← Κύπρος

Esparides Developments Limited κ.α. ν. Στέλλας Μαρίας Ιωαννίδου, Αρ. Αγωγής: 664/10, 23/2/2018

Esparides Developments Limited κ.α. ν. Στέλλας Μαρίας Ιωαννίδου, Αρ. Αγωγής: 664/10, 23/2/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2018:A57 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 664/10 Μεταξύ:

  1. Esparides Developments Limited
  2. Stella & Pieros Pieris Development Ltd Ενάγουσες και Στέλλας Μαρίας Ιωαννίδου Εναγόμενης και THEOS DEVELOPERS LIMITED Τριτοδιαδίκου ------------------- Ημερομηνία: 23.2.2018 Για τις Ενάγουσες: κ. Χ. Αρτέμης για Σκορδής, Παπαπέτρου & ΣΙΑ ΔΕΠΕ (κα Ι. Στυλιανού για ν΄ ακούσει απόφαση) Για την Εναγόμενη: κ. Δ. Παπαδόπουλος για Παπαδόπουλος, Λυκούργος & Σια ΔΕΠΕ (κα Μ. Παπακώστα για ν΄ ακούσει απόφαση) Για την Τριτοδιάδικο: κ. Ν. Παπαθεοχάρους για Ν. Παπαθεοχάρους & Σια ΔΕΠΕ (κα Ε. Κνέκνα για ν΄ ακούει απόφαση) Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Ενάγουσες αποτελούν εταιρείες περιορισμένης ευθύνης οι οποίες δραστηριοποιούνται στον τομέα εμπορίας και ανάπτυξης/διαχωρισμού γης καθώς και την ανέγερση και πώληση ακινήτων. Κατά τον ουσιώδη χρόνο η Εναγόμενη ήταν ιδιοκτήτρια του ακινήτου με αρ. εγγραφής 0/12284, εμβαδού 12 δεκαρίων και 988 τ.μ. το οποίο βρίσκεται στο Νέο Χωριό Πάφου. Πρόκειται για κτήμα με υψομετρική διαφορά και πανοραμική θέα προς τη θάλασσα, το οποίο εφάπτεται δημόσιου δρόμου. Η Εναγόμενη είχε καταστεί ιδιοκτήτρια του στις 21.2.2008 δυνάμει αγοράς του από την Τριτοδιάδικο εταιρεία στις 5.10.2007 (Τεκμήριο 42) έναντι τιμήματος Λ.Κ. 1.150.000 (€1.964.891). Την 22α Απριλίου 2008 οι Ενάγουσες αγόρασαν το ανωτέρω ακίνητο δυνάμει πωλητηρίου εγγράφου ιδίας ημερομηνίας (Τεκμήριο 1) επί του οποίου τιμή αγοράς αναγράφεται το ποσό των €2.477.472 (δύο εκατομμύρια τετρακόσιες εβδομήντα επτά χιλιάδες και τετρακόσια εβδομήντα δύο ευρώ). Η Ενάγουσα 1 αγόρασε τα 2/3 και ή Ενάγουσα 2 το 1/3 εξ΄ αδιαιρέτου του ακινήτου. Την ίδια ημερομηνία, 22.4.2008, η Εναγόμενη υπέγραψε και παρέδωσε στις Ενάγουσες το Τεκμήριο 2 το οποίο καταγράφει δήλωση της ότι έχει τα δικαιώματα του νερού και τη χρήση της διάτρησης που βρίσκεται στο τεμάχιο 134 (το οποίο συνορεύει με το επίδικο) και το οποίο δεσμεύθηκε αμετάκλητα να παραχωρήσει για την άρδευση του επιδίκου, για το διαχωρισμό του σύμφωνα με την υπάρχουσα νομοθεσία. Στις 14.5.2008 η Εναγόμενη μεταβίβασε το ακίνητο στις Ενάγουσες σύμφωνα με το ποσοστό που αγόρασαν. Οι τελευταίες της κατέβαλαν πλήρως το τίμημα αγοράς που αναγραφόταν στο Τεκμήριο
  3. Η Ενάγουσα 1 κατέβαλε ποσό €1.651.658, ενώ η Ενάγουσα 2 κατέβαλε ποσό €825.
  4. Πέραν εκείνου η Ενάγουσα 2 παρέδωσε στις 22.4.2008 μεταχρονολογημένη επιταγή ημερομηνίας 24.4.2008 για ποσό ύψους €170.000, το οποίο και εξαργυρώθηκε. Θα πρέπει να σημειωθεί ως αδιαμφισβήτητο γεγονός πως η Εναγόμενη είχε ήδη πωλήσει το ακίνητο στις 22.2.2008 δυνάμει εγγράφου ιδίας ημερομηνίας (το πρώτο συμβόλαιο) προς την Ενάγουσα 1, έναντι τιμήματος €2.648.
  5. Η τελευταία είχε καταβάλει έναντι του τιμήματος ποσόν €50.000, το οποίο λήφθηκε υπόψη έναντι της τιμής του επίδικου συμβολαίου. Τα ανωτέρω αποτελούν αδιαμφισβήτητα γεγονότα. Οι πραγματικοί όροι, το συμφωνηθέν τίμημα, οι προϋποθέσεις υπογραφής του Τεκμηρίου 2 καθώς και ο σκοπός καταβολής του ποσού των €170.000, αποτελούν έντονα σημεία τριβής, διαμάχης και διαφωνιών. Γεγονός επίσης αποτελεί ότι το κτήμα δεν διαχωρίσθηκε και δεν εγκρίθηκε ο διαχωρισμός του. Οι Ενάγουσες καταχώρησαν την παρούσα αγωγή με την οποία αξιώνουν διάφορες και ποικίλες θεραπείες τις οποίες κρίνεται σκόπιμο να καταγράψω αυτούσιες, για την καλύτερη κατανόηση των διάφορων αξιώσεων και θεραπειών όταν αυτές θα εξετάζονται αργότερα. Αξίζει να σημειωθεί πως τόσον οι Ενάγουσες όσον και η Εναγόμενη τροποποίησαν τα δικόγραφα τους κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας. Οι επιζητούμενες θεραπείες της Ενάγουσας 1 είναι: «Α. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι το Πωλητήριο ημερομηνίας 22.4.2008 που αναφέρεται στην παράγραφο 2 πιο κάτω, συνήφθη συνεπεία ψευδών παραστάσεων ή/και δόλου της Εναγόμενης ή/και η Εναγομένη με υπαιτιότητα της παραβίασε το Πωλητήριο. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει ανάκληση (rescission) οποιωνδήποτε ενεργειών ή/και πληρωμών που έγιναν δυνάμει του εν λόγω Πωλητηρίου ή/και επιστροφή προς την Ενάγουσα 1 οποιουδήποτε ποσού κατεβλήθη ως τίμημα πωλήσεως ή/και διαφορετικά και την επανεγγραφήν του Ακινήτου που περιγράφεται στην παράγραφο 2 πιο κάτω στο όνομα της Εναγομένης. Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να τερματίζει την ισχύ του πιο πάνω Πωλητηρίου με υπαιτιότητα της Εναγόμενης. Δ. Επιστροφή του καταβληθέντος από την Ενάγουσα 1 τιμήματος πωλήσεως που ανέρχεται σε €1.651.648, όπως η παράγραφος 10 του παρόντος. Ε. Μεταβιβαστικά έξοδα €125.308,16 όπως η παράγραφος 11 του παρόντος. ΣΤ. €118.590 ως τόκους που κατεβλήθησαν από την Ενάγουσα 1 στην Marfin Laiki μέχρι 31.12.2009 για την σύναψη δανείου ύψους €1.220.000 προς καταβολή του τιμήματος πωλήσεως. Ζ. Τόκους προς 8% ετησίως επί του ποσού των €1.220.000 από 1.1.2010 μέχρι επιστροφής ή και εξοφλήσεως του υπό (Δ) πιο πάνω ποσού. Η. Αποζημιώσεις προς 8% ετησίως επί ποσού €431.648 που καταβλήθηκε από την Ενάγουσα 1 (πέραν του άνω δανείου) για εξόφληση του τιμήματος πωλήσεως ή/και ανάλογο ποσό που η Ενάγουσα 1 υποχρεούται να καταβάλει στις εμπορικές τράπεζες για την αναγκαία χρηματοδότηση των εργασιών της. Θ. €12.011,15 υποθηκευτικά έξοδα που κατεβλήθησαν στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου για την υποθήκευση του Ακινήτου, με σκοπό την εξασφάλιση του άνω δανείου από την Marfin Laiki. Ι. €7.771,68 για ετοιμασία εγγράφων από την Marfin Laiki και για χαρτόσημα σε σχέση με την άνω συμφωνία δανείου. Κ. Αποζημιώσεις ή/και διαφυγόν κέρδος €1.666.666 όπως η παράγραφος 13 του παρόντος.» Εκείνες της Ενάγουσας 2 ακολουθούν: «Λ. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι το Πωλητήριο συνήφθη συνεπεία ψευδών παραστάσεων της Εναγομένης ή/Και η Εναγομένη με υπαιτιότητα της παραβίασε το Πωλητήριο. Μ. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει ανάκληση (rescission) οποιωνδήποτε ενεργειών ή/και πληρωμών που έγιναν δυνάμει του εν λόγω Πωλητηρίου ή/και επιστροφή προς την Ενάγουσα 2 οποιουδήποτε ποσού κατεβλήθη ως τίμημα πωλήσεως ή/και διαφορετικά και την επανεγγραφήν του Ακινήτου στο όνομα της Εναγομένης. Ν. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να τερματίζει την ισχύ του πιο πάνω Πωλητηρίου με υπαιτιότητα της Εναγόμενης. Ξ. Επιστροφή του καταβληθέντος από την Ενάγουσα 2 τιμήματος πωλήσεως που ανέρχεται σε €825.824 όπως η παράγραφος
  6. Ο. Μεταβιβαστικά έξοδα €65.826,35, όπως η παράγραφος
  7. Π. Ποσόν €170.000 που κατεβλήθη αχρεωστήτως ή/και χωρίς νόμιμη αιτία ή/και με το οποίο η Εναγόμενη επλουτίσθη αδικαιολόγητα ή/και ως αποτέλεσμα παράβασης από την Εναγόμενη υπόσχεσης της προς τις Ενάγουσες ή/και ως αποτέλεσμα παράβασης από την Εναγόμενη παράλληλης συμφωνίας σχετικής με την συμφωνία/Πωλητήριο ημερομηνίας 22/4/08 ή/και ως αναφέρεται στις παραγράφους 9, 10 και
  8. Ρ. Ποσόν €52.666,33 που η Ενάγουσα 2 κατέβαλε ως τόκους μέχρι 24.11.2009 σε τραπεζικό ίδρυμα (Marfin Laiki) για την σύναψη δανείου ύψους €60.000 για εξόφληση του τιμήματος πωλήσεως. Σ. Ποσόν €3.837,66 για ετοιμασία εγγράφων της ως άνω σύμβασης δανείου με την Marfin Laiki και χαρτόσημα. Τ. €6.005,57 υποθηκευτικά έξοδα που κατεβλήθησαν στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου για την υποθήκευση του Ακινήτου, με σκοπό την εξασφάλιση του άνω δανείου από την Marfin Laiki. Υ. Αποζημιώσεις ή/και διαφυγόν κέρδος €833.334 όπως η παράγραφος
  9. Φ. Τόκους προς 8% ετησίως επί €600.000 από 25.11.2009 μέχρις εξοφλήσεως του υπό (Ξ) πιο πάνω ποσού. Χ. Αποζημιώσεις προς 8% ετησίως επί ποσού €225.424 που η Ενάγουσα 2 κατέβαλε (πέραν του άνω δανείου) για εξόφληση του τιμήματος πωλήσεως ή/και ανάλογο ποσό που η Ενάγουσα 2 υποχρεούται να καταβάλει στις εμπορικές τράπεζες για την αναγκαία χρηματοδότηση των εργασιών της.» Γεγονότα Έκθεσης Απαίτησης: Πέραν των αναφερόμενων στην αρχή της απόφασης γεγονότων, οι Ενάγουσες ισχυρίζονται ότι σκοπός της εκ μέρους τους αγοράς του ακινήτου ήταν ο διαχωρισμός και η ανάπτυξη του με την οικοδόμηση και πώληση πολυτελών κατοικιών και γενικότερα η εμπορική του εκμετάλλευση στα πλαίσια των επαγγελματικών τους δραστηριοτήτων. Τους σκοπούς αυτούς τους γνωστοποίησαν στην Εναγόμενη η οποία όχι μόνον συμφώνησε αλλά τους προέτρεψε να αγοράσουν το ακίνητο διαβεβαιώνοντας τους ότι ήταν κατάλληλο για τους επιδιωκόμενους σκοπούς. Ταυτόχρονα με την υπογραφή του Τεκμηρίου 1 η Εναγόμενη υπόγραψε το Τεκμήριο 2 το οποίο αποτελεί ανάληψη υποχρέωσης με το οποίος τους διαβεβαίωνε, σύμφωνα με προηγούμενες προφορικές της δηλώσεις ότι έχει τα δικαιώματα και τη χρήση της διάτρησης η οποία βρίσκεται στο τεμάχιο 134 και δεσμεύτηκε αμετάκλητα να τα παραχωρήσει για την άρδευση του ακινήτου ώστε να καταστεί δυνατός ο διαχωρισμός του. Με το ίδιο έγγραφο παραδεχόταν και αναγνώριζε ότι η παραχώρηση της διάτρησης αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος του πωλητηρίου (Τεκμήριο 1). Οι Ενάγουσες βασίστηκαν στην ανάληψη της υποχρέωσης αυτής από την Εναγόμενη και υπέγραψαν το πωλητήριο έγγραφο. Ισχυρίζονται πως το ακίνητο, χωρίς την παραχώρηση της διάτρησης δεν προσφερόταν για κανενός είδους ανάπτυξη ή εκμετάλλευση ή διαχωρισμό και ότι η αγοραστική του αξία ήταν κατά πολύ υποδεέστερη του τιμήματος πωλήσεως. Ισχυρίζονται δε, πως το τίμημα πώλησης αντιστοιχούσε προς την αξία του ακινήτου, όπως αυτή υπολογιζόταν με τη χρήση της διάτρησης και τη δυνατότητα διαχωρισμού και/ή την αξιοποίηση του ακινήτου. Σύμφωνα με την τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης, κατά την ημερομηνία υπογραφής του πωλητηρίου, κατά τις συζητήσεις που εγίνοντο, όταν η Εναγόμενη αντιλήφθηκε τη σημασία του νερού και την ανάπτυξη στην οποία σκόπευαν να προβούν, τους διαβεβαίωσε ότι ήδη υπήρχε καταχωρισμένη από την Τριτοδιάδικο στο Κτηματολόγιο αίτηση διαχωρισμού του ακινήτου από το 2005 την οποία δεσμεύθηκε να διαμεσολαβήσει με τους Τριτοδιάδικους ούτως ώστε όχι μόνο για να μην αποσυρθεί αλλά και για να προωθηθεί, καθώς και όπως τα δικαιώματα των Αιτητών της εν λόγω αίτησης εκχωρηθούν σε αυτές και γενικά να προβεί σε όλα τα αναγκαία διαβήματα για τη θετική κατάληξη της, νοουμένου ότι αυτοί θα της κατέβαλλαν κάποιο ποσό προς τούτο, το οποίο τελικά συμφωνήθηκε, μετά από συζητήσεις που είχαν μαζί της, στις €170.
  10. Η Ενάγουσα 2, πέραν του αναλογούντος σε αυτήν μεριδίου του τιμήματος πωλήσεως των €825.824, της κατέβαλε το επιπρόσθετο ποσό των €170.000 την ίδια ημερομηνία υπογραφής του εγγράφου. Το εν λόγω ποσό, ισχυρίζονται ότι κατεβλήθη αχρεωστήτως και χωρίς νόμιμη αιτία, διότι η Εναγόμενη παρέλειψε και/ή αρνήθηκε να πράξει όπως υποσχέθηκε. Ισχυρίζονται οι Ενάγουσες πως κατά παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων και δέσμευσης της Εναγόμενης και την ανάληψης υποχρέωσης, παρέλειψε να παραχωρήσει τη διάτρηση και τη χρήση του νερού στο ακίνητο με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατός ο διαχωρισμός του και η αξία αυτού να είναι υποβαθμισμένη και ασήμαντη και ο σκοπός για τον οποίον αγόρασαν το ακίνητο να αναιρεθεί με υπαιτιότητα της Εναγόμενης. Σε διαβήματα τους προς το αρμόδιο κυβερνητικό τμήμα ενημερώθηκαν ότι η Εναγόμενη δεν είναι η ιδιοκτήτρια της διάτρησης και του νερού και ότι τούτο δεν μπορεί να παραχωρηθεί για χρήση από το ακίνητο. Στις 14.10.2009 οι Ενάγουσες με επιστολή του δικηγόρου τους κάλεσαν την Εναγόμενη να διευθετήσει την παροχή νερού στο ακίνητο. Στις 18.2.2010, λόγω μη ανταπόκρισης της Εναγόμενης στο αίτημα τους, με επιστολή του δικηγόρου τους ανακάλεσαν (rescinded) το πωλητήριο έγγραφο και εξέφρασαν την ετοιμότητα τους να το επιστρέψουν επί τη καταβολή του τιμήματος πωλήσεως και αποζημιώσεων. Αποτελεί ισχυρισμό τους ότι το ακίνητο μπορούσε να αξιοποιηθεί εμπορικά με τη διαίρεση του σε πέντε τεμάχια, εντός εκάστου των οποίων θα μπορούσε να ανεγερθεί μια κατοικία εμβαδού 250 τ.μ. και πισίνα. Από την πώληση των πέντε κατοικιών θα απεκόμιζαν κέρδος πέραν των €2.500.000 (η Esparidis €1.666.666 ενώ η Pieris €833.334). Οι Ενάγουσες δικογραφούν λεπτομέρειες ζημιών και αξιώσεων ως ανωτέρω καταγράφεται και επίσης λεπτομέρειες δόλου και ψευδών παραστάσεων της Εναγομένης προς αυτές, κυρίως σε σχέση με τα δικαιώματα του νερού και τη χρήση της διάτρησης, τα οποία παρέστησε ότι είχε, ενώ εν γνώσει της ανήκαν σε τρίτο πρόσωπο. Να σημειωθεί ότι στις 20.5.2010, ο συνήγορος των Εναγουσών δήλωσε στο Δικαστήριο ότι «ο δόλος, ως βάση αγωγής, αποσύρεται». Έκθεση Υπεράσπισης: Η Εναγόμενη προβάλλει ως υπεράσπιση της τα ακόλουθα γεγονότα. Της υπογραφής και σύναψης του επίδικου συμβολαίου ημερ. 22.4.2008 προηγήθηκε η σύναψη άλλου συμβολαίου (του πρώτου) ημερομηνίας 22.2.2008, μεταξύ της ιδίας και της Ενάγουσας αρ. 1 και ουδέποτε είχε τεθεί θέμα πρόθεσης διαχωρισμού του ακινήτου. Ουδέποτε η ίδια προέτρεψε τις Ενάγουσες να το αγοράσουν ή τις διαβεβαίωσε ότι ήταν κατάλληλο για τους σκοπούς που εκείνες επικαλούνται. Επειδή η Ενάγουσα 1 δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στις συμβατικές της υποχρεώσεις για εξόφληση του τιμήματος, εισηγήθηκε να υπογραφεί το επίδικο συμβόλαιο στο οποίο θα περιλαμβανόταν ως αγοραστής και η Ενάγουσα
  11. Η Εναγομένη αποδέχθηκε την πρόταση αυτή, παρότι καμία υποχρέωση είχε. Αρνείται τους προβαλλόμενους από τις Ενάγουσες λόγους για τους οποίους υπέγραψε την ανάληψη υποχρέωσης Τεκμήριο 2 και ότι η παραχώρηση δικαιώματος επί της γειτνιάζουσας διάτρησης αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος της επίδικης σύμβασης. Ισχυρίζεται περαιτέρω πως το ρηθέν μέρος της συμφωνίας Τεκμήριο 2 με το οποίο εδίδετο δικαίωμα χρήσης και/ή άρδευσης από τη γειτνιάζουσα διάτρηση, ήταν παράνομο και/ή άκυρο και αντιστρατεύεται τον περί Φρεατίων Νόμο Κεφ. 351 και το άρθρο 23.1 του Συντάγματος, τη σχετική νομοθεσία και τη Δημόσια Πολιτική και/ή τις προϋποθέσεις του Κεφ.
  12. Περαιτέρω ισχυρισμός είναι πως η εν λόγω παραχώρηση χρήσης και/ή άρδευσης δεν αποτελούσε προϋπόθεση και ουσιώδη όρο ή αναπόσπαστο μέρος της επίδικης σύμβασης διότι το ακίνητο είχε ήδη πωληθεί με την υπογραφή της πρώτης σύμβασης. Η ανάληψη υποχρέωσης εδόθη μεταγενέστερα της πρώτης σύμβασης και έτσι στερείται ανταλλάγματος και νομικής ισχύος. Οι Ενάγουσες μπορούν να εκμεταλλευθούν το ακίνητο ανεξαρτήτως της ύπαρξης δικαιώματος άρδευσης από διάτρηση. Μπορούν να πάρουν άδεια διάτρησης και μπορούν να αναπτύξουν το επίδικο ακίνητο και να το διαχωρίσουν σε δίσκαλα ή και μονόσκαλα διότι καλύπτεται από άγρια βλάστηση και μπορεί να χαρακτηρισθεί ως άλσος ή να δημιουργήσουν φυτεία ή και δάσος, ώστε να ικανοποιεί τις προϋποθέσεις του άρθρου 27 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας Νόμου, Κεφ.
  13. Οι Ενάγουσες αν και είχαν στη διάθεση τους διάφορες λύσεις για διαίρεση και διαχωρισμό του κτήματος, σε καμιά προσπάθεια προέβησαν για να περιορίσουν τη ζημιά τους. Αναφορικά με τους ισχυρισμούς των Εναγουσών (παράγραφος 9 Έκθεσης Απαίτησης) για ύπαρξη παράλληλης συμφωνίας που αφορούσε το διαχωρισμό του ακινήτου και την πληρωμή των €170.000, απαντά ως ακολούθως: "H Εναγόμενη αρνείται το περιεχόμενο της παραγράφου 9 και καλεί τις Ενάγουσες σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών τους. Περαιτέρω αναφέρει τα εξής: (α) Ουδέποτε υπήρξε ξεχωριστή συμφωνία ή/και παράλληλη συμφωνία για το θέμα που αφορούσε τον Διαχωρισμό του ακινήτου και οι ισχυρισμοί που προβάλλονται αποτελούν προϊόν μεταγενέστερης σκέψης για κάλυψη καταφανούς παρανομίας. (β) Δεν τίθετο θέμα δικαιωμάτων που είχε η Εναγόμενη και έπρεπε να εκχωρηθούν στις Ενάγουσες ή/και στην Ενάγουσα υπ΄ αρ. 2, εφόσον με την μεταβίβαση του ακινήτου οποιαδήποτε δικαιώματα τυχόν υπήρχαν ακολουθούσαν το ακίνητο. (γ) Το ποσό των €170.000 που πληρώθηκαν από την Ενάγουσα υπ.αρ. 2 ήταν μέρος του τιμήματος πώλησης το οποίο οι Ενάγουσες παρανόμως δεν ήθελαν να περιλάβουν στην γραπτή συμφωνία ημερ. 22/4/08 ώστε αυτές να αποφύγουν κτηματικά τέλη ή/και φορολογικές επιβαρύνσεις. (δ) Λόγω της πιο πάνω συμπεριφοράς των Εναγουσών η Συμφωνία ημερ. 22/4/08 μολύνθηκε με παρανομία ή/και ήταν μερικώς εικονική και κατά συνέπεια ήταν άκυρη και κανένα δικαίωμα δεν έχουν οι Ενάγουσες να την επικαλούνται.» Αρνούμενη την οποιαδήποτε ισχυριζόμενη παράβαση των συμβατικών της υποχρεώσεων, προτείνει πως το μόνο δικαίωμα που είχε, το εκχώρησε στις Ενάγουσες και επιπλέον εξασφάλισε βεβαίωση από την Theos Developers Ltd, η οποία ήταν η ιδιοκτήτρια του τεμαχίου εντός του οποίου βρισκόταν η διάτρηση, ότι θα παραχωρούσε στις Ενάγουσες δικαίωμα άρδευσης. Η ως άνω εταιρεία Theos Developers Ltd ανέλαβε υποχρέωση ως ιδιοκτήτρια να εκχωρήσει το δικαίωμα διάτρησης που είχε στις Ενάγουσες και συνεπώς η οποιαδήποτε σχετική άρνηση και/ή παράλειψη βάρυνε τη Theos Developers Ltd. Η Εναγόμενη έχει καλέσει ως Τριτοδιάδικο τη Theos Developers Ltd. Αναφορά στα δικόγραφα και στη μαρτυρία που εδόθη γίνεται κατωτέρω, αφού όπως έχει νομολογηθεί η διαδικασία Τριτοδιαδίκου είναι μια εντελώς ξεχωριστή και ανεξάρτητη διαδικασία από την προϋπάρχουσα αγωγή (Α. Νικήτα v. Medcon Construction Limited κ.α.

(1997)1 Β Α.Α.Δ. 643, Stoll v. West Yorkshire Road Car Co
(1971)3 All E.R. 534). Δυνάμει των δικογράφων, προκύπτουν ως επίδικα προς επίλυση θέματα, τα ακόλουθα: Οι όροι του πωλητηρίου εγγράφου Τεκμήριο 1 και ιδίως το ακριβές τίμημα αγοράς του ακινήτου. Η νομική ισχύς του εγγράφου Τεκμήριο 2. Ύπαρξη ή όχι παράλληλης συμφωνίας για δυνατότητα ή προώθηση διαχωρισμού του επίδικου ακινήτου. Καταβολή ή όχι του ποσού των €170.000 και τι αντιπροσώπευε. Εάν υπήρξε παράβαση της συμφωνίας, ζημιές των Εναγουσών και ύψος αυτών. Καθήκον μετριασμού των ζημιών. Για να επιλυθούν τα ανωτέρω θέματα και ανευρεθούν τα πραγματικά γεγονότα θα πρέπει να γίνει αξιολόγηση της δοθείσας μαρτυρίας. Μαρτυρία: Για την ολοκλήρωση της υπόθεσης προσφέρθηκαν συνολικά δέκα μάρτυρες. Συγκεκριμένα, πέντε μάρτυρες κατέθεσαν για την υπόθεση των Εναγουσών, τρεις μάρτυρες για εκείνη της Εναγόμενης και δύο μάρτυρες για την υπόθεση του Τριτοδιαδίκου. Πέραν των ανωτέρω μαρτύρων, μετά την τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης, η οποία έγινε στο στάδιο μαρτυρίας για την Εναγόμενη, επετράπη να δοθεί μαρτυρία εκ μέρους των Εναγουσών για το ζήτημα και τη δυνατότητα της δημιουργία φυτείας στο επίδικο ακίνητο, η οποία αποτέλεσε το αντικείμενο τροποποίησης. Αντί άλλου μάρτυρα, κατέθεσε για το θέμα τούτο ο Μ.Ε.1 κ. Σταύρου. Οι διευθυντές των Εναγουσών κ. Σταύρου (Μ.Ε.1) και κ. Πιερής (Μ.Ε.2) καθώς και η Εναγόμενη, επανέλαβαν με τη μαρτυρία τους, τους δικογραφημένους ισχυρισμούς τους, όπως ανωτέρω καταγράφησαν με κάποιες διαφοροποιήσεις και προσθήκες και κατέθεσαν σχετικά τεκμήρια. Η ουσία της μαρτυρίας καταγράφεται στο εκάστοτε εξεταζόμενο επίδικο θέμα. Είναι σαφώς διατυπωμένη νομολογιακή αρχή ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας αποτελεί δικαστικό έργο και καθήκον και προϋποθέτει συσχέτιση της μαρτυρίας στο σύνολο της και αντιπαραβολή των διϊστάμενων θέσεων (Χρ. Αργυρίδης v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Πολ. Έφεση 56/2012, ημερ. 6 Φεβρουαρίου 2018). Η κρίση του Δικαστηρίου δεν έχει ως μόνο οδηγό την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ένας μάρτυρας αλλά αποτιμάται η συνολική παρουσία καθενός στη βάση των εγγενών της μαρτυρίας του χαρακτηριστικών (πηγή γνώσεως, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος και προκατάληψη) (Γεωρ. Και Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339, Phipson on Evidence, 14η έκδοση, σελ. 251). Είναι επίσης αποδεκτό ως ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς (Γενικός Εισαγγελέας v. Μανώλη
(1995)2 Α.Α.Δ. σελ. 207) και ότι η επιλεκτική αποδοχή μέρους μαρτυρίας δεν είναι νομικά επιλήψιμη (Χάρη Χρίστου v. Ευγενία Khoreva
(2002)1 Α.Α.Δ. σελ. 454, Mossa Mohamed v. Ανδρέα Κακουρή κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. σελ. 165). Ο συνήγορος της Εναγόμενης θεωρεί αναξιόπιστους τους μάρτυρες που κλήθηκαν για τις Ενάγουσες (πλην του Μ.Ε.5) ενώ το αντίθετο προτείνει ο συνήγορος των Εναγουσών για την Εναγόμενη και τους μάρτυρες που κλήθηκαν και κατέθεσαν εκ μέρους της. Έχω μελετήσει με ιδιαίτερη προσοχή της δοθείσα μαρτυρία και ενδιατρίψει σε αυτή σε συσχετισμό με τα επίδικα θέματα και τα καταχωρηθέντα τεκμήρια. Οι πρωταγωνιστές και γνώστες των επίμαχων γεγονότων, δεν ήσαν απόλυτα ειλικρινείς με το Δικαστήριο, ούτε πρόσφεραν όλη την αλήθεια. Προσπάθησαν να αλλοιώσουν ή υποβαθμίσουν τη σημασία κάποιων γεγονότων και ενεργειών και να τα προσαρμόσουν σε ότι εξυπηρετούσε την υπόθεση τους. Συγκεκριμένα: Ο Μ.Ε.1, στην κυρίως εξέταση αλλά και αντεξέταση του προσπάθησε να μειώσει σημαντικά την αξία του επίδικου ακινήτου χωρίς τη διάτρηση και προσποιήθηκε ότι δεν γνώριζε ποιος έχει υποβάλει την αίτηση διαχωρισμού του ακινήτου. Δέχθηκε όμως πως έχει επισκεφθεί το ακίνητο, το επιθεώρησε και προέβη σε έρευνα στο Κτηματολόγιο όπου πληροφορήθηκε για την ύπαρξη της άδειας διαχωρισμού και παρέλαβε τον τίτλο ιδιοκτησίας ο οποίος του παρείχε όπως είπε, όλες τις απαραίτητες πληροφορίες. Δέχθηκε ότι ήταν έμπειρος επιχειρηματίας ανάπτυξης γης με εμπειρία 41 χρόνων και ότι είχε αρκετή πείρα και παρακολούθησε σειρά σεμιναρίων για να είναι ικανός να εκτιμά τις αξίες της γης. Δεν μπορεί αφενός να παρουσιάζεται ότι είναι έμπειρος, ελέγχει τα πάντα, αλλά αγοράζει γη της οποία η αξία είναι ασήμαντη χωρίς τα δικαιώματα νερού. Παρά το ότι επέμενε ότι η Εναγόμενη με την παραχώρηση των δικαιωμάτων νερού εξασφάλισε μεγαλύτερο τίμημα με το επίδικο συμβόλαιο, εντούτοις δέχθηκε ότι, το πρώτο συμβόλαιο ημερ. 22.2.2008, καταγράφει υψηλότερο τίμημα, χωρίς το δικαίωμα νερού. Απέφευγε να απαντά ευθέως επί των ερωτήσεων που του ετίθεντο κατά την αντεξέταση, κυρίως για την αξία του ακινήτου και την αυτοψία που έκανε σε αυτό προτού το αγοράσει, πλην όμως τελικά κατέληξε λέγοντας πως «είναι σοφό να θέλεις να δεις το ακίνητο προτού δώσεις δυόμιση εκατομμύρια ευρώ». Εξωπραγματική και υπερβολική φαντάζει η θέση του πως θα ήταν σε θέση να κτίσει επαύλεις και να ξεκινήσει πωλήσεις το 2009 και το
  1. Όταν η αίτηση διαχωρισμού εξεταζόταν ακόμη το 2011 και όταν ο Μ.Ε.5 Παπανικολάου, ο οποίος κατέθεσε για θέματα γύρω από τον τομέα εργασίας του στο Κτηματολόγιο και η αξιοπιστία του όχι μόνον δεν αμφισβητήθηκε αλλά χαρακτηρίσθηκε ειλικρινής από το συνήγορο της Εναγόμενης, ανέφερε πως μια αίτηση διαχωρισμού μπορεί να πάρει μέχρι 4-5 χρόνια για συμπλήρωση των απαιτούμενων ενεργειών και αποτελεσμάτων της. συνεπώς, εάν ο διαχωρισμός ολοκληρωνόταν μετά πάροδο 4 ετών από το 2005, αναμενόταν και άλλος χρόνος να διαρρεύσει για έκδοση πολεοδομικής άδειας, ανέγερσης και ολοκλήρωσης της ανάπτυξης. Η οποία, όπως δήλωσε ο Μ.Ε.3 Άριστος Αριστείδου, απαιτεί 2-3 χρόνια τουλάχιστον. Ο Μ.Ε.2 επίσης παρουσιάζεται να υπερβάλλει στην προσπάθεια του να πείσει ότι η Εναγόμενη τον πίεσε και τον προέτρεψε να αγοράσουν το επίδικο ακίνητο. Το Δικαστήριο εκτιμά ότι δεν υπήρχε κανένας λόγος να προτρέψει εκείνον να αγοράσουν το ακίνητο, το οποίο ήδη ήταν πωλημένο στην Ενάγουσα 1 για €2.648.
  2. Η επιμονή του αυτή αποδεικνύεται αναληθής και από δικές του άλλες δηλώσεις όταν επίσης αντεξεταζόμενος ανέφερε πως για πρώτη φορά συνάντησε και είδε την Εναγόμενη στις 22.4.2008 την ημερομηνία δηλαδή υπογραφής του επίδικου συμβολαίου. Έντεχνα αναφέρει ότι δήλωσε στις φορολογικές δηλώσεις του το ποσό της επιταγής των €170.000, πλην όμως αποφεύγει να αναφέρει ευθέως ότι οι λογαριασμοί αυτοί ετοιμάστηκαν στις 14.5.2015 και όχι τον επίδικο χρόνο. Προσπάθεια παραποίησης κάποιων γεγονότων και καταστάσεων παρατηρείται και από την Εναγόμενη. Η οποία προσπαθεί να πείσει ότι δεν ασχολείται με αγορές ακινήτων, δεν έχει καμία γνώση περί τούτου του θέματος και ότι το επίδικο ακίνητο το ήθελε μόνο για εξοχική κατοικία. Πλην όμως, το Τεκμήριο 38, δίδει άλλες πληροφορίες, αφού παρουσιάζει την Εναγόμενη να έχει προβεί σε αρκετές αγορές ακινήτων. Το γεγονός δε ότι μεταβιβάστηκε το επίδικο επ΄ ονόματι της στις 21.2.2008 και αμέσως την επόμενη μέρα στις 22.2.2008 το πώλησε στην Ενάγουσα 1 για ποσό €2.648.000, φανερώνει πως, τουλάχιστον κάποιο χρονικό διάστημα προηγουμένως, διαπραγματευόταν μαζί του, είτε απευθείας είτε μέσω του γαμπρού της, όπως δέχθηκε. Δηλαδή, αγόρασε το ακίνητο, τον Οκτώβριο του 2007 και 4 μήνες μετά το πώλησε με διαφορά τιμής €648.
  3. Αυτό βέβαια δεν είναι μεμπτό. Αλλά δεν πείθει ότι μοναδικός σκοπός της αγοράς ήταν η ανέγερση εξοχικού και ότι δεν ασχολείτο καθόλου με αγορά ακινήτου ιδιοκτησίας. Διαφορετικές τοποθετήσεις παρατηρούνται στους ισχυρισμούς που περιλαμβάνονται στην ένορκη δήλωση της ημερ. 16.7.2010, η οποία συνόδευε την ένσταση της στο αίτημα των Εναγουσών για έκδοση συντηρητικού διατάγματος, με τη μαρτυρία της στο Δικαστήριο. Συγκεκριμένα: Στην παράγραφο 21 της ένορκης δήλωσης της αναφέρει πως: «Το τίμημα που συμφωνήθηκε ήταν €2.477.472, δηλαδή €170.000 λιγότερο από το ποσό του πρώτου συμβολαίου (ημερ. 22/2/2008 - ΤΕΚ. Β) που συζητούσαμε, για το λόγο ότι μου προτάθηκε και εγώ αποδέχτηκα να αγοράσω ένα διαμέρισμα από την εταιρεία Saturn Properties & Developments Ltd, η οποία επίσης ανήκει στον Ανδρέα Σταύρου. Συμφώνησα ότι το τίμημα κατά κάποιο τρόπο θα αφαιρείτο ή θα λαμβάνετο υπόψη από το ποσό που συμφωνήσαμε ότι θα μας κατέβαλλαν για το ακίνητο στην Πάφο.» Στην παράγραφο 28 της δήλωσης της (Ένδειξη Ε) η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης της, αναφέρει: «Για να υπάρχει πλήρης εικόνα προς το Σεβαστό Δικαστήριο, θα ήθελα στο σημείο αυτό να αναφέρω ότι κατά τη διαπραγμάτευση πριν την υπογραφή του Τεκ.1, η Ενάγουσα υπ΄ αρ. 1, μέσω του κ. Ανδρέα Σταύρου, είχε προτείνει όπως αναγραφεί ως τιμή αγοράς, ποσό χαμηλότερο, αντί αυτού που φαίνεται στο Τεκ. 16, δηλαδή από αυτό που τελικά αναγράφηκε στο Τεκ. 1 (€2.477,472 αντί €2.648,000) διότι αναλάμβανε να μου δώσει ένα διαμέρισμα δωρεάν από αυτά που ανέπτυσσε άλλη Εταιρεία του Ομίλου Εταιρειών του κ. Ανδρέα Σταύρου (η "Saturn Properties & Development Ltd"). Τελικά, αυτή η σκέψη εγκαταλείφθηκε και έγινε το Τεκ. 23 και η τιμή που αναγράφεται στο Τεκ. 23 ως τιμή πώλησης λήφθηκε υπόψιν έναντι του οφειλόμενου ποσού.» Αντεξεταζόμενη δέχθηκε ότι όντως η τιμή του διαμερίσματος ήταν έναντι του τιμήματος αγοράς. Προκύπτει δε πως το ποσό των €170.000 πληρώθηκε με επιταγή και μάλιστα με επιταγή στις 22.4.
  4. Σημειώνεται δε, πως δεν ρωτήθηκε για τη διαφορά στη διατύπωση που παρατηρείται στην ένορκη δήλωση και στην Έκθεση Υπεράσπισης και μαρτυρία της. Συγκεκριμένα, στην ένορκη δήλωση αναφέρει ότι συμφωνήθηκε το τίμημα ενώ στην Έκθεση Υπεράσπισης και μαρτυρία της δηλώνει πως αναγράφεται το τίμημα. Από τα αδιαμφισβήτητα στοιχεία και τεκμήρια, αναδεικνύεται πως η τιμή αγοράς του διαμερίσματος για ποσό €225.962,67σ. λήφθηκε υπόψη έναντι του τιμήματος. Εξ΄ όσων ανέφερε αντεξεταζόμενος ο Μ.Ε.1 και με πρόσθεση των ποσών, προκύπτουν τα εξής: Την ημερομηνία μεταβίβασης του ακινήτου κατεβλήθηκαν τα εξής ποσά: €1.375.685 από την Ενάγουσα 1 και €825.824 από την Ενάγουσα 2, σύνολο €2.201.
  5. Ήδη λήφθηκε υπόψη το ποσό των €50.000 που καταβλήθηκε ως προκαταβολή από την Ενάγουσα 1 και μας δίδει ποσό €2.251.
  6. Αυτά ήσαν τα ποσά που καταβλήθηκαν. Σ΄ αυτό εάν προστεθεί το ποσό των €225.962,67, το οποίο ο Μ.Ε.1 ανέφερε ότι ήταν η αξία του διαμερίσματος που λήφθηκε υπόψη τότε έχουμε το ποσό των €2.477.471,67, το οποίο αναγράφεται στο συμβόλαιο. Συνεπώς, δεν υπάρχει η διαφορά των €55.435,50, όπως υποδεικνύει στην αγόρευση του ο κ. Αρτέμης. Εξάλλου ο Μ.Ε.1 επέμενε πως η διαφορά που παρουσιάζεται στα ποσά που καταβλήθηκαν με το ποσό του Τεκμηρίου 1, είναι η αξία του διαμερίσματος. Και παραμένει το ποσό των €170.000 για το οποίο εξέταση γίνεται κατωτέρω. Κατά την εξέταση των διαφόρων επιδίκων θεμάτων γίνεται αναφορά και σε περαιτέρω μαρτυρία και αξιολόγηση. Οικονομικός Εξαναγκασμός: Μια από τις υπερασπίσεις της Εναγόμενης για την κατάρτιση του επίδικου συμβολαίου είναι πως οι συνθήκες υπό τις οποίες καταρτίστηκε συνιστούν οικονομικό εξαναγκασμό. Η εισήγηση και ορθά του κ. Αρτέμη είναι πως δεν στοιχειοθετείται τέτοιος εξαναγκασμός. Για να επικαλεσθεί κάποιος οικονομικό εξαναγκασμό πρέπει να συντρέχουν ειδικές περιστάσεις και συνθήκες, όπως αναλύονται και επεξηγούνται στην απόφαση Barton v. Armstrong
(1978)A.C. 104 και επαναλήφθηκαν στην Universe Tankships of Monrovia v. International Transport Workers Federation
(1983)1 A.C. 366. Υιοθέτηση των αρχών της Αγγλικής νομολογίας έγινε στις αποφάσεις Κούτας v. Δήμος Λευκωσίας
(1987)1 Ε Α.Α.Δ. 516 και Το Πλοίο «Παναγία Μυρτιδιώτισσα» v. Σιδηρόπουλος
(1998)1 Β Α.Α.Δ. 1000, που καταλήγουν πως όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Πολυβίου Το Δίκαιο των Συμβάσεων, Τόμος Α, σελ. 288: «Υπό το πιο πάνω πρίσμα, φαίνεται ότι το κεντρικό στοιχείο ε υποθέσεις οικονομικού εξαναγκασμού δεν είναι η απουσία ελεύθερης βούλησης εκ μέρους του ενός συμβαλλομένου αλλά τα μέσα συμπεριλαμβανομένης της πίεσης που έχει χρησιμοποιήσει ο άλλος συμβαλλόμενος. Υπάρχουν περιπτώσεις που το ένα μέρος, λόγω των οικονομικών του συνθηκών, δεν έχει πραγματική επιλογή από τη σύναψη κάποιας συμφωνίας. Αυτό από μόνο του δεν αρκεί. Θα πρέπει να στοιχειοθετηθεί ότι η πίεση που χρησιμοποίησε το άλλο μέρος ήταν αθέμιτη. Όπως σημείωσαν οι Δικαστές Wilberforce και Simon στην υπόθεση Barton v. Armstrong, "in life. many acts are done under pressure, sometimes overwhelming pressure, so that one can say that the actor had no choice but to act. Absence of choice in this sense does not negate consent in law: for this the pressure must be one of a kind which the law does not regard as legitimate." Το ερώτημα πότε η πίεση είναι θεμιτή (legitimate) αναγνωρίζεται τώρα ως το κεντρικό στοιχείο του οικονομικού εξαναγκασμού, και σε αυτό το ερώτημα δεν υπάρχει εύκολη απάντηση.» Κανένα στοιχείο, πίεση ή αθέμιτες ενέργειες τέθηκαν από τη μαρτυρία, ώστε να στοιχειοθετείται τέτοιος εξαναγκασμός. Παραποίηση Τεκμηρίου 2 και Τεκμηρίου 17: Έχει αποδειχθεί μέσα από τη μαρτυρία αλλά και από παραδοχές των ιδίων των εμπλεκομένων, πως κάποια έγγραφα που παρουσίασαν, παρουσιάζουν, αν όχι παραποίηση, αλλαγή σε αριθμούς. Οι Ενάγουσες κατέθεσαν το Τεκμήριο 17 το οποίο τους έδωσε η Εναγόμενη ως παραληφθέν από την Τριτοδιάδικο, στο οποίο ο αριθμός 4 εκεί που περιγράφεται ως αρ. τεμ. 134, είναι κλειστό 4, ενώ στο Τεκμήριο Β, το οποίο επεσύναψε η Εναγόμενη στην ένορκη δήλωση για έκδοση ειδοποίησης Τριτοδιαδίκου αναγράφεται αρ. τεμ. 134 με το 4 να είναι ανοικτό. Το Τεκμήριο 2 «ανάληψη υποχρέωσης» το οποίο κατέθεσαν οι Ενάγουσες και είναι υπογραμμένο από την Εναγόμενη, αναφέρει, τεμ. 134, ενώ το ίδιο έγγραφο, φωτοτυπία του οποίου επισυνάφθηκε ως Τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση που συνόδευε την αίτηση των Εναγουσών για έκδοση συντηρητικού διατάγματος, ημερ. 8.4.2010 και ως Τεκμήριο Β που συνόδευε την αίτηση της Εναγόμενης για έκδοση ειδοποίησης Τριτοδιαδίκου, καταγράφεται αρ. τεμ.
  1. Αμφότεροι οι διάδικοι το απέδωσαν σε τυπογραφικό λάθος, το οποίο διορθώθηκε μετά από έκδοση φωτοτυπίας. Είναι εμφανείς οι διαφοροποιήσεις αυτές και αποδεκτές από τους διαδίκους. Κρίνεται πως, παρά την επέμβαση στα φωτοαντίγραφα αυτά, δεν θα κριθεί ως δείγμα ανειλικρίνειας και αναξιοπιστίας, αφού είναι αποδεκτό, πως ο ορθός αριθμός τεμαχίου είναι
  2. Παρά την κατάληξη περί μη απόδειξης ζημιών θα εξεταστούν και τα κατωτέρω θέματα. Τεκμήριο 1: Για τη συνομολόγηση της συμφωνίας Τεκμήριο 1 και τα περιβάλλοντα το Τεκμήριο 2 επίμαχα θέματα μαρτυρία πρόσφεραν οι Σταύρου (Μ.Ε.1) και Πιερή (Μ.Ε.2). Οι λοιποί μάρτυρες κατέθεσαν για τις αποζημιώσεις για τις οποίες αναφορά γίνεται κατωτέρω. Ουσιαστικά για τον καταρτισμό και συνομολόγηση της σύμβασης Τεκμήριο 1 και Τεκμήριο 2 τα γεγονότα επρόσφεραν οι άμεσα εμπλεκόμενοι. Δηλαδή οι Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2, διευθυντές των Εναγουσών, και η Εναγόμενη. Κάποια άλλα πρόσωπα, των οποίων τα ονόματα μνημονεύονται από τους διαδίκους και στους οποίους αποδίδονται κάποιες ενέργειες, δεν κλήθηκαν να καταθέσουν. Ιδιαίτερη μνεία γίνεται στο πρόσωπο του Πανίκου Ανδρονίκου (πρώην γαμπρού της Εναγόμενης), την απουσία του οποίου από το εδώλιο του μάρτυρα, οι Ενάγουσες χαρακτηρίζουν ως καταλυτικά ζημιογόνα για την υπόθεση της Εναγόμενης η οποία αποδίδει σε αυτόν, με τη μαρτυρία της, αρκετές ενέργειες. Την ίδια αιχμή στρέφει και ο συνήγορος της Εναγόμενης, για τη μη κλήση ως μάρτυρα από τις Ενάγουσες του Χριστόδουλου Ματθαίου, του οποίου το όνομα αναφέρουν και στο δικόγραφο της Έκθεσης Απαίτησης, αλλά και στη μαρτυρία που εδόθη εκ μέρους τους. Σχετικά με τούτο παρατηρούνται τα εξής: Η κλήση ή όχι ενός προσώπου ως μάρτυρα επαφίεται στους διαδίκους οι οποίοι έχουν την επιλογή κλήσης των κατάλληλων για την υπόθεση τους μαρτύρων. Η απουσία ενός μάρτυρα, στον οποίο αποδίδονται κάποιες πράξεις, ή γίνονται αναφορές, δεν έχει ως αποτέλεσμα, άνευ άλλου τινός, την απόρριψη της εκδοχής του διαδίκου που τον επικαλείται. Ενδεχομένως, η παρουσία του να διαφωτίζει καλύτερα το γεγονός, πλην όμως το Δικαστήριο θα κρίνει και αποφασίσει με όσα γεγονότα, μαρτυρία και τεκμήρια τέθησαν ενώπιον του. Η μαρτυρία των Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2 (κυρίως εξέταση τους) η οποία δόθηκε με γραπτή δήλωση, επανέλαβε ουσιαστικά την Έκθεση Απαίτησης και τα γεγονότα που περιέχονται σε αυτήν. Με μια διαφορά. Η μαρτυρία του Μ.Ε.1 Σταύρου δόθηκε πριν την τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης. Κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας του Μ.Ε.2 έγινε η τροποποίηση της. Με αυτήν προστέθηκε ο ισχυρισμός περί ύπαρξης παράλληλης συμφωνίας σχετικής με το επίδικο συμβόλαιο δυνάμει της οποίας η Εναγόμενη τους διαβεβαίωσε ότι υπήρχε καταχωρημένη αίτηση διαχωρισμού από το 2005 την οποίαν διαβεβαίωσε ότι θα διαμεσολαβήσει ώστε να μην αποσυρθεί αλλά και να προωθηθεί. Ως αντάλλαγμα γι΄ αυτή την υπόσχεση ζήτησε να της καταβάλουν €170.000 στο οποίο κατέληξαν μετά από αρκετές συζητήσεις, στην παρουσία κάποιου Χριστόδουλου Ματθαίου. Αυτό το γεγονός, ο Μ.Ε.1 δεν το αναφέρει στη μαρτυρία του. Καταγράφεται στην τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης και το επαναλαμβάνει ο Μ.Ε.2 Πιερής. Τόσο στην Έκθεση Απαίτησης όσο και στη μαρτυρία του Μ.Ε.2 δικαιολογείται η μη αναφορά του Σταύρου σ΄ αυτή την πτυχή των γεγονότων, με τον ισχυρισμό ότι ο Σταύρου δεν ήταν παρών στις συζητήσεις. Η σημασία η οποία δίδεται από τον Μ.Ε.2, στη πτυχή αυτής της υπόσχεσης, περιγράφεται ως εξής από τον ίδιο στην αντεξέταση του: «.Η αίτηση ήταν 3 χρόνια μέσα, από 3 χρόνια εμείς είχαμε όφελος πολύ μεγάλο από τους τόκους. Αυτή ήταν η ουσία. Εγώ ήμουν κάτοικος Ελλάδας, η Εναγόμενη είχε ήδη δρομολογήσει τη διαδικασία και σκόπευε να το διαχωρίσει και η ίδια είχε ήδη ανοίξει τον δρόμο.» Στην ερώτηση πως θα το πετύχαινε αυτό η Εναγόμενη, δηλαδή την προώθηση της αίτησης διαχωρισμού αφού το ακίνητο το είχε ήδη μεταβιβάσει στην Ενάγουσα, απάντησε: «Καταρχήν το ποσό που έδωσα μπροστά δεν ήταν μεγάλο. Δεν το κρύβω ότι αν επέμενε θα έδινα και περισσότερα με την ομαλή ροή των πραγμάτων τότε στο διάστημα που κερδίζαμε θα κάναμε άλλα 2 έργα, όχι μόνο τους τόκους 500.000 που θα κερδίζαμε αλλά θα μπορούσαμε να ολοκληρώσουμε άλλα 2 έργα με το ανάλογο κέρδος. Επομένως αυτό ήταν μεγάλο κίνητρο για εμένα για να το κάνω.» Η Εναγόμενη επί του θέματος τούτου αναφέρει πως σε καμία υπόσχεση ή διαβεβαίωση προέβη αναφορικά με την αίτηση διαχωρισμού και ούτε θα μπορούσε να προβεί προς τούτο διότι αυτή είχε καταχωρηθεί από τον προηγούμενο ιδιοκτήτη, δηλαδή την Τριτοδιάδικο εταιρεία. Εκείνο που όντως ως γεγονός προκύπτει από την αναντίλεκτη μαρτυρία και τεκμήρια είναι πως ο προηγούμενος ιδιοκτήτης του ακινήτου Theos Developers, κατεχώρησε την υπ΄ αρ. ΑΧ 1634/05 αίτηση διαχωρισμού του επίδικου κτήματος. Η αίτηση αυτή εκκρεμούσε όταν εκείνος πώλησε το κτήμα στην Εναγόμενη στις 5.10.2007 (Τεκμήριο 42) και όταν η τελευταία πώλησε το κτήμα στην Ενάγουσα 1 στις 22.2.2008 (Τεκμήριο 16) και στις Ενάγουσες 1 και 2 δύο μήνες αργότερα, στις 22.4.2008 (Τεκμήριο 1). Η αίτηση διαχωρισμού δεν μπορεί να αποσυρθεί από κάποιον που δεν είναι ιδιοκτήτης και ακολουθεί το ακίνητο (σύμφωνα με τον Μ.Ε.5). Η αίτηση διαχωρισμού δεν απεσύρθη ούτε από την Εναγομένη ούτε από την Τριτοδιάδικο. Είναι φανερό ότι γίνεται προσπάθεια να συνδέσουν την καταβολή του ποσού των €170.000 με αυτή την υπόσχεση/διαβεβαίωση της Εναγόμενης. Και προτείνεται πως η παράλειψη της Εναγόμενης να πράξει ως η υπόσχεση της κατέστησε το ποσό εκείνο ως αχρεωστήτως καταβληθέν. Να σημειωθεί εδώ πως με το δικόγραφο της Απάντησης τους οι Ενάγουσες ισχυρίζονται πως το ανωτέρω ποσό καταβλήθηκε αχρεωστήτως. Επίσης στην Έκθεση Απαίτησης, στην παράγραφο 14Β(γ) επιζητούν επιστροφή ποσού €170.000 ως αχρεωστήτως καταβληθέν. Κρίνεται πως η εκδοχή αυτή που προβάλλουν οι Ενάγουσες δεν είναι πειστική. Δεν αποτελεί πειστική η λογική εξήγηση, για τη μη αναφορά στη μαρτυρία του κ. Σταύρου (Μ.Ε.1) για το γεγονός αυτό. Το οποίο είναι πολύ σημαντικό και κόστισε στις Ενάγουσες το ποσό των €170.
  3. Αντίθετα, αναφέρει στην αντεξέταση του ότι το ποσό αυτό ήταν μέρος του τιμήματος. Αφού εγίνοντο τέτοιες συζητήσεις που αφορούσαν το διαχωρισμό του κτήματος, δηλαδή το σκοπό για τον οποίο, όπως διατείνονται, το αγόρασαν, πού ήταν εκείνη τη συγκεκριμένη ώρα ο αρχικός αγοραστής, ο αγοραστής των 2/3 του ακινήτου και απουσίαζε από τέτοια συζήτηση; Τη στιγμή μάλιστα που το μέρος όπου έλαβαν χώρα οι συζητήσεις, η πληρωμή και η υπογραφή ήταν το γραφείο του. Στην κυρίως εξέταση του, αναφερόμενος στο πρώτο συμβόλαιο, δηλώνει πως από το επίδικο συμβόλαιο προκύπτει μια διαφορά €170.528 επιπρόσθετα, τα οποία η Εναγόμενη απαίτησε και πήρε από την Pieris. Σημειώνει δε σε άλλο σημείο πως η Εναγόμενη απαίτησε και έλαβε από την Ενάγουσα 2 τη διαφορά των €170.
  4. Τούτο δε, το θεωρεί ως όφελος από τη συμπερίληψη της Ενάγουσας 2 ως αγοράστριας του επίδικου ακινήτου. Δεν το συσχετίζει καθόλου με την ύπαρξη παράλληλης συμφωνίας. Αντίθετα, σε ερώτηση κατά την αντεξέταση του εάν συμφωνεί ότι το δεύτερο συμβόλαιο, το Τεκμήριο 1, δεν αντικατοπτρίζει το συνολικό ποσό της αξίας και ότι έχει και €170.000 τα οποία δεν τα αναφέρει, συμφώνησε πως αυτό έγινε. Θεωρώ ότι η αναφορά αυτή περί ύπαρξης διαβεβαίωσης και υπόσχεσης έγινε εκ των υστέρων, μετά τη μαρτυρία και αντεξέταση του Μ.Ε.
  5. Περαιτέρω, θα πρέπει να σημειωθούν τα εξής σημαντικά. Στο πρώτο συμβόλαιο Τεκμήριο 16, μεταξύ Εναγόμενης και Ενάγουσας 1, το τίμημα πώλησης ήταν €2.648.
  6. Στο δεύτερο επίδικο συμβόλαιο Τεκμήριο 1 η τιμή πώλησης παρουσιάζεται στο €2.477.
  7. Συνεπώς είναι χαμηλότερο και όχι επιπρόσθετο το ποσό αυτό από το πρώτο συμβόλαιο κατά €170.528 και επομένως η Εναγόμενη δεν φαίνεται να έχει όφελος από το επίδικο συμβόλαιο. (Να σημειωθεί εδώ, πως ο ισχυρισμός που προβάλλεται εκ μέρους της Εναγόμενης, ότι το ποσό των €170.000 εδόθη μεταγενέστερα από την υπογραφή του πρώτου συμβολαίου και επομένως άνευ ανταλλάγματος, δεν ευσταθεί αφού: Το πρώτο συμβόλαιο υπεγράφη (Τεκμήριο 16) μεταξύ Εναγόμενης και Ενάγουσας
  8. Με την υπογραφή του επίδικου συμβολαίου, ουσιαστικά το πρώτο ακυρώθηκε, αφού υπήρχαν νέοι συμβαλλόμενοι ως αγοραστές, επ΄ ονόματι των οποίων το ακίνητο μεταβιβάσθηκε και η προκαταβολή του πρώτου συμβολαίου λογίσθηκε ως προκαταβολή του επίδικου.) Σε κανένα από τα δύο συμβόλαια υπάρχει οποιοσδήποτε όρος για διαχωρισμό του επίδικου. Είναι απόλυτα λογικός ο ισχυρισμός της Εναγόμενης ότι δεν ανέλαβε οποιαδήποτε υποχρέωση την οποία συμβατικά δεν είχε και με δεδομένο ότι η αίτηση διαχωρισμού έγινε από τον προηγούμενο ιδιοκτήτη. Ότι η αίτηση διαχωρισμού ακολουθεί το ακίνητο, όπως κατέθεσε ο Κτηματολογικός Λειτουργός (Μ.Ε.5 Μάριος Παπανικολάου), τότε η ισχυριζόμενη αναληφθείσα υποχρέωση, δεν θα είχε τα αποτελέσματα και την ισχύ που οι Ενάγουσες της αποδίδουν. Δεδομένου πως αγόρασαν το ακίνητο στις 22.4.2008 και σε λιγότερο από ένα μήνα, ήτοι στις 14.5.2008 το ακίνητο μεταβιβάσθηκε επ΄ ονόματι τους και έτσι είχαν στα χέρια τους την τύχη της αίτησης διαχωρισμού είτε να την προωθήσουν είτε να την αποσύρουν. Με δεδομένο ότι η αίτηση διαχωρισμού παρέμενε καταχωρημένη και εξετάστηκε το 2011 από τον Μ.Ε.5, η Εναγόμενη, ακόμη και να γίνουν δεκτοί οι ισχυρισμοί των Εναγουσών, τήρησε την υπόσχεση της και δεν την απέσυρε. Συνεπώς, το ποσό των €170.000 με τους δικούς τους ισχυρισμούς εδόθη ως αντάλλαγμα για μια υπόσχεση και διαβεβαίωση που τηρήθηκε και δεν δικαιούνται επιστροφή του. Αποδεκτός είναι επίσης ο ισχυρισμός της Εναγόμενης, όπως τελικά με την τροποποιηθείσα Έκθεση/Υπεράσπισης της προώθησε, ότι το ποσό των €170.000 ήταν μέρος του τιμήματος. Όντως, φαντάζει παράδοξο και παράλογο να έχει πωλήσει το ακίνητο στις 22.2.2008 στην τιμή των €2.648.000 και μετά παρέλευση δύο μηνών να το πωλεί σε χαμηλότερη τιμή. Πρέπει να τονιστεί πως για τούτο το θέμα η μαρτυρία της Εναγόμενης μπορεί να χαρακτηρισθεί νεφελώδης. Για ευνόητους λόγους. Με την Έκθεση Υπεράσπισης της αρνείτο ότι εισέπραξε το ποσό των €170.000 αχρεωστήτως. Με την Έκθεση Υπεράσπισης της η οποία καταχωρήθηκε μετά την τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης και σε σχετικούς ισχυρισμούς των Εναγουσών, απαντά ότι το ποσό αυτό ήταν μέρος του τιμήματος το οποίο οι Ενάγουσες δεν ήθελαν να παρουσιάσουν και συνεπώς η σύμβαση μολύνεται από παρανομία. Αντεξετάζοντας ο συνήγορος της υπέβαλε στο Μ.Ε.2 ότι το ποσό των €170.000 δόθηκε «κάτω από το τραπέζι», ότι αποτελούν μαύρα λεφτά. Η ίδια στη μαρτυρία της αρνήθηκε να τοποθετηθεί σαφώς, επικαλούμενη το δικαίωμα της για μη αυτοενοχοποίηση. Επέμενε όμως πως θα ήταν βλάκας να πωλήσει το ακίνητο σε χαμηλότερη τιμή από το πρώτο συμβόλαιο, το οποίο ακόμη ίσχυε, και επιπλέον να αναλάβει τέτοια δέσμευση. Η επίμονη θέση της ήταν πως το ποσό των €170.000 ήταν μέρος του τιμήματος. Από την αντίπερα όχθη ο Μ.Ε.2 κ. Πιερή δηλώνει πως ουδέποτε έδωσε μαύρα χρήματα και ουδέποτε η Εναγόμενη του ζήτησε τέτοια. Υποδεικνύει δε πως, αν όντως έτσι είχαν τα πράγματα δεν θα πλήρωνε με επιταγή και δεν θα παρουσίαζε την επιταγή αυτή στις φορολογικές καταστάσεις. Στο σημείο αυτό παρεμβάλλεται η μαρτυρία του Μ.Ε.3 κ. Χρ. Χριστοφή, εγκριμένου ελεγκτή της Ενάγουσας
  9. Έλαβε εντολή από την Ενάγουσα 2, το έτος 2013 να ετοιμάσει τις φορολογικές καταστάσεις και να ελέγξει τα έσοδα/έξοδα. Ετοίμασε αυτές το Μάϊο του 2015 (Τεκμήριο 37). Σε αυτές δεν υπάρχει ρητή αναφορά στην επιταγή των €170.
  10. Όπως εξήγησε στη σελίδα 6 του Τεκμηρίου 37, παρουσιάζεται ένα συνολικό πάγιο ενεργητικό ύψους €1.123.122 στο οποίο, όπως εξηγεί στην κυρίως εξέταση του, περιέλαβε και εκείνο το ποσό, όπως του είπε ο κ. Πιερή. Συνεπώς, η αναφορά του Μ.Ε.3 για το τι αντιπροσωπεύει το ποσό των €170.000 είναι ότι, όπως και όσα του μετέφερε ο Μ.Ε.2 και περαιτέρω δεν προκύπτει σαφής αναφορά στο Τεκμήριο 37 το οποίο ετοιμάστηκε το Μάιο του
  11. Περαιτέρω, να σημειωθεί πως η επιταγή (Τεκμήριο 10) είχε εκδοθεί με δικαιούχο «εμού τον ίδιον» και ημερομηνία έκδοσης 24.4.
  12. Συνακόλουθα, από την προσφερθείσα μαρτυρία και τα τεκμήρια, πειστικότερη εμφανίζεται η μαρτυρία της Εναγόμενης. Καταγράφεται στο Τεκμήριο 1 η τιμή των €2.477.472 και αυτό με συμφωνία όλων των μερών ώστε οι μεν Ενάγουσες να ωφεληθούν από τη μειωμένη καταβολή μεταβιβαστικών τελών, η δε Εναγόμενη από τη μειωμένη καταβολή φόρου κεφαλαιουχικών κερδών. Για το θέμα τούτο της προβαλλόμενης από την ίδια την Εναγόμενη παρανομίας, εξέταση γίνεται κατωτέρω. Τεκμήριο 2: Με την Έκθεση Απαίτηση τους οι Ενάγουσες ισχυρίζονται πως η ανάληψη υπόσχεσης της Εναγόμενης σχετικά με τη διάτρηση αποτελούσε ψευδή παράσταση επί της οποίας βασίστηκαν για την υπογραφή του Τεκμηρίου 1 (παράγραφος 5 Έκθεσης Απαίτησης) και δικογραφούν λεπτομέρειες ψευδών παραστάσεων της (παράγραφος 15 Έκθεσης Απαίτησης). Με την παράγραφο 6 του δικογράφου τους χαρακτηρίζουν το Τεκμήριο 2 ως προϋπόθεση ή/και ουσιώδη όρο ή/και αναπόσπαστο μέρος του πωλητηρίου. Ο συνήγορος της Εναγόμενης παρατηρεί πως η αναντιστοιχία στον τρόπο χειρισμού του Τεκμηρίου 2 είναι σημαντική διότι δυσκολεύει τον καθορισμό του βασικού πλαισίου της απαίτησης και σε κάθε περίπτωση οι θεραπείες είναι διαφορετικές. Ο συνήγορος των Εναγουσών επιχειρηματολογεί βασιζόμενος και στις δύο βάσεις. Στο σημείο τούτο θεωρώ σκόπιμο να καταγραφεί η νομική πτυχή του θέματος. Ψευδής παράσταση: Το άρθρο 18 του Κεφ. 149 δίδει ως ακολούθως τον ορισμό της ψευδούς παράστασης: «(α) τη θετική βεβαίωση, κατά τρόπο που δεν δικαιολογείται από τις πληροφορίες του προσώπου που βεβαιώνει, γεγονότος αναληθούς παρόλο ότι το πρόσωπο που βεβαιώνει πιστεύει ότι είναι αληθές· (β) κάθε παράβαση καθήκοντος, η οποία, χωρίς πρόθεση εξαπάτησης, επιφέρει όφελος στον υπαίτιο ή σε οποιονδήποτε ο οποίος αξιώνει μέσω αυτού, με την παραπλάνηση άλλου προς βλάβη αυτού ή προς βλάβη οποιουδήποτε που αξιώνει μέσω αυτού· (γ) την πρόκληση, έστω και ανυπαίτια, πλάνης ως προς την ουσία του αντικειμένου της συμφωνίας σε μέρος αυτής.» Με την παράγραφο 15 της Έκθεσης Απαίτησης παρέχονται οι κάτωθι λεπτομέρειες ψευδών παραστάσεων της Εναγομένης: «(α) Διαβεβαίωσε τους Ενάγοντες ότι είχε τα δικαιώματα του νερού και την χρήση της άνω διάτρησης. (β) Διαβεβαίωσε τους Ενάγοντες ή/και δεσμεύτηκε ότι θα παραχωρήσει την άνω διάτρηση προς όφελος του Ακινήτου για να μπορέσει το τελευταίο να διαχωρισθεί ή/και να τύχει εμπορικής εκμετάλλευσης. (γ) Διαβεβαίωσε τους Ενάγοντες ότι το Ακίνητο μπορούσε να διαχωρισθεί ή/και να τύχει εμπορικής εκμετάλλευσης.» Ο συνήθης ορισμός της έννοιας της παράστασης, όπως το πραγματεύεται στο σύγγραμμα του το Το Δίκαιο των Συμβάσεων, ο Π. Πολυβίου, είναι: «ότι πρόκειται για δήλωση ή βεβαίωση υφιστάμενου γεγονότος (present fact), σε αντιδιαστολή με δηλώσεις που αφορούν στο μέλλον ή απόψεις ή γνώμες (opinions) ή αναφορές σε νόμο (references to law). Σε γενικές γραμμές, ο ορισμός αυτός αντανακλά σωστά την μακρά παράδοση και πλούσια νομολογία του κοινοδικαίου. Ακολουθώντας το Αγγλικό δίκαιο και τον Ινδικό Νόμο, και καθορίζοντας μια «ψευδή παράσταση» ως «θετική βεβαίωση αναληθούς γεγονότος», ο Κυπριακός Νόμος επίσης σκοπεύει στην εξαίρεση από τον όρο τόσο «απόψεων» (opinions) και «υποσχέσεων» (promises) όσο και δηλώσεων αναφορικά με το «νόμο ή νομικά θέματα» (law).» Η δοθείσα μαρτυρία των Εναγουσών, όπως ανωτέρω καταγράφηκε, προσδιορίζει την ψευδή παράσταση της Εναγομένης στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 2, με το οποίο δηλώνει ότι έχει τα δικαιώματα της γεώτρησης του τεμαχίου 134 και τα οποία παραχωρεί στις Ενάγουσες. Όπως έχει επεξηγηθεί από τη νομολογία υπάρχουν τρεις προϋποθέσεις οι οποίες πρέπει να ικανοποιηθούν ώστε το αθώο μέρος στο οποίο απευθύνθηκε η παράσταση, να αποκτήσει δικαιώματα ακύρωσης της σύμβασης ή αποζημιώσεων. Πρώτον, η παράσταση θα πρέπει να ήταν ουσιώδης (material), υπό την έννοια ότι είναι ο τύπος της παράστασης που θα επηρέαζε την κρίση ενός συνετού ανθρώπου στην απόφαση του κατά πόσο να προβεί στην επίδικη σύμβαση. Δεύτερον, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι η συναίνεση του αθώου συμβαλλομένου παρασχέθηκε συνεπεία και ως αποτέλεσμα της ψευδούς παράστασης. Θα πρέπει δηλαδή το αθώο μέρος να αποδείξει ότι βασίστηκε στην παράσταση του άλλου συμβαλλομένου και ότι ήταν σαν αποτέλεσμα αυτής της παράστασης που συνομολόγησε την επίδικη σύμβαση. Τρίτον, έστω και αν η συναίνεση του αθώου μέρους παρασχέθηκε ως αποτέλεσμα ψευδούς παράστασης, το μέρος του οποίου η συναίνεση προκλήθηκε με τον τρόπο αυτό δεν θα αποκτήσει τα συνήθη δικαιώματα που απορρέουν από ψευδή παράσταση, αν το αθώο μέρος «ήταν σε θέση να ανακαλύψει την αλήθεια καταβάλλοντας συνήθη επιμέλεια». Σε περίπτωση που στοιχειοθετείται ότι οι πιο πάνω προϋποθέσεις έχουν ικανοποιηθεί και ότι το αθώο μέρος προέβη σε σύμβαση ως αποτέλεσμα ψευδούς παράστασης του άλλου συμβαλλομένου, τότε η συμφωνία που προέκυψε είναι ακυρώσιμη κατ΄ εκλογή του μέρους του οποίου η συναίνεση παρασχέθηκε ή καλύτερα αποσπάστηκε με τον τρόπο αυτό. Στην κρινόμενη περίπτωση εκείνο που μπορεί με βεβαιότητα να λεχθεί είναι πως η παράσταση αυτή δεν ήταν εκείνη που οδήγησε την Ενάγουσα 1 να συνάψει τη σύμβαση (Τεκμήριο 1) αφού αναδεικνύεται από τα γεγονότα και κυρίως της υπογραφής του πρώτου συμβολαίου (Τεκμήριο 16) ότι δεν αποτελούσε όρο ή προαπαιτούμενο, το δικαίωμα άρδευσης. Εκείνος που το έθεσε ήταν ο Μ.Ε.2, αφού συμφωνήθηκαν οι όροι του Τεκμηρίου 1 και λίγο πριν υπογραφεί. Θεωρώ σημαντικό να καταγραφεί το κείμενο του Τεκμηρίου
  13. «ΠΡΟΣ: a) Stella & Pieros Pieris Development Ltd b) Esparitis Ltd Η κάτωθεν υπογράφουσα Στέλλα Μαρία Ιωαννίδου κάτοικος Λατσιών, κάτοχος του υπ΄ αριθμού δελτίου ταυτότητας 662890, δηλώνω υπεύθυνα ότι έχω τα δικαιώματα του νερού και τη χρήση της διάτρησης που βρίσκεται στη περιοχή Χαλαβρός, Φύλλο Σχέδιο 26/49, Τεμάχιο 134, τα οποία δεσμεύομαι αμετάκλητα να παραχωρήσω για την άρδευση του κτήματος που θα πωλήσω στους πιο πάω για το διαχωρισμό του σύμφωνα με την υπάρχουσα νομοθεσία. Η πιο πάνω παραχώρηση είναι αναπόσπαστο μέρος και προϋπόθεση της αγοραπωλησίας και δεν θα καταβληθεί επιπρόσθετη πληρωμή. Το κτήμα που θα πωλήσω τους πιο πάνω είναι στο Νέο Χωρίου Πάφου τοποθεσία Χάλανδρο, Φύλλο Σχέδιο XXVI/49, Τεμάχιο 278." H Εναγόμενη αναφέρει πως κατά τη διάρκεια των συζητήσεων στο γραφείο της Ενάγουσας 1, ηγέρθη από το Μ.Ε.2, το θέμα του νερού και της διάτρησης. Δηλώνει πως υπήρχε αναβρασμός, σηκώθηκε να φύγει, την κάλεσαν να επιστρέψει, επέστρεψε και υπέγραψε το Τεκμήριο
  14. Προκύπτει από τη μαρτυρία του Μ.Ε.2 ότι προσέδιδε ιδιαίτερη σημασία στη δυνατότητα άρδευσης του κτήματος. Η ίδια η Εναγόμενη στην αντεξέταση της δέχθηκε ότι ήταν μια από τις προϋποθέσεις που συζητούσε ο Μ.Ε.2 κ. Πιερής. Είναι αποδεκτό και από τους δύο, δηλαδή Μ.Ε.2 και Εναγόμενη, ότι για δικούς τους λόγους ήθελαν να έχουν γραπτή διαβεβαίωση από τον ιδιοκτήτη της διάτρησης για τα δικαιώματα χρήσης της. Ο μεν Μ.Ε.2 εξηγεί ότι ήθελε να βεβαιωθεί από πού αντλεί τα δικαιώματα της η Εναγόμενη, η δε Εναγόμενη, να είναι σίγουρη ότι τα δικαιώματα που της ζητούνταν να παραχωρήσει της έχουν παραχωρηθεί. Διαφορετική εικόνα βέβαια δίδει ο κ. Σταύρου (Μ.Ε.1), ο οποίος αναφέρει πως δεν απαίτησαν ούτε ζήτησαν διαβεβαιώσεις. Δεν ζήτησαν εξασφαλίσεις από κάποιον τρίτο για να κλείσουν τη συμφωνία με τον πωλητή. Αυτό το πράγμα, συμπεραίνει, παρουσιάστηκε από την Ιωαννίδου (Εναγόμενη) για να ενισχύσει τη θέση της ότι κατέχει τα δικαιώματα νερού. Είναι αποδεκτό ότι έφθασε στο τηλεομοιότυπο του γραφείου του Μ.Ε.1 το έγγραφο Τεκμήριο 17, το οποίο παρουσιάστηκε στην Εναγόμενη. Προηγουμένως, ο γαμπρός της με τον Α. Σταύρου (Μ.Ε.1) της είπαν ότι μίλησαν με τον κ. Θεοφάνους (διευθυντή Τριτοδιαδίκου) και αργότερα πήγαν σε άλλο γραφείο και επέστρεφαν με το Τεκμήριο
  15. Ο Μ.Ε.1 κ. Σταύρου, τοποθετείται και από τον Μ.Ε.2 να είναι μαζί με το γαμπρό της Εναγομένης σε όλα τα στάδια αυτά. Είναι επίσης αποδεκτό και από το Μ.Ε.2 πως πρώτα έφθασε το Τεκμήριο 17 και μετά η Εναγόμενη υπέγραψε το Τεκμήριο
  16. Εκείνο που ενέχει σημασία για τις Ενάγουσες είναι πως η Εναγόμενη υπέγραψε το Τεκμήριο
  17. Είναι νομικός, εισαγγελέας για 34 χρόνια και γνωρίζει πολύ καλά τους νομικούς όρους. Δηλώνει με το Τεκμήριο 2 ότι η πιο πάνω παραχώρηση είναι αναπόσπαστο μέρος και προϋπόθεση της αγοραπωλησίας και δεν θα καταβληθεί επιπρόσθετη πληρωμή. Δηλώνει ότι βασίστηκε στο Τεκμήριο 17 για να παραχωρήσει το δικαίωμα που της εδίδετο με το ανωτέρω τεκμήριο. Το οποίο παρουσιάζεται να απεστάλει από τον κ. Φάνο Θεοφάνους προς την Εναγόμενη σε επιστολόχαρτο της Theo's Developers Ltd και αναφέρει: «Προς κυρία Στέλλα Ιωαννίδου, Ο κάτωθι υποφαινόμενος Φάνος Θεοφάνους Δ/της και μέτοχος της εταιρείας Theos Developers Ltd, ως προηγούμενος ιδιοκτήτης του κτήματος που βρίσκεται στο νέο Χωριό Πάφου, φύλλο/Σχέδιο XXV149, τεμάχιο 278, και το οποίο πούλησα στην κυρία Στέλλα Μαρία Ιωαννίδου, επιβεβαιώνω ότι έχω νόμιμη διάτρηση με νερό στη πιο πάνω περιοχή, στο Τεμάχιο 134, Φύλλο XXV1, σχέδιο
  18. Για την πιο πάνω διάτρηση, δεσμεύτηκα αμετάκλητα έναντι της πιο πάνω αγοράστριας και νυν ιδιοκτήτριας, να της παραχωρήσω το νερό και τη χρήση γεώτρησης για το διαχωρισμό του κτήματος, (Τεμάχιο 278), με αριθμό αίτησης ΑΧ 1634/05, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία. Την πιο πάνω παραχώρηση θα δικαιούται να παραχωρήσει στους μελλοντικούς αγοραστές του κτήματος, φύλλο/σχέδιο XXV149, τεμάχιο
  19. Δεσμεύομαι να μην αποσύρω την αίτηση διαχωρισμού που κατέθεσα για το πιο πάνω κτήμα στο αρμόδιο Κτηματολογικό γραφείο.» (Παρά το ότι η αυθεντικότητα του αμφισβητείται από την Τριτοδιάδικο, εντούτοις αυτό δεν επηρεάζει τη σχέση Εναγουσών-Εναγόμενης.) Ο συνήγορος των Εναγουσών επιχειρηματολόγησε αναφέροντας πως η Εναγόμενη αποδέχθηκε την παραχώρηση νερού ως προϋπόθεση και όρο του συμβολαίου, ότι γνωρίζει τη ζωτικότητα και σημασία τους και πως εάν αποφασισθεί ότι δεν αποτελεί ουσιώδη όρο, τότε αποτελεί ψευδή παράσταση. Ο συνήγορος της Εναγόμενης απ΄ την αντίπερα όχθη, υπογραμμίζει μεταξύ άλλων ότι το Τεκμήριο 2 είναι άκυρο διότι συγκρούεται με διάφορες νομοθετικές πρόνοιες και αντίκειται στη δημόσια πολιτική. Πέραν τούτου, τονίζει πως η δέσμευση παραχώρησης για άρδευση του επίδικου κτήματος δεν εξασφαλίζει αυτόματα και έγκριση της άδειας διαχωρισμού. Θα έπρεπε να είχε ελεγχθεί η ποσότητα και ποιότητα του νερού σε σχέση με το εμβαδόν του κτήματος. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να εξετασθεί εκείνο το οποίο έχουμε ως πραγματικό γεγονός. Η Εναγόμενη υπογράφει το Τεκμήριο 2 με το οποίο δηλώνει ότι έχει τα δικαιώματα νερού και τη χρήση της διάτρησης που βρίσκεται στο τεμάχιο 134 τα οποία δεσμεύτηκε αμετάκλητα να παραχωρήσει για την άρδευση του επίδικου κτήματος για το διαχωρισμό του. Ήδη έχει γίνει αποδεκτό και με τη μαρτυρία του Μ.Ε.2 κ. Πιερή, πως η Εναγόμενη υπέγραψε το Τεκμήριο 2 αφού έλαβε το Τεκμήριο
  20. Δηλαδή τη διαβεβαίωση από την Τριτοδιάδικο ότι της παραχωρούνται τα δικαιώματα χρήσης του νερού της διάτρησης. Συνεπώς η Εναγόμενη βασιζόμενη στη διαβεβαίωση και τις πληροφορίες που έλαβε και που περιέχονται στο Τεκμήριο 17, έδωσε με τη σειρά της τη δική της διαβεβαίωση. Εκείνος δε που έδωσε τη διαβεβαίωση ήταν το πρόσωπο, το οποίο η Εναγόμενη γνώριζε ότι ήταν ο ιδιοκτήτης του τεμαχίου 134 και είχε την άδεια γεώτρησης και την άδεια άντλησης, τα στοιχεία των οποίων καταγράφονταν στο Τεκμήριο
  21. Συνεπώς κρίνεται πως η Εναγόμενη δεν πρόσφερε ψευδή παράσταση, ώστε η σύμβαση να είναι ακυρώσιμη και να παρέχει δικαίωμα στις Ενάγουσες για ακύρωση του συμβολαίου. Αποτελεί όμως, όπως το ίδιο το έγγραφο το διατυπώνει, αναπόσπαστο μέρος και όρο της σύμβασης Τεκμήριο
  22. Οι Ενάγουσες δικογραφούν πως: «Κατά παράβαση των συμβατικών της υποχρεώσεων ή/και της δέσμευσης ή/και Ανάληψης Υποχρέωσης ή/και διαφορετικά, η Εναγόμενη παρέλειψε να παραχωρήσει την διάτρηση ή/και την χρήση του νερού στο Ακίνητο, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατός ο διαχωρισμός του ή/και η αξία αυτού να είναι σημαντικότατα υποβαθμισμένη ή/και ασήμαντη ή/και τούτο να μην δύναται να αξιοποιηθεί επικερδώς, με αποτέλεσμα οι Ενάγοντες να υποστούν σημαντικές ζημιές ή/και ο σκοπός για τον οποίο αγόρασαν το Ακίνητο να αναιρεθεί με υπαιτιότητα της Εναγόμενης. Σε διαβήματα των Εναγόντων προς το αρμόδιο κυβερνητικό τμήμα, ενημερώθηκαν ότι η Εναγόμενη δεν είναι η ιδιοκτήτρια ή/και δικαιούχος του πιο πάνω νερού ή/και διάτρησης και ότι τούτο δεν μπορεί να παραχωρηθεί για χρήση από το Ακίνητο. Η Εναγόμενη παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις παρέλειψε μέχρι σήμερα να παραχωρήσει προς τους Ενάγοντες τα δικαιώματα ή/και την χρήση της άνω διάτρησης.» Η Εναγόμενη μεταβίβασε το ακίνητο στις Ενάγουσες με όσα δικαιώματα και/ή δουλειές διελάμβανε ο τίτλος. Δεν μεταβιβάσθηκε οποιοδήποτε δικαίωμα άρδευσης. Επομένως, θα πρέπει να καταδειχθεί και αποδειχθεί πως η μη παραχώρηση δικαιώματος άρδευσης, οδήγησε στο αποτέλεσμα και στις ζημιές που οι Ενάγουσες επικαλούνται. Πως παραχωρείται δικαίωμα άρδευσης είναι το ερώτημα. Αρνήθηκε η Εναγόμενη να το παραχωρήσει; Το γεγονός (όπως δικογραφούν οι Ενάγουσες) ότι η διάτρηση δεν ανήκε τότε στην Εναγόμενη αλλά σε αλλοδαπούς οι οποίοι αγόρασαν το μέρος του τεμαχίου υπ΄ αρ. 134, ήταν η αιτία της μη επίτευξης διαχωρισμού του κτήματος; Ανοίγεται εδώ μια παρένθεση για να τονιστεί πως η ιδιοκτησία επί υπογείων υδάτων ανήκει στην Κυπριακή Δημοκρατία και δικαιώματα παραχωρούνται επ΄ αυτών όπως προβλέπει ο σχετικός περί Φρεάτων Νόμος Κεφ. 351 και κατόπιν σχετικής άδειας από τις αρμόδιες αρχές. Στην απόφαση Γιώργος Παφίτης κ.α. v. Παναγιώτη Κουκουρή κ.ά.
(1992)1 Α.Α.Δ. σελ. 1154, λέχθηκε: «Η απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου είναι σωστή. Ορθά κρίθηκε ότι η άντληση νερού από τη διάτρηση διέπεται αποκλειστικά από τους όρους της άδειας ανόρυξης και χρήσης της. Καμιά συμβατική διευθέτηση δεν μπορούσε να ισχύσει ή να τροποποιήσει τους όρους της άδειας δεδομένου ότι αφορούσε τα δικαιώματα τρίτων, του κράτους που αποτελεί, βάσει της νομοθεσίας, και την μόνη αρχή για την εξουσιοδότηση χρήσης των υπογείων υδάτινων πόρων. Το άρθρο 11 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησις) Νόμου - Κεφ. 224, κάμνει ειδική πρόνοια για την απόκτηση δουλειών και άλλων δικαιωμάτων, προνομίων και ελευθεριών επί της περιουσίας ετέρου προσώπου. Κανένα δικαίωμα δεν αποκτήθηκε βάσει των διατάξεων του άρθρου 11 για την άντληση νερού από τη διάτρηση στο Τεμαχ.
  1. Επίσης, καμιά νομοθετική πρόνοια δεν προβλέπει την μεταφορά ή μεταβίβαση δουλείας από μια πηγή άντλησης νερού σε άλλη όταν η πρώτη αποξηραίνεται· ούτε υπάρχει τέτοια δυνατότητα βάσει του νόμου.» Είναι αποδεκτό πως όντως η διάτρηση επί του τεμαχίου 134, ήταν επ΄ ονόματι της Τριτοδιαδίκου εταιρείας η οποία κατείχε άδεια ανορύξεως και άδεια άντλησης. Η ρηθείσα εταιρεία πώλησε μέρος του τεμαχίου στο ζεύγος Buller (Τεκμήριο 5) και με ιδιωτική συμφωνία (Τεκμήριο 6) καθόρισαν το μέρος του τεμαχίου επί του οποίου η ιδιοκτησία του κάθε ενός περιοριζόταν. Στο μέρος της ιδιοκτησίας που ενέπιπτε στους νέους αγοραστές βρισκόταν η γεώτρηση. Πλην όμως πρέπει να τονιστεί πως η άδεια γεώτρησης και άντλησης εξακολουθούσε να βρίσκεται επ΄ ονόματι της Τριτοδιαδίκου. Έχει αναφέρει η Εναγόμενη και είναι αποδεκτό και από τις Ενάγουσες, πως μετά την επ΄ ονόματι τους μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου, για να αντιμετωπίσουν πρόβλημα που προέκυψε με το διαχωρισμό του κτήματος, ζητήθηκε η συνδρομή από τη Theos Developers Ltd, από την οποία εξασφαλίστηκε επιστολή (Τεκμήριο 25) με την οποία αιτείται από τις αρμόδιες αρχές άδεια μεταφοράς νερού από τη γεώτρηση του τεμαχίου 134 προς το επίδικο τεμάχιο. (Στο πλήρες περιεχόμενο του Τεκμηρίου 25 αναφορά γίνεται κατωτέρω.) Αν ληφθούν χρονολογικά τα γεγονότα, όπως προκύπτουν από την αποδεκτή από τις Ενάγουσες και την Εναγόμενη μαρτυρία και τα κατατεθέντα έγγραφα, προβάλλουν τα ακόλουθα: Η εταιρεία Theos Developers Ltd υποβάλλει αίτηση διαχωρισμού του επίδικου κτήματος στις 11.8.2005 (Τεκμήριο 40). Με επιστολή του ημερ. 27 Μαϊου 2008 (Τεκμήριο 24) το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου απευθύνεται προς την Theos Developers Ltd και αναφερόμενο στην αίτηση διαχωρισμού ΑΧ1634/05, την πληροφορεί ότι για να γίνει εγγραφή των ακινήτων στο όνομα της είναι ανάγκη εντός 60 ημερών να παρουσιάσει στο γραφείο αυτό «Βεβαίωση από τον Επαρχιακό Μηχανικό Τμήματος Αναπτύξεως Υδάτων ότι από τη διάτρηση μπορεί να αντλείται ικανοποιητικά ποσότητα νερού για να αρδεύεται ολόκληρο το κτήμα και ότι το νερό που αντλείται είναι κατάλληλο για άρδευση και ο αιτητής έχει συμμορφωθεί με όλους τους όρους της άδειας ανόρυξης φρέατος.» Στην επιστολή αυτή, απαντούν οι Ενάγουσες με επιστολή τους ημερ. 1.7.2008 (Τεκμήριο 3) την οποίαν, αφού δηλώνουν ότι την έχουν λάβει εκείνες, γνωστοποιούν ότι είναι οι νέες ιδιοκτήτριες του ακινήτου και εξακολουθούν να ενδιαφέρονται για το διαχωρισμό με αρ. φακέλου ΑΧ1634/
  2. Καταλήγουν με το αίτημα: «Ως εκ τούτου με την ιδιότητα του νέου Ιδιοκτήτη και σχετικά με την επιστολή που έχομε λάβει από τον Επαρχιακό Κτηματολογικό λειτουργό και σε σχέση με την βεβαίωση που ζητά παρακαλούμε όπως προχωρήσετε στην δοκιμαστική άντληση από την προτεινόμενη διάτρηση και στην περίπτωση που θεωρήσετε ικανοποιητικά τα αποτελέσματα να προχωρήσετε στην παραχώρηση της απαραίτητης βεβαίωσης για τα περαιτέρω.» Με επιστολή ημερομηνίας 26.11.2008 (Τεκμήριο 4), η Επαρχιακή Διοίκηση Πάφου, αναφερόμενη στην ανωτέρω επιστολή των Εναγουσών, τις πληροφορεί ότι το αίτημα δεν μπορεί να ικανοποιηθεί γιατί δεν έχουν εξασφαλίσει άδεια μεταφοράς νερού από το τεμάχιο 134 στο τεμάχιο
  3. Τις ενημερώνει δε ότι: «Προκειμένου να εξεταστεί περαιτέρω το αίτημα σας θα πρέπει ο ιδιοκτήτης της γεώτρησης που βρίσκεται στο τεμ. 134 να υποβάλει αίτηση στο Γραφείο μου για εξασφάλιση άδειας μεταφοράς του νερού της γεώτρησης για άρδευση του τεμαχίου με αρ. 278 του Φ/Σχ. 26/49 το οποίο πρόκειται να διαχωριστεί. Επιπλέον ο ιδιοκτήτης θα πρέπει να σταματήσει οποιαδήποτε άντληση για άρδευση του τεμαχίου που βρίσκεται η γεώτρηση.» Ήδη όμως η Theos με το Τεκμήριο 25, ημερ. 17.9.2008 υποβάλλει αίτηση για μεταφορά νερού αναφέροντας τα εξής: «Είμαι ο Ιδιοκτήτης του Τεμαχίου 134 Φύλλο XXV1 Σχέδιο 49 στην τοποθεσία Χάλαντρον στο Ν. Χωρίον Πάφου εντός του οποίου βρίσκεται Αδειούχα Διάτρηση (Α.Φ. Αδείας 49940) καθώς και Άδεια Άντλησης (βλέπε Αρ. Φακ. W 261/03). Με την επιστολή μου αυτή θα ήθελα όπως μου επιτραπεί η μεταφορά νερού από το πιο πάνω τεμάχιο στο τεμάχιο 278 για σκοπούς άρδευσης. Παρακαλώ να λάβετε υπόψη ότι ως προηγούμενος Ιδιοκτήτης και των δύο Τεμαχίων έχω δεσμευθεί για παραχώρηση του ύδατος στο συγκεκριμένο Τεμάχιο, καθώς επίσης στο ότι τα δύο τεμάχια συνορεύουν και η διάτρηση ευρίσκεται μόνον μερικά μέτρα από το συγκεκριμένο τεμάχιο.» (Αναφορικά με το Τεκμήριο 25 σημειώνονται τα ακόλουθα: Στην αγόρευση του ο κ. Αρτέμης αναφέρει ότι υπήρξαν ισχυρισμοί της Τριτοδιαδίκου για πλαστογραφία και σχολιάζει πως ουδείς ισχυρισμός γίνεται στα δικόγραφα που ανταλλάγησαν μεταξύ Εναγομένης και Τριτοδιαδίκου ότι ευθύνονται οι Ενάγουσες και επομένως δεν τις αφορούν. Παρατηρούνται τα ακόλουθα. Κατά την αντεξέταση του Μ.Ε.1 από το συνήγορο της Τριτοδιαδίκου για το εν λόγω τεκμήριο του υποβλήθηκε πως η Τριτοδιάδικος δεν σύνταξε τέτοια επιστολή. Αντεξεταζόμενη η Εναγόμενη ανέφερε πως ο διευθυντής της Τριτοδιαδίκου υπέγραψε το κείμενο του Τεκμηρίου 25 το οποίον είχαν ετοιμάσει οι Ενάγουσες αφού το μετέφερε σε επιστολόχαρτο της Τριτοδιαδίκου και το παρέδωσε στο γαμπρό της, ο οποίος με τη σειρά του το έδωσε στις Ενάγουσες. Δεν αμφισβητήθηκε σε ότι είπε, από το συνήγορο της Τριτοδιαδίκου. Ο κ. Θεοφάνους, διευθυντής της Τριτοδιαδίκου, δήλωσε ότι όντως υπέγραψε το Τεκμήριο 25, επιδεικνύοντας καλή διάθεση για να βοηθήσει τις Ενάγουσες.) Σε αυτή την αίτηση απαντά το Τμήμα Αναπτύξεως Υδάτων με το Τεκμήριο 26 στο οποίο αναφέρει τα εξής: «Αναφορικά με την αίτηση σας ημερομηνίας 17/9/2008 για μεταφορά νερού από το κτήμα σας με αρ. 134 Φ/Σχ. 26/49 στο Νέο Χωριό λυπούμαι να σας πληροφορήσω ότι δεν είναι δυνατό να εγκριθεί γιατί: Το σημείο για το οποίο γίνεται η αίτηση βρίσκεται σε περιοχή του υδάτινου σώματος με αρ. CY-14 που έχει χαρακτηρισθεί ως υπεραντλούμενο. Επιπλέον το τεμάχιο είναι χέρσο.» Πληροφορούνται περαιτέρω οι Ενάγουσες με την ίδια επιστολή ότι τους παρέχεται δικαίωμα προσφυγής, εντός 30 ημερών, της απόφασης αυτής. Συνεπώς: Η άρνηση για την άδεια μεταφοράς νερού οφειλόταν στους λόγους που καταγράφονται στο Τεκμήριο
  4. Όχι στο γεγονός πως η διάτρηση δεν ανήκε στην Εναγόμενη. Περαιτέρω, σημειώνονται τα εξής: Η παραχώρηση δικαιώματος και η μεταφορά νερού εξαρτάτο από την ποσότητα και ποιότητα του ύδατος για την άρδευση, όπως ο Μ.Ε.5 ανέφερε και εξήγησε. Ο διαχωρισμός κτήματος, όπως εξήγησαν οι Μ.Ε.5 και Μ.Υ.2 δεν βασιζόταν μόνο στο άρθρο 27 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας Νόμου, ώστε εάν υπήρχε πηγή ύδατος να διαχωριζόταν σε μονόσκαλα τεμάχια. Το ακίνητο εντασσόταν σε Τοπικό Σχέδιο, όντας αγροτικό τεμάχιο ανήκε στην Αγροτική Ζώνη Δα31 (Μ.Ε.1 και Μ.Ε4 Αριστείδου και Μ.Υ.3 Μαρδάς) όπου εφαρμόζεται η Δήλωση Πολιτικής, σύμφωνα με την οποία, τα τεμάχια εκεί μπορούν να διαχωρισθούν σε δίσκαλα. Μια από τις προϋποθέσεις για το διαχωρισμό αποτελεί η ικανοποιητική σε ποσότητα και ποιότητα ύδατος, ανάλογα με το εμβαδόν του. Συνεπώς η Εναγόμενη με το Τεκμήριο 2 δεν παρέστησε στις Ενάγουσες ότι ήταν ιδιοκτήτρια της διάτρησης. Ότι θα παραχωρούσε ικανοποιητική ποσότητα και ποιότητα νερού. Ούτε παρέστησε ότι το κτήμα οπωσδήποτε θα διαχωριζόταν με την παραχώρηση του ύδατος. Η ενέργεια αυτή εξαρτάτο και από άλλους παράγοντες. Κρίνεται συνεπώς πως οι Ενάγουσες δεν έχουν αποδείξει αιτιώδη συνάφεια μεταξύ του όρου/παράστασης της Εναγόμενης και τη μη επίτευξη διαχωρισμού. Παρά την ανωτέρω κατάληξη θα εξετασθούν οι νομικές επιπτώσεις από παράβαση όρου και οι αξιούμενες ζημιές. Αποζημιώσεις: Το άρθρο 73του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, καθορίζει τις συνέπειες από παράβαση σύμβασης αλλά και τις προϋποθέσεις ανάκτησης των αξιούμενων ζημιών. Μια απαραίτητη προϋπόθεση είναι η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ παράβασης και αποτελέσματος. Καταγράφεται αυτούσιο το άρθρο 73 αφού ενέχει σημασία και για το είδος και ύψος των αποζημιώσεων που επιδικάζονται: «73.-
(1)Σε περίπτωση παράβασης της σύμβασης, ο συμβαλλόμενος που ζημιώνεται από την εν λόγω παράβαση έχει δικαίωμα αποζημίωσης από τον υπαίτιο αντισυμβαλλόμενο, για τη ζημιά ή απώλεια που υπέστη συνεπεία αυτής, η οποία προέκυψε φυσικά κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από την εν λόγω παράβαση ή την οποία οι συμβαλλόμενοι γνώριζαν όταν συνήπτετο η σύμβαση, ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράβασης της σύμβασης. Καμιά αποζημίωση δεν καταβάλλεται για απομακρυσμένη και έμμεση απώλεια ή ζημιά που προξενήθηκε συνεπεία παράβασης της σύμβασης.» Ο συνήγορος της Εναγόμενης, αγορεύοντας για το θέμα τούτο παραπέμπει στο σύγγραμμα του κ. Π. Πολυβίου Το Δίκαιο των Συμβάσεων, όπου πραγματευόμενος το θέμα τούτο αναφέρει στη σελ. 754-755: «Το πρώτο που θα πρέπει να αποδείξει ο ενάγων είναι το βασικό στοιχείο της αιτιώδους συνάφειας (causation), ότι δηλαδή η ζημιά ή απώλεια που αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής ενώπιον του Δικαστηρίου προκλήθηκε από την επίδικη παράβαση της σύμβασης. Όπως αναφέρεται σε γνωστό Αγγλικό σύγγραμμα: "There must be a casual connection between the defendant's breach of contract and the claimant's loss. The claimant may recover damages for a loss only where the breach of contract was the 'effective' or 'dominant' cause of that loss. The courts have avoided laying down any formal tests of causation: they have relied on common sense to guide decisions as to whether a breach of contract is a sufficiently substantial case of the claimant's loss. The answer to whether the breach was the cause of the loss or merely the occasion for the loss must 'in the end' depend on 'the court's common sense' in interpreting the facts." Με άλλα λόγια το πρώτο μέλημα του ενάγοντα είναι να καταδείξει ότι η παράβαση σύμβασης προκάλεσε την επίδικη ζημιά ή απώλεια. Μόνο σε περίπτωση στοιχειοθέτησης της αιτιώδους σχέσης μεταξύ παράβασης σύμβασης αφενός και ζημιάς ή απώλειας αφετέρου μπορεί να προκύψει αγώγιμο δικαίωμα υπέρ του ενάγοντα και εναντίον του εναγομένου.» Οι Ενάγουσες διεκδικούν όπως ανωτέρω στην αρχή της απόφασης καταγράφηκε, ακύρωση του συμβολαίου, επιστροφή του καταβληθέντος τιμήματος, ανάκτηση των μεταβιβαστικών τελών που καταβλήθηκαν, τόκους που επιβαρύνθηκαν για τα δάνεια που έλαβαν και διαφυγόντα κέρδη ύψους άνω των €2.000.000. Έχει ανωτέρω καταγραφεί το άρθρο 73 του Κεφ. 149. Νομολογιακά έχει καθιερωθεί ότι η συνήθης θεραπεία είναι η επιδίκαση αποζημιώσεων. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα The Contract Law, του Oliver Holmes: "The only universal consequence of a legally binding promise is that the law makes the promisor pay damages if the promised act does not come to pass." Όπως έχει νομολογιακά εδραιωθεί η αποκατάσταση του αθώου μέρους έχει ως λόγο την τοποθέτηση του στη θέση την οποία θα απολάμβανε αν η συμφωνία εφαρμοζόταν και όχι τη ζημιά την οποία υπέστη προς αντιμετώπιση των συνεπειών της διάρρηξης της συμφωνίας (Αλπάν (Αδελφοί Τάκη) Λτδ v. Θέλμας Τρυφωνίδου
(1996)1 Α Α.Α.Δ. 679). Κάποτε χρησιμοποιείται η έννοια της αποκατάστασης ή εκείνη των «προσδοκιών» ή της «απώλειας κέρδους» (A. Panayides Contracting Ltd v. M & M Frangos Engineering Ltd
(2012)1 Α.Α.Δ. σελ. 1136). Όπου δεν είναι εύκολο να αποδειχθεί επακριβώς η ζημιά με βάση την παραδοσιακή θεωρία της αποκατάστασης στη θέση την οποία θα βρισκόταν εάν η σύμβαση είχε εκπληρωθεί, τότε η αποζημίωση αντιστοιχεί στην απωλεσθείσα δαπάνη, δηλαδή στα έξοδα και στις δαπάνες στις οποίες υπεβλήθη το αναίτιο μέρος ως αποτέλεσμα της παράβασης της σύμβασης (Anglia Television Ltd v. Reed
(1972)1 Q.B. 60). Σκοπός των αποζημιώσεων, εν κατακλείδι είναι η αποκατάσταση του αθώου μέρους στο σημείο που θα βρισκόταν εάν η συμφωνία εφαρμοζόταν. Στην κρινόμενη περίπτωση, εάν η ανάληψη υποχρέωσης της Εναγόμενης εκπληρωνόταν, οι ενάγουσες θα ήσαν ιδιοκτήτριες του ακινήτου το οποίο θα απολάμβανε των δικαιωμάτων χρήσεως του νερού της γεώτρησης που βρισκόταν στο τεμάχιο
  1. Το μέτρο συνεπώς των αποζημιώσεων αποτελεί τη διαφορά της τιμής του ακινήτου με τα δικαιώματα του νερού αφού αφαιρεθεί η τιμή του ακινήτου χωρίς αυτά τα δικαιώματα. Η αξία του κτήματος την επίδικη περίοδο, όπως οι ενάγουσες αναφέρουν, ήταν €2.477.
  2. Για την παραχώρηση του δικαιώματος νερού, δεν θα δινόταν επιπρόσθετη πληρωμή. Για τις αξίες των ακινήτων δόθηκε μαρτυρία από τον Μ.Ε.4 Άριστο Αριστείδου, εκτιμητή ακινήτων. Είχε ετοιμάσει εκτίμηση την οποία κατέθεσε ο Μ.Ε.1 (Τεκμήριο 20) και επίσης κατέθεσε τις συγκριτικές πωλήσεις τις οποίες έλαβε υπόψη (Τεκμήριο 38). Σκοπός της εκτίμησης του, όπως καταγράφει στην παράγραφο 1.2.2., ήταν για να επιβεβαιωθεί (α) ότι όντως το τίμημα αγοράς είναι αντιπροσωπευτικό της αγοραίας αξίας του κτήματος ως αρδευόμενο και έτοιμο προς ανάπτυξη/αξιοποίηση και (β) να υπολογιστεί τυχόν διαφυγόν κέρδος από την αδυναμία αξιοποίησης του ακινήτου ως μη αρδευόμενο, σε αντιδιαστολή με τη χρήση του ως αρδευόμενο. Εξήγησε αντεξεταζόμενος πως ο πρώτος σκοπός ήταν να τεκμηριώσει επιστημονικά κατά πόσο η τιμή αγοράς του επίδικου ακινήτου, τον Απρίλιο του 2008, αν θεωρείτο αρδευόμενο, ήταν τιμή σύμφωνη με τις τρέχουσες τιμές αγοράς και ο δεύτερος σκοπός να καθορίσει το τυχόν διαφυγόν κέρδος. Για την αγοραία αξία του ακινήτου τον επίδικο χρόνο, ο Μ.Ε.2 χρησιμοποίησε δύο μεθόδους. Τη συγκριτική με την οποία καταλήγει στο ποσό των €2.647472 και τη μέθοδο της ανάπτυξης με την οποία καταλήγει στο ποσό των €2.700.
  3. Δέχθηκε βέβαια ότι η μέθοδος ανάπτυξης δεν χρησιμοποιείται ευρέως όταν υπάρχουν συγκριτικές πωλήσεις. Δέχθηκε επίσης πως για να εκτιμηθεί η αγοραία αξία της γης είναι η τιμή την οποία ένας πρόθυμος αγοραστής είναι έτοιμος να προσφέρει για αγορά του ακινήτου. Και όταν υπάρχει μια τέτοια πραγματικότητα, οι θεωρίες παραμερίζονται. Ακολουθεί χαρακτηριστικά η ακόλουθη ερώτηση και απάντηση κατά την αντεξέταση: «Ε: Εγώ σας λέω ότι η πραγματικότητα και αν σας αποδείξω ότι το συγκεκριμένο ακίνητο πήγε Α τιμή και πουλήθηκε πραγματικά, πουλήθηκε με Α τιμή, τότε τα υπόλοιπα, όλες οι θεωρίες περί τιμών, δεν έχουν καμιά σημασία. Α: Μάλιστα.» Συνεπώς ο μάρτυρας βεβαίωσε ότι η αξία του ακινήτου με τα δικαιώματα νερού, τον Απρίλιο του 2008, ήταν €2.647.
  4. Ουσιαστικά η τιμή στην οποία πωλήθηκε. Για την αξία του ακινήτου χωρίς τα δικαιώματα άρδευσης, δεν πρόσφερε καμία τιμή. Καμία μαρτυρία. Σύμφωνα όμως με όσα ανωτέρω καταγράφηκαν, μια πραγματική πώληση αποδεδειγμένη, λαμβάνεται υπόψη. Στην κρινόμενη περίπτωση υπάρχει πώληση την οποία ο μάρτυρας δεν έλαβε υπόψη γιατί τη θεώρησε ακυρωμένη. Είναι η πώληση της 22ας Φεβρουαρίου 2008 κατά την οποίαν η Ενάγουσα 1 αγόρασε το ακίνητο, χωρίς οποιαδήποτε δέσμευση για δικαιώματα άρδευσης, στην τιμή των €2.648.
  5. Συνεπώς η αγοραία αξία, χωρίς το Τεκμήριο 2 ήταν η ίδια ή και μεγαλύτερη της αξίας του ακινήτου με τα δικαιώματα άρδευσης. Εάν θεωρηθεί ότι το μέτρο των αποζημιώσεων θα ήταν η αξία του ακινήτου διαχωρισμένο σε 5 δίσκαλα τεμάχια, δεν υπάρχει καμιά μαρτυρία που να το στηρίζει αυτό. Κρίνεται πως ο ανωτέρω μάρτυρας προσπάθησε εμφανώς με τη μαρτυρία του να βοηθήσει την υπόθεση των Εναγουσών λαμβάνοντας υπόψη στοιχεία που δεν έπρεπε και αγνοώντας άλλα. Όπως π.χ. την πώληση της 22ας Απριλίου 2008 (πρώτο συμβόλαιο) ενώ σύγκρινε τις επαύλεις που είχε κτίσει και πωλούσε η εταιρεία Cybarco σε περιοχή επί της θάλασσας, υιοθετώντας ψηλό τίμημα πώλησης. Θεώρησε πως η απουσία διάτρησης δεν θα βοηθούσε την ανάπτυξη του κτήματος, συσχετίζοντας την με άρδευση των τεμαχίων που θα προέκυπταν και των επαύλεων που θα εκτίζοντο με το νερό εκείνο, ενώ η άρδευση των ακινήτων, κήπων και γενικότερα η εξυπηρέτηση τους σε νερό θα γινόταν από την Υδατοπρομήθεια. Οι Ενάγουσες διεκδικούν αποζημιώσεις πέραν των €2.000.000 για τα κέρδη τα οποία θα απολάμβαναν, από την ανέγερση και πώληση 5 επαύλεων επί των διαχωρισθησομένων τεμαχίων. Θεωρώ το συγκεκριμένο μέτρο αποζημιώσεων υπερβολικό, εξωπραγματικό και κυρίως απομακρυσμένο. Προϋποθέτει πολλούς και ποικίλους παράγοντες. Ήτοι: Ότι το κτήμα θα διαχωρίζετο άμεσα. Ότι το Τμήμα Υδατοπρομήθειας θα ενέκρινε την ποιότητα και ποσότητα του νερού. Ότι θα καλύπτοντο οι απαιτήσεις της Δήλωσης Πολιτικής, δηλαδή οι προϋποθέσεις του Τμήματος Πολεοδομίας για τη συγκεκριμένη ανάπτυξη. Ότι τάχιστα θα εκδίδοντο πολεοδομικές άδειες και άδειες οικοδομής. Ότι θα εκτίζοντο και θα επωλούντο οι επαύλεις. Ότι θα υπήρχαν αγοραστές πρόθυμοι να αγοράσουν τις επαύλεις αυτές στις τιμές που της πρόσφεραν, δηλαδή €1.625.000 η κάθε μια. Παραγνωρίζεται βέβαια το γεγονός πως η αίτηση διαχωρισμού, εξεταζόταν ακόμη το έτος
  6. Παραγνωρίζεται το γεγονός, το οποίο αποδέχθηκε μάρτυρας της Ενάγουσας (Μ.Ε.4) ότι το 2009 είχε ξεκινήσει η κατάρρευση της οικονομίας. Συνεπώς κρίνεται πως αυτές οι ζημιές, πέραν του γεγονότος ότι δεν έχει αποδειχθεί η απαραίτητη αιτιώδης συνάφεια, αποτελούν απομακρυσμένη και έμμεση απώλεια, η οποία δεν αποζημιώνεται. Δεν έχει προκύψει από μαρτυρία ότι η Εναγόμενη κατά τη συνομολόγηση της σύμβασης γνώριζε ότι οι Ενάγουσες θα προέβαιναν σε ανέγερση 5 επαύλεων τις οποίες θα πωλούσαν στην τιμή των €6.500 το τ.μ. και συνεπώς θα υφίσταντο ανάλογη ζημιά από την ανέγερση και πώληση. Όπως ανωτέρω λέχθηκε, οι Ενάγουσες δεν δικαιούνται σε ακύρωση του συμβολαίου, ενόψει του ότι δεν αποδείχθηκε ότι δέχθηκαν οποιαδήποτε ψευδή παράσταση. Πέραν τούτου, να σημειωθεί πως οι Ενάγουσες έχουν λειτουργήσει με τρόπο επιδοκιμαστικό της σύμβασης, αφού όπως δηλώθηκε στις 16.3.2017 από το συνήγορο του, η Ενάγουσα 1 έχει πωλήσει και μεταβιβάσει το μερίδιο της προς την Ενάγουσα
  7. Συνεπώς δεν έχει τη δυνατότητα να το επιστρέψει στην Εναγόμενη, ακόμη και να διατασσόταν ακύρωση της σύμβασης. Χαρακτηριστικά αναφέρεται στο σύγγραμμα Π. Πολυβίου, Το Δίκαιο των Συμβάσεων, σελ. 334: «Σε περίπτωση που το αθώο μέρος αποφασίσει να ακυρώσει τη σύμβαση, τότε η σύμβαση ακυρώνεται και τα μέρη θα αποκατασταθούν στη θέση που ήταν πριν από τη συνομολόγηση της σύμβασης, νοουμένου ότι δεν υπήρξε απώλεια του δικαιώματος ακύρωσης. .......................................................... Το δικαίωμα ακύρωσης σύμβασης που υπόκειται σε ακύρωση ως αποτέλεσμα ψευδούς παράστασης ή απάτης ή και άλλων λόγων, χάνεται εκεί που η σύμβαση έχει επικυρωθεί από το αθώο μέρος με γνώση του τι είχε συμβεί, σε περιπτώσεις που υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην άσκηση του σχετικού δικαιώματος.» Παρανομία: Εικονικότητα Σύμβασης Τεκμήριο 1: Με την παράγραφο 12 της Έκθεσης Υπεράσπισης της η Εναγόμενη επικαλείται παρανομία στη σύμβαση, λόγω απόκρυψης του πραγματικού τιμήματος αγοράς/πώλησης. Ήδη αποτέλεσε εύρημα ότι το ποσό των €170.000 αποτελεί μέρος του τιμήματος αγοράς του ακινήτου το οποίο δεν αναγράφεται. Ο κ. Παπαδόπουλος εισηγείται πως η σύμβαση είναι εικονική διότι δεν αντικατοπτρίζει το τι συμφώνησαν εξ΄ ολοκλήρου τα μέρη και συνεπώς καθίσταται άκυρη. Ότι υπάρχει σχετική Κυπριακή Νομολογία για τις εικονικές συμβάσεις (sham contracts) που επιβεβαιώνει ότι δεν παράγουν έννομα αποτελέσματα και κανένα δικαίωμα δεν μπορεί να διεκδικηθεί ενώπιον Δικαστηρίου. Ακόμη, εισηγείται, και να μην τίθεται θέμα παρανομίας στη μη συμπερίληψη όλου του ποσού της τιμής πώλησης, η σύμβαση είναι άκυρη μόνο και μόνο για το λόγο ότι είναι εικονική. Προσέτρεξε σε αρκετή νομολογία, Κυπριακή και Αγγλική και επικαλέστηκε και Ελληνικά συγγράμματα για το «Δίκαιο της Δικαιοπραξίας», τα οποία ρυθμίζουν τα των εικονικών συναλλαγών. Όπως αναδεικνύεται από τις αποφάσεις Snook v. London and West Riding Investments Ltd
(1967)2 Q.B. 786, Hitch v. Stone [2001] EWCA Civ 63, αλλά και τα συγγράμματα Chitty on Contracts, 27η έκδοση, 1994, Τόμος ΙΙ, σελ. 626 και The Construction of Contracts Interpretation, Implication, Oxford University Press 2007, σελ. 53-541: ".The parties must have intended to create different rights and obligations from those appearing from (say) the relevant documents and in addition the must have intended to give a false impression of those rights and obligations to third parties." Για το σκοπό τούτο είναι επιτρεπτή η προσαγωγή εξωγενούς μαρτυρίας. Η κυπριακή νομολογία υιοθέτησε τις αρχές αυτές στις αποφάσεις που εδόθησαν και που αφορούν κυρίως ενοικιαγορές. Σχετικές η Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ v. Χινή
(2008)1 Β Α.Α.Δ. 818, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ v. Μιχαήλ, Πολιτική Έφεση 347/2008, ημερ. 23.1.
  1. Στις ανωτέρω υποθέσεις, ενώ η εμφανιζόμενη στο συμβόλαιο συναλλαγγή ήταν ενοικιαγορά κάποιου αντικειμένου, εντούτοις η πραγματική φύση της συναλλαγής αφορούσε δάνειο. Γι΄ αυτό και επετράπη εξωγενής μαρτυρία για αποκάλυψη της πραγματικής φύσης της συναλλαγής και τοιουτοτρόπως η σύμβαση ως εικονική, κρίθηκε άκυρη. Στα αναφερθέντα ελληνικά συγγράμματα, μια σύμβαση με αναγραμμένο μικρότερο από το πραγματικό τίμημα αγοράς, θεωρείται ως παράδειγμα εικονικής σύμβασης. Για τούτο, εισηγείται ο κ. Παπαδόπουλος, και η παρούσα σύμβαση, ως εικονική, είναι άκυρη. Πρέπει στο σημείο αυτό να τεθεί μια παρατήρηση. Πέραν του γεγονότος πως η αναφορά αυτή αφορά το Ηπειρωτικό Δίκαιο, εντούτοις, στο ίδιο σύγγραμμα εξηγείται, πως η σύμβαση καθίσταται άκυρη κατά το μέρος που αφορά το μικρότερο τίμημα. Αναφέρεται συγκεκριμένα στο σύγγραμμα Γενικές Αρχές του Αστικού Δικαίου του Γεωργιάδη, σελ. 483: «Πώληση με εικονικό τίμημα: Ειδικά στην περίπτωση πώλησης με εικονικό τίμημα, μικρότερο του πραγματικού, η οποία αποτελεί τον κανόνα στις αγοραπωλησίες ακινήτων και αποσκοπεί στη αποφυγή πληρωμής του συνόλου του φόρου μεταβίβασης (ν. 1587/1950), ισχύουν τα ακόλουθα: Η πώληση με το μικρότερο τίμημα είναι άκυρη ως εικονική (ΑΚ 138 1), ενώ η καλυπτόμενη πώληση με το μεγαλύτερο τίμημα είναι άκυρη στην έκταση που το μη αναγραφόμενο στο συμβόλαιο τίμημα δεν έχει περιβληθεί τον νόμιμο συμβολαιογραφικό τύπο (ΑΚ
  2. 1033). Στην περίπτωση αυτή πρέπει να γίνει δεκτή μερική ακυρότητα της καλυπτόμενης σύμβασης (ΑΚ 181). Δηλαδή, η καλυπτόμενη πώληση είναι έγκυρη αλλά μόνο για το τίμημα που αναγράφεται στο συμβόλαιο.» Στην κρινόμενη περίπτωση η συμφωνία Τεκμήριο 1 αποτελεί όντως μια αγοραπωλησία ακινήτου με αναγραφόμενο μικρότερο τίμημα αγοράς. Δεν αφορά μια άλλη συμφωνία, η οποία κρύβεται πίσω από το μανδύα της αγοραπωλησίας εμφανιζόμενη ως κάτι το διαφορετικό. Συνεπώς, κρίνεται πως δεν εμπίπτει στις εικονικές συμβάσεις. Παρανομία: Σχετικές με το θέμα της παρανομίας είναι οι πρόνοιες του άρθρου 23 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.
  3. Ο κ. Παπαδόπουλος ειδικά για την παρούσα περίπτωση όπου κρίθηκε πως δόθηκαν λεφτά «κάτω από το τραπέζι», επικαλέστηκε αποφάσεις επί του θέματος και τους Νόμους τους οποίους η συμφωνία καταστρατηγεί. Δηλαδή: Τον περί Κτηματολογικού και Χωρομετρικού Τμήματος (Τέλη και Δικαιώματα) (ΚΕΦ.219), το Νόμο περί Επιβολής και Είσπραξης Φόρου Κεφαλαιουχικού Κέρδους (Ν.52/80) και τον περί Χαρτοσήμου Νόμο (19/63). Η αντίθετη άποψη του κ. Αρτέμη υποστηρίζει πως η συμφωνία δεν ήταν παράνομη, διότι το ποσό των €170.000 δόθηκε για νόμιμη αντιπαροχή της δέσμευσης της Εναγόμενης για το διαχωρισμό του κτήματος. Εισηγείται δε πως σε περίπτωση που το Δικαστήριο δεν αποδεχθεί την εισήγηση του και καταλήξει ότι η καταβολή των €170.000 ήταν παράνομη, τότε η παρανομία περιορίζεται μόνο στο εν λόγω ποσό και δεν μολύνει τη συμφωνία αγοράς του επίδικου τεμαχίου. Εισηγείται ότι η παράνομη συνδιαλλαγή είναι διαιρετή από τη συμφωνία αγοράς η οποία ολοκληρώθηκε νόμιμα, και η συμφωνία αφορούσε την αγορά του ακινήτου και όχι την καταδολίευση του δημοσίου. Διαφοροποίησε δε την κρινόμενη περίπτωση από την υπόθεση Σωτήρης Ιωάννου v. Γεώργιου Μουσκάλλη κ.α.
(1997)1 Α.Α.Δ. 15 (την οποία επικαλέστηκε και ο κ. Παπαδόπουλος), διότι σκοπός δεν ήταν ποτέ η πραγματική αγορά του κτήματος αλλά η καταδολίευση του Δημοσίου. Προχωρεί δε περαιτέρω καταλήγοντας πως εάν το Δικαστήριο δεν συμφωνήσει με τη θέση αυτή, τότε μόνον η Ενάγουσα 2 θα πρέπει να υποστεί τις συνέπειες, εφόσον δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία ότι σε αυτή συμμετείχε με οποιοδήποτε τρόπο η Ενάγουσα 1. Γνωστές είναι οι αρχές που καθιέρωσε η νομολογία πως συναλλαγή η οποία απαγορεύεται από το Νόμο ή καταστρατηγεί τους σκοπούς του είναι εξ΄ υπαρχής άκυρη και χρήματα τα οποία καταβάλλονται βάσει εμφανώς παράνομης συμφωνίας δεν μπορεί να ανακτηθούν εκτός εάν η απαίτηση μπορεί να θεμελιωθεί σε βάση ανεξάρτητη από την παρανομία (Joseph El Alam v. Χριστόφορου Τουμαζίδη
(1998)1 Β Α.Α.Δ. 968). Εάν η αγωγή που εγείρεται από Ενάγοντα βασίζεται σε παράνομη συμπεριφορά, σε δόλο ή απάτη (ex turpi cause) τότε το Δικαστήριο θα αρνηθεί να παράσχει τη βοήθεια του. Η άρνηση του Δικαστηρίου δεν βασίζεται στη θέση και τα συμφέροντα του Εναγομένου αλλά σε λόγους δημόσιας πολιτικής που δεν επιτρέπου σε οποιονδήποτε να επικαλεστεί τη βοήθεια του Δικαστηρίου εάν το αποτέλεσμα θα είναι η εμπλοκή του Δικαστηρίου σε παρανομία (Το Δίκαιο των Συμβάσεων, σελ. 633, Πολυβίου). Στην υπόθεση Εταιρεία Ηλίας Λάζος Λτδ v. Νεοφύτου
(1997)1 Α.Α.Δ. 169, στην οποία δεν έχουν δηλωθεί όλα τα χρήματα για αγορά του ακινήτου, λέχθηκαν: «Η απόκρυψη του πραγματικού τιμήματος, στην έγγραφη σύμβαση, κατά το Δικαστήριο, αποσκοπούσε στην εξαπάτηση του δημοσίου, να μην καταβληθούν δηλαδή κατά τη μεταβίβαση οι υπό του νόμου προβλεπόμενοι φόροι και ταυτόχρονα να αποκρυβεί η πραγματική εισοδηματική κατάσταση της εφεσείουσας εταιρείας για σκοπούς φόρου εισοδήματος, ή βεβαίως, προσθέτουμε και εμείς, του κεφαλαιουχικού κέρδους του εφεσίβλητου, ή του ετήσιου εισοδήματός του.» Στην υπόθεση Πολυξένη Αρκαδίου, δια του πληρεξουσίου αντιπροσώπου αυτής Σάββα Αρκαδίου v. Porto Lara Estates Ltd
(2010)1 Α.Α.Δ. 2035, το Πρωτόδικό Δικαστήριο έκρινε παράνομη τη συμφωνία, αφού όπως ο Ενάγων ισχυριζόταν ότι το τίμημα πωλήσεως ήταν υψηλότερο του δηλωθέντος στο Κτηματολόγιο, και απέρριψε την αγωγή με την οποία αξίωνε το υπόλοιπο του τιμήματος, επικαλούμενο μεταξύ άλλων αποφάσεων την Λάζος (ανωτέρω). Το Εφετείο ακύρωσε την απορριπτική απόφαση και απέδωσε το υπόλοιπο του τιμήματος αναφέροντας πως η υπεράσπιση της παρανομίας δεν είχε δικογραφηθεί. Ότι στο Κτηματολόγιο δηλώθηκε η αξία του ποσού που όντως καταβλήθηκε σε χρήματα, αφού το υπόλοιπο θα εδίδετο σε μετοχές και ότι είχε δοθεί επαρκής εξήγηση για την ενέργεια αυτή. Στην Μουσκάλλης (ανωτέρω) εκείνο που έγινε ήταν ακριβώς η αναγραφή χαμηλότερου από το πραγματικό τίμημα πωλήσεως και εκρίθη παράνομη ενέργεια. Στην κρινόμενη περίπτωση, το τίμημα αγοράς καταβλήθηκε ολόκληρο και το επίδικο ακίνητο μεταβιβάσθηκε στους αγοραστές. Ουσιαστικά η συμφωνία ολοκληρώθηκε. Η παρούσα αγωγή διεκδικεί στη βάση της ανάληψης υποχρέωσης Τεκμήριο 2, το οποίο όμως, όπως οι ίδιες οι ενάγουσες επικαλούνται και το Δικαστήριο βρήκε, αποτελεί αναπόσπαστο μέρος και όρο της συμφωνίας Τεκμήριο 1. Η οποία αναγράφει μικρότερο από το πραγματικό τίμημα. Τα τέλη μεταβιβάσεως στο Τμήμα Κτηματολογίου πληρώθηκαν, όπως δέχθηκε αντεξεταζόμενος ο Μ.Ε.1, σύμφωνα με όση αξία το συμβόλαιο κατέγραφε. Η προσπάθεια του να πείσει ότι το Κτηματολόγιο καθορίζει μόνο του την αξία επί της οποίας θα καταβληθούν τέλη, δεν έπεισε. Εξάλλου, είναι αντίθετη τέτοια τακτική με τον ίδιο το Νόμο. Ο οποίος καθορίζει πως τα τέλη μεταβιβάσεως πληρώνονται σύμφωνα με την τιμή πώλησης του ακινήτου. Σε περίπτωση που τέτοια τιμή παρουσιάζεται χαμηλή, τότε το Τμήμα Κτηματολογίου προβαίνει σε δική του εκτίμηση δυνάμει της οποίας καταβάλλονται τα τέλη. Μικρότερη αξία συμβολαίου εξυπακούει μικρότερο φόρο κεφαλαιουχικών κερδών, μικρότερη αξία χαρτοσήμων και ενδεχομένως και άλλα οφέλη σχετιζόμενα με το Φόρο Εισοδήματος. Συνακόλουθα κρίνεται πως η σύμβαση ούσα παράνομη δεν παρέχει βάση για τις εγειρόμενες αξιώσεις. Η εισήγηση του κ. Αρτέμη για διαχωρισμό της συναλλαγής αναφορικά με το βαθμό συμμετοχής των Εναγουσών δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή εφόσον όταν μια δραστηριότητα κρίνεται παράνομη τότε δεν μπορεί να θεμελιωθεί θεραπεία διαχωρίζοντας πλασματικά βάσεις αγωγών που προέρχονται όμως από τα ίδια γεγονότα που μιαίνονται από παρανομία (Χριστοδούλου v. Vraets
(2009)1 A.A.Δ. σελ. 802). Καθήκον μετριασμού ζημιών: Δεδομένης της κατάληξης ότι οι Ενάγουσες δεν δικαιούνται σε αποζημιώσεις, θεωρώ ότι η υποχρέωση για μετριασμό των ζημιών τους αποκτά ακαδημαϊκή σημασία. Όμως: Για την περίπτωση που κριθεί λανθασμένο το ανωτέρω εύρημα, εξετάζεται και αυτό το θέμα. Το άρθρο 73 του περί Συμβάσεων Νόμου προσδιορίζει το καθήκον για μετριασμό των ζημιών ως εξής: «Κατά τον υπολογισμό της απώλειας ή της ζημιάς που προέκυψε από την παράβαση της σύμβασης πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα μέσα τα οποία υπήρχαν για θεραπεία της δυσχέρειας η οποία προκλήθηκε συνεπεία της μη εκτέλεσης της σύμβασης.» Στο σύγγραμμα Πολυβίου, στις σελίδες 777-779 αναγράφεται: «Ο ενάγων (το αθώο μέρος) έχει υποχρέωση να μετριάσει ή να μειώσει τη ζημιά του, δηλαδή τη ζημιά που προέκυψε από την παράβαση της σύμβασης από το υπαίτιο μέρος, παίρνοντας εύλογα μέτρα προς αυτή την κατεύθυνση. Εάν δεν το πράξει αυτό, τότε το Δικαστήριο θα μειώσει την αποζημίωση που θα επιδικάσει προς όφελος του, με βάση το σκεπτικό ότι η ζημιά που υπέστη ή μέρος αυτής δεν προκλήθηκε στην πραγματικότητα από την συμπεριφορά του υπαίτιου μέρους αλλά από δική του παράλειψη να λάβει εύλογα μέτρα με σκοπό τον μετριασμό της. Όπως η σχετική αρχή διατυπώνεται στην Αγγλική νομολογία, "(the law) imposes on a plaintiff the duty of taking all reasonable steps to litigate the loss consequent on the breach, and debars him from claiming any part of the damage which is due to his neglect to take such steps." Η Εναγόμενη δικογραφεί πως οι Ενάγουσες παρέλειψαν να λάβουν μέτρα μετριασμού των ζημιών και ως τέτοια προτείνουν την ανόρυξη διάτρησης και τη δημιουργία φυτείας. Για το πρώτο μέτρο δηλώθηκε από κοινού ότι τα έξοδα ανόρυξης διάτρησης ανέρχονται στις €30.
  1. Δεν προέβησαν οι Ενάγουσες σε τέτοιο μέτρο διότι πληροφορήθηκαν ότι έγινε παλαιότερα από τον πρώην ιδιοκτήτη αποτυχημένη προσπάθεια. Οι ίδιες όμως δεν δοκίμασαν κάτι τέτοιο. Έστω σε διαφορετικό μέρος ή σε διαφορετικό βάθος και να εξαντλήσουν με αυτό τον τρόπο την απαίτηση του άρθρου 27 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας Νόμου που απαιτεί όπως το ακίνητο αρδεύεται. Η δεύτερη προνοούμενη από την Εναγόμενη λύση είναι και αυτή αποδεκτή από το άρθρο
  2. Ο Μ.Ε.5 Μ. Παπανικολάου αλλά και ο Μ.Υ.3 Μαρδάς, αμφότεροι Κτηματολογικοί Λειτουργοί, ο μεν εν ενεργεία, ο δε αφυπηρετήσας από τη θέση του Πρώτου Κτηματολογικού Λειτουργού, δέχτηκαν ότι σύνηθες είναι το φαινόμενο οι διάφοροι επαγγελματίες ανάπτυξης γης να δημιουργούν φυτεία ώστε να καλύψουν την απαίτηση του Νόμου για διαχωρισμό. Ο τελευταίος αυτός μάρτυρας ήταν απόλυτα σαφής, ειλικρινής και τεκμηρίωνε όσα απαντούσε. Παρέπεμψε στην εγκύκλιο του Κτηματολογίου, ημερ. 14.3.2000 (Τεκμήριο 45) την οποία ακολουθούσαν και εξακολουθούν να ακολουθούν σχετικά με διαχωρισμό γης. Αναφερόμενος στα χαρακτηριστικά του επίδικου ακινήτου επιβεβαίωσε ότι αυτό έχει κλίση η οποία είναι περίπου 30 μοίρες, ότι το περπάτησε με ασφάλεια και πως εύκολα μπορεί να δημιουργηθεί φυτεία. Εκτίμησε πως η μέθοδος και τα δεδομένα που χρησιμοποίησε ο Ανδρέου (Μ.Υ.2) για να υπολογίσει την αξία και το κόστος της φυτείας ήταν ορθά και σύμφωνα με τα κτηματολογικά κριτήρια όπως αυτά περιλαμβάνονται στην εγκύκλιο. Ο Ανδρέου (Μ.Υ.2) με πείρα στην διαμόρφωση κήπων και φυτειών, είναι επαγγελματίας σχεδιαστής εξωτερικών χώρων, κήπων και περιβολιών με δέκα χρόνια εμπειρία και από το έτος 2008 δημιούργησε εταιρεία παροχής υπηρεσιών κηπουρικής, διαμόρφωσης και συντήρησης εξωτερικών χώρων, η οποία απασχολεί δέκα υπαλλήλους. Συνεργάζεται με ιδιώτες αλλά και επιχειρήσεις για τον σχεδιασμό και συντήρηση εξωτερικών χώρων. Είναι απόφοιτος πανεπιστημίου στον κλάδο της Μηχανολογίας και έχει παρακολουθήσει σεμινάρια στο εξωτερικό, στην Ελλάδα, Γερμανία και Ιταλία στους τομείς της γεωργίας και της κηπουρικής με ειδίκευση στο κλίμα, δέντρα και φυτείες της Μεσογείου. Αφού επισκέφθηκε το ακίνητο για να διαμορφώσει άποψη για σκοπούς δημιουργίας φυτείας ώστε να ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 27, εξήγησε ότι η καλύτερη επιλογή είναι φυτεία ελαιών, χαρουπιών ή αμυγδαλιών. Για τη δημιουργία φυτείας χρειάζονται περίπου 30 με 40 δέντρα ανά σκάλα, καθώς φυτεύεται ένα δέντρο σε κάθε 8 με 10 μέτρα γης. Μια φυτεία έκτασης 7 σκαλών, που θα κάλυπτε τα 3/5 της έκτασης του επίδικου κτήματος, δεν θα απαιτούσε πάνω από 280 δέντρα. Εκτίμησε πως το κόστος δημιουργίας φυτείας θα ανερχόταν στο ποσό των €45.000, ενώ το 2008 θα στοίχιζε 10% λιγότερα. Δεν απαιτούνται δόμες καθώς, όπως ανέφερε, η κλίση των 30 μέτρων επιτρέπει και σε ανθρώπους και σε μηχανήματα να έχουν πρόσβαση. Εξάλλου, υπέδειξε, βουνοπλαγιές ολόκληρες είναι φυτεμένες με δέντρα χωρίς δόμες. Αν γίνουν όμως δόμες θα αυξηθεί το κόστος ακόμη €3.000-4.
  3. Διαφώνησε με την εισήγηση ότι είναι αδύνατη η δημιουργία φυτείας στο επίδικο κτήμα λόγω του ότι η γη είναι άνυδρη ή βραχώδης. Το γεγονός ότι υπάρχουν ήδη δέντρα και άγρια βλάστηση στο επίδικο κτήμα δείχνει ξεκάθαρα την πιθανότητα δημιουργίας και ευδοκιμίας φυτείας εκεί. Ανεξαρτήτως τούτου, δεν υπάρχει κάτι που να εμποδίζει τη δημιουργία φυτείας σε βραχώδη γη. Για να δημιουργηθεί μια φυτεία, χρειάζεται πρώτα η προτεινόμενη περιοχή να σκαφτεί έτσι ώστε να απομακρυνθούν οποιεσδήποτε πέτρες, βράχοι, εμπόδια ή σκουπίδια πριν την τοποθέτηση δέντρων και λιπάσματος. Εκσκαφή σε μεγάλες εκτάσεις γης γίνεται συνήθως με εκσκαφέα, κάτι που δίνει τη δυνατότητα εκσκαφής σε βάθος μέχρι και ένα μέτρο, ακόμη και σε βραχώδη γη. Με αυτόν τον τρόπο, αυτός και η ομάδα του, δημιούργησαν φυτείας και κήπους σε πολύ πιο βραχώδεις και άγονες εκτάσεις γης από το επίδικο κτήμα. Αντεξεταζόμενος στην υποβολή ότι το χωράφι είναι χέρσο και δεν μπορεί να καλλιεργηθεί απάντησε: «Διαφωνώ 100% και έχω να σας πω και 100 λόγους, μάλιστα τώρα λοιπόν στο υφιστάμενο κτήμα υπάρχουν κυπαρίσσια, σιοινιές τζιαί άγρια βλάστηση, τα οποία είναι φυτεμένα χωρίς ύδρευση και βλάστησαν με τη βοήθεια των νερών χωρίς ύδρευση και αν θέλω να φυτέψω εγώ στο κτήμα τζιείνο, μπορώ άνετα να φυτέψω ξηρικά δέντρα. Καταρχήν δαμέ να βάλω μιαν παρένθεση, ήδη υπάρχει στο κτήμα τζιείνο, υπάρχουν τμήματα μικρού δάσους με χρήση εκσκαφών και τοποθέτησης χωμάτων τζιαί μπορούμε να φυτέψουμε ξηρικά δέντρα στο επίδικο κτήμα. Εκεί δηλαδή, σε σημεία που μας επιτρέπει, τα οποία είναι πάρα πολλά τα σημεία που μας επιτρέπει το επίδικο κτήμα να φυτέψουμε οτιδήποτε, άρα διαφωνώ πλήρως με τη σημασία της λέξης ότι αντιπροσωπεύει το συγκεκριμένο κτήμα, μιας και το είδα με τα μάτια μου, σας λέω ό, τι είδα με τα μάτια μου.» Η μαρτυρία του κ. Σταύρου (Μ.Ε.1) υπολογίζει και εκτιμά τα έξοδα δημιουργίας φυτείας σε €1.305.170,
  4. Ήταν μια εξωπραγματική τιμή κόστους με μοναδικό στόχο να υποδείξει ότι τέτοιο μέτρο ήταν αδύνατο. Υπερέβαλλε σε αρκετά σημεία της μαρτυρίας του εν αντιθέσει με το Μ.Υ.2 ο οποίος ως ειδικός επί του θέματος υπέβαλε μια τεκμηριωμένη θέση. Χαρακτηριστικά αναφέρεται πως θεωρεί απαραίτητη την ύπαρξη 17 δομών για τη δημιουργία των οποίων απαιτούνται 28 ημέρες για την κάθε μια και συνολικά 476 εργάσιμες ημέρες με κόστος €666.
  5. Θεωρεί ότι πρέπει να απασχολείται μόνιμο προσωπικό της εταιρείας, μεταξύ των οποίων διευθυντής με μισθό €2.000 μηνιαίως, να λειτουργήσει εκεί γραφείο, εργοτάξιο κ.λ.π.. Ουσιαστικά θεωρεί ότι είναι τόσο δύσκολη η δημιουργία φυτείας και θα διαρκέσει μεγάλο χρονικό διάστημα, πέραν των δύο ετών, που μπορεί να διερωτηθεί κάποιος, πως είναι δυνατόν να δημιουργηθούν επαύλεις με κήπο και πισίνα, σε χρόνο 12 μηνών ώστε να γίνονταν πωλήσεις το 2009 ή το 2010; Παρά τη μη αποδοχή της θέσης του κ. Σταύρου, το Δικαστήριο εκτιμά πως η λύση της δημιουργίας φυτείας δεν παρέχει άμεσα αποτελέσματα αφού για να θεωρηθεί φυτεία η οποία να ικανοποιεί τις απαιτήσεις του άρθρου 27 θα πρέπει να φτάσει σε τέτοιο ύψος και επίπεδα και να καρποφορήσει. Συνεπώς θα χρειαστεί περίοδο τουλάχιστον 4 χρόνια για να καρποφορήσει όπως δέχτηκε ο Μ.Υ.
  6. Την προϋπόθεση για καρποφορία των δέντρων όταν αυτά είναι οπωροφόρα απαιτεί το άρθρο 27 1(Β) του Νόμου Κεφ. 224 όπου και οι σχετικές οδηγίες και εγκύκλιοι (Τεκμήριο 45) που ακολουθεί το Κτηματολόγιο, όπου αναφέρει πως: «Προϋπόθεση είναι τα δένδρα (οπωροφόρα ή μη) ή τα φυτά να καλύπτουν τουλάχιστον συνεχόμενη έκταση για 1338 τ.μ. κάθε νέας μονάδας που προκύπτει και να είναι στις περιπτώσεις φύτευσης τους, σε κανονική διάταξη τοποθετημένα. Τα δένδρα θα πρέπει να είναι κάποιας ηλικίας, που στην περίπτωση των καρποφόρων δένδρων είναι η ηλικία έναρξης της κανονικής καρποφορίας.» Συνεπώς κρίνεται πως τέτοια προσπάθεια αν και επιτρεπτή από το Νόμο και εφαρμόσιμη από επαγγελματίες, είναι και δαπανηρή και χρονοβόρα και θεωρώ πως δεν θα προσφερόταν στην κρινόμενη περίπτωση. Εν κατακλείδι, ενόψει όλων όσων ανωτέρω εξηγούνται, η υπόθεση των Εναγουσών εναντίον της Εναγομένης απορρίπτεται. Παρά την αρχή ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα, εντούτοις ενόψει της παρανομίας της όλης συναλλαγής και της συμμετοχής της Εναγόμενης σ΄ αυτήν, κάθε διάδικος να επιβαρυνθεί τα έξοδα του (Γ. Χριστοδούλου κ.α. v. Antonius H.F.M. Vraets
(2009)Α.Α.Δ. 802). Δίδονται οδηγίες όπως η παρούσα απόφαση να μην ετοιμασθεί/εκδοθεί μέχρις ότου η σύμβαση Τεκμήριο 1, το οποίο καταχωρήθηκε από τις Ενάγουσες, χαρτοσημανθεί δεόντως, το οποίο παρά τις οδηγίες του Δικαστηρίου δεν χαρτοσημάνθηκε σύμφωνα με τον περί Χαρτοσήμων Νόμο 19/63 (Μaximos Court Ltd v. Χριστόφορου Πιερή κ.α.
(2001)1 Α.Α.Δ. 875). (Στην αναγραφόμενη τιμή συμβολαίου Τεκμήριο 1, να προστεθεί το ποσό των €170.000.) Απαίτηση Εναγομένης εναντίον Τριτοδιαδίκου: Η ευθύνη της Τριτοδιαδίκου για αποζημιώσεις ή συνεισφορά και έκδοση σχετικής απόφασης εναντίον της, προϋποθέτει ότι η Εναγόμενη έχει ήδη κριθεί υπεύθυνη και εκδοθεί απόφαση εναντίον της (Νικήτα v. Medcon Construction Limited κ.α. (ανωτέρω), Γεωργίου v. Φιλιαστίδη και Μανώλη
(2013)1 Α.Α.Δ. 516). Στην κρινόμενη περίπτωση η αγωγή εναντίον της Εναγόμενης έχει απορριφθεί. Ουσιαστικά η διαδικασία λαμβάνει τέλος με την απόρριψη της αγωγής. Όμως, για την περίπτωση που κριθεί λανθασμένη η κατάληξη αυτή, εξετάζεται και η σχετική αξίωση. Έκθεση Απαίτησης Εναγόμενης: Με το δικόγραφο της Έκθεσης Απαίτησης της η Εναγόμενη, αφού προβάλλει τις απαιτήσεις και αξιώσεις των Εναγουσών εναντίον της αναφέρει τα ακόλουθα: Στις 5.10.2017 η Εναγόμενη συνήψε συμφωνία αγοράς ακινήτου με την Τριτοδιάδικο δυνάμει της οποίας η δεύτερη πώλησε στην πρώτη το επίδικο ακίνητο του οποίου ετύγχανε ιδιοκτήτρια. Μεταβίβαση του ακινήτου επ΄ ονόματι της Εναγόμενης έγινε στις 21.2.
  1. Στις 22.2.2008 η Εναγόμενη επώλησε στην Ενάγουσα 1 το ακίνητο και επειδή η τελευταία αντιμετώπιζε οικονομική δυσκολία συνήφθηκε το δεύτερο επίδικο συμβόλαιο με αγοράστριες και τις δύο Ενάγουσες στις 22.4.
  2. Αναφορικά με την υπογραφή του Τεκμηρίου 2 η Εναγόμενη δικογραφεί ως εξής τα γεγονότα: «
  3. Κατόπιν παράκλησης ή/και παρότρυνσης ενός εκ των Διευθυντών ή/και Μετόχων της Ενάγουσας υπ΄ αρ. 2 κατά την υπογραφή του Δεύτερου Συμβολαίου πώλησης του επίδικου ακινήτου, στις 22.4.2008, η εναγόμενη επικοινώνησε με τον Διευθυντή ή/και μέτοχο της Τριτοδιαδίκου, Φάνο Θεοφάνους, ρωτώντας τον αν το τεμάχιο μπορούσε να αρδευτεί ώστε να χωρίζεται σε δίσκαλα.
  4. Ο πιο πάνω Διευθυντής ή/και μέτοχος της Τριτοδιαδίκου διαβεβαίωσε την Εναγόμενη ότι το κτήμα που βρίσκεται δίπλα στο επίδικο ανήκει στον ίδιο ή/και στην Τριτοδιάδικο ή/και σε άλλη εταιρεία που ελέγχει ή/και συνδέεται μαζί του και απέστειλε γραπτή βεβαίωση την ίδια στιγμή ημερ. 22.4.2008 ότι είχε νόμιμη διάτρηση από το διπλανό κτήμα και ότι θα παραχωρούσε το νερό και τη χρήση της γεώτρησης του στους μελλοντικούς αγοραστές του επιδίκου ακινήτου, ήτοι τις Ενάγουσες ή/και προς όφελος του ακινήτου.» Η Εναγόμενη βασιζόμενη στις ανωτέρω διαβεβαιώσεις υπέγραψε έγγραφο/δήλωση την οποίαν ετοίμασαν οι Ενάγουσες την ώρα υπογραφής του συμβολαίου, με την οποίαν επαναλάμβανε τα όσα είχε αναφέρει/και/ή επιβεβαιώσει σε αυτήν ο διευθυντής της Τριτοδιαδίκου. Μετά από πάροδο κάποιου χρονικού διαστήματος οι Ενάγουσες αντιμετώπιζαν προβλήματα στην αίτηση διαχωρισμού του επίδικου ακινήτου και χρειάζονταν κάποιο έγγραφο απευθείας από την Τριτοδιάδικο ώστε να καταστεί δυνατός ο διαχωρισμός. Η Τριτοδιάδικος εφοδίασε την Εναγόμενη με έγγραφο το κείμενο του οποίου ετοίμασαν οι Ενάγουσες σε επιστολόχαρτο της Τριτοδιαδίκου, με το οποίο βεβαίωνε ότι ως νόμιμος ιδιοκτήτης του ακινήτου αρ. τεμαχίου 134 στο οποίο βρίσκεται η διάτρηση, θα παραχωρούσε δικαίωμα άρδευσης στις Ενάγουσες. Αποτελεί τη θέση της Εναγόμενης ότι η ίδια το μόνο δικαίωμα που είχε, το εκχώρησε στις Ενάγουσες και ότι τη μόνη διαβεβαίωση που έδωσε ήταν εκείνη την οποίαν έλαβε από την Τριτοδιάδικο. Συνεπώς αξιοί εναντίον της Τριτοδιαδίκου απόφαση για οποιοδήποτε ποσό τυχόν διαταχθεί να καταβάλει στις Ενάγουσες. Έκθεση Υπεράσπισης Τριτοδιαδίκου: Η Τριτοδιάδικος, πέραν της παραδοχής της για την πώληση του επίδικου ακινήτου στην Εναγόμενη και την ακολουθήσασα μεταβίβαση του επ΄ ονόματι της, αρνείται ότι ο διευθυντής αυτής υπέγραψε το έγγραφο/δήλωση το οποίο ισχυρίζεται η Εναγόμενη με το οποίο δήθεν τη διαβεβαίωσε για την παραχώρηση δικαιώματος άρδευσης. Ουδέποτε συνέταξε και ουδέποτε απέστειλε τέτοιο έγγραφο, την ύπαρξη του οποίου έμαθε όταν η Εναγόμενη το επισύναψε ως τεκμήριο στην αίτηση για έκδοση κλήσης Τριτοδιαδίκου. Προβάλλεται περαιτέρω ο ισχυρισμός πως η Τριτοδιάδικος είναι ιδιοκτήτρια του τεμαχίου 134 (στο οποίο βρίσκεται η διάτρηση, πλην όμως είναι συνιδιοκτήτρια με τους David Christopher Buller και Gillian Margaret Buller και συνεπώς οποιαδήποτε παραχώρηση δικαιώματος νερού είχε ως προϋπόθεση συγκατάθεση και των συνιδιοκτητών. Καταλήγει πως δεν παραδέχεται την παραχώρηση της χρήσης της διάτρησης και του νερού από το εν λόγω τεμάχιο. Κύριο επιχείρημα και άξονας γύρω από τον οποίο περιστρέφεται η αξίωση της Εναγόμενης εναντίον της Τριτοδιαδίκου αποτελεί η δήλωση του όπως αναπτύσσεται στο Τεκμήριο
  5. Του οποίου το περιεχόμενο έχει καταγραφεί ανωτέρω και αποτέλεσε εύρημα του Δικαστηρίου ότι η Εναγόμενη εβασίσθη σε αυτό για να παραχωρήσει με τη σειρά της το Τεκμήριο
  6. Η υπεράσπιση της Τριτοδιαδίκου, τόσο μέσα από τα δικόγραφα, όσο και τη μαρτυρία του Φ. Θεοφάνους, διευθυντή αυτής, είναι να καταδείξει ότι αυτό είναι πλαστό. Ότι δεν συντάχθηκε, αλλά ούτε και υπογράφηκε ούτε και στάληκε από εκείνον. Το Δικαστήριο επί του θέματος τούτου, θεωρεί πιο ορθή και αξιόπιστη από τις μαρτυρίες που προσήχθησαν για το συγκεκριμένο έγγραφο, εκείνη της Τριτοδιαδίκου. Η Εναγόμενη, παρά το γεγονός ότι στην Έκθεση Απαίτησης εναντίον της Τριτοδιαδίκου δικογραφεί ότι συνομίλησε με τον κ. Φάνο Θεοφάνους και έλαβε σχετική διαβεβαίωση, δεν προωθεί τη θέση αυτή με τη μαρτυρία της. Αναφέρει πως εκείνος που συνομίλησε και που αργότερα έλαβε στο φαξ διπλανού γραφείου από το χώρο που βρισκόντουσαν και συζητούσαν, ήταν ο γαμπρός της, ο οποίος πηγαινοερχόταν με τον κ. Σταύρου (Μ.Ε.1). Αντίθετα, η θέση της Τριτοδιαδίκου ήταν από την αρχή σαφής και ξεκάθαρη. Δεν υποσχέθηκε και δεν υπόγραψε. Ειλικρινής, σαφής και αξιόπιστος κρίνεται ο κ. Θεφάνους, ο οποίος με σαφήνεια και χωρίς περιστροφές έθετε τις θέσεις, απόψεις και αντιρρήσεις του. Δέχθηκε ότι, παρά το γεγονός ότι δεν υπέγραψε το Τεκμήριο 17, ωστόσο υπέγραψε το Τεκμήριο 25 με το οποίο συμφωνούσε για τη μεταφορά νερού από το τεμάχιο 134 προς το επίδικο τεμάχιο και ανέφερε πως ήταν πρόθυμος να παρέχει χρήση του νερού διότι ο ίδιος χρησιμοποιούσε νερό από τον υδατοφράκτη για την άρδευση του τεμαχίου
  7. Δεν είχε κανένα κίνητρο και κανένα σκοπό να εξυπηρετήσει αρνούμενος το Τεκμήριο 17 και ταυτόχρονα αποδεχόμενος το Τεκμήριο 25 αφού είτε με τον ένα, είτε με τον άλλο τρόπο, έδιδε δικαίωμα στη μεταφορά νερού. Στη δεύτερη μάλιστα περίπτωση, εξυπηρετώντας απευθείας τις Ενάγουσες, ενώ δεν είχε καμιά συμβατική σχέση μαζί τους. Η μαρτυρία του Μ.Υ.2 Μάριου Μαρκίδη, γραφολόγου, του οποίου η εμπειρογνωμοσύνη δεν αμφισβητήθηκε από τους συνηγόρους των διαδίκων, κρίνεται μεστή και επιστημονικά τεκμηριωμένη. Εξήγησε ότι για την εργασία του, όπως αυτή εκτίθεται στην έκθεση του Τεκμήριο 48, χρησιμοποίησε τη συγκριτική αναλυτική μέθοδο και προέβη στα ακόλουθα ευρήματα: Η αμφισβητούμενη υπογραφή επί του Τεκμηρίου 17 δεν είναι γνήσια υπογραφή του κ. Θεοφάνους ενώ γνήσια είναι η υπογραφή επί του Τεκμηρίου
  8. Εξήγησε πως κατά την εξέταση εντόπισε ένα συνδυασμό γραφολογικών γνωρισμάτων, ο οποίος ενώ υπάρχει και επαναλαμβάνεται κατά τον ίδιο τρόπο σε όλα τα δείγματα υπογραφής του Θεοφάνους, εντούτοις, δεν εντοπίζονται στην αμφισβητούμενη υπογραφή του Τεκμηρίου
  9. Δέχθηκε ο μάρτυρας αντεξεταζόμενος πως το έγγραφο το οποίο εξέτασε (Τεκμήριο 17) ήταν φωτοαντίγραφο και είχε θέσει σχετική επιφύλαξη. Εξήγησε ότι σε εξαιρετικές περιπτώσεις, τις οποίες μνημονεύει στη σελίδα 18 της έκθεσης του, επιτρέπεται και είναι εφικτό να εξετάζονται φωτοαντίγραφα. Οι επιφυλάξεις είναι: «α. Να υπάρχουν φωτοτυπίες καλής και ευκρινούς εκτύπωσης. β. Να υπάρχουν συγκριτικά δείγματα χειρόγραφης γραφής ή υπογραφής ανύποπτου χρόνου και εάν είναι δυνατό πλησιόχρονα προς τα αμφισβητούμενα έγγραφα. γ. Η αντιπαραβολή των εγγράφων θα γίνει με την προϋπόθεση ότι οι αμφισβητούμενες υπογραφές ή η γραφή θα είναι σαφώς διαφορετικές από τις γνήσιες και η διαφορετικότητα θα φαίνεται με γυμνό οφθαλμό. δ. Οποιοδήποτε γραφολογικό συμπέρασμα, θα είναι με την επιφύλαξη ότι η έρευνα έγινε από φωτοτυπία και δυνατόν το συμπέρασμα να αλλάξει εάν η έρευνα γίνει από το πρωτότυπο.» Στην κρινόμενη περίπτωση, όπως παρατηρεί και ο συνήγορος της Τριτοδιαδίκου, δεν εδόθη πρωτότυπο σε αυτούς, αλλά φωτοαντίγραφο. Εξάλλου, ο κ. Μαρκίδης έχει εξηγήσει με σαφήνεια την εργασία και αποτελέσματα αυτής και ότι κατείχε και σύγκρινε υπογραφές του κ. Θεοφάνους οι οποίες ετέθησαν σε ανύποπτο χρόνο και οι οποίες πάντοτε παρέχουν αρκετή αξιοπιστία. Για το λόγο τούτο, ότι δεν είναι η Τριτοδιάδικος που ετοίμασε και απέστειλε το Τεκμήριο 17 επί του οποίου η Εναγόμενη βασίσθηκε, κρίνεται πως δεν υπάρχει ούτε στοιχειοθετείται οποιαδήποτε αθέτηση υπόσχεσης ή βεβαίωσης έναντι της. Εξάλλου, όπως ανωτέρω υποδείχθηκε, η Εναγόμενη δεν ανέφερε στη μαρτυρία της ότι εκείνη η ίδια συνομίλησε με τον κ. Θεοφάνους προς την οποία ο τελευταίος να έδωσε διαβεβαίωση. Συνεπώς, η αξίωση της Εναγόμενης εναντίον της Τριτοδιαδίκου απορρίπτεται. Έγινε εισήγηση από το συνήγορο της τα έξοδα να επιδικασθούν εναντίον των Εναγουσών κατ΄ εφαρμογή του Bullock Order. Η αρχή η οποία προκύπτει από την υπόθεση Bullock v. London General Omnibus Co and others
(1907)1 KB 204, έχει υιοθετηθεί και από την Κυπριακή νομολογία. Στην Κωνσταντινίδης v. Γεώργιου Ψαρά κ.α.
(2009)1 Α.Α.Δ. 1159, λέχθηκε ότι η διαταγή εξόδων τύπου Bullock τυγχάνει εφαρμογής, όταν ο Ενάγων βρίσκεται σε αμφιβολία ως προς το ποιος από δύο ή περισσότερους ενεχόμενους σε ένα συμβάν είναι ένοχος επίδειξης αμέλειας έναντι του και δεν μπορούσε με λογική προσπάθεια να εξακριβώσει τα γεγονότα που σχετίζονταν με την αμέλεια (Prolific Insurance Consultants Ltd v. Liberty Life Insurance Public Co Ltd κ.α.
(2010)1 Α.Α.Δ. 1069. Στην κρινόμενη περίπτωση οι Ενάγουσες είχαν άμεση συμβατική σχέση με την Εναγόμενη. Η τελευταία, εξέδωσε και επέδωσε ειδοποίηση Τριτοδιαδίκου και διεξήχθη σχετική διαδικασία. Η υπόθεση της Εναγόμενης εναντίον της Τριτοδιαδίκου απορρίφθηκε για τους λόγους που ανωτέρω καταγράφησαν. Συνεπώς, τα έξοδα θα ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της υπόθεσης. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ της Τριτοδιαδίκου και εναντίον της Εναγομένης, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Συνεπώς: Η αγωγή των Εναγουσών εναντίον της Εναγόμενης απορρίπτεται (ως αναφέρεται στις σελ. 63 και 64). Η αξίωση της Εναγόμενης εναντίον της Τριτοδιαδίκου απορρίπτεται (ως αναφέρεται στις σελ. 70 και 71). (Υπ.) ............... Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΜ Subject: Civil/Final Αναφορά: (Σύμβαση πώλησης -εικονικότητα -παρανομία - αποζημιώσεις - Τριτοδιάδικος) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.