα, σε περίπτωση καταβολής του υπολοίπου του τιμήματος πώλησης σε ειδικό προσωρινό λογαριασμό, μετά από υπόδειξη του Διευθυντή, ή/και (γ) ένορκης δήλωσης από τον αγοραστή ως προς την πλήρη εκπλήρωση των συμβατικών του υποχρεώσεων έναντι του πωλητή, ή/και (δ) έγγραφης βεβαίωσης των ενδιαφερόμενων προσώπων ως προς την πλήρη εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων του αγοραστή, ή/και (ε) άλλων αποδεικτικών στοιχείων, ως ο Διευθυντής ήθελε κατά περίπτωση απαιτήσει.» Από όλα τα πιο πάνω φαίνεται ότι ο Διευθυντής στα πλαίσια της εξέτασης αίτησης, για μεταβίβαση ακινήτου δεν έχει με βάση τον σχετικό τροποποιητικό Νόμο/Κανονισμούς ευχέρεια να εξετάσει κατά πόσο με την εν λόγω μεταβίβαση η αξία της εξασφάλισης του εμπράγματου βάρους, (της υποθήκης) μειώνεται και σε ποιο βαθμό. (Σε κάποιες περιπτώσεις η υποθήκη μπορεί να ακυρωθεί, χωρίς καν να εξακολουθεί να υφίσταται) Ούτε έχει ευχέρεια να εξετάσει άλλα συναφή θέματα ως προς την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του πωλητή προς τον ενυπόθηκο δανειστή. Μάλιστα, όπως αναγνωρίζεται και στην παράγραφο 5 της αγόρευσης εκ μέρους του Καθ' ου η Αίτηση αρ.1, ο Νόμος δεν παρέχει διακριτική ευχέρεια στον Διευθυντή για να αποδεχτεί την ένσταση του ενυπόθηκου δανειστή αν δεν προβάλλονται οι αποκλειστικοί λόγοι ένστασης που προβλέπονται στο άρθρο 44ΚΒ
(3)του Νόμου και/ή αν αυτοί δεν τεκμηριώνονται. Όμως οι λόγοι ένστασης που δικαιούται ο ενυπόθηκος δανειστής να προβάλει (άρθρο 44ΚΒ
(3)) δεν αφορούν τον ενυπόθηκο δανειστή, με αποτέλεσμα στην πράξη ο ενυπόθηκος δανειστής να μην έχει ουσιαστικό δικαίωμα ένστασης αφού τέτοιοι λόγοι ένστασης είναι γι' αυτόν θεωρητικής φύσεως. (Με τον συγκεκριμένο Νόμο ο Διευθυντής του Κτηματολογίου (αυτεπάγγελτα ή κατόπιν αίτησης) όπου συντρέχουν οι προϋποθέσεις του Νόμου, προχωρεί σε απαλλαγή, εξάλειψη ή ακύρωση της υποθήκης και σε μεταβίβαση του ακινήτου στο όνομα του αγοραστή αφού προηγουμένως δίδεται η ευκαιρία, μεταξύ άλλων, και στον ενυπόθηκο δανειστή να υποβάλει ένσταση μόνο για δύο λόγους: «(α) Ότι δεν εκπληρώθηκαν πλήρως οι συμβατικές υποχρεώσεις του αγοραστή έναντι του πωλητή, ή (β) ότι η σύμβαση μεταξύ του πωλητή και του αγοραστή είναι άκυρη ή/και έχει τερματιστεί δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου.») Βέβαια ο Νομοθέτης αναγνωρίζοντας την σοβαρότητα επέμβασης που γίνεται στις συμβατικές σχέσεις με τον εν λόγω Τροποποιητικό Νόμο έδωσε το δικαίωμα μεταφοράς της υποθήκης σε άλλο ακίνητο του πωλητή [Άρθρο 44ΚΒ
(4)]. Αρκετές φορές όμως και πάλι θεωρητικής φύσεως. Και στη συγκεκριμένη περίπτωση τέτοιο δικαίωμα για την Αιτήτρια-Εφεσείουσα εταιρεία είναι θεωρητικής φύσεως. Αποτελεί πραγματικό γεγονός ότι η Καθ' ης η Αίτηση 2 εταιρεία δεν έχει περιουσία η οποία είναι ελεύθερη εμπράγματων βαρών ή επιβαρύνσεων. Επομένως δικαίως η Αιτήτρια-Εφεσείουσα δεν αιτήθηκε τέτοια μεταφορά. Γι' αυτό το σημείο, στην παράγραφο 4 της αγόρευσης για τον Καθ' ου η Αίτηση 1 αναπτύσσεται η εξής επιχειρηματολογία: «Δεν υπάρχει πρόνοια στον Νόμο που να λέει ότι, σε περίπτωση μεταφοράς υποθήκης, η ακίνητη ιδιοκτησία πρέπει να είναι ελεύθερη από άλλα εμπράγματα βάρη.» Και στην παράγραφο 21: «21. Είναι προφανώς, η θέση της Αιτήτριας/Εφεσείουσας, όπως την εξέφρασε και στην ένσταση της (βλ. Τεκμήριο 7 της ένορκης δήλωσης του κ. Άδωνη), ότι όλα τα ακίνητα της πωλήτριας εταιρείας ήταν επιβαρυμένα με άλλα εμπράγματα βάρη και γι' αυτό η μεταφορά της υποθήκης σε ένα από αυτά δεν θα της παρείχε την ίδια εξασφάλιση. Κατ' αρχάς, θα πρέπει να σημειώσω ότι ο Νόμος δε διευκρινίζει για τη σειρά που λαμβάνει μία υποθήκη μετά από μεταφορά της σε άλλο ακίνητο του πωλητή και ως εκ τούτου δεν είναι δεδομένο ότι, εάν μεταφερόταν η υποθήκη σε άλλο ακίνητο της πωλήτριας εταιρείας, δεν θα είχε προτεραιότητα σε σχέση με τα άλλα εμπράγματα βάρη. Σε κάθε περίπτωση, όμως, ακόμη και αν η υποθήκη μεταφερόταν σε ακίνητο της πωλήτριας εταιρείας που είναι ήδη επιβαρυμένη με προγενέστερη υποθήκη, αυτό θα μπορούσε να συνιστά περιορισμό στην ιδιοκτησία της Αιτήτριας/Εφεσείουσας μόνο εάν αποδεικνυόταν ότι η εξασφάλιση της Αιτήτριας/Εφεσείουσας θα ήταν μειωμένη και/ή υποδεέστερη από την εξασφάλιση που της παρείχε αρχικά η υποθήκη επιβαρύνοντας το επίδικο ακίνητο. Τέτοια μαρτυρία που να πιστοποιεί τα πιο πάνω δεν υπάρχει, αφού η Αιτήτρια/Εφεσείουσα δεν ζήτησε καν τη μεταφορά της υποθήκης σε άλλο ακίνητο της πωλήτριας εταιρείας ώστε να εξεταστεί από τον Διευθυντή το ζήτημα.» Σε σχέση με τα πιο πάνω σημειώνονται από το Δικαστήριο τα εξής: 1) Θα ήταν αδιανόητο και μάλιστα χωρίς σχετική νομοθετική πρόνοια η υποθήκη που εγγράφεται ενώ υπάρχουν προηγούμενα βάρη κατά τον χρόνο της εγγραφής της, με την εγγραφή της, να έχει προτεραιότητα έναντι των προηγούμενων βαρών. (Αλλά και αν υπήρχε τέτοια νομοθετική πρόνοια, ίσως να ήταν ανοικτό προς συζήτηση θέμα αντισυνταγματικότητας της). 2) Ίσως να ήταν επίσης παράδοξο να έπρεπε η Αιτήτρια να αιτείτο τη μεταφορά της υποθήκης σε άλλο ακίνητο του πωλητή (Καθ΄ ων η Αίτηση 2) στο οποίο ήδη υπάρχουν εμπράγματα βάρη και ταυτόχρονα να έπρεπε να αποδείξει ότι τέτοια εξασφάλιση θα είναι υποδεέστερη της υφιστάμενης. 3) Επιπρόσθετα, με βάση το άρθρο 44ΚΒ
(7), μόνο σε περίπτωση που ο πωλητής δεν είναι ιδιοκτήτης άλλης ακίνητης περιουσίας αποδέχεται αίτηση μεταφοράς της υποθήκης κλπ. σε ακίνητη περιουσία άλλου προσώπου ως η εν λόγω υποπαράγραφος. (Αν δηλαδή ο πωλητής είναι ιδιοκτήτης άλλης ακίνητης περιουσίας έστω με ήδη υπάρχουσες επιβαρύνσεις δεν ενεργοποιείται το άρθρο 44ΚΒ
(7)). Οπωσδήποτε με τη συγκεκριμένη διατύπωση του Νόμου υπάρχει σύγκρουση με το άρθρο 26 του Συντάγματος. Με τις επίμαχες διατάξεις του Νόμου, η αφαίρεση υποθήκης από ένα ακίνητο χωρίς τη θέληση του ενυπόθηκου δανειστή προς όφελος του οποίου έχει εγγραφεί η υποθήκη (και χωρίς μάλιστα να παρέχεται η ευχέρεια ουσιαστικής ένστασης από τον ενυπόθηκο δανειστή για να θέσει στον Διευθυντή στα πλαίσια εξέτασης της ένστασης τυχόν μείωση της αξίας της εξασφάλισης ή τυχόν εξαφάνιση της εξασφάλισης από τέτοια προτιθέμενη μεταβίβαση), αποτελεί αυθαίρετη επέμβαση στο δικαίωμα του συμβάλλεσθαι του ενυπόθηκου δανειστή. Ο οποίος έχει ήδη συμβληθεί με τον ενυπόθηκο οφειλέτη ότι η υποθήκη θα καλύπτει είτε εξολοκλήρου είτε μερικώς ένα μέγεθος ακινήτου. Στα πλαίσια δε της κατάρτισης της σύμβασης της υποθήκης και τα δύο συμβαλλόμενα μέρη είχαν υπόψη τους τη μέχρι τώρα γνωστή αρχή για τη χρονική προτεραιότητα των εμπράγματων βαρών. Πιο συγκεκριμένα στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης: Το αποτέλεσμα που θα έχει τυχόν υλοποίηση της απόφασης του Διευθυντή είναι ότι θα αφαιρεθεί από την συγκεκριμένη υποθήκη μέρος του ακινήτου το οποίο η υποθήκη αρχικά κάλυπτε, με αποτέλεσμα να παραβιάζεται το συνταγματικό κατοχυρωμένο δικαίωμα του συμβάλλεσθαι της Αιτήτριας. Καθ΄ ότι η αρχική πρόθεση των συμβαλλομένων μερών (ενυπόθηκου δανειστή-ενυπόθηκου οφειλέτη/πωλητή) ήταν ότι η σχετική υποθήκη θα κάλυπτε και το μέρος εκείνο του ακινήτου το οποίο επιχειρείται τώρα να αφαιρεθεί από την υποθήκη. Μάλιστα η μεταβίβαση στους Καθ' ου 3 και 4 επιχειρείται να γίνει κατά παράβαση ρητής πρόνοιας που εμπεριέχεται με κεφαλαία γράμματα στη πρώτη σελίδα του σχετικού εγγράφου της υποθήκης: «Β (ΟΥΔΕΜΙΑ ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΗ ΤΩΝ ΕΝΥΠΟΘΗΚΩΝ ΚΤΗΜΑΤΩΝ ΕΠΙΤΡΕΠΕΤΑΙ ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΕΓΓΡΑΦΩ ΣΥΓΚΑΤΑΘΕΣΗ ΤΟΥ ΕΝΥΠΟΘΗΚΟΥ ΔΑΝΕΙΣΤΗ» Υπενθυμίζεται δε ότι η εγγραφή της υποθήκης προηγήθηκε της κατάθεσης του πωλητηρίου εγγράφου. Το πρόβλημα με την παραβίαση των συνταγματικών δικαιωμάτων της Αιτήτριας-Εφεσείουσας, ενάντια στο άρθρο 26 του Συντάγματος υπάρχει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας στην υφιστάμενη περίπτωση. Και θα υπάρξει μεγέθυνση του υφιστάμενου προβλήματος κάθε φορά που και άλλοι αγοραστές που καλύπτονται από το άρθρο 44ΙΗ του Νόμου και πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 44ΙΘ του Νόμου, υποβάλλουν πανομοιότυπη αίτηση στον Διευθυντή του Κτηματολογίου σε σχέση με άλλο μέρους του ακινήτου που καλύπτει η ίδια η υποθήκη. Με το ίδιο σκεπτικό της υφιστάμενης απόφασης του Διευθυντή και με τον περιορισμένο τρόπο που μπορεί ο Διευθυντής να εξετάσει τέτοια αίτηση, θα υπάρξει περαιτέρω περιορισμός του μεγέθους του ακινήτου που καλύπτει η υποθήκη με τη μεταβίβαση στους άλλους αγοραστές και την απαλλαγή από την υποθήκη άλλου μέρους του ακινήτου. Καθ΄ ότι οι επόμενοι αγοραστές άλλου μέρους του ίδιου ακινήτου που ενδεχομένως να έχουν επίσης συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις τους έναντι του πωλητή, μπορούν να έχουν διαφορετική αντιμετώπιση του Διευθυντή του Κτηματολογίου από αυτήν που πήρε σε σχέση με τους Καθ' ων η Αίτηση αρ. 3 και 4. (σε περίπτωση που επίσης προβούν σε αίτηση για μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι τους στη βάση του τροποποιητικού Νόμου;) Πιστεύω πως όχι. Στο ερώτημα τώρα κατά πόσο τα πιο πάνω εμπίπτουν σε «όρους, περιορισμούς ή δεσμεύσεις τιθέμενους επί τη βάσει των γενικών αρχών του Δικαίου των Συμβάσεων» ή πρόκειται για Νόμο που προβλέπει για την πρόληψη εκμετάλλευσης από πρόσωπα που έχουν ιδιάζουσα οικονομική ισχύ (Άρθρο 26 του Συντάγματος). Η επίδικη μεταβίβαση και αφαίρεση υποθήκης δεν είναι αποτέλεσμα όρων, περιορισμών ή δεσμεύσεων που τίθενται από τις βασικές αρχές του Δικαίου των Συμβάσεων. Είναι αποτέλεσμα του Τροποποιητικού Νόμου 139
(1)/
  1. Συνεπώς προκύπτει το επόμενο ερώτημα κατά πόσο πρόκειται για Νόμο που προβλέπει για την πρόληψη εκμετάλλευσης από πρόσωπα που έχουν ιδιάζουσα οικονομική ισχύ: Σ' αυτό το σημείο παρατίθεται απόσπασμα από την αγόρευση εκ μέρους του Καθ' ου η Αίτηση αρ. 1: «
  2. Αλλά ακόμη και αν κριθεί από το σεβαστό Δικαστήριο ότι αποδεικνύεται κάποια επέμβαση στο δικαίωμα του συμβάλλεσθαι, ο περιορισμός αυτός είναι νόμιμος, καθότι γίνεται για λόγους δημοσίου συμφέροντος κατά τρόπο εύλογο και αναλογικό. Η επίκληση του δικαιώματος μεγάλου αριθμού των πολιτών της Δημοκρατίας, ήτοι των καλόπιστων αγοραστών ακινήτων, να εγγραφούν ως ιδιοκτήτες της ακίνητης περιουσίας την οποία πλήρωσαν κι εξόφλησαν μπορεί να αποτελέσει επαρκή λόγο δημοσίου συμφέροντος για περιορισμό του δικαιώματος του συμβάλλεσθαι.
  3. Όπως έχω προαναφέρει, το δικαίωμα του αγοραστή ακινήτου, που έχει κατατεθειμένη σύμβαση πώλησης στο Κτηματολόγιο και έχει εξοφλήσει το τίμημα πώλησης, να αποκτήσει την κυριότητα του ακινήτου της σύμβασης προστατεύεται κι αυτό συνταγματικά δυνάμει του άρθρου 23 του Συντάγματος. Επιπλέον, στις υποθέσεις αυτές, οι αγοραστές αποτελούν το ευάλωτο μέρος και θα ήταν μεγάλη παράλειψη εκ μέρους της Πολιτείας να αφήσει αυτή τη μεγάλη μερίδα των πολιτών της εκτεθειμένους στην αναξιοπιστία των εταιρειών ανάπτυξης γης, αλλά και των Τραπεζών, που ως το οικονομικά ισχυρό μέρος δεν έλαβε μέτρα για να αποφευχθεί μία τέτοια σύγκρουση συμφερόντων. Θα ήταν παράλογο να υποχρεωθούν στο τέλος οι αγοραστές να καταβάλουν ξανά το τίμημα πώλησης στην Τράπεζα για να αποκτήσουν την κατοικία τους ή/και να την απωλέσουν λόγω της αφερεγγυότητας του πωλητή. Μια τέτοια προσέγγιση θα παραβίαζε σίγουρα τα βασικά ανθρώπινα δικαιώματα που κατοχυρώνονται από το Σύνταγμα. Επανεξετάζοντας, άρα, τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης, αλλά και γενικότερα το κοινωνικό - θα έλεγα - πρόβλημα των εγκλωβισμένων αγοραστών ακινήτων, έχω την άποψη ότι η νομοθετική ρύθμιση του ζητήματος, ίσως να είναι η δικαιότερη και η καλύτερη δυνατή.» Καταρχήν επισημαίνεται ότι πουθενά δεν αναφέρεται ότι ο Τροποποιητικός Νόμος σκοπό έχει την πρόληψη εκμετάλλευσης από πρόσωπα που έχουν ιδιάζουσα οικονομική ισχύ. Δεν αγνοείται βέβαια η δύσκολη θέση στην οποία βρίσκονται αγοραστές ακινήτων που έχουν εξοφλήσει το τίμημα πώλησης των οποίων τα δικαιώματα τους στο ακίνητο που αγόρασαν προστατεύονται από το άρθρο 23 του Συντάγματος. Όμως δεν θα μπορούσε να επιτραπεί η παραβίαση συνταγματικών δικαιωμάτων μιας ομάδας (των ενυπόθηκων δανειστών) ούτως ώστε να μην παραβιαστούν συνταγματικά δικαιώματα άλλης ομάδας (των αγοραστών). Επιπρόσθετα φρονώ πως σύμφωνα με το άρθρο 26
(1)του Συντάγματος δεν είναι αρκετό (για να είναι επιτρεπτός κάποιος περιορισμός στο δικαίωμα του συμβάλλεσθαι) ο Νόμος να προβλέπει για την προστασία κάποιων ευάλωτων ομάδων. Θα πρέπει ο Νόμος να αφορά για την πρόληψη εκμετάλλευσης ευάλωτων ομάδων από πρόσωπα που έχουν οικονομική ισχύ. Θα ήταν εδώ ίσως άδικο να θεωρηθεί ότι η κατάσταση που δημιουργήθηκε με τους εγκλωβισμένους αγοραστές ήταν αποτέλεσμα της εκμετάλλευσης από τους ενυπόθηκους δανειστές ή ότι ο εν λόγω τροποποιητικός Νόμος σκοπό έχει την πρόληψη εκμετάλλευσης από τους ενυπόθηκους δανειστές. ΔΙΑΦΟΡΟΙ ΛΟΓΟΙ ΕΝΣΤΑΣΗΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΚΑΘ' ΩΝ Η ΑΙΤΗΣΗ 1, 3, 4 Α) Η κατ' ισχυρισμό μη έγερση με σαφήνεια από μέρους της Αιτήτριας των ζητημάτων αντισυνταγματικότητας του υπό κρίση Νόμου και η κατ' ισχυρισμό μη σαφής αναφορά των άρθρων του Νόμου 9/1965 που αντιβαίνουν το Σύνταγμα. (Από την ένσταση του Καθ' ου η Αίτηση αρ.1 βλ. λόγους ένστασης αρ. 9, 10, 11 και από την ένσταση των Καθ' ων η Αίτηση 3 και 4 τον λόγο ένστασης αρ. 18). Δεν συμφωνώ με τη θέση των Καθ' ων η Αίτηση. Με την αίτηση-έφεση οι Αιτητές καθορίζουν με σαφήνεια ποιες διατάξεις του Νόμου παραβιάζουν το Σύνταγμα. Πιο συγκεκριμένα προκύπτει από τα αιτητικά της Αίτησης-Έφεσης ότι προσβάλλεται το σύνολο των διατάξεων των άρθρων 44ΙΗ-44ΚΖ του Νόμου 9/65 τα οποία ενσωματώθηκαν με τον επίδικο τροποποιητικό Νόμο 139
(1)/2015. Στην Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ. 1)
(2000)3 Α.Α.Δ. 157 λέχθηκαν τα εξής: «Η εξουσία αποκήρυξης νόμου ως αντισυνταγματικού εκτείνεται, σύμφωνα με το Άρθρο 140.1 του Συντάγματος, στο σύνολο του νόμου ή μπορεί να περιοριστεί σε συγκεκριμένη διάταξη του. Η αντισυνταγματικότητα διάταξης ή διατάξεων του νόμου συμπαρασύρει και το υπόλοιπο μέρος του, εάν η νομοθεσία αποτελεί ενιαίο σύνολο. Έχει αυτό το χαρακτηριστικό οποτεδήποτε οι πρόνοιες του νόμου είναι άρρηκτα συνδεδεμένες μεταξύ τους, οπόταν δε χωρεί διάσπασή τους - (βλ. Pres. Of Republic v. House of R/ntatives
(1985)3 C.L.R. 1724. Pres. of Republic v. House of R/ntatives
(1985)3 C.L.R. 2165).» Β) Ο λόγος ένστασης αρ. 13 του Καθ' ου η Αίτηση αρ. 1: «
  1. Η αιτήτρια έχει απεμπολήσει και/ή κωλύεται να επικαλεσθεί οποιοδήποτε δικαίωμα προκύπτει από τις Συμβάσεις και/ή Έγγραφα Υποθήκης λόγω της αρχής της εγκατάλειψης και/ή λόγω ολιγωρίας.» Δεν έχει εξηγηθεί πως θα μπορούσε να ευσταθεί ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης. Γ) Όσο αφορά τον λόγο ένστασης αρ. 1 από την ένσταση των Καθ' ων η Αίτηση αρ. 3 και 4: «
  2. Η Αίτηση της Αιτήτριας βασίζεται και σε μη υφιστάμενη νομοθεσία. Συγκεκριμένα ο Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμος Κεφ.9 δεν υφίσταται. Η Αίτηση για προσωρινό διάταγμα δεν βασίζεται στην ορθή νομοθεσία, ήτοι στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 άρθρο 4, 5, 6, 7 και 9 με βάση την επίδοση που έχουν παραλάβει οι Καθ' ων η Αίτηση 3 και 4 και για το λόγο αυτό θα πρέπει να θεωρηθεί άκυρη.» Ο λόγος αυτός δεν είναι καθόλου σχετικός με την εκδίκαση της Αίτησης-Έφεσης. Η επίδικη Αίτηση-Έφεση δεν αφορά εκδίκαση προσωρινού διατάγματος. Επιπρόσθετα στη Αίτηση-Έφεση εμπεριέχεται η απαραίτητη νομική βάση. Δ) Όσο αφορά τον λόγο ένστασης αρ. 3 των Καθ' ων η Αίτηση 3 και 4 «
  3. Με την παρούσα αίτηση ζητείται διάταγμα και/ή απόφαση του Δικαστηρίου για την ακύρωση και/ή παραμερισμό της διαταγής και/ή γνωστοποίησης απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου, η οποία δεν έχει έννομα αποτελέσματα και/ή δεν υπάρχει επηρεασμός των δικαιωμάτων της Αιτήτριας.» Προφανώς η σχετική απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου που αφορά απόφαση για απαλλαγή του σχετικού ακινήτου από την Υποθήκη Υ2519/03 (η οποία συστάθηκε προς όφελος των Αιτητών) και η προτιθέμενη μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι των Καθ' ων η Αίτηση 3 και 4 επηρεάζει δυσμενώς τα δικαιώματα των Αιτητών-Εφεσειόντων προς όφελος των οποίων συστάθηκε η Υποθήκη. Ε) Όσο αφορά τον λόγο ένστασης αρ. 4 της ένστασης των Καθ' ων η Αίτηση 3 και 4: «
  4. Η παρούσα Αίτηση παραβιάζει τα συνταγματικά δικαιώματα των Καθ' ων η Αίτηση 3 και 4.» Η θέση αυτή αναπτύσσεται κυρίως στις σελίδες 5-8 της αγόρευσης εκ μέρους των Καθ' ων η Αίτηση 3 και
  5. Παρατίθενται σχετικά αποσπάσματα: «Είναι ισχυρισμός των Καθ' ων η Αίτηση 3 και 4 ότι η αίτηση είναι παράνομη και/ή καταχρηστική και/ή αντισυνταγματική αφού παραβιάζει ουσιώδη δικαιώματα του των Καθ' ων η Αίτηση 3 και 4, όπως αυτά κατοχυρώνονται από το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Συγκεκριμένα, η αίτηση παραβιάζει το δικαίωμα της απόλαυσης της περιουσίας του όπως αυτό κατοχυρώνεται στο άρθρο 23 και το δικαίωμα του συμβάλλεσθαι ελευθέρως όπως κατοχυρώνεται στο άρθρο 26 του Συντάγματος. Το δικαίωμα προστατεύεται και από το άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης το οποίο συνδέει το δικαίωμα της περιουσίας με τη βασική αρχή της «ειρηνικής απόλαυσης της περιουσίας»: Δηλαδή το δικαίωμα ο ιδιοκτήτης να έχει, χρησιμοποιεί, διαθέτει, ενεχυριάζει, δανείζει, ακόμη και να καταστρέφει την περιουσία του. Εγγυάται το δικαίωμα ιδιοκτησίας και προστατεύει κυρίως την απόλαυση της ακόμη και από επεμβάσεις του Κράτους. Από την άλλη και αναφορικά με τους λόγους Αίτησης/Έφεσης όπου γίνεται αναφορά στο άρθρο 23, δεν μπορεί η Αιτήτρια να ισχυρίζεται ότι παραβιάζεται το δικαίωμα ιδιοκτησίας της καθότι δεν είναι περιουσία και/ή ιδιοκτησία της το επίδικο ακίνητο και δεν έχει οποιοδήποτε εμπράγματο δικαίωμα. Σε αντίθετη περίπτωση, η μη μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι των Καθ' ων η Αίτηση 3 και 4, οι οποίοι αγόρασαν το εν λόγω ακίνητο και έχουν πλήρως εξοφλήσει το τίμημα πώλησης, αυτό θα συνιστά παραβίαση των δικών τους δικαιωμάτων στην ιδιοκτησία. Με βάση τον περί Συμβάσεων Νόμο Κεφ. 149 άρθρο 37 οι συμβαλλόμενοι έχουν υποχρέωση να εκπληρώσουν ή προσφερθούν να εκπληρώσουν τις υποσχέσεις τους, εκτός αν απαλλάσσονται ή εξαιρούνται από την εκτέλεση αυτή, δυνάμει των διατάξεων του Νόμου αυτού ή οποιουδήποτε άλλου Νόμου. Η εταιρεία δεν έχει εξαιρεθεί από την υποχρέωση εκπλήρωσης της σύμβασης και έτσι η μεταβίβαση του τίτλου προς τους Καθ' ων η Αίτηση 3 και 4 θα πρέπει να προχωρήσει. Ο ισχυρισμός περί αντισυνταγματικότητας της Αίτησης αφορά επίσης και την παραβίαση του άρθρου 28 του Συντάγματος που προνοεί ότι: ................... .......................................... Με βάση το Άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου του 1950 όπως τροποποιήθηκε από τα Πρωτόκολλα υπ' αριθ. 11 και 14: «1.Παν πρόσωπον δικαιούται εις τον σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του, της κατοικίας του και της αλληλογραφίας του.
  6. Δεν επιτρέπεται να υπάρξη επέμβασις δημοσίας αρχής εν τη ασκήσει του δικαιώματος τούτου, εκτός εάν η επέμβασις αύτη προβλέπεται υπό του νόμου και αποτελεί μέτρον το οποίον, εις μίαν δημοκρατικήν κοινωνίαν, είναι αναγκαίον διά την εθνικήν ασφάλειαν, την δημοσίαν ασφάλειαν, την οικονομική ευημερίαν της χώρας, την προάσπισιν της τάξεως και την πρόληψιν ποινικών παραβάσεων, την προστασίαν της υγείας ή της ηθικής, ή την προστασίαν των δικαιωμάτων και ελευθεριών άλλων. Είναι ισχυρισμός των Καθ' ων η Αίτηση 3 και 4 ότι σε περίπτωση που εκδοθούν τα Αιτούμενα Διατάγματα αυτό θα έχει αντίκτυπο στα δικαιώματα τους καθότι δεν θα τυγχάνουν ίσης και ομοιόμορφης μεταχείρισης με τους υπόλοιπους πολίτες που τελούν κάτω από τις ίδιες ή παρόμοιες συνθήκες και έχουν επιτύχει την μεταβίβαση ακινήτων επ' ονόματί τους.» Η θέση του Δικαστηρίου έχει ως εξής: (α) Σε περίπτωση που κριθεί ότι οι πρόνοιες 441ΙΗ - 44ΚΖ είναι αντισυνταγματικές, κάτι που αποτελεί επίδικο θέμα της Αίτησης-Έφεσης, το θέμα τελειώνει εδώ χωρίς να είναι αναγκαία οποιαδήποτε άλλη συζήτηση. (β) Σε κάθε περίπτωση όλα τα πιο πάνω παράπονα των Καθ' ων η αίτηση μειονεκτούν μπροστά στο γεγονός ότι η υποθήκη Υ2519/03 η οποία συστάθηκε προς όφελος της Αιτήτριας-Εφεσείουσας, προηγείτο της κατάθεσης του σχετικού αγοραπωλητηρίου εγγράφου. ΣΤ) Όσον αφορά το λόγο ένστασης αρ. 17 των Καθ' ων η αίτηση 3 και 4: «
  7. Η Αίτηση είναι παράνομη καθώς το προσωρινό διάταγμα και/ή η προσπάθεια αποξένωσης της περιουσίας και/η εξαναγκασμός των Καθ΄ων η αίτηση 3 και 4 σε περαιτέρω υποχρεώσεις που δεν αναφέρονται στην σύμβαση πώλησης θα έχει ως αποτέλεσμα να υποβάλλονται και να προστίθενται καταχρηστικές ρήτρες στην σύμβαση πώλησης οι οποίες δεν αποτελούσαν αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης.» (Βλ. κυρίως τις σελίδες 8-9 της αγόρευσης εκ μέρους των Καθ' ων η αίτηση 3 και 4) Τα πιο πάνω είναι υποθετικά και δεν μπορούν να αφορούν την Αιτήτρια της οποίας, επαναλαμβάνω, η υποθήκη προηγείται της σύναψης και κατάθεσης του σχετικού πωλητηρίου εγγράφου. Ζ) Όσον αφορά τους λόγους ένστασης αρ. 12, 14 και 15 της ένστασης των Καθ' ων η αίτηση 3 και 4 όπου εκφράζεται η θέση ότι η αίτηση είναι παράνομη και καταχρηστική καθότι από τυχόν έγκριση της θα πληγούν τα δικαιώματα τους ως καλόπιστοι αγοραστές: Στις παραγράφους 12-16 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση των Καθ' ων η αίτηση 3 και 4, αναφέρονται τα εξής: «
  8. Αναφορικά με τους λόγους Αίτησης/Έφεσης όπου γίνεται αναφορά στο άρθρο 23 δεν δύνατο η Αιτήτρια να ισχυρίζεται ότι παραβιάζεται το δικαίωμα ιδιοκτησίας της καθότι δεν είναι περιουσία και/ή ιδιοκτησία της το επίδικο ακίνητο και δεν έχει οποιοδήποτε εμπράγματο δικαίωμα πέραν του δικαιώματος εκποιήσεως. Σε αντίθετη περίπτωση, η μη μεταβίβαση του ακινήτου επ΄ονόματι των Καθ΄ων η Αίτηση 3 και 4, οι οποίοι αγοράσαν το εν λόγω ακίνητο και έχουν πλήρως εξοφλήσει το τίμημα πώλησης, αυτό θα συνιστά παραβίαση των δικών τους δικαιωμάτων στην ιδιοκτησία.
  9. Περαιτέρω, δεν είναι δίκαιο σύμφωνα με τους νόμους της επιείκειας να επιχειρείται παραβίαση των δικαιωμάτων των Καθ΄ων η Αίτηση 3 και 4 προς διασφάλιση των δικαιωμάτων των Αιτητών, για τα οποία οι Καθ΄ων η αίτηση 3 και 4 δεν έχουν καμία ευθύνη ή/και εμπλοκλή και/ή υποχρέωση καθώς ουδεμία γνώση είχαν για την ύπαρξη της εν λόγω υποθήκης και ουδεμία υποχρέωση είχαν να πληροφορηθούν περί τούτου προ της σύναψης της συμφωνίας.
  10. Οι πρόνοιες του Νόμου περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση), Κεφ. 224 Άρθρα 51Α & 52, αναφέρονται μεν στη δυνατότητα του προτιθέμενου αγοραστή αφού καταβάλει το νενομισμένο τέλος να λάβει πληροφορίες σχετικά με το ακίνητο (π.χ. για εμπράγματα βάρη, απαγορεύσεις, και άλλα), εφόσον αυτά καταχωρούνται στο Μητρώο του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου. Ωστόσο, η μη άσκηση της δυνατότητας ή του δικαιώματος (όχι της υποχρέωσης) που παρέχεται στον αγοραστή δεν είναι καταλυτικής σημασίας, ούτως ώστε να απαλλάσσει τον πωλητή από τις οποιεσδήποτε υποχρεώσεις του έναντι του αγοραστή και συγκεκριμένα, όσον αφορά στην παροχή των απαιτούμενων πληροφοριών σχετικά με το ακίνητο.
  11. Η πληροφόρηση του προτιθέμενου αγοραστή από τον προτιθέμενο πωλητή (τον πάροχο της εν λόγω υπηρεσίας), για τη δυνατότητα διερεύνησης του αγοραστή για την ακίνητη ιδιοκτησία για τυχόν εμπράγματα βάση ή προϋπάρχουσες υποθήκες βάσει του άρθρου 51Α του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, Κεφ. 224, πριν αυτός δεσμευτεί σε σύμβαση για την αγορά της, θα έπρεπε να του είχε δοθεί με συγκεκριμένο και πλήρως επεξηγηματικό τρόπο κατά τον ουσιώδη χρόνο (πριν τη σύναψη της σύμβασης), ούτως ώστε να διασφαλίσει την ασφαλή πληροφόρηση στον προτιθέμενο αγοραστή, δίνοντας του την πραγματική δυνατότητα να αποφασίσει βάσει τεκμηρίων/στοιχείων, αν θέλει να προχωρήσει στη σύμβαση ή όχι.
  12. Ως εκ των ανωτέρω, δεν μπορεί να τιμωρούνται οι Καθ΄ων η Αίτηση 3 και 4 για την μη άσκηση της εν λόγω δυνατότητάς τους με τίμημα την στέρηση του συνταγματικού δικαιώματος απόλαυσης της περιουσίας τους για τον λόγο ότι εμπιστεύτηκαν τον Καθ΄ου η Αίτηση 2 που τους διαβεβαίωνε για την μη ύπαρξη υποθηκών και/ή άλλων εμπράγματων βαρών αναφορικά με το εν λόγω ακίνητο, μη μπορώντας να αναλογιστούν τη σοβαρότητα του εν λόγω προβλήματος στην κυπριακή πραγματικότητα.» (βλ. επίσης κυρίως στις σελίδες 9-11 της αγόρευσης εκ μέρους των Καθ' ων η αίτηση 3 και 4) Καταρχήν στην ίδια τη σύμβαση πώλησης (Τεκμήριο 1 της ένστασης των Καθ' ων η αίτηση 3 και 4), ουδεμία διαβεβαίωση υπάρχει ότι κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης το ακίνητο ήταν ελεύθερο οποιασδήποτε υποθήκης ή εμπράγματου βάρους. Ούτε και τεκμηριώθηκε επαρκώς για σκοπούς της σημερινής διαδικασίας, ότι «ο Καθ' ου αίτηση 2» τους διαβεβαίωνε για την μη ύπαρξη υποθηκών και άλλων εμπράγματων βαρών, όπως αναφέρεται πιο πάνω στην παράγραφο 16 (ο Καθ' ου αίτηση 2 είναι εταιρεία. Ποιος από την εταιρεία προέβαινε σε διαβεβαιώσεις;). Αλλά ούτε και τούτο είναι δίκαιο να αφορά την πλευρά των Αιτητών-Εφεσειόντων των οποίων η υποθήκη προηγείται του συμβολαίου των συγκεκριμένων αγοραστών. Ούτε και υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά ότι οι Καθ' ων η αίτηση 3 και 4 κινήθηκαν νομικά εναντίον της Καθ' ης η αίτηση εταιρεία, π.χ. για ψευδείς παραστάσεις. Αλλά ακόμη και στην περίπτωση που θα έπρεπε να υιοθετούντο τα όσα αναφέρονται στην παράγραφο 16, και πάλι αυτά θα έδειχναν ότι οι Καθ' ων η αίτηση 3 και 4 είχαν γνώση για τη σημασία ύπαρξης ή όχι προηγούμενης υποθήκης και συνεπώς σε τέτοια περίπτωση δεν προέβηκαν σε περαιτέρω διερεύνηση των ισχυριζόμενων επιβεβαιώσεων που ελάμβαναν, περί μη ύπαρξης υποθήκης παρά τη δυνατότητα τους για κάτι τέτοιο. ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΥΠΟΛΟΙΠΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΕΝΣΤΑΣΗΣ ΤΟΥ ΚΑΘ' ΟΥ Η ΑΙΤΗΣΗ 1: Έχει εξεταστεί κάθε λόγος ένστασης που εμπεριέχεται στην ένσταση εκ μέρους του Καθ' ου η Αίτηση
  13. Απαντήσεις προκύπτουν μέσα από τη γενικότερη ανάλυση της απόφασης και δεν χρειάζεται περαιτέρω σχολιασμός. ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΥΠΟΛΟΙΠΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΕΝΣΤΑΣΗΣ ΤΩΝ ΚΑΘ' ΩΝ Η ΑΙΤΗΣΗ 3 ΚΑΙ 4: Λόγος Ένστασης αρ.2 «
  14. Δεν είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα προς όφελος της Αιτήτριας και/ή δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του Νόμου για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.» Δεν έχει τεκμηριωθεί. Εξάλλου εφόσον προκύπτει παραβίαση του συνταγματικού δικαιώματος του συμβάλλεσθαι της Αιτήτριας-Εφεσείουσας στη βάση του άρθρου 26 του Συντάγματος, ο λόγος αυτός δεν μπορεί να αποτελέσει λόγο απόρριψης της Αίτησης-Έφεσης. Λόγος Ένστασης αρ.5 «
  15. Η Αιτήτρια αποκρύπτει γεγονότα και/ή παρουσιάζει γεγονότα με αναληθή και/ή παραπλανητικό τρόπο με σκοπό την παραπλάνηση του Δικαστηρίου για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Έτσι κωλύεται να αιτείται την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς όφελος της και/ή της συμφυούς εξουσίας για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.» Ούτε αυτός ο λόγος έχει τεκμηριωθεί. Εξάλλου η Αίτηση-Έφεση δεν έχει καταχωρηθεί μονομερώς όπου τυχόν απόκρυψη θα είχε ιδιαίτερη σημασία. Λόγος Ένστασης αρ. 6 «
  16. Η Αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και/ή ανυπόστατη και/ή αδικαιολόγητη και/ή αστήριχτη και/ή καταχρηστική και/ή στηρίζεται σε λανθασμένη νομική βάση.» Δεν ευσταθεί. Από το κείμενο της Απόφασης είναι έκδηλο ότι η Αίτηση-Έφεση δεν είναι αβάσιμη, αδικαιολόγητη, αστήριχτη ή καταχρηστική. Επιπρόσθετα στηρίζεται στην απαραίτητη νομική βάση. Λόγος Ένστασης αρ. 7 «
  17. Ο Ενόρκως Δηλών δεν είναι πρόσωπο αρμόδιο και/ή δεν νομιμοποιείται να προβαίνει στην παρούσα Ένορκη Δήλωση.» Δεν έχει τεκμηριωθεί ούτε αυτός ο λόγος ένστασης. Επισημαίνεται ότι ο Ενόρκως Δηλών στην Αίτηση-Έφεση είναι στην υπηρεσία της Αιτήτριας-Εφεσείουσας. Λόγος Ένστασης αρ. 8 «
  18. Η απουσία πρόνοιας στο νόμο 139(Ι)/2015 για καταβολή τυχόν αποζημίωσης στον ενυπόθηκο δανειστή και /ή σε άλλο επηρεαζόμενο πρόσωπο δεν καθιστά τον υπό εξέταση Νόμο και/ή τις πρόνοιες του αντισυνταγματικές.» Ο λόγος αυτός αφορά την πτυχή του άρθρου 23 του Συντάγματος, πτυχή η οποία όπως αναφέρεται σε άλλο σημείο της απόφασης δεν χρειάζεται να εξεταστεί. Λόγος Ένστασης αρ. 11 «
  19. Η Αίτηση είναι αντισυνταγματική καθώς παραβιάζει τα δικαιώματα των Καθ' ων η Αίτηση 3 και 4, καταπατώντας το συνταγματικό δικαίωμα της περιουσίας τους που κατοχυρώνεται στο άρθρο 23 του Συντάγματος και στο δικαίωμα του συμβάλλεσθαι ελευθέρως ως κατοχυρώνεται στο άρθρο 26 του Συντάγματος.» Με τον λόγο αυτόν εγείρονται τα ίδια θέματα με αυτά στον λόγο Ένστασης αρ. 4 η ανάλυση του οποίου υπάρχει πιο πάνω. Λόγος Ένστασης αρ.16 «
  20. Η Αίτηση είναι παράνομη και καταχρηστική καθώς οι Καθ' ων η Αίτηση 3 και 4 δεν έχουν οποιαδήποτε ευθύνη έναντι της Αιτήτριας, καθότι όχι μόνο δεν συμβλήθηκαν με την Αιτήτρια αλλά και ουδέποτε είχαν επίσημη επαφή με αυτήν.» Ο λόγος αυτός δεν μπορεί από μόνος του να οδηγήσει σε απόρριψη της Αίτησης-Έφεσης. Το γεγονός ότι οι Καθ' ων η Αίτηση 3 και 4 δεν συμβλήθηκαν με την Αιτήτρια-Εφεσείουσα δεν επηρεάζει την Αίτηση-Έφεση. Λόγος Ένστασης αρ. 19 «
  21. Οι λόγοι που προβάλλονται στην παρούσα Αίτηση/Έφεση δεν ανατρέπουν το μαχητό τεκμήριο κανονικότητας και/ή δεν τεκμηριώνεται ότι οι πρόνοιες των άρθρων 44ΙΗ-44ΚΖ του Νόμου 9/1965 και/ή ο Νόμος 139(Ι)/2015 είναι πέρα από κάθε λογική αμφιβολία αντισυνταγματικός.» Όπως υποδεικνύεται στην απόφαση έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι οι επίμαχες διατάξεις συγκρούονται με το άρθρο 26 του Συντάγματος. Όσο αφορά τους Λόγους Ένστασης αρ. 9, 10, 13, 17, 20, 21 της Ένστασης των Καθ' ων η Αίτηση 3 και 4 Έχει εξεταστεί κάθε λόγος ένστασης, των Καθ΄ ων 3 και 4, έστω και αν δεν αναλύεται ρητά. Εξάλλου αρκετές πτυχές ήδη αναλύονται στα πλαίσια της γενικότερης αιτιολόγησης της απόφασης. Ουδείς από τους λόγους ένστασης οδηγεί στην απόρριψη της Αίτησης-Έφεσης. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Είναι η θέση των Καθ' ων η Αίτηση ότι εφόσον υποθήκη θα εξακολουθεί να υφίσταται στις υπόλοιπες εγγραφές που έχουν προκύψει, ο πυρήνας του δικαιώματος του συμβάλλεσθαι δεν επηρεάζεται. Όμως πέραν του ότι ζητείται από τους Καθ' ων να λάβει υπόψη το Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης-Έφεσης παράγοντες που ο διευθυντής του Κτηματολογίου στα πλαίσια της αίτησης του αγοραστή δεν μπορεί να λάβει υπόψη, (όπως π.χ. την αξία του υπόλοιπου ακινήτου στο οποίο θα εξακολουθεί να υφίσταται υποθήκη), σημειώνονται και τα εξής: Υπενθυμίζεται ότι το επιχείρημα αυτό εξετάζεται από το παρόν Δικαστήριο στα πλαίσια ενδεχόμενης σύγκρουσης με το άρθρο 26 του Συντάγματος και όχι του άρθρου 23 του Συντάγματος. Θα πρέπει επίσης να αναγνωριστεί ότι κατά τη σύναψη σύμβασης ο κάθε συμβαλλόμενος αποφασίζει να συμβληθεί έχοντας υπόψη του διάφορους παράγοντες υποκειμενικούς αλλά και αντικειμενικούς. Παρά το ότι κατανοείται η θέση των Καθ' ων η Αίτηση 3 και 4 εντούτοις πουθενά δεν προκύπτει ότι η συγκεκριμένη διαδικασία του τροποποιητικού Νόμου στη βάση της οποίας ο διευθυντής έλαβε την επίδικη απόφαση μπορεί να δικαιολογηθεί υπό το φως του άρθρου 26 του Συντάγματος. Με βάση τα πιο πάνω έχει αποδειχθεί πέραν από κάθε λογική αμφιβολία ότι οι πρόνοιες των άρθρων 44ΙΗ-44ΚΖ όπως αυτές ενσωματώθηκαν στο Νόμο 9/1965, δυνάμει του άρθρου 2 του Νόμου 139
(1)/2015, συγκρούονται με το άρθρο 26 του Συντάγματος. Συνεπώς οι λόγοι έφεσης (β) και (δ) επιτυγχάνουν. Επίσης ο λόγος έφεσης (ε) στον βαθμό που αφορά το άρθρο 26 του Συντάγματος. Ενόψει τούτου δεν χρειάζεται να εξεταστεί η ισχυριζόμενη αντισυνταγματικότητα σε σχέση με το άρθρο 23 του Συντάγματος. Όσο αφορά τα έξοδα: Συμφωνώ με την προσέγγιση στην απόφαση ημερ. 24/5/17, Αίτηση-Έφεση 71/16 Ε.Δ. Πάφου Alpha Bank Cyprus Ltd και
  1. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ ΚΑΙ ΧΩΡΟΜΕΤΡΙΑΣ ΠΑΦΟΥ κ.ά. (Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ.) στην οποία ενόψει της ιδιαιτερότητας του θέματος και του γεγονότος ότι οι Καθ' ων η Αίτηση-Αγοραστές εξάσκησαν τα δικαιώματα τους που τους παρείχε η νομοθεσία, δόθηκαν οδηγίες όπως ο κάθε διάδικος επωμιστεί τα έξοδα του. Συνεπώς εκδίδονται τα εξής διατάγματα: «
  2. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται και παραμερίζεται η απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου ημερ. 4/11/15 η οποία επισυνάπτεται στην Αίτηση-Έφεση ως Παράρτημα Α.
  3. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται και παραμερίζεται η ειδοποίηση που επιδόθηκε στην Αιτήτρια ημερομηνίας 22.12.2015 και που επισυνάπτεται στην Αίτηση-Έφεση ως Παράρτημα Β.
  4. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο παραμερίζεται και κηρύσσεται αντισυνταγματική και άκυρη και άνευ νομικής ισχύος η διαδικασία που αναφέρεται στις ειδοποιήσεις / απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου ημερ. 4.11.2015 και 22.12.2015 (Παράρτημα Α και Παράρτημα Β στην Αίτηση-Έφεση).
  5. Διάταγμα και απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία κηρύσσονται οι πρόνοιες των Άρθρων 44ΙΗ-44ΚΖ ως αυτές ενσωματώθηκαν στον Νόμο 9/1965 δυνάμει του Άρθρου 2 του Νόμου 139(Ι)/2015 αντισυνταγματικές καθότι παραβιάζουν το Άρθρο 26 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η κάθε πλευρά να πληρώσει τα έξοδα της. (Υπ.) ........... Λ. Μάρκου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΛΜ/ΑΧ Subject: Civil/Other Actions/Final Αναφορά: Αίτηση-Έφεση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.