← Κύπρος

Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Πάφου Λτδ ν. Νεόφυτος Μιχαηλίδης κ.α., Αριθμός Αγωγής :- 2628/2012, 15/1/2018

Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Πάφου Λτδ ν. Νεόφυτος Μιχαηλίδης κ.α., Αριθμός Αγωγής :- 2628/2012, 15/1/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2018:A18 Στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου Ενώπιον :- Μάνθου Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Αριθμός Αγωγής :- 2628/2012 Μεταξύ :- Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Πάφου Λτδ Ενάγουσα Και

  1. Νεόφυτος Μιχαηλίδης
  2. Ανδρέας Φιλίππου Μιχαηλίδης Εναγόμενοι Αίτηση Ημερομηνίας 17/1/2017 Ημερομηνία Έκδοσης Απόφασης :- Δευτέρα 15η Ιανουαρίου 2018 Για την Ενάγουσα - Καθ΄ ης η Αίτηση :- κα. Άντρεα Ιωαννίδου για Κώστας Π. Δημητριάδης Δ. Ε. Π. Ε. Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κα. Άντρεα Ιωαννίδου Για τους Εναγόμενους - Αιτητές :- κα. Δήμητρα Καρακώστα για Ανδρέας Χρ. Δημητρίαδης Δ. Ε. Π. Ε. Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κος. Κυριάκος Χατζηλαμπρής Ενδιάμεση Απόφαση 1 Αιτούνται οι εναγόμενοι 1 και 2 (στο εξής θα καλούνται οι «εναγόμενοι») την έκδοση διατάγματος τροποποίησης της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης τους με αίτηση υποστηριζόμενη από ένορκη δήλωση του εναγόμενου 1 ενώ η καθ΄ ης η αίτηση ενάγουσα έχει καταχωρίσει ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης με δεκατρείς συνολικά λόγους ένστασης η οποία υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση υπαλλήλου της ενάγουσας. Λαμβάνει υπόψη του το Δικαστήριο κατά την εξέταση της αίτησης τόσο το περιεχόμενο της αίτησης όσο και της ένστασης σε συνδυασμό με την επιχειρηματολογία προς υποστήριξη της αίτησης και εναντίον της αποδοχής της. 2 Ουσιαστικά η τροποποίηση την οποία αιτούνται οι εναγόμενοι είναι πολύ απλή και σκοπό έχει την έγερση νομικού σημείου και αναφοράς ισχυρισμού ή θέσης των εναγόμενων ως προς το ότι η ενάγουσα δεν είχε εξουσία συνομολόγησης των επίδικων συμφωνιών δανείου και υποθήκης καθότι αυτές έγιναν κατά παράβαση, μεταξύ άλλων, του άρθρου 23 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου του 1985 (Ν.22/85όπως αυτός τροποποιήθηκε και ο οποίος στο εξής θα καλείται ο «σχετικός Νόμος»). 3 Ισχυρίζεται ο ενόρκως δηλών προς υποστήριξη της αίτησης ότι η αναγκαιότητα τροποποίησης της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης προέκυψε μετά από «.διεξοδική μελέτη των γεγονότων της υπόθεσης για προετοιμασία της ακρόασης.»[1] από τον δικηγόρο στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων των εναγόμενων ο οποίος χειρίζεται προσωπικά την υπόθεση και πως «.Άμεσα και χωρίς καμία καθυστέρηση οι Αιτητές προέβηκαν στην παρούσα Αίτηση ώστε να συμπεριληφθούν όλοι οι αναγκαίοι και χρήσιμοι ισχυρισμοί στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση τους». Εισηγείται επίσης πως δεν τίθεται θέμα καθυστέρησης καταχώρισης της αίτησης καθότι δεν έχει αρχίσει η ακρόαση της αγωγής «.η οποία είναι ορισμένη στις 21/10/2015». Υπενθυμίζεται βεβαίως πως η ημερομηνία καταχώρισης της αίτησης είναι 17/1/2017 ενώ κατά την ημερομηνία καταχώρισης της αίτησης η αγωγή ήταν ορισμένη για ακρόαση στις 10/5/2017 και αφού είχαν ήδη προηγηθεί δύο αναβολές της ακρόασης από τις 21/10/
  3. 4 Αναφέρεται στη συνέχεια στις συνέπειες μη αποδοχής της αίτησης από το Δικαστήριο επισημαίνοντας πως η αιτούμενη τροποποίηση είναι αναγκαία για τη δίκαιη εκδίκαση της υπόθεσης, προσθέτοντας πως η αίτηση ουσιαστικά είναι καλόπιστη και ότι καθόλου δεν επηρεάζονται τα δικαιώματα της ενάγουσας καθότι θα είναι σε θέση να απαντήσει με νέο δικόγραφο μετά και από την έγκριση της αίτησης. 5 Εστιάζεται η ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης της ενάγουσας στην απουσία των προϋποθέσεων οι οποίες τίθενται από τη νομολογία για έγκριση αιτήσεων τροποποίησης με ιδιαίτερη αναφορά όχι μόνο στην καθυστέρηση της υποβολής της αίτησης αλλά και στην απουσία οποιασδήποτε επαρκούς δικαιολογίας για αυτή την καθυστέρηση. Μάλιστα προβάλλεται και ως λόγος ένστασης (τρίτος λόγος ένστασης) η θέση ότι οι λόγοι οι οποίοι αναφέρονται στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης όχι μόνο είναι αστήριχτοι αλλά επιπλέον είναι και ψευδείς και στερούνται οποιασδήποτε σοβαρότητας έτσι ώστε να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο. Ουσιαστικά, πέραν από τον προαναφερόμενο λόγο ένστασης και από τον γενικό λόγο ένστασης ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις τις οποίες θέτει η νομολογία για τροποποίηση δικογράφων, όλοι οι υπόλοιποι εξειδικευμένοι λόγοι ένστασης περιφέρονται γύρω από τα ίδια σημεία, δηλαδή αυτό της καθυστέρησης είτε της καταχώρισης της αίτησης είτε αυτής η οποία θα προκληθεί από την έγκριση της ή της μη αναγκαιότητας τροποποίησης της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης. 6 Γενικότερα σε σχέση με το περιεχόμενο της ένστασης αναφέρεται πως τα όσα επιχειρούν να εισάγουν οι εναγόμενοι στο δικόγραφο τους ήταν ήδη γνωστά σε αυτούς εδώ και χρόνια, ότι οι ισχυρισμοί αποτελούν νομικούς ισχυρισμούς οι οποίοι αναφύονται από τον σχετικό Νόμο, ότι η αίτηση είναι κακόπιστη και καταχρηστική και υποβάλλεται αργά προς πρόκληση αδικαιολόγητης καθυστέρησης, πως σκοπός της αίτησης είναι η καθυστέρηση της εκδίκασης της υπόθεσης, ότι η σκοπούμενη τροποποίηση δεν είναι απαραίτητη στον προσδιορισμό της επίδικης διαφοράς, ότι η σκοπούμενη τροποποίηση περιέχει αχρείαστους ισχυρισμούς οι οποίοι θα επηρεάσουν δυσμενώς ή θα καθυστερήσουν τη δίκαιη δίκη της αγωγής, ότι τα θέματα τα οποία εγείρονται είναι άσχετα με τα επίδικα θέματα και το μόνο αποτέλεσμα έγκρισης της αίτησης θα είναι η αχρείαστη καθυστέρηση, ότι η σκοπούμενη τροποποίηση δεν εγείρει την πραγματική διαφορά μεταξύ των διαδίκων, ότι θα πληγεί το συνταγματικό δικαίωμα της ενάγουσας σε έγκαιρη και γρήγορη εκδίκαση της υπόθεσης της και ότι οι προθέσεις των εναγόμενων δεν είναι γνήσιες ενώ η καταχώριση της αίτησης έχει ως μόνο κίνητρο την πρόκληση επιπρόσθετης καθυστέρησης στην εκδίκαση της υπόθεσης. 7 Έχοντας υπόψη τη μεγάλη έμφαση η οποία δίδεται εντός της ένστασης στο θέμα της καθυστέρησης οφείλει το Δικαστήριο να παρατηρήσει πως δυστυχώς το πρόγραμμα του Δικαστηρίου είναι τόσο βεβαρημένο κυρίως λόγω υποστελέχωσης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου υπό την έννοια αριθμού Δικαστών σε σχέση με τον αριθμό αγωγών και άλλων υποθέσεων οι οποίες εκκρεμούν προς εκδίκαση έτσι ώστε η καθυστέρηση εκδίκασης να αποτελεί πλέον τη συνήθη πορεία μίας οποιασδήποτε αγωγής αναλόγως με το έτος καταχώρισης της. Χαρακτηριστικά εν έτει 2018 το Δικαστήριο αυτό εκδικάζει αγωγές οι οποίες καταχωρίσθηκαν κυρίως κατά το έτος 2009 και σε ορισμένες περιπτώσεις κατά το έτος 2010 ενώ εκκρεμεί ενώπιον του προς εκδίκαση ακόμη και αγωγή του
  4. Δίχως βεβαίως αυτό να σημαίνει ότι η οποιαδήποτε καθυστέρηση η οποία δεν οφείλεται στον προαναφερόμενο παράγοντα του προγράμματος του Δικαστηρίου, θα πρέπει να γίνεται ανεχτή για αυτό και μόνο το λόγο ανεξαρτήτως και τα δικά της αίτια. 8 Αναφορικά με τη νομική πτυχή της αίτησης υπενθυμίζεται ως θεμελιακή αρχή επί του θέματος ότι η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που αυτό κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών ενώ εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής (βλ. σχετικά την απόφαση Χρίστου ν. Στυλιανού

(1992)1 Α. Α. Δ. 704) . Επιπλέον, συνεκτιμάται από το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας και ο παράγων της καθυστέρησης στην υποβολή αίτησης. 9 Υπενθυμίζεται απλά πως μια αίτηση τροποποίησης δεν ανήκει στην κατηγορία αιτήσεων σύμφωνα με τη Δ.48 θ. 9 οι οποίες δεν χρειάζεται να συνοδεύονται από ένορκη δήλωση, ενώ όπως εύκολα διαπιστώνεται από τη νομολογία μας η μαρτυρία προς υποστήριξη αιτήματος τροποποίησης έχει ιδιαίτερη σημασία ως προς την ικανοποίηση των απαραίτητων προϋποθέσεων προς έγκριση μιας αίτησης τροποποίησης. 10 Βεβαίως οι προϋποθέσεις αυτές έχουν εμπεδωθεί και καταστεί γνωστές από τη νομολογία. Σε τέτοιο βαθμό έτσι ώστε στις περισσότερες περιπτώσεις υποβολής αιτήματος τροποποίησης η μαρτυρία προς υποστήριξη τέτοιας αίτησης να αποκτά σχεδόν μια τυποποιημένη μορφή. Όμως έστω και τέτοια μορφή προσαρμοσμένη στις γνωστές αρχές και προϋποθέσεις όπως αυτές καθορίζονται από τη νομολογία θα πρέπει παράλληλα να ανταποκρίνεται και στα συγκεκριμένα και πραγματικά δεδομένα της κάθε περίπτωσης αναφορικά με την οποία υποβάλλεται το σχετικό αίτημα τροποποίησης. 11 Δηλαδή, το ελάχιστο το οποίο αναμένεται από ένα Δικαστήριο, παρά και την εμφανή προσπάθεια σε αυτές τις περιπτώσεις της κατάλληλης διαμόρφωσης του περιεχομένου της μαρτυρίας προς υποστήριξη αίτησης τροποποίησης, είναι όπως όχι μόνο τα κατ΄ ισχυρισμό δεδομένα να ανταποκρίνονται στην περίπτωση υπό εξέταση αλλά παράλληλα αυτά να ανταποκρίνονται και στην πραγματικότητα. Θέτοντας το πολύ απλά δεν νοείται πραγματικά να διαπιστώνεται από ένα Δικαστήριο πως η μαρτυρία προς υποστήριξη μιας αίτησης τροποποίησης δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και στη συνέχεια να προχωρεί σε έγκριση της αίτησης. Η θετική άσκηση της διακριτικής ευχέρειας Δικαστηρίου δεν μπορεί να βασίζεται επί ισχυρισμών οι οποίοι διαπιστώνεται να είναι αβάσιμοι. 12 Δηλαδή, εάν ένας αιτητής ή ακόμη και οι δικηγόροι του επιλέγουν να βασιστούν σε μαρτυρία η οποία έχει δοθεί ενόρκως και η αβασιμότητα της οποίας όχι μόνο καθίσταται εμφανής από τη μαρτυρία με την οποία υποστηρίζεται η ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης αλλά στη συνέχεια αυτό το περιεχόμενο της ένστασης επί του συγκεκριμένου θέματος δεν προκαλεί και ανάλογη αντιμετώπιση είτε από αντίθετη μαρτυρία, υπό μορφή ενδεχομένως συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, είτε από σχετική επιχειρηματολογία, τότε η αβασιμότητα αυτή όχι μόνο δεν αντικρούεται αλλά καθίσταται ακόμη μεγαλύτερης σημασίας καθώς δεν έχει αμφισβητηθεί με οποιοδήποτε τρόπο. Όπως και στη συγκεκριμένη περίπτωση υπό εξέταση από το Δικαστήριο με αυτή την απόφαση. 13 Συγκεκριμένα, όπως συνοπτικά εξηγείται πιο κάτω, ισχύει το εξής. Ουσιαστικά, οι αιτητές και βεβαίως οι δικηγόροι τους, οι οποίοι φέρουν και την ευθύνη αλλά κατέχουν και τις απαραίτητες γνώσεις προς προώθηση του αιτήματος τροποποίησης, έχουν ενεργήσει με τέτοιο τρόπο έτσι ώστε το αίτημα τους να μην είναι δυνατό να κριθεί ως δικαιολογημένο, ανεξάρτητα και από το ενδεχόμενο αυτό να μπορούσε να είχε γίνει δεκτό εάν δεν διαπιστωνόταν από το Δικαστήριο ότι η μαρτυρία προς υποστήριξη αυτού του αιτήματος δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα επί ενός σημαντικού σημείου, με το οποίο προφανώς καταβαλλόταν η προσπάθεια ικανοποίησης του σχετικού, σε περιπτώσεις υποβολής αιτήματος τροποποίησης, παράγοντα της καθυστέρησης. 14 Επί αυτού του σημείου αξίζει ιδιαίτερης μελέτης η μαρτυρία προς υποστήριξη της ένστασης αναφορικά με τον τρίτο λόγο ένστασης και συγκεκριμένα τα όσα αναφέρονται σχετικά στις παραγράφους 6 έως και 9 της ένορκης δήλωσης η οποία συνοδεύει την ένσταση, δίχως παράλληλα να κρίνεται απαραίτητο όπως το Δικαστήριο επαναλάβει το περιεχόμενο αυτής της μαρτυρίας εντός της απόφασης. Σημασία έχει η διαπίστωση του Δικαστηρίου ως προς τη βασιμότητα των όσων αναφέρονται εντός αυτών των παραγράφων σε σχέση με την ανεδαφικότητα του ισχυρισμού ότι μόλις πρόσφατα έγινε αντιληπτή η παράλειψη συμπερίληψης εντός της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης της αναφοράς εξαιτίας της οποίας ζητείται η τροποποίηση του δικογράφου των εναγόμενων και ότι αμέσως μετά ακολούθησε η καταχώριση της αίτησης υπό εξέταση με αυτή την απόφαση. 15 Αυτό το οποίο πραγματικά δεν είναι δυνατό να μην διαπιστωθεί από το Δικαστήριο και για το οποίο οι δικηγόροι των εναγόμενων δεν θεώρησαν ούτε καν αναγκαίο όπως αναφέρουν οτιδήποτε σχετικό υπό μορφή είτε επιπρόσθετης μαρτυρίας είτε σχετικής επιχειρηματολογίας είναι το γεγονός πως όντως η ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης εμπεριέχει εμφανώς ανυπόστατους ισχυρισμούς. 16 Η ενάγουσα τόσο με την ειδοποίηση της για πρόθεση ένστασης όσο και την επιχειρηματολογία των δικηγόρων της έχει αναδείξει με ιδιαίτερα παραστατικό τρόπο το γεγονός ότι όντως δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα ο ισχυρισμός ως προς το ότι μετά από διεξοδική μελέτη των γεγονότων της υπόθεσης για προετοιμασία της ακρόασης ο δικηγόρος ο οποίος χειρίζεται προσωπικά την υπόθεση αντιλήφθηκε την παράλειψη να γίνει η αναφορά η οποία επιδιώκεται να γίνει με την αιτούμενη τροποποίηση εντός της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης και ότι άμεσα και χωρίς καμία καθυστέρηση οι εναγόμενοι προέβηκαν στην αίτηση υπό εξέταση με αυτή την απόφαση. 17 Η θέση αυτή αναδεικνύεται από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της ένστασης και τα τεκμήρια τα οποία επισυνάπτονται σε αυτή. Καθότι, πέραν και από τις λανθασμένες μεν αλλά ενδεικτικές ημερομηνίες (διορθωμένες και μη) εντός της αίτησης, με αναφορά στο έτος 2015, οι δικηγόροι των εναγόμενων έχουν προωθήσει επί της ίδιας βάσης, νομικής αλλά και πραγματικής, παρόμοιες αιτήσεις στο παρελθόν. 18 Συνεπώς, όπως διαπιστώνεται, δεν ευσταθεί η θέση των εναγόμενων ως προς το ότι άμεσα και χωρίς καμία καθυστέρηση, αφού μόλις προηγουμένως είχε γίνει αντιληπτή η συγκεκριμένη παράλειψη, οι εναγόμενοι καταχώρισαν την αίτηση υπό εξέταση. Τονίζεται από το Δικαστήριο πως η συγκεκριμένη παράλειψη δεν έχει άμεση σχέση με την πραγματική πτυχή της αγωγής, υπό την έννοια δηλαδή να μην είχε αναφερθεί κάποιο ουσιώδες γεγονός εντός της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης αλλά κυρίως με νομικό σημείο. Επομένως, εφόσον το ίδιο νομικό σημείο είχε γίνει αντιληπτό προηγουμένως όπως και η κατ΄ ισχυρισμό σημασία του εντός του 2015 ασφαλώς η αντίληψη αυτή πλέον αποτελούσε γνώση του δικηγόρου των αιτητών και δεν πρόκειται για ένα νέο παράγοντα ο οποίος μέχρι και μόλις πριν την καταχώριση της αίτησης δεν ήταν γνωστός στους αιτητές έτσι ώστε πλέον να προβάλλεται ως λόγος δικαιολόγησης τόσο της καθυστέρησης στην καταχώριση της αίτησης όσο και σε σχέση με την αναγκαιότητα πλέον υποβολής της αίτησης στο χρονικό σημείο στο οποίο αυτή υποβλήθηκε. 19 Πέραν όμως και από την ανάδειξη της ύπαρξης καθυστέρησης εξαιτίας αυτής της διαπίστωσης και η οποία καθυστέρηση θα μπορούσε, σύμφωνα και με τη νομολογία μας, να μην αποτελέσει εμπόδιο ως προς την έγκριση της αίτησης, αυτό το οποίο κυρίως αναδεικνύεται τόσο από την ανυπόστατη πραγματική βάση επί της οποίας στηρίζεται η αίτηση με σκοπό να δικαιολογήσει την ύπαρξη καθυστέρησης όσο και την επιλογή ουσιαστικά των δικηγόρων των εναγόμενων να μην τοποθετηθούν με οποιοδήποτε τρόπο σχετικά με τα όσα έστω κατ΄ ισχυρισμό γεγονότα αναδεικνύονται από το περιεχόμενο της ένστασης της ενάγουσας είτε με αίτημα ενδεχομένως για συμπληρωματική ένορκη δήλωση είτε με σχετική επιχειρηματολογία επί του θέματος, είναι και το εξής. Ουσιαστικά, αφού πρώτα επιτρέπουν με την απραξία τους να αφεθεί τόσο να νοηθεί όσο και να εμπεδωθεί η εικόνα ότι η ένορκη δήλωση εμπεριέχει ανυπόστατους ισχυρισμούς με απώτερο στόχο την δικαιολόγηση της ύπαρξης καθυστέρησης ως προς την καταχώριση της αίτησης, οι εναγόμενοι παράλληλα επιδεικνύουν και πλήρη αδιαφορία ως προς το γεγονός ότι όχι μόνο υπάρχει και λόγος ένστασης βάσει του οποίου οι ισχυρισμοί οι οποίοι εμπεριέχονται στην ένορκη δήλωση είναι ψευδείς αλλά έχουν παρουσιαστεί και στοιχεία βάσει των οποίων στοιχειοθετείται ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης. 20 Η πραγματικότητα είναι ότι τόσο με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης όσο και από την επιλογή παράλειψης οποιασδήποτε τοποθέτησης αναφορικά με τις θέσεις οι οποίες διατυπώνονται αλλά και τεκμηριώνονται με το περιεχόμενο της ένστασης οι εναγόμενοι ουσιαστικά υποβαθμίζουν τη σημασία τόσο της ένορκης δήλωσης υπό την έννοια της μαρτυρίας προς υποστήριξη της αίτησης όσο και αυτή της γενικότερης σημασίας μίας ένορκης δήλωσης. 21 Εύλογα η εντύπωση η οποία δημιουργείται είναι πως η συγκεκριμένη ένορκη δήλωση προφανώς θεωρείται από τους δικηγόρους των εναγόμενων αλλά και κατ΄ επέκταση από τους ίδιους τους εναγόμενους ότι πρόκειται περί ενός απλού εγγράφου το οποίο υποχρεωτικά ή ακόμη και τυπικά θα πρέπει να συνοδεύει την αίτηση τροποποίησης δίχως ταυτόχρονα να αναγνωρίζεται και η πραγματική του σημασία. Υπό την έννοια δηλαδή ότι αυτή η ένορκη δήλωση αποτελεί τη μαρτυρία προς υποστήριξη της αίτησης και η οποία μαρτυρία βεβαίως δίδεται ενόρκως με ότι αυτό συνεπάγεται. Εύλογα αναμένεται από το Δικαστήριο πως ο ενόρκως δηλών, έστω και εάν αναφέρεται σε ενέργειες άλλων προσώπων και ιδιαίτερα δε του δικηγόρου του, να έχει τουλάχιστον επαρκή αντίληψη αλλά και σεβασμό προς τη διαδικασία υποβολής της αίτησης των εναγόμενων έτσι ώστε να μεριμνήσει ότι αυτά τα οποία αναφέρονται εντός της ένορκης δήλωσης του όντως ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. 22 Το ίδιο βεβαίως αναμένεται και από τους δικηγόρους ενός αιτητή οι οποίοι συντάσσουν την οποιαδήποτε ένορκη δήλωση. Ως προς το ότι δηλαδή θα έχουν την ίδια αντίληψη και σεβασμό προς τη φύση της διαδικασίας έτσι ώστε ο ενόρκως δηλών πελάτης τους να μην αφήνεται εκτεθειμένος προς το Δικαστήριο ως βασισμένος σε προφανώς αναξιόπιστους ισχυρισμούς. Σε περίπτωση δηλαδή κατά την οποία ο ίδιος απλά βασίζεται στις διαβεβαιώσεις των δικηγόρων του ως προς το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης την οποία όμως είναι ο ίδιος ο οποίος υπογράφει. Διαφορετικά, εύλογα ο αντίδικος ενός αιτητή θα τοποθετείται σε θέση να προβάλει την ύπαρξη κακοπιστίας αλλά ακόμη και κατάχρησης ως στοιχεία τα οποία να διέπουν το αίτημα προς το Δικαστήριο. 23 Διερωτάται πραγματικά το Δικαστήριο εάν θα πρέπει να γίνει δεκτό ένα αίτημα το οποίο όχι μόνο εμφανώς παραγνωρίζει τη σημασία της ένορκης μαρτυρίας επί της οποίας αυτό στηρίζεται αλλά παράλληλα στηρίζεται επί μιας τόσο αυταπόδεικτα ανυπόστατης θέσης ως προς το χρονικό σημείο στο οποίο είχε γίνει αντιληπτή η κατ΄ ισχυρισμό αναγκαιότητα υποβολής αιτήματος τροποποίησης της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης. 24 Επισημαίνεται πως δεν ήταν αναγκαίο όπως η συγκεκριμένη ανυπόστατη θέση να αποτελούσε τη βάση επί της οποίας οι εναγόμενοι να προσπαθούσαν να δικαιολογήσουν την ύπαρξη καθυστέρησης. Αντιθέτως, θα μπορούσαν οι εναγόμενοι να προσέλθουν στο Δικαστήριο, να δηλώσουν ότι παρά και το γεγονός ότι η κατ΄ ισχυρισμό αναγκαιότητα τροποποίησης του δικογράφου τους είχε γίνει αντιληπτή από τους δικηγόρους τους προ πολλού, εντούτοις, μετά και από καθυστέρηση πέραν του ενός έτους και σίγουρα από ένα χρονικό σημείο πριν από τις 21/10/2015 - στην οποία ημερομηνία λανθασμένα αναφέρεται ως ορισμένη για ακρόαση η αγωγή - επέλεξαν τελικά να καταχωρίσουν την αίτηση τους για τροποποίηση και στη συνέχεια να επικαλεστούν τη νομολογία η οποία υπάρχει ως προς την ενδεχομένως επιεική αντιμετώπιση από το Δικαστήριο του δεδομένου της ύπαρξης καθυστέρησης στην υποβολή μιας αίτησης τροποποίησης. 25 Βεβαίως το Δικαστήριο δεν εξετάζει το αίτημα των εναγόμενων όπως αυτό θα μπορούσε να είχε υποβληθεί αλλά όπως αυτό όντως έχει υποβληθεί. Αναπόφευκτα η εξέταση αυτή οδηγεί το Δικαστήριο σε συμπέρασμα πως ο τρόπος υποβολής της αίτησης αναδεικνύει τέτοιο βαθμό κακοπιστίας έτσι ώστε να μην κρίνεται δικαιολογημένη η έγκριση της αίτησης υπό εξέταση με αυτή την απόφαση. 26 Συνεπώς, έχοντας υπόψη τα όσα αναφέρονται πιο πάνω και ασκώντας τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου επί του θέματος η αίτηση υπό εξέταση απορρίπτεται ενώ διατηρώντας υπόψη και το αποτέλεσμα εκδίκασης της τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας και εις βάρος των εναγόμενων 1 και 2 όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο μετά από την εκδίκαση ή με διαφορετικό τρόπο αποπεράτωση της αγωγής. Στη συνέχεια το Δικαστήριο θα ορίσει με ξεχωριστό πρακτικό την αγωγή για ακρόαση. __________________________ Μάνθος Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject :- Civil/Interim Judgments Αναφορά :- Αίτηση Τροποποίησης [1] O τονισμός των γραμμάτων, ως επίσης και η οποιαδήποτε υπογράμμιση ή άλλη μορφοποίηση του κειμένου εντός αυτής της απόφασης, γίνεται σε κάθε περίπτωση από το Δικαστήριο ενώ τα οποιαδήποτε αποσπάσματα είτε από τα δικόγραφα ή άλλα έγγραφα ή από τη νομοθεσία ή νομολογία παρατίθενται με κυρτά γράμματα (italics). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.