Alpha Bank Cyprus Ltd. ν. Ρόδα Μαρία Εργοληπτική Εταιρεία Λιμιτεδ κ.α., Αριθμός Αγωγής :- 2181/2015, 4/1/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2018:A1 Στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου Ενώπιον :- Μάνθου Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Αριθμός Αγωγής :- 2181/2015 Μεταξύ :- Alpha Bank Cyprus Ltd. Ενάγουσα Και
- Ρόδα Μαρία Εργοληπτική Εταιρεία Λιμιτεδ
- Papilis Developments Limited
- Ανδρέας Λεοντίου Φιλίππου
- Ανδρέας Αναξαγόρα Εναγόμενοι Ημερομηνία Καταχώρισης της Αίτησης :- 31/10/2016 Ημερομηνία Έκδοσης της Απόφασης :- Πέμπτη 4η Ιανουαρίου 2018 Για την Ενάγουσα - Αιτήτρια :- κα. Ειρήνη Σκουζού για Πατρίκιος Παύλου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κα. Ιωάννα Στυλιανού Για τους Εναγόμενους 1 και 4 - Καθ΄ ων η Αίτηση :- κα. Νάντια Κόλιαρου για Λ. Λουκαίδου - Θεοφάνους Δ.Ε.Π.Ε. Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κος. Απόστολος Γκέβρος Ενδιάμεση Απόφαση Οι Αιτούμενες Λεπτομέρειες 1 Με την αίτηση υπό εξέταση η ενάγουσα αιτείται από το Δικαστήριο την έκδοση διατάγματος με το οποίο να διατάσσεται η εναγόμενη 1 (στο εξής θα καλείται η «εναγόμενη») όπως δώσει περισσότερες και καλύτερες λεπτομέρειες της υπεράσπισης της αναφορικά με τις ακόλουθες παραγράφους, :- 1.1 ως προς την παράγραφο 10, λεπτομέρειες αναφορικά με 1.1.1 ποιες συμβάσεις και/ή έγγραφα αναφέρονται στη συγκεκριμένη παράγραφο · 1.1.2 στο τι συνίσταται η ακυροσημότητα τους και η παράβαση των νομικών προνοιών και συγκεκριμένα ποιες νομοθετικές διατάξεις ισχυρίζεται ότι καταστρατηγούνται · 1.1.3 ποιες «συμβάσεις και πρακτικές εξωπραγματικές» αναφέρεται 1.1.3.
- με ποιο τρόπο είναι τα έγγραφα αντίθετα με τα χρηστά και συναλλακτικά ήθη και 1.1.3.
- με ποιο τρόπο είναι καταπιεστικά προς την εναγόμενη
- 1.2 ως προς τις παραγράφους 11 και 23 λεπτομέρειες αναφορικά με 1.2.1 τα ποσά[1] που αμφισβητούνται ως παράνομες υπερχρεώσεις και 1.2.1.
- σε ποιο ποσό αντιστοιχεί η καθεμία και 1.2.1.
- ποιο είναι το ποσό που η εναγόμενη 1 ισχυρίζεται ότι είναι το «χρεωστικό υπόλοιπο κατά πολύ μικρότερο των ποσών» που αναφέρονται στην παράγραφο 30 της έκθεσης απαίτησης. 1.3 ως προς την παράγραφο 12, λεπτομέρειες αναφορικά με 1.3.1 ποιους συγκεκριμένους όρους της επίδικης συμφωνίας δανείου αναφέρεται η εναγόμενη 1 ως αόριστα διατυπωμένους και ασαφείς. 1.4 ως προς την παράγραφο 19 (Α), (Β), (Γ), (Δ) και (Ζ) λεπτομέρειες αναφορικά με 1.4.1 πότε και ποιος για λογαριασμό της ενάγουσας παρέλειψε να συμβουλέψει την εναγόμενη 1 να εξασφαλίσει ανεξάρτητη νομική συμβουλή και παρείχε τις ισχυριζόμενες διαβεβαιώσεις «περί μη ύπαρξης κινδύνου» αναφορικά με την υπογραφή της συμφωνίας εκχώρησης · 1.4.2 ποιες πρόνοιες και ποια συγκεκριμένη οδηγία της Κεντρικής Τράπεζας κατ΄ ισχυρισμό παραβίασε η ενάγουσα και 1.4.2.
- ποιες ήταν οι ενέργειες ή παραλείψεις της ενάγουσας που συνιστούσαν την παραβίαση της εν λόγω οδηγίας. 1.4.3 ποιοι υπάλληλοι και/ή αντιπρόσωποι της ενάγουσας εμφανίζονταν ως σύμβουλοι επενδύσεων · 1.4.4 τι συνίστανται οι λανθασμένες συμβουλές της ενάγουσας και ποιος συγκεκριμένα έδωσε τις οδηγίες· 1.4.5 ποιες είναι οι «συμβουλές και/ή υποσχέσεις και/ή διαβεβαιώσεις» της ενάγουσας προς την εναγόμενη 1 και 1.4.5.
- από ποιον υπάλληλο και/ή αντιπρόσωπο της ενάγουσας έγιναν. 1.5 ως προς την παράγραφο 20 και συγκεκριμένα τις υποπαραγράφους με λεπτομέρειες 1.2, 1.3, 1.9 και 1.11 λεπτομέρειες αναφορικά με 1.5.1 το πότε και ποιος για λογαριασμό της ενάγουσας εκμεταλλεύτηκε καταχρηστικά τη διαπραγματευτική θέση της ενάγουσας και παρείχε και/ή δημιούργησε «εσφαλμένες και ανακριβείς συμβουλές και/ή δόλιες παραστάσεις»∙ 1.5.2 σε τι συνίσταντο οι εν λόγω συμβουλές και παραστάσεις. 1.5.3 τον ισχυρισμό της εναγόμενης 1 ότι το «επίδικο ομόλογο αποτελεί τυποποιημένο και προκατασκευασμένο έγγραφο . . . για το οποίο δεν υπήρχε δυνατότητα από την Εναγόμενη 1 να διαπραγματευτεί τους εν λόγω όρους» ως προς το κατά πόσο αποτελεί θέση της εναγόμενης 1 ότι προσπάθησε να διαπραγματευτεί τους όρους του ομολόγου με την ενάγουσα και εάν ναι ποιους όρους και ποια ήταν η αντίδραση της ενάγουσας. 2 Με την αίτηση υπό εξέταση η ενάγουσα αιτείται την έκδοση διατάγματος με το οποίο να διατάσσεται ο εναγόμενος 4 (στο εξής θα καλείται ο «εναγόμενος») όπως δώσει περισσότερες και καλύτερες λεπτομέρειες της υπεράσπισης του αναφορικά με τις ακόλουθες παραγράφους, :- 2.1 ως προς τις παραγράφους 8 και 13, λεπτομέρειες 2.1.1 σχετικά με τον ισχυρισμό ότι η ενάγουσα εξώθησε ή και παρότρυνε ή και εξανάγκασε αυτόν να υπογράψει επιστολή ημερομηνίας 28/1/2011 · 2.1.2 με ποιο τρόπο ή πράξεις έγινε αυτή η εξώθηση · 2.1.3 ποια τα γεγονότα που στηρίζουν αυτή την εξώθηση · 2.1.4 σε ποιο χρόνο έλαβαν χώρα αυτά τα γεγονότα και 2.1.5 από ποια άτομα έγιναν · 2.1.6 σε τι συνίσταται η παρανομία του σκοπού του εγγράφου εγγύησης και 2.1.7 με ποιο τρόπο ο σκοπός του αντιβαίνει την δημόσια πολιτική. 2.1.8 των ποσών [2] που αμφισβητούνται ως παράνομες χρεώσεις τόκων · 2.1.9 σε ποιο ποσό αντιστοιχεί η καθεμία και 2.1.10 του ποσού που ο εναγόμενος 4 ισχυρίζεται ότι είναι το χρεωστικό υπόλοιπο κατά πολύ μικρότερο των ποσών που αναφέρονται στην παράγραφο 30 της έκθεσης απαίτησης. 2.2 ως προς την παράγραφο 9 (Β), (Γ) και (Ι), λεπτομέρειες αναφορικά με 2.2.1 πότε και ποιος για λογαριασμό της ενάγουσας παρέλειψε να συμβουλεύσει «την εναγόμενη 1» (sic) να εξασφαλίσει ανεξάρτητη νομική συμβουλή και παρείχε τις ισχυριζόμενες διαβεβαιώσεις περί μη ύπαρξης κινδύνου αναφορικά με την υπογραφή της συμφωνίας εγγύησης· 2.2.2 ποιοι υπάλληλοι και/ή αντιπρόσωποι της ενάγουσας εμφανίζονταν ως σύμβουλοι επενδύσεων · 2.2.3 ποιες ήταν οι ισχυριζόμενες «συμβουλές και/ή παραστάσεις και/ή διαβεβαιώσεις» της ενάγουσας προς τον εναγόμενο και από ποιον υπάλληλο έγιναν. 3 Αξίζει να σημειωθεί σε αυτό το σημείο της απόφασης πως σε δύο συγκεκριμένα σημεία η διατύπωση των αιτημάτων της ενάγουσας προφανώς ακολουθεί την ίδια διατύπωση όπως αυτή της επιστολής με την οποία αρχικά ζητήθηκαν οι αιτούμενες λεπτομέρειες. Με αναφορά μάλιστα σε «.καταστάσεις που επισυνάπτονται στην παρούσα επιστολή», λαμβάνοντας δηλαδή υπόψη τις συγκεκριμένες καταστάσεις. 4 Διερωτάται πραγματικά το Δικαστήριο κατά πόσο αυτός θα ήταν και ο ενδεδειγμένος τρόπος παροχής λεπτομερειών. Με αναφορά δηλαδή όχι μόνο λεπτομερειών αλλά και παραπομπή στο οποιοδήποτε άλλο έγγραφο εκτός δικογράφου και το οποίο μάλλον εν τέλει θα αποτελεί και μέρος της μαρτυρίας η οποία θα παρουσιαστεί προς απόδειξη της αξίωσης της ενάγουσας. Βεβαίως το θέμα αυτό χρήζει εξέτασης μόνο σε περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο καταλήγει σε αποδοχή των συγκεκριμένων αιτημάτων της ενάγουσας. Εκδίκαση της Αίτησης 5 Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση ενός από τους δικηγόρους της ενάγουσας ενώ η νομική βάση της αποτελείται κυρίως από τη Δ.19 των Διαδικαστικών Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας (στο εξής θα καλούνται οι «Θεσμοί»). 6 Οι εναγόμενοι 1 και 4 καταχώρισαν από κοινού ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης με έντεκα λόγους ένστασης. Προς υποστήριξη της ένστασης ορκίζεται σχετικά δικηγόρος η οποία εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων των εναγόμενων. 7 Οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των διαδίκων αγόρευσαν σχετικά υιοθετώντας γραπτές αγορεύσεις. Ασφαλώς το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του την επιχειρηματολογία με την οποία οι ευπαίδευτοι δικηγόροι υποστήριξαν τις αντίστοιχες θέσεις τους. Επιπλέον διευκρινίζεται βεβαίως πως σε κάθε περίπτωση κατά την οποία εξετάζεται το αίτημα της ενάγουσας για παροχή λεπτομερειών το Δικαστήριο αναμφίβολα λαμβάνει υπόψη του και το ίδιο το περιεχόμενο της έκθεσης υπεράσπισης. 8 Ως προς τη νομική πτυχή της αίτησης θεωρώ πραγματικά πως καθίσταται αχρείαστο για το ίδιο το Δικαστήριο να προσθέσει οτιδήποτε στα όσα ήδη εμπεριέχονται εντός της εντυπωσιακά εμπεριστατωμένης γραπτής αγόρευσης των δικηγόρων της ενάγουσας. Παρατίθενται εντός αυτής τόσο οι γενικές αρχές του θέματος υπό εξέταση όσο και σχετικές αυθεντίες από τη νομολογία αλλά ακόμη και παραδείγματα εφαρμογής της σε πρωτόδικες αποφάσεις. Εξέταση της Αίτησης 9 Κατ΄ αρχάς διευκρινίζεται πως το Δικαστήριο εξετάζει το αίτημα της ενάγουσας διατηρώντας υπόψη του στο σύνολο του το περιεχόμενο των σχετικών δικογράφων, δηλαδή τόσο της έκθεσης απαίτησης όσο και της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης τόσο της εναγόμενης 1 όσο και του εναγόμενου
- Υπενθυμίζεται σχετικά πως η έκθεση απαίτησης αποτελείται από 15 σελίδες, η έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης της εναγόμενης 1 από 13 σελίδες ενώ το δικόγραφο του εναγόμενου 4 από 8 σελίδες. Ενώ βεβαίως δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου πως τα δικόγραφα των εναγόμενων 1 και 4, όπως και σε κάθε παρόμοια περίπτωση, δικονομικά αποτελούν απάντηση ουσιαστικά στους ισχυρισμούς της ενάγουσας. Θέτοντας το διαφορετικά, δεν θα πρέπει να αγνοείται και το αυτονόητο δεδομένο ότι συνήθως οι ισχυρισμοί εντός μιας έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης ακόμη και χωρίς να επαναλαμβάνουν τους ισχυρισμούς εντός της έκθεσης απαίτησης ασφαλώς βασίζονται σε αυτούς. 10 Αναφορικά με το αίτημα σε σχέση με την παράγραφο 10 της έκθεσης υπεράσπισης της εναγόμενης παρατηρούνται τα ακόλουθα. 10.1 Κατ΄ αρχάς αξίζει να υπενθυμίσει το Δικαστήριο τον τρόπο με τον οποίο η εναγόμενη αναφέρεται σε συμβάσεις και/ή έγγραφα εντός αυτής της παραγράφου. Ουσιαστικά ο ισχυρισμός της εναγόμενης στην παράγραφο 10, μεταξύ άλλων, είναι ότι η ενάγουσα αυθαίρετα και/ή χωρίς τη συγκατάθεση της επέβαλε και/ή χρέωσε ποσά του ισχυριζόμενου λογαριασμού βασιζόμενη σε συμβάσεις και/ή έγγραφα ανύπαρκτα και/ή άκυρα ή/και παράνομα ή/και απαγορευμένα από το Νόμο ή/και συμβάσεις και πρακτικές εξωπραγματικές κ.λ.π.. 10.2 Θεωρεί το Δικαστήριο πως το περιεχόμενο της παραγράφου 10 της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης δεν θα πρέπει να ιδωθεί απομονωμένα αλλά διατηρώντας παράλληλα υπόψη τους ισχυρισμούς της ενάγουσας εντός των παραγράφων 5, 6 και 7, ιδιαίτερα δε της παραγράφου 5 με την οποία η ενάγουσα ισχυρίζεται την ύπαρξη προφορικής συμφωνίας ως αποτέλεσμα της οποίας χορηγήθηκε πιστωτική διευκόλυνση υπό μορφή τρεχούμενου λογαριασμού. 10.3 Αναφορικά δε με το συγκεκριμένο λογαριασμό για τον οποίο υπάρχει αναφορά στην παράγραφο 10 της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης υπάρχει επίσης σχετική αναφορά και στην παράγραφο 7 με την οποία η εναγόμενη αρνείται την ύπαρξη συμφωνίας για παροχή οποιωνδήποτε διευκολύνσεων υπό μορφή τρεχούμενου λογαριασμού προσθέτοντας επίσης και ισχυρισμό ως προς το ότι «. . . η ισχυριζόμενη . . . συμφωνία είναι ανύπαρκτη»[3]. Ενώ άνευ βλάβης των ισχυρισμών της παραγράφου 7, στην παράγραφο 8 η εναγόμενη 1 ισχυρίζεται πως ακόμη και να έχει «καταρτιστεί» τέτοια προφορική συμφωνία μεταξύ των διαδίκων αυτή είναι παράνομη και άκυρη. 10.4 Επιπλέον, με την παράγραφο 9 η εναγόμενη αρνείται τους ισχυρισμούς των παραγράφων 6 και 7 της έκθεσης απαίτησης ως προς τους όρους οι οποίοι ίσχυαν κατά τον ουσιώδη χρόνο σε σχέση με συμφωνίες χορήγησης τρεχούμενου λογαριασμού. Ουσιαστικά, η εναγόμενη ισχυρίζεται πως ουδέποτε συμφώνησε με την ενάγουσα οποιουσδήποτε όρους για χορήγηση οποιουδήποτε λογαριασμού με όριο υπερανάληψης και/ή του λογαριασμού ο οποίος αναφέρεται στην παράγραφο 5 της έκθεσης απαίτησης και/ή οποιουδήποτε άλλου λογαριασμού. 10.5 Αναδεικνύεται ουσιαστικά και με τα όσα αναφέρονται πιο πάνω πως αναπόφευκτα, όπως λογικά θα αναμενόταν έχοντας υπόψη το σύστημα προβολής ισχυρισμών εντός δικογράφων, είναι δυνατό μια καλύτερη αντίληψη των ισχυρισμών της εναγόμενης να αποκτηθεί με αναφορά και στους ισχυρισμούς της ίδιας της ενάγουσας. Όπως λογικά αναμένεται να ισχύει γενικά και σε κάθε περίπτωση κατά την οποία ένας διάδικος προβάλει ισχυρισμούς προς απάντηση σε ισχυρισμούς οι οποίοι προβάλλονται στο δικόγραφο του αντιδίκου του. Όπως και στη συγκεκριμένη περίπτωση, καθώς η ενάγουσα στην παράγραφο 5 της έκθεσης απαίτησης προβάλει ισχυρισμό αναφορικά με την ύπαρξη συμφωνίας ενώ με τις παραγράφους 6 και 7 αναφέρεται στους κατ΄ ισχυρισμό όρους οι οποίοι ίσχυαν κατά τον ουσιώδη χρόνο αναφορικά με τις συμφωνίες χορήγησης τρεχούμενου λογαριασμού ή γενικότερα ως προς τους όρους αυτής της χορήγησης. 10.6 Αξιοσημείωτο βεβαίως αναφορικά με τον ισχυρισμό περί ύπαρξης συμφωνίας μεταξύ των εναγόμενων 1 και 2 και της ενάγουσας για την χορήγηση πιστωτικών διευκολύνσεων είναι και το γεγονός πως η συμφωνία αυτή περιγράφεται ως προφορική γεγονός το οποίο από μόνο του προκαλεί εντύπωση έχοντας υπόψη και την προβαλλόμενη ιδιότητα της ενάγουσας ως εταιρεία η οποία διεξάγει τραπεζικές εργασίες. 10.7 Συνεπάγεται πως συνήθως, ως εκ της φύσεως της, μια προφορική συμφωνία δεν συνδέεται με ή συνοδεύεται από οποιαδήποτε έγγραφα, δίχως βεβαίως αυτό να αποκλείεται ανάλογα βεβαίως και με τους ισχυρισμούς οι οποίοι ενδεχομένως να προβάλλονται παράλληλα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση εντός της έκθεσης απαίτησης δεν προβάλλεται ευθέως ισχυρισμός ως προς την ύπαρξη τέτοιων εγγράφων παρά και την έμμεση αναφορά στην παράγραφο 6 ως προς την ύπαρξη όρων οι οποίοι ίσχυαν κατά τον ουσιώδη χρόνο «.για τις συμφωνίες χορήγησης τρεχούμενου λογαριασμού.» δίχως όμως ακόμη και σε αυτή την περίπτωση να περιγράφονται αυτές οι συμφωνίες ως γραπτές. Ενώ στην παράγραφο 7 επαναλαμβάνεται και πάλι η αναφορά σε προφορική συμφωνία με αναφορά «.στους όρους με τους οποίους δεσμεύονται οι Εναγόμενες 1 και 2 μέσα στα πλαίσια της προφορικής συμφωνίας.» χορήγησης τρεχούμενου λογαριασμού και σε σχέση με τη λειτουργία αυτού του τρεχούμενου λογαριασμού. 10.8 Συνεπώς, αν και η ίδια η ενάγουσα δεν αναφέρεται σε γραπτή συμφωνία εντούτοις παράλληλα αναφέρεται σε όρους οι οποίοι ίσχυαν κατά τον ουσιώδη χρόνο γενικά σε σχέση με συμφωνίες χορήγησης τρεχούμενου λογαριασμού. Οι οποίοι προφανώς δεν ήταν προφορικοί. Εν μέρει ο τρόπος προβολής του ισχυρισμού ως προς την ύπαρξη μεν προφορικής συμφωνίας αλλά παράλληλα και ως προς την ύπαρξη όρων αναφορικά γενικά με τη λειτουργία συμφωνιών χορήγησης τρεχούμενου λογαριασμού και συνεπώς κατ΄ επέκταση και του τρεχούμενου λογαριασμού ο οποίος χορηγήθηκε βάσει του ισχυρισμού περί προφορικής συμφωνίας στην παράγραφο 5 της έκθεσης απαίτησης εύλογα δημιουργεί τουλάχιστον την εντύπωση ύπαρξης και κάποιων εγγράφων εντός των οποίων να καταγράφονται όροι σε σχέση με τόκους, δηλαδή επιτόκιο, προσαύξηση και τόκους υπερημερίας. Δίχως όμως η ίδια η ενάγουσα να αναφέρεται συγκεκριμένα σε τέτοια έγγραφα. Παραδόξως όμως η ίδια η ενάγουσα καλεί την εναγόμενη όπως παρουσιάσει λεπτομέρειες αναφορικά είτε με κάποια έγγραφα είτε με τα ίδια τα έγγραφα η ύπαρξη των οποίων εύλογα προκύπτει ως αποτέλεσμα της προβολής των δικών της ισχυρισμών. 10.9 Επομένως, διατηρώντας υπόψη πως η ενάγουσα δεν αναφέρεται σε οποιαδήποτε έγγραφα ή συμβάσεις, με την έννοια βεβαίως γραπτών συμβάσεων, όντως, εκ πρώτης όψεως τουλάχιστον, προκαλεί απορία η αναφορά εντός της παραγράφου 10 της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης σε έγγραφα και/ή συμβάσεις έστω και εάν δεν αποκλείεται η αναφορά σε «συμβάσεις» να συνδέεται όχι με γραπτές αλλά προφορικές συμβάσεις. 10.10 Εντούτοις, εντός της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης δεν προβάλλεται ισχυρισμός συνδεδεμένος με τον ισχυρισμό άρνησης της ύπαρξης της προφορικής συμφωνίας χορήγησης τρεχούμενου λογαριασμού εξαιτίας της ύπαρξης οποιωνδήποτε εγγράφων τα οποία να διαψεύδουν ή να αναιρούν τον ισχυρισμό ως προς την ύπαρξη αυτής της συμφωνίας. Ενώ παράλληλα δεν είναι δυνατό να αγνοηθεί και η διαζευκτική περιγραφή των εγγράφων ως «ανύπαρκτα». Η εντύπωση η οποία εύλογα δημιουργείται είναι ότι οι ισχυρισμοί της εναγόμενης στην παράγραφο 10 κυρίως έχουν σχέση με αυθαίρετες χρεώσεις στον κατ΄ ισχυρισμό τρεχούμενο λογαριασμό και ότι τα ποσά τα οποία διεκδικούνται από την ενάγουσα βασίζονται «. . . σε συμβάσεις και έγγραφα ανύπαρκτα και/ή άκυρα ή/ και παράνομα. . . » καθότι η ίδια η ενάγουσα με τον τρόπο προβολής των δικών της ισχυρισμών αναφορικά με την ύπαρξη όρων οι οποίοι ίσχυαν κατά τον ουσιώδη χρόνο εύλογα δημιουργεί την εντύπωση ως προς την ύπαρξη κάποιων εγγράφων ή ακόμη και συμβάσεων στην περίπτωση κατά την οποία χορηγείται πιστωτική διευκόλυνση υπό μορφή τρεχούμενου λογαριασμού έστω βάσει και προφορικής συμφωνίας. 10.11 Περισσότερη σημασία έχει δηλαδή ο κεντρικός ισχυρισμός της παραγράφου
- Ότι δηλαδή η ενάγουσα αυθαίρετα και/ή χωρίς τη συγκατάθεση της επέβαλε και/ή χρέωσε ποσά του ισχυριζόμενου λογαριασμού τα οποία διεκδικεί με την αγωγή της έστω και εάν αυτός ο ισχυρισμός συνδέεται με συμβάσεις και/ή έγγραφα ανύπαρκτα και/ή άκυρα και/ή παράνομα και/ή απαγορευμένα. Βεβαίως πέραν και από την αναφορά σε έγγραφα και/ή συμβάσεις εντός της παραγράφου 10 της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης ο ισχυρισμός ως προς την επιβολή και χρέωση ποσών συνδέεται και με άλλες αιτίες. Όπως, παραδείγματος χάριν, την καταστρατήγηση των διατάξεων του περί τόκου Νόμου. Ενώ βεβαίως ο ισχυρισμός δεν περιορίζεται σε συμβάσεις αλλά και σε πρακτικές περιγραφόμενες ως εξωπραγματικές ή/και αντίθετες με τα χρηστά και συναλλακτικά ήθη. Συμπλέκεται δηλαδή η αναφορά σε συμβάσεις - ενδεχομένως γραπτές - με ούτω καλούμενες πρακτικές οι οποίες όμως και πάλι δεν παύουν να έχουν σχέση με συμβάσεις ή έγγραφα. 10.12 Διατηρώντας υπόψη τα όσα αναφέρονται πιο πάνω διαπιστώνεται πως είναι ο αόριστος τρόπος διατύπωσης της παραγράφου 6 της έκθεσης απαίτησης ως προς την ύπαρξη όρων οι οποίοι ίσχυαν σε σχέση με την προφορική συμφωνία ο οποίος οδήγησε και στην εκ πρώτης όψεως αόριστη διατύπωση της παραγράφου 10 της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης, ιδιαίτερα δε με αναφορά σε έγγραφα στα οποία ούτε καν η ίδια η ενάγουσα αναφέρεται εντός των σχετικών παραγράφων της έκθεσης απαίτησης. Η οποιαδήποτε σύγχυση η οποία προκαλείται δυσχεραίνοντας τη δυνατότητα όντως να γίνει αντιληπτός ο ισχυρισμός της εναγόμενης αναφορικά με την όλη βάση επί της οποίας η εναγόμενη ισχυρίζεται πως η ενάγουσα στηρίχτηκε για την επιβολή και χρέωση ποσών στον κατ΄ ισχυρισμό τρεχούμενο λογαριασμό προκύπτει κυρίως και από τη συγκεκριμένη διατύπωση της παραγράφου 6 της έκθεσης απαίτηση. Επομένως, πραγματικά δεν είναι δυνατό να κριθεί ως δικαιολογημένο το αίτημα της ενάγουσας για παροχή λεπτομερειών σε σχέση με την παράγραφο 10 της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης όπως αυτό διατυπώνεται εντός της αίτησης της για λεπτομέρειες. 11 Αναφορικά με το αίτημα σε σχέση με τις παραγράφους 11 και 23 της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης της εναγόμενης ουσιαστικά αυτό επηρεάζεται με τον ίδιο τρόπο από τα όσα αναφέρονται πιο πάνω εφόσον η θέση η οποία προβάλλεται εντός της παραγράφου 11 έχει και πάλι σχέση με τη χρέωση οφειλόμενων ποσών, υπερχρεώσεις τόκων, τόκου επί τόκου, τόκους υπερημερίας και άλλες επιβαρύνσεις. Προς απάντηση και πάλι ουσιαστικά των όσων αναφέρονται σχετικά στην παράγραφο 6 της έκθεσης απαίτησης ως προς τις χρεώσεις για τον κατ΄ ισχυρισμό τρεχούμενο λογαριασμό. Ενώ ως προς το αίτημα για λεπτομέρειες αναφορικά με το χρεωστικό υπόλοιπο «κατά πολύ μικρότερο των ποσών» που αναφέρονται στην παράγραφο 30 της έκθεσης απαίτησης, υπενθυμίζεται πως ο βασικός ισχυρισμός της εναγόμενης 1 είναι ως προς το ότι δεν οφείλεται οποιοδήποτε ποσό υπό μορφή χρεωστικού υπολοίπου ενώ όπως προβάλλεται διαζευκτικά ακόμη και να οφείλεται οποιοδήποτε ποσό (εάν δηλαδή η ενάγουσα καταφέρει να αποδείξει την αξίωση της αναφορικά με την ύπαρξη τρεχούμενου λογαριασμού και οφειλόμενου υπολοίπου) τότε αυτό είναι κατά πολύ μικρότερο του ποσού της αξίωσης. Πραγματικά έχοντας υπόψη τον διαζευκτικό τρόπο προβολής της θέσης της εναγόμενης 1 σε συνάρτηση με τη βασική της θέση ως προς την μη ύπαρξη τρεχούμενου λογαριασμού ή υπολοίπου αυτού δεν κρίνεται δικαιολογημένο το αίτημα της ενάγουσας ως προς το να δεσμευτεί ουσιαστικά η εναγόμενη 1 αναφορικά με ένα ποσό ή μέρους αυτού του ποσού το οποίο η ίδια η ενάγουσα θα πρέπει να στοιχειοθετήσει προς απόδειξη της αξίωσης της. 12 Βεβαίως αναφορικά με το χρεωστικό υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού δανείου η θέση της εναγόμενης προβάλλεται μετά από την παράγραφο 11 της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης της έστω και εάν εντός και αυτής της παραγράφου υπάρχει αναφορά σε «ισχυριζόμενα οφειλόμενα ποσά». Όμως και εντός της παραγράφου 11 υπάρχει αναφορά στους επίδικους λογαριασμούς στον πληθυντικό ενώ η άρνηση της παραγράφου 30 στην παράγραφο 23 της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης συμπεριλαμβάνει και άρνηση του χρεωστικού υπολοίπου και του επίδικου λογαριασμού δανείου. 13 Επίσης σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται εντός της παραγράφου 12 της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης πέραν από άρνηση των ισχυρισμών εντός των παραγράφων 9, 10, 11, 12, 13 και 14 της έκθεσης απαίτησης όπου προβάλλονται οι ισχυρισμοί της ενάγουσας σε σχέση με την επίδικη συμφωνία δανείου, η εναγόμενη προβάλει ισχυρισμούς αναφορικά με την ακυρότητα της συγκεκριμένης συμφωνίας και με αναφορά σε επιφύλαξη αναφοράς στους όρους της συγκεκριμένης συμφωνίας. Εντούτοις ούτε και σε αυτή την περίπτωση η προσέγγιση του Δικαστηρίου είναι διαφορετική καθώς δεν κρίνεται δικαιολογημένη η παροχή λεπτομερειών είτε ατομικά αναφορικά με τα ποσά τα οποία αμφισβητούνται ως παράνομες υπερχρεώσεις και σε ποιο ποσό αντιστοιχεί η καθεμία, καθότι όπως κρίνεται αυτό αποτελεί μαρτυρία η οποία θα παρουσιαστεί κατά την ακροαματική διαδικασία της αγωγής, είτε ως προς το συγκεκριμένο ποσό το οποίο η εναγόμενη έστω και αόριστα ισχυρίζεται διαζευκτικά ως το χρεωστικό υπόλοιπο κατά πολύ μικρότερο του ποσού το οποίο αναφέρεται στην παράγραφο 30 της έκθεσης απαίτησης σε σχέση με το επίδικο δάνειο. 14 Ουσιαστικά η χρήση στην παράγραφο 23 της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης παράλληλα συζευκτικού και διαζευκτικού ισχυρισμού (και/ή) στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν συνάδει με την άρνηση οφειλής η οποία προηγείται, μάλιστα προκαλώντας και σύγχυση. Δηλαδή, δεν νοείται να μην οφείλεται οποιοδήποτε χρεωστικό υπόλοιπο και οποιοδήποτε χρεωστικό υπόλοιπο οφείλεται να είναι κατά πολύ μικρότερο. Ουσιαστικά βάσει μίας συνολικής ανάγνωσης της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης η θέση η οποία προβάλλεται είναι ότι δεν οφείλεται οποιοδήποτε χρεωστικό υπόλοιπο ή εάν αυτό οφείλεται τότε αυτό είναι κατά πολύ μικρότερο των ποσών που αναφέρονται στην παράγραφο 30 της έκθεσης απαίτησης. 15 Αναφορικά με το αίτημα σε σχέση με την παράγραφο 12 της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης κρίνεται πως αυτό δεν δικαιολογείται καθότι η εναγόμενη 1 διασαφηνίζει ήδη με το περιεχόμενο της παραγράφου 12 σε ποιους όρους αναφέρεται ως αόριστα διατυπωμένους και ασαφείς. Όπως αναφέρεται συγκεκριμένα «. . . οι όροι ή και πρόνοιες της επίδικης συμφωνίας που αναφέρεται (sic) στο επιτόκιο ή και τον τόκο με τον οποίο θα εβαρύνετο ο επίδικος λογαριασμός είναι όροι διατυπωμένοι με αόριστο ή και ασαφή τρόπο . . . ». 16 Αναφορικά με το αίτημα σε σχέση με την παράγραφο 19 (Α), (Β), (Γ), (Δ) και (Ζ) το Δικαστήριο κρίνει ότι δικαιολογείται η έκδοση διατάγματος για παροχή λεπτομερειών αναφορικά με το χρόνο και τα άτομα τα οποία παρέλειψαν να συμβουλέψουν την εναγόμενη 1 να εξασφαλίσει ανεξάρτητη νομική συμβουλή και παρείχε τις ισχυριζόμενες διαβεβαιώσεις «περί μη ύπαρξης κινδύνου» αναφορικά με την υπογραφή της συμφωνίας εκχώρησης. Διατηρώντας υπόψη ότι ουσιαστικά αυτό το οποίο ζητείται είναι το όνομα ή τα ονόματα ατόμου ή ατόμων το οποίο ή των οποίων η ενάγουσα προφανώς κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν η εργοδότρια δεν διαπιστώνεται να προκύπτει οποιοσδήποτε λόγος βάσει σχετικής νομολογίας έτσι ώστε να μην επιτρέπεται η αποκάλυψη του ονόματος ή ονομάτων των συγκεκριμένων ατόμων εφόσον αυτό το οποίο ζητείται δεν διαπιστώνεται εκ πρώτης όψεως να είναι η αποκάλυψη ονόματος ή ονομάτων μάρτυρος ή μαρτύρων της εναγόμενης (βλ. σχετικά Θεμιστοκλέους ν. Χρ. Γεωργιάδης Λτδ
(2000)1 Α. Α. Δ. 157). Ακόμη και να θεωρηθεί ως σχετικός ο όγδοος λόγος ένστασης ως προς το ότι η ενάγουσα ζητάει λεπτομέρειες για γεγονότα τα οποία ήδη γνωρίζει ανεξαρτήτως και εάν θα μπορούσε η ενάγουσα να μαντέψει ουσιαστικά τα άτομα τα οποία χειρίστηκαν την οποιαδήποτε συναλλαγή με την εναγόμενη 1 (παραδείγματος χάριν, λαμβάνοντας υπόψη τα άτομα τα οποία υπέγραψαν τη συμφωνία εκχώρησης) εντούτοις διαφορετικό είναι βεβαίως να τοποθετείται ευθέως η εναγόμενη ως προς το άτομο ή τα άτομα τα οποία όντως διέπραξαν τα όσα η ίδια ισχυρίζεται εντός της έκθεσης υπεράσπισης της. 17 Αναφορικά όμως με το αίτημα για παροχή λεπτομερειών σε σχέση με τις πρόνοιες και την οδηγία της Κεντρικής Τράπεζας την οποία κατ΄ ισχυρισμό παραβίασε η ενάγουσα και ποιες ήταν οι ενέργειες ή παραλείψεις της ενάγουσας που συνιστούσαν την παραβίαση της συγκεκριμένης οδηγίας κατ΄ αρχάς υπενθυμίζεται πως εντός της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης η εναγόμενη δεν αναφέρεται σε οποιεσδήποτε πρόνοιες ή σε οδηγία της Κεντρικής Τράπεζας στον ενικό αλλά σε εγκυκλίους και/ οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας, δηλαδή στον πληθυντικό. Δηλαδή η ενάγουσα ουσιαστικά προκαθορίζει ότι η θέση της εναγόμενης βασίζεται σε μία μόνο οδηγία της Κεντρικής Τράπεζας ενώ σαφώς η αναφορά στην παράγραφο 19 (Γ) της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης είναι στον πληθυντικό. Πέραν αυτού του δεδομένου όμως ο ισχυρισμός εντός της συγκεκριμένης υποπαραγράφου της παραγράφου 19 είναι ότι η παραχώρηση των τραπεζικών διευκολύνσεων και/ή του δανείου έγινε αντίθετα με το γράμμα και/ή το πνεύμα των εγκυκλίων και/ή οδηγιών της Κεντρικής Τράπεζας ενώ όπως διευκρινίζεται σχετικά αλλά και χρονικά η εναγόμενη αναφέρεται στις εγκυκλίους και/ή οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας αναφορικά με δανειοδοτήσεις οι οποίες «. . . ίσχυαν κατά τον ουσιώδη χρόνο. . . ». 18 Πραγματικά το Δικαστήριο θεωρεί πως οι λεπτομέρειες οι οποίες ζητούνται αποτελούν μαρτυρία την οποία η εναγόμενη δεν έχει υποχρέωση αλλά ούτε και θα ήταν δικονομικά ενδεδειγμένο να συμπεριλάβει στο δικόγραφο της. Αρκεί η ένδειξη η οποία υπάρχει εντός της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης και η οποία καθορίζει τόσο το αντικείμενο των εγκυκλίων και/ή οδηγιών όσο και το χρονικό πλαίσιο τους. Ως προς το αίτημα για τις ενέργειες ή παραλείψεις της ενάγουσας οι οποίες συνιστούσαν παραβίαση «. . . της εν λόγω οδηγίας» πέραν και πάλι της ανακριβούς αναφοράς σε οδηγία στον ενικό παραγνωρίζεται ουσιαστικά ότι η εναγόμενη καθορίζει πως η παράλειψη της ενάγουσας ήταν η αποκάλυψη και/ή επεξήγηση στην εναγόμενη της ύπαρξης και της σημασίας των συγκεκριμένων εγκυκλίων και/ή οδηγιών. Συνεπώς δεν δικαιολογείται η έκδοση διατάγματος παροχής λεπτομερειών αναφορικά με αυτό το θέμα. 19 Αναφορικά όμως με το αίτημα σε σχέση με το από τι συνίστανται οι λανθασμένες συμβουλές της ενάγουσας και ποιος συγκεκριμένα έδωσε τις οδηγίες πέραν και από το δεδομένο ότι ήδη το Δικαστήριο κρίνει πως η αποκάλυψη της ταυτότητας του ατόμου ή ακόμη και των ατόμων τα οποία έδωσαν τις οδηγίες υπό μορφή λεπτομερειών είναι δικαιολογημένη επιπλέον θα μπορούσε να κριθεί ορθό επίσης όπως η εναγόμενη δώσει λεπτομέρειες και σε σχέση ακριβώς με το είδος ουσιαστικά των λανθασμένων συμβουλών οι οποίες είχαν δοθεί. Όμως το Δικαστήριο θεωρεί πως το είδος αυτών των λανθασμένων συμβουλών ήδη καθορίζεται εντός της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης και συγκεκριμένα στην υποπαράγραφο (Β) της παραγράφου 19 καθότι όπως εκεί αναφέρεται τα άτομα τα οποία εμφανίζονταν ως σύμβουλοι επενδύσεων παρουσίασαν στην εναγόμενη πως δεν διέτρεχε κανένα κίνδυνο σε σχέση με την επίδικη συμφωνία εκχώρησης (αναφορικά με την οποία συμφωνία στην παράγραφο 19 προβάλλεται θέση ότι είναι παράνομη και/ή άκυρη και/ή ανεφάρμοστη για τους λόγους οι οποίοι αναφέρονται στις υποπαραγράφους της παραγράφου 19) καθότι δεν θα πλήρωναν οποιοδήποτε ποσό και/ή ότι ήταν πλήρως εξασφαλισμένη με τον τρόπο τον οποίο γινόταν η διαδικασία έτσι ώστε να μην αναγκαστεί ποτέ να πληρώσει οποιοδήποτε ποσό για το δάνειο εφόσον η ενάγουσα θα ήταν πλήρως εξασφαλισμένη από τη συγκεκριμένη σύμβαση εκχώρησης. Το ίδιο βεβαίως ισχύει σε σχέση με το αίτημα για λεπτομέρειες αναφορικά με τις συμβουλές ή υποσχέσεις ή διαβεβαιώσεις της ενάγουσας προς την εναγόμενη, σε σχέση βεβαίως και πάλι με την επίδικη συμφωνία εκχώρησης. Συνεπώς, η έγκριση του Δικαστηρίου αναφορικά με αυτό το μέρος του αιτήματος της ενάγουσας περιορίζεται στην παροχή λεπτομερειών αναφορικά με το χρονικό σημείο παράλειψης συμβουλής εξασφάλισης ανεξάρτητης νομικής συμβουλής και παροχή των κατ΄ ισχυρισμό διαβεβαιώσεων «περί μη ύπαρξης κινδύνου» αναφορικά με την υπογραφή της συμφωνίας εκχώρησης και το άτομο το οποίο παρέλειψε να συμβουλεύσει την εναγόμενη για εξασφάλιση ανεξάρτητης νομικής συμβουλής και τα άτομα τα οποία εμφανιζόμενα ως σύμβουλοι επενδύσεων έδωσαν συμβουλές ή υποσχέσεις η διαβεβαιώσεις προς την εναγόμενη υπό την ιδιότητα τους ως υπάλληλοι και/ή αντιπρόσωποι της ενάγουσας. 20 Αναφορικά με το αίτημα σε σχέση με την παράγραφο 20 της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης με το οποίο ζητούνται ουσιαστικά λεπτομέρειες σε σχέση με ορισμένες από τις λεπτομέρειες τις οποίες ήδη παραθέτει η εναγόμενη εντός των υποπαραγράφων 1.1 έως και 1.12 και οι οποίες έχουν σχέση με την υπογραφή του επίδικου ομολόγου ημερομηνίας 28/01/2011 ως αποτέλεσμα της κατ΄ ισχυρισμό απόκρυψης ουσιωδών στοιχείων από την ενάγουσα ή ως αποτέλεσμα των παραστάσεων της ενάγουσας παρατηρούνται τα εξής. 21 Κατ΄ αρχάς το αίτημα περιορίζεται σε συγκεκριμένες υποπαραγράφους, δηλαδή τις υποπαραγράφους 1.2, 1.3, 1.9 και 1.11 και στόχο έχει την παροχή επιπρόσθετων ουσιαστικά λεπτομερειών αναφορικά με το χρονικό σημείο (πότε) και ταυτότητα του ατόμου (ποιος) το οποίο εκμεταλλεύτηκε καταχρηστικά τη διαπραγματευτική θέση της ενάγουσας και παρείχε και/ή δημιούργησε εσφαλμένες και ανακριβείς δηλώσεις και/ή δόλιες παραστάσεις αλλά και διευκρίνιση των λεπτομερειών ως προς το τι συνίσταντο οι συγκεκριμένες συμβουλές και παραστάσεις. 22 Βεβαίως στην υποπαράγραφο 1.9 της παραγράφου 20 της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης υπάρχει ισχυρισμός ως προς το ότι το επίδικο ομόλογο ήταν αποτέλεσμα εσφαλμένων ή και ανακριβών συμβουλών ή και παραστάσεων ή και δηλώσεων ή και προτροπών της ενάγουσας ή και των υπαλλήλων ή και υπηρετών της προς την εναγόμενη ενώ στην υποπαράγραφο 1.11 υπάρχει αναφορά και σε κακοπιστία ή και δόλο ή και αμέλεια ή και λάθους ως προς τις συμβουλές οι οποίες δόθηκαν στην εναγόμενη
- 23 Επιπλέον, ο βασικός ισχυρισμός της παραγράφου 20 - όπως καταγράφεται πριν και από την παράθεση λεπτομερειών η οποία ακολουθεί - είναι αυτός ο οποίος προηγείται της παράθεσης των λεπτομερειών. Ότι δηλαδή το επίδικο ομόλογο υπογράφηκε από την εναγόμενη και αυτή συμφώνησε να παραχωρήσει το επίδικο ομόλογο και να υπογράψει όλα τα σχετικά έγγραφα ως αποτέλεσμα απόκρυψης ουσιωδών στοιχείων από την ενάγουσα και/ή ως αποτέλεσμα των παραστάσεων στις οποίες είχε προβεί η ενάγουσα. 24 Ως προς το πρώτο σημείο σε σχέση με το οποίο ζητούνται λεπτομέρειες πραγματικά το Δικαστήριο θεωρεί πως η αναφορά στην υποπαράγραφο 1.3 δεν αποτελεί ισχυρισμό σε σχέση με τον οποίο να κρίνεται ορθή η έκδοση διαταγής για παροχή των επιπρόσθετων ουσιαστικά λεπτομερειών ή του είδους λεπτομερειών οι οποίες ζητούνται. Ο ισχυρισμός έχει σχέση με το περιεχόμενο του επίδικου ομολόγου ενώ η αναφορά σε υπογραφή του ως προϊόν κατάχρησης της διαπραγματευτικής θέσης της ενάγουσας είναι γενική δίχως αυτή να χρήζει διευκρίνισης με αναφορά σε συγκεκριμένο άτομο ή ακόμη και σε χρονικό σημείο υπογραφής του επίδικου ομολόγου εφόσον ο ισχυρισμός ο οποίος προβάλλεται πέραν και από το γεγονός ότι τόσο οι όροι όσο και η υπογραφή του συγκεκριμένου ομολόγου είναι προϊόν κατάχρησης της διαπραγματευτικής θέσης της ενάγουσας δεν έχει σχέση με συγκεκριμένες ενέργειες κάποιου ή κάποιων ατόμων αλλά σε σχέση με το περιεχόμενο του συγκεκριμένου εγγράφου υπό μορφή καταχρηστικών, παράνομων, άκυρων, αυθαίρετων και καταπιεστικών όρων για τα δικαιώματα της εναγόμενης. 25 Βεβαίως υπάρχει αναφορά στην υποπαράγραφο 1.9 ως προς το ότι η παραχώρηση του επίδικου ομολόγου ήταν αποτέλεσμα εσφαλμένων ή και ανακριβών συμβουλών ή και παραστάσεων ή και δηλώσεων και προτροπών της ενάγουσας ή των υπαλλήλων ή και υπηρετών της προς την εναγόμενη ή και αποτέλεσμα ψευδών ή και δόλιων παραστάσεων ή και δηλώσεων ή και συμβουλών της ενάγουσας προς την εναγόμενη. Αυτό το οποίο δεν υπάρχει όμως είναι άμεση σύνδεση των δύο ισχυρισμών όπως αυτοί παρατίθενται εντός της αίτησης με την οποία ζητούνται λεπτομέρειες. Σύνδεση δηλαδή του ισχυρισμού ως προς το ότι το επίδικο ομόλογο ήταν προϊόν κατάχρησης της διαπραγματευτικής θέσης της ενάγουσας και ότι κάποιος σε κάποιο χρονικό σημείο εκμεταλλεύτηκε καταχρηστικά αυτή τη διαπραγματευτική θέση της ενάγουσας έτσι ώστε να παρείχε «εσφαλμένες και ανακριβείς συμβουλές και/ή δόλιες παραστάσεις». Εντούτοις τόσο στην υποπαράγραφο 1.3 όσο και στην υποπαράγραφο 1.9 η αναφορά σε υπογραφή του επίδικου ομολόγου, ή παραχώρηση του, έχει σχέση με την υπογραφή του επίδικου ομολόγου ως αποτέλεσμα, στην πρώτη περίπτωση, της κατάχρησης της διαπραγματευτικής θέσης της ενάγουσας ή στη δεύτερη περίπτωση, ως αποτέλεσμα των, όπως περιγράφονται πιο πάνω, συμβουλών ή παραστάσεων ή δηλώσεων ή προτροπών κάποιων ατόμων. 26 Όπως διαπιστώνεται από το Δικαστήριο, μετά και από προσεχτικό έλεγχο όλων των υποπαραγράφων της παραγράφου 20 της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης, η πραγματικότητα είναι ότι παρά και την αναφορά στην υποπαράγραφο 1.11 ως προς το ότι η ενάγουσα «.κακόπιστα ή και δόλια ή και αμελώς ή και εσφαλμένα.» συμβούλευσε την εναγόμενη ότι γενικά ήταν προς όφελος της να παρείχε το επίδικο ομόλογο δεν υπάρχει όντως περιγραφή των κατ΄ ισχυρισμό συμβουλών ή παραστάσεων. Παρά και την κατ΄ επανάληψη αναφορά ως προς την ύπαρξη αυτών των συμβουλών και παραστάσεων στις υποπαραγράφους 1.6, 1.7, 1.9 και 1.
- 27 Κρίνεται δηλαδή δικαιολογημένο το αίτημα για λεπτομέρειες αναφορικά με το σε τι συνίσταντο οι συγκεκριμένες συμβουλές και παραστάσεις. Επίσης, διατηρώντας υπόψη μία συνολική αντίληψη των όσων αναφέρονται εντός των υποπαραγράφων της παραγράφου 20, επίσης δικαιολογημένο κρίνεται το αίτημα αναφορικά με το χρονικό σημείο και την ταυτότητα του ατόμου δηλαδή ως προς το πότε και ποιο άτομο εκμεταλλεύτηκε καταχρηστικά τη διαπραγματευτική θέση της ενάγουσας και παρείχε ή δημιούργησε εσφαλμένες και ανακριβείς συμβουλές και/ή δόλιες παραστάσεις. 28 Αναφορικά όμως με το αίτημα για λεπτομέρειες σε σχέση με τον ισχυρισμό της εναγόμενης ότι το «επίδικο ομόλογο αποτελεί τυποποιημένο και προκατασκευασμένο έγγραφο . . . για το οποίο δεν υπήρχε δυνατότητα από την Εναγόμενη 1 να διαπραγματευτεί τους εν λόγω όρους», ως προς το κατά πόσο αποτελεί θέση της εναγόμενης 1 ότι προσπάθησε να διαπραγματευτεί τους όρους του ομολόγου με την ενάγουσα και εάν ναι ποιους όρους και ποια ήταν η αντίδραση της ενάγουσας, το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτό το μέρος του αιτήματος δεν δικαιολογείται καθώς ουσιαστικά η ενάγουσα αιτείται λεπτομέρειες αναφορικά με ισχυρισμό ή θέση η οποία δεν προβάλλεται καν από την εναγόμενη έτσι ώστε να παρέχεται η δυνατότητα έκδοσης διαταγής για την παροχή λεπτομερειών. Το κατά πόσο η εναγόμενη θα ισχυριστεί κατά την ακροαματική διαδικασία ότι αποπειράθηκε να διαπραγματευτεί τους όρους του ομολόγου με την ενάγουσα δεν αποκλείεται καθότι αυτός ο ισχυρισμός εντάσσεται εντός της δικογραφημένης θέσης ως προς την απουσία της δυνατότητας διαπραγμάτευσης των όρων του ομολόγου. Παράλληλα παρέχεται και η δυνατότητα σε περίπτωση προβολής τέτοιου ισχυρισμού για την αντεξέταση του οποιουδήποτε μάρτυρα επί του θέματος αναφορικά με το κατά πόσο ο ίδιος προσπάθησε να διαπραγματευτεί τους όρους του ομολόγου και εάν όντως αυτό συνέβη σε σχέση με ποιους όρους καταβλήθηκε αυτή η προσπάθεια ως επίσης και ποια ήταν η αντίδραση της ενάγουσας στη συγκεκριμένη περίπτωση. Όλα αυτά όμως αποτελούν θέματα μαρτυρίας η οποία ενδεχομένως να προκύψει σε περίπτωση κατά την οποία όντως η εναγόμενη μέσω της μαρτυρίας την οποία θα παρουσιάσει θα προβάλει επίσης τέτοιους ισχυρισμούς. Σε αυτό το στάδιο η εναγόμενη δεν προβάλει τέτοιο ισχυρισμό ή θέση εντός του δικογράφου της. 29 Στη συνέχεια το Δικαστήριο θα εξετάσει το αίτημα της ενάγουσας για λεπτομέρειες σε σχέση με το δικόγραφο του εναγόμενου
- Ως προς τις παραγράφους 8 και 13 της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης του εναγόμενου διατηρείται υπόψη του Δικαστηρίου πως ασφαλώς οι ισχυρισμοί εντός της παραγράφου 8 προβάλλονται άνευ βλάβης σε σχέση με τους ισχυρισμούς της ενάγουσας στην παράγραφο 15 της έκθεσης απαίτησης τους οποίους ο εναγόμενος αρνείται με την παράγραφο 7 του δικογράφου του απορρίπτοντας την αποστολή της σχετικής επιστολής από την ενάγουσα ή την αποδοχή του περιεχομένου της ή υπογραφή της ή εξήγηση του περιεχομένου της προς τον ίδιο. Εντός της παραγράφου 8 αναφέρεται ο εναγόμενος σε εξώθηση ή παρότρυνση ή εξαναγκασμό υπογραφής της επιστολής ημερομηνίας 28/1/2011 ως εγγυητής. Εξετάζοντας με προσοχή αυτό το μέρος του αιτήματος της ενάγουσας, κρίνεται πως σε σχέση με τον ισχυρισμό ότι η ενάγουσα εξώθησε ή και παρότρυνε ή και εξανάγκασε τον εναγόμενο να υπογράψει επιστολή ημερομηνίας 28/1/2011 δικαιολογείται η παροχή λεπτομερειών αναφορικά με ποιο τρόπο ή πράξεις έγινε αυτή η εξώθηση, τα γεγονότα που στηρίζουν αυτή την εξώθηση με αναφορά επίσης στο χρόνο που έλαβαν χώρα αυτά τα γεγονότα ως επίσης και τα άτομα τα οποία εμπλέκονται σε αυτή την εξώθηση ή και παρότρυνση ή και εξαναγκασμό υπογραφής της συγκεκριμένης επιστολής. 30 Έχοντας όμως υπόψη το περιεχόμενο της παραγράφου 8 της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης του εναγόμενου δεν κρίνεται δικαιολογημένο το αίτημα αναφορικά με την παροχή λεπτομερειών αναφορικά με το από τι συνίσταται η παρανομία του σκοπού του εγγράφου εγγύησης και ο τρόπος με τον οποίο ο σκοπός του αντιβαίνει την δημόσια πολιτική. Ο λόγος είναι απλός. Εντός της ίδιας της παραγράφου 8 αναφέρεται με επαρκή σαφήνεια η εξήγηση ως προς την αναφορά του τρόπου με τον οποίο ο σκοπός εξώθησης του εναγόμενου υπογραφής ως εγγυητής αντιβαίνει τη δημόσια πολιτική. Συγκεκριμένα «. με σκοπό.» η ενάγουσα να παρέχει τραπεζική διευκόλυνση στους εναγόμενους και/ή να τους δανείσει και/ή χρεώσει με όρους και τόκο που να υπερβαίνει το ποσό του υπό του νόμου ανωτάτου επιτρεπόμενου ορίου επιτοκίου. Διευκρινίζεται η θέση αυτή με αναφορά και σε κατ΄ επέκταση ισχυρισμό («.συνεπώς ισχυρίζεται.») ως προς το ότι «..τα επιβληθέντα δικαιώματα δανειοδότησης στην πραγματικότητα αποτελούν τόκους κεφαλαιοποιημένους οι οποίοι και υπολογίσθηκαν στην πραγματικότητα ή και αποτελούν κεφαλαιοποιημένους τόκους ή και παράνομη χρέωση τόκων». Επιπλέον, εάν ληφθεί υπόψη η θέση ως προς το ότι το ποσό των επιβληθέντων δικαιωμάτων δανειοδότησης αποτελούν τόκους κεφαλαιοποιημένους τότε ασφαλώς και είναι εφικτό για την ενάγουσα να αντιληφθεί τα ποσά τα οποία αμφισβητούνται ως αποτέλεσμα παράνομης χρέωσης τόκων. 31 Αναφορικά με την άρνηση του εναγόμενου της παραγράφου 30 της έκθεσης απαίτησης εντός της οποίας αναφέρονται τα ποσά τα οποία η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι αποτελούν τα χρεωστικά υπόλοιπα του επίδικου τρεχούμενου λογαριασμού και του επίδικου δανείου, ο εναγόμενος στην παράγραφο 13 του δικογράφου του πέραν από άρνηση της συγκεκριμένης παραγράφου 30 προβάλει επίσης τον ισχυρισμό ότι κανένα χρεωστικό υπόλοιπο δεν οφείλεται και διαζευκτικά (και παραδόξως και συζευκτικά) ότι οποιοδήποτε χρεωστικό υπόλοιπο «.οφείλεται.» στην ενάγουσα είναι κατά πολύ μικρότερο των ποσών που αναφέρονται εντός αυτής. Είτε οφείλει είτε δεν οφείλει ο εναγόμενος. Δηλαδή, πως είναι λογικό να μην οφείλει οποιοδήποτε χρεωστικό υπόλοιπο και παράλληλα συζευκτικά να ισχυρίζεται ότι οποιοδήποτε χρεωστικό υπόλοιπο είναι κατά πολύ μικρότερο των ποσών που αναφέρονται στην παράγραφο 30 της έκθεσης απαίτησης. Συνεπώς το αίτημα για λεπτομέρειες σχέση έχει με την περίπτωση κατά την οποία διαζευκτικά προβάλλεται η θέση πως ακόμη και να οφείλει οποιοδήποτε ποσό ο εναγόμενος «.αυτό είναι κατά πολύ μικρότερο των ποσών που αναφέρονται.» στην παράγραφο
- Σε αυτή την περίπτωση ο εναγόμενος προβάλει μεν άρνηση του ισχυρισμού ως προς το ότι οφείλει οποιοδήποτε χρεωστικό υπόλοιπο παράλληλα όμως προβάλει και ισχυρισμό ως προς το ότι εάν κριθεί ότι όντως οφείλει κάποιο ποσό αυτό είναι κατά πολύ λιγότερο από το ποσό των χρεωστικών υπολοίπων τα οποία αναφέρονται στην έκθεση απαίτησης. Λογικά η ύπαρξη ενός χρεωστικού υπολοίπου συνεπάγεται την είσπραξη ενός ποσού. Ενώ σε παρόμοια περίπτωση θα μπορούσε να κριθεί πως τυγχάνει εφαρμογής και η Δ.19 θ.
- Εάν βεβαίως θεωρηθεί πως ο εναγόμενος δεν αρνείται ότι εισέπραξε συγκεκριμένο ποσό καθώς αφήνει ανοιχτό το περιθώριο να είχε εισπράξει κάποιο ποσό και έτσι ενδεχομένως να ήταν σε θέση να τοποθετηθεί και ως προς το ποσό το οποίο είχε εισπράξει και πως αυτό είχε στη συνέχεια διαμορφωθεί με την πάροδο του χρόνου, παραδείγματος χάριν με επιβολή τόκου επί αυτού. 32 Βεβαίως στην περίπτωση του εναγόμενου σύμφωνα με τους ισχυρισμούς εντός της έκθεσης απαίτησης δεν είναι ο ίδιος ο οποίος εισέπραξε το οποιοδήποτε συγκεκριμένο ποσό καθότι ενάγεται ως εγγυητής και όχι ως πρωτοφειλέτης. Μάλιστα και η ίδια η ενάγουσα εντός της έκθεσης απαίτησης της (παράγραφος 29) σαφώς ισχυρίζεται πως ο εναγόμενος μαζί και με τον εναγόμενο 3 είχαν πληροφορηθεί για τον τερματισμό των επίδικων λογαριασμών και συμφωνιών και τους καλούσαν όπως συμμορφωθούν με τις αντίστοιχες συμβατικές τους υποχρεώσεις ενώ στην παράγραφο 27 σαφώς υπάρχει αναφορά σε πληροφόρηση των εναγόμενων 1 και 2 ως προς το ότι το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού δανείου που τους είχε παραχωρηθεί είχε καταστεί απαιτητό και πληρωτέο πλέον τόκους με παρόμοια αναφορά στην παράγραφο 26 σε σχέση με το χρεωστικό υπόλοιπο του τρεχούμενου λογαριασμού. Συνεπώς δεν θα αναμενόταν με βεβαιότητα ο εναγόμενος να είχε γνώση των συγκεκριμένων χρεωστικών υπολοίπων. Το Δικαστήριο, παρά και τον τρόπο προβολής του ισχυρισμού του εναγόμενου στην παράγραφο 13 του δικογράφου του, διατηρώντας υπόψη το κατ΄ ισχυρισμό πλαίσιο της ίδιας της ενάγουσας ως προς την ιδιότητα του εναγόμενου 4 ως εγγυητή δεν κρίνει ορθό όπως διατάξει την παροχή λεπτομερειών από τον ίδιο ως προς το πραγματικό χρεωστικό υπόλοιπο των ποσών που αναφέρονται στην παράγραφο 30 της έκθεσης απαίτησης. 33 Αναφορικά με τις λεπτομέρειες οι οποίες ζητούνται σε σχέση με την παράγραφο 9 (Β), (Γ) και (Ι) παρά και την λανθασμένη αναφορά στην εναγόμενη 1 το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του τη γενικότερη αναφορά στην παράγραφο Β στον εναγόμενο 4 και εξετάζει και αυτό το αίτημα σε σχέση με τον εναγόμενο αντί την εναγόμενη
- Ουσιαστικά με το ίδιο σκεπτικό βάσει του οποίου διατάχτηκε η παροχή λεπτομερειών σε σχέση με την παράγραφο 20 της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης της εναγόμενης διατάσσεται και η παροχή λεπτομερειών σε σχέση και με τον εναγόμενο ως προς τα ακόλουθα. Πρώτο, πότε και ποιος για λογαριασμό της ενάγουσας παρέλειψε να συμβουλεύσει τον εναγόμενο να εξασφαλίσει ανεξάρτητη νομική συμβουλή και παρείχε τις ισχυριζόμενες διαβεβαιώσεις περί μη ύπαρξης κινδύνου αναφορικά με την υπογραφή της συμφωνίας εγγύησης. Δεύτερο, ποιοι υπάλληλοι και/ή αντιπρόσωποι της ενάγουσας εμφανίζονταν ως σύμβουλοι επενδύσεων και τρίτο, ποιες ήταν οι ισχυριζόμενες «συμβουλές και/ή παραστάσεις και/ή διαβεβαιώσεις» της ενάγουσας προς τον εναγόμενο και από ποιον υπάλληλο έγιναν. Ουσιαστικά αυτό το οποίο διαπιστώνεται από το Δικαστήριο είναι πως παρά και την κατ΄ επανάληψη αναφορά εντός της παραγράφου 9 σε παραστάσεις και συμβουλές ή υποσχέσεις ή διαβεβαιώσεις της ενάγουσας δεν υπάρχει περιγραφή ως προς τη φύση ή περιεχόμενο αυτών των συμβουλών ή παραστάσεων ή διαβεβαιώσεων με μοναδική εξαίρεση, τουλάχιστον υπό μορφή διαβεβαίωσης, την αναφορά στην υποπαράγραφο (Γ) της παραγράφου 9 της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης όπου αναφέρεται ότι παρουσιάστηκε προς τον εναγόμενο ότι δεν διέτρεχε κανένα κίνδυνο και ότι δεν θα καθίστατο υπεύθυνος σε καμία περίπτωση να πληρώσει οποιοδήποτε ποσό. Συμπέρασμα 34 Συνεπώς η αίτηση εγκρίνεται μερικώς ως ακολούθως. 35 Εκδίδονται διατάγματα παροχής περισσότερων και καλύτερων λεπτομερειών ως ακολούθως. 35.1 Ως η αίτηση παράγραφος Α.4 αναφορικά με τα ακόλουθα. 35.1.1 Πρώτο, πότε και ποιος για λογαριασμό της ενάγουσας παρέλειψε να συμβουλεύσει την εναγόμενη να εξασφαλίσει ανεξάρτητη νομική συμβουλή και παρείχε τις ισχυριζόμενες διαβεβαιώσεις «περί μη ύπαρξης κινδύνου» αναφορικά με την υπογραφή της συμφωνίας εκχώρησης. 35.1.2 Δεύτερο, ποιοι υπάλληλοι και/ή αντιπρόσωποι της ενάγουσας εμφανίζονταν ως σύμβουλοι επενδύσεων και έδωσαν συμβουλές ή υποσχέσεις ή διαβεβαιώσεις προς την εναγόμενη. 35.2 Ως η αίτηση παράγραφος Α.5 αναφορικά με λεπτομέρειες ως προς τα ακόλουθα. 35.2.1 Πρώτο, από τί συνίσταντο οι συμβουλές και παραστάσεις οι οποίες αναφέρονται στην παράγραφο 1.9 των λεπτομερειών οι οποίες αναφέρονται στην παράγραφο 20 της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης. 35.2.2 Δεύτερο, πότε και ποιο άτομο για λογαριασμό της ενάγουσας εκμεταλλεύτηκε καταχρηστικά τη διαπραγματευτική της θέση και παρείχε ή δημιούργησε εσφαλμένες και ανακριβείς συμβουλές και/ή δόλιες παραστάσεις. 35.3 Ως η αίτηση παράγραφος Β.1 αναφορικά με τα ακόλουθα. 35.3.1 Πρώτο, με ποιο τρόπο ή πράξεις έγινε η εξώθηση του εναγόμενου για υπογραφή της επιστολής ημερομηνίας 28/1/
- 35.3.2 Δεύτερο, πότε έγινε αυτή η εξώθηση. 35.3.3 Τρίτο, από ποια άτομα έγινε αυτή η εξώθηση. 35.4 Ως η αίτηση παράγραφος Β.2 αναφορικά με τα ακόλουθα. 35.4.1 Πρώτο, πότε και ποιος για λογαριασμό της ενάγουσας παρέλειψε να συμβουλεύσει τον εναγόμενο να εξασφαλίσει ανεξάρτητη νομική συμβουλή και παρείχε τις ισχυριζόμενες διαβεβαιώσεις περί μη ύπαρξης κινδύνου αναφορικά με την υπογραφή της συμφωνίας εγγύησης. 35.4.2 Δεύτερο, ποιοι υπάλληλοι και/ή αντιπρόσωποι της ενάγουσας εμφανίζονταν ως σύμβουλοι επενδύσεων. 35.4.3 Τρίτο, ποιες ήταν οι ισχυριζόμενες «συμβουλές και/ή παραστάσεις και/ή διαβεβαιώσεις» της ενάγουσας προς τον εναγόμενο και από ποιον υπάλληλο έγιναν. 36 Τα προαναφερόμενα διατάγματα εκδίδονται με διαφοροποίηση ως προς το χρονικό διάστημα το οποίο θα παρέχεται προς συμμόρφωση με τα εκδομένα διατάγματα. Οι περισσότερες και καλύτερες λεπτομέρειες σύμφωνα με τα διατάγματα θα πρέπει να δοθούν εντός 30 ημερών από την ημερομηνία έκδοσης αυτής της απόφασης. 37 Όπως και στην περίπτωση παρόμοιας αίτησης για τους εναγόμενους 2 και 3, η οποία επίσης εκδόθηκε σήμερα το Δικαστήριο καταλήγει σε συμπέρασμα πως αναφορικά με τα υπόλοιπα αιτούμενα διατάγματα σχετικά με τα διατάγματα τα οποία έχουν εκδοθεί σήμερα, όπως κρίνεται η έκδοση τους σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας δεν δικαιολογείται έτσι ώστε ως αποτέλεσμα αυτά να εκδοθούν. Επί αυτού του θέματος διατηρούνται υπόψη του Δικαστηρίου οι εξής αναφορές. Η αναφορά [4] στη σελίδα 116 του συγγράμματος Bullen and Leake and Jacob's "Precedents of Pleadings" (12η έκδοση) - και με την οποία το Δικαστήριο συμφωνεί - ως προς το ότι η έκδοση όρων σε περίπτωση παράλειψης συμμόρφωσης με τα εκδομένα διατάγματα σε αυτό το αρχικό στάδιο δεν είναι μέρος της ακολουθούμενης πρακτικής, ως επίσης και η αναφορά στην ίδια σελίδα, ως προς το ότι σε περίπτωση παράλειψης των εναγόμενων να συμμορφωθούν με τα εκδομένα διατάγματα, παρέχεται η δυνατότητα στο Δικαστήριο εάν δεν επιδοθούν λεπτομέρειες σύμφωνα και με τα διατάγματα, εντός σχετικής προθεσμίας, της διαγραφής της υπεράσπισης ή των ισχυρισμών σε σχέση με τους οποίους έχει διαταχθεί η παροχή λεπτομερειών ή ακόμη και η απαγόρευση για τους εναγόμενους να δώσουν μαρτυρία σχετικά με αυτούς τους ισχυρισμούς. 38 Χαρακτηριστικό παράδειγμα εφαρμογής της δυνατότητας η οποία παρέχεται στο Δικαστήριο ακόμη και ως προς την απόρριψη αγωγής περιγράφεται στην Davey v. Bentinck [1891-94] All E. R. 691 στην οποία περίπτωση η παράλειψη συμμόρφωσης με το πρώτο διάταγμα να παραδοθούν λεπτομέρειες οδήγησε στην έκδοση άλλων δύο διαδοχικών διαταγμάτων με όρο διαγραφής της αγωγής με αποτέλεσμα και πάλι την παράλειψη συμμόρφωσης ενώ στη συνέχεια καταχωρίσθηκε αίτηση δια κλήσεως για έκδοση διατάγματος απόρριψης της αγωγής ως επιπόλαιας και ενοχλητικής εκτός εάν παραδίδονταν λεπτομέρειες εντός εφτά ημερών. Η παράλειψη συμμόρφωσης οδήγησε σε απόρριψη της αγωγής από τον Master ο οποίος επιλαμβανόταν της αίτησης. Παρά και την αμφισβήτηση της απόρριψης αυτής τόσο ενώπιον Judge at Chambers και το Divisional Court τελικά το θέμα οδηγήθηκε ενώπιον του Court of Appeal. Το οποίο επικύρωσε ουσιαστικά όλες τις προηγούμενες αποφάσεις των κατώτερων Δικαστηρίων. 39 Έχοντας υπόψη ότι η αίτηση της ενάγουσας δεν έχει εγκριθεί στην ολότητα της αλλά μόνο μερικώς εντούτοις, παρά και το αποτέλεσμα εκδίκασης της αίτησης και το οποίο καθορίζει και την έκδοση διατάγματος πληρωμής των εξόδων υπέρ της επιτυχούσας διαδίκου, κρίνεται πως αυτά θα πρέπει να μειωθούν κατά ένα ποσοστό ενδεικτικό αυτής της μερικής έγκρισης και το οποίο καθορίζεται στο ¼. 40 Ως εκ τούτου εκδίδεται διάταγμα πληρωμής των εξόδων υπέρ της ενάγουσας και εις βάρος των εναγόμενων 1 και 4 όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή αλλά μειωμένα κατά ¼ και όπως αυτά θα εγκριθούν από το Δικαστήριο μετά και από την εκδίκαση ή με διαφορετικό τρόπο αποπεράτωσης της αγωγής της ενάγουσας εναντίον των εναγόμενων 1 και
- __________________________ Μάνθος Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject :- Civil/Interim Judgments Αναφορά :- Αίτηση για Λεπτομέρειες [1] Με αναφορά σε καταστάσεις οι οποίες είχαν επισυναφθεί στην επιστολή για λεπτομέρειες. [2] Με αναφορά σε καταστάσεις οι οποίες είχαν επισυναφθεί στην επιστολή για λεπτομέρειες. [3] O τονισμός των γραμμάτων, ως επίσης και η οποιαδήποτε υπογράμμιση ή άλλη μορφοποίηση του κειμένου εντός αυτής της απόφασης, γίνεται σε κάθε περίπτωση από το Δικαστήριο ενώ τα οποιαδήποτε αποσπάσματα είτε από τα δικόγραφα ή άλλα έγγραφα ή από τη νομοθεσία ή νομολογία παρατίθενται με κυρτά γράμματα (italics). [4] "The order may also impose terms in the event of a party failing to serve the particulars ordered, though it is not the practice to impose such terms when the order is first made; but on a failure to comply with the order the court may order that if proper particulars are not served within a specified time, the action shall stand dismissed or the defence struck out, or that the allegation of which particulars were ordered should be struck out from the pleading, or that the party be precluded from giving evidence in support of such allegation." cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο