ΑΝΔΡΟΥΛΛΑ ΕΠΑΜΕΙΝΩΝΔΑ ΚΙΤΤΟΥ ν. ΠΑΜΠΟΣ ΕΠΑΜΕΙΝΩΝΔΑ ΚΙΤΤΟΥ, Αρ. Αίτησης: 41/2017, 13/2/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2018:A38 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ.Ι. Κίτσιου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 41/2017 Μεταξύ: ΑΝΔΡΟΥΛΛΑ ΕΠΑΜΕΙΝΩΝΔΑ ΚΙΤΤΟΥ, από την Πάφο Αιτήτριας και ΠΑΜΠΟΣ ΕΠΑΜΕΙΝΩΝΔΑ ΚΙΤΤΟΥ, από τη Λεμεσό Καθ΄ ου η Αίτηση και ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΚΟ ΛΕΙΤΟΥΡΓΟ ΠΑΦΟΥ ---------------- Ημερομηνία: 13.02.2018 Για Αιτήτρια: κα Μ. Σατολιά Για Καθ΄ου η Αίτηση: κα Ν. Αριστοδήμου για MANTIS & ATHINODOROU LLC ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα Αίτηση, (στο εξής η επίδικη Αίτηση), η Αιτήτρια ζητά διάταγμα με το οποίο να παρατείνεται η χρονική περίοδος για την κατάθεση, στο Κτηματολόγιο Πάφου, του Εγγράφου Διανομής για σκοπούς διαχωρισμού ακινήτου, ημερομηνίας 29.09.2000 το οποίο υπογράφηκε μεταξύ της και του Πάμπου Επαμεινώνδα Κίττου (στο εξής Καθ΄ ου η Αίτηση) καθώς και διάταγμα με το οποίο να επιτρέπεται η κατάθεση του εν λόγω εγγράφου στο Κτηματολόγιο και να υπογράψει η Αιτήτρια το έντυπο ΔΕ129 για την κατάθεση του. Η επίδικη Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της Αιτήτριας η οποία κάνει αναφορά στο γεγονός ότι είναι συνιδιοκτήτρια, κατά τα 2/3 μερίδια, με τον Καθ΄ ου η Αίτηση να είναι συνιδιοκτήτης κατά 1/3, του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 11855, Φ.Σχ.35/34, τεμάχιο 332, στο χωριό Ίνεια της Πάφου (στο εξής το ακίνητο). Στις 11.06.1998, σύμφωνα με την Αιτήτρια, ο Καθ΄ ου η Αίτηση υπέγραψε βεβαίωση ότι δεν έφερε ένσταση στην ανέγερση, εκ μέρους της, οικοδομής στο πιο πάνω συνιδιόκτητο ακίνητο (Τεκμήριο Α επί της ένορκης δήλωσης της Αιτήτριας). Στις 30.08.1999 εκδόθηκε άδεια οικοδομής (Τεκμήριο Β επί της ένορκης δήλωσης της Αιτήτριας) για ανέγερση κατοικίας. Στις 29.09.2000 η Αιτήτρια υπέγραψε συμφωνητικό έγγραφο διανομής (Τεκμήριο Γ επί της ένορκης δήλωσης της Αιτήτριας) με τον Καθ΄ ου η Αίτηση ως προς τον καθορισμό συγκεκριμένου μεριδίου για τον καθένα επί του ακινήτου. Στη συνέχεια η Αιτήτρια προχώρησε σε ανέγερση οικίας στο δικό της μερίδιο επί του ακινήτου. Στις 21.05.2001 υπογράφηκε μεταξύ των δύο νέα συμφωνία (Τεκμήριο Δ επί της ένορκης δήλωσης της Αιτήτριας) στην οποία αναφέρεται ότι η ανέγερση της κατοικίας θα ήταν υπό την αποκλειστική χρήση της Αιτήτριας. Επειδή η τελευταία ζούσε αρκετά χρόνια στο εξωτερικό και δε γνώριζε τη νομοθεσία, το 2007 όταν αποτάθηκε στο Κτηματολόγιο Πάφου, για πληροφορίες και εγγραφή της οικίας της επί του ακινήτου, της αναφέρθηκε ότι θα έπρεπε να υπάρχουν υπογραφές και από τους δύο συνιδιοκτήτες ώστε να προχωρήσει η διαδικασία. Της αναφέρθηκε επίσης ότι έπρεπε να χαρτοσημανθούν τα έγγραφα που αυτή είχε - πράγμα το οποίο έπραξε - καθώς και ότι η νομοθεσία δεν προνοούσε να κατατίθενται στο Κτηματολόγιο συμβάσεις διανομής. Σε άλλη περίπτωση όταν αποτάθηκε στο Κτηματολόγιο της αναφέρθηκε πως για να κατατεθεί στο Κτηματολόγιο η σύμβαση διανομής, που έκανε με τον Καθ΄ ου η Αίτηση, θα έπρεπε να υπογραφεί σχετικό έντυπο και από τους δύο συνιδιοκτήτες. Η επίδικη Αίτηση γίνεται καλόπιστα σύμφωνα με την Αιτήτρια και αν δεν εγκριθεί θα επηρεασθούν τα συμφέροντα της, ενώ καμία βλάβη στα συμφέροντα του Καθ΄ ου η Αίτηση θα επέλθει. Στην επίδικη Αίτηση ο Καθ΄ ου η Αίτηση καταχώρησε, στις 16.11.2017, Ειδοποίηση Περί Πρόθεσης Ένστασης, προβάλλοντας 15 λόγους ένστασης οι οποίοι εκφράζουν τις θέσεις ότι η Αίτηση είναι παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή νομικά αβάσιμη, δεν συντρέχουν οι νομοθετικές, συμβατικές και/ή απαραίτητες προϋποθέσεις για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, δεν είναι εύλογο και/ή δίκαιο υπό τις περιστάσεις να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, η δε σύμβαση που επιδιώκει η Αιτήτρια να καταθέσει είναι πολύ παλιά και/ή έχει παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα και δεν επιτρέπεται να κατατεθεί καθότι κατά το χρόνο που συνάφθηκε δεν ήταν δυνατή η κατάθεση της, αλλά και πως αυτή έχει καταστεί άκυρη και/ή ανεφάρμοστη καθ΄ ότι δεν περιλάμβανε ή δεν είχε ως μέρος της υπογραμμένο σχέδιο για διαχωρισμό ή διανομή, ουδέποτε συμφωνήθηκαν ή υπογράφηκαν σχέδια διανομής ή διαχωρισμού. Περαιτέρω, ότι μεταξύ της Αιτήτριας και του Καθ΄ ου η Αίτηση υπήρχε εξυπακουόμενος όρος να δοθεί δικαίωμα διάβασης γεγονός το οποίο καθιστά τη συμφωνία αόριστη και/ή μη πλήρη και δεν αποτελεί συμφωνία διανομής αλλά συμφωνία διαχωρισμού. Σε κάθε περίπτωση λόγω της αλλαγής ζώνης του ακινήτου από αγροτικό, κατά τον χρόνο υπογραφής της σχετικής συμφωνίας, σε οικιστικό σήμερα η συμφωνία έχει καταστεί άκυρη και/ή ακυρώσιμη. Για λόγους «ανωτέρας βίας», ήτοι της αλλαγής ζώνης, η συμφωνία δεν μπορεί να εγκριθεί και/ή έχει τερματιστεί και/ή είναι άκυρη και/ή ανεφάρμοστη. Οι λόγοι ένστασης υποστηρίζονται από ένορκη δήλωση του Καθ΄ ου η Αίτηση στην οποία αναφέρει πως, η Αιτήτρια δεν δίδει εξήγηση για την παράλειψη της να καταθέσει το έγγραφο διανομής στο Κτηματολόγιο για σκοπούς Ειδικής Εκτέλεσης και πως υπάρχει αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Περαιτέρω, ότι η συμφωνία ημερομηνίας 29.09.2000 δεν περιλάμβανε ή είχε ως μέρος της υπογραμμένο σχέδιο για διαχωρισμό ή διανομή. Ουδέποτε συμφωνήθηκαν ή υπογράφηκαν σχέδια διανομής ή διαχωρισμού ή διανομή μεταξύ της Αιτήτριας και του Καθ΄ ου η Αίτηση. Τα δε σχέδια που επισυνάπτονται ως μέρος της συμφωνίας (Τεκμήριο Δ) ήταν πρόχειρα και δεν έγιναν από πολιτικό μηχανικό. Η μη ύπαρξη υπογεγραμμένων σχεδίων για τη συμφωνία ημερομηνίας 29.09.2000 καθιστά τη συμφωνία αόριστη και/ή μη νόμιμη συμφωνία και/ή άκυρη και /ή ανεφάρμοστη. Όταν υπογράφτηκε η αναφερόμενη συμφωνία, ημερομηνίας 29.09.2000, ήταν με σκοπό διαχωρισμού. Όμως λόγω του ότι το χωράφι ήταν τότε αγροτικό τεμάχιο αλλά τώρα οικιστικό τα όποια συμφωνηθέντα δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν για σκοπούς διαχωρισμού αφού δεν έχουν ληφθεί υπ' όψη πρόνοιες για δρόμο και πράσινο που είναι απαραίτητο. Η ακροαματική διαδικασία της επίδικης Αίτησης διεξάχθηκε στη βάση της ένορκης δήλωσης που την υποστηρίζει και της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει τους λόγους ένστασης, ως επίσης στη βάση των αγορεύσεων των ευπαίδευτων συνηγόρων των δύο πλευρών. Ουδείς εκ των ενόρκως δηλούντων αντεξετάστηκε. Με τις πολύ βοηθητικές και επιμελημένες αγορεύσεις τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων, προώθησαν τις θέσεις των τελευταίων στην προσπάθεια τους να πείσουν το Δικαστήριο για την αποδοχή των εκατέρωθεν εκδοχών. Επανάληψη των προωθημένων θέσεων των διαδίκων δε κρίνεται χρήσιμη. Το Δικαστήριο τις διατηρεί κατά νου και θα τις αξιολογήσει, στο κατάλληλο στάδιο, σε συνδυασμό με τα επίδικα ζητήματα της επίδικης Αίτησης, στο βαθμό που αυτό θα κριθεί αναγκαίο για την αιτιολόγηση της απόφασης του. Νομική πτυχή: Το άρθρο 12 του Νόμου 81(Ι)/2011, όπως τροποποιήθηκε από το Ν.48(Ι)/2017, το οποίο περιλαμβάνεται στη νομική βάση της επίδικης Αίτησης, προβλέπει τα ακόλουθα: «
- Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, το Δικαστήριο δύναται, κατόπιν σχετικής αίτησης, να επιτρέψει την κατάθεση σύμβασης ή την έγερση αγωγής για ειδική εκτέλεση για συμβάσεις οι οποίες παραμένουν σε ισχύ και συνομολογήθηκαν σε οποιοδήποτε χρόνο, έστω και αν έχει παρέλθει η προβλεπόμενη για το σκοπό αυτό χρονική περίοδος, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου ή η προθεσμία κατάθεσής τους σύμφωνα με τις διατάξεις του καταργηθέντα με τον παρόντα Νόμο περί Πώλησης Γης (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου, ανάλογα με την περίπτωση, όταν κρίνει τούτο δίκαιο και εύλογο για την προστασία του αγοραστή.» Το ερμηνευτικό άρθρο 2 του Νόμου 81(Ι)/2011 στην ερμηνεία του όρου «σύμβαση» ορίζει ότι σημαίνει σύμβαση πώλησης ή ανταλλαγής ή εκχώρησης ή αντιπαροχής ή συμφωνία διανομής ακίνητης ιδιοκτησίας. Αξιολόγηση εκατέρωθεν εκδοχών και ευρήματα: Ως προς το αναγκαίο υπόβαθρο γεγονότων, για την επίλυση της παρούσας Αίτησης, επισημαίνεται πως από τη μελέτη των δύο ενόρκων δηλώσεων που τέθηκαν, αντίστοιχα από τις δυο πλευρές, ενώπιον του Δικαστηρίου, προκύπτει ότι στα ουσιώδη και καθοριστικά γεγονότα της υπόθεσης δεν υπάρχει διάσταση, είτε αυτά δεν αμφισβητούνται. Όπου υπάρχει διαφωνία είναι αναφορικά με την ερμηνεία που δίδεται από τις δύο πλευρές και στη σημασία των γεγονότων ή στην αντίληψη που η κάθε πλευρά έχει σχηματίσει, κυρίως ως προς τη φύση και το περιεχόμενο των εγγράφων που έχουν υπογραφτεί από τις δύο πλευρές. Διαπιστώνεται κατ΄ επέκταση πως, τα ουσιώδη γεγονότα που διέπουν την παρούσα Αίτηση είναι ότι, οι διάδικοι είναι συνιδιοκτήτες, η Αιτήτρια κατά 2/3 μερίδια και ο Καθ΄ ου η Αίτηση κατά 1/3 μερίδιο, στο ακίνητο με αριθμό εγγραφής 11855, Φ.Σχ. 35/34, τεμάχιο 332, στο χωριό Ίνεια της Πάφου. Στις 11.06.1998, ο Καθ΄ ου η Αίτηση υπέγραψε βεβαίωση (Τεκμήριο Α) ότι δεν έφερε ένσταση στην ανέγερση, εκ μέρους της Αιτήτριας, οικοδομής στο πιο πάνω συνιδιόκτητο ακίνητο. Στις 30.08.1999 εκδόθηκε άδεια οικοδομής (Τεκμήριο Β) για ανέγερση κατοικίας επί του ακινήτου στο όνομα της Αιτήτριας και άλλου προσώπου που δεν κατονομάζεται. Στις 29.09.2000 η Αιτήτρια υπέγραψε συμφωνητικό έγγραφο (Τεκμήριο Γ) με τον Καθ΄ ου η Αίτηση ως προς τον καθορισμό συγκεκριμένου μεριδίου για τον καθένα επί του ακινήτου και το διαχωρισμό αυτού. Στη συνέχεια η Αιτήτρια προχώρησε σε ανέγερση οικίας στο δικό της μερίδιο επί του ακινήτου. Στις 21.05.2001 υπογράφηκε μεταξύ των δύο νέα συμφωνία (Τεκμήριο Δ) με την οποία συμφωνήθηκε, μεταξύ άλλων, ότι η κατοικία που ανεγέρθηκε στο πιο πάνω ακίνητο, από την Αιτήτρια, ανήκει αποκλειστικά σ΄ αυτήν η οποία θα έχει την αποκλειστική κατοχή και χρήση της. Συμπέρασμα: Λαμβανομένης υπόψη της νομικής πτυχής που διέπει την επίδικη Αίτηση κρίνεται πως το Δικαστήριο θα πρέπει να επικεντρωθεί στις προϋποθέσεις που απαιτούνται από το άρθρο 12 του Ν.81(Ι)/2011 ξεκαθαρίζοντας από αυτό το στάδιο ότι οι λόγοι ένστασης με αριθμούς 8, 9, 10, 11, 13, 14, ως φαίνεται από το περιεχόμενο τους, δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο εξέτασης στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας και ως εκ τούτου απορρίπτονται ως απαράδεκτοι. Προφανώς αυτοί οι λόγοι αφορούν σε κατοπινό στάδιο, όταν και εφόσον καταχωρηθεί αγωγή για ειδική εκτέλεση, οπότε ο Καθ΄ ου η Αίτηση αναμένεται να προωθήσει τις εν λόγω θέσεις του τις οποίες θα συνυπολογίσει και εκτιμήσει το Δικαστήριο που θα αποφανθεί αν θα είναι δίκαιο να εκδώσει Διάταγμα Ειδικής Εκτέλεσης ή θα παραχωρήσει άλλη θεραπεία. Στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης δεν απαιτείται να αποδειχθεί κατά πόσο η φύση του εγγράφου (Τεκμήριο Γ) πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 3 καθ΄ ότι κάτι τέτοιο δεν προνοείται στο άρθρο 12, ενώ αντίθετα, προνοείται με τα άρθρα 16 και 16Α. Πάρα ταύτα, διερχόμενο το Δικαστήριο το Τεκμήριο Γ φαίνεται ότι αυτό πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 3 εκτός από τη μη κατάθεση του. Πρόκειται για γραπτή συμφωνία και αφορά σε ακίνητο που είναι εγγεγραμμένο στο Κτηματολόγιο Πάφου, άλλωστε αυτά τα δεδομένα δεν αμφισβητούνται, ωστόσο δεν έχει κατατεθεί εντός 2 μηνών από την ημερομηνία υπογραφής της, όπως προνοείτο στο Κεφ. 232 το οποίο ίσχυε πριν την κατάργηση του από το Ν.81(Ι)/
- Αποτελεί αντικείμενο αιτήματος στην παρούσα Αίτηση η παράταση της προθεσμίας καταχώρησης. Ως προβλέπεται στο άρθρο 12 του Ν.81(Ι)/2011 τέτοια δυνατότητα παράτασης παρέχεται και για τις περιπτώσεις - προθεσμίες του καταργηθέντα Νόμου Περί Πώλησης Γης (Ειδική Εκτέλεση) - Κεφ.
- Σε απάντηση του λόγου ένστασης αρ. 5, ο οποίος απορρίπτεται, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι ανεξάρτητα αν ήταν δυνατή η κατάθεση του συμφωνητικού εγγράφου, κατά το χρόνο που αυτό συνάφθηκε, η πρόνοια του άρθρου 12 είναι ξεκάθαρη, περιλαμβάνει και συμβάσεις που συνομολογήθηκαν σε οποιοδήποτε χρόνο ανεξάρτητα, προφανώς, αν ήταν επιτρεπτή στο παρελθόν η κατάθεση τους ή και αν έχει παρέλθει η προθεσμία κατάθεσης τους. Επανερχόμενο το Δικαστήριο στην ουσία της επίδικης Αίτησης, ό,τι θα πρέπει να το απασχολήσει σύμφωνα με το άρθρο 12 είναι κατά πόσο η υπό αναφορά σύμβαση - συμφωνητικό έγγραφο, (Τεκμήριο Γ), παρότι συνομολογήθηκε σε προγενέστερο χρόνο, παραμένει μέχρι σήμερα σε ισχύ. Από την προσαχθείσα ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία προκύπτει πως το συμφωνητικό έγγραφο που υπογράφηκε μεταξύ των διαδίκων δεν ακυρώθηκε. Ως εκ τούτου βρίσκεται σε ισχύ. Συνακόλουθα ο λόγος ένστασης αρ. 7, με τον οποίο προβάλλεται η θέση ότι οι συμφωνίες έχουν καταστεί άκυρες και ανεφάρμοστες, απορρίπτεται ως αβάσιμος αφού δεν υποστηρίζεται από οποιοδήποτε γεγονός - μαρτυρία του Καθ΄ ου η Αίτηση που να τον αποδεικνύει. Εν πάση περιπτώσει το κατά πόσο δύναται να εφαρμοστεί η συμφωνία ή όχι εξ' αιτίας των θέσεων που προβάλλονται στο λόγο ένστασης αρ. 7, θα πρέπει να εξετασθεί σε κατοπινό στάδιο. Ως εξήγηση για τη μη κατάθεση του εν λόγω συμφωνητικού από την Αιτήτρια δόθηκε η απουσία της, για αρκετά χρόνια, στο εξωτερικό γεγονός που δεν αμφισβητείται και ούτε προβάλλεται μαρτυρία περί του αντιθέτου. Κρίνεται ότι πρόκειται για ικανοποιητική και εύλογη εξήγηση. Ταυτόχρονα σημειώνεται ότι, εκ μέρους του Καθ΄ ου η Αίτηση, δεν έχει προβληθεί οποιοσδήποτε λόγος ικανός να στερήσει το δικαίωμα στην Αιτήτρια, το οποίο της παρέχεται ευθέως από το Νόμο, για να αποταθεί στο Δικαστήριο και με την άδεια του να καταθέσει το συμφωνητικό έγγραφο στο Κτηματολόγιο οπότε, προφανώς, θα ζητήσει την εκτέλεση ή την εφαρμογή του σε κατοπινό στάδιο, όπου, ο Καθ΄ ου η Αίτηση θα έχει κάθε δυνατή ευκαιρία να προβάλει τις θέσεις του επί της ουσίας πλέον της εφαρμογής του συμφωνητικού εγγράφου. Ως στοιχείο που συνυπολογίζεται από το Δικαστήριο, σε αιτήσεις ως η παρούσα, αποτελεί το δίκαιο και το εύλογο για την προστασία αγοραστή. Στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχει αγοραστής αφού δεν πρόκειται για σύμβαση αγοραπωλησίας, ωστόσο, εφόσον ο νομοθέτης ερμηνεύοντας και καθορίζοντας στον όρο σύμβαση ότι περιλαμβάνεται και η συμφωνία διανομής, τότε τα ίδια στοιχεία θα πρέπει, κατ΄ αναλογία, να συνυπολογίζονται στην περίπτωση των συμφωνιών διανομής, ως προς το κατά πόσο είναι προς όφελος ενός ή και περισσότερων συνιδιοκτητών ή ενός εκ των συμβαλλομένων σε συμφωνία διανομής ακίνητης ιδιοκτησίας. Είναι έκδηλο πως τυχόν απόρριψη της Αίτησης θα προδίκαζε από αυτό το στάδιο τη μη εφαρμογή του Συμφωνητικού - Τεκμήριο Γ - χωρίς αυτό να αποτελεί το αντικείμενο της. Αναφορικά δε με τη θέση του Καθ΄ ου η Αίτηση πως το συμφωνητικό έγγραφο - Τεκμήριο Γ - είναι έγγραφο διαχωρισμού και όχι συμφωνία διανομής, απορρίπτεται ως μη ικανή να διαφοροποιήσει την κρίση του Δικαστηρίου, καθ΄ ότι δεν νοείται διαφορά στη σημασία των δύο συμφωνιών, αφού εκείνο που επιχειρείται σε τέτοιες περιπτώσεις οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα, ήτοι το διαχωρισμό ενός συνιδιόκτητου ακινήτου στους δικαιούχους του σε συγκεκριμένα μερίδια ή έκδοση ξεχωριστών τίτλων, αν βέβαια συντρέχουν οι προϋποθέσεις που απαιτεί η σχετική νομοθεσία. Κρίνεται πως η αναφορά του Νόμου στο άρθρο 2 για συμφωνία διανομής είναι ταυτόσημη με την έννοια της συμφωνίας διαχωρισμού, η οποία όμως δεν οδηγεί αυτόματα στην εξασφάλιση άδειας διαχωρισμού γης ή οικοπέδων. Επιπλέον επισημαίνεται πως διαφαίνεται ότι, ο νομοθέτης τόσο με το άρθρο 16 αλλά και το άρθρο 16Α, τα οποία αποτελούν μεταβατικές διατάξεις, όπου δόθηκε παράταση των προθεσμιών για κατάθεση συμβάσεων στο Κτηματολόγιο, τηρουμένων όμως των προνοιών του άρθρου 3, κρίνεται πως την ίδια στιγμή ο νομοθέτης δεν αρκέστηκε μόνο σε αυτές τις περιπτώσεις, προκειμένου να δοθεί δυνατότητα κατάθεσης σύμβασης στο Κτηματολόγιο, αλλά έδωσε με το άρθρο 12 πρόσθετη δυνατότητα, σε κάθε ενδιαφερόμενο να αποταθεί μέσω του Δικαστηρίου πλέον αν απώλεσε την ευκαιρία που του δόθηκε διά των άρθρων 3, 16 και 16Α για να αποταθεί στο Κτηματολόγιο. Επαναλαμβάνεται και σημειώνεται πως το άρθρο 12 δεν προνοεί περί της τήρησης των προϋποθέσεων του άρθρου 3 προκειμένου να δοθεί παράταση κατάθεσης μίας σύμβασης από το Δικαστήριο, προφανώς, για να συμβαδίζει και με τις πρόνοιες του άρθρου 6
(2)όπου το Δικαστήριο, κατά την εκδίκαση αγωγής για ειδική εκτέλεση, δύναται να διατάξει τέτοια εκτέλεση σύμβασης, αν κρίνει δίκαιο και εύλογο, ακόμη και όταν η σύμβαση είναι προφορική. Στην προκειμένη περίπτωση τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου αίτημα παράτασης για κατάθεση γραπτής σύμβασης. Το Δικαστήριο έχοντας υπόψη όλα όσα έχουν τεθεί ενώπιον του δεν βλέπει λόγο γιατί να μην είναι δίκαιο ή εύλογο να δώσει στην Αιτήτρια τη δυνατότητα να καταθέσει τη γραπτή σύμβαση διανομής της ακίνητης περιουσίας της, λαμβανομένων υπόψη περαιτέρω και των συνεπειών τέτοιας κατάθεσης, όπως αυτές καθορίζονται στο άρθρο 5, κυρίως, το στοιχείο ότι το εμπράγματο βάρος που δημιουργείται με την κατάθεση της σύμβασης ακολουθεί τη σειρά προτεραιότητας που λαμβάνει με την κατάθεση της και συνεπώς δεν θα επηρεαστούν υφιστάμενα δικαιώματα ή προηγούμενες εγγραφές εμπραγμάτων βαρών. Αναφορικά με τους λόγους ένστασης αρ. 1 έως 6, 12 και 15, κρίνεται ότι αυτοί απαντώνται μέσα από τα όσα έχουν κριθεί ανωτέρω σχετικά με την ουσία της επίδικης Αίτησης και προφανώς, δεν γίνονται αποδεκτοί. Ειδικότερα, ως προς τον λόγο ένστασης αρ. 1, όπου γίνεται λόγος για παράτυπη και αντικανονική Αίτηση, σημειώνεται ότι τέτοιο ζήτημα δεν προωθήθηκε κατά την ακρόαση με συγκεκριμένη θέση. Ούτε και το Δικαστήριο εντοπίζει κάποια παρατυπία ή αντικανονικότητα στην επίδικη Αίτηση. Κλείνοντας την παρούσα απόφαση, έχοντας λάβει υπόψη την παραπομπή, από τον Καθ΄ ου η Αίτηση, στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση της Αικατερίνης (Κατερίνας) Θεοδώρου και της Ειρήνης Θεοδώρου, ημερομηνίας 07.11.2014, κρίνεται πως η εν λόγω απόφαση δεν δύναται να διαφοροποιήσει το συμπέρασμα του Δικαστηρίου καθότι, ο λόγος για τον οποίο ανατράπηκε η πρωτόδικη απόφαση, με την οποία εγκρίθηκε παράταση κατάθεσης σύμβασης στο Κτηματολόγιο, αφορούσε στην ύπαρξη παράλειψης επίδοσης της αίτησης στο αντισυμβαλλόμενο μέρος, γεγονός που κρίθηκε ως ζήτημα παραβίασης της φυσικής δικαιοσύνης. Ουδόλως αποφασίστηκαν ζητήματα όμοια με τα επίδικα θέματα της παρούσας Αίτησης. Συνακόλουθα όλων των πιο πάνω και δεδομένου ότι ουδείς λόγος ένστασης επιτυγχάνει κρίνεται ορθό και δίκαιο όπως επιτύχει η επίδικη Αίτηση για προστασία της Αιτήτριας, υπό την έννοια να της παρασχεθεί η εκ του Νόμου δυνατότητα να διεκδικήσει την Ειδική Εκτέλεση του συμφωνητικού εγγράφου - Τεκμήριο Γ - καταθέτοντας το στο Κτηματολόγιο. Κατ΄ επέκταση εκδίδονται διατάγματα με τα οποία: (α) Παρατείνεται η χρονική περίοδος κατάθεσης του Συμφωνητικού Εγγράφου ημερομηνίας 29.09.2000 - Τεκμήριο Γ - στο Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου εντός 2 μηνών από σήμερα το οποίο υπογράφηκε μεταξύ της Ανδρούλλας Επαμεινώνδα Κίττου και του Πάμπου Επαμεινώνδα Κίττου, και (β) Επιτρέπεται η κατάθεση του προαναφερόμενου Συμφωνητικού Εγγράφου στο Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου εντός της προαναφερόμενης προθεσμίας των 2 μηνών. Ακολουθώντας τον κανόνα ότι ο επιτυχών διάδικος δικαιούται τα έξοδα της διαδικασίας στην οποία δικαιώνεται, τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας - Αίτησης επιδικάζονται προς όφελος της Αιτήτριας και εναντίον του Καθ΄ ου η Αίτηση, ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................. Δ. Ι. Κίτσιος, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΙ Civil/ Final Subject: Παράταση χρόνου για κατάθεση στο κτηματολόγιο εγγράφου διανομής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο