Alpha Bank Cyprus Ltd ν. Τ. & Μ.ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ ΚΑΙ ΥΙΟΣ ΛΤΔ, (Α/Ε 395) κ.α., Αρ. Αγωγής: 675/10, 9/1/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2018:A7 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 675/10 Μεταξύ: Alpha Bank Cyprus Ltd Ενάγουσας και Τ. & Μ.ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ ΚΑΙ ΥΙΟΣ ΛΤΔ, (Α/Ε 395), Λεωφ. Αρχ. Μακαρίου ΙΙΙ 284, Ακίνητα Fortuna Court, Μπλοκ Β, 2ος όροφος, Λεμεσός. Γεώργιος Οικονόμου, (ΑΤ 537425), Εμμανουήλ Ροίδη 6, 3031 Λεμεσός. Ανδρέα Περικλέους, (ΑΤ 540936), Αναρίτα, 8502 Πάφος. Εναγομένων ------------------- Αίτηση ημερ. 13.11.2017 ------------------- Ημερομηνία: 9.1.2018 Για τους Εναγόμενους-Αιτητές: κα Ευαγγελία Πουλλά Για την Ενάγουσα-Καθ΄ ης η αίτηση: κα X. Μαυρικίου για Χρυσαφίνης & Πολυβίου ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Διαρκούσης της ακροαματικής διαδικασίας καταχωρήθηκε εκ μέρους των Εναγομένων η κρινόμενη αίτηση με την οποίαν επιζητείται η έκδοση διαφόρων διαταγμάτων όπως: (α) Να επιτραπεί στους Εναγόμενους και/ή αντιπροσώπους τους να επιθεωρήσουν και να λάβουν αντίγραφα των καταχωρήσεων σε τραπεζικά βιβλία ώστε να χρησιμοποιηθούν «για σκοπούς απόδειξης της Υπεράσπισης και εναντίον των Εναγόντων». (β) Να διαταχθεί ο κ. Ανδρέας Ζήνωνος, διευθυντής του Κεντρικού Καταστήματος Πάφου των Εναγόντων και/ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο να εμφανισθεί στο Δικαστήριο και να παρουσιάσει αντίγραφα οποιουδήποτε τραπεζικού εγγράφου, βιβλίου ή αρχείου για να αποδειχθούν όλες οι συναλλαγές των λογαριασμών που αναφέρονται στην αίτηση και/ή τυχόν άλλου λογαριασμού των που διατηρούσαν στην Ενάγουσα, τα χρήματα των οποίων εξόφλησαν οφειλές τρίτων προσώπων (πρωτοφειλετών) και/ή ποίο ποσό διέθεταν οι εν λόγω λογαριασμοί και ποίο ποσό, δια ποίο πρόσωπο και δια ποίο λόγο χρησιμοποιήθηκε. Αναφέρονται στην εν λόγω παράγραφο πέντε
(5)λογαριασμοί των Τ & Μ Οικονόμου Λτδ (Εναγόμενης 1), επτά
(7)λογαριασμοί του Γιώργου Οικονόμου (Εναγόμενου 2), άλλοι δύο
(2)λογαριασμοί στο όνομα Γιώργος Δημητρίου και άλλοι έξι
(6)στο όνομα Γιώργου Τάκη, που όπως δηλώνεται, τα δύο τελευταία ονόματα είναι του Εναγόμενου 2. (γ) Να απαντήσει σε σειρά ερωτημάτων που θέτει, όπως για ποιο λόγο οι Ενάγοντες εξόφλησαν με τα χρήματα των Εναγομένων χρέη τρίτων προσώπων. Επιζητείται επίσης η λήψη απάντησης σε γενικά ερωτήματα όπως: Ποιο ποσό των Εναγομένων, από ποιο λογαριασμό και για ποιο λόγο πληρώθηκαν στους λογαριασμούς της εταιρείας Medvit (Fruit & Vegetables Exports) Ltd, Κυριάκου Πιττάλη, Ιωάννη Πιττάλη και Πέτρου Ονησιφόρου. (δ) Επιζητείται επίσης η παρουσίαση πιστών αντιγράφων όλων των καταχωρήσεων. Η Ενάγουσα-Καθ΄ ης η αίτηση ενίσταται σε αυτό το δικονομικό διάβημα και προβάλει διάφορους λόγους, όπως ότι αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας και προσπάθεια τροποποίησης της Υπεράσπισης. Ότι οι λογαριασμοί που αναφέρονται στην αίτηση δεν αποτελούν επίδικα θέματα και δεν αποκαλύφθηκαν επαρκείς λόγοι οι οποίοι να δικαιολογούν το αίτημα. Ένας από τους λόγους ένστασης αναφέρεται - προφανώς εκ λάθους - σε αίτηση τροποποίησης, ενώ η κρινόμενη αίτηση δεν είναι τέτοια. Προτείνεται επίσης η καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης. Για το τελευταίο θέμα πρέπει να λεχθεί πως δεν παρατηρείται οποιαδήποτε καθυστέρηση, δεδομένου πως αυτή καταχωρήθηκε στο στάδιο που προσφέρουν μαρτυρία οι Εναγόμενοι, οι οποίοι επιζητούν να τους επιτραπεί ουσιαστικά η κλήτευση και άλλου μάρτυρα και η προσαγωγή περαιτέρω μαρτυρίας. Αξίζει δε να σημειωθεί πως οι διάδικοι διατηρούν το δικαίωμα παρουσίασης μαρτυρίας και κλήτευσης μαρτύρων για απόδειξη της υπόθεσης τους, νοουμένου ότι η μαρτυρία είναι σχετική με τα επίδικα θέματα και καλύπτεται από τη δικογραφία τους. Χωρίς προς τούτο να απαιτείται οιοδήποτε διάταγμα του Δικαστηρίου. Η κρινόμενη αίτηση νομικό έρεισμα έχει τον περί Αποδείξεως Νόμο, άρθρα 22
(1)-
(6), τους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.48, θ.1, 2, 3, 8
(1)(qq) &
(2)και 9(ο), Δ.30, Δ.57 θ.2 και Δ.64, το άρθρο 6 της Συνθήκης για Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, τα άρθρα 28 & 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών και το άρθρο 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης. Είναι σαφές πως πέραν της Δ.48 η οποία ρυθμίζει την καταχώριση αιτήσεων, οι Δ.57 και 64, δεν μπορούν να δώσουν νομικό έρεισμα στην κρινόμενη περίπτωση. Το άρθρο 22 του περί Αποδείξεως Νόμου στο οποίο βάσισε την αγόρευση της η συνήγορος των Αιτητών προνοεί τη δυνατότητα παρουσίασης αντιγράφων καταχωρήσεων σε τραπεζικά βιβλία. Σχετική αναφορά έκανε επίσης στο σύγγραμμα Τ. Ηλιάδη και Ν. Σάντη Το Δίκαιο της Απόδειξης καθώς και στην απόφαση Genemp Trading Ltd v. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ ex Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(2013)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2059. Στο ανωτέρω σύγγραμμα το οποίο πραγματεύεται το άρθρο 22 του Περί Αποδείξεως Νόμου, αναφέρει στη σελ. 362 κ.επ. αυτού: «Σύμφωνα με το άρθρο 22
(5)του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, κατόπιν αίτησης διαδίκου, το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει διάταγμα σύμφωνα με το οποίο να επιτρέπεται σε διάδικο όπως επιθεωρήσει και λάβει αντίγραφα καταχωρίσεων σε τραπεζικά βιβλία για σκοπούς δικαστικής διαδικασίας. Τέτοιο διάταγμα, δύναται να εκδοθεί με κλήτευση ή μη, της τράπεζας ή άλλου διαδίκου και πρέπει να επιδίδεται στην τράπεζα τρεις μέρες πριν από τη μέρα κατά την οποία πρέπει να επέλθει η συμμόρφωση με το εν λόγω διάταγμα εκτός και αν το Δικαστήριο διατάξει διαφορετικά. Στην Genemp Trading Ltd v Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ Ex Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ, ΠΕ 281/07, ημ. 7.1013, το Ανώτατο Δικαστήριο, δια της Παναγή, Π., σημείωσε τα ακόλουθα, αναφορικά με τους σκοπούς του συζητούμενου άρθρου: Βασικός σκοπός του Άρθρου 22
(5)του Κεφ. 9, το οποίο έχει ως πρότυπο το Άρθρο 7 του Banker's Books Evidence Act 1879, είναι η διευκόλυνση της δικαστικής διαδικασίας, σε ότι αφορά την προσκόμιση μαρτυρίας από τραπεζικούς οργανισμούς, έτσι που να αποφεύγεται η μεταφορά και παρουσίαση όλων των βιβλίων και εγγράφων της τράπεζας στο Δικαστήριο. Το άρθρο δεν δίδει δικαίωμα στο διάδικο για έρευνα και αναζήτηση στοιχείων για να ανακαλύψει και δημιουργήσει υπόθεση (Βλ. Κολαρίδου ν. Κολαρίδη
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1408). Στην περίπτωση δε που ο διάδικος ορκιστεί ότι οι καταχωρήσεις των οποίων επιζητείται η επιθεώρηση είναι άσχετες, δεν πρέπει να εκδίδεται διάταγμα επιθεώρησης πριν από την ακροαματική διαδικασία της ουσίας της υπόθεσης (Βλ. South Staffordshire Tramways Co. v. Ebbsmith [1895] 2 Q.B. 669 και Waterhouse v. Barker [1924] 2 K.B. 759). Τέτοια ένορκη δήλωση καθιστά το ζήτημα εκ πρώτης όψεως τελεσίδικο, μπορεί όμως να ανατραπεί εάν υπάρχει επαρκής μαρτυρία περί του αντιθέτου (Βλ. R. v Nottingham Justices Ex P Lynn [1984] 79 Cr. App. R. 238).»» Η Ενάγουσα-Καθ΄ ης η αίτηση με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση της και επισημάνθηκε με την αγόρευση της συνηγόρου της, προβάλλει τη θέση πως οι λογαριασμοί δεν αποτελούν επίδικα θέματα και αποτελούν προσπάθεια τροποποίησης της Υπεράσπισης. Η απάντηση της συνηγόρου των Εναγομένων-Αιτητών προσφέρεται ως ακολούθως: «Οι ισχυρισμοί των Εναγόντων ότι η αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας και ότι υφίσταται κακοπιστία επίσης δεν ευσταθούν εφόσον το προβλέπει ο ίδιος ο Νόμος. Επίσης οι ισχυρισμοί των Εναγόντων ότι οι Εναγόμενοι προσπαθούν να τροποποιήσουν την Έκθεση Υπεράσπισης των και να προσθέσουν Ανταπαίτηση ενώ η αίτηση των για τροποποίηση δεν εγκρίθηκε από το Δικαστήριο δεν ευσταθούν. Ήδη οι Ενάγοντες διεκδικούν με την Έκθεση Απαίτησης των την εκποίηση των υποθηκών ως οι παράγραφοι 6(ε) & (στ), ο δε μάρτυρας των Εναγόντων Μ.Ε.1/Σάββας Άδωνη δεν το γνώριζε όταν έδιδε μαρτυρία, ενώ οι Ενάγοντες είχαν αποδεσμεύσει τα ακίνητα τα οποία πωλήθηκαν, όπως επίσης δεν είχε ιδέα ποίο ποσό πληρώθηκε για το χρέος των Εναγομένων και ποίο ποσό χρησιμοποιήθηκε για πληρωμή λογαριασμών τρίτων προσώπων. Οι θέσεις αυτές του τέθηκαν κατά την αντεξέταση και χρειάστηκε να το ελέγξει σε επόμενη δικάσιμο και να βεβαιώσει την θέση που του τέθηκε από την δικηγόρο των Εναγομένων. Προς επίρρωση των ισχυρισμών των Εναγομένων είναι σχετικές οι παράγραφοι 4 & 5 της Εκθέσεως Υπερασπίσεως.» Η απάντηση αυτή που δίδεται με την αγόρευση και θέτει θέμα εκποίησης κάποιων ενυπόθηκων ακινήτων και καταμερισμού των χρημάτων που ανακτήθηκαν, δεν δίδεται με την ένορκη δήλωση. Εκείνο που προσφέρεται ως αιτιολογία για την αναζήτηση των αιτούμενων διαταγμάτων είναι τα ακόλουθα με την παράγραφο 2 της ένορκης δήλωσης: «2. Οι Ενάγοντες, από κατατεθειμένα χρήματα που διέθεταν στους λογαριασμούς των οι Εναγόμενοι Νο.1 & Νο.2 εξόφλησαν λογαριασμούς και/ή υποθέσεις τρίτων προσώπων που ήτο Πρωτοφειλέτες και Ενυπόθηκοι οφειλέτες. Αντί οι Ενάγοντες να εξοφλήσουν τους λογαριασμούς των Εναγομένων, εξόφλησαν λογαριασμούς των τρίτων προσώπων, πράγμα που δεν εδικαιούντο ενόψει του χρέους των Εναγομένων. Αυτό θα διαφανεί εφ΄ όσον παρουσιαστούν τα έγγραφα που ζητούνται και απαντηθούν τα ερωτήματα που τίθενται.» Οι παραγράφοι 4 και 5 της Έκθεσης Υπεράσπισης επίσης δεν βοηθούν ούτε προσφέρουν έρεισμα για ικανοποίηση των αιτούμενων θεραπειών. Συγκεκριμένα: Με την παράγραφο 4 εκείνο που δικογραφούν οι Εναγόμενοι είναι την παραδοχή τους για τη σύναψη των συμβάσεων υποθηκών με τις οποίες υποθηκεύτηκαν προς όφελος της Τράπεζας τα επίδικα ακίνητα, προβάλλοντας περαιτέρω τον ισχυρισμό ότι δύο υποθήκες έχουν πληρωθεί στην Ενάγουσα και έχουν εξαλειφθεί. Με την παράγραφο 5 της Έκθεσης Υπεράσπισης αρνούνται ότι οφείλουν το αξιούμενο από την Τράπεζα ποσό και ισχυρίζονται ότι: «.ποσά που πλήρωναν έναντι του συγκεκριμένου χρέους της Εναγόμενης 1 δεν αφαιρέθηκαν από την Ενάγουσα και/ή χρησιμοποιήθηκαν από αυτήν αυθαίρετα και/ή εκβιαστικά για την εξόφληση άλλων χρεών των Εναγομένων και/ή τρίτων προσώπων». Πέραν της γενικότητας της τελευταίας φράσης για την χρήση των χρημάτων των Εναγομένων, προκύπτει ξεκάθαρα πως δεν αναφέρονται σε λογαριασμούς που διατηρούσαν ούτε δικογραφούν κάτι τέτοιο αλλά για ποσά που πλήρωναν. Οι Αιτητές δεν ζητούν με την αίτηση τους να μάθουν ποιο ποσό πληρώθηκε έναντι του επίδικου χρέους από το εκπλειστηρίασμα των υποθηκών. Εν πάση περιπτώσει εάν οι Εναγόμενοι επιθυμούσαν να λάβουν γνώση για το ποσό του εκπλειστηριάσματος και τον τρόπο διάθεσης αυτού, για το οποίο ήδη αντεξέτασαν το Σάββα Άδωνη, ενδεχομένως να μπορούν να κλητεύσουν κάποιο αρμόδιο προς τούτο πρόσωπο. Η γενικότητα του λεκτικού των αιτούμενων διαταγμάτων αφήνει να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι επιζητείται πλήρης έλεγχος σωρείας λογαριασμών, τόσο των Εναγομένων όσο και σε σχέση με τρίτα πρόσωπα. Ενδεικτικά υποδεικνύεται το αιτητικό Γ(β) το οποίο είναι πανομοιότυπο λεκτικό με το Γ(γ), Γ(δ) και Γ(ε): «Ποίο ποσό των Εναγομένων και από ποίον λογαριασμό και δια ποίο λόγο πληρώθηκε στους ακόλουθους λογαριασμούς.». Το αιτούμενο υπό στοιχείο Α διάταγμα, δηλαδή η λήψη αντιγράφων όλων των καταχωρίσεων στα τραπεζικά βιβλία, πέραν της γενικότητας του, αποτελεί ξεκάθαρη προσπάθεια αλίευσης μαρτυρίας. Επίδικα θέματα αποτελούν οι συμφωνίες δανείου, υποθηκών, εγγυήσεων, ο τερματισμός και το οφειλόμενο υπόλοιπο. Εάν οι Εναγόμενοι-Αιτητές κρίνουν ότι ποσά από λογαριασμούς που διατηρούσαν στην Ενάγουσα έχουν, κακώς, πληρωθεί από την τελευταία σε τρίτα πρόσωπα, αυτό ενδεχομένως να αποτελούσε ζήτημα ανταπαίτησης ή αντικείμενο νέας αγωγής εναντίον της Τράπεζας. Σίγουρα όχι μέρος της μαρτυρία που θα προσφερθεί στα πλαίσια αυτής της αγωγής. Συνακόλουθα, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Καθ΄ ης η αίτηση και εναντίον των Αιτητών όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή, τα οποία θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ............... Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΜ Subject: Civil / Other Actions / Interim Αναφορά: (Αίτηση για επιθεώρηση τραπεζικών εγγράφων/άρση τραπεζικού απορρήτου) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο