ράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ ν. Νίκης Σοφοκλέους - Στυλιανού κ.α., Αρ. Αγωγής: 379/2011, 10/1/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2018:A9 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 379/2011 Μεταξύ: Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ, από τη Λευκωσία Εναγόντων - και -
- SAMICO SERVICES LIMITED, από τη Μεσόγη
- Χαράλαμπου Γεωργίου Νεοφύτου, από τα Κούκλια
- Νεοπτόλεμου Νεοπτολέμου, από τη Μεσόγη
- Νίκης Σοφοκλέους - Στυλιανού, από τη Γεροσκήπου
- Στέλιου Στυλιανού, από τη Γεροσκήπου Εναγόμενων ------------------------------ Αίτηση ακύρωσης/παύσης αναστολής εκτέλεσης απόφασης, ημερομηνίας 22.2.2017 Ημερομηνία: 10.1.2018 Εμφανίσεις: Για ενάγοντες - αιτητές: κα Ποποβίου για κα Μ. Ομήρου Για εναγόμενη 4 - καθ' ης η αίτηση: κ. Χ. Φωτίου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες, κατά ή περί τις 18/7/2005 με έγγραφη απόφασή τους παραχώρησαν στους εναγόμενους 1 τραπεζικές διευκολύνσεις, υπό μορφή ορίου σε τρεχούμενο επιχειρηματικό λογαριασμό για το ποσό των €34.172,03, το οποίο, στις 7/4/2006 αυξήθηκε σε €51.258,00 και στις 9/2/2009, σε €76.258,
- Την 1/2/2010, κατόπιν συμφωνίας μεταξύ εναγόντων και εναγόμενων 1, το ποσό του εν λόγω λογαριασμού επανεγκρίθηκε σε €51.258,
- Προς εξασφάλιση και εγγύηση των υποχρεώσεων των εναγόμενων 1 προς τους ενάγοντες, οι εναγόμενοι 2, 3, 4 και 5, δυνάμει γραπτής συμφωνίας εγγύησης, ημερομηνίας 7/4/2006 εγγυήθηκαν προσωπικά με τους εναγόμενους 1 προς όφελος των εναγόντων μέχρι του ποσού των €61.509,65, πλέον τόκους και έξοδα. Προς περαιτέρω επίσης και καλύτερη εξασφάλιση των υποχρεώσεων των εναγόμενων 1 προς τους ενάγοντες, η εναγόμενη 4, κατά ή περί τις 18/7/2005 συνήψε με τους ενάγοντες τη σύμβαση και δήλωση υποθήκης με αριθμό Υ2573/05, με την οποία υποθήκευσε προς όφελος των εναγόντων, ολόκληρο το ½ συμφέρον και/ή μερίδιό της επί του ακινήτου της με αριθμό εγγραφής 8036, τεμάχιο 209 το οποίο βρίσκεται στη Γεροσκήπου και ανέλαβε να πληρώσει στους ενάγοντες, στις 21/7/2005, το ποσό των €82.012,87, πλέον τόκους και έξοδα. Για τον ίδιο σκοπό συνήψαν ανάλογη σύμβαση με τους ενάγοντες και οι εναγόμενοι 2 και
- Όλα τα παραπάνω γεγονότα απορρέουν από την έκθεση απαίτησης της αγωγής με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο, στο πλαίσιο της οποίας, στις 8/5/2012 εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση εναντίον των εναγόμενων 1, 3, 4 και 5, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, για το ποσό των €52.920,83, πλέον τόκους και έξοδα. Στο πλαίσιο της ίδιας απόφασης εκδόθηκαν και διατάγματα εκποίησης των υποθηκών που συνήψαν οι εναγόμενοι 3 και 4 (ανωτέρω). Με την ίδια απόφαση διατάχθηκε η αναστολή εκτέλεσής της μέχρι και τις 9/5/2014, με εξαίρεση το δικαίωμα των εναγόντων για άμεση καταχώρηση memo επί της ακίνητης περιουσίας και των εναγόμενων 1, 3, 4 και
- Η εναγόμενη 4, στις 27/1/2015 καταχώρησε αίτηση, με την οποία ζητούσε την αναστολή εκτέλεσης της παραπάνω απόφασης και/ή διατάγματος «..μέχρι την λήψη όλων των προβλεπόμενων από τον Νόμο μέτρων εκτέλεσης εναντίον του Πρωτοφειλέτη.» Η αίτηση βασιζόταν στον περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμο του 2003 (Ν.197
(1)/2003) και στις συμφυείς και γενικές εξουσίες του Δικαστηρίου. Οι ενάγοντες καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση οπότε και έγινε ακρόαση. Το Δικαστήριο που είχε επιληφθεί της αίτησης (με διαφορετική σύνθεση από το παρόν), με την αιτιολογημένη απόφασή του, ημερομηνίας 5/2/2016 αποδέχθηκε την αίτηση και εξέδωσε «.διάταγμα για αναστολή εκτέλεσης της εκποίησης της Υ2573/2005 η οποία δόθηκε προς ασφάλισης τους χρέους της εναγόμενης 1 από την εναγόμενη 4 και για την οποία εκκρεμεί αίτηση εκποίησης στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου μέχρις ότου οι ενάγοντες ικανοποιήσουν τα κατά διαζευκτικό τρόπο προβλεπόμενα στο άρθρο 10
(1)(γ)(i)-(iv).» Οι ενάγοντες, στις 22/2/2017 καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση, με την οποία - όπως τροποποιήθηκε δυνάμει σχετικού διατάγματος, ημερομηνίας 28/4/2017 - ζητούν: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να ακυρώνει το διάταγμα που εκδόθηκε στις 05/02/2016 στα πλαίσια της αίτησης με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο, με το οποίο εγκρίθηκε η αναστολή εκτέλεσης της εκποίησης της Υ2573/2005, η οποία δόθηκε από την εναγόμενη 4 και/ή που να τερματίζει και/ή παύει την ισχύ της αναστολής της εκτέλεσης της εκποίησης της Υ2573/2005 η οποία δόθηκε από την εναγόμενη 4 και για την οποία εκκρεμεί αίτηση εκποίησης στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου..........» Η αίτηση βασίζεται στα άρθρα 9, 10
(1)(γ)(i)-(v) και 11 του περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου 197
(1)/2003, στη Δ.48 Θ.Θ.1, 2, 9 και 11 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και τέλος, στην πρακτική και νομολογία του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση εκτίθενται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του Ανδρόνικου Σταυρινού, ο οποίος, σ' αυτή, μεταξύ άλλων αναφέρει τ' ακόλουθα: Στις 23/3/2016, οι ενάγοντες συμμορφώθηκαν με το διάταγμα αναστολής (ανωτέρω), αφού το παρουσίασαν στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου και ανέστειλαν τη διαδικασία εκποίησης της υποθήκης Υ2573/2005 (παράγραφος 3). Όπως τον πληροφορούν οι δικηγόροι των εναγόντων, στις 24/3/2016 και στις 20/5/2016 έλαβαν ειδοποιήσεις από δικαστικούς επιδότες, ότι οι εναγόμενοι 1 δεν έχουν κινητή περιουσία, μετά από έρευνα που διεξήγαγαν, σε δυο διαφορετικές τοποθεσίες (παράγραφος 4). Τον πληροφορούν ακόμη οι δικηγόροι των εναγόντων ότι συντρέχουν πλέον οι προϋποθέσεις για ενεργοποίηση της διαδικασίας εκποίησης της Υ2573/2005, αφού σύμφωνα με το άρθρο 10
(1)(γ)(i), οι σχετικές ειδοποιήσεις ότι οι εναγόμενοι 1 στερούνται κινητής περιουσίας αποδεικνύουν ότι δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα ή και περιουσία να ικανοποιήσουν το εξ αποφάσεως χρέος τους (παράγραφος 5). Η εναγόμενη 4 καταχώρησε ένσταση στην αίτηση, η οποία εδράζεται στους εξής λόγους: «Η αίτηση αντίκειται στις διατάξεις του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Η αίτηση αντίκειται στις διατάξεις του Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας Νόμου, η αίτηση αντίκειται στις διατάξεις του Συντάγματος, Η αίτηση αντίκειται στις Διατάξεις του νόμου 197
(1)/2003..» Η ένσταση βασίζεται στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, στον περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμο 197
(1)/2003, στις σύμφυτες και γενικές εξουσίες του Δικαστηρίου, στο Σύνταγμα της Δημοκρατίας, στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και στις γενικές εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση εκτίθενται στην ακόλουθη ένορκη δήλωση της εναγόμενης 4: «
- Είμαι η καθ' ης η αίτηση στην με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αίτηση και γνωρίζω τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης.
- Ενίσταμαι στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και θεραπειών σε σχέση με την αίτηση της αιτήτριας, ημερ. 22/2/2017 η οποία είναι ορισμένη για ακρόαση στις 6/7/14 για τους πιο κάτω λόγους: Α. Εξ' όσων με συμβουλεύει ο Δικηγόρος μου η αίτηση της αιτήτριας θα πρέπει να απορριφθεί καθότι αυτή αντίκειται στις διατάξεις του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, αντίκειται στις διατάξεις του Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας Νόμου, αντίκειται στις διατάξεις του Συντάγματος και αντίκειται στις Διατάξεις του νόμου 197(I)/
- B. Δεν έχει ληφθεί κανένα μέτρο εκτέλεσης εναντίον του Πρωτοφειλέτη. Γ. Ο Πρωτοφειλέτης έχει καταδολιεύσει την αιτήτρια και η αιτήτρια δεν έχει λάβει κανένα μέτρο ακύρωσης των καταδολιεύσεων. Δ. Το ακίνητο το οποίο ζητείται να εκποιηθεί είναι η οικία στην οποία διαμένω με την οικογένεια μου και δεν δύναμαι, ούτε και η οικογένεια μου δύναται, να εξασφαλίσω άλλη οικογενειακή στέγη. Ε. Ο Πρωτοφειλέτης έχει επαρκή εισοδήματα τα οποία δύνανται να αποπληρώσουν το εξ αποφάσεως χρέος. Στ. Η ειδοποίηση του Δικαστικού επιδότη δεν αναφέρει ότι η καθ' ής η αίτηση στερείται κινητής περιουσίας. Ζ. Δεν έχει εκδοθεί διάταγμα εκκαθάρισης της εταιρείας δυνάμει των διατάξεων του περί Εταιρειών Νόμου. Η. εξακολουθεί να υφίσταται υποθηκευμένη ακίνητη ιδιοκτησία του διευθυντή του πρωτοφειλέτη προς όφελος του πιστωτή και αυτή δεν έχει ακόμα εκποιηθεί δυνάμει του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου.
- .......» Η ακρόαση της αίτησης διεξάχθηκε στη βάση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο των εκατέρωθεν - γραπτών - αγορεύσεων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Αναμφίβολα, η αίτηση διέπεται από τις σχετικές πρόνοιες του περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου 197
(1)/2003, όπως τροποποιήθηκε (στο εξής «Ο Νόμος»). Το άρθρο 9 του Νόμου προνοεί ότι: «Παρά τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου εκάστοτε σε ισχύ Νόμου, για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου παρέχεται εξουσία σε δικαστήριο να διατάξει καθ' όσον αφορά τον εγγυητή, αναστολή της εκτέλεσης δικαστικής απόφασης εναντίον του στην έκταση που αφορά κατάσχεση και πώληση κινητής ιδιοκτησίας του ή πώληση ή επιβάρυνση (memo) της ακίνητης ιδιοκτησίας του ή αίτηση καταβολής μηνιαίων δόσεων όπως προβλέπεται στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο ή αίτηση έκδοσης διατάγματος παραλαβής όπως προβλέπεται στον περί Πτώχευσης Νόμο, ως ακολούθως: (α) κατά το χρόνο έκδοσης της απόφασης, ανεξάρτητα από το κατά πόσο αυτή εκδίδεται εκ συμφώνου ή κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας και κατόπιν παρουσίασης στο δικαστήριο από τον εγγυητή όλων των σχετικών στοιχείων· (β) σε περίπτωση έκδοσης απόφασης και τηρουμένων των διατάξεων της παραγράφου (β) του εδαφίου
(1)του άρθρου 10, οποτεδήποτε μετά την έκδοση της απόφασης με τη συγκατάθεση του πιστωτή και του πρωτοφειλέτη ή χωρίς τέτοια συγκατάθεση· (γ) κατά το χρόνο έκδοσης απόφασης ή διατάγματος δυνάμει του εδαφίου
(1)του άρθρου 7.» Το άρθρο 10
(1)(γ) του Νόμου επί του οποίου εδράζεται η έκδοση του επίδικου διατάγματος αναστολής και συναρτάται η ισχύς του, προνοεί τ' ακόλουθα: «Δικαστήριο διατάσσει δυνάμει του άρθρου 9, όταν κρίνει ότι αυτό είναι δίκαιο και ορθό, την αναστολή της εκτέλεσης απόφασης καθ' όσον αφορά τον εγγυητή, και ενόσω παραμένει ανικανοποίητη η οφειλή, στις πιο κάτω περιπτώσεις - ............ (γ) όταν υποβληθεί από τον εγγυητή αίτηση για αναστολή οποτεδήποτε μετά την έκδοση απόφασης και το δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι ο πρωτοφειλέτης έχει την οικονομική δυνατότητα ή περιουσία που εκ πρώτης όψεως είναι τέτοιας αξίας ώστε να είναι αρκετή για να ικανοποιήσει την εξ' αποφάσεως οφειλή, που αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης εγγύησης: Νοείται ότι κατά την έκδοση διατάγματος αναστολής εκτέλεσης απόφασης εναντίον του εγγυητή το δικαστήριο αναφέρει τα οικονομικά στοιχεία ή και προσδιορίζει την περιουσία για την οποία το δικαστήριο έχει ικανοποιηθεί ή για την οποία ο πιστωτής, ο εγγυητής και ο πρωτοφειλέτης συμφωνούν, ανάλογα με την περίπτωση, ότι είναι δυνατόν εκ πρώτης όψεως να ικανοποιήσει την εξ' αποφάσεως οφειλή και απαγορεύει στον πρωτοφειλέτη να αποξενώσει την προσδιοριζόμενη στο διάταγμα περιουσία ή τα οικονομικά στοιχεία, ενόσω παραμένει ανικανοποίητη η εξ' αποφάσεως οφειλή ή οποιοδήποτε μέρος της: Νοείται περαιτέρω ότι απαγόρευση εναντίον πρωτοφειλέτη να αποξενώσει περιουσία του δεν επηρεάζει τη λήψη ή υλοποίηση οποιωνδήποτε μέτρων εναντίον της περιουσίας, προς εκτέλεση άλλης προυπάρχουσας δικαστικής απόφασης εναντίον του πρωτοφειλέτη ή την εκποίησή της στα πλαίσια εκτέλεσης υποθήκης ή άλλης επιβάρυνσης που υφίστατο ήδη κατά το χρόνο της απαγόρευσης, καθώς επίσης και τη λήψη ή υλοποίηση οποιωνδήποτε μέτρων από τον πιστωτή εναντίον της περιουσίας, προς εκτέλεση της δικαστικής απόφασης που εκδόθηκε υπέρ του και εναντίον του πρωτοφειλέτη, περιλαμβανομένου και του μέτρου της εκποίησης υποθήκης ή άλλης επιβάρυνσης που παραχωρήθηκε προς εξασφάλιση της αποπληρωμής της οφειλής: Νοείται έτι περαιτέρω ότι, για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, το δικαστήριο δύναται να ικανοποιηθεί με βάση την ενώπιόν του μαρτυρία ότι ο πρωτοφειλέτης έχει την οικονομική δυνατότητα ή και περιουσία να ικανοποιήσει την εξ' αποφάσεως οφειλή που αποτελεί το αντικείμενο σύμβασης εγγύησης, εάν ο πιστωτής δεν αποδείξει- (i) ότι έχει λάβει ειδοποίηση από δικαστικό επιδότη ότι ο πρωτοφειλέτης δεν έχει κινητή περιουσία· ή (ίί) σε περίπτωση που ο οφειλέτης είναι φυσικό πρόσωπο, ότι έχει εκδοθεί διάταγμα παραλαβής ή διάταγμα πτώχευσης εναντίον του πρωτοφειλέτη δυνάμει των διατάξεων του περί Πτώχευσης Νόμου· ή (ίίi) σε περίπτωση που ο πρωτοφειλέτης είναι εταιρεία, ότι έχει εκδοθεί διάταγμα εκκαθάρισης της εταιρείας δυνάμει των διατάξεων του περί Εταιρειών Νόμου· ή (ίν) σε περίπτωση που έχει εκδοθεί διάταγμα πληρωμής του χρέους με μηνιαίες δόσεις εναντίον του πρωτοφειλέτη δυνάμει των διατάξεων του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, ότι έχει εκδοθεί διάταγμα παράβασης του σχετικού διατάγματος μηνιαίων δόσεων· ή (ν) σε περίπτωση που εξακολουθεί να υφίσταται οποιαδήποτε υποθηκευμένη ακίνητη ιδιοκτησία του πρωτοφειλέτη προς όφελος του πιστωτή, ότι αυτή δεν έχει ακόμα εκποιηθεί δυνάμει του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου. ......» Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 11 του Νόμου που διέπει την υπό κρίση αίτηση: «Αναστολή της εκτέλεσης απόφασης που διατάττεται δυνάμει των άρθρων 9 και 10, παύει να ισχύει σε περίπτωση που στα πλαίσια της διαδικασίας εκτέλεσης της απόφασης εναντίον της περιουσίας του πρωτοφειλέτη, προκύψει ότι τα οικονομικά στοιχεία και ή η περιουσία του που προσδιορίζεται στο διάταγμα αναστολής δεν ήταν ή δεν είναι ικανοποιητικά για την εκτέλεση της απόφασης: Νοείται ότι το γεγονός ότι τα οικονομικά στοιχεία ή η περιουσία δεν ήταν ή δεν είναι ικανοποιητική για την εκτέλεση της απόφασης και ότι ως εκ τούτου δέον να παύσει να ισχύει η αναστολή της εκτέλεσης της απόφασης καθ' όσον αφορά τον εγγυητή δηλώνεται και διατάσσεται από το δικαστήριο σε αίτηση που υποβάλλεται γι' αυτό το σκοπό από τον πιστωτή ή τον πρωτοφειλέτη ή και από τους δύο.» Από το περιεχόμενο του άρθρου 11 του Νόμου (ανωτέρω) προκύπτει ότι το Δικαστήριο διατάσσει την παύση αναστολής εκτέλεσης απόφασης, σ' ό,τι αφορά τον εγγυητή, νοουμένου ότι στο πλαίσιο διαδικασίας εκτέλεσης της απόφασης εναντίον της περιουσίας του πρωτοφειλέτη προκύψει ότι τα οικονομικά στοιχεία και ή η περιουσία του πρωτοφειλέτη που προσδιορίζεται στο διάταγμα αναστολής δεν ήταν ή δεν είναι ικανοποιητικά για την εκτέλεση της απόφασης. Στην προκειμένη περίπτωση, η συνάδελφος που διάταξε την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης, όπως προκύπτει από το κείμενο της απόφασης, παρότι αναφέρει πως έχει ικανοποιηθεί ότι ο πρωτοφειλέτης έχει την οικονομική δυνατότητα και ή περιουσία να ικανοποιήσει την εξ αποφάσεως οφειλή του προς τους ενάγοντες, δηλαδή τους πιστωτές, δεν αναφέρει σε τι συνίσταται είτε η οικονομική δυνατότητα είτε ακόμη και η περιουσία του πρωτοφειλέτη. Το ίδιο ισχύει και με το σχετικό διάταγμα αναστολής εκτέλεσης της απόφασης, στο οποίο προσδόθηκε ισχύς μέχρις ότου οι ενάγοντες ικανοποιήσουν τα προβλεπόμενα στο άρθρο 10
(1)(γ)(i)-(iv). Το άρθρο 10
(1)(γ)(i)-(iv) του Νόμου εκτίθεται σε άλλο σημείο (πιο πάνω) και ουσία του έγκειται στα εξής: Το Δικαστήριο θα διατάξει την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης, σ' ό,τι αφορά τον εγγυητή όταν κρίνει ότι αυτό είναι δίκαιο και ορθό, κατόπιν υποβολής σχετικής αίτησης από τον εγγυητή, νοουμένου ότι ικανοποιηθεί ότι ο πρωτοφειλέτης έχει την οικονομική δυνατότητα ή περιουσία που εκ πρώτης όψεως είναι τέτοιας αξίας ώστε να είναι αρκετή για να ικανοποιήσει την εξ αποφάσεως οφειλή, που αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης εγγύησης. Και ενώ το γενικό βάρος απόδειξης των παραπάνω φέρει ο εγγυητής, με βάση την τελευταία επιφύλαξη του εδαφίου
(1)(γ) του άρθρου 10 του Νόμου, κατά κάποιο τρόπο δημιουργείται τεκμήριο ότι ο πρωτοφειλέτης έχει την οικονομική δυνατότητα ή και περιουσία να ικανοποιήσει την εξ αποφάσεως οφειλή του, νοουμένου ότι ο πιστωτής δεν αποδείξει ότι ισχύ οτιδήποτε απ' όσα αναφέρονται διαζευκτικά στην ίδια επιφύλαξη. Ότι τα διαλαμβανόμενα - υπό (
- i)μέχρι (
- v)- στην εν λόγω επιφύλαξη δεν αποτελεί αναγκαίο όρο να ισχύουν σωρευτικά αποδεικνύεται από το γεγονός ότι μεταξύ τους παρεμβάλλεται ο διαζευκτικός σύνδεσμος «ή». Και ενώ η αποτυχία του εξ αποφάσεως πιστωτή να αποδείξει έστω και ένα από τα παραπάνω στοιχεία παρέχει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να καταλήξει σε συμπέρασμα ότι ο πρωτοφειλέτης έχει την οικονομική δυνατότητα ή και περιουσία να ικανοποιήσει την εξ αποφάσεως οφειλή του, εξ αντιδιαστολής, η απόδειξη οποιουδήποτε από αυτά τα στοιχεία οδηγεί σε αντίθετο ακριβώς συμπέρασμα. Δηλαδή, σε συμπέρασμα ότι ο πρωτοφειλέτης δεν έχει την οικονομική δυνατότητα ή και περιουσία να ικανοποιήσει την εξ αποφάσεως οφειλή του. Στην πρώτη περίπτωση, το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης, σ' ό,τι αφορά τον εγγυητή, νοουμένου ότι κρίνει ότι αυτό είναι πρώτο, δίκαιο και δεύτερο, ορθό. Στη δεύτερη περίπτωση, δεν παρέχεται στο Δικαστήριο η δυνατότητα να διατάξει την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης, σ' ό,τι αφορά τον εγγυητή, ενώ, αν υπάρχει τέτοια αναστολή εκτέλεσης της απόφασης, σε περίπτωση που στο πλαίσιο της διαδικασίας εκτέλεσης της απόφασης εναντίον της περιουσίας του πρωτοφειλέτη, προκύψει ότι τα οικονομικά του στοιχεία ή και η περιουσία του που προσδιορίζονται στο διάταγμα αναστολής δεν ήταν ή δεν είναι ικανοποιητικά για την εκτέλεση της απόφασης, το Δικαστήριο, κατά την ενάσκηση της εξουσίας που του παρέχει το άρθρο 11 του Νόμου, κατόπιν σχετικής αίτησης την οποία μπορεί να καταχωρήσει - και - ο πιστωτής οφείλει να διατάξει την παύση της αναστολής εκτέλεσης της απόφασης, σ' ό,τι αφορά τον εγγυητή. Στην προκειμένη περίπτωση, η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε από τους ενάγοντες που είναι ο «πιστωτής» με βάση τη σχετική ερμηνεία του όρου κατά το άρθρο 2 του Νόμου και με αυτή επιδιώκεται η παύση της ισχύς του διατάγματος αναστολής εκτέλεσης της εκποίησης της υποθήκης με αριθμό Υ2573/05 μέχρις ότου οι ενάγοντες ικανοποιήσουν τα κατά διαζευκτικό τρόπο προβλεπόμενα στο άρθρο 10
(1)(γ)(i)-(iv) του Νόμου. Αυτό ακριβώς είναι το περιεχόμενο του διατάγματος αναστολής, ημερομηνίας 5/2/2016 σύμφωνα με τη σχετική απόφαση, οπότε, με βάση και την προηγηθείσα ανάλυση, σε περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι οι ενάγοντες έχουν ικανοποιήσει έστω κι ένα από τα προβλεπόμενα στο άρθρο 10
(1)(γ)(i)-(iv) του Νόμου, τότε θα πρέπει να διατάξω την παύση της αναστολής εκτέλεσης της απόφασης, ημερομηνίας 8/5/2012, στο βαθμό που με αυτή διατάχθηκε η εκποίηση της υποθήκης με αριθμό Υ2573/05. Όπως αναφέρει ο ενόρκως δηλών για τους ενάγοντες στην ένορκη του δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση, οι ενάγοντες, στις 23/3/2016 συμμορφωθήκαν με το επίδικο διάταγμα αναστολής, αφού το παρουσίασαν στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου και ανέστειλαν τη διαδικασία εκποίησης της παραπάνω υποθήκης, ενώ, στις 24/3/2016 και 20/5/2016 έλαβαν ειδοποιήσεις από δικαστικούς επιδότες ότι οι εναγόμενοι 1 (δηλαδή ο πρωτοφειλέτης) δεν έχουν κινητή περιουσία, μετά από έρευνα που διεξήγαγαν, σε δύο διαφορετικές τοποθεσίες. Στον αντίποδα, η εναγόμενη 4, στη δική της ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση στην αίτηση αναφέρει ότι η ειδοποίηση του δικαστικού επιδότη δεν αναφέρει ότι οι εναγόμενοι 1 στερούνται κινητής περιουσίας. Αναπτύσσοντας τον παραπάνω ισχυρισμό της ο ευπαίδευτος δικηγόρος της, στη γραπτή του αγόρευση αναφέρει τα εξής: Τα δυο αντίγραφα ειδοποιήσεων των 2 δικαστικών επιδοτών που αφορούν τα δυο εντάλματα εκτέλεσης επί της κινητής περιουσίας των εναγόμενων 1 (πρωτοφειλέτη) αναφέρουν ότι έχουν επιστραφεί, όχι ως ανεκτέλεστα, αλλά, για το λόγο ότι ο πρωτοφειλέτης δεν έχει κινητή περιουσία - όπως επιτάσσει το άρθρο 10
(1)(γ)(i) του Νόμου - στις δοθείσες διευθύνσεις και καλεί τους ενάγοντες να υποδείξουν κινητή περιουσία των εναγόμενων 1 για να εκτελεστεί το ένταλμα κινητών, πράγμα το οποίο οι ενάγοντες φαίνεται πως δεν έπραξαν. Παρατηρώ τα εξής: Οι ενάγοντες, στις 16/3/2016 καταχώρησαν αίτηση με την οποία ζητούσαν την έκδοση εντάλματος κατάσχεσης και πώλησης της κινητής περιουσίας των εναγόμενων 1, η οποία (περιουσία), όπως αναφέρεται στην αίτηση δύναται να ευρεθεί εντός της επαρχίας Πάφου, για είσπραξη του ποσού των €82.164, συμπεριλαμβανομένων τόκων και εξόδων. Από το περιεχόμενο της υποστηρικτικής της εν λόγω αίτησης, ένορκης δήλωσης είναι φανερό, ότι οι ενάγοντες με το συγκεκριμένο μέσο εκτέλεσης, επιδίωξαν να εκτελέσουν εναντίον των εναγόμενων 1 την εκ συμφώνου απόφαση, ημερομηνίας 8/5/2012, της οποίας διατάχθηκε η αναστολή εκτέλεσης, σ' ό,τι αφορά την εναγόμενη 4, με το σχετικό διάταγμα, ημερομηνίας 5/2/2016, την παύση του οποίο επιδιώκουν οι ενάγοντες με την υπό κρίση αίτηση. Για να συνεχίσω, το σχετικό ένταλμα (υπάρχει στο φάκελο της αγωγής) εκδόθηκε στις 16/3/
- Δηλαδή αυθημερόν. Είναι γεγονός, ότι ο δικαστικός επιδότης, με σχετική ειδοποίησή του προς τους δικηγόρους των εναγόντων, ημερομηνίας 24/3/2016, τους ειδοποιεί ότι η εκτέλεση του εν λόγω εντάλματος δεν κατέστη δυνατή, επειδή οι εναγόμενοι 1 - χρεώστες στερούνται κινητής περιουσίας, υποκείμενης σε κατάσχεση, στη δοθείσα διεύθυνση (η οποία αναφέρεται). Με την ίδια ειδοποίηση υποδεικνύεται στους δικηγόρους των εναγόντων ότι εάν μέσα σε 15 μέρες από την επίδοση της ειδοποίησης αμελήσουν να υποδείξουν άλλη κινητή περιουσία (που υπόκειται σε κατάσχεση), το ένταλμα θα επιστραφεί ανεκτέλεστο. Άλλος δικαστικός επιδότης, με σχετική, επίσης, ειδοποίησή του προς τους δικηγόρους των εναγόντων, ημερομηνίας 20/5/2016, με ίδιο περιεχόμενο όπως και η πρώτη ειδοποίηση, με μόνη διαφορά τη δοθείσα διεύθυνση των εναγόμενων 1 που είναι διαφορετική στις δυο ειδοποιήσεις, τους υποδεικνύει ό,τι και ο συνάδελφός του με τη δική του ειδοποίηση. Το θέμα όμως δεν τελειώνει ως εδώ. Στο πίσω μέρος του εντάλματος υπάρχει η ακόλουθη ενυπόγραφη δήλωση/σημείωση του δικαστικού επιδότη προς τον Πρωτοκολλητή, ημερομηνίας 9/5/2016: «Το ένταλμα επιστρέφεται ανεκτέλεστο γιατί ο χρεώστης στερείται κινητής περιουσίας προς κατάσχεση.» Ακολουθεί η χειρόγραφη σημείωση «Δίνεται για εκτέλεση σε νέα διεύθυνση» και στη συνέχεια, νέα ενυπόγραφη δήλωση/σημείωση του δικαστικού επιδότη προς τον Πρωτοκολλητή, ίδια με την προηγούμενη, ημερομηνίας 14/6/
- Στο τέλος υπάρχει σφραγίδα με τη σημείωση «ΤΕΛΙΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ», ημερομηνίας 14/6/2016 και αυτή, η οποία φέρει την υπογραφή του Πρωτοκολλητή. Στη βάση όλων των παραπάνω γεγονότων/στοιχείων τίθεται το ερώτημα κατά πόσο οι ενάγοντες (πιστωτής) απέδειξαν ότι έχουν λάβει ειδοποίηση από δικαστικό επιδότη ότι οι εναγόμενοι 1 (πρωτοφειλέτης) δεν έχουν κινητή περιουσία, που για λόγους οι οποίοι αναφέρονται σε άλλο σημείο (πιο πάνω) αποτελεί αναγκαίο όρο για να διαταχθεί η παύση της αναστολής εκτέλεσης της απόφασης, σ' ό,τι αφορά την εναγόμενη 4 (εγγυητή), η οποία διατάχθηκε με το σχετικό διάταγμα, ημερομηνίας 5/2/2016, στην έκταση που ορίζεται με αυτό, που είναι μόνο η εκποίηση της υποθήκης με αριθμό Υ2573/
- Η απάντηση στο ερώτημα είναι καταφατική. Ακολουθεί το σκεπτικό: Έχοντας υπόψη ότι με βάση το άρθρο 11 του Νόμου, προκειμένου το Δικαστήριο να μπορεί να διατάξει την παύση της αναστολής εκτέλεσης της απόφασης, σ' ό,τι αφορά τον εγγυητή είναι αρκετό να αποδειχθεί ότι τα οικονομικά στοιχεία και ή η περιουσία του πρωτοφειλέτη που προσδιορίζεται στο διάταγμα αναστολής δεν ήταν ή δεν είναι ικανοποιητικά για την εκτέλεση της απόφασης, δεδομένου ότι στο επίδικο διάταγμα αναστολής, ουδεμία αναφορά υπάρχει κατά συγκεκριμένο τρόπο, είτε στα οικονομικά στοιχεία είτε στην περιουσία του πρωτοφειλέτη, στην απουσία απόδειξης εκ μέρους της εναγόμενης 4 - η οποία ενίσταται στην υπό κρίση αίτηση -, ότι οι εναγόμενοι 1 διαθέτουν οποιαδήποτε οικονομικά στοιχεία ή περιουσία που ήταν ή είναι ικανοποιητικά για την εκτέλεση της απόφασης, το μόνο λογικό συμπέρασμα που εξάγεται είναι ότι οι εναγόμενοι 1, όχι απλώς δε διαθέτουν τέτοια στοιχεία ή περιουσία που ήταν ή είναι ικανοποιητικά για την εκτέλεση της απόφασης, αλλά στερούνται οποιωνδήποτε τέτοιων στοιχείων ή περιουσίας. Ο γενικός και αόριστος ισχυρισμός της εναγόμενης 4 στην ένορκη της δήλωση η οποία υποστηρίζει την ένστασή της στην αίτηση, ότι ο πρωτοφειλέτης έχει επαρκή εισοδήματα τα οποία δύνανται να αποπληρώσουν το εξ αποφάσεως χρέος, χωρίς καθόλου αναφορά σε τι συνίστανται αυτά τα εισοδήματα και κυρίως η αξία τους, ουδόλως επηρεάζει ή αναιρεί το παραπάνω συμπέρασμά μου. Από τη στιγμή που με βάση το άρθρο 10
(1)(γ) του Νόμου, για να διαταχθεί η αναστολή εκτέλεσης της απόφασης κατόπιν αίτησης του εγγυητή, σ' ό,τι αφορά τον ίδιο, το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι ο πρωτοφειλέτης έχει την οικονομική δυνατότητα ή περιουσία που εκ πρώτης όψεως είναι τέτοιας αξίας ώστε να αρκεί για να ικανοποιήσει την εξ αποφάσεως οφειλή, τώρα που επιδιώκεται η παύση της αναστολής εκτέλεσης της απόφασης, σ' ό,τι αφορά τον εγγυητή, για να διαταχθεί αυτή, οι ενάγοντες θα πρέπει να αποδείξουν απλώς ότι έχουν λάβει ειδοποίηση από δικαστικό επιδότη, ότι οι εναγόμενοι 1 δεν έχουν κινητή περιουσία, γεγονός το οποίο και ως θέμα καθαρά Νόμου (βλ. την τελευταία επιφύλαξη του άρθρου 10
(1)(γ) του Νόμου) παρέχει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να θεωρήσει ότι ο πρωτοφειλέτης δεν έχει την οικονομική δυνατότητα ή και περιουσία να ικανοποιήσει την εξ αποφάσεως οφειλή. Σε τέτοια περίπτωση, το βάρος απόδειξης του αντιθέτου μετατίθεται στην εναγόμενη 4, η οποία οφείλει να αποδείξει με θετικό τρόπο την ύπαρξη οικονομικών στοιχείων και ή περιουσίας του πρωτοφειλέτη που ήταν ή είναι ικανοποιητικά για την εκτέλεση της απόφασης. Ειδικά επί του ισχυρισμού του κ. Φωτίου ότι οι δυο ειδοποιήσεις του δικαστικού επιδότη δεν αναφέρουν ότι το ένταλμα εκτέλεσης επί της κινητής περιουσίας του πρωτοφειλέτη έχει επιστραφεί ως ανεκτέλεστο, αλλά, επειδή αυτός δεν έχει κινητή περιουσία (όπως επιτάσσει το άρθρο 10
(1)(γ)(i) του Νόμου) στις δοθείσες διευθύνσεις, ως επίσης και ότι, ενώ με τις εν λόγω ειδοποιήσεις οι ενάγοντες κλήθηκαν να υποδείξουν κινητή περιουσία των εναγόμενων 1 για να εκτελεστεί το ένταλμα, δεν το έπραξαν, παρατηρώ τα εξής: Το περιεχόμενο και των δυο ειδοποιήσεων στις οποίες αναφέρεται ο κ. Φωτίου σε συνδυασμό με τις αντίστοιχες δηλώσεις/σημειώσεις του δικαστικού επιδότη στο ίδιο το ένταλμα, κατά τα γνώμη μου αποτελούν πλήρη απόδειξη κατά τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 10
(1)(γ)(i) του Νόμου, ότι ενάγοντες έχουν λάβει ειδοποίηση από δικαστικό επιδότη, ότι ο πρωτοφειλέτης, δηλαδή οι εναγόμενοι 1, δεν έχουν κινητή περιουσία. Καθώς ήδη έχει αναφερθεί το επίδικο ένταλμα κατάσχεσης και πώλησης της κινητής περιουσίας των εναγόμενων 1 εκδόθηκε κατόπιν αίτησης των εναγόντων, στις 16/3/
- Με βάση το περιεχόμενο της πρώτης ειδοποίησης του δικαστικού επιδότη προς του δικηγόρους των εναγόντων, ημερομηνίας 24/3/2016, οι ενάγοντες ειδοποιήθηκαν ότι οι εναγόμενοι 1 στερούνται κινητής περιουσίας, υποκείμενης σε κατάσχεση, στη δοθείσα - προφανώς από τους ενάγοντες - διεύθυνση, με την υπόδειξη προς τους ενάγοντες, ότι εάν εντός 15 ημερών από την επίδοση της ειδοποίησης αμελήσουν να υποδείξουν άλλη κινητή περιουσία η οποία υπόκειται σε κατάσχεση, τότε, το ένταλμα θα επιστραφεί ανεκτέλεστο. Οι ενάγοντες, προφανώς συμμορφώθηκαν με την παραπάνω υπόδειξη του δικαστικού επιδότη και υπέδειξαν νέα διεύθυνση των εναγόμενων 1 για σκοπούς εκτέλεσης του εντάλματος, γεγονός το οποίο επιμαρτυρείται από τα εξής: Άλλος δικαστικός επιδότης, με ανάλογη ειδοποίηση, ημερομηνίας, 20/5/2016, πληροφορεί τους δικηγόρους των εναγόντων και τους υποδεικνύει ό,τι ακριβώς και ο συνάδελφός του με τη δική του ειδοποίηση, με μόνη διαφορά τη διεύθυνση των εναγόμενων 1 που είναι διαφορετική στις δυο ειδοποιήσεις. Από τα διάφορα έγγραφα που επισυνάπτονται στο ένταλμα προκύπτει ότι αυτό επιχειρήθηκε να εκτελεστεί για πρώτη φορά από το δικαστικό επιδότη, Αυγουστίνο Παπαϊωάννου, στις 24/3/2016, στην οδό Απόλλων Θρασυμβουλίδη 10, Μεσόγη. Η καταγραφή της κινητής περιουσίας, σύμφωνα με τη σχετική κατάσταση έγινε στην παρουσία του διευθυντή των εναγόμενων 1 και του δικαστικού επιδότη, Γλαύκου Γλαύκου. Τη δεύτερη φορά ανέλαβε να εκτελέσει το ένταλμα ο δικαστικός επιδότης, Σάββας Αντωνίου, στη λεωφόρο Ποσειδώνος, στην Κάτω Πάφο. Να σημειωθεί ότι στο ένταλμα επισυνάπτεται επιστολή των δικηγόρων των εναγόντων προς τον Πρωτοκολλητή, ημερομηνίας 9/5/2016, με την οποία ζητούν όπως το ένταλμα εκτελεστεί στη διεύθυνση: καφεστιατόριο HOT CUP CAFÉ, στη λεωφόρο Ποσειδώνος στην Κάτω Πάφο, δίπλα από το ξενοδοχείο OLYMPIC LAGOON RESORT. Από τη σχετική κατάσταση καταγραφής κινητής περιουσίας είναι σαφές, ότι, το ένταλμα, αυτή τη φορά επιχειρήθηκε να εκτελεστεί στις 10/5/
- Απ' εκεί και πέρα - για να επαναλάβω -, στο πίσω μέρος του εντάλματος υπάρχουν ακόμη δυο ενυπόγραφες δηλώσεις/σημειώσεις του δικαστικού επιδότη προς τον Πρωτοκολλητή, ημερομηνίας 9/5/2016 και 14/6/2016, αντίστοιχα, σύμφωνα με τις οποίες, το ένταλμα επιστρέφεται ανεκτέλεστο γιατί ο χρεώστης στερείται κινητής περιουσίας προς κατάσχεση. Μεταξύ των δυο αυτών δηλώσεων/σημειώσεων παρεμβάλλεται η φράση «Δίνεται για εκτέλεση σε νέα διεύθυνση», την οποία προφανώς έδωσαν οι ενάγοντες. Διερωτώμαι τι άλλο θα πρεπε να πράξουν οι ενάγοντες προκειμένου να εκτελεστεί το εν λόγω ένταλμα κατάσχεσης και πώλησης της κινητής περιουσίας των εναγόμενων 1 καθώς και για να αποδείξουν τον ισχυρισμό τους ότι έλαβαν την προβλεπόμενη από το Νόμο ειδοποίηση του δικαστικού επιδότη, ότι ο πρωτοφειλέτης δεν έχει κινητή περιουσία, είτε ακόμη - ως μη όφειλαν -, ότι το περιεχόμενο της εν λόγω ειδοποίησης είναι αληθές, δεδομένου ότι το σχετικό διάταγμα αναστολής εκτέλεσης της απόφασης συναρτά την ισχύ του με την υποχρέωσή τους να ικανοποιήσουν απλώς τα κατά διαζευκτικό τρόπο προβλεπόμενα στο άρθρο 10
(1)(γ)(i)-(iv) του Νόμου, που στην προκειμένη περίπτωση θέτει επί των ώμων τους το βάρος να αποδείξουν - το οποίο απέσεισαν - ότι έχουν λάβει ειδοποίηση από δικαστικό επιδότη ότι οι εναγόμενοι 1 δεν έχουν κινητή περιουσία και όχι ότι αυτό ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Προστίθενται και τα εξής: Εάν στη βάση όλων των παραπάνω, όπως είναι η θέση της εναγόμενης 4, οι ενάγοντες δεν απέδειξαν ότι οι εναγόμενοι 1 στερούνται κινητής περιουσίας, αν υποτεθεί ότι αποτελεί θέση της ότι αυτοί διαθέτουν κινητή περιουσία - και δη, περιουσία που να υπόκειται σε κατάσχεση -, γιατί δεν την υποδεικνύει ή αναφέρει, δεδομένης και της ένστασής της στην υπό κρίση αίτηση; Στην υπόθεση Λύρα ν. Alpha Bank Limited, ECLI:CY:AD:2015:A288, Πολιτική Έφεση Αρ. 186/2010, ημερομηνίας 24/4/2015, οι εφεσίβλητοι - που είναι τράπεζα - εξασφάλισαν δικαστική απόφαση εναντίον της πρωτοφειλέτιδας και της εφεσείουσας - εγγυήτριάς της. Εξασφάλισαν ακόμη και διατάγματα με τα οποία μεταξύ άλλων διατασσόταν η πώληση ενυπόθηκου ακινήτου της πρωτοφειλέτιδας. Μετά πάροδο αρκετών ετών, το εξ αποφάσεως χρέος δεν εξοφλείτο και καταχωρήθηκε πτωχευτική αίτηση εναντίον της εφεσείουσας και η περιουσία της επιβαρύνθηκε με memo. Επειδή κατά την εφεσείουσα η αξία του ενυπόθηκου κτήματος της πρωτοφειλέτιδας υπερκάλυπτε το εξ αποφάσεως χρέος της, καταχώρησε αίτηση με την οποία, μεταξύ άλλων ζητούσε την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης. Κατά την ακρόαση της αίτησης, τέθηκε μαρτυρία ότι έγιναν δυο ανεπιτυχείς προσπάθειες για πώληση με δημόσιο πλειστηριασμό του ενυπόθηκου κτήματος της πρωτοφειλέτιδας, επειδή ουδείς αγοραστής επέδειξε ενδιαφέρον. Η αίτηση, που κατά κύριο λόγο είχε ως νομικό υπόβαθρο το Νόμο, απορρίφθηκε, επειδή δεν ικανοποιείτο η ουσιαστική προϋπόθεση του Νόμου (άρθρο 10
(1)(δ)). Συγκεκριμένα, λόγω των παραπάνω ανεπιτυχών προσπαθειών πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου της πρωτοφειλέτιδας θεωρήθηκε ότι αυτό δεν είχε την ικανότητα να καλύψει το επίδικο χρέος. Όσα ακολουθούν αποτελούν μέρος του σκεπτικού του Εφετείου το οποίο απέρριψε την έφεση κατά της εν λόγω απόφασης: Στις περιπτώσεις που καλύπτονται από το άρθρο 10 του Νόμου, παρέχεται στο Δικαστήριο ευρεία διακριτική ευχέρεια να αναστείλει την εκτέλεση απόφασης, όταν κρίνει ότι είναι «δίκαιο και ορθό». Σκοπός του νομοθέτη κατά τη θέσπιση του Νόμου και ιδιαίτερα των προνοιών του άρθρου 10
(1)(δ) - το οποίο παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο να διατάξει την αναστολή εκτέλεσης απόφασης σ' ό,τι αφορά τον εγγυητή, σε περίπτωση που υπάρχει υποθήκη επί ακινήτου ιδιοκτησίας του πρωτοφειλέτη που δεν έχει εκποιηθεί - δεν ήταν να διαιωνίζει μια κατάσταση πραγμάτων με την παραχώρηση αναστολών εκτέλεσης σε εγγυητές, όταν ένα ενυπόθηκο ακίνητο, αντικειμενικά κρίνοντας, δεν έχει ικανότητα να καλύψει το χρέος. Διαφορετικά, θα σήμαινε ότι ενόσω υπάρχει ενυπόθηκο ακίνητο, το οποίο δεν μπορεί να πωληθεί σε δημόσιο πλειστηριασμό, θα πρέπει να δίνονται εσαεί αναστολές εκτέλεσης. Κάτι τέτοιο όμως, θα ήταν παράλογο. Γι' αυτό και ο νομοθέτης έδωσε πλατειά διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο, σε κάθε περίπτωση, να βεβαιώνεται ότι, όχι μόνο είναι δίκαιο, αλλά και ορθό να αναστείλει την εκτέλεση μιας απόφασης δυνάμει του Νόμου. Το δάνειο δόθηκε το 1998, η απόφαση εκδόθηκε το 2002 και μέχρι το 2010 που εκδόθηκε η απορριπτική της αίτησης αναστολής εκτέλεσης της εν λόγω απόφασης, απόφαση, παρήλθαν 8 χρόνια και μεσολάβησαν οι δυο ανεπιτυχείς απόπειρες πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου της πρωτοφειλέτιδας. Τηρουμένων των αναλογιών, κάτι ανάλογο με τα παραπάνω ισχύει και στην περίπτωσή μας. Οι τραπεζικές διευκολύνσεις παραχωρήθηκαν το 2005, η εκ συμφώνου απόφαση εκδόθηκε το 2012 και με αυτή αναστάληκε η εκτέλεσή της για 2 χρόνια. Ακολούθως, για την εναγόμενη 4, μετά από ακρόαση αίτησης που καταχώρησε η ίδια διατάχθηκε εκ νέου η αναστολή εκτέλεσης της απόφασης σε σχέση με το διάταγμα εκποίησης της υποθήκης την οποία συνήψε με τους ενάγοντες προς περαιτέρω εξασφάλισή τους για τις διευκολύνσεις που είχαν παραχωρήσει στους εναγόμενους
- Η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε 1 και πλέον έτος μετά την έκδοση του εν λόγω διατάγματος αναστολής και στο μεταξύ, με πρωτοβουλία των εναγόντων υπήρξαν οι 2 ανεπιτυχείς προσπάθειες κατάσχεσης και πώλησης της κινητής περιουσίας των εναγόμενων 1, επειδή αυτοί στερούνται τέτοιας περιουσίας που να υπόκειται σε κατάσχεση. Για να χρησιμοποιήσω - προσαρμοσμένο ανάλογα - το λεκτικό του Εφετείου στη Λύρα (ανωτέρω), σκοπός του νομοθέτη κατά τη θέσπιση του Νόμου δεν ήταν να διαιωνίζει μια κατάσταση πραγμάτων με την παραχώρηση και διατήρηση σε ισχύ ενός διατάγματος αναστολής εκτέλεσης δικαστικής απόφασης σε εγγυητές, όταν αποδεδειγμένα δεν υπάρχει κινητή περιουσία του πρωτοφειλέτη, ικανή να καλύψει το χρέος. Είναι η κατάληξή μου για όλους τους παραπάνω λόγους, ότι οι εναγόμενοι 1 δε διαθέτουν κινητή περιουσία για εκτέλεση της εκ συμφώνου απόφασης, ημερομηνίας 8/5/
- Επομένως, ασκώντας την κατά το άρθρο 11 του Νόμου εξουσία μου διατάσσω την παύση της ισχύς της αναστολής εκτέλεσης της εν λόγω απόφασης η οποία διατάχθηκε με τη σχετική απόφαση, ημερομηνίας 5/2/
- Τα έξοδα της αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και σε βάρος της εναγόμενης
- (Υπ.) ............. Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ Subject: Civil/Other Actions /Interim (Αναφορά: Πολιτική - Αίτηση παύσης της ισχύς αναστολής εκτέλεσης απόφασης.) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο