ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. Φίλιππος Χριστόδουλος Χατζηθεοδούλου κ.α., Αρ. Αγωγής: 1862/2011, 5/1/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2018:A2 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1862/2011 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, από την Λευκωσία (πρώην MARFIN POPULAR BANK PUBLIC COMPANY LTD), Ενάγοντες και
- Φίλιππος Χριστόδουλος Χατζηθεοδούλου (Δ.Τ. 600341), από την Πάφο
- Γεώργιος Χρ. Φιλίππου (Δ.Τ. 0615791), από την Πάφο
- Ανδρέας Π. Παπαβασιλείου, από την Πάφο Εναγομένων Ημερομηνία: 05.01.18 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κος Ι. Παπαζαχαρίας για κ.κ. Ιωάννη Παπαζαχαρία Δ.Ε.Π.Ε. (η κα Μ. Καραγιαννίδου για ν' ακούσει απόφαση) Για Εναγόμενο 1: κος Γ. Χρ. Φιλίππου (ο ίδιος για ν' ακούσει απόφαση) Για Εναγομένους 2 & 3: κος Ν. Τσιαπαλής (η κα Σ. Ευθυβούλου για ν' ακούσει απόφαση) Εναγόμενος 2: παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή οι Ενάγοντες αξιώνουν από τον Εναγόμενο 1 την καταβολή ποσού €24.237,02 πλέον τόκο προς 14% ετησίως επί του ποσού αυτού από 05.04.11 μέχρι εξόφλησης, του τόκου κεφαλαιοποιημένου την 30η Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους μέχρι εξόφλησης, για την αποπληρωμή κατ' ισχυρισμό χρεωστικού υπολοίπου που οφείλεται και κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό σε λογαριασμό δανείου και/ή τρεχούμενο λογαριασμό του. Παράλληλα οι Ενάγοντες διεκδικούν από τους Εναγομένους 2 και 3 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα την πληρωμή ποσού Λ.Κ.£5.000 (ισότιμο €8.543,01) πλέον τόκο προς 14% ετησίως επί του ποσού αυτού από 05.04.11 μέχρι εξόφλησης, του τόκου κεφαλαιοποιημένου την 30η Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους μέχρι εξόφλησης, δυνάμει εγγράφου εγγυήσεως και/ή ανάληψης από μέρους τους υποχρέωσης πληρωμής. Πέραν της αντίκρουσης των ισχυρισμών των Εναγόντων, οι Εναγόμενοι 2 και 3 προέβαλαν ανταπαίτηση, η οποία όμως στην πορεία αποσύρθηκε. Οι δικογραφημένες θέσεις και ισχυρισμοί των διαδίκων: Οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι περί τις 22.06.04, κατόπιν γραπτής συμφωνίας στην Πάφο μεταξύ αυτών και του Εναγομένου 1, άνοιξαν προς όφελος του τελευταίου τρεχούμενο λογαριασμό με διευκολύνσεις υπέρβασης και/ή λογαριασμό δανείου στον οποίον παρείχαν τραπεζικές υπηρεσίες και/ή πιστωτικές διευκολύνσεις σε κυμαινόμενο επιτόκιο, το οποίος κατά την υπογραφή της σύμβασης είχε βασικό επιτόκιο 5,5% πλέον περιθώριο 3,75%, ήτοι συνολικό επιτόκιο 9.25%. Οι Ενάγοντες επίσης ισχυρίζονται ότι δυνάμει εγγράφων εγγύησης ιδίας με πιο πάνω ημερομηνίας, έκαστος από τους Εναγομένους 2 και 3 εγγυήθηκε μαζί με τον Εναγόμενο 1 την πληρωμή του ποσού Λ.Κ.£5.000, όπως ήταν τότε το νόμισμα της Κυπριακής Δημοκρατίας (ισότιμο σε €8.543,01) πλέον τόκους και έξοδα. Είναι ακόμη η θέση των Εναγόντων ότι με ξεχωριστό έγγραφο ημερομηνίας 22.06.04, το περιεχόμενο του οποίου κοινοποιήθηκε τόσο στον Εναγόμενο 1 ως πρωτοφειλέτη όσο και στους Εναγομένους 2 και 3 ως εγγυητές, καθορίστηκε το όριο του τρεχούμενου λογαριασμού στο ποσό των Λ.Κ.£4.000 (ισότιμο σε €6.834,41) με συμφωνημένο ετήσιο επιτόκιο 9,25% καθώς και επιπρόσθετοι όροι και προϋποθέσεις σχετικά με τη λειτουργία του εν λόγω λογαριασμού. Σύμφωνα με τους Ενάγοντες, ο πιο πάνω λογαριασμός τέθηκε σε λειτουργία από τον πρωτοφειλέτη και στις 31.03.11, κατόπιν παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων, παρουσίαζε οφειλόμενο χρεωστικό υπόλοιπο €24.237,02 πλέον τόκο προς 14% ετησίως από 05.04.11 μέχρι εξόφλησης, του τόκου κεφαλαιοποιημένου την 30η Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Η δημιουργία του πιο πάνω χρεωστικού υπολοίπου οδήγησε τους Ενάγοντες να αποστείλουν στους Εναγομένους επιστολή ημερομηνίας 11.03.11 με την οποίαν καλούσαν τον περιορισμό υπερβάσεων εντός 21 ημερών, παράλειψη συμμόρφωσης με το περιεχόμενο της οποίας θα σήμαινε χρέωση του οφειλομένου ποσού με επιτόκιο προς 14% με κεφαλαιοποίηση την 1ην Ιουλίου και 1ην Ιανουαρίου. Ακολούθως με επιστολή τους ημερομηνίας 05.04.11 προς τους Εναγομένους οι Ενάγοντες τερμάτισαν τη λειτουργία του λογαριασμού καθώς και τις μεταξύ των διαδίκων συμφωνίες ζητώντας εξόφληση του χρεωστικού υπολοίπου, το οποίο κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, εντός 10 ημερών. Οι Εναγόμενοι δεν ανταποκρίθηκαν παρόλο ότι τους κοινοποιήθηκε και επιστολή των δικηγόρων των Εναγόντων ημερομηνίας 13.05.
- Από την άλλη ο Εναγόμενος 1 διευκρινίζει ότι περί τις 22.06.04 συμφώνησε με τους Ενάγοντες να του παρέχουν πιστωτικές διευκολύνσεις υπό μορφή τρεχούμενου λογαριασμού με όριο Λ.Κ.£4.000 (ισότιμο σε €6.834,41). Είναι όμως η θέση του ότι η εν λόγω συμφωνία είναι παράνομη, άκυρη και μη εφαρμόσιμη επειδή περιλαμβάνεται παράνομες πρόνοιες ή πρόνοιες που είναι αντίθετες με τη νομολογία. Επίσης ο Εναγόμενος 1 αρνείται ότι οφείλει το ποσό, του τόκους και τις κεφαλαιοποιήσεις που οι Ενάγοντες επικαλούνται και ισχυρίζεται ότι ο επίδικος λογαριασμός υπερχρεώθηκε με αδικαιολόγητους τόκους και έξοδα. Ο εν λόγω Εναγόμενος ακόμη ισχυρίζεται ότι η υπέρβαση του καθορισθέντος ορίου των €6.834,41 αποτελεί τροποποίηση των όρων της επίδικης πιστωτικής διευκόλυνσης. Περαιτέρω ο Εναγόμενος 1 ισχυρίζεται ότι λανθασμένα και παράνομα οι Ενάγοντες προέβηκαν σε τερματισμό της επίδικης συμφωνίας επειδή μερικούς μήνες πριν ο επίμαχος λογαριασμός παρουσίαζε πιστωτικό υπόλοιπο πέραν των €80.000 και χωρίς να ενημερωθεί προέβηκαν σε μετακίνηση ποσού πέραν των €100.000 με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί το κατ' ισχυρισμό χρεωστικό υπόλοιπο με προφανή στόχο την καταδολίευση των Εναγομένων. Ο Εναγόμενος 1 θεωρεί ότι οι Ενάγοντες έχουν παραβιάσει θεμελιώδεις συμβατικές και νομικές υποχρεώσεις τους έναντι του, πράγμα που κατά τη γνώμη του ακυρώνει τις αναληφθείσες υποχρεώσεις από μέρους του. Στο ίδιο επίπεδο κυμαίνεται η υπεράσπιση των Εναγομένων 2 και
- Μέσα από αυτή, όπως και ο Εναγόμενος 1, παραδέχονται μεν ότι περί τις 22.06.04 οι Ενάγοντες συμφώνησαν να παρέχουν στον Εναγόμενο 1 πιστωτικές διευκολύνσεις υπό μορφή τρεχούμενου λογαριασμού με όριο €6.834,41, αλλά ισχυρίζονται ότι η επίμαχη συμφωνία καθώς και τα έγγραφα εγγύησης είναι παράνομα, άκυρα και μη εφαρμόσιμα επειδή σ' αυτά περιλαμβάνονται παράνομες πρόνοιες ή πρόνοιες που είναι αντίθετες με τη νομολογία. Παράλληλα επικαλούνται ακυρότητα στα έγγραφα που υπέγραψαν λόγω εφαρμογής της νομικής αρχής non est factum και ισχυρίζονται ότι ουδέποτε σκόπευαν να υπογράψουν έγγραφα της φύσεως που υπέγραψαν. Διαζευκτικά οι Εναγόμενοι 2 και 3 ισχυρίζονται ότι ουδεμία σύμβαση δημιουργήθηκε επειδή δεν υπήρξε ταύτιση της βούλησης τους με αυτή των Εναγόντων. Είναι ακόμη η θέση των Εναγομένων 2 και 3 ότι οι Ενάγοντες κωλύονται δυνάμει εγγράφων να επικαλούνται ότι οι εγγυήσεις ήταν ξεχωριστές για ποσό €8.543,01 και ισχυρίζονται ότι ήταν κοινή και αφορούσε την από κοινού πληρωμή του πιο πάνω ποσού πλέον τόκους και έξοδα αναφορικά με πιστωτικές διευκολύνσεις στον τρεχούμενο λογαριασμό, ως ήταν και η διαβεβαίωση που έλαβαν από τους Ενάγοντες. Σύμφωνα με τους Εναγομένους 2 και 3, σε περίπτωση που ήθελε φανεί ότι οι Ενάγοντες εξασφάλισαν ξεχωριστή εγγύηση, αυτό αποτελεί προϊόν δόλου και/ή απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων από μέρους των Εναγόντων εις βάρος τους, οι οποίοι τελούσαν σε πλάνη περί των πραγμάτων ελλείψει της οποίας η συναίνεση τους δεν θα παρεχόταν, λεπτομέρειες των οποίων δίδονται στην παράγραφο 7 της έκθεσης υπεράσπισης υπό τα σημεία (α) μέχρι (στ). Ως και ο Εναγόμενος 1, οι Εναγόμενοι 2 και 3 ισχυρίζονται ότι η υπέρβαση του καθορισθέντος ορίου των €6.834,41 αποτελεί τροποποίηση των όρων της επίδικης πιστωτικής διευκόλυνσης χωρίς εκ των προτέρων ενημέρωσης και συμφωνίας όλων των εμπλεκομένων μερών με αποτέλεσμα οι εν λόγω εναγόμενοι να απαλλάσσονται από τις υποχρεώσεις τους έναντι των Εναγόντων. Παράλληλα απορρίπτουν ότι οφείλεται το ποσό €24.237,02 πλέον τους τόκοι και τις κεφαλαιοποιήσεις που οι Ενάγοντες επικαλούνται και ισχυρίζονται ότι ο επίδικος λογαριασμός υπερχρεώθηκε με αδικαιολόγητους τόκους και έξοδα. Είναι ακόμη η θέση των Εναγομένων 2 και 3 ότι η απαίτηση τους για επιβολή τόκου υπερημερίας αποτελεί παράνομο και/ή αντισυμβατικό μέτρο. Περαιτέρω οι Εναγόμενοι 2 και 3 υιοθετούν τη θέση του Εναγομένου 1 ότι λανθασμένα και παράνομα οι Ενάγοντες προέβηκαν σε τερματισμό της επίδικης συμφωνίας στη βάση του ισχυρισμού που περιέχεται στην παράγραφο 10 της έκθεσης απαίτησης του Εναγομένου
- Επιπροσθέτως επικαλούνται ότι οι Ενάγοντες έχουν παραβιάσει και άλλες θεμελιώδεις συμβατικές και νομικές υποχρεώσεις τους έναντι τους, πράγμα που κατά τη γνώμη τους ενισχύουν την προαναφερόμενη θέση τους ότι απαλλάσσονται από τις υποχρεώσεις τους έναντι των Εναγόντων. Εις αντίκρουση των θέσεων του Εναγομένου 1, οι Ενάγοντες στην απάντηση στην υπεράσπιση τους σημειώνουν ότι οι εναγόμενοι δεσμεύονται στη βάση ξεχωριστών εγγράφων συμφωνίας τρεχούμενου λογαριασμού και εγγυήσεων σχετικά με αύξηση του ορίου αρχικά από Λ.Κ.£4.000 σε Λ.Κ.£7.000 την 07.07.05 και μεταγενέστερα την 04.04.07 από Λ.Κ.£7.000 σε Λ.Κ.£10.
- Είναι η θέση των Εναγόντων ότι με βάση τα ξεχωριστά έγγραφα εγγύησης οι Εναγόμενοι 2 και 3 υπέχουν ξεχωριστή προσωπική ευθύνη για την πληρωμή ποσού Λ.Κ.£5.000 (ισότιμο σε €8.543,01) πλέον τόκους και έξοδα. Σε σχέση με τον ισχυρισμό για μεταφορά χρημάτων, οι Ενάγοντες αναφέρουν ότι η κατάθεση του ποσού που προέκυψε από την πώληση ενυπόθηκου κτήματος έγινε για τεχνικούς λόγους και αυθημερόν μετακινήθηκε, ως δικαιούνταν δυνάμει των όρων συμφωνιών και συναφούς νομοθεσίας, επειδή προορίζονταν για την πληρωμή λογαριασμού άλλου από τον επίδικο, τον οποίον και αφορούσαν. Στην απάντηση στην υπεράσπιση των Εναγομένων 2 και 3, οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι όλοι οι εναγόμενοι λάμβαναν τακτικά καταστάσεις λογαριασμού και ενημερώνονταν για τις οποιεσδήποτε χρεώσεις σ' αυτόν χωρίς ποτέ να παραπονεθούν ή να επικαλεστούν δόλο παρά μόνο μετά την καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Παράλληλα επανέλαβαν τους ισχυρισμούς τους που προώθησαν μέσα από την απάντηση στην υπεράσπιση του Εναγομένου 1 περί ξεχωριστής προσωπικής ευθύνης των Εναγομένων 2 και 3, ως εγγυητών των υποχρεώσεων και δεσμεύσεων του Εναγομένου 1, για πληρωμή ποσού Λ.Κ.£5.000 (ισότιμο σε €8.543,01) πλέον τόκους και έξοδα, περί δέσμευσης τους για αύξηση του ορίου αρχικά από αρχικά από Λ.Κ.£4.000 και στη συνέχεια σε Λ.Κ.£10.500, καθώς επίσης περί δικαιωματικής, βάσει όρων συμφωνητικών εγγράφων και σχετικής νομοθεσίας, μετακίνησης ποσού που είχε την ίδια ημέρα κατατεθεί στον επίδικο λογαριασμό σε άλλο λογαριασμό, τον οποίον τα χρήματα εκείνα αφορούσαν. Προσαχθείσα μαρτυρία: Για την απόδειξη της απαίτησης τους οι Ενάγοντες παρουσίασαν δύο μάρτυρες, ήτοι τους λειτουργούς Ανδρόνικο Σταυρινού (ΜΕ1) και Άντρη Κανάρη (ΜΕ2) που κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο εργάζονταν στο τμήμα δικαστικών υποθέσεων των Εναγόντων στην Πάφο. Προς υπεράσπιση τους ο Εναγόμενος 1 δεν παρουσίασε οποιοδήποτε μάρτυρα ενώ οι Εναγόμενοι 2 και 3 κάλεσαν ένα μάρτυρα και συγκεκριμένα τον Εναγόμενο 2 (ΜΥ), ο οποίος την ίδια στιγμή υπό την ιδιότητα του δικηγόρου εκπροσωπούσε νομικά τον Εναγόμενο 1 μέσα από την παρούσα δικαστική διαδικασία. Παράλληλα κατά την εκδίκαση της υπόθεσης κατατέθηκαν 31 τεκμήρια. Από αυτά τα πιο κάτω τεκμήρια, κατόπιν έγκρισης του Δικαστηρίου, κατατέθηκαν από κοινού, με τα μέρη να αποδέχονται μόνο την ύπαρξη τους και όχι την αλήθεια του περιεχομένου τους: Τεκμήριο 1 - ΚΔΠ 103/2013 (Διάταγμα ημερ. 29.03.13) Τεκμήριο 2 - Ν.38(I)/2013 Τεκμήριο 3 - Πιστοποιητικό αλλαγής ονόματος ημερ. 28.03.05 Τεκμήριο 4 - Πιστοποιητικό αλλαγής ονόματος ημερ. 04.12.06 Τεκμήριο 5 - Πιστοποιητικό αλλαγής ονόματος ημερ. 05.04.12 Τεκμήριο 6 - Πιστοποιητικό σύστασης εταιρείας ημερ. 31.12.43 Τεκμήριο 7 - Πιστοποιητικό αλλαγής ονόματος ημερ. 12.07.04 Τεκμήριο 8 - Γραπτή αίτηση ημερ. 22.06.04 του Εναγομένου 1 Τεκμήριο 9 - Γραπτή συμφωνία Εναγόντων με Εναγόμενο 1 ημερ. 22.06.04 Τεκμήριο 10 - Έγγραφο εγγύησης Εναγομένου 2 ημερ. 22.06.04 Τεκμήριο 11 - Έγγραφο εγγύησης Εναγομένου 3 ημερ. 22.06.04 Τεκμήριο 12 - Επιστολή ημερ. 22.06.04 Τεκμήριο 13 - Επιστολή ημερ. 22.06.04 Τεκμήριο 14 - Έγγραφο ημερ. 07.07.05 Τεκμήριο 15 - Επιστολή ημερ. 07.07.05 Εναγόντων προς Εναγόμενο 1 Τεκμήριο 16 - Έγγραφο υπό τον τίτλο «Ειδική Συμφωνία» ημερ. 04.04.07 Τεκμήριο 17 - Επιστολή ημερ. 11.03.11 από Ενάγοντες προς Εναγόμενο 1 Τεκμήριο 18 - Επιστολή ημερ. 11.03.11 από Εναγόντες προς Εναγόμενο 2 Τεκμήριο 19 - Επιστολή ημερ. 11.03.11 από Εναγόντες προς Εναγόμενο 3 Τεκμήριο 20 - Επιστολή ημερ. 05.04.11 από Εναγόντες προς Εναγόμενο 1 Τεκμήριο 21 - Επιστολή ημερ. 05.04.11 από Εναγόντες προς Εναγόμενο 2 Τεκμήριο 22 - Επιστολή ημερ. 05.04.11 από Εναγόντες προς Εναγόμενο 3 Τεκμήριο 23 - Επιστολή ημερ. 13.05.11 δικηγόρου Εναγόντων προς Εναγόμενο 1 με κοινοποίηση στους Εναγόμενους 2 και 3 Τεκμήριο 24 - Αντίγραφο της σύμβασης και Δήλωσης Υποθήκης με αρ. Υ5864/06 Τεκμήριο 25 - Έγγραφο Υποθήκης ημερ. 5.12.2006 Τεκμήριο 26 - Αντίγραφο του δανείου ημερ. 5.12.2006 Τεκμήριο 27 - Κατάσταση λογαριασμού για την περίοδο από 01.01.10 μέχρι 13.10.10 Τεκμήριο 28 - Ένορκη Δήλωση με συνημμένη την αναλυτική κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 29 - Πιστοποιητικό δυνάμει του Περί Αποδείξεως Νόμου (Κεφ. 9). Επιπροσθέτως, τα μέρη κατέθεσαν από κοινού τα εξής παραδεχτά γεγονότα:
(1)Η παραχωρηθείσα στις 22.6.2004, από τους ενάγοντες στον Εναγόμενο 1, πιστωτική διευκόλυνση, αφορούσε τον επίδικο τρεχούμενο λογαριασμό με όριο Λ.Κ.£4.000 (€6.834,45).
(2)Αντιπαροχή της εγγύησης που παρείχαν οι Εναγόμενοι 2 και 3 προς τους ενάγοντες ήταν η επίδικη συμφωνία παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων σε τρεχούμενο λογαριασμό προς τον χρεώστη - Εναγόμενο 1.
(3)Το υπόλοιπο του τρεχούμενου λογαριασμού κατά 07.07.05 ανήρχετο στο χρεωστικό ποσό των €5.647,99 (Λ.Κ.£3.305,62).
(4)Για τα έγγραφα ημερομηνίας 07.07.05 για αύξηση του ορίου του τρεχούμενου λογαριασμού τα οποία υπογράφτηκαν μεταξύ εναγόντων και Εναγομένου 1 δεν δόθηκε γραπτή συγκατάθεση των Εναγομένων 2 και 3.
(5)Για τα έγγραφα ημερομηνίας 04.04.07 για αύξηση του ορίου του τρεχούμενου λογαριασμού τα οποία υπογράφτηκαν μεταξύ εναγόντων και Εναγόμενου 1 δεν δόθηκε γραπτή συγκατάθεση των Εναγομένων 2 και 3.
(6)Στις 13.10.10 στον επίδικο λογαριασμό κατατέθηκε το ποσό των €104.168,94 και αυθημερόν μεταφέρθηκε για εξόφληση άλλου λογαριασμού δανείου του Εναγόμενου αρ. 1 με αρ. 136-12-003559.
(7)Οι Εναγόμενοι 2 και 3 δεν είχαν ενημερωθεί ή δώσει τη συγκατάθεση τους για την μεταφορά του ποσού των €104.168,94 από τον επίδικο λογαριασμό για εξόφληση του άλλου δανείου του Εναγόμενου αρ. 1.
(8)Μετά την μεταφορά του ποσού των €104.168,94 στις 13.10.10 ως ανωτέρω, ο επίδικος λογαριασμός επανήλθε σε χρεωστικό υπόλοιπο €22.312,55 και έκτοτε παρέμεινε ανενεργός μέχρι τον τερματισμό του από τους ενάγοντες στις 05.04.11 με σχετικές επιστολές. Τα πιο πάνω παραδεκτά γεγονότα εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο και αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των ευρημάτων του. Έχοντας σκιαγραφήσει τις βασικές θέσεις και ισχυρισμούς των μερών παρουσιάζεται πιο κάτω μια συνοπτική παράθεση της προσαχθείσας μαρτυρίας με περισσότερες λεπτομέρειες να δίδονται εκεί που κρίνεται σκόπιμο για σκοπούς αξιολόγησης της, εξαγωγής ευρημάτων και συμπερασμάτων του Δικαστηρίου. Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας που προσκομίστηκε είναι καταγραμμένο στα πρακτικά του Δικαστηρίου. Η κυρίως εξέταση του ΜΕ1 αποτελείται από γραπτή δήλωση που προσκόμισε δυνάμει του άρθρου 25 του περί Αποδείξεως Νόμου μετά των συναφών τροποποιήσεων (Κεφ.9), καθώς και από ένορκη προφορική μαρτυρία. Μέσα από το σύνολο της μαρτυρίας του ο εν λόγω μάρτυρας εξήγησε ότι ο επίδικος λογαριασμός συνιστά μέρος του αρχείου τήρησης και διατήρησης των λογαριασμών των πελατών της τράπεζας και περιέχει όλες τις συναλλαγές και χρεοπιστώσεις από την ημερομηνία των επίδικων συμφωνιών μέχρι σήμερα λέγοντας πως το τραπεζικό αρχείο βρίσκεται και σε ηλεκτρονική μορφή που τηρείται σε ηλεκτρονικούς υπολογιστές, αρχικά από την Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ, ακολούθως από την Cyprus Popular Bank Public Co Ltd και συνεχίστηκε από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ως το αποκτών πρόσωπο που ανέλαβε το χειρισμό των εκκρεμούντων διαδικασιών δυνάμει του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμος του 2013 (Ν.17(Ι)/2013)και των Διαταγμάτων Πώλησης των Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, στους οποίους ηλεκτρονικούς υπολογιστές φυλάσσονται όλες οι πληροφορίες, πράξεις και συναλλαγές που καταχωρούνται κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών των Εναγόντων και αφορούν όλους τους λογαριασμούς των πελατών τους, συμπεριλαμβανομένου του επίμαχου λογαριασμού. Ο μάρτυρας αυτός ήταν το άτομο που με εντολή του παρήχθησαν και εκτυπώθηκαν από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή οι οικονομικές καταστάσεις που δείχνουν τη λειτουργία και κίνηση του επιδίκου λογαριασμού (Τεκμήριο 28), τις οποίες αφού σύγκρινε με τις αρχικές καταχωρήσεις του ηλεκτρονικού υπολογιστή διαπίστωσε ότι ήταν ορθές. Όπως ο ΜΚ1 ανάφερε, οι Ενάγοντες είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη με έδρα τη Λευκωσία και υποκαταστήματα σε όλες τις επαρχίες περιλαμβανομένης της επαρχίας Πάφου και διεξάγουν συστηματικά τραπεζικές εργασίες. Από τις 12.07.04 οι Ενάγοντες προέβησαν σε αλλαγή του ονόματος τους από Τράπεζα Κύπρου Λίμιτεδ σε Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Σύμφωνα με τον εν λόγω μάρτυρα, στις 22.06.04 στην Πάφο δυνάμει γραπτής συμφωνίας μεταξύ των Εναγόντων και του Εναγομένου 1 ανοίχτηκε ο τρεχούμενος λογαριασμός υπ' αριθμό 136-11-002273 στον οποίον παρέχονταν προς όφελος του Εναγομένου 1 πιστωτικές διευκολύνσεις με καθορισμένο όριο υπέρβασης του προκειμένου να διεξάγει δοσοληψίες έναντι ετήσιου κυμαινόμενου επιτοκίου που θα προέκυπτε από το βασικό επιτόκιο πλέον 3,75% περιθώριο. Τις υποχρεώσεις του Ενάγοντα μέχρι ποσού Λ.Κ.£5.000 (ισότιμο σε €8.543,01) πλέον τόκους και έξοδα εγγυήθηκε έκαστος από τους Εναγομένους 2 και 3 δυνάμει ξεχωριστών εγγράφων εγγύησης ημερομηνίας 22.06.
- Ακόμη με βάση ξεχωριστό έγγραφο ιδίας ημερομηνίας που ο Εναγόμενος 1 υπέγραψε, το όριο του τρεχούμενου λογαριασμού καθορίστηκε στις Λ.Κ.£4.000 (ισότιμο σε €6.834,41) πληρωτέο σε πρώτη ζήτηση έναντι συμφωνημένου επιτοκίου 9,25% (ήτοι βασικό επιτόκιο 5,5% πλέον περιθώριο 3,75%). Ακολούθως ο Εναγόμενος 1 προέβηκε σε αίτηση για αύξηση του ορίου του τρεχούμενου λογαριασμού του, η οποία εγκρίθηκε και έτσι δυνάμει εγγράφου ημερομηνίας 07.07.05 το όριο αυξήθηκε από Λ.Κ.£4.000 σε Λ.Κ.£7.000 (ισότιμο σε €11.960,21) έναντι συμφωνημένου επιτοκίου προς 8% ετησίως. Στη συνέχεια δυνάμει ξεχωριστού εγγράφου και ειδικής συμφωνίας παραχωρήθηκε νέα πίστωση στον Εναγόμενο 1 από τους Ενάγοντες ύψους Λ.Κ.£10.500 (ισότιμο σε €17.940,32) έναντι ετήσιου επιτοκίου προς 8,25% ετησίως δυνάμει επιπρόσθετου συμφωνητικού εγγράφου ημερομηνίας 04.04.97 μεταξύ των Εναγόντων και του Εναγομένου
- Μέσα από το ίδιο έγγραφο συμφωνήθηκε όπως ο τόκος υπερημερίας θα είναι 5% μεγαλύτερος από το συμβατικό επιτόκιο του λογαριασμού που θα ίσχυε κατά τη χρονική στιγμή της υπερημερίας. Σύμφωνα με τον ΜΚ1, στα πλαίσια λειτουργίας του επίμαχου λογαριασμού και αφού του παρασχέθηκαν πιστωτικές διευκολύνσεις ο Εναγόμενος 1 υπερέβη το συμφωνημένο όριο με αποτέλεσμα οι Ενάγοντες να του αποστείλουν επιστολή ημερομηνίας 11.03.11 δίδοντας του περίοδο 21 ημερών για να προχωρήσει σε περιορισμό της υπέρβασης, διαφορετικά το οφειλόμενο ποσό θα επιβαρυνόταν με επιτόκιο προς 14% καθώς και με κεφαλαιοποίηση την 1η Ιουλίου και 1ην Ιανουαρίου κάθε έτους. Στις 31.03.11 ο επίμαχος λογαριασμός παρουσίαζε οφειλόμενο υπόλοιπο €24.237,02 πλέον τόκους καθυστερήσεων προς 14% ετησίως από 05.04.11 μέχρι εξόφλησης με κεφαλαιοποίηση του τόκου την 30η Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Με ξεχωριστές επιστολές τους ημερομηνίας 05.04.11 προς τους Εναγομένους, οι Ενάγοντες τερμάτισαν τη λειτουργία του λογαριασμού και τη συμφωνία που τη ρύθμιζε ζητώντας εξόφληση του οφειλομένου ποσού. Ακολούθησε επιστολή του δικηγόρου των Εναγόντων ημερομηνίας 13.05.11 με την οποίαν ζητήθηκε η εξόφληση του οφειλομένου ποσού, χωρίς όμως να υπάρξει ανταπόκριση. Όπως ο μάρτυρας αυτός εξήγησε, ο Εναγόμενος 1 λάμβανε τακτικά καταστάσεις λογαριασμού και από αυτές αλλά και από τις δημοσιεύσεις στον ημερήσιο τύπο ενημερωνόταν για τις κατά καιρούς μεταβολές του επιτοκίου, χωρίς ποτέ να παραπονεθεί για οποιοδήποτε λάθος. Επικαλούμενος το Τεκμήριο 28 (καταστάσεις επίμαχου λογαριασμού) ο ΜΚ1 ανάφερε ότι ο επίμαχος λογαριασμός επιβαρύνθηκε με χρεώσεις που δημιουργήθηκαν μέσα από αναλήψεις μετρητών, γραπτών συνεχόμενων οδηγιών, εντολών χρέωσης του λογαριασμού αυτού και πίστωσης άλλου λογαριασμού, χρήση τραπεζικής κάρτας για αγορά καταναλωτικών αγαθών και εξόδων των Εναγόντων για προσφερόμενες υπηρεσίες όπως η αποστολή κατάστασης λογαριασμού, βιβλιάριου επιταγών και εκκαθάριση επιταγών. Σύμφωνα επίσης με τον εν λόγω μάρτυρα, ο επίμαχος λογαριασμός δεν ήταν η μόνη πιστωτική διευκόλυνση που Εναγόμενος 1 έλαβε από τους Ενάγοντες. Συγκεκριμένα δυνάμει συμφωνίας δανείου ημερομηνίας 05.12.06 οι Ενάγοντες παραχώρησαν στον Εναγόμενο 1 δάνειο ύψους Λ.Κ.£65.000 (ισότιμο σε €111.059,85) για αγορά διαμερίσματος, το οποίο εξασφαλίστηκε με την υποθήκη υπ' αριθμό Υ5864/
- Περί τις 13.10.10 ο Εναγόμενος 1 κατέβαλε στους Ενάγοντες το ποσό των €104.168,04 προς εξόφληση του υπολοίπου του λογαριασμού δανείου υπ' αριθμό 136-12-
- Καταλήγοντας ο μάρτυρας αυτός υπέδειξε ότι μέχρι σήμερα εξακολουθεί να οφείλεται το προαναφερόμενο ποσό του επίμαχου λογαριασμού. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ1 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως ήταν από την αρχή γνωστό ότι η κατάθεση του ποσού των €104.168,04 στις 13.10.10 έγινε με σκοπό την εξόφληση του λογαριασμού δανείου υπ' αριθμό 136-12-003559 και δεν σχετιζόταν με τις υποχρεώσεις των Εναγομένων που απορρέουν από τη λειτουργία του επίμαχου τρεχούμενου λογαριασμού υπ' αριθμό 136-11-002273 δυνάμει της συμφωνίας παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων και εγγράφων εγγύησης αντίστοιχα. Παρόλο ότι ο εν λόγω μάρτυρας δεν είχε στην κατοχή του οποιαδήποτε στοιχεία που να δικαιολογούν την αναφορά του για υποβολή αιτήματος από τον Εναγόμενο 1 σε σχέση με πρόωρη αποπληρωμή του πιο πάνω δανείου, εντούτοις υποστήριξε την εν λόγω δήλωση του στο γεγονός ότι έγιναν διευθετήσεις για την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου, εισπράχτηκε το ποσό από την πώληση αυτή, το οποίο και μεταφέρθηκε στο λογαριασμό δανείου για εξόφληση του. Περαιτέρω ο ΜΚ1 απέρριψε τη θέση των Εναγομένων ότι το Τεκμήριο 16 αποτελεί μία εξ' υπαρχής νέα συμφωνία μεταξύ των Εναγόντων και του Εναγομένου, λέγοντας πως το εν λόγω έγγραφο αποτελεί τροποποίηση του Τεκμηρίου 15 που είναι η αρχική συμφωνία παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων στον Εναγόμενο 1, ο οποίος είναι ο πρωτοφειλέτης, τις υποχρεώσεις του οποίου εγγυήθηκαν οι Εναγόμενοι 2 και 3 με τον τρόπο που εξηγήθηκε προηγουμένως. Επίσης ο μάρτυρας αυτός δήλωσε πως αν και οι καταστάσεις του επίμαχου λογαριασμού δεν αποστέλλονταν στους Εναγομένους 2 και 3, οι τελευταίοι λάμβαναν γνώση για τις κατά καιρούς μεταβολές του επιτοκίου από τις δημοσιεύσεις των Εναγόντων στον ημερήσιο τύπο αλλά και στην διαδικτυακή ιστοσελίδα της τράπεζας. Στην ιστοσελίδα των Εναγόντων υπήρχε, κατά την άποψη του ΜΚ1, πρόσβαση πληροφόρησης για την τιμολόγηση των υπηρεσιών των Εναγόντων. Αναφέροντας λεπτομέρειες δημοσίευσης μεταβολής του βασικού επιτοκίου επιτοκίου στον ημερήσιο τύπο, ο εν λόγω μάρτυρας επικαλέστηκε τέτοιες στην εφημερίδα 'Χαραυγή' στις 03.05.04, στην εφημερίδα 'Σημερινή' στις 13.06.05, στην εφημερίδα 'Πολίτης' χωρίς αναφορά σε ημερομηνία και στην εφημερίδα 'Φιλελεύθερος' στις 14.11.
- Η κυρίως εξέταση της ΜΕ2 αποτελείται επίσης από γραπτή δήλωση που προσκόμισε δυνάμει του άρθρου 25 του περί Αποδείξεως Νόμου μετά των συναφών τροποποιήσεων (Κεφ.9) καθώς και από ένορκη προφορική μαρτυρία. Όπως λέει, ανάμεσα στα καθήκοντα της είναι ο έλεγχος και η παρακολούθηση προβληματικών λογαριασμών πελατών και ειδικότερα μετά τον τερματισμό λειτουργίας τους. Στους προβληματικούς λογαριασμούς που η μάρτυρας παρακολουθούσε περιλαμβανόταν και ο επίδικος. Μέσα από το σύνολο της μαρτυρίας της η εν λόγω μάρτυρας αναφέρει ότι οι διακυμάνσεις επιτοκίου που αφορούσαν τον επίδικο λογαριασμό, αρχικά υπ' αριθμό 136-11-002273 και στη συνέχεια μετά την ενοποίηση της Λαϊκής Τράπεζας με την Τράπεζα Κύπρου στον αριθμό 357017314535, γίνονταν από καιρού εις καιρόν στα πλαίσια των οδηγιών της Κεντρικής Τράπεζας, των προνοιών της νομοθεσίας, των νομισματικών και πιστωτικών κανόνων που ίσχυαν κάθε φορά, των συνθηκών αγοράς και της αξίας του χρήματος και μπορούσε να είναι είτε αυξητικό είτε μειωτικό. Σύμφωνα με την μάρτυρα, οι διακυμάνσεις αυτές καταχωρούνταν στο ηλεκτρονικό σύστημα της τράπεζας κατά χρόνο που υπήρχε μεταβολή, ενώ ταυτόχρονα γίνονταν και δημοσιεύσεις στον ημερήσιο τύπο. Όπως η κυρία Κανάρη σημείωσε, μετά από εντολή της, οι διακυμάνσεις επιτοκίου παρήχθησαν και εκτυπώθηκαν από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή και αφού η ίδια τα σύγκρινε με τις αρχικές καταχωρήσεις του ηλεκτρονικού υπολογιστή διαπίστωσε ότι ήταν ορθές. Πιο κάτω παρατίθενται αναλυτικά οι διακυμάνσεις επιτοκίου που η μάρτυρας παρουσίασε, οι οποίες καταγράφονται σε έγγραφο που κατέθεσε ως Τεκμήριο 30, το οποίο και εξήγησε: - 22.06.14 (ημερομηνία Τεκμηρίου 9): βασικό επιτόκιο 5,5% πλέον περιθώριο 3,75% = σύνολο 9,25% - 08.07.05: βασικό επιτόκιο 4,25% πλέον περιθώριο 3,75% = σύνολο 8,00% - 04.04.07: βασικό επιτόκιο 4,50% πλέον περιθώριο 3,75% = σύνολο 8,25% - 12.12.08: βασικό επιτόκιο 5,00% πλέον περιθώριο 3,75% = σύνολο 8,75% - 11.02.09: βασικό επιτόκιο 5,00% πλέον περιθώριο 5,50% = σύνολο 10,50% - 05.04.11 (ημερομηνία ισχυριζόμενου τερματισμού): επιτόκιο προς 14,00%. Αναφορικά με τις δημοσιεύσεις της μεταβολής του επιτοκίου στον ημερήσιο τύπο που η εν λόγω μάρτυρας επικαλέστηκε, κατατέθηκε δέσμη τέτοιων δημοσιεύσεων σε εφημερίδες ως Τεκμήριο
- Περαιτέρω η εν λόγω μάρτυρας ανάφερε ότι από τις 20.04.10 που ο επίδικος λογαριασμός τερματίστηκε, αυτός επιβαρύνεται με επιτόκιο προς 14%. Παράλληλα δήλωσε πως η επιστολή τερματισμού δόθηκε στις 05.04.11, εξηγώντας ότι ήταν ο χρόνος που απαιτήθηκε για να ολοκληρωθεί η διαδικασία μεταφοράς του συγκεκριμένου πελάτη από το κατάστημα που διατηρείτο ο επίδικος λογαριασμός στην υπηρεσία ανάκτησης χρεών της τράπεζας. Επιπλέον η μάρτυρας ανάφερε ότι ο λογαριασμός παρουσιάζει χρέωση €688,05, το οποίο είναι το ποσό που αντιπροσωπεύει τη διαφορά του τόκου που προέκυψε από την αύξηση του επιτοκίου από 10,5% σε 14% για την περίοδο από 20.04.10 μέχρι 05.04.
- Αντεξεταζόμενη η ΜΚ2 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως το Τεκμήριο 30 περιέχει τα ποσοστά επιτοκίου που κατά καιρούς εφαρμόζονταν στον επίδικο λογαριασμό, περιλαμβανομένης της περίπτωσης όταν το υπόλοιπο λογαριασμού θα ήταν πιστωτικό. Ωστόσο παραδέχτηκε ότι στις κατατεθειμένες οικονομικές καταστάσεις (Τεκμήριο 28) δεν φαίνεται το επιτόκιο που εφαρμόζεται και για να υπολογιστούν οι τόκοι που πρέπει να χρεωθούν ανά περίοδο χρησιμοποιείται σχετικό λογισμικό σύστημα. Γι' αυτό δήλωσε πως δεν ήταν σε θέση από το εδώλιο του μάρτυρα να προβεί σε τέτοιους υπολογισμούς. Επίσης δήλωσε άγνοια στο ποιο ήταν το ποσοστό επιβάρυνσης στις διατραπεζικές συναλλαγές που καθοριζόταν τις αντίστοιχες περιόδους από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, γνωστό ως euribor. Διαφωνώντας με τη θέση του συνηγόρου των Εναγομένων 2 και 3 ότι η επιβολή τόκων ήταν αδικαιολόγητη και καταχρηστική, επέμεινε ότι εφαρμόστηκαν οι διακυμάνσεις του επιτοκίου που ίσχυαν στα πλαίσια των οδηγιών της Κεντρικής Τράπεζας, στα πλαίσια της νομοθεσίας, των νομισματικών και πιστωτικών κανόνων που ίσχυαν κάθε περίοδο καθώς και στα πλαίσια των συνθηκών οικονομίας και κόστους του χρήματος. Ερωτώμενη στο θέμα της χρέωσης διαφοράς του τόκου που προέκυψε από την αύξηση του επιτοκίου από 10,5% σε 14% για την περίοδο από 20.04.10 μέχρι 05.04.11, η εν λόγω μάρτυρας εξήγησε ότι οι Ενάγοντες προέβησαν σε κάτι τέτοιο επειδή η λειτουργία του επιδίκου λογαριασμού είχε τερματιστεί ηλεκτρονικά στις 20.04.10, ανεξάρτητα αν ο πελάτης είχε ενημερωθεί για την εξέλιξη αυτή όταν η συμφωνία είχε τερματιστεί την 05.04.11 με την αποστολή σχετικής επιστολής. Εξηγώντας πως το ποσό €688,05 που χρεώθηκε έχει υπολογιστεί, η ΜΕ2 είπε ότι προέκυψε από τον πολλαπλασιασμό του ύψους €1,97 που ήταν ο ημερήσιος τόκος με τον αριθμό των ημερών που μεσολάβησαν και ήταν
- Την ίδια στιγμή η μάρτυρας δήλωσε άγνοια κατά πόσο μετά τον ισχυριζόμενο ηλεκτρονικό τερματισμό ο επίδικος λογαριασμός συνέχιζε να λειτουργεί με καταχωρήσεις χρεώσεων και πιστώσεων. Μοναδικός μάρτυρας υπεράσπισης ήταν, όπως ήδη λέχθηκε, ο Εναγόμενος 2 (ΜΥ), του οποίου η κυρίως εξέταση αποτελείται αποκλειστικά από γραπτή δήλωση που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 25 του Κεφ.9 και ένορκης προφορικής μαρτυρίας. Με βάση το περιεχόμενο της ο Εναγόμενος 1 που είναι αδελφός του Εναγομένου 2, τον επισκέφθηκε τον Απρίλη 2004 λέγοντας του ότι επιθυμούσε να ανοίξει τρεχούμενο λογαριασμό στην τότε Λαϊκή Τράπεζα, η οποία για να εξετάσει σχετική αίτηση του ζήτησε δύο εγγυητές. Ο Εναγόμενος 1 του ζήτησε να είναι ο ένας από τους δύο εγγυητές ενώ ο άλλος θα ήταν ο Εναγόμενος 3 (σύζυγος της αδελφής τους). Ο Εναγόμενος 2 συμφώνησε αλλά προτού υπογράψει ήθελε να γνωρίζει λεπτομέρειες. Στις 22.06.04 που ο Εναγόμενος 1 τον ενημέρωσε ότι η αίτηση του είχε εγκριθεί, του ζήτησε να μεταβεί στο υποκατάστημα της τράπεζας για να υπογράψει τα σχετικά έγγραφα ως εγγυητής. Τότε του είχε δώσει το Τεκμήριο 12, το οποίο μελέτησε και αντιλήφθηκε ότι ο ίδιος προσωπικά και ο Εναγόμενος 3 θα εγγυούνταν από κοινού για ποσό Λ.Κ.£5.000 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα τη συμφωνία λειτουργίας λογαριασμού με όριο Λ.Κ.£4.
- Όπως ακόμη σημειώνεται στη γραπτή δήλωση του μάρτυρα, ο ΜΥ1 επισκέφθηκε το υποκατάστημα και αφού έλεγξε ότι το εγγυητήριο έγγραφο αναφερόταν σε ποσό Λ.Κ.£5.000, ως αναφερόταν στο Τεκμήριο 12, το υπέγραψε έχοντας την απόλυτη πεποίθηση ότι μαζί με τον Εναγόμενο 3 εγγυήθηκαν από κοινού τον Εναγόμενο 1 για το συνολικό ποσό των Λ.Κ.£5.000, κάτι εξάλλου που του επιβεβαίωσε προφορικά και υπάλληλος της τράπεζας. Περαιτέρω καταγράφεται ισχυρισμός του εν λόγω μάρτυρα ότι στις 07.07.05 η τράπεζα προχώρησε στην αύξηση του ορίου του επιδίκου λογαριασμού καθώς και σε νέα συμφωνία με τον Εναγόμενο 1 στις 04.04.07 χωρίς τη συγκατάθεση του ιδίου και εξ' όσον γνώριζε και του Εναγομένου
- Αν το γνώριζε ο μάρτυρας θα προχωρούσε σε τερματισμό του εγγυητήριου εγγράφου. Σύμφωνα επίσης με το περιεχόμενο της γραπτής δήλωσης, η τράπεζα ουδέποτε ενημέρωσε τον ΜΥ1, είτε γραπτώς είτε άλλως πως, για την υπέρβαση του ορίου του επιδίκου τρεχουμένου λογαριασμού, διευκρινίζοντας ότι η πρώτη φορά ήταν περί τις αρχές του έτους 2011 όταν ενημερώθηκε με επιστολή των Εναγόντων ότι ο Εναγόμενος 1 δεν ανταποκρινόταν στις υποχρεώσεις του. Αντεξεταζόμενος ο ΜΥ1 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως τα δύο έγγραφα που υπέγραψε στην τράπεζα είναι τα Τεκμήρια 10 και
- Από τα έγγραφα αυτά σε συνδυασμό με το Τεκμήριο 12, ο εν λόγω μάρτυρας συμπεραίνει ότι η εγγύηση για το ποσό των Λ.Κ.£5.000 είναι κοινή για τον ίδιο και τον Εναγόμενο 3 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα. Όπως είπε, ήταν αυτά τα έγγραφα που μελέτησε χωρίς εμπόδιο στο υποκατάστημα της τράπεζας που επισκέφτηκε προτού υπογράψει, των οποίων οι όροι ήταν κατανοητοί για τον ίδιο. Το πιο πάνω συμπέρασμα του αποτυπώνει τη συμφωνία εγγύησης που τον δεσμεύει. Δεν μπορούσε όμως να θυμηθεί ποιο ήταν το όνομα του λειτουργού της τράπεζας που σύμφωνα με τον ισχυρισμό του τον διαβεβαίωσε προφορικά ότι η εγγύηση στο ποσό των Κ.£5.000 είναι κοινή για τον ίδιο και τον Εναγόμενο 3 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα. Τελικές Αγορεύσεις: Στις τελικές αγορεύσεις τους όλες οι πλευρές προσπάθησαν με νομική επιχειρηματολογία αλλά και με σχολιασμό μερών της προσκομισθείσας μαρτυρίας καθώς και με παραπομπή σε νομολογία και σε διάφορε νομοθεσίες να πείσουν για την ορθότητα των εκατέρωθεν θέσεων και εισηγήσεων τους. Προς διευκόλυνση του Δικαστηρίου οι αγορεύσεις των μερών ήταν γραπτές. Συγκεκριμένα ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγόντων κάλεσε το Δικαστήριο να αποδεχθεί την μαρτυρία που προσκομίστηκε από τους μάρτυρες των πελατών του κρίνοντας τους ως μάρτυρες αλήθειας. Είναι η θέση του εν λόγω συνηγόρου οι καταστάσεις λογαριασμού (Τεκμήριο 28) που κατατέθηκαν ικανοποιούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 22 του Κεφ.9 με αποτέλεσμα εκ πρώτης όψεως να αποτελούν τεκμήριο απόδειξης της λειτουργίας, κίνησης καθώς και του ύψους του χρεωστικού υπολοίπου. Την ίδια στιγμή η αποτυχία των Εναγομένων να προσκομίσουν μαρτυρία που να ανατρέπει το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 28 σε συνάρτηση με τις εξηγήσεις που οι μάρτυρες των εναγόντων έδωσαν επί του περιεχομένου του εν λόγω τεκμηρίου αλλά και με βάση τα παραδεκτά γεγονότα που τέθηκαν στο Δικαστήριο είναι δεδομένα που κατά τη γνώμη του εν λόγω συνηγόρου αποδεικνύουν το τελικό οφειλόμενο ποσό στο ύψος που οι Ενάγοντες αξιώνουν. Παράλληλα ο συνήγορος των Εναγόντων ισχυρίστηκε ότι όλες οι προβαλλόμενες θέσεις των Εναγομένων όχι μόνο στερούνται τεκμηρίωσης και συνάμα λογικής αλλά αντικρούονται από το σαφή λεκτικό των διαφόρων εγγράφων που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Γι' αυτό κατά τον εν λόγω συνήγορο οι θέσεις αυτές πρέπει όλες να απορριφθούν ως αβάσιμες. Στη βάση του πιο πάνω σκεπτικού ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγόντων ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι οι Ενάγοντες απέδειξαν την απαίτηση τους στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων και κάλεσε το Δικαστήριο να εκδώσει απόφαση εναντίον των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων ως οι αξιούμενες θεραπείες που σημειώνονται στην τροποποιημένη έκθεση απαίτησης με έξοδα υπέρ τους. Περαιτέρω κάλεσε το Δικαστήριο να καταδικάσει τους Εναγομένους στα έξοδα της ανταπαίτησης. Αντίθετη ήταν η κοινή νομική επιχειρηματολογία των ευπαιδεύτων συνηγόρων των Εναγομένων, οι οποίοι από κοινού υποστήριξαν ότι οι Εναγόμενοι 2 και 3 ανέλαβαν κοινή ευθύνη εγγύησης για ποσό μέχρι Λ.Κ.£5.000 των υποχρεώσεων του Εναγομένου 1 σχετικά με το άνοιγμα και λειτουργία του επιδίκου λογαριασμού. Προς επίρρωση της θέσης αυτής έδωσαν τη δική τους ερμηνεία στο νομικό περιεχόμενο των Τεκμηρίων 12 και 15 υπό το φως των Τεκμηρίων 10 και 11 με παραπομπή σε νομολογία και με αναφορά στο άρθρο 104 του περί Συμβάσεων Νόμου (Κεφ.149). Περαιτέρω οι συνήγοροι υπεράσπισης ευσεβάστως εισηγήθηκαν ότι το Τεκμήριο 16 αποτελεί νέα συμφωνία που συνομολογήθηκε μεταξύ των Εναγόντων και Εναγομένου 1 χωρίς προηγουμένως να εξασφαλιστεί προηγουμένως η συγκατάθεση των Εναγομένων 2 και 3, με την υπογραφή του οποίου οι Εναγόμενοι 2 και 3 απαλλάχτηκαν από οποιαδήποτε υποχρέωση τους έναντι των Εναγόντων. Η εν λόγω θέση τους εδράζεται σε ερμηνεία που έδωσαν στο περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου. Ακόμη όμως και να κριθεί ότι το Τεκμήριο 16 αποτελεί δεύτερη αύξηση του παραχωρηθέντος ορίου λειτουργίας και όχι νέα συμφωνία ως οι ίδιοι θεωρούν, οι συνήγοροι υπεράσπισης ισχυρίστηκαν, με παραπομπή σε νομολογία και με αναφορά στο άρθρο 91 του Κεφ.149, ότι όπως και στην πρώτη αύξηση του υφιστάμενου ορίου του επιδίκου λογαριασμού οι Ενάγοντες θα έπρεπαν πρώτα να είχαν εξασφαλίσει τη συγκατάθεση των Εναγομένων 2 και
- Επειδή για κάτι τέτοιο υπήρξε παράλειψη από τους Ενάγοντες, οι συνήγοροι υπεράσπισης ισχυρίστηκαν ότι αυτό πάλι απαλλάσσει τους Εναγομένους 2 και 3 από οποιαδήποτε υποχρέωση τους έναντι των Εναγόντων. Επίσης οι συνήγοροι υπεράσπισης, με αναφορά σε νομολογία, ευσεβάστως εισηγήθηκαν ότι το ποσό των €104.168,94 που αρχικά κατατέθηκε στον επίδικο λογαριασμό και μεταφέρθηκε σε άλλο λογαριασμό του Εναγομένου 1, έγινε με σκοπό την εξόφληση του επίμαχου λογαριασμού και ως τέτοιο πρέπει να θεωρείται. Σύμφωνα με τους εν λόγω συνηγόρους, η μεταφορά των χρημάτων έγινε χωρίς οδηγίες ή με συγκατάθεση η επιθυμία πρόθεση του Εναγομένου 1 και η θέση των Εναγόντων ότι η κατάθεση αυτή οφείλεται σε τεχνικούς λόγους παρέμεινε χωρίς υποστηριχτικό υπόβαθρο αφού δεν εξηγήθηκε ποιοι ήταν αυτοί οι τεχνικοί λόγοι. Επιπροσθέτως οι συνήγοροι υπεράσπισης ισχυρίστηκαν ότι μέσα από την μαρτυρία που οι Ενάγοντες παρουσίασαν δεν αποδείχτηκε το ύψος των όποιων χρεωστικών υπολοίπων και σε αντίθεση με το τι απαιτείται από τη νομολογία το ποσό απαίτησης παρέμεινε αδιευκρίνιστο και κατ' επέκταση μη ξεκαθαρισμένο. Στη βάση των πιο πάνω και επικαλούμενοι παράβαση των προνοιών του περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου του 2003 (Ν.197(Ι)/2003), οι συνήγοροι υπεράσπισης ευσεβάστως εισηγήθηκαν ότι οι Ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν την υπόθεση τους στον απαιτούμενο βαθμό και γι' αυτό κάλεσαν το Δικαστήριο να απορρίψει την απαίτηση τους με έξοδα εις βάρος τους. Σε αντίθετη περίπτωση ευσεβάστως εισηγήθηκαν ότι οι Εναγόμενοι 2 και 3 ευθύνονται αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα στο χρεωστικό υπόλοιπο των Λ.Κ.£3.305,62 (ισότιμο σε €5.647,99) που υπήρχε κατά την υπογραφή των εγγράφων για αύξηση του ορίου λειτουργίας του επιδίκου λογαριασμού στις 07.07.05 Μη αμφισβητούμενα γεγονότα: Προτού ασχοληθώ με την αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας θεωρώ χρήσιμο να αναφέρω ορισμένα γεγονότα που είτε αποτελούν κοινό έδαφος των διαδίκων είτε δεν αμφισβητήθηκαν μέσα από την εκδίκαση της αγωγής. Συγκεκριμένα τέτοια γεγονότα είναι τα εξής:
(1)Ο Εναγόμενος 1 είναι αδελφός του Εναγομένου 2 ενώ ο Εναγόμενος 3 είναι σύζυγος της αδελφής των Εναγομένων 1 και 2 και κατά τον ουσιώδη χρόνο για την παρούσα αγωγή χρόνο όλοι κατοικούσαν στην επαρχία Πάφου.
(2)Κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο ο Εναγόμενος 1 ήταν πελάτης της πρώην Marfin Popular Bank Public Company Limited (στο εξής για σκοπούς ευκολίας θα γίνεται αναφορά σε 'πρώην Λαϊκή Τράπεζα').
(3)Η πρώην Λαϊκή Τράπεζα ήταν τραπεζικός οργανισμός που είχε συσταθεί δεόντως με βάση την ισχύουσα νομοθεσία και ασκούσε τραπεζικές εργασίες παγκύπρια με υποκαταστήματα σε όλες τις επαρχίες περιλαμβανομένου και στην επαρχία Πάφου και ως τέτοιος οργανισμός στα πλαίσια των εργασιών και δραστηριοτήτων της παραχωρούσε σε πελάτες, ανάμεσα σ' άλλα, δάνεια και πιστωτικές διευκολύνσεις.
(4)Στις 28.03.05 η πρώην Λαϊκή Τράπεζα μετονομάστηκε από 'Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα' σε 'Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ' (Τεκμήριο 3).
(5)Στις 04.12.06 η πρώην Λαϊκή Τράπεζα μετονομάστηκε από 'Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ' σε 'Marfin Popular Bank Public Co Ltd' (Τεκμήριο 4).
(6)Στις 05.04.12 η πρώην Λαϊκή Τράπεζα μετονομάστηκε από 'Marfin Popular Bank Public Co Ltd' σε 'Cyprus Popular Bank Public Co Ltd' (Τεκμήριο 5).
(7)Στις 27.04.04 ο Εναγόμενος 1 αποτάθηκε στην πρώην Λαϊκή Τράπεζα στην Πάφο όπου υπέβαλε αίτηση για να του παραχωρηθούν πιστωτικές διευκολύνσεις (Τεκμήριο 8).
(8)Κατόπιν έγκρισης της πιο πάνω αίτησης στις 22.06.04 στη βάση προτεινόμενων όρων και εξασφαλίσεων (Τεκμήριο 12), η πρώην Λαϊκή Τράπεζα δημιούργησε τον τρεχούμενο λογαριασμό υπ' αρ. 136-11-002273 στον οποίον παραχώρησαν προς όφελος του Εναγομένου 1 (πρωτοφειλέτη) πιστωτικές διευκολύνσεις ύψους Λ.Κ.£4.000, όπως ήταν τότε το νόμισμα της Κυπριακής Δημοκρατίας (ισότιμο σε €6.834,40), υπό την μορφή ορίου λειτουργίας.
(9)Για την παροχή των πιο πάνω πιστωτικών διευκολύνσεων, συνομολογήθηκε και υπεγράφη στην Πάφο σχετικό συμφωνητικό έγγραφο ημερομηνίας 22.06.04 μεταξύ της πρώην Λαϊκής Τράπεζας και του Εναγομένου 1 (Τεκμήριο 9).
(10)Την εξασφάλιση των υποχρεώσεων του Εναγομένου 1 που πηγάζουν μέσα από τη λειτουργία του πιο πάνω τρεχούμενου λογαριασμού από τον ίδιο εγγυήθηκαν οι Εναγόμενοι 2 και 3 (εγγυητές) δυνάμει σχετικών εγγράφων εγγύησης ημερομηνίας 22.06.04 που συνομολογήθηκαν και υπεγράφησαν στην Πάφο (Τεκμήρια 10 και 11).
(11)Σε σχέση με την παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων υπό τη μορφή ανοίγματος και λειτουργίας τρεχούμενου λογαριασμού με όριο Λ.Κ.£4.000 προς όφελος του Εναγομένου 1 με εξασφάλιση την παροχή εγγύησης ύψους Λ.Κ.£5.000 (ισότιμο σε €8.543), στις 22.06.04 η πρώην Λαϊκή Τράπεζα ενημέρωσε γραπτώς τον Εναγόμενο 2 (Τεκμήριο 13).
(12)Ο εν λόγω τρεχούμενος λογαριασμός τέθηκε σε λειτουργία από υποκατάστημα της πρώην Λαϊκής Τράπεζας στην επαρχία Πάφου και χρησιμοποιείτο από τον Εναγόμενο 1 προς εξυπηρέτηση προσωπικών του υποχρεώσεων.
(13)Στις 29.06.05 ο Εναγόμενος 1 αποτάθηκε εκ νέου στην πρώην Λαϊκή Τράπεζα στην Πάφο όπου υπέβαλε αίτηση για να του παραχωρηθούν επιπλέον πιστωτικές διευκολύνσεις (Τεκμήρια 14 και 15).
(14)Κατόπιν έγκρισης της πιο πάνω αίτησης στις 07.07.05 στη βάση προτεινόμενων όρων και εξασφαλίσεων (Τεκμήριο 15), η πρώην Λαϊκή Τράπεζα παραχώρησε προς όφελος του Εναγομένου 1 αύξηση ορίου του τρεχούμενου λογαριασμού υπ' αρ. 136-11-002273 (στο εξής ο 'επίδικος λογαριασμός').
(15)Στις 04.04.07 συνομολογήθηκε και υπογράφτηκε στην Πάφο σχετικό συμφωνητικό έγγραφο μεταξύ της πρώην Λαϊκής Τράπεζας και του Εναγομένου 1 (Τεκμήριο 16) με το οποίο η πρώτη παραχωρούσε στο δεύτερο επιπλέον πιστωτικές διευκολύνσεις ύψους Λ.Κ.£10.500 (ισότιμο σε €17.940).
(16)Με επιστολή της ημερομηνίας 11.03.11 (Τεκμήριο 17) η πρώην Λαϊκή Τράπεζα κάλεσε τον Εναγόμενο 1 να ομαλοποιήσει τον επίδικο λογαριασμό εντός 21 ημερών.
(17)Με επιστολές της ημερομηνίας 11.03.11 (Τεκμήρια 18 και 19) η πρώην Λαϊκή Τράπεζα ενημέρωσε τους Εναγομένους 2 και 3 ότι ο επίμαχος λογαριασμός που εξασφαλίζεται δυνάμει των εγγράφων εγγύησης παρουσίαζε καθυστερήσεις και τους κάλεσε να συμμορφωθούν με τις συμβατικές τους υποχρεώσεις εντός 21 ημερών.
(18)Με επιστολή της ημερομηνίας 05.04.11 η πρώην Λαϊκή Τράπεζα γνωστοποιεί στον Εναγόμενο 1 ότι τερματίζει τη συμφωνία λειτουργίας του επιδίκου λογαριασμού με όριο παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων και παράλληλα απαιτεί την εξόφληση του ισχυριζόμενου οφειλόμενου ποσού (Τεκμήριο 20).
(19)Με επιστολές της ημερομηνίας 05.04.11 η πρώην Λαϊκή Τράπεζα πληροφορεί τους Εναγομένους 2 και 3 ότι έχει τερματιστεί η συμφωνία λειτουργίας του επιδίκου λογαριασμού με όριο παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων στον Εναγόμενο 1 και παράλληλα απαιτεί την πληρωμή ολόκληρου του ποσού εγγύησης πλέον τόκους και έξοδα εντός 10 ημερών (Τεκμήρια 21 και 22).
(20)Με επιστολή του ημερομηνίας 13.05.11 προς τον Εναγόμενο 1 και κοινοποίηση του περιεχομένου της στους Εναγομένους 2 και 3, ο δικηγόρος της πρώην Λαϊκής Τράπεζας ζητεί την εξόφληση του ισχυριζόμενου χρεωστικού υπολοίπου στον επίδικο λογαριασμό (Τεκμήριο 23).
(21)Το ότι από τις 29.03.13 οι Ενάγοντες ανέλαβαν ως αποκτών πρόσωπο τις τραπεζικές εργασίες και δραστηριότητες της πρώην Λαϊκής Τράπεζας, την οποία και υποκατέστησαν σε οποιαδήποτε νομική ή άλλη διαδικασία η οποία σχετίζεται με τίτλους, περιουσιακά στοιχεία, δικαιώματα ή υποχρεώσεις, τα οποία και μεταβιβάζονται αμέσως στους Ενάγοντες, οι οποίοι με αυτόν τον τρόπο απέκτησαν την ιδιότητα του Ενάγοντα στην παρούσα αγωγή (Τεκμήρια 1 και 2).
(22)Το νομικό και πραγματικό πλαίσιο βάση του οποίου οι Ενάγοντες ανέλαβαν ως αποκτών πρόσωπο τις τραπεζικές εργασίες και δραστηριότητες της πρώην Λαϊκής Τράπεζας.
(23)Οι Ενάγοντες, οι οποίοι αρχικά έφεραν την επωνυμία 'Bank of Cyprus Limited', ήταν κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο και εξακολουθούν να είναι μέχρι σήμερα τραπεζικός οργανισμός με την μορφή εταιρείας περιορισμένης ευθύνης που έχει εγγραφεί και συσταθεί δεόντως με βάση την ισχύουσα νομοθεσία και ασκούσε και συνεχίζει να ασκεί τραπεζικές εργασίες παγκύπρια με υποκαταστήματα σε όλες τις επαρχίες περιλαμβανομένου και στην επαρχία Πάφου και ως τέτοιος οργανισμός στα πλαίσια των εργασιών και δραστηριοτήτων της παραχωρούσε σε πελάτες, ανάμεσα σ' άλλα, δάνεια και πιστωτικές διευκολύνσεις (Τεκμήριο 6).
(24)Στις 12.07.04 οι Ενάγοντες μετονομάστηκαν από 'Bank of Cyprus Limited' σε 'Bank of Cyprus Public Company Limited' (Τεκμήριο 7). Τα γεγονότα αυτά που δεν αμφισβητούνται από τους διαδίκους αποτελούν μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Παράλληλα, τα πιο πάνω τεκμήρια, το περιεχόμενο των οποίων που επίσης δεν έχει αμφισβητηθεί από οποιονδήποτε μέρος παραπέμπει στα προαναφερόμενα μη αμφισβητούμενα γεγονότα, γίνονται αποδεκτά ως ορθά και αληθή. Επίδικα Θέματα: Προσεκτική μελέτη των έγγραφων προτάσεων σε συνάρτηση με την προσαχθείσα μαρτυρία καθώς και των τελικών αγορεύσεων καθιστούν σαφές ότι τα επίδικα ζητήματα που θα απασχολήσουν το Δικαστήριο μέσα από την παρούσα αγωγή είναι τα εξής: 1) Κατά πόσο η δέσμευση εγγύησης που οι Εναγόμενοι 2 και 3 ανέλαβαν, ως εγγυητές, στις υποχρεώσεις του Εναγομένου 1 (πρωτοφειλέτη), οι οποίες πηγάζουν μέσα από τη λειτουργία του επιδίκου τρεχούμενου λογαριασμού με όριο, είναι ξεχωριστή ή κοινή μέχρι ποσού €5.
- 2) Σε περίπτωση που κριθεί ότι η δέσμευση εγγύησης των Εναγομένων 2 και 3 είναι ξεχωριστή, κατά πόσο υφίσταται ζήτημα δόλου, απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων από τους Ενάγοντες και εάν οι Εναγόμενοι 2 και 3 τελούσαν υπό το καθεστώς πλάνης περί των πραγμάτων. 3) Κατά πόσο ισχύει το νομικό αξίωμα του non est factum αναφορικά με τα έγγραφα που υπέγραψαν οι Εναγόμενοι 2 και
- 4) Εάν οι Ενάγοντες, προτού προχωρήσουν σε αύξηση του παραχωρηθέντος ορίου λειτουργίας του επιδίκου τρεχούμενου λογαριασμού προς όφελος του Εναγομένου 1, όφειλαν να εξασφαλίσουν τη συγκατάθεση των Εναγομένων 2 και 3 και κατά πόσο το γεγονός της μη εξασφάλισης τέτοιας συγκατάθεσης διαφοροποιεί το καθεστώς υποχρεώσεων των μερών. 5) Κατά πόσο το Τεκμήριο 16, το οποίο είναι έγγραφο παραχώρησης πιστωτικών διευκολύνσεων ύψους Λ.Κ.£10.500 (ισότιμο σε €17.940), αποτελεί νέα συμφωνία μεταξύ των Εναγόντων και Εναγομένου 1 ή πρόκειται για νέα αύξηση του παραχωρηθέντος ορίου λειτουργίας του επιδίκου λογαριασμού. 6) Εάν οι Ενάγοντες, προτού συνομολογήσουν το Τεκμήριο 16 με τον Εναγόμενο 1, όφειλαν να εξασφαλίσουν τη συγκατάθεση των Εναγομένων 2 και 3 και κατά πόσο το γεγονός της μη εξασφάλισης τέτοιας συγκατάθεσης σε συνδυασμό με την υπογραφή του Τεκμηρίου 16 απαλλάσσει ή όχι τους Εναγομένους 2 και 3 από οποιαδήποτε υποχρέωση τους έναντι των Εναγόντων. 7) Κατά πόσο οι Εναγόμενοι είχαν δικαίωμα να μεταφέρουν το ποσό των €104.168,94 που αρχικά είχε καταχωρηθεί στον επίδικο λογαριασμό σε άλλο λογαριασμό του Εναγομένου 1 υπ' αρ. 136-12-003559 ή θα έπρεπε να είχε παραμείνει κατατεθειμένο στον επίδικο λογαριασμό και να θεωρηθεί ότι αποτελούσε εξόφληση του. 8) Κατά πόσο οι καταχωρήσεις που περιέχονται στις οικονομικές καταστάσεις του επιδίκου τρεχουμένου λογαριασμού (Τεκμήριο 28) είναι ή όχι ορθές. 9) Κατά πόσο το ισχυριζόμενο οφειλόμενο ποσό υπερχρεώνεται με αδικαιολόγητους τόκους και έξοδα. 10) Κατά πόσο η χρέωση τόκου υπερημερίας στο ισχυριζόμενο χρεωστικό υπόλοιπο είναι ενέργεια παράνομη και/ή αντισυμβατική. 11) Κατά πόσο τυχόν παράνομες και/ή αντισυμβατικές πράξεις και/ή παραλείψεις των Εναγόντων έχουν απαλλάξει τους Εναγομένους από υποχρεώσεις που ανέλαβαν έναντι των Εναγόντων. Αξιολόγηση μαρτυρίας και ευρήματα Δικαστηρίου: Κατά την ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία και ευχέρεια να παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του. Με κριτήρια την όλη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, σε συνυφασμό με τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί στη δίκη το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση τους, πάντοτε με πλήρη επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και αποσυναρτημένα του επιπέδου απόδειξης με δείχτη το στάδιο από το οποίο ανέκυψε, την πηγή των γνώσεων τους στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τις ευκαιρίες που είχαν για να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ειλικρίνεια τους και την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων (βλέπε κυπριακό νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του Τάκη Ηλιάδη σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820). Στη συνέχεια και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του Δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας αυτής και κατά λογική συνέχεια για την αποδοχή ή απόρριψη της είτε στην ολότητα της είτε μέρος της (Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Επομένως το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αποδεχτεί την μαρτυρία ενός μάρτυρα είτε στην ολότητα της είτε μέρος της, η οποία ασκείται στη βάση των αρχών που το Εφετείο επισήμανε στην υπόθεση Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 219/2012, ημερ. 29.11.13. Η προσέγγιση που το Δικαστήριο υιοθετεί στο θέμα αποδοχής ή όχι μιας μαρτυρίας υπόκειται στον περιορισμό της αιτιολόγησης (Λαζάρου v. Δημοκρατίας,
(2010)2 Α.Α.Δ. 633). Το ακόλουθο απόσπασμα από την Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266 εξηγεί με σαφήνεια τα πιο πάνω: "... ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός ή μη πιστευτός, εν όλω ή εν μέρει, σύμφωνα με την άποψη την οποία έχει σχηματίσει το Δικαστήριο ως προς την αξιοπιστία του. Αυτή όμως η δυνατότητα επιλογής μερών μαρτυρίας προσφέρεται μόνο στις περιπτώσεις μαρτύρων οι οποίοι κρίνονται ως αξιόπιστοι μάρτυρες. Σε μια τέτοια περίπτωση, το Δικαστήριο μπορεί να επιλέξει το μέρος της μαρτυρίας του μάρτυρα το οποίο, κατά την άποψη του Δικαστηρίου, εκφράζει την πραγματικότητα, ενώ ταυτόχρονα μπορεί να απορρίψει άλλο μέρος της μαρτυρίας του το οποίο θεωρείται λανθασμένο, είτε λόγω ανεπίγνωστα ανεπαρκούς παρατήρησης, είτε λόγω αδυναμίας μνήμης. (Γεωργιάδης v. Αστυνομίας
(1985)1 Α.Α.Δ. 56). Στις περιπτώσεις όμως όπου ένας μάρτυρας κρίνεται αναξιόπιστος για καλό λόγο, σίγουρα δεν υπάρχει διαθέσιμη μια τέτοια επιλογή μερών μαρτυρίας. (Μιχαήλ v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 168). " Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή μικροανακρίβειες σε επουσιώδη θέματα δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνειά τους και δείχνουν ότι δεν προσχεδίασαν την εκδοχή που μετέφεραν στο Δικαστήριο (Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 320). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Μπορεί η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα να είναι ατομική, δηλαδή να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα της και την πειστικότητά της, όμως θα πρέπει τα όσα αναφέρονται από τον κάθε μάρτυρα να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων και έτσι να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών (Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 08.02.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506). Με γνώμονα τα πιο πάνω το Δικαστήριο προχωρεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του πάντοτε σε σχέση με τα επίδικα θέματα της αγωγής. Ο ΜΕ1 δημιούργησε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Με παραστατικότητα περίγραψε τα γεγονότα που περιήλθαν στην αντίληψη του και που είχαν διαδραματιστεί. Όπως έκδηλα διαφάνηκε από το περιεχόμενο της κατάθεσης του, τα όσα ανάφερε από το εδώλιο του μάρτυρα ήταν προϊόν βιωμάτων του καθώς επίσης και αποτέλεσμα προσωπικής έρευνας και ενεργειών που ο ίδιος, ως εκ της θέσεως και των καθηκόντων του στην υπηρεσία των Εναγόντων, προέβηκε. Στις ερωτήσεις που του υπεβλήθηκαν απαντούσε με σαφήνεια και σιγουριά. Εκεί που δεν ήταν σίγουρος για κάτι ή δεν το γνώριζε το αποκάλυπτε ευθέως και απλά δεν απαντούσε. Αυτό είναι ένδειξη του στοιχείου της ειλικρίνειας και της υπευθυνότητας που χαρακτηρίζουν τον εν λόγω μάρτυρα. Σε καμία περίπτωση δεν μου έδωσε την εικόνα ότι προσπαθούσε να αποφύγει να απαντήσει ή ότι κατασκεύαζε απαντήσεις ή ότι υπερέβαλλε στις αναφορές του. Αντίθετα διαπιστώνω ότι οι τοποθετήσεις του μάρτυρα αυτού ήταν γενικά τεκμηριωμένες και υποστηρίζονται από πραγματική μαρτυρία. Μάλιστα αρκετές από τις αναφορές του δεν αμφισβητήθηκαν από τους εναγομένους με αποτέλεσμα να αποτελούν κοινό έδαφος των διαδίκων. Δεν παραγνωρίζω ότι μέρος της μαρτυρίας του μάρτυρα αυτού αναλώνεται σε ερμηνεία που ο ίδιος δίδει επί του περιεχομένου νομικών εγγράφων. Με γνώμονα ότι ο μάρτυρας δεν είναι νομικός και ούτε διαθέτει νομικές γνώσεις, οι εν λόγω αναφορές του δεν έχουν καμία βαρύτητα. Ασφαλώς το κομμάτι αυτό της μαρτυρίας του δεν λαμβάνεται υπόψη. Εξάλλου τα νομικά έγγραφα που ο ΜΕ1 επικαλείται βρίσκονται ως τεκμήρια ενώπιον του Δικαστηρίου, το οποίο είχε την ευκαιρία να μελετήσει το περιεχόμενο τους και να δώσει τη δική του ερμηνεία ως προς τα δικαιώματα, υποχρεώσεις και δεσμεύσεις των συμβαλλομένων μερών που πηγάζουν από αυτά. Παρόλο ότι η παροχή ερμηνείας επί νομικών εγγράφων που είναι κατατεθειμένα στο Δικαστήριο ως τεκμήρια αποτελεί αυθαίρετη ενέργεια από μέρους του ΜΕ1 που θα έπρεπε να είχε αποφευχθεί, εντούτοις κρίνω ότι δεν έχει μολύνει την υπόλοιπη μαρτυρία του που πραγματεύεται γεγονότα. Σε ότι αφορά την μαρτυρία επί γεγονότων ο συγκεκριμένος μάρτυρας δεν υπέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις που θα επηρέαζαν την αξιοπιστία του, το επίπεδο της οποίας παρέμεινε ακλόνητα υψηλό μέχρι το τέλος. Για καλύτερη αντίληψη των πιο πάνω μπορεί να λεχθεί ότι η μαρτυρία ΜΕ1 διαχωρίζεται σε δύο ουσιαστικά μέρη. Τα όσα σχολιάζονται πιο κάτω αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Πρώτο βασικό σκέλος της μαρτυρίας του ΜΕ1 είναι οι προσωπικές ερμηνείες του στο περιεχόμενο νομικών εγγράφων. Για το λόγο που έχει ήδη εξηγηθεί προηγουμένως, το κομμάτι αυτό της μαρτυρίας του εν λόγω μάρτυρα δεν λαμβάνεται υπόψη. Η δεύτερη ουσιαστική πτυχή της μαρτυρίας του ΜΕ1 αφορά γεγονότα που συνέβησαν. Μέρος του σκέλους αυτού της μαρτυρίας του εν λόγω μάρτυρα αποτελούν οι αναφορές του σε διάφορα γεγονότα που όχι μόνο σε τελευταία ανάλυση δεν έχουν αμφισβητηθεί από τους εναγομένους αλλά επιπλέον επαληθεύονται από έγγραφα που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Χωρίς δεύτερη σκέψη το μέρος αυτό της μαρτυρίας του μάρτυρα γίνεται αποδεκτό από το Δικαστήριο. Ενδεικτικά αναφέρω τα εξής αδιαμφισβήτητα γεγονότα: - Δυνάμει γραπτής συμφωνίας ημερομηνίας 22.06.04 που συνομολογήθηκε στην Πάφο και υπεγράφη μεταξύ της πρώην Λαϊκής Τράπεζας και του Εναγομένου 1, παραχωρήθηκαν στον τελευταίο πιστωτικές διευκολύνσεις υπό τη μορφή ανοίγματος και δυνατότητας λειτουργίας του επιδίκου τρεχούμενου λογαριασμού με όριο μέχρι Λ.Κ.£4.000, γεγονός που εκτός από αδιαμφισβήτητο επιβεβαιώνεται από συνδυασμένη μελέτη των Τεκμηρίων 8, 9 και
- - Δυνάμει εγγράφων εγγύησης ημερομηνίας 22.06.04 που συνομολογήθηκαν στην Πάφο και υπεγράφησαν μεταξύ της πρώην Λαϊκής Τράπεζας και των Εναγομένων 2 και 3, οι Εναγόμενοι 2 και 3 εγγυήθηκαν την πληρωμή μέχρι ποσού Λ.Κ.£5.000 πλέον τόκους και έξοδα, το οποίο ήθελε καταστεί οφειλόμενο και πληρωτέο υπό του Εναγομένου 1 ως πρωτοφειλέτη, γεγονός που εκτός από αδιαμφισβήτητο επιβεβαιώνεται από συνδυασμένη μελέτη των Τεκμηρίων 10, 11 και
- - Ο Εναγόμενος 1 λειτούργησε και χρησιμοποίησε τον επίδικο τρεχούμενο λογαριασμό με όριο μέχρι Λ.Κ.£4.000 προς όφελος του για διεκπεραίωση δοσοληψιών του. - Δυνάμει συμφωνητικού εγγράφου ημερομηνίας 07.07.05, που συνομολογήθηκε στην Πάφο και υπεγράφη μεταξύ της πρώην Λαϊκής Τράπεζας και του Εναγομένου 1, το όριο χρήσης του επιδίκου τρεχούμενου λογαριασμού αυξήθηκε από Λ.Κ.£4.000 σε Λ.Κ.£7.
- Είναι προφανές ότι η καταγραφή αριθμού Λ.Κ.£70.000 στο Τεκμήριο 15 οφείλεται σε τυπογραφικό λάθος, το οποίο υποδείχτηκε και αναγνωρίστηκε ως τέτοιο από τον ΜΕ1 μέσα από την ένορκη μαρτυρία του χωρίς να υπάρξει αμφισβήτηση από οποιονδήποτε εναγόμενο. Όπως επιβεβαιώνεται από συνδυασμένη μελέτη των Τεκμηρίων 14 και 15 αλλά και αποτελεί κοινό έδαφος των διαδίκων, εξασφαλίσεις στην παροχή επιπλέον πιστωτικών διευκολύνσεων που επιτεύχθηκε με την αύξηση του ορίου χρήσης του επιδίκου τρεχούμενου λογαριασμού αποτελούσαν οι υφιστάμενες εγγυήσεις των Εναγομένων 2 και 3 καθώς και δέσμευση επιπρόσθετου ποσού Λ.Κ.£3.000 που βρισκόταν κατατεθειμένο στον λογαριασμό υπ' αριθμό 136-08-015031 της πρώην Λαϊκής Τράπεζας που υπήρχε εις το όνομα του Εναγομένου
- - Ο επίδικος τρεχούμενος λογαριασμός περιέχει χρεώσεις που προέρχονται από έκδοση επιταγών από τον Εναγόμενο 1 σε δικαιούχους, από γραπτές οδηγίες του Εναγομένου 1, από γραπτές συνεχόμενες οδηγίες (standing order) που αφορούσαν αριθμό πληρωμών σε διάφορους δικαιούχους, μετά από ανάληψη μετρητών από τον Εναγόμενο 1 σε αυτόματη ταμειακή μηχανή με τη χρήση κάρτας που ήταν συνδεδεμένη με τον επίδικο τρεχούμενο λογαριασμό με όριο, όταν χρησιμοποιείτο τραπεζική κάρτα από τον Εναγόμενο 1 για την αγορά καταναλωτικών αγαθών ή υπηρεσιών, για κάλυψη εξόδων της τράπεζας όπως στην περίπτωση ετοιμασίας και αποστολής οικονομικής/τραπεζικής κατάστασης, ετοιμασία και αποστολή βιβλιαρίου επιταγών, στα πλαίσια της διαδικασίας εκκαθάρισης επιταγών που ο Εναγόμενος 1 εξέδωσε, κατόπιν οδηγιών του Εναγομένου 1 για πίστωση του επιδίκου τρεχούμενου λογαριασμού με όριο (funds transfer) καθώς και επιβαρύνσεις από τόκους ανά τριμηνία. Ο ΜΕ1 υπέδειξε και εξήγησε από το Τεκμήριο 28 παραδείγματα τέτοιων κατηγοριών χρεώσεων υπό το φως επισυναπτόμενης ένορκης δήλωσης του ιδίου καθώς επίσης πιστοποιητικού εγγράφου ημερομηνίας 30.11.16 που ο υπέγραψε και κατέθεσε ως Τεκμήριο
- Ακόμη από το εν λόγω τεκμήριο ο ΜΕ1 αναφέρθηκε ενδεικτικά στο ύψος ποσών χρέωσης, στην ημερομηνία που χρεώσεις λάμβανα αξία και κατά πόσο σε ενδεικτικές περιόδους το υπόλοιπο που ο επίδικος τρεχούμενος λογαριασμός παρουσίαζε ήταν πιστωτικό ή χρεωστικό. - Για να μεταβληθεί το ποσοστό επιτοκίου στην πορεία η τράπεζα λαμβάνει υπόψη της το κόστος διασφάλισης των κεφαλαίων, τα οποία στη συνέχεια παρέχει στους πελάτες της υπό μορφή διευκολύνσεων, τις συνθήκες αγοράς και το ύψος των επιτοκίων που καθορίζει η Κεντρική Τράπεζα. - Ειδοποίηση για μεταβολή επιτοκίου πραγματοποιείτο με δημοσιεύσεις σε εφημερίδες παγκύπριας κυκλοφορίας. Οι αναφορές για τέτοιες δημοσιεύσεις στις εφημερίδες 'Χαραυγή' στο έντυπο ημερομηνίας 03.05.04, 'Σημερινή' στο έντυπο ημερομηνίας 13.06.05, 'Πολίτης' και 'Φιλελεύθερος' ημερομηνίας 14.11.08 όχι μόνο δεν αμφισβητήθηκαν αλλά επαληθεύονται από το Τεκμήριο 31 που είναι δέσμη αντιγράφων των εν λόγω δημοσιεύσεων από τις πιο πάνω εφημερίδες, το περιεχόμενο των οποίων δεν αντικρούστηκε και δεν έχω κανένα λόγο να μην το αποδεχτώ ως ορθό, αληθές και αξιόπιστο. Με βάση το Τεκμήριο 31: (α) Στις 03.05.04 δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα 'Χαραυγή' μεταβολή του βασικού επιτοκίου από 4,5% σε 5,5%. (β) Στις 13.06.05 δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα 'Σημερινή' μεταβολή του βασικού επιτοκίου από 4,75% σε 4,25%. (γ) Στις 05.09.06 δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα 'Πολίτης' μεταβολή του βασικού επιτοκίου από 4,25% σε 4,5%. (δ) Στις 14.11.08 δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα 'Φιλελεύθερος' μεταβολή του βασικού επιτοκίου από 5,25% σε 5%. - Οι Ενάγοντες απέστελλαν και ο Εναγόμενος 1 παραλάμβανε τακτικά τραπεζικές καταστάσεις λειτουργίας του επιδίκου τρεχούμενου λογαριασμού με όριο με αποτέλεσμα να ενημερώνεται για την κίνηση του καθώς και για τις διάφορες χρεώσεις για τις οποίες αυτός επιβαρυνόταν, γεγονός που ουδέποτε αμφισβητήθηκε από οποιονδήποτε εναγόμενο. - Οι τραπεζικές καταστάσεις λειτουργίας του επιδίκου τρεχούμενου λογαριασμού με όριο δεν αποστέλλονταν στους Εναγομένους, γεγονός που αποτελεί κοινό έδαφος των διαδίκων. - Λόγω ισχυριζόμενης υπέρβασης του συμφωνημένου ορίου λειτουργίας του επιδίκου τρεχούμενου λογαριασμού, οι Ενάγοντες απέστειλαν στους εναγομένους προειδοποιητικές επιστολές ημερομηνίας 11.03.11 με τις οποίες καλούσαν περιορισμό των υπερβάσεων του εν λόγω λογαριασμού στο συμφωνηθέν όριο εντός προθεσμίας 21 ημερών. Η αποστολή των επιστολών αυτών όχι μόνο δεν αμφισβητείται ως γεγονός αλλά επιβεβαιώνεται από τα Τεκμήρια 17, 18 και
- - Με επιστολή τους ημερομηνίας 05.04.11 οι Ενάγοντες πληροφόρησαν τους εναγομένους ότι τερματίζουν τον επίδικο τρεχούμενο λογαριασμό με όριο και ζήτησαν εξόφληση του ισχυριζόμενου οφειλόμενου ποσού εντός 10 ημερών, γεγονός που εκτός από αδιαμφισβήτητο επιβεβαιώνεται από τα Τεκμήρια 20, 21 και
- - Με επιστολή του ημερομηνίας 13.05.11, ο δικηγόρος των Εναγόντων ζήτησε από τους εναγομένους εξόφληση του κατ' ισχυρισμό χρεωστικού υπολοίπου του επιδίκου τρεχούμενου λογαριασμού με όριο εντός 15 ημερών, γεγονός που εκτός από αδιαμφισβήτητο επιβεβαιώνεται από το Τεκμήριο
- - Ουδεμία ανταπόκριση υπήρξε σε σχέση με τις προαναφερόμενες επιστολές και έκτοτε καμία κατάθεση χρημάτων έγινε από ή εκ μέρους των εναγομένων στον επίδικο τρεχούμενο λογαριασμό με όριο. Ένα άλλο μέρος αυτής της πτυχής της μαρτυρίας του ΜΕ1 αποτελεί το ζήτημα της πιστωτικής διευκόλυνσης των Λ.Κ.£10.
- Το κομμάτι αυτό της μαρτυρίας του εν λόγω μάρτυρα επαληθεύεται επειδή αποτελεί κοινό έδαφος των διαδίκων ότι ο Εναγόμενος 1 έλαβε πιστωτική διευκόλυνση Λ.Κ.£10.
- Ένα άλλο κομμάτι αυτού του σκέλους της μαρτυρίας του ΜΕ1 είναι η αναφορά του περί κατάθεσης ποσού €104.168,04 στις 13.10.10 στον επίδικο τρεχούμενο λογαριασμό που σύμφωνα με τον ίδιο προέκυψε από την πώληση ενυπόθηκου ακινήτου και αφορούσε άλλη δανειακή υποχρέωση του Εναγομένου 1 που εξασφαλιζόταν από την υποθήκη του συγκεκριμένου ακινήτου, το οποίο αυθημερόν μεταφέρθηκε σε λογαριασμό δανείου του Εναγομένου
- Από τα ενώπιον μου στοιχεία και δεδομένα το μέρος αυτό της μαρτυρίας του ΜΕ1 επαληθεύεται. Είναι γεγονός ότι στις 13.10.10 κατατέθηκε στο επίδικο τρεχούμενο λογαριασμό ποσό ύψους €104.168,04, το οποίο στη συνέχεια της ίδιας ημέρας μεταφέρθηκε σε άλλο λογαριασμό επ' ονόματι του Εναγομένου 1 και συγκεκριμένα για εξόφληση του λογαριασμού δανείου με αρ. 136-12-
- Πέραν του ότι αυτό είναι παραδεκτό γεγονός, το γεγονός αυτό καταδεικνύεται μετά που πρώτα ανάτρεξα στο Τεκμήριο 28 όπου στην πιο πάνω ημερομηνία φαίνεται σχετική πίστωση και αυθημερόν ανάλογη χρέωση του επιδίκου τρεχούμενου λογαριασμού και ακολούθως όταν μελέτησα το Τεκμήριο 27 που είναι κατάσταση λογαριασμού του πιο πάνω λογαριασμού δανείου και δείχνει την κίνηση του για την περίοδο από 18.01.10 μέχρι 13.10.
- Μέσα από τη μελέτη του περιεχομένου του, το οποίο δεν αμφισβητήθηκε από οποιοδήποτε διάδικο και ως εκ τούτου αποδέχομαι ως ορθό και αληθές, παρατηρώ ότι στις 13.10.10 κατατέθηκε στο εν λόγω λογαριασμό δανείου ποσό €104.168,
- Παράλληλα το ότι το εν λόγω ποσό εισπράχτηκε από την πώληση ενυπόθηκου ακινήτου και αφορούσε δανειακή υποχρέωση του Εναγομένου 1 που εξασφαλιζόταν από την υποθήκη του συγκεκριμένου ακινήτου, είναι γεγονότα που δεν αμφισβητήθηκαν από τους εναγομένους μέσα από την εκδίκαση της παρούσας αγωγής. Όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 26, το περιεχόμενο του οποίου δεν αμφισβητήθηκε από οποιονδήποτε διάδικο και ως εκ τούτου αποδέχομαι ως ορθό και αληθές, στις 05.12.06 συνομολογήθηκε στην Πάφο συμφωνητικό έγγραφο στεγαστικού δανείου μεταξύ των Εναγόντων και Εναγομένου σύμφωνα με το οποίο, στη βάση όρων, παραχωρείτο πίστωση ύψους Λ.Κ.£65.000 με σκοπό την αγορά διαμερίσματος. Ανάμεσα σ' άλλα, το έγγραφο αυτό προνοούσε αποπληρωμή δια μηνιαίων δόσεων στο λογαριασμό δανείου με αρ. 136-12-003559 που δημιουργήθηκε για το σκοπό αυτό με αναμενόμενη ημερομηνία εξόφλησης 05.12.
- Μία από τις εξασφαλίσεις που δόθηκαν για την χορηγία δανείου ήταν η υποθήκευση τριών ακινήτων. Το περιεχόμενο των εγγράφων υποθήκης των εν λόγω ακινήτων που έχουν κατατεθεί ως Τεκμήρια 24 και 25 δεν αμφισβητήθηκε από οποιοδήποτε διάδικο και ως εκ τούτου αποδέχομαι ως ορθό και αληθές. Στη βάση των πιο πάνω αποδέχομαι την μαρτυρία του ΜΕ1 ως αληθή και αξιόπιστη στο βαθμό και την έκταση που έχει σχολιαστεί και ότι αυτή, πάντοτε στο βαθμό και την έκταση που έγινε δεκτή, εκφράζει την αληθινή όψη των γεγονότων. Η ΜΕ2 προσήλθε στο Δικαστήριο απλά για να αναφέρει τις μεταβολές του επιτοκίου από καιρού εις καιρόν και τις δημοσιεύσεις των διακυμάνσεων αυτών στην εφημερίδα μαζί με περιβάλλοντα συναφή γεγονότα. Σε ότι αφορά την περιορισμένη έκταση της μαρτυρίας της, η εν λόγω μάρτυρας δημιούργησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Ως εκ της θέσεως της και της δυνατότητας πρόσβασης της στην ηλεκτρονική μορφή του τραπεζικού βιβλίου της τράπεζας, η μάρτυρας ήταν αυτή που έδωσε εντολή για την παραγωγή και εκτύπωση από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή των εκάστοτε διακυμάνσεων του επιτοκίου, τις οποίες αφού σύγκρινε με τις αρχικές καταχωρήσεις που έγιναν κατά τον ουσιώδη χρόνο της αγωγής διαπίστωσε προσωπικά ότι ήταν ορθές. Διευκρινίζεται ότι αυτή δεν ήταν η λειτουργός που έλεγξε τις διάφορες πράξεις, καταχωρήσεις, καταθέσεις και χρεώσεις ποσών που καταγράφονται στο Τεκμήριο 28 αλλά η έρευνα της περιορίστηκε, όπως ήδη λέχθηκε, στις εκάστοτε μεταβολές του επιτοκίου, τις οποίες αφού έλεγξε παρουσίασε στο Δικαστήριο. Οι αναφορές της είναι αποτέλεσμα προσωπικής της έρευνας και ενισχύονται από πραγματική μαρτυρία. Παράλληλα μέρος της μαρτυρίας της και ειδικότερα το κομμάτι που παραπέμπει δημοσιεύσεις των μεταβολών του επιτοκίου στην εφημερίδα ταυτίζεται με αντίστοιχη μαρτυρία του ΜΕ1, στοιχείο που ενδυναμώνει την πειστικότητα της μαρτυρίας της. Θεωρώ ότι τα λιγοστά γεγονότα που περιέπεσαν στη σφαίρα της προσωπικής της αντίληψης και πραγματικά συνέβησαν ήταν αυτά που έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου χωρίς να κατασκευάσει μαρτυρία και δίχως να περιέχουν το στοιχείο της υπερβολής. Περαιτέρω προς επίρρωση των αναφορών της κατέθεσε δύο έγγραφα στο Δικαστήριο, το περιεχόμενο των οποίων επεξήγησε κατά τρόπο απλό και κατανοητό. Με δεδομένο ότι δεν υπέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις, αποδέχομαι την μαρτυρία της ΜΕ2 ως ορθή και αληθή, περιλαμβανομένου των Τεκμηρίων 30 και 31 που αποτελούν μέρος αυτής, το περιεχόμενο των οποίων δεν αμφισβητήθηκε από οποιονδήποτε διάδικο. Συγκεκριμένα από την μαρτυρία της ΜΕ2 αποδέχομαι τα πιο κάτω, τα οποία αποτελούν μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου: Κατά τον ουσιώδη χρόνο το επιτόκιο πρώην Λαϊκής Τράπεζας παρουσίασε τις εξής μεταβολές στην περίπτωση χρεωστικού υπολοίπου (Τεκμήριο 30): - Στις 22.06.04 που υπεγράφη το Τεκμήριο 9 το βασικό επιτόκιο ήταν 5,5% πλέον περιθώριο 3,75%, ήτοι συνολικό επιτόκιο χρέωσης 9,25%. - Την 01.08.04 το βασικό επιτόκιο ήταν 5,5% πλέον περιθώριο 3,75%, ήτοι συνολικό επιτόκιο χρέωσης 9,25%. - Στις 13.08.04 το βασικό επιτόκιο ήταν 5,5% πλέον περιθώριο 3,75%, ήτοι συνολικό επιτόκιο χρέωσης 9,25%. - Στις 08.07.05 το βασικό επιτόκιο ήταν 4,25% πλέον περιθώριο 3,75%, ήτοι συνολικό επιτόκιο χρέωσης 8%. - Στις 04.04.07 το βασικό επιτόκιο ήταν 4,5% πλέον περιθώριο 3,75%, ήτοι συνολικό επιτόκιο χρέωσης 8,25%. - Στις 12.12.08 το βασικό επιτόκιο ήταν 5% πλέον περιθώριο 3,75%, ήτοι συνολικό επιτόκιο χρέωσης 8,75%. - Στις 11.02.09 το βασικό επιτόκιο ήταν 5% πλέον περιθώριο 5,5%, ήτοι συνολικό επιτόκιο χρέωσης 10,5%. Στις 20.04.10 η πρώην Λαϊκή Τράπεζα προχώρησε σε ηλεκτρονικό τερματισμό της λειτουργίας του επιδίκου τρεχούμενου λογαριασμού με συμφωνημένο όριο, ο οποίος από εκείνη την ημερομηνία και έκτοτε χρεώνεται με συνολικό επιτόκιο 14%. Κατά τον ουσιώδη χρόνο το επιτόκιο της πρώην Λαϊκής Τράπεζας παρουσίασε τις εξής μεταβολές στην περίπτωση πιστωτικού υπολοίπου (Τεκμήριο 30): - Στις 22.06.04 που υπεγράφη το Τεκμήριο 9 το επιτόκιο πίστωσης ήταν 1%. - Την 01.08.04 το επιτόκιο πίστωσης ήταν 1%. - Στις 13.08.04 το επιτόκιο πίστωσης ήταν 1%. - Στις 08.07.05 το επιτόκιο πίστωσης ήταν 0%. - Στις 04.04.07 το επιτόκιο πίστωσης ήταν 0,5%. - Στις 12.12.08 το επιτόκιο πίστωσης ήταν 0,25%. - Στις 11.02.09 το επιτόκιο πίστωσης ήταν 0,25%. - Στις 20.04.10 το επιτόκιο πίστωσης ήταν 0,25%. Οι από καιρού εις καιρόν διακυμάνσεις του επιτοκίου της πρώην Λαϊκής Τράπεζας δημοσιεύονταν σε εφημερίδες παγκύπριας κυκλοφορίας (Τεκμήριο 31). Ειδικότερα: (α) Στις 03.05.04 δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα 'Χαραυγή' μεταβολή του βασικού επιτοκίου από 4,5% σε 5,5%. (β) Στις 13.06.05 δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα 'Σημερινή' μεταβολή του βασικού επιτοκίου από 4,75% σε 4,25%. (γ) Στις 05.09.06 δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα 'Πολίτης' μεταβολή του βασικού επιτοκίου από 4,25% σε 4,5%. (δ) Στις 14.11.08 δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα 'Φιλελεύθερος' μεταβολή του βασικού επιτοκίου από 5,25% σε 5%. Επιπλέον, επειδή ο επίδικος τρεχούμενος λογαριασμός τερματίστηκε ηλεκτρονικά στις 20.04.10 ενώ γραπτή ενημέρωση αποστάληκε στις 05.04.11, σημειώθηκε χρέωση €688,05, το οποίο είναι το ποσό που αντιπροσωπεύει τη διαφορά του τόκου 3,5% που προέκυψε από την αύξηση του επιτοκίου από 10,5% σε 14% για την περίοδο από 20.04.10 μέχρι 05.04.
- Ο υπολογισμός της πιο πάνω χρέωσης τόκου προέκυψε από το πολλαπλασιασμό του επιτοκίου 3,5% με το ποσό €20.500,94 που ήταν το χρεωστικό υπόλοιπο κατά την 12.04.10 και το γινόμενο που προέκυψε αφού διαιρέθηκε με 364 ημέρες, το ποσό των €1,97 που προέκυψε και ήταν ο ημερήσιος τόκος πολλαπλασιάστηκε με 350 ημέρες που ήταν η ζητούμενη περίοδος. Παράλληλα στις 30.06.10 και 31.12.10 οι τόκοι κεφαλαιοποιήθηκαν. Όλες οι χρεώσεις τόκων υπολογίστηκαν από την πρώην Λαϊκή Τράπεζα με τη χρήση λογισμικού συστήματος με βάση τις καταχωρήσεις που έγιναν στο ηλεκτρονικό σύστημα και τα δεδομένα που τοποθέτησε ο χειριστής. Η μαρτυρία του μοναδικού μάρτυρα υπεράσπισης (ΜΥ) επίσης μπορεί να διαχωριστεί σε δύο σκέλη. Πρώτο σκέλος αποτελείται από προσωπικές ερμηνείες που ο μάρτυρας εκφράζει επί νομικών εγγράφων που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο ως τεκμήρια υπό την ιδιότητα του εν ενεργεία δικηγόρου. Αυτές οι προσωπικές απόψεις του μάρτυρα εντάσσονται κάτω από το πέπλο της νομικής επιχειρηματολογίας των εναγομένων που προωθήθηκε και θα αξιολογηθούν μαζί με τις υπόλοιπες νομικές θέσεις των διαδίκων στο πλαίσιο εξέτασης των επιδίκων θεμάτων νομικής φύσεως που το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει και να καταλήξει σε σχετικά συμπεράσματα έχοντας ενώπιον του και τα επίμαχα νομικά έγγραφα. Εδώ ο συγκεκριμένος μάρτυρας αντικρίζεται ως μάρτυρας γεγονότων και σαν τέτοιος αξιολογείται. Σε γεγονότα αναφέρεται το δεύτερο σκέλος της μαρτυρίας του ΜΥ. Επ' αυτού ο εν λόγω μάρτυρας ήλθε και περίγραψε στο Δικαστήριο γεγονότα που διαδραματίστηκαν και ο ίδιος είχε προσωπική συμμετοχή και/ή ανάμιξη. Το περιεχόμενο της μαρτυρίας του, πάντοτε σε ότι αφορά γεγονότα που ανάφερε ότι συνέβησαν και στις ενέργειες στις οποίες είπε ότι προέβηκε, επιβεβαιώνεται είτε από παραδεκτά γεγονότα είτε από γεγονότα που δεν αμφισβητήθηκαν είτε από γεγονότα που αποτελούν κοινό έδαφος των διαδίκων. Χωρίς να υπάρχουν περί του αντιθέτου στοιχεία, αποδέχομαι τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού ως ορθή και αληθή στο βαθμό και την έκταση βέβαια που έχει ήδη εξηγηθεί. Ειδικότερα από την μαρτυρία μου αποδέχομαι τα πιο κάτω, τα οποία αποτελούν μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου: Επειδή ο αδελφός του Εναγομένου 2, ήτοι ο Εναγόμενος 1, επιθυμούσε να ανοίξει τρεχούμενο λογαριασμό με όριο Λ.Κ.£4.000 στην πρώην Λαϊκή Τράπεζα, του ζήτησε να είναι ένας από τους δύο εγγυητές που απαιτούνταν με τον δεύτερο να είναι ο σύζυγος της αδελφής τους (Εναγόμενος 3), πράγμα που τελικά αποδέχτηκε. Πρόκειται για γεγονός που αποτελεί κοινό έδαφος των διαδίκων. Ακολούθως όταν ενημερώθηκε ότι η αίτηση του Εναγομένου 1 είχε εγκριθεί, ο Εναγόμενος 2 μετέβηκε σε υποκατάστημα της πρώην Λαϊκής Τράπεζας στην επαρχία Πάφου όπου εκεί είχε την ευκαιρία και το χρόνο να μελετήσει και να ελέγξει το περιεχόμενο των εγγράφων που έχουν κατατεθεί ως Τεκμήρια 10, 12 και 13 και αφού κατανόησε τους όρους των εγγράφων αυτών ως δικηγόρος που είναι και αφού διαπραγματεύτηκε με την τράπεζα υπό την ιδιότητα του εν δυνάμει εγγυητή, υπέγραψε τα Τεκμήρια 10 και
- Πρόκειται για ακόμη ένα γεγονός που αποτελεί κοινό έδαφος των διαδίκων. Στις 07.07.05 η πρώην Λαϊκή Τράπεζα προχώρησε στην αύξηση του ορίου λειτουργίας του επιδίκου τρεχούμενου λογαριασμού χωρίς τη συγκατάθεση των Εναγομένων 2 και 3, γεγονός που είναι παραδεκτό. Με εξαίρεση το Τεκμήριο 18 με το οποίο η πρώην Λαϊκή Τράπεζα ενημέρωσε τον Εναγόμενο 2, ως εγγυητή, ότι ο Εναγόμενος 1, ως πρωτοφειλέτης, δεν ανταποκρίνόταν στις υποχρεώσεις του, η πρώην Λαϊκή Τράπεζα ουδέποτε προηγουμένως τον ενημέρωσε είτε γραπτώς είτε προφορικώς για την υπέρβαση του ορίου του τρεχούμενου λογαριασμού, ένα γεγονός που μέσα από την εκδίκαση της υπόθεσης δεν αμφισβητήθηκε. Νομική Πτυχή και Συμπεράσματα: Η παρούσα υπόθεση είναι πολιτική και το βάρος απόδειξης βρίσκεται γενικά στους ώμους του Ενάγοντα να αποδείξει τους ισχυρισμούς του στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Σύμφωνα με την κυπριακή νομολογία, η απόσειση του βάρους απόδειξης θα αποτιμηθεί υπό το φως της μαρτυρίας που θα κριθεί αξιόπιστη, πάντοτε στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Αναξιόπιστη μαρτυρία δεν αποτελεί αποδεικτικό υλικό αλλά μόνο αξιόπιστη μαρτυρία βαρύνει την πλάστιγγα των πιθανοτήτων (Miorage v. Radivojenik
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 1162 και Αθανασίου κ.α. v. Κουνούνη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 614). Έχοντας υπόψη του την αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας στην οποία προέβηκε και τα ευρήματα στα οποία κατέληξε, το Δικαστήριο προχωρεί στην εξαγωγή των συμπερασμάτων του.
(1)Κατά πόσο η δέσμευση εγγύησης των Εναγομένων 2 και 3 είναι ξεχωριστή ή κοινή μέχρι ποσού €5.000 Είναι η θέση των εναγομένων, όπως αυτή προκύπτει ερμηνεύοντας τα Τεκμήρια 10, 11, 12 και 13, ότι η δέσμευση εγγύησης που θεωρούν ότι οι Εναγόμενοι 2 και 3 ανέλαβαν, ως εγγυητές, στις υποχρεώσεις του Εναγομένου 1, ως πρωτοφειλέτη, οι οποίες πηγάζουν μέσα από τη λειτουργία του επιδίκου τρεχούμενου λογαριασμού με όριο, είναι κοινή μέχρι ποσού €5.000. Οι Ενάγοντες που ερμηνεύουν διαφορετικά τα πιο πάνω νομικά έγγραφα διαφωνούν με τη θέση αυτή των εναγομένων και ισχυρίζονται ότι η δέσμευση εγγύησης των Εναγομένων 2 και 3 είναι ξεχωριστή. Προς εξέταση του ζητήματος ανάτρεξα στα προαναφερόμενα έγγραφα, το περιεχόμενο των οποίων μελέτησα με προσοχή και επιμέλεια. Θα πρέπει να λεχθεί ότι μία σύμβαση είναι το έγγραφο που προσδιορίζει τα δικαιώματα και υποχρεώσεις έκαστου συμβαλλομένου μέρους. Μία σύμβαση είναι ανεξάρτητη και αυτοτελής από οποιαδήποτε άλλη εκτός αν περιέχει ειδική πρόνοια που ρητά αναφέρει το αντίθετο με συγκεκριμένο άλλο συμφωνητικό έγγραφο καθορίζοντας, ανάμεσα σ' άλλα αλλά χωρίς περιορισμό, το είδος, τη μορφή, το σκοπό και την έκταση της μεταξύ τους σύνδεσης. Το έγγραφο εγγύησης αποτελεί συμφωνητικό έγγραφο. Στην προκειμένη περίπτωση ο Εναγόμενος 2 φέρει την ιδιότητα του εγγυητή μέσα από το Τεκμήριο 10 που υπέγραψε ως συμβαλλόμενο μέρος ενώ ο Εναγόμενος 3 φέρει την ίδια ιδιότητα μέσα από το Τεκμήριο 11 που αυτός υπέγραψε ως συμβαλλόμενο μέρος. Η υπογραφή δύο ξεχωριστών εγγράφων εγγύησης από τους Εναγομένους 2 και 3 με την πρώην Λαϊκή Τράπεζα (Τεκμήρια 10 και 11) που αμφότερα αναφέρουν ευθύνη έκαστου εγγυητή μέχρι ποσού Λ.Κ.£5.000 πλέον τόκους και έξοδα, χωρίς οποιοδήποτε από αυτά να περιέχουν ειδική πρόνοια που να αναφέρει ότι η ευθύνη που επισημαίνεται σ' αυτά είναι κοινή, κάθε άλλο παρά προκρίνει ως νομικά ορθή τη θέση των εναγομένων. Η πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου ενισχύεται από τη χρήση πληθυντικού όρου στο Τεκμήριο 12 στο σημείο
(1)κάτω από τον υπότιτλο 'Νέες Εξασφαλίσεις' με την αναφορά σε 'προσωπικές εγγυήσεις για το ποσό των £5.000 του Φιλίππου Γεώργιου και Παπαβασιλείου Ανδρέα', που αναντίλεκτα είναι οι Εναγόμενοι 2 και 3, αναφορά η οποία πανομοιότυπα διατυπώνεται μέσα από το Τεκμήριο 15 καθώς επίσης από τη αναλυτικά ξεχωριστή καταγραφή εγγύησης έκαστου από τους Εναγομένους 2 και 3, όπως παρέχεται από τον όρο 3 του Τεκμηρίου 13. Αν νομικά ευσταθούσε η θέση των εναγομένων τότε η ισχυριζόμενη κοινή ευθύνη εγγύησης των Εναγομένων 2 και 3 θα έπρεπε να καταγραφόταν στα προαναφερόμενα έγγραφα ή τουλάχιστο σ' ένα από αυτά, πράγμα όμως που δεν παρατηρείται. Κατά συνέπεια καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η δέσμευση εγγύησης των Εναγομένων 2 και 3 είναι ξεχωριστή μέχρι ποσού Λ.Κ.5.000 πλέον τόκους και έξοδα για έκαστο από αυτούς. Αυτό σημαίνει ότι έκαστος από τους Εναγομένους 2 και 3 δεσμεύτηκε να εγγυηθεί από Λ.Κ.£5.000 ξεχωριστά και όχι αμφότεροι μαζί συνολικά Λ.Κ.£5.000, σε κάθε περίπτωση πλέον τόκους και έξοδα. Περαιτέρω σύμφωνα με τον όρο 7 των Τεκμηρίων 10 και 11 η εγγύηση των Εναγομένων 2 και 3 είναι συνεχής (continuing guarantee) και δεν τερματίζεται παρά μόνο αφού παρέλθουν επτά ημέρες που θα ληφθεί από οποιονδήποτε από τους εν λόγω εναγομένους γραπτή ειδοποίηση με διπλοσυστημένη επιστολή για τον τερματισμό της. Αυτό καταδεικνύει ότι πρόθεση των μερών με τα έγγραφα εγγύησης ήταν να καλυφθούν υποχρεώσεις του Εναγομένου 1 προς τους Ενάγοντες, οι οποίες απορρέουν από τη λειτουργία του επιδίκου τρεχουμένου λογαριασμού. Σ' αυτό το πλαίσιο δεν μπορεί παρά να περιλαμβάνεται κάθε αύξηση στο συμφωνημένο όριο κίνησης του με το οποίο ουσιαστικά επιτυγχάνεται παράταση ή ανανέωση της λειτουργίας του (Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζας Λτδ v. T.G. & Sons Importing Ltd κ.α.
(2004)1 Α.Α.Δ. 180). Να σημειωθεί ότι το πιο πάνω συμπέρασμα αυτό δεν επηρεάζει την κοινή και/ή κεχωρισμένη ευθύνη που οι Εναγόμενοι 2 και 3 θα έχουν στην περίπτωση που ο Εναγόμενος 1 παραβιάσει τις υποχρεώσεις του που πηγάζουν από τα Τεκμήρια 9 και 16.
(2)Ζήτημα δόλου, απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων από τους Ενάγοντες και εάν οι Εναγόμενοι 2 και 3 τελούσαν υπό το καθεστώς πλάνης περί των πραγμάτων Στα σημεία (α) μέχρι (στ) της παραγράφου 7 της υπεράσπισης τους οι Εναγόμενοι 2 και 3 προβάλλουν ισχυριζόμενες λεπτομέρειες στις οποίες δικογραφείται δόλος, απάτη, ψευδείς παραστάσεις από μέρους της πρώην Λαϊκής Τράπεζας εις βάρος τους και ότι τελούσαν υπό το καθεστώς πλάνης περί των πραγμάτων, μία θέση που οι Ενάγοντες απορρίπτουν κατηγορηματικά. Θα πρέπει να λεχθεί ότι ουδεμία μαρτυρία προσκομίστηκε που να τεκμηριώνει οποιαδήποτε από τις δικογραφημένες θέσεις των Εναγομένων 2 και 3 στο θέμα αυτό, οι οποίες παρέμειναν μετέωρες στο επίπεδο ισχυρισμών και ως εκ τούτου απορρίπτονται. Μάλιστα για τον Εναγόμενο 2, από τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή, προκύπτει ότι ο εν λόγω εναγόμενος, εν ενεργεία δικηγόρος που ασκεί το νομικό επάγγελμα από το 1986 με μεγάλη εμπειρία σε συμφωνητικά έγγραφα παροχής πιστωτικής διευκόλυνσης από τραπεζικό οργανισμό καθώς και σε έγγραφα εγγύησης, υπέγραψε τα Τεκμήρια 10 και 13 μόνο αφού πρώτα μελέτησε και έλεγξε το περιεχόμενο των εγγράφων που έχουν κατατεθεί ως Τεκμήρια 10, 12 και 13 και αφού κατανόησε τους όρους αυτών και αφού διαπραγματεύτηκε με την τράπεζα υπό την ιδιότητα του εν δυνάμει εγγυητή. Η νομική ιδιότητα του Εναγομένου 2 σε συνδυασμό με τα πιο πάνω δεδομένα αφήνουν τις ισχυριζόμενες θέσεις των εναγομένων εκτεθειμένες. Οι προβαλλόμενες θέσεις των Εναγομένων 2 και 3 στο συγκεκριμένο ζήτημα παραμένουν όμως εκτεθειμένες και από τις ρητές δηλώσεις των εν λόγω εναγομένων που περιέχονται στα έγγραφα εγγύησης και αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του περιεχομένου τους με τις οποίες αναφέρουν ότι αμφότεροι έχουν μελετήσει προσεκτικά τα Τεκμήρια 10 και 11 αντίστοιχα και έχουν αντιληφθεί πλήρως τις πρόνοιες και τους όρους αυτών. Από τα πιο πάνω στοιχεία καταλήγω στο συμπέρασμα ότι όλες οι θέσεις που οι Εναγόμενοι 2 και 3 επικαλέστηκαν δεν ευσταθούν και ως εκ τούτου απορρίπτονται.
(3)Κατά πόσο ισχύει το νομικό αξίωμα του non est factum αναφορικά με τα έγγραφα που υπέγραψαν οι Εναγόμενοι 2 και 3 Οι Εναγόμενοι 2 και 3 επικαλούνται εφαρμογή του νομικού αξιώματος non est factum, κάτι που δεν βρίσκει σύμφωνους τους Ενάγοντες. Το νομικό δόγμα του non est factum αποτελεί είδος υπεράσπισης, την οποία κάποιος δύναται να επικαλεστεί με επιτυχία όταν αποδεδειγμένα έχει παραπλανηθεί και υπογράψει ένα συμφωνητικό έγγραφο που είναι ουσιωδώς διαφορετικό από αυτό που ήταν υπόψη του και που σκόπευε να τιμήσει, δημιουργώντας του έτσι εσφαλμένη εντύπωση αναφορικά με το περιεχόμενο και τη φύση του εγγράφου που υπέγραψε. Η έννοια του δόγματος αυτού εξηγείται μέσα από το πιο κάτω απόσπασμα της απόφασης του Δικαστή Byles J. στην αγγλική υπόθεση Foster v. Mackinnon
(1869)LR 4 CP 704, μέσα από την οποίαν διαμορφώθηκε το εν λόγω νομικό αξίωμα: "It seems plain, on principle and on authority, that if a blind man, or a man who cannot read, or who, for some reason (not implying negligence) forbears to read, has a written contract falsely read over to him, the reader misreading it to such a degree that the written contract is of a nature altogether different from the contract pretended to be read from the paper which the blind or illiterate man afterwards signs; then at least if there be no negligence, the signature obtained is of no force. And it is invalid not merely on the signer did not accompany the signature; in other words, he never intended to sign and therefore, in contemplation of law, never did sign the contract to which his name is appended. In the present case,... he was deceived, not merely as to the legal effect, but as to the actual contents of the instrument." Στην επίσης αγγλική υπόθεση Saunders v. Anglia Building Society [1970] 3 All E.R. 961 δόθηκαν κάποιες νέες προεκτάσεις και διευρύνθηκαν οι ορίζοντες της αρχής. Μεταφέρεται το σχετικό σχόλιο των Cheshire, Fifoot and Furmston's "Law of Contract", 13η έκδοση,
(1996), σελ. 268-269, όπως καταγράφεται στην κυπριακή υπόθεση Αναστασία Θεοδόση ή David Guy v. Μιχαηλούδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 264: "It will be observed that the judgment of Byles J, which was approved by the House of Lords in Saunders v. Anglia Building Society (known in the lower courts as Gallie v. Lee), expanded the scope of the plea non est factum in two respects; it extended it to unsealed contracts and to the situation where an educated man, to whom no negligence is attributable, has failed to scrutinise what he has signed. Nevertheless, the judiciary is now agreed that, if the confidence of third parties who normally rely upon the authenticity of signatures is not to be eroded, the plea must be confined within narrow limits. A heavy burden of proof lies upon the party by whom it is invoked. The main difficulty is to define the degree of difference that must exist between the signed contract and that which the mistaken party intended to sign before it can be said that the consent of the signatory was totally lacking. A definitive formula of universal application is scarcely possible. Everything depends upon the circumstances of each case. It will be recalled that the court in Foster v. Mackinnon required the written contract to be "of a nature altogether different" from that which the mistaken party believed it to be. In Saunders v. Anglia Building Society the Law Lords suggested a variety of alternative expressions, such as "radically", "fundamentally", "basically", "totally" or "essentially" different in character or substance from the contract intended; but it is doubtful whether these add much to what was said by Byles J. In the comparatively few cases in which the plea has succeeded, the degree of difference between the intention and the act of the signatory has been wide enough to satisfy the most exacting of arbiters. The contract, for instance, has been held void where the signatory's intention was directed to a power of attorney, not to a mortgage: to a guarantee, not to a bill of exchange; to a testification to the fraudulent person's signature, not to a promissory note for £11,113; to a proposal for insurance, not to a guarantee of the fraudulent person's overdraft." H υπόθεση Saunders v. Anglia (ανωτέρω) εφαρμόστηκε και στην Avon Finance Co. Ltd. v. Bridger and Another [1985] 2 All E.R. 281 και αφορά την πτυχή της αμέλειας. Η σύνοψη στην σελ. 281 που επίσης καταγράφεται στην προαναφερόμενη κυπριακή υπόθεση είναι άκρως κατατοπιστική: "The doctrine of non est factum had limited application and could only be relied on by a defendant if he had exercised reasonable care in the circumstances in connection with the transaction. On the facts, it was not possible to find that the defendants had exercised such reasonable care as was appropriate in the circumstances in entering into the transaction. Accordingly, the defendants could not rely on the defence of non est factum; Saunders v. Anglia Building Society [1970] 3 All E.R. 961 applied." Τα κριτήρια για την επιτυχή επίκληση της υπεράσπισης του non est factum αναφέρονται στην κυπριακή υπόθεση The Cyprus Development Bank Ltd v. Kyriacou
(1989)1 C.L.R. 96. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα, το οποίο ομιλεί από μόνο του: " For the defence of « non est factum » the defendant, in order to be successful, he must prove that- (
- a)there was undue influence by the plaintiff or a person acting as his agent; (
- b)the defendant had exercised reasonable care in the circumstances in connection with the transaction; and (
- c)Where a creditor or intended lender desires the protection of a guarantee from a third party and the circumstances are such that the debtor could be expected to have influence over that third party, thecreditor must, for his own protection, insist that the third party had independent advice (see,. in this respect, the Kingsnorth case at p. 428)." Η εν λόγω υπεράσπιση κρίθηκε ότι εγειρόταν με επιτυχία στην αγγλική υπόθεση Lloyd' s Bank Plc v. Waterhouse [1991] Family Law 21 όπου ένας πατέρας, ο οποίος ήταν αναλφάβητος, είχε υπογράψει έγγραφο εγγύησης υποχρεώσεων του υιού του μετά που η τράπεζα του είχε πει ότι το έγγραφο που θα υπέγραφε ήταν περιορισμένης ευθύνης ενώ στην πραγματικότητα ήταν απεριόριστης ευθύνης. Η προκειμένη όμως περίπτωση σαφώς διαφοροποιείται από τα πιο πάνω. Όπως καταδεικνύεται από την μαρτυρία που έγινε αποδεκτή, ο Εναγόμενος 2, ως δικηγόρος που είναι και καταρτισμένος σε τέτοιου είδους τραπεζικά θέματα, είχε την ευκαιρία προτού υπογράψει να συγκρίνει το περιεχόμενο των εγγράφων που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 10, 12 και 13 που είχε μελετήσει και κατανοήσει με αυτά που είχε υπόψη του όταν αρχικά ενημερώθηκε από τον Εναγόμενο 1 και του ζητήθηκε να είναι εγγυητής των υποχρεώσεων του και αφού διαπραγματεύτηκε με την πρώην Λαϊκή Τράπεζα προχώρησε στην υπογραφή των σχετικών εγγράφων. Τα πιο πάνω δεδομένα σε συνδυασμό με την προαναφερόμενη ρητή δήλωση στην οποίαν προέβηκε καταδεικνύουν ότι ο ίδιος είχε αντιληφθεί πλήρως την έννοια και σημασία των όρων που θα προσδιόριζαν τη εγγύηση που καλείτο να δώσει στον Εναγόμενο 1 με την υπογραφή των εγγράφων καθώς επίσης το βαθμό και την έκταση αυτής. Σε ότι αφορά τον Εναγόμενο 3, η απουσία μαρτυρίας που να αποδεικνύει ότι ο ίδιος ενέργησε με λογική επιμέλεια και προσοχή, πως και με ποιο τρόπο αυτός παραπλανήθηκε και εάν όταν υπέγραφε το έγγραφο εγγύησης τι είχε κατά νου να τιμήσει προκειμένου να διαπιστωθεί ότι αυτό που ήταν στο μυαλό του ήταν ουσιωδώς διαφορετικό από αυτό που τελικά υπέγραψε, σε συνδυασμό με τη ρητή δήλωση που και αυτός προέβηκε και έχει σημειωθεί προηγουμένως, αποκλείει το ενδεχόμενο να υπήρξε θύμα παραπλάνησης και παρανόησης της έννοιας και σημασίας του περιεχομένου των εγγράφων που υπέγραψε. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Αναστασία Θεοδόση ή David Guy v. Μιχαηλούδη (πιο πάνω), το βάρος απόδειξης ότι δικαιολογείται επίκληση της υπεράσπισης αυτής βρίσκεται στους ώμους του διαδίκου που την ισχυρίζεται. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω και με βάση την ανάλυση του σκεπτικού μου μέσα από την οποίαν δεν εντοπίστηκαν στοιχεία δόλου, απάτης, ψευδών παραστάσεων και ύπαρξης καθεστώτος πλάνης περί των πραγμάτων για τους λόγους που έχω εξηγήσει, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι οι Εναγόμενοι 2 και 3 απέτυχαν να αποσείσουν το βάρος αυτό από τους ώμους τους με αποτέλεσμα να μην δικαιολογείται επίκληση της υπεράσπισης του non est factum από αυτούς. Κατ' ακρίβεια θα συμπλήρωνα ότι κανένα από τα προαναφερόμενα κριτήρια που δικαιολογούν επιτυχή επίκληση της εν λόγω υπεράσπισης πληρείται στη βάση του υπάρχοντος μαρτυρικού υλικού που έγινε δεκτό.
(4)Κατά πόσο η μη εξασφάλιση της συγκατάθεσης των Εναγομένων 2 και 3 στην αύξηση του παραχωρηθέντος ορίου λειτουργίας του επιδίκου τρεχούμενου λογαριασμού διαφοροποιεί το καθεστώς υποχρεώσεων τους Είναι η θέση των Εναγομένων 2 και 3 ότι η συμφωνία που υπήρξε μεταξύ της πρώην Λαϊκής Τράπεζας και του Εναγομένου 1 για αύξηση του συμφωνημένου ορίου λειτουργίας του επιδίκου τρεχούμενου λογαριασμού από Λ.Κ.£4.000 σε Λ.Κ.£7.000 ακυρώνει τα έγγραφα εγγύησης που υπέγραψαν απαλλάσσοντας τους από τις συμβατικές υποχρεώσεις τους που πηγάζουν από τα έγγραφα αυτά. Τη θέση αυτή απορρίπτουν οι Ενάγοντες. Δυνάμει του άρθρου 91 του Κεφ.149 κάθε μεταβολή των όρων της μεταξύ του πρωτοφειλέτη και πιστωτή σύμβασης, η οποία γίνεται χωρίς τη συναίνεση του εγγυητή, απαλλάσσει τον εγγυητή από κάθε ευθύνη για συναλλαγές μεταγενέστερες της μεταβολής. Βέβαια όπως λέχθηκε στην υπόθεση Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Μακράσυκας v. Καπετάνιου, Πολιτική Έφεση Αρ. 200/2009 ημερ. 09.01.14, τέτοια μεταβολή πρέπει να είναι ουσιώδης για να οδηγήσει σε απαλλαγή του εγγυητή από την ευθύνη του. Συνεπώς το Κεφ.149 δια του συγκεκριμένου άρθρου παρέχει νομοθετική προστασία σ' ένα εγγυητή στην περίπτωση που διαφοροποιηθεί ουσιωδώς το καθεστώς σύμβασης του πρωτοφειλέτη και του πιστωτή χωρίς την έγκριση του εγγυητή που συμφώνησε να παρέχει εξασφάλιση στις υποχρεώσεις του πρωτοφειλέτη που πηγάζουν μέσα από τη σύμβαση του τελευταίου με τον πιστωτή. Στην προκειμένη περίπτωση μπορεί να λεχθεί ότι το Τεκμήριο 9 σε συνάρτηση με το Τεκμήριο 12 συνομολογήθηκε με σκοπό τη λειτουργία του επιδίκου τρεχούμενου λογαριασμού με συμφωνημένο όριο παρατραβήγματος Λ.Κ.£4.
- Κατ' αναλογία, μπορεί να λεχθεί ότι τα Τεκμήρια 10 και 11 σε συνάρτηση με το Τεκμήριο 13 αποτυπώνουν τη ξεχωριστή δέσμευση των Εναγομένων 2 και 3 να παρέχουν εξασφάλιση στο βαθμό και την έκταση που τα έγγραφα εγγύησης καθορίζουν στις συμβατικές υποχρεώσεις του Εναγομένου 1 απέναντι στην πρώην Λαϊκή Τράπεζα, οι οποίες απορρέουν από το Τεκμήρια 9 και
- Η μεταξύ του Εναγομένου 1 και πρώην Λαϊκής Τράπεζας συμφωνία για αύξηση του παραχωρηθέντος ορίου λειτουργίας του επιδίκου τρεχούμενου λογαριασμού από Λ.Κ.£4.000 σε Λ.Κ.£7.000 (Τεκμήρια 14 και 15) μπορεί να λεχθεί ότι αποτελεί επουσιώδη μεταβολή ένα εκ των όρων του Τεκμηρίου 9 υπό το φως του Τεκμηρίου 12 με βάση το οποίο και συνομολογήθηκε. Σε σχέση με την επουσιώδη μεταβολή αυτή είναι παραδεκτό γεγονός ότι οι Εναγόμενοι 2 και 3 δεν έδωσαν τη γραπτή τους συγκατάθεση. Ωστόσο η πιο πάνω μεταβολή σε καμία περίπτωση διαφοροποιεί την πρόθεση των μερών όταν συνομολογούσαν τα έγγραφα εγγύησης. Ούτε μεταβάλλει την ουσία και τη βάση της σύμβασης του πρωτοφειλέτη που βασικά είναι η λειτουργία του επιδίκου τρεχουμένου λογαριασμού με όριο, άσχετα αν αυτό διαφοροποιείται προκειμένου να διασφαλίσει συνέχιση της κίνησης του. Ούτε αλλοιώνει το σκοπό που τα έγγραφα εγγύησης συνομολογήθηκαν. Η πρόθεση αυτή αποτυπώνεται με τη συνομολόγηση συμφωνητικών εγγράφων που καθιστούν την εγγύηση των Εναγομένων 2 και 3 συνεχής (continuing guarantee). Σκοπός των συμβαλλομένων μερών ήταν να καλυφθούν υποχρεώσεις του Εναγομένου 1 προς τους Ενάγοντες, οι οποίες απορρέουν από τη λειτουργία του επιδίκου τρεχουμένου λογαριασμού, περιλαμβανομένου κάθε αύξησης στο συμφωνημένο όριο κίνησης του με το οποίο ουσιαστικά επιτυγχάνεται παράταση ή ανανέωση της λειτουργίας του (Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζας Λτδ v. T.G. & Sons Importing Ltd κ.α. (πιο πάνω). Πέραν και ανεξαρτήτως του πιο πάνω, δυνάμει των προνοιών του όρου 2 στα Τεκμήρια 10 και 11, η διατύπωση των οποίων είναι σαφής, ρητή, κατηγορηματική και δεν επιδέχεται αμφισβήτηση ως προς το νόημα που το περιεχόμενο τους αποδίδει, οι Εναγόμενοι 2 και 3 απεμπόλησαν τη νομοθετική προστασία που τους παρέχει το άρθρο 91 του Κεφ.
- Η αναφορά ότι παρέχουν εξουσία στην πρώην Λαϊκή Τράπεζα κατά την απόλυτη κρίση της, χωρίς να απαιτείται συγκατάθεση τους και δίχως να επηρεάζεται η ξεχωριστή ευθύνη των Εναγομένων 2 και 3 να προχωρούν με ανανέωση και/ή παράταση δανείων και συναλλαγματικών, η οποία απορρέει από τα Τεκμήρια 10 και 11, με οδηγεί μονοδρομικά στο συμπέρασμα ότι δεν απαιτείτο πλέον η έγκριση των Εναγομένων 2 και 3 ως εγγυητών για να διατηρηθούν σε νομική ισχύ τα έγγραφα εγγύησης τους στην περίπτωση που επιδιωκόταν αύξηση του ορίου του επιδίκου τρεχούμενου λογαριασμού προκειμένου να παραταθεί η λειτουργία του υπό τη μορφή συνέχισης διεκπεραίωσης συναλλαγματικών. Κάτω από αυτά τα δεδομένα καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η αύξηση του ορίου λειτουργίας του επιδίκου τρεχούμενου λογαριασμού δεν επηρέασε την εγκυρότητα των Τεκμηρίων 10 και 11, η νομική ισχύ των οποίων παρέμεινε άθικτη. Ως εκ τούτου δεν τίθεται θέμα απαλλαγής των Εναγομένων 2 και 3 από τις υποχρεώσεις τους απέναντι στους Ενάγοντες.
(5)Κατά πόσο το Τεκμήριο 16 αποτελεί νέα συμφωνία μεταξύ των Εναγόντων και Εναγομένου 1 ή πρόκειται για νέα αύξηση του παραχωρηθέντος ορίου λειτουργίας του επιδίκου τρεχούμενου λογαριασμού Είναι θέση των εναγομένων ότι το Τεκμήριο 16 αποτελεί μία νέα συμφωνία χωρίς καθ' οιονδήποτε τρόπο να σχετίζεται με αύξηση του ορίου λειτουργίας του επιδίκου τρεχούμενου λογαριασμού. Με τη θέση αυτή διαφωνούν οι Ενάγοντες, οι οποίοι υποστηρίζουν ότι το εν λόγω έγγραφο αποτελεί συμφωνία για νέα αύξηση στο παραχωρηθέν όριο του επιδίκου τρεχούμενου λογαριασμού. Το ότι το Τεκμήριο 16 είναι έγγραφο παραχώρησης πιστωτικών διευκολύνσεων ύψους Λ.Κ.£10.500 (ισότιμο σε €17.940) προς τον Εναγόμενο 1 αποτελεί κοινό έδαφος των διαδίκων. Εξάλλου αυτό καθίσταται αντιληπτό από το περιεχόμενο του ιδίου του εγγράφου. Προσεκτική μελέτη του Τεκμηρίου 16 καταδεικνύει ότι πρόκειται για συμφωνητικό έγγραφο ημερομηνίας 04.04.07 που συνομολογήθηκε στην Πάφο και υπεγράφη με συμβαλλόμενα μέρη τους Ενάγοντες και τον Εναγόμενο 1. Είναι αλήθεια ότι σε αντίθεση με το Τεκμήριο 15, το Τεκμήριο 16 δεν περιέχει ίδιο λεκτικό που να υπογραμμίζει ότι η πιστωτική διευκόλυνση που συμφωνήθηκε να παρασχεθεί δίδεται υπό τη μορφή αύξησης του συμφωνημένου ορίου στη βάση του οποίου λειτουργούσε ο επίδικος τρεχούμενος λογαριασμός. Παρόλα αυτά η απουσία τέτοιας ειδικής λεκτικής διατύπωσης δεν οδηγεί σε ασάφεια ως προς τις προθέσεις των συμβαλλομένων μερών αναφορικά με το σκοπό συνομολόγησης του Τεκμηρίου 16 προκειμένου να προκύπτει η ανάγκη αναζήτησης εξωγενούς μαρτυρίας. Ούτε είναι από τις περιπτώσεις που προκύπτει αμφιβολία ως προς το νόημα του περιεχομένου του Τεκμηρίου 16 για να χρήζει η ανάγκη εφαρμογής του ερμηνευτικού κανόνα του contra proferentum (Εταιρεία Χρύσανθος Κυριάκου Λτδ v. Αρχής Τηλεπικοινωνιών Κύπρου
(1995)3 Α.Α.Δ. 178). Μελετώντας με προσοχή το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 16 παρατηρώ ότι πάνω από το κείμενο του εγγράφου καταγράφεται ο αριθμός του επιδίκου τρεχούμενου λογαριασμού που ήδη λειτουργούσε με συμφωνημένο όριο. Το άνοιγμα και η λειτουργία του επιδίκου τρεχούμενου λογαριασμού διέπεται από ήδη προϋπάρχουσα συμβατική σχέση μεταξύ των Εναγόντων και Εναγομένου 1 με τις υποχρεώσεις του τελευταίου να τυγχάνουν εγγύησης μέχρι καθορισμένου ποσού πλέον τόκων και εξόδων από τους Εναγομένους 2 και
- Είναι ακόμη αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι αρχικά η πιστωτική διευκόλυνση που δόθηκε και ήταν ύψους Λ.Κ.£4.000 και είχε την μορφή ορίου κίνησης του λογαριασμού που δημιουργήθηκε για το σκοπό αυτό. Στην πορεία, όπως ήδη αδιαμφισβήτητα λέχθηκε, δόθηκε νέα πιστωτική διευκόλυνση που είχε τη μορφή αύξησης του ορίου από Λ.Κ.£4.000 σε Λ.Κ.£7.
- Στρεφόμενος στο Τεκμήριο 16 διαπιστώνω από το λεκτικό του ότι σκοπός πάλι της συνομολόγησης εγγράφου είναι η παραχώρηση νέας πιστωτικής διευκόλυνσης αυτή τη φορά ύψους Λ.Κ.£10.500 προκειμένου να συνεχίσει να κινείται ο επίδικος τρεχούμενος λογαριασμός, ο αριθμός του οποίου σημειώνεται ρητά στο Τεκμήριο
- Η εν λόγω ρητή σύνδεση του εγγράφου αυτού με τον επίδικο τρεχούμενο λογαριασμό αποτυπώνει την σαφή πρόθεση των συμβαλλομένων μερών που είναι η εκ νέου αύξηση του ορίου λειτουργίας του από Λ.Κ.£7.000 σε Λ.Κ.£10.500 δια σχετικής συμφωνίας που το μεταβάλλει ανάλογα έτσι ώστε να παρέχεται η δυνατότητα συνέχισης της κίνησης του με σκοπό την εξακολούθηση διεκπεραίωσης δοσοληψιών του Εναγομένου
- Αυτή η συμφωνημένη αύξηση στο όριο λειτουργίας καταδεικνύει τον τρόπο παροχής πιστωτικής διευκόλυνσης. Η ορθότητα της πιο πάνω τοποθέτησης του Δικαστηρίου αποδεικνύεται από την αναφορά στο Τεκμήριο 16 ότι σκοπός της παραχωρηθείσας πίστωσης είναι η κίνηση του κεφαλαίου, δηλαδή η λειτουργία του εν λόγω λογαριασμού, καθώς επίσης και από την αναφορά ότι το πιο πάνω όριο θα χρεώνεται με κυμαινόμενο επιτόκιο που κατά το χρόνο υπογραφής του Τεκμηρίου 16 ήταν συνολικά 8,25%, ήτοι βασικό επιτόκιο 4,5% πλέον περιθώριο 3,75%. Οι δε πρόνοιες στο Τεκμήριο 16 περί χρέωσης ύψους τόκου υπερημερίας και χρεώσεις υπηρεσιών με βάση σχετικού καταλόγου χρεώσεων και επιτοκίων καθώς και εγγράφου για γενικούς όρους και κανονισμούς της πρώην Λαϊκής Τράπεζας, συμπληρώνουν το νομικό πλαίσιο που ρυθμίζουν τις σχέσεις και καθορίζουν τα δικαιώματα και υποχρεώσεις των συμβαλλομένων μερών. Αν όντως το Τεκμήριο 16 αποτελούσε μία εντελώς νέα συμφωνία παροχής πιστωτικής διευκόλυνσης χωρίς οποιαδήποτε σχέση με τον επίδικο τρεχούμενο λογαριασμό, όπως ισχυρίστηκαν οι εναγόμενοι, τότε το Τεκμήριο 16 δεν θα σύνδεε την παροχή της συγκεκριμένης πιστωτικής διευκόλυνσης με την καταγραφή σ' αυτό του αριθμού του επιδίκου τρεχούμενου λογαριασμού, παράλληλα με συμφωνημένες αναφορές για χρέωση του ορίου του λογαριασμού αυτού με κυμαινόμενο επιτόκιο και με σκοπό τη συνέχιση κίνησης κεφαλαίων στον εν λόγω λογαριασμό με νέο πλέον συμφωνημένο αυξημένο όριο. Επίσης, αν όντως το Τεκμήριο 16 δεν αποτελούσε παροχή πιστωτικών διευκολύνσεων στα πλαίσια συνέχισης λειτουργίας του επιδίκου τρεχούμενου λογαριασμού με αυξημένο συμφωνημένο όριο, τότε θα ήταν δυνατή η προσκόμιση εγγράφου που να δικαιολογεί τη διαφορετική μορφή που θα είχε η εν λόγω πιστωτική διευκόλυνση. Κανένα τέτοιο όμως έγγραφο έχει προσκομιστεί από οποιονδήποτε εναγόμενο και ουδεμία εξήγηση δόθηκε από οποιονδήποτε από αυτούς ως προς το πως αλλιώς, πότε διαφορετικά και κάτω από ποιες ξεχωριστές συνθήκες δόθηκε η συγκεκριμένη πιστωτική διευκόλυνση εφόσον δεν σχετιζόταν με τον τρόπο λειτουργίας του επιδίκου τρεχούμενου λογαριασμού με συμφωνημένο όριο, ως ισχυρίστηκαν. Με βάση τα ενώπιον μου στοιχεία και δεδομένα διαπιστώνω ότι η θέση αυτή των εναγομένων παρέμεινε στη σφαίρα του γενικού, αόριστου και συνάμα ατεκμηρίωτου ισχυρισμού με αποτέλεσμα να μην είναι πειστικός και κατ' επέκταση να μην γίνεται δεκτός από το Δικαστήριο. Αντίθετα αυτό που διαπιστώνω είναι ότι το Τεκμήριο 16 αποτελεί απλά συμφωνία τροποποίησης του ορίου κίνησης του επιδίκου τρεχούμενου λογαριασμού υπό τη μορφή της αύξησης του έτσι ώστε να διευκολυνθεί η συνέχιση της λειτουργίας του από τον Εναγόμενο 1 για την πραγματοποίηση συναλλαγών του που ήταν εξάλλου και ο σκοπός που ο εν λόγω λογαριασμός είχε δημιουργηθεί με τη βοήθεια του είδους αυτού της πιστωτικής διευκόλυνσης. Αυτή είναι η μοναδική έννοια που μεταδίδει το κείμενο του Τεκμηρίου 16 στο μέσο λογικό άνθρωπο (Γεωργίου v. Meridian Hotels Ltd
(2002)1Γ Α.Α.Δ. 2059, Πίγκος Εστέϊτς Λτδ v. Μιχάλη Θεοδούλου Καλογήρου διαχειριστή περιουσίας του αποβιώσαντος Θεοδούλου Νικόλα Καλογήρου κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 304/2009 ημερ. 28.09.15). Έχοντας μελετήσει το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου στο σύνολο του σε συνάρτηση με την υφιστάμενη επαγγελματική σχέση των συμβαλλομένων μερών ως προς το σκοπό λειτουργίας του επιδίκου τρεχούμενου λογαριασμού, έχω πειστεί ότι το νόημα του κειμένου του οδηγεί μονοδρομικά και αναμφίβολα προς την κατεύθυνση της πιο πάνω ερμηνείας, χωρίς έτσι να παρέχεται περιθώριο διαφορετικής προσέγγισης ή ερμηνευτικής επικουρίας. Επομένως καταλήγω στο συμπέρασμα ότι το Τεκμήριο 16 αποτελεί συμφωνητικό έγγραφο αύξησης του ορίου λειτουργίας του επιδίκου τρεχούμενου λογαριασμού με αποτέλεσμα να αυξηθεί από Λ.Κ.£7.000 σε Λ.Κ.£10.500.
(6)Κατά πόσο η μη εξασφάλιση της συγκατάθεσης των Εναγομένων 2 και 3 για τη συνομολόγηση του Τεκμηρίου 16 τους απαλλάσσει από τις υποχρεώσεις τους έναντι των Εναγόντων Οι Εναγόμενοι 2 και 3 προέβαλαν τη θέση ότι επειδή δεν εξασφαλίστηκε η συγκατάθεση τους για τη συνομολόγηση του Τεκμηρίου 16, έχουν απαλλαγεί από τις συμβατικές υποχρεώσεις τους απέναντι στους Ενάγοντες. Τη θέση αυτή απορρίπτουν οι Ενάγοντες. Αποτελεί παραδεκτό γεγονός το ότι το Τεκμήριο 16 συνομολογήθηκε χωρίς τη συγκατάθεση των Εναγομένων. Με γνώμονα την πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου ότι το Τεκμήριο 16 αποτελεί συμφωνητικό έγγραφο νέας αύξησης του ορίου λειτουργίας του επιδίκου τρεχούμενου λογαριασμού με αποτέλεσμα να αυξηθεί από Λ.Κ.£7.000 σε Λ.Κ.£10.500 και στη βάση του ιδίου σκεπτικού που αναπτύχθηκε πιο πάνω αναφορικά με την προγενέστερη αύξηση του ορίου λειτουργίας από Λ.Κ.£4.000 σε Λ.Κ.£7.000, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η τελευταία αυτή αύξηση του ορίου λειτουργίας του επιδίκου τρεχούμενου λογαριασμού δεν επηρέασε την εγκυρότητα των Τεκμηρίων 10 και 11, η νομική ισχύ των οποίων παρέμεινε πάλι άθικτη. Ως εκ τούτου ούτε εδώ τίθεται θέμα απαλλαγής των Εναγομένων 2 και 3 από τις υποχρεώσεις τους απέναντι στους Ενάγοντες.
(7)Κατά πόσο οι Εναγόμενοι είχαν δικαίωμα να μεταφέρουν το ποσό των €104.168,94 Είναι παραδεκτό γεγονός ότι στις 13.10.10 κατατέθηκε στο επίδικο τρεχούμενο λογαριασμό ποσό ύψους €104.168,04, το οποίο στη συνέχεια της ίδιας ημέρας μεταφέρθηκε σε άλλο λογαριασμό επ' ονόματι του Εναγομένου 1 και συγκεκριμένα για εξόφληση του λογαριασμού στεγαστικού δανείου με αρ. 136-12-
- Επιπλέον είναι παραδεκτό γεγονός ότι οι Εναγόμενοι 2 και 3 δεν είχαν ενημερωθεί ή δώσει τη συγκατάθεση τους για την μεταφορά του εν λόγω ποσού από τον επίδικο τρεχούμενο λογαριασμό με όριο και εξόφληση του άλλου λογαριασμού δανείου του Εναγόμενου
- Οι Εναγόμενοι ισχυρίστηκαν ότι η πρώην Λαϊκή Τράπεζα προέβηκε στην πιο πάνω ενέργεια χωρίς να έχουν δικαίωμα και παράλληλα ανάφεραν ότι το ποσό εκείνο θα έπρεπε να είχε παραμείνει κατατεθειμένο στον επίδικο τρεχούμενο λογαριασμό και να θεωρηθεί ότι αποτελούσε εξόφληση του. Από την άλλη οι Ενάγοντες υπέβαλαν διαφορετικό ισχυρισμό επικαλούμενοι ότι το ποσό είχε κατατεθεί για τεχνικούς λόγους και αυθημερόν μεταφέρθηκε στο λογαριασμό στεγαστικού δανείου του Εναγομένου 1 επειδή αφορούσε άλλη δανειακή υποχρέωση του. Μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου αποτελεί το γεγονός ότι το ποσό των €104.168,04 εισπράχτηκε από την πώληση ενυπόθηκου ακινήτου και αφορούσε δανειακή υποχρέωση του Εναγομένου 1 που εξασφαλιζόταν από την υποθήκη του συγκεκριμένου ακινήτου. Επίσης αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι στον Εναγόμενο 1 παραχωρήθηκε στεγαστικό δάνειο με το οποίο του χορηγήθηκε πίστωση ύψους Λ.Κ.£65.000 για αγορά διαμερίσματος (Τεκμήριο 26) έναντι εξασφάλισης την υποθήκευση τριών ακινήτων, τα οποία και υποθηκεύτηκαν (Τεκμήρια 24 και 25). Ακόμη είναι εύρημα του Δικαστηρίου ότι το εν λόγω στεγαστικό δάνειο θα αποπληρωνόταν με μηνιαίες δόσεις στο λογαριασμό δανείου με αρ. 136-12-003559 που δημιουργήθηκε για το σκοπό αυτό με αναμενόμενη ημερομηνία εξόφλησης 05.12.
- Θα πρέπει να λεχθεί ότι η κατάθεση του επίμαχου ποσού που εισπράχτηκε από την πώληση ενός εκ των τριών ακινήτων που υποθηκεύτηκαν για την εξασφάλιση του παραχωρηθέντος στεγαστικού δανείου όχι μόνο ταυτίζεται αλλά εξυπηρετεί το σκοπό για τον οποίον δόθηκε το είδος αυτό της πίστωσης. Υπό τις περιστάσεις η παραμονή του ποσού των €104.168,04 στον επίδικο τρεχούμενο λογαριασμό με συμφωνημένο όριο δεν δικαιολογείτο δεδομένου ότι ουδεμία σχέση είχε με τη λειτουργία του εν λόγω λογαριασμού. Αντίθετα η μεταφορά του στο λογαριασμό στεγαστικού δανείου ήταν αναγκαία προκειμένου να υλοποιηθεί ο σκοπός της εξασφάλισης στην παραχώρηση του και κατ' επέκταση να ικανοποιηθούν οι δεσμεύσεις και υποχρεώσεις των συμβαλλομένων μερών που πηγάζουν από τα Τεκμήρια 24, 25 και 26 και γενικότερα το πνεύμα των εγγράφων αυτών. Ανεξαρτήτως όμως αυτού, δεν υπήρχε νόημα, ούτε βασικά λόγος και συνάμα θα αντιστρατευόταν τη σφαίρα της λογικής αν το εν λόγω μεγάλο ποσό παρέμενε κατατεθειμένο στον επίδικο τρεχούμενο λογαριασμό με συμφωνημένο όριο που κατά το χρόνο της κατάθεσης παρουσίαζε, με βάση το Τεκμήριο 28, χρεωστικό υπόλοιπο €22.312,55 αφού την περίοδο εκείνη το συμφωνημένο όριο ανερχόταν στα €17.940,
- Το γεγονός ότι η τραπεζική επιταγή δεν κατατέθηκε από την αρχή στο λογαριασμό δανείου δεν αποσυνδέει ή καθ' οιονδήποτε τρόπο διαγράφει την εξασφάλιση που ο Εναγόμενος 1 παρείχε για την απόκτηση δανείου με σκοπό την αγορά διαμερίσματος με υποθήκευση ακινήτου, ένα εκ των οποίων ήταν αυτό που πωλήθηκε. Συνεπώς υπό το φως της εξασφάλισης που η εν λόγω υποθήκη ακινήτου παρείχε στην παροχή του στεγαστικού δανείου, η πώληση του συγκεκριμένου ενυπόθηκου ακινήτου μόνο με τον σκοπό για τον οποίον δόθηκε ως εξασφάλιση θα μπορούσε να συνδεθεί. Η καθ' ολοκληρία σύνδεση της είσπραξης του επίμαχου ποσού με την υλοποίηση του σκοπού της εξασφάλισης στην παραχώρηση του στεγαστικού δανείου καθιστά τον προορισμό χρήσης του ποσού αυτού εκτός του πεδίου εφαρμογής του συμφωνητικού εγγράφου λειτουργίας του επιδίκου τρεχούμενου λογαριασμού (Τεκμήριο 12) καθώς και των εγγράφων εγγύησης που την εξασφαλίζουν (Τεκμήρια 10 και 11), χωρίς έτσι να δημιουργείται προβληματισμός ότι θα έπρεπε να είχαν εξασφαλιστεί οι συγκαταθέσεις των εναγομένων προτού το επίμαχο ποσό μεταφερόταν από τον επίδικο τρεχούμενο λογαριασμό στον λογαριασμό στεγαστικού δανείου. Η εξήγηση που οι Ενάγοντες έδωσαν δια του ΜΕ1 ως προς το λόγο κατάθεσης του επίμαχου ποσού δεν συγκρούεται με τη βάσανο της λογικής. Αντίθετα, οι εναγόμενοι που επικαλέστηκαν αναγκαιότητα κατάθεσης του εν λόγω ποσού στον επίδικο τρεχούμενο λογαριασμό δεν έδωσαν οποιαδήποτε εξήγηση γιατί το εν λόγω ποσό θα έπρεπε να είχε παραμείνει κατατεθειμένο στο λογαριασμό εκείνο τη στιγμή που προέκυψε από την πώληση ενός εκ των τριών ενυπόθηκων ακινήτων που εξασφάλιζαν την άλλη δανειακή υποχρέωση του Εναγομένου
- Συνεπώς η ατεκμηρίωτη θέση των εναγομένων παρέμεινε στη σφαίρα του ισχυρισμού και κατ' επέκταση έκθετη σε απόρριψη. Περαιτέρω θα πρέπει να σημειωθεί ότι με την κατάθεση του πιο πάνω ποσού το στεγαστικό δάνειο εξοφλήθηκε. Σύμφωνα με τον όρο 4 του Τεκμηρίου 26, παρέχεται δυνατότητα πρόωρης εξόφλησης του δανείου νοουμένου ότι ο Εναγόμενος 1 το ζητήσει γραπτώς δίνοντας προειδοποίηση πέντε ημερών και εφόσον συγκατατεθεί η πρώην Λαϊκή Τράπεζα. Με γνώμονα ότι η κατάθεση του πιο πάνω ποσού οδήγησε σε εξόφληση του στεγαστικού δανείου που υπό κανονικές προϋποθέσεις είχε ως αναμενόμενη ημερομηνία εξόφλησης του 05.12.23, καθίσταται αντιληπτό ότι εδώ υπήρξε πρόωρη εξόφληση. Η θέση των εναγομένων ότι ο Εναγόμενος 1 δεν έδωσε την απαιτούμενη από τη σχετική σύμβαση ειδοποίηση για πρόωρη αποπληρωμή του στεγαστικού δανείου, όπως αυτή υπεβλήθηκε στον ΜΕ1, ελέγχεται. Αν όντως δεν είχε δοθεί τέτοια ειδοποίηση τότε για ποιο λόγο δεν αντέδρασε ο Εναγόμενος 1 στην πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου και είσπραξη του τιμήματος πώλησης. Ουδεμία μαρτυρία έχει παρουσιαστεί που να καταδεικνύει προώθηση παραπόνου του Εναγομένου 1 σε οποιοδήποτε στάδιο. Ο λογαριασμός στεγαστικού δανείου εξοφλήθηκε και ο Εναγόμενος 1, ο οποίος ωφελήθηκε προσωπικά από αυτήν την εξέλιξη, ουδέποτε διαφώνησε. Καμία μαρτυρία έχει προσκομιστεί που να φανερώνει ότι σε σχέση με το θέμα αυτό λήφθηκαν νομικά μέτρα εναντίον της πρώην Λαϊκής Τράπεζας. Η παθητική στάση που τήρησε ο Εναγόμενος 1 στο ζήτημα αυτό εκλαμβάνεται ως επιδοκιμασία από μέρους του των ενεργειών που έγιναν αναφορικά με το εν λόγω θέμα. Πέραν όμως και ανεξαρτήτως του πιο πάνω, ο όρος 9 του Τεκμηρίου 9 παρέχει συμβατικό δικαίωμα στην πρώην Λαϊκή Τράπεζα να μεταφέρει οποιαδήποτε στιγμή και χωρίς να προειδοποιήσει τον Εναγόμενο 1 οποιοδήποτε ποσό που βρίσκεται κατατεθειμένο στον επίδικο τρεχούμενο λογαριασμό σε οποιοδήποτε άλλο λογαριασμό. Επομένως οι πρόνοιες του Τεκμηρίου 9 νομικά καλύπτουν την ενέργεια της πρώην Λαϊκής Τράπεζας, δίδοντας της έτσι δικαίωμα να μεταφέρει το ποσό των €104.168,04 στο λογαριασμό δανείου υπ' αρ. 136-12-
- Το προαναφερόμενο συμβατικό δικαίωμα υπάρχει και στα Τεκμήρια 10 και 11 παρέχοντας έτσι δυνατότητα ομοιόμορφης άσκησης του χωρίς να δημιουργείται νομικό κενό ή κώλυμα ή εμπόδιο ανάμεσα στα έγγραφα που ρυθμίζουν τις συμβατικές σχέσεις πρωτοφειλέτη και εγγυητών με την πρώην Λαϊκή Τράπεζα. Συγκεκριμένα με τον όρο 10 που περιέχεται στα Τεκμήρια 10 και 11, οι Εναγόμενοι 2 και 3 υπό την ιδιότητα των εγγυητών συμφώνησαν ότι στην περίπτωση είσπραξης ποσού από τον Εναγόμενο 1 ως πρωτοφειλέτη, η πρώην Λαϊκή Τράπεζα θα είχε το δικαίωμα να το χρησιμοποιήσει προς διευθέτηση άλλων υποχρεώσεων του Εναγομένου 1, χωρίς να επηρεάζεται η ευθύνη εγγύησης των Εναγομένων 2 και
- Ασκώντας το συμβατικό δικαίωμα της, το οποίο είναι εναρμονισμένο μέσα από τα Τεκμήρια 9, 10 και 11, η πρώην Λαϊκή Τράπεζα μετέφερε το επίμαχο ποσό στον προαναφερόμενο λογαριασμό στεγαστικού δανείου που λειτουργούσε εις το όνομα του Εναγομένου 1, τον οποίον και εξόφλησε, δίχως να επηρεάζεται η ευθύνη των Εναγομένων 2 και 3 ως εγγυητών που δεν ενημερώθηκαν ή δεν έδωσαν τη συγκατάθεση τους γι' αυτήν τη διευθέτηση της υποχρέωσης του Εναγομένου
- Το λεκτικό που χρησιμοποιείται για τη σύνταξη του όρου 10 στα Τεκμήρια 10 και 11 είναι τέτοιο που δεν προϋποθέτει ενημέρωση των Εναγομένων 2 και 3 ή προηγούμενη εξασφάλιση της έγκρισης τους για την άσκηση του εν λόγω συμβατικού δικαιώματος. Παράλληλα τα ενώπιον μου στοιχεία και δεδομένα δεν οδηγούν σε συμπέρασμα καταδολίευσης του Εναγομένου 1 από την πρώην Λαϊκή Τράπεζα, ως λανθασμένα ισχυρίζεται ο εν λόγω εναγόμενος.
(8)Κατά πόσο οι καταχωρήσεις που περιέχονται στις οικονομικές καταστάσεις του επιδίκου τρεχουμένου λογαριασμού (Τεκμήριο 28) είναι ή όχι ορθές Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι δεν έχει αποδειχτεί η ύπαρξη οφειλομένου ποσού. Αντίθετη άποψη έχουν οι Ενάγοντες, οι οποίοι ισχυρίζονται ότι το ύψος του αξιιούμενου ποσού είναι ορθό. Επ' αυτού το Δικαστήριο έχει αποδεχτεί τις μαρτυρίες των ΜΕ1 και ΜΕ2 στο βαθμό και την έκταση που έχουν σχολιαστεί προηγουμένως και για τους λόγους που έχουν εκτεθεί. Αυτό που αβίαστα προκύπτει μέσα από την αποδοχή της μαρτυρίας αμφοτέρων μαρτύρων των Εναγόντων είναι ότι οι Ενάγοντες τηρούν τραπεζικά βιβλία και σε ηλεκτρονική μορφή, το οποίο ηλεκτρονικό αρχείο καθ' όλο τον ουσιώδη χρόνο ήταν και συνεχίζει μέχρι σήμερα να είναι ένα από τα συνήθη τραπεζικά βιβλία τους, εγκατεστημένο στις κτιριακές εγκαταστάσεις τους και να βρίσκεται υπό τον έλεγχο και ασφαλή φύλαξη τους, στο οποίο πρόσβαση είχαν οι ΜΕ1 και ΜΕ
- Στο εν λόγω τραπεζικό βιβλίο με ηλεκτρονική μορφή φυλάσσονται όλες οι πληροφορίες και πράξεις που αφορούν όλους τους λογαριασμούς των πελατών των Εναγόντων, συμπεριλαμβανομένου του επιδίκου τρεχούμενου λογαριασμού που λειτουργούσε με συμφωνημένο όριο. Ο ΜΕ1 έχει πιστοποιήσει ότι οι καταχωρήσεις στο εν λόγω τραπεζικό βιβλίο είχαν γίνει κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών των Εναγόντων και προηγουμένως της πρώην Λαϊκής Τράπεζας. Επίσης ο ΜΕ1 έχει πιστοποιήσει ότι ο επίδικος τρεχούμενος λογαριασμός συνιστά μέρος του αρχείου τήρησης και διατήρησης λογαριασμών των πελατών των Εναγόντων και περιέχει όλες τις συναλλαγές, πράξεις, χρεώσεις και πιστώσεις από την ημερομηνία των επίδικων συμφωνιών μέχρι σήμερα. Ο ΜΕ1 ήταν αυτός που, ως εκ της θέσεως και των καθηκόντων του, έδωσε εντολή στο ηλεκτρονικό αρχείο των Εναγόντων να παραχθούν και να εκτυπωθούν από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή όλες οι οικονομικές/τραπεζικές καταστάσεις που συνθέτουν το Τεκμήριο
- Ο ΜΕ1 ήταν αυτός που ο ίδιος σύγκρινε το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 28 με τις αρχικές καταχωρήσεις στον ηλεκτρονικό υπολογιστή και προσωπικά διαπίστωσε ότι είναι ορθό. Η δε ΜΕ2 ήταν αυτή που πιστοποίησε ότι οι διακυμάνσεις επιτοκίου που αφορούσαν τον επίδικο τρεχούμενο λογαριασμό και ίσχυαν κατά τον ουσιώδη χρόνο είχαν καταχωρηθεί στο ηλεκτρονικό σύστημα της πρώην Λαϊκής Τράπεζας και στη συνέχεια των Εναγόντων ενώ ταυτόχρονα γίνονταν και σχετικές δημοσιεύσεις στον ημερήσιο τύπο. Περαιτέρω η ΜΕ2 ήταν αυτή που, ως εκ της θέσεως και των καθηκόντων της, έδωσε εντολή στο ηλεκτρονικό αρχείο των Εναγόντων να παραχθούν και να εκτυπωθούν από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή οι διάφορες μεταβολές του επιτοκίου (Τεκμήριο 30). Ακόμη η ΜΕ2 ήταν αυτή που η ίδια σύγκρινε το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 30 με τις αρχικές καταχωρήσεις των επιτοκίων στον ηλεκτρονικό υπολογιστή και προσωπικά διαπίστωσε ότι είναι ορθό. Από τα πιο πάνω δεδομένα διαπιστώνεται ότι πληρούνται οι πρόνοιες του άρθρου 22 του Κεφ.9 που αφορά τραπεζικά βιβλία με αποτέλεσμα το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 28 και 30, τα οποία αποτελούν μέρος των τραπεζικών βιβλίων της πρώην Λαϊκής Τράπεζας και στη συνέχεια των Εναγόντων, να αποτελούν εκ πρώτης όψεως απόδειξη των καταχωρήσεων, θεμάτων, δοσοληψιών, χρεώσεων, πιστώσεων, ύψος επιτοκίου και περιθωρίου που αφορούν τον επίδικο τρεχούμενο λογαριασμό. Στην υπόθεση Λαϊκή Τράπεζα Λτδ v. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.α.
(2009)1 Α.Α.Δ. 479 λέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι οι καταστάσεις του λογαριασμού μαζί με την πιστοποίηση του αρμόδιου λειτουργού της τράπεζας πως αυτά αποτελούσαν απόσπασμα του ηλεκτρονικού αρχείου της τράπεζας, συνιστούσαν εκ πρώτης όψεως απόδειξη των σχετικών καταχωρίσεων δυνάμει του άρθρου 22 του Κεφ. 9 όπως έχει τροποποιηθεί. Από τη στιγμή που τα πιο πάνω έγγραφα έγιναν εκ συμφώνου αποδεκτά το περιεχόμενό τους συνιστούσε ικανοποιητική μαρτυρία που μπορούσε να οδηγήσει σε απόδειξη των ισχυρισμών της εφεσείουσας τράπεζας. Έτσι το βάρος απόδειξης μετατέθηκε στους ώμους των εφεσίβλητων για να αποδείξουν την μη ύπαρξη των καταχωρίσεων και/ή την καταχώριση λανθασμένων καταχωρίσεων προς υποστήριξη των ισχυρισμών τους, πλην όμως οι εφεσίβλητοι απέτυχαν να αντικρούσουν την πιο πάνω μαρτυρία. Δεν παραμένω όμως μόνο στο ότι το Τεκμήρια 28 και 30 μαζί με τα επισυνημμένα πιστοποιητικά των ΜΕ1 και ΜΕ2, αρμοδίων λειτουργών των Εναγόντων, συνιστούν εκ πρώτης όψεως απόδειξη των σχετικών καταχωρήσεων αλλά επεκτείνομαι και στις ένορκες μαρτυρίες των ΜΕ1 και ΜΕ2 επί της ουσίας του περιεχομένου των Τεκμηρίων 28 και 30 που έγιναν αποδεκτές στο βαθμό και την έκταση που έχει αναφερθεί, στις οποίες και παραπέμπω. Κατ' αρχήν αμφότεροι μάρτυρες είχαν απρόσκοπτη πρόσβαση στον τραπεζικό φάκελο της υπόθεσης. Ο ΜΕ1 ανάφερε με επάρκεια τα διάφορα είδη χρεώσεων που περιέχονται στο Τεκμήριο 28 και πως αυτές προέκυψαν. Επίσης εξήγησε με λεπτομέρεια την έννοια και σημασία των διαφόρων στηλών που περιλαμβάνουν το πλαίσιο του περιεχομένου του Τεκμηρίου
- Ακολούθως έκανε αναφορά στις κατά καιρούς μεταβολές του βασικού επιτοκίου, στο ύψος αυτών των διακυμάνσεων, σε ποια συγκεκριμένα μέσα ενημέρωσης έχουν δημοσιευτεί και πότε. Η δε ΜΕ2 με περισσότερη λεπτομέρεια επεκτάθηκε στις κατά καιρούς μεταβολές του βασικού επιτοκίου, σε ποια συγκεκριμένα μέσα ενημέρωσης έχουν δημοσιευτεί και πότε. Οι εν λόγω αναφορές της τεκμηριώνονται με την κατάθεση σχετικού επεξηγηματικού εγγράφου από το ηλεκτρονικό αρχείο των Εναγόντων, ήτοι το Τεκμήριο 30, το περιεχόμενο του οποίου δεν αμφισβητήθηκε από τους εναγομένους και ως εκ τούτου αποδέχομαι ως ορθό, αληθές και αξιόπιστο. Περαιτέρω η ΜΕ2 προέβηκε σε αναλυτική αναφορά των εκάστοτε μεταβολών του περιθωρίου και σε συνδυασμό με την προηγούμενη παραστατική αναφορά της στις κατά καιρούς διακυμάνσεις του βασικού επιτοκίου επισήμανε τις διάφορες αυξομειώσεις στο κυμαινόμενο συνολικό επιτόκιο που με βάση το εκάστοτε ύψος αυτού χρεωνόταν ο επίδικος τρεχούμενος λογαριασμός ως προνοούσαν οι διατάξεις του συμφωνητικού εγγράφου που ρύθμιζαν τη λειτουργία του. Οι αναφορές αυτές στοιχειοθετούνται από δημοσιευμένες μεταβολές του βασικού επιτοκίου σε εφημερίδες παγκύπριας κυκλοφορίας, ήτοι το Τεκμήριο 31, το περιεχόμενο του οποίου δεν αμφισβητήθηκε από τους εναγομένους και ως εκ τούτου αποδέχομαι ως ορθό, αληθές και αξιόπιστο. Επιπλέον αμφότεροι μάρτυρες επεξήγησαν τους παράγοντες που λαμβάνονταν υπόψη στα πλαίσια μεταβολής του βασικού επιτοκίου. Ακόμη αμφότεροι μάρτυρες υπέδειξαν την ύπαρξη εξειδικευμένου λογισμικού προγράμματος στον ηλεκτρονικό υπολογιστή των Εναγόντων με τη χρήση του οποίου υπολογίστηκαν οι χρεώσεις των τόκων που περιέχονται στο Τεκμήριο
- Οι πιο πάνω αναφορές δεν έτυχαν αντίκρουσης από τους εναγομένους με μαρτυρία και ως εκ τούτου παρέμειναν αναντίλεκτες. Την ίδια στιγμή ουδεμία θέση προωθήθηκε από οποιονδήποτε εναγόμενο με την οποίαν να υποδειχτεί ότι συγκεκριμένη χρέωση που καταγράφεται στο Τεκμήριο 28 είναι λανθασμένη ή καθ' οιονδήποτε τρόπο ανακριβής ή δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Αυτό ενισχύει την αξιοπιστία του Τεκμηρίου
- Ούτε ακόμη υποδείχτηκε από οποιονδήποτε εναγόμενο ότι στο Τεκμήριο 28 περιέχεται χρέωση που έρχεται σε αντίθεση με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 9, 14 και 15 καθώς επίσης ότι συγκρούεται με τον 'Κατάλογο Επιτοκίων και Χρεώσεων' και τους 'Γενικούς Όρους και Κανονισμούς'' έγγραφα που δόθηκαν στον Εναγόμενο 1 και συμφώνησε με το περιεχόμενο τους, το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του Τεκμηρίου
- Μάλιστα το Τεκμήριο 28 κατατέθηκε ως κοινό έγγραφο από τους διαδίκους, οι οποίοι αναγνωρίζουν την ύπαρξη του (Λαϊκή Τράπεζα Λτδ v. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.α. (πιο πάνω) και Γεώργιος Κ. Ιωαννίδης κ.α. v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, Πολιτική Έφεση Αρ. 1/2010 ημερ. 08.07.14). Εξαίρεση στα πιο πάνω θεωρώ ότι αποτελεί η χρέωση €688,05, η οποία προέκυψε ως λεπτομερώς εξήγησε η ΜΕ2 και έχει σημειωθεί πιο πάνω και αφορά τη διαφορά του τόκου 3,5% που προέκυψε από την αύξηση του επιτοκίου από 10,5% σε 14% για την περίοδο από 20.04.10 μέχρι 05.04.
- Τέτοια χρέωση δεν θα έπρεπε να είχε γίνει δεδομένου ότι είναι άνευ σημασίας η ημερομηνία 20.04.10 που οι Ενάγοντες θεωρούν ότι επήλθε ηλεκτρονικός τερματισμός του λογαριασμού. Ο νόμιμος τερματισμός επήλθε στις 05.04.11 με την αποστολή σχετικής επιστολής σε όλους τους εναγομένους (Τεκμήρια 20, 21 και 22), η λήψη της οποίας δεν αμφισβητήθηκε από οποιονδήποτε εναγόμενο. Το παραδεκτό γεγονός ότι μετά τη μεταφορά του ποσού των €104.168,94 στις 13.10.10 ο επίδικος τρεχούμενος λογαριασμός παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο €22.312,55, το οποίο και έκτοτε διατηρήθηκε στο ίδιο χρεωστικό επίπεδο επειδή παρέμεινε ανενεργός μέχρι τον τερματισμό του από τους ενάγοντες στις 05.04.11 με τα Τεκμήρια 20, 21 και 22, καταδεικνύει ότι αποτελούσε συμβατικό δικαίωμα των Εναγόντων να προχωρήσουν με τερματισμό της λειτουργίας του επιδίκου τρεχούμενου λογαριασμού αφού το συμφωνημένο όριο είχε παραβιαστεί και παρά τις προειδοποιήσεις των Εναγόντων το ύψος του χρεωστικού υπολοίπου δεν ομαλοποιήθηκε για να ενταχθεί στο καλυπτόμενα συμφωνημένο όριο. Αυτή η αντισυμβατική συμπεριφορά του Εναγομένου 1 παρείχε συμβατικό δικαίωμα στους Ενάγοντες να τερματίσουν τη λειτουργία του τρεχούμενου λογαριασμού και να απαιτήσουν αμέσως εξόφληση του οφειλομένου ποσού. Εξ' ου και το έπραξαν. Εν πάση περιπτώσει δεν αμφισβητείται ότι το Τεκμήριο 20 αποτελεί τερματισμό της λειτουργίας του επιδίκου τρεχούμενου λογαριασμού λόγω παραβίασης του συμφωνητικού εγγράφου που διέπει τη λειτουργία του εξ' υπαιτιότητας του Εναγομένου 1 και παράλληλα αξίωση για εξόφληση του οφειλομένου ποσού που κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, ο οποίος τερματισμός