← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Angel Kurtev, Αρ. Υπόθεσης: 304/2018, 25/1/2018

Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Angel Kurtev, Αρ. Υπόθεσης: 304/2018, 25/1/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2018:A26 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 304/2018 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου εναντίον Angel Kurtev Κατηγορούμενος ------------- Ημερομηνία: 25 Ιανουαρίου, 2018 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Σ. Συμεού Κατηγορούμενος - παρών --------------- ΠΟΙΝΗ Ο Κατηγορούμενος μετά από δική του παραδοχή κρίθηκε ένοχος στο αδίκημα της κλοπής κατά παράβαση των άρθρων 255 και 262 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154. Τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση έχουν καταγραφεί στα πρακτικά του Δικαστηρίου κατά την παράθεση τους από τον ευπαίδευτο εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής, έχουν ως οι λεπτομέρειες του αδικήματος και δεν έχουν αμφισβητηθεί από τον Κατηγορούμενο. Δεν θεωρώ επομένως σκόπιμο να προχωρήσω στην εκ νέου παράθεση τους και περιορίζομαι να αναφέρω ότι σύμφωνα με τα γεγονότα που εκτέθηκαν ενώπιον μου ο Κατηγορούμενος συνελήφθη στο αεροδρόμιο Λάρνακας στις 21.01.18 και συνεργάστηκε άμεσα με τις διωκτικές αρχές δίδοντας θεληματική κατάθεση. Επίσης, ο κ. Συμεού ανέφερε ότι το χρηματικό ποσό των €1050 που κλάπηκε από τον Κατηγορούμενο δεν έχει εντοπιστεί. Τέλος, ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου. Ο Κατηγορούμενος απολογήθηκε για τη διάπραξη του υπό τιμωρία αδικήματος και δήλωσε ότι επέστρεψε στην Κύπρο γνωρίζοντας ότι θα συλληφθεί. Επιθυμεί, όπως ανέφερε, να αντιμετωπίσει τις συνέπειες της παραβατικής συμπεριφοράς του καθώς δεν θέλει να αποτελεί άσχημο πρότυπο για το νεογέννητο παιδί του. Δήλωσε επίσης ότι έχει μετανοήσει και ότι επιθυμεί να επιστρέψει στην Παραπονούμενη το κλαπέν ποσό. Προς τούτο εξέφρασε τη συγκατάθεση του στην έκδοση διατάγματος αποζημίωσης. Σε σχέση με τις προσωπικές περιστάσεις του υιοθέτησε το περιεχόμενο της κοινωνικοοικονομικής έκθεσης η οποία ετοιμάστηκε κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου. Σε αυτήν αναφέρεται, ανάμεσα σε άλλα, ότι είναι ηλικίας 28 ετών και κατάγεται από τη Βουλγαρία. Οι γονείς του χώρισαν όταν ο ίδιος ήταν ακόμη βρέφος. Στην Κύπρο ήλθε πριν δύο χρόνια, καθώς η μητέρα του εδώ και μερικά χρόνια βρίσκεται στην Πάφο και εργάζεται σε ξενοδοχείο. Στην Κύπρο γνώρισε και τη συμβία του, η οποία είναι ομοεθνής του, και με την οποία απέκτησε ένα παιδί ηλικίας τριών μηνών. Το υπό τιμωρία αδίκημα είναι σοβαρό, αφού χαρακτηρίζεται από τον νομοθέτη ως κακούργημα και τιμωρείται με μέγιστη ποινή φυλάκισης 3 ετών. Έχει νομολογηθεί ότι η σοβαρότητα που προσδίδεται στο αδίκημα από τον νομοθέτη, όπως αυτή προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής, συνιστά έναν από τους παράγοντες που συνθέτουν τη σοβαρότητα του αδικήματος. Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασης της (Δημοκρατία ν. Κυριάκου

(1991)2 Α.Α.Δ 264). Η σοβαρότητα του υπό τιμωρία αδικήματος διαφαίνεται και μέσα από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ενδεικτικά παραπέμπω στην υπόθεση Γεωργίου άλλως Καμμούγιαρος ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ 565, όπου το Εφετείο με παραπομπή σε παλαιότερη Νομολογία σημειώνει ότι τα αδικήματα των κλοπών και των διαρρήξεων είναι σε έξαρση γι' αυτό και επιβάλλεται η ανακοπή αυτού του είδους της εγκληματικότητας η οποία έχει κλονίσει σοβαρά την εμπιστοσύνη του κοινού στους θεσμούς της δημόσιας ασφάλειας. Η αυστηρότητα των ποινών είναι κατά την πιο πάνω απόφαση ένας τρόπος πάταξης του φαινόμενου. Περαιτέρω, στην υπόθεση David Piliev v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ 587 λέχθηκαν τα εξής: «Τα αδικήματα των διαρρήξεων και κλοπών είναι αδικήματα τα οποία απασχολούν τα δικαστήρια σχεδόν καθημερινά. Αυτό επιβάλλει αντιμετώπιση των παραβατών κατά τρόπο που να συμβάλλει στην αποτροπή διάπραξης τέτοιων αδικημάτων. Η ανάγκη αυτή τονίστηκε κατ' επανάληψη». Οι προαναφερόμενες επισημάνσεις επαναδιατυπώθηκαν και στις πιο πρόσφατες αποφάσεις Βέλιου ν. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ 76 και ΠΑΛΛΗΣ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ Ποιν. Έφεση 109/16 ημερ. 20.09.16. Στην τελευταία υπόθεση αναφέρθηκαν σχετικά τα ακόλουθα: «Το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά έχει καθοδηγηθεί από τη νομολογία ως προς τη σοβαρότητα αδικημάτων που αφορούν διαρρήξεις και κλοπές. Όπως είχαμε την ευκαιρία πρόσφατα στην υπόθεση Bandits v. Αστυνομίας, ποιν. ECLI:CY:AD:2015:B696, υποθ. 94/15 ημερ. 21.10.2015 να επαναλάβουμε: «Οι κλοπές, διαρρήξεις και άλλα ομοειδή αδικήματα είναι στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας χωρίς να δείχνουν σημεία κάμψης», οπότε η ποινή πρέπει να έχει αποτρεπτικό χαρακτήρα. Παρά το ότι οι προσωπικές συνθήκες του παραβάτη δέον να λαμβάνονται υπόψη, αυτό δεν πρέπει να γίνεται στο βαθμό και κατά την έκταση που να εξουδετερώνει το αποτρεπτικό στοιχείο της ποινής.» Η σοβαρότητα επομένως του αδικήματος της κλοπής είναι δεδομένη, όπως και η αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε αδικήματα αυτής της φύσης. Το γεγονός αυτό ωστόσο δεν εξουδετερώνει το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής. Στο έργο εξατομίκευσης της ποινής είναι καθήκον του Δικαστηρίου να λαμβάνει υπόψη του όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί, περιλαμβανομένων των ατομικών συνθηκών του παραβάτη, καθώς και εκείνα που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης, έτσι ώστε η ποινή να μη συνιστά απλώς τιμωρία αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ 224). Η σοβαρότητα ενός αδικήματος δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να επιβάλει εκείνο το είδος της ποινής που κατά την κρίση του τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση και τον αδικοπραγούντα δικαιολογούν. Αποτελεί αξίωμα ότι η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση δεν μειώνει την παράλληλη ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Όπως χαρακτηριστικά τέθηκε στην υπόθεση Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ 245 ακόμα και όταν υπάρχει ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, τούτο, σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι ατονεί το καθήκον εξατομίκευσής της. Παράλληλα, είναι σαφώς νομολογημένο, ότι η εξατομίκευση της ποινής δεν πρέπει να οδηγεί στην ουδετεροποίηση της αποτελεσματικότητας του νόμου ή την εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής που επιβάλλει η φύση και τα περιστατικά ενός αδικήματος (Antoniades v. Police
(1986)2 C.L.R 21 και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας ανωτέρω). Δηλαδή, όπου διαπιστώνεται η αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικής ποινής ο παράγοντας της εξατομίκευσης της ποινής δεν πρέπει να υπεισέρχεται σε έκταση τέτοια ώστε να εξουδετερώνει τον παράγοντα της αποτροπής (Souilmi ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ 248). Για σκοπούς μετριασμού της ποινής του Κατηγορούμενου λαμβάνω υπόψη μου τα ακόλουθα: Το λευκό ποινικό μητρώο του. Την παραδοχή του. Έχει επανειλημμένα τονιστεί ότι η παραδοχή πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή. Αυτό ενθαρρύνει τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή με αποτέλεσμα να μην σπαταλείται πολύτιμος χρόνος στην εκδίκαση υποθέσεων (Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)1 Α.Α.Δ 28). Τη συνεργασία του με την αστυνομία. Ο Κατηγορούμενος, άμεσα κατά τη σύλληψη του έδωσε θεληματική κατάθεση παραδεχόμενος τη διάπραξη του αδικήματος. Επίσης άμεση υπήρξε και η παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου. Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές του περιστάσεις, όπως αυτές καταγράφονται στην κοινωνικοοικονομική έκθεση που ετοιμάστηκε από το Τμήμα Κοινωνικής Ευημερίας. Ειδικότερα λαμβάνω υπόψη μου ότι είναι πατέρας ενός νεογέννητου παιδιού τριών μηνών. Την πρόθεση του Κατηγορούμενου να αποζημιώσει την Παραπονούμενη μέσω της έκδοσης διατάγματος αποζημίωσης. Στην Κολοκασίδης ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ 252 το Ανώτατο Δικαστήριο αναγνωρίζοντας ότι η αποκατάσταση της ζημιάς αποτελεί μετριαστικό παράγοντα ανέφερε τα ακόλουθα: «Η επανόρθωση της ζημιάς είναι πάντοτε ελαφρυντικός παράγοντας, που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής, παρόλο ότι η επανόρθωση αυτή δεν μειώνει τη βαρύτητα του αδικήματος. Η μεταμέλεια είναι στοιχείο μείωσης της ποινής. Η επανόρθωση περιέχει το στοιχείο της μετάνοιας, της συντριβής και επενεργεί προς όφελος της πολιτείας και των θυμάτων του αδικήματος. Ο δράστης δεικνύει, έτσι, έμπρακτα και όχι απλά τη μεταμέλειά του. Τα Δικαστήρια με την επιβολή των ποινών ενθαρρύνουν τους αδικοπραγούντες να επανορθώσουν τη ζημιά των παραπονουμένων - (βλ. Ieronymides, (ανωτέρω)).» Οι μετριαστικοί παράγοντες που εκτέθηκαν πιο πάνω δεν μπορούν να υπερκεράσουν τη σοβαρότητα του υπό τιμωρία αδικήματος και την ανάγκη η ποινή να προσλάβει αποτρεπτικό χαρακτήρα. Η συμπεριφορά που επέδειξε ο Κατηγορούμενος ήταν απαράδεκτη. Συμπεριφορές αυτού του είδους πλήττουν το αίσθημα ασφάλειας που ο κάθε πολίτης αναμένει να απολαμβάνει σε σχέση με την περιουσία του σε μία ευνομούμενη πολιτεία. Τα Δικαστήρια στα πλαίσια του ρόλου που έχουν να διαδραματίσουν στη διασφάλιση του αισθήματος ασφάλειας των πολιτών και της έννομης τάξης ευρύτερα, οφείλουν να στείλουν το μήνυμα ότι πράξεις, όπως η υπό τιμωρία, θα πρέπει να αντιμετωπίζονται αυστηρά. Συνεκτιμώντας επομένως όλα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου, κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις η μόνη αρμόζουσα ποινή είναι η ποινή φυλάκισης. Η επιβολή οποιασδήποτε άλλης ποινής θα ήταν ατελέσφορη και αναποτελεσματική και τούτο έχοντας κατά νου ότι η φυλάκιση επιβάλλεται μόνον εκεί όπου οποιαδήποτε άλλη ποινή θα ήταν αναμφίβολα ακατάλληλη και ανεπαρκής (Προδρόμου ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ 98). Ως εκ των ανωτέρω και επιδεικνύοντας κάθε δυνατή επιείκεια επιβάλλω στον Κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 4 μηνών. Έχοντας αποφασίσει την επιβολή ποινής φυλάκισης θα προχωρήσω στη συνέχεια να εξετάσω το ενδεχόμενο αναστολής εκτέλεσης της, παρά το γεγονός ότι κάτι τέτοιο δεν έχει εγερθεί από τον Κατηγορούμενο. Ενόψει του γεγονότος ότι ο Κατηγορούμενος δεν εκπροσωπείται από συνήγορο, θεωρώ ότι είναι ορθό και δίκαιο όπως το Δικαστήριο εξετάσει αυτεπαγγέλτως το εν λόγω ζήτημα. Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από το Δικαστήριο ως μέτρο επιείκειας, αλλά το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής και μετά εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της ( Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ 373) Η αναστολή ποινών φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3 του περί της Υφ' όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου N95/72, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, και το οποίο αναφέρει ότι, όποτε Δικαστήριο επιβάλλει ποινή φυλακίσεως η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, δύναται να διατάξει όπως η ποινή μη εκτελεστεί εκτός αν, διαρκούσης της περιόδου εφαρμογής του διατάγματος, ο καταδικασθείς διαπράξει άλλο αδίκημα το οποίο τιμωρείται με φυλάκιση, και, μετά από την διάπραξη αυτή, Δικαστήριο διατάξει όπως η αρχική ποινή εκτελεστεί. Το εδάφιο
(2)του εν λόγω άρθρου αναφέρει τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου». Είναι φανερό από το λεκτικό του άρθρου 3
(2)ότι ο νομοθέτης διεύρυνε τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου στο θέμα της αναστολής της ποινής φυλάκισης (Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ 161). Στην υπόθεση Τζιαουχάρη (πιο πάνω) επαναλήφθηκε εκ νέου η αρχή ότι ένας Κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή της ποινής φυλάκισης. Στην Αργυρίδης κ.α ν. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ 449, αλλά και στην πιο πρόσφατη Γεωργίου κ.α. ν. Αστυνομίας Ποινική Έφ. Αρ.27/16 ημερ. 19.07.16 τονίστηκε ότι η σοβαρότητα του διαπραχθέντος αδικήματος και η αποτρεπτικότητα της ποινής αφορούν στο είδος και το ύψος της ποινής που επιβάλλει το Δικαστήριο. Τα όρια όμως της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου αναφορικά με το ενδεχόμενο αναστολής της ποινής, δεν περιορίζονται με αναφορά σε συγκεκριμένους παράγοντες και δη με αναφορά σε παράγοντες οι οποίοι έχουν ήδη ληφθεί υπόψιν κατά την επιμέτρηση της ποινής. Το Δικαστήριο έχει απεριόριστη διακριτική ευχέρεια να εξετάσει αν η αναστολή δικαιολογείται από το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης και τα προσωπικά δεδομένα του κάθε Κατηγορούμενου. Τα περιστατικά της υπόθεσης και οι προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου έχουν ήδη εκτεθεί και δεν προτίθεμαι να τα επαναλάβω. Στα πλαίσια ωστόσο της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης λαμβάνω υπόψη μου ως προς τις περιστάσεις της υπόθεσης ότι η αξία της κλαπείσας περιουσίας δεν ήταν ιδιαίτερα μεγάλη. Αναφορικά με τις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου λαμβάνω υπόψη ότι μετά τη διάπραξη του αδικήματος γεννήθηκε το παιδί του ηλικίας σήμερα τριών μηνών. Προσδίδω επίσης βαρύτητα στην έμπρακτη μεταμέλεια του, όπως αυτή έχει εκφραστεί μέσω της συνεργασίας του με την αστυνομία, την άμεση παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου και την επιθυμία του να εκδοθεί διάταγμα αποζημίωσης. Η εκδήλωση έμπρακτης μεταμέλειας εκ μέρους του Κατηγορούμενου σε συνδυασμό με το λευκό ποινικό μητρώο του δίδουν στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να εκλάβει την επίδικη παραβατική συμπεριφορά του ως ένα μεμονωμένο περιστατικό. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω ότι δικαιολογείται η παραχώρηση μίας δεύτερης ευκαιρίας στον Κατηγορούμενο, με την προσδοκία ότι θα φανεί έμπρακτα αντάξιος της ευκαιρίας που του δίδει σήμερα το Δικαστήριο τηρώντας τους Νόμους και σεβόμενος τους πολίτες, αλλά και όλους τους συνανθρώπους μας που διαμένουν στην πατρίδα μας η οποία του παρέχει φιλοξενία, αποτελώντας με αυτόν τον τρόπο παράδειγμα προς μίμηση στο νεογέννητο παιδί του. Συνακόλουθα η εκτέλεση της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε αναστέλλεται για περίοδο τριών ετών από σήμερα. (Επεξηγείται στον Κατηγορούμενο η έννοια της αναστολής εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης). Έχοντας υπόψη μου τη συγκατάθεση του Κατηγορούμενου και της Κατηγορούσας Αρχής στην έκδοση διατάγματος αποζημίωσης, εκδίδεται εναντίον του Κατηγορούμενου διάταγμα αποζημίωσης της Amanda Walker για το ποσό των €1050,00. Η ισχύς του διατάγματος αναστέλλεται μέχρι τις 24.04.2018 περιλαμβανομένης. (Υπ.) ............. Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.