← Κύπρος

USB BANK PLC ν. Λούκα Χρισοδούλου κ.α., Αρ. Αγωγής: 726/13, 15/2/2018

USB BANK PLC ν. Λούκα Χρισοδούλου κ.α., Αρ. Αγωγής: 726/13, 15/2/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2018:A46 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 726/13 Μεταξύ: USB BANK PLC Εναγόντων Και

  1. Λούκα Χρισοδούλου
  2. Γιαννάκη Γιαννακού Εναγομένων Ημερομηνία : 15/2/2018 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενο 2/ Αιτητή: κ. Χ. Φωτίου Για Ενάγοντες/ Καθ' ων η Αίτηση: κα Μ. Εύζωνα ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση αίτηση ημερομηνίας 3/4/2017 ο εναγόμενος 2/αιτητής, επιδιώκει την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης ημερομηνίας 7/6/2013 που εκδόθηκε εναντίον του «μέχρι την λήψη όλων των προβλεπόμενων από το Νόμο μέτρων εκτέλεσης εναντίον του πρωτοφειλέτη ». Το αίτημα αυτό συνάντησε την ένσταση των εναγόντων/καθ' ων η αίτηση, οι οποίοι και καταχώρησαν σχετική ειδοποίηση ένστασης. Οι θέσεις και τα επιχειρήματα των διαδίκων, καταγράφονται και προκύπτουν από την αίτηση, την ένσταση και τις ένορκες δηλώσεις που τις στηρίζουν, καθώς επίσης και από τις αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων τους, γι' αυτό και δεν θεωρώ αναγκαίο να τα παραθέσω. Ως ένας από τους λόγους ένστασης προβάλλεται η θέση ότι δεν εκτίθεται στη νομική βάση της αίτησης το συγκεκριμένο άρθρο του Νόμου στο οποίο βασίζεται. Όπως προκύπτει από το σώμα της αίτησης ο αιτητής θέτει ως νομική βάση τον Περί Ορισμένης κατηγορίας Εγγυητών Ν. 197(Ι)/2003και τις σύμφυτες εξουσίες του Δικαστηρίου. Παραλείπει όμως να αναφερθεί σε συγκεκριμένο άρθρο του Νόμου το οποίο και να προσδίδει εξουσία στο Δικαστήριο να εγκρίνει την αιτούμενη θεραπεία, όπως επίσης παραλείπει εντελώς να αναφερθεί στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας που δίδουν έρεισμα στην αίτηση. Στην υπόθεση Μαχλουζαρίδης v. Ιωαννίδη κ.α.

(1990)1 ΑΑΔ 965, το Ανώτατο Δικαστήριο συμφώνησε με τα όσα αποφασίσθηκαν στην Kouppa and Another v. Vassiliades
(1981)1 J.S.C 120 σε σχέση προς το δικονομικό πλαίσιο το οποίο διέπει την έγκυρη έγερση ενδιάμεσων αιτήσεων και αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «αποφασίστηκε ότι σε ενδιάμεση αίτηση ο καθορισμός του νομικού βάθρου, με αναφορά στο άρθρο ή άρθρα της νομοθεσίας και των θεσμών που το στοιχειοθετούν, αποτελεί, σύμφωνα με τις διατάξεις της Δ.48 θ.1 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, όρο απαράβατο για την εγκυρότητα του δικονομικού μέτρου. Το σκεπτικό του Δικαστηρίου στην υπόθεση Kouppa συνοψίζεται στο πιο κάτω απόσπασμα: "The specification of the rules relied upon in interlocutory proceedings is not, to my comprehension, a matter of mere formality but a substantive procedural provision that should be strictly adhered to. For interlocutory proceedings are proceedings of an extraordinary nature in that deliberations are made without a complete trial, the normal process through which a cause is ventilated before the Court. Hence procedural safeguards designed to elicit the questions in issue and put the matter in a proper perspective should be meticulously observed especially mandatory provisions like those set out in Ord. 48 r.
  1. It is no accident that the legal substratum of an application must, unlike the statement of claim, be specified for there are compelling reasons that side issues should be succinctly defined both legally and factually so that the Court may, without undue delay, deal with them and thus pave the way for the trial of the main issues in dispute." Σε μετάφραση: "Ο καθορισμός των θεσμών στους οποίους στηρίζεται το ενδιάμεσο δικονομικό μέτρο (αίτηση με κλήση) δεν είναι όπως κατανοώ μόνο θέμα τύπου αλλά ουσιαστική δικονομική διάταξη, η οποία πρέπει να ακολουθείται αυστηρά. εν όψει του ότι η ενδιάμεση διαδικασία συνιστά διαδικασία ασυνήθη χαρακτήρα για το λόγο ότι τα επίδικα θέματα εκδικάζονται έξω από το πλαίσιο της ολοκληρωμένης δίκης που αποτελεί τη συνήθη οδό για την εκδίκαση των επίδικων θεμάτων. Συνεπώς τα δικονομικά εχέγγυα τα οποία αποβλέπουν στον προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και του πλαισίου εκδίκασής τους πρέπει να τηρούνται με σχολαστικότητα ιδιαίτερα στην περίπτωση των επιτακτικών προνοιών της Δ.48 θ.
  2. Δεν είναι τυχαίο ότι το νομικό υπόβαθρο της αίτησης πρέπει, αντίθετα με την έκθεση απαιτήσεως, να καθορίζεται. συντρέχουν επιτακτικοί λόγοι που επιβάλλουν όπως παρεμφερή θέματα προσδιορίζονται τόσο νομικά όσο και πραγματικά με ακρίβεια ώστε το Δικαστήριο, χωρίς υπέρμετρη καθυστέρηση, να είναι σε θέση να τα εξετάσει και με αυτό τον τρόπο να επιστρώσει το έδαφος διά την εκδίκαση της ουσίας της διαφοράς». Όπως μεταγενέστερα αποφασίσθηκε στην Κουλέρμου v. Κουμπαρίδου
(2000)1 Α ΑΑΔ 493, μία αίτηση για να είναι έγκυρη πρέπει να αναφέρει το άρθρο του Νόμου ή τον Θεσμό που στοιχειοθετεί το νομικό βάθρο της αίτησης. Η παράλειψη του αιτητή να αναφέρει στην αίτηση του το συγκεκριμένο άρθρο του Νόμου, όπως επίσης και τους σχετικούς δικονομικούς θεσμούς και να την θέσει έτσι στην ορθή δικονομική της βάση, κρίνεται ότι είναι μοιραία για την τύχη της αίτησης. Ούτε βέβαια και η παράλειψη αυτή είναι δυνατόν να διασωθεί λόγω της προσεπίκλησης της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου, αφού πότε αυτή ασκείται είναι επίσης καλά νομολογημένο και γίνεται βάσει καλά νομολογημένων αρχών και οι οποίες δεν θα επέτρεπαν κάτι τέτοιο. Με βάση όλα τα πιο πάνω κρίνεται ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Για την περίπτωση όμως που κριθεί ότι λανθάνομαι θα προχωρήσω να εξετάσω την ουσία της αίτησης, η οποία όμως είναι και για ουσιαστικό λόγο καταδικασμένη σε αποτυχία. Και αυτό γιατί ο αιτητής παραλείπει παντελώς να αναφερθεί στην οικονομική κατάσταση ή την περιουσία του εναγόμενου 1 ο οποίος είναι ο πρωτοφειλέτης. Η εξουσία του Δικαστηρίου να διατάξει αναστολή εκτέλεσης απόφασης εναντίον εγγυητή, παρέχεται από το άρθρο 9 του Ν. 197(Ι)/03. Το άρθρο 10 καθορίζει τις περιπτώσεις κατά τις οποίες το Δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια μπορεί να διατάξει τέτοια αναστολή. Είναι σαφές από το εδάφιο
(1)(γ) του άρθρου 10, ότι το Δικαστήριο πρέπει να ικανοποιηθεί ότι ο πρωτοφειλέτης έχει την οικονομική δυνατότητα ή περιουσία που εκ πρώτης όψεως είναι αρκετή για να ικανοποιήσει την απόφαση. Στην εξεταζόμενη περίπτωση ο αιτητής παραλείπει παντελώς να αναφερθεί στην οικονομική κατάσταση ή περιουσία του πρωτοφειλέτη έτσι ώστε το Δικαστήριο να ήταν σε θέση να εξετάσει και να αξιολογήσει τον σημαντικότατο αυτό παράγοντα. Συνεπώς η αίτηση δεν θα μπορούσε να πετύχει και στην ουσία της. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος του αιτητή/εναγόμενου 2 και υπέρ των καθ' ων η αίτηση/εναγόντων όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Μ. Λάρμου-Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.