← Κύπρος

Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Nichola Franco κ.α., Αρ. Αγωγής: 2311/12, 28/2/2018

Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Nichola Franco κ.α., Αρ. Αγωγής: 2311/12, 28/2/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2018:A64 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον : Κ. Σατολιά, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2311/12 Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Ενάγουσα και

  1. Nichola Franco
  2. Stratis Enterprises Ltd Εναγόμενοι 28.02.2018 Αίτηση για ανανέωση κλητηρίου εντάλματος Για την Ενάγουσα-Αιτήτρια : κα Μ. Σταυρινού για Νίκος Παπακλεοβούλου Δ.Ε.Π.Ε. Για την Εναγόμενη 2: κ. Κ. Μαυρόκωστας για Στυλιανός Ν. Χριστοφόρου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Απόφαση Στις 10.11.2017 η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Ενάγουσα στην υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αγωγή (που στο εξής θα καλείται «Αιτήτρια»), καταχώρησε την παρούσα αίτηση με την οποία ζητά: «
  3. Άδεια και/ή Διάταγμα για παράταση του χρόνου καταχωρήσεως αιτήσεως για έκδοση διατάγματος επιτρέποντος την ανανέωση του κλητηρίου εντάλματος στην υπό τον άνω αριθμό και τίτλο αγωγή εναντίον της Εναγομένης αρ. 2 και
  4. Άδεια και/ή Διάταγμα του Δικαστηρίου δίδον άδεια για ανανέωση του κλητηρίου εντάλματος στην υπό τον άνω αριθμό και τίτλο αγωγή για 6 μήνες από την ημερομηνία εκδόσεως του αιτηθησόμενου διατάγματος». Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.4 Θ.1,2, Δ.48 Θ.1,2,8

(1)(c)(qq), Δ.57 Θ.2 και Δ.64, στη διακριτική ευχέρεια και συμφυείς εξουσίες του δικαστηρίου, στους κανόνες επιείκειας και στη νομολογία και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Ανδρόνικου Σταυρινού, υπαλλήλου της Αιτήτριας, στην οποία εκτίθενται τα γεγονότα που διέπουν την υπό συζήτηση περίπτωση. Όπως αναφέρεται, η αγωγή καταχωρήθηκε στις 02.07.2012 και στις 21.03.2013 καταχωρήθηκε τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα κατόπιν διατάγματος του Δικαστηρίου, ημερομηνίας 17.02.2013. Στις 16.05.2013, εκ παραδρομής και/ή εκ λάθους, το οποίο έγινε καλόπιστα από τους δικαστικούς επιδότες, επιδόθηκε στην Εναγόμενη 2 (που στο εξής θα καλείται «Εναγόμενη») το αρχικό κλητήριο ένταλμα και όχι το τροποποιημένο, στο οποίο η τελευταία καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης. Η διαδικασία εναντίον της συνεχίσθηκε κανονικά, λόγω της λανθασμένης αντίληψης, ότι της είχε επιδοθεί το ορθό κλητήριο ένταλμα και καταχωρήθηκε υπεράσπιση από την πλευρά της και απάντηση από την πλευρά της Αιτήτριας, στη βάση του κλητηρίου εντάλματος πριν την τροποποίηση, και ακολούθως η υπόθεση ορίσθηκε σε αρκετές ημερομηνίες για οδηγίες και για ακρόαση. Στη συνέχεια η Εναγόμενη εντόπισε ότι η αγωγή διεξαγόταν με βάση το αρχικό και όχι το τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα, του οποίου δεν είχε λάβει γνώση και καταχώρησε αίτηση για παραμερισμό της επίδοσης. Έγινε έρευνα στο φάκελο του δικαστηρίου, από την οποία διαφάνηκε, ότι όντως, εκ λάθους και απροσεξίας, μετά την τροποποίηση επιδόθηκε στην Εναγόμενη το λανθασμένο κλητήριο ένταλμα και όχι το τροποποιημένο. Τα πιο πάνω γεγονότα εντόπισε και το Δικαστήριο στις 31.10.2017, που ήταν ορισμένη η υπόθεση, και σε συνεννόηση με τον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου αποφασίστηκε, ότι το τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα, το οποίο δεν είχε επιδοθεί στην Εναγόμενη, είχε λήξει και ότι όλη η διαδικασία που είχε γίνει μέχρι εκείνη την ημερομηνία ήταν ουσιαστικά άκυρη. Τα γεγονότα αυτά δεν μπορούσαν να εντοπισθούν νωρίτερα είτε από την πλευρά της Αιτήτριας ή από την πλευρά της Εναγόμενης ή από το Δικαστήριο, καθώς ο φάκελος του Δικαστηρίου είχε παράλληλα «απολεσθεί» για μεγάλο χρονικό διάστημα και γίνονταν προσπάθειες από το Πρωτοκολλητείο για εντοπισμό του, κάτι που επίσης συνέβαλε στον μη εντοπισμό της εν λόγω παρατυπίας και λάθους που έγινε καλόπιστα. Ως εκ των ανωτέρω η υπό τον άνω αριθμό και τίτλο αγωγή προωθήθηκε στη βάση λανθασμένου κλητηρίου κατά της Εναγόμενης και αυτή η διαδικασία που προωθήθηκε εναντίον της έχει ακυρωθεί[1]. Η Αιτήτρια ισχυρίζεται, ότι είναι εύλογο και δίκαιο όπως το Δικαστήριο εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα, ώστε να καταστεί δυνατή η επίδοση του τροποποιημένου κλητηρίου εντάλματος στην Εναγόμενη και να προχωρήσει εναντίον της η διαδικασία ορθά για να μπορέσει η Ενάγουσα να τύχει δικαστικής προστασίας και ότι συντρέχει καλός και ικανοποιητικός λόγος για ανανέωση του τροποποιημένου κλητηρίου εντάλματος, ενόψει και των όσων προηγήθηκαν και δη ένεκα του ότι η Εναγόμενη έλαβε γνώση της παρούσας αγωγής, εμφανίσθηκε στη διαδικασία και προέβαλε την υπεράσπισή της, υποδεικνύοντας ότι πρόκειται καθαρά για ένα καλόπιστο λάθος που μπορεί να θεραπευτεί με την έκδοση των αιτούμενων θεραπειών[2]. Περαιτέρω η Αιτήτρια επισημαίνει ότι στις 14.02.2014 εκδόθηκε διάταγμα ανανέωσης του κλητηρίου εντάλματος για περίοδο έξι μηνών από την έκδοσή του, λόγω της δυσκολίας εντοπισμού και επίδοσής του στην Εναγόμενη 1, τονίζοντας ότι το τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα είχε ισχύ μέχρι τις 14.08.2014 και ότι έληξε κατά τη συγκεκριμένη ημερομηνία και όχι προηγουμένως, καθώς και ότι εναντίον της Εναγόμενης 1 έχει επιδοθεί το ορθό κλητήριο ένταλμα και έχει ήδη εκδοθεί απόφαση[3]. Αποτελεί τέλος ισχυρισμό της Αιτήτριας ότι η Εναγόμενη έχει γνώση της παρούσας αγωγής η οποία εκκρεμεί εναντίον της και έχει λάβει μέρος στη διαδικασία αυτή ακόμη και αν αυτή η διαδικασία που προηγήθηκε θεωρείται άκυρη, ότι στο δικαστήριο παρέχεται πάντα η δυνατότητα να θεραπεύσει τη συγκεκριμένη παρατυπία και λάθος, ότι η διαδικασία που προηγήθηκε δεν μπορεί να παραγνωριστεί ή να αγνοηθεί ακόμη και αν αυτή στηριζόταν σε λανθασμένη βάση και ότι η συγκεκριμένη παρατυπία μπορεί να θεραπευτεί με την έκδοση των αιτούμενων θεραπειών καθότι σε περίπτωση μη έγκρισης της αίτησης και μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, η Αιτήτρια θα αδικηθεί κατάφωρα και θα απολέσει όλα της τα δικαιώματα[4]. Η αίτηση καταχωρήθηκε μονομερώς και με οδηγίες του δικαστηρίου, λόγω του ανωτέρω ιστορικού της υπόθεσης, επιδόθηκε στην Εναγόμενη, προκειμένου να της δοθεί η ευκαιρία να ακουσθεί, η οποία στις 15.12.2017 καταχώρησε ένσταση στην οποία γίνεται επίκληση έντεκα
(11)λόγων για τους οποίους η αίτηση πρέπει να απορριφθεί και πιο συγκεκριμένα διότι: «
  1. Η αίτηση του Αιτητή είναι νόμω αβάσιμη, ελαττωματική, αντικανονική και δεν συνάδει με τις πρόνοιες των σχετικών διατάξεων του Νόμου και δη των θεσμών περί Πολιτικής Δικονομίας αλλά και του άρθρου 30 του Συντάγματος και ως τέτοια θα πρέπει να απορριφθεί από το Σεβαστό δικαστήριο.
  2. Οι λόγοι που αναφέρονται στην αίτηση ανανέωσης του Κλητηρίου είναι γενικοί ή και αόριστοι ή και ατεκμηρίωτοι και η Ενάγουσα δεν έχει καταδείξει κάποιο καλό λόγο που να δικαιολογεί την αιτούμενη Ανανέωση.
  3. Καταστρατηγείται η αρχή της ταχείας διεκπεραίωσης των δικαστικών αποφάσεων αφού η Ενάγουσα αιτείται την ανανέωση του Κλητηρίου 4 χρόνια μετά την λήξη του.
  4. Τυχόν ανανέωση του Κλητηρίου θα καταπατούσε τα δικαιώματα της Εναγόμενης 2 για δίκαιη δίκη.
  5. Η Αίτηση για ανανέωση του Κλητηρίου υποβάλλεται με υπέρμετρη καθυστέρηση 4 χρόνια μετά την λήξη του Κλητηρίου και/ή 3 χρόνια μετά την λήξη της πρώτης παράτυπής ανανέωσής του.
  6. Το Διάταγμα ημερομηνίας 14/2/2014 το οποίο είχε εκδοθεί δυνάμει της Αίτησης ημερομηνίας 7/2/2014 για Ανανέωση του Κλητηρίου, είναι παράτυπο καθότι είχε στηριχθεί σε παραπλανητική μαρτυρία.
  7. Ο ομνύοντας δεν μπορεί να θεωρηθεί αξιόπιστος μάρτυρας αφού η Ένορκη του Δήλωση ημερομηνίας 10/11/2017 η οποία στηρίζει την παρούσα Αίτηση, έρχεται σε αντίθεση με την ένορκη του δήλωση ημερομηνίας 7/2/2014 στην οποία είχε στηριχθεί το Σεβαστό Δικαστήριο για να εκδώσει το Διάταγμα ημερομηνίας 14/2/
  8. Δεν συντρέχει κανένας λόγος για ανανέωση του Κλητηρίου Εντάλματος ημερομηνίας 2/7/2012 σε αυτό το χρονικό σημείο.
  9. Η Ενάγουσα είχε επιτύχει την πρώτη ανανέωση του Κλητηρίου Εντάλματος αποκρύπτοντας γεγονότα και/ή παραπλανώντας το Δικαστήριο.
  10. Η Εναγόμενη 2 μέχρι σήμερα, εκ των πραγμάτων, δεν είχε επίδοση της Αγωγής ως αυτή εκτίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου.
  11. Η Ενάγουσα επέδωσε το αρχικό Κλητήριο ημερομηνίας 2/7/2012 στην Εναγόμενη 2 στις 16/5/2013 ενώ το Κλητήριο είχε τύχει Τροποποίησης στις 21/3/2013 κάτι το οποίο ουδέποτε κοινοποιήθηκε στην Εναγόμενη 2». Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Πέτρου Στρατή, διευθυντή της Εναγόμενης, στην οποία αναπτύσσονται οι συγκεκριμένοι λόγοι για τους οποίους η πλευρά της Εναγόμενης θεωρεί ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Όπως αναφέρεται, στις 16.05.2013 επιδόθηκε στην Εναγόμενη το κλητήριο ένταλμα της αγωγής, το οποίο έφερε ημερομηνία καταχώρησης την 02.07.
  12. Η σχετική ένορκη δήλωση επίδοσης βρίσκεται στον φάκελο του Δικαστηρίου. Άμεσα ο διευθυντής της Εναγόμενης παρέδωσε το εν λόγω κλητήριο ένταλμα στους τότε δικηγόρους της Λ. Παπαφιλίππου & Σία ΔΕΠΕ, οι οποίοι καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης στις 03.06.2013, που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του φακέλου του Δικαστηρίου. Η Εναγόμενη στην πιο πάνω αγωγή ενάγεται ως εγγυητής της πρωτοφειλέτιδας Nichola Franco, Εναγόμενης 1, η οποία είναι Αγγλίδα υπήκοος. Μέχρι πρόσφατα και συγκεκριμένα μέχρι την 14.02.2017, τόσο ο διευθυντής της Εναγόμενης, όσο και οι τότε δικηγόροι του, θεωρούσαν ότι το κλητήριο ένταλμα ημερομηνία, 02.07.2012 δεν είχε επιδοθεί στην Εναγόμενη
  13. Στις 14.02.2017, ημερομηνία κατά την οποία παρουσιάστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου για σκοπούς ακρόασης της αγωγής, ενημερώθηκαν από το Δικαστήριο ότι εναντίον της Εναγόμενης 1 είχε εκδοθεί απόφαση μονομερώς στις 16.02.
  14. Την ίδια μέρα ζήτησαν να διεξάγουν έρευνα στο φάκελο του Δικαστηρίου, όπου και διαπιστώθηκε το εν λόγω γεγονός και ζήτησαν αντίγραφο της εν λόγω αίτησης. Από την έρευνα επίσης διαφάνηκε ότι στην Εναγόμενη 1 έγινε επίδοση εκτός δικαιοδοσίας στις 16.07.
  15. Κατά τη διεξαγωγή της έρευνας στο φάκελο του Δικαστηρίου διαπίστωσαν κάτι το οποίο αγνοούσαν τα τελευταία 4 και πλέον χρόνια. Ότι το κλητήριο ένταλμα είχε τροποποιηθεί στις 21.03.2013 δυνάμει διατάγματος ημερομηνίας 15.02.
  16. Από το φάκελο του Δικαστηρίου φαίνεται, ότι στην Εναγόμενη 1 είχε γίνει επίδοση εκτός δικαιοδοσίας του τροποποιημένου κλητηρίου εντάλματος και η απόφαση που εκδόθηκε εναντίον της ήταν με βάση το τροποποιημένο κλητήριο. Το εν λόγω γεγονός εξέπληξε τόσο το διευθυντή της Εναγόμενης, όσο και τους δικηγόρους του αφού η επίδοση του κλητηρίου στο πρόσωπό του έγινε μετά την έκδοση του διατάγματος τροποποίησης ημερομηνίας 15.02.2013 και μετά την καταχώρηση του τροποποιημένου κλητηρίου. Παρ' όλα αυτά στο διευθυντή της Εναγόμενης επιδόθηκε το αρχικό κλητήριο ένταλμα ημερομηνίας 02.07.2012[5]. Η Εναγόμενη ισχυρίζεται, ότι το γεγονός αυτό αποτελεί κατάφορη καταπάτηση των νομικών δικαιωμάτων της, αφού πρόκειται για κακή επίδοση η οποία δεν δύναται να διορθωθεί στο παρόν στάδιο της διαδικασίας, με την ανανέωση του κλητηρίου και/ή με οποιοδήποτε άλλο νομικό μέσο ειδικά μετά από 5 και πλέον χρόνια μετά την καταχώρηση της παρούσας αγωγής[6]. Ενόψει των ανωτέρω, στις 20.04.2017 οι τότε Δικηγόροι της Εναγόμενης καταχώρησαν αίτηση για παραμερισμό της επίδοσης, αλλά και της αγωγής που εκκρεμούσε. Η εν λόγω αίτηση παραμερισμού είχε ως αποτέλεσμα στις 31.10.2017 να αντιληφθεί το Δικαστήριο την παρατυπία της όλης διαδικασίας και αφού απορρίφθηκε η εν λόγω αίτηση, η αγωγή τέθηκε εκτός πινακίου μέχρι την επικείμενη αίτηση για ανανέωση του Κλητηρίου από πλευράς της Ενάγουσας με οδηγίες όπως γινόταν διά κλήσεως. Η Ενάγουσα καταχώρησε στις 10.11.2017 την παρούσα αίτηση ανανέωσης, η οποία επιδόθηκε στην Εναγόμενη στις 16.11.
  17. Στις 22.11.2017, που ήταν ορισμένη η παρούσα αίτηση, ζητήθηκε χρόνος από την Εναγόμενη, αφού ήθελε να προβεί στην αλλαγή των δικηγόρων που την εκπροσωπούσαν, λόγω διαφωνίας ως προς τον γενικότερο χειρισμό των υποθέσεων της και/ή των υποθέσεων των συνδεδεμένων με αυτή νομικών και φυσικών προσώπων που εκκρεμούσαν ενώπιον των Δικαστηρίων. Στις 11.12.2017 ο φάκελος της παρούσας υπόθεσης παραδόθηκε στους νέους δικηγόρους Στυλιανός Ν. Χριστοφόρου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ, οι οποίοι ενημέρωσαν το διευθυντή της Εναγόμενης, ότι καταχώρησαν ειδοποίηση αλλαγής δικηγόρου την επόμενη μέρα, ήτοι στις 12.12.2017[7]. Κατόπιν μελέτης του φακέλου της υπόθεσης από τους νέους δικηγόρους, διαφάνηκε ότι η Ενάγουσα δεν είχε κάνει λάθος μόνο στην επίδοση του κλητηρίου εντάλματος, για το οποίο ζητείται η ανανέωση, αλλά είχε κάνει λάθος και σε προηγούμενη αίτηση για ανανέωση του. Συγκεκριμένα, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ανανέωσης ημερομηνίας 07.02.2014, ο ομνύοντας Ανδρόνικος Σταυρινού, αναφέρει ψευδώς ότι η αγωγή καταχωρήθηκε στις 21.03.2013, κάτι το οποίο είναι παραπλανητικό αφού αυτόματα σημαίνει ότι το αρχικό κλητήριο θα έληγε την 21.03.2014, λίγες μέρες δηλαδή πριν την καταχώρηση της εν λόγω αίτησης. Η αναφορά αυτή είναι πλασματική και/ή ήταν προσπάθεια παραπλάνησης του δικαστηρίου για να εκδώσει το αιτούμενο Διάταγμα αφού το κλητήριο είχε καταχωρηθεί στις 02.07.2012[8]. Η Εναγόμενη ισχυρίζεται, ότι από τα πιο πάνω γεγονότα, τα οποία μπορούν να εξαχθούν αβίαστα και από το φάκελο του Δικαστηρίου, προκύπτουν τα εξής παράδοξα, τα οποία πρέπει να είναι καταλύτες ως προς την πορεία της επίδικης Αίτησης. Το κλητήριο ένταλμα που της επιδόθηκε στις 16.05.2013 δεν ήταν σε ισχύ, κατά την ημερομηνία επίδοσης του σε αυτή, αφού στις 21.03.2013 είχε καταχωρηθεί το τροποποιημένο. Με την έκδοση του διατάγματος τροποποίησης στις 15.02.2013 και την επίδοση αυτού στην Εναγόμενη 1 επήλθε η αυτόματη ακύρωση του αρχικού κλητηρίου εντάλματος. Η επίδοση του κλητηρίου το οποίο δεν ήταν σε ισχύ κατά την ημερομηνία επίδοσης του έχει ως αποτέλεσμα η επίδοση να είναι λανθασμένη και/ή άκυρη εξ αρχής. Το Διάταγμα τροποποίησης ημερομηνίας 21.03.2013 είχε ως αποτέλεσμα να γίνουν σημαντικές αλλαγές στο κλητήριο ένταλμα αφού τροποποιήθηκε η αξίωση της Ενάγουσας στην αγωγή και ως αποτέλεσμα τούτου οι Εναγόμενοι 1 και 2 ήταν και είναι συνεναγόμενοι στην ίδια αγωγή, αντιμετωπίζοντας διαφορετικές εκθέσεις απαίτησης και/ή γεγονότα και/ή αξιώσεις και/ή βάσεις αγωγής έκαστος κάτι το οποίο δεν θα έπρεπε να ίσχυε στην παρούσα περίπτωση αφού η αγωγή αφορούσε τη σχέση Πρωτοφειλέτη - Εγγυητή. Η Εναγόμενη τελούσε υπό πλάνη και/ή είχε άγνοια για 4 χρόνια ως προς τα πραγματικά γεγονότα και/ή αξιώσεις και/ή την πραγματική βάση της αγωγής, ενώ η υπεράσπιση που καταχωρήθηκε από πλευράς της Εναγόμενης στην αγωγή συντάχθηκε σε λανθασμένη βάση αφού τόσο ο διευθυντής της Εναγόμενης όσο και οι δικηγόροι του τελούσαν υπό πλάνη ως προς την πραγματική έκθεση απαίτησης. Το γεγονός ότι το κλητήριο ένταλμα ήταν άλλο από αυτό που επιδόθηκε στις 16.05.2013 επιφέρει αυτόματη ακύρωση, τόσο της επίδοσης, αλλά και του αρχικού κλητηρίου σε σχέση με την Εναγόμενη και δεν θα έπρεπε να είναι εφικτή η άρση της εν λόγω παρατυπίας και/ή λάθους τέσσερα και πλέον χρόνια μετά. Εάν το Δικαστήριο αποδεχθεί ότι η ανανέωση αφορούσε μόνο την Εναγόμενη 1 τότε το κλητήριο που αφορούσε την Εναγόμενη έληξε στις 02.07.2013, κάτι το οποίο θέτει την παρούσα αίτηση εκτός πλαισίου. Σε κάθε αντίθετη περίπτωση η παρατυπία στην ένορκη δήλωση ημερομηνίας 07.02.2014 είναι αρκετή για να κλονίσει την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την παρούσα. Πιο συγκεκριμένα η ένορκη δήλωση ημερομηνίας 07.02.2014 για ανανέωση του κλητηρίου ήταν λανθασμένη και περιείχε ψευδή δήλωση και ως τέτοια δεν έπρεπε να αποτελέσει οδηγό στο Δικαστήριο για να εκδώσει το Διάταγμα ανανέωσης ημερομηνίας 14.02.
  18. Ο ομνύοντας στην ένορκη δήλωση ημερομηνίας 07.02.2014 είναι ο ίδιος με την ένορκη δήλωση ημερομηνίας 10.11.2017, όπου αναφέρει δυο εντελώς διαφορετικά γεγονότα, κάτι το οποίο κλονίζει την αξιοπιστία του και συνεπώς κλονίζεται συθέμελα η παρούσα αίτηση. Το λάθος της ένορκης δήλωσης ημερομηνίας 07.02.2014 ενδεχομένως να επιφέρει παραμερισμό του εν λόγω διατάγματος και συνάμα παραμερισμό και της απόφασης εναντίον της Εναγομένης
  19. Κάτι τέτοιο θα διαφοροποιούσε την όποια υπεράσπιση της Εναγόμενης. Η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος ενδεχομένως να νομιμοποιήσει και το διάταγμα το οποίο εκδόθηκε στις 14.02.2014 κατόπιν λανθασμένης μαρτυρίας[9]. Σύμφωνα με την Εναγόμενη, όλα τα πιο πάνω συνηγορούν στο ότι η Ενάγουσα, ενόψει της υπέρμετρης καθυστέρησης από πλευράς της, αλλά και των λανθασμένων και παράτυπων πρακτικών που ακολούθησε, δεν δικαιούται στην συνέχιση της παρούσας διαδικασίας και συνεπώς δεν δικαιούται ούτε στην ανανέωση του κλητηρίου. Περαιτέρω, εφόσον τα δικαιώματα της Εναγόμενης ως εγγυητή της Εναγόμενης 1 επηρεάζονται από την έκδοση του διατάγματος, ημερομηνίας 14.02.2014, θα πρέπει το Δικαστήριο να εξετάσει σοβαρά και ενδεχόμενο παραμερισμού του εν λόγω Διατάγματος, το οποίο βασίστηκε σε λάθος μαρτυρία[10]. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων και στις γραπτές αγορεύσεις των ευπαίδευτων δικηγόρων της Αιτήτριας και της Εναγόμενης[11], οι οποίοι με νομική και ουσιαστική επιχειρηματολογία υποστήριξαν την αποδοχή των εκατέρωθεν θέσεών τους. Οι αρχές που διέπουν το ζήτημα της ανανέωσης κλητηρίου εντάλματος είναι καλά θεμελιωμένες στη νομολογία. Σύμφωνα με τη Δ.4, Θ.1, κλητήριο ένταλμα ισχύει για σκοπούς επίδοσης για 12 μήνες. Ο ενάγων μπορεί, πριν από τη λήξη της 12μηνης ισχύς του, να αποταθεί στο δικαστήριο για ανανέωση του για άλλους έξι μήνες. Το δικαστήριο έχει εξουσία για ανανέωση του κλητηρίου αν ικανοποιηθεί ότι καταβλήθηκαν εύλογες προσπάθειες για επίδοση που δεν τελεσφόρησαν ή για άλλο ικανοποιητικό λόγο. Οι ίδιες αρχές εφαρμόζονται ανεξάρτητα από το χρόνο υποβολής της αίτησης, άσχετα δηλαδή αν η αίτηση υποβλήθηκε πριν ή μετά την εκπνοή του κλητηρίου εντάλματος για σκοπούς επίδοσης (βλ. Nigerian Produce v. Sonora Shipping
(1979)1 C.L.R. 395). Ως προς τη φύση των λόγων που δυνατό να θεωρηθούν ότι ικανοποιούν αυτή τη διάταξη, χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στην υπόθεση Battersby v. Anglo- American Oil Co. [1944] 2 All E.R. 391, όπου στη σελ. 391 διαβάζουμε τα ακόλουθα: «In every case care should be taken to see that the renewal will not prejudice any right of defence then existing, and in any case it should only be granted where the court is satisfied that good reasons appear to excuse the delay in service as, indeed, is laid down in the order. The best reason, of course, would be that the defendant has been avoiding service, or that his address is unknown, and there may well be others. But ordinarily it is not a good reason that the plaintiff desires to hold up the proceedings while some other case is tried, or to await some future development. It is for the court and not for one of the litigants to decide whether there should be a stay, and it is not right that people should be left in ignorance that proceedings have been taken against them if they are here to be served.». Κλητήριο ένταλμα που δεν έχει επιδοθεί μέσα στους 12 μήνες από της εκδόσεως του παύει να βρίσκεται σε ισχύ μόνο για τους σκοπούς επίδοσής του. Δεν παύει όμως να είναι έγκυρο κλητήριο ένταλμα για όλους τους άλλους σκοπούς. Οι δε πρόνοιες της Δ.4 υπόκεινται σε επέκταση του χρόνου δυνάμει των προνοιών της Δ.57,Θ.2 (βλ. Stylianides v. Flair Fashion
(1982)1 CLR 786). Αποφασίστηκε στην υπόθεση The Cyprus Potato Marketing Board v. Thetis Shipping Co. PTE Ltd
(1988)1 A.A.Δ. 397, όπου η αίτηση για ανανέωση υποβλήθηκε μετά την εκπνοή της ισχύος του κλητηρίου εντάλματος, ότι η καταβολή λογικών προσπαθειών για την έγκαιρη επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στον εναγόμενο, αν αποδειχθεί, συνιστά ικανοποιητικό λόγο για την ανανέωση του[12]. Το δικαστήριο έχει μελετήσει με μεγάλη προσοχή τα επιχειρήματα των ευπαίδευτων δικηγόρων της Αιτήτριας και της Εναγόμενης[13], όπως και το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων, που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα. Η κάθε υπόθεση, βέβαια, έχει και κρίνεται με βάση τις δικές της ιδιαιτερότητες. Στην υπό συζήτηση περίπτωση από τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως αυτά προκύπτουν από τις ένορκες δηλώσεις, αλλά και επιβεβαιώνονται από το φάκελο της δικογραφίας, συνάγεται ότι η αγωγή καταχωρήθηκε σε κλητήριο ένταλμα ειδικά οπισθογραφημένο στις 02.07.
  1. Στις 05.02.2013 καταχωρήθηκε μονομερής αίτηση για έκδοση διατάγματος τροποποίησής της, το οποίο εκδόθηκε στις 15.02.
  2. Το τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα καταχωρήθηκε στις 21.03.
  3. Στις 16.05.2013 επιδόθηκε στην Εναγόμενη (στο διευθυντή της Πέτρο Στρατή) το κλητήριο ένταλμα, όπως ήταν πριν την τροποποίηση, και όχι το τροποποιημένο. Στις 03.06.2013 η Εναγόμενη καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης, στις 09.03.2015 καταχώρησε έκθεση υπεράσπισης και στις 06.07.2015 η Ενάγουσα[14] καταχώρησε απάντηση στην έκθεση υπεράσπισης της Εναγόμενης. Μετά τη συμπλήρωση των δικογράφων, κατόπιν αίτησης ορισμού των δικηγόρων της Ενάγουσας, η αγωγή ορίσθηκε για πρώτη φορά για οδηγίες στις 16.10.
  4. Παρεμβάλλεται, ότι στις 14.02.2014 εκδόθηκε διάταγμα ανανέωσης του τροποποιημένου κλητηρίου εντάλματος για περίοδο έξι μηνών από την έκδοσή του, κατόπιν μονομερούς αίτησης της Ενάγουσας, ημερομηνίας 07.02.2014, καθώς και ότι στις 16.02.2015 εκδόθηκε απόφαση εναντίον της Εναγόμενης 1, στη βάση του τροποποιημένου κλητηρίου εντάλματος, στα πλαίσια μονομερούς αίτησης, λόγω μη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης. Όπως προκύπτει από σχετικό πρακτικό του Δικαστηρίου, ημερομηνίας 28.04.2016, ο φάκελος της αγωγής δεν τέθηκε ενώπιον του στις 16.10.2015 (στην επιστολή του Πρωτοκολλητή που επισυνάπτεται στο πρακτικό του Δικαστηρίου δεν αναφέρονται οι λόγοι), αλλά μόλις κατά την πιο πάνω ημερομηνία (28.04.2016), οπότε το δικαστήριο την όρισε για οδηγίες στις 19.05.
  5. Στις 19.05.2016 οι δικηγόροι της Ενάγουσας και της Εναγόμενης ζήτησαν οδηγίες για αποκάλυψη εγγράφων, τις οποίες εξέδωσε το δικαστήριο, ορίζοντας την υπόθεση για οδηγίες στις 04.07.
  6. Η Ενάγουσα καταχώρησε την ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων στις 17.06.2016 και η Εναγόμενη στις 08.07.
  7. Στις 04.07.2016 η αγωγή ορίσθηκε για ακρόαση στις 15.11.
  8. Στις 15.11.2016 η Εναγόμενη υπέβαλε αίτημα αναβολής της ακρόασης για το λόγο, ότι «η συγκεκριμένη αγωγή συνδέεται με άλλες πέντε υποθέσεις οι οποίες βαίνουν σε τροχιά διευθέτησης και διότι η συγκεκριμένη αγωγή αφορά υποθήκη και είναι μέρος μιας υποθήκης σε άλλη υπόθεση που βρίσκεται ενώπιον Προέδρου Ε.Δ. Λευκωσίας», η Ενάγουσα συμφώνησε στην αναβολή και το Δικαστήριο, εγκρίνοντας το αίτημα, την ανέβαλε για τις 14.02.
  9. Στις 14.02.2017 ο δικηγόρος της Ενάγουσας ζήτησε αναβολή της ακρόασης για το λόγο, ότι αντιμετώπιζε πρόβλημα υγείας που δεν του επέτρεπε να χειριστεί την ακρόαση της υπόθεσης και πέραν αυτού διότι ήταν με την εντύπωση «ότι θα βρισκόταν συμβιβαστική λύση, η οποία μόλις χτες το απόγευμα έγινε αντιληπτό ότι ναυαγεί και ως εκ τούτου δεν έχω διαθέσιμο μάρτυρα, οι οποίοι θα έρχονταν από την Λάρνακα». Ο δικηγόρος της Εναγόμενης έφερε ένσταση στο αίτημα, επειδή δεν είχε ενημερωθεί και ως εκ τούτου είχε προετοιμασθεί για την ακρόαση. Το Δικαστήριο ενέκρινε το αίτημα και όρισε την υπόθεση για οδηγίες στις 16.03.2017, μετά από σχετική εισήγηση[15] του δικηγόρου της Ενάγουσας, στο οποίο δεν έφερε ένσταση ο δικηγόρος της Εναγόμενης. Στις 16.03.2017 ζητήθηκε από κοινού νέα ημερομηνία για οδηγίες, για το λόγο ότι συνεχίζονταν οι συζητήσεις με σκοπό τη διευθέτηση της υπόθεσης, η οποία, όπως αναφέρθηκε, συνδεόταν με άλλες τέσσερις υποθέσεις με τους ίδιους διαδίκους, και το Δικαστήριο όρισε την υπόθεση για οδηγίες στις 18.05.
  10. Στο μεσοδιάστημα και πιο συγκεκριμένα στις 20.04.2017 η Εναγόμενη καταχώρησε αίτηση για παραμερισμό της επίδοσης σε αυτή του κλητηρίου εντάλματος, για παραμερισμό του αρχικού και του τροποποιημένου κλητηρίου εντάλματος και για απόρριψη της αγωγής, η οποία ορίσθηκε επίσης στις 18.05.
  11. Τόσο η ανωτέρω αίτηση, όσο η αγωγή ορίσθηκαν ακολούθως για οδηγίες στις 01.06.2017 και στις 27.06.2017 και στη συνέχεια ορίσθηκαν στις 18.10.2017, η μεν αίτηση για ακρόαση, ενόψει της καταχώρησης ένστασης από την Ενάγουσα, η δε αγωγή για οδηγίες. Ενδιαμέσως και πιο συγκεκριμένα στις 06.10.2017 η Εναγόμενη καταχώρησε αίτηση για αντεξέταση της ενόρκως δηλούσας στην ένσταση της Ενάγουσας, η οποία ορίσθηκε στις 31.10.
  12. Στις 18.10.2017, η δικηγόρος της Εναγόμενης ζήτησε αναβολή της ακρόασης της αίτησης, ημερ. 20.04.2017 και όπως παραμείνει για οδηγίες στις 31.10.2017, που ήταν ορισμένη η αίτηση, ημερομηνίας 06.10.2017, η δικηγόρος της Ενάγουσας συμφώνησε και το Δικαστήριο την όρισε για οδηγίες στις 31.10.
  13. Στις 31.10.2017, αφού, τόσο οι δικηγόροι των διαδίκων, όσο και ο Πρωτοκολλητής του Δικαστηρίου, αλλά και το ίδιο το Δικαστήριο, μετά από επιθεώρηση του φακέλου της υπόθεσης, διαπίστωσαν, ότι στις 16.05.2013 είχε επιδοθεί στην Εναγόμενη το κλητήριο ένταλμα, όπως ήταν πριν την τροποποίηση, και όχι το τροποποιημένο και αφού ο Πρωτοκολλητής καταχώρησε στο φάκελο ειδοποίηση ότι το κλητήριο ένταλμα (όπως είχε διαμορφωθεί μετά την τροποποίηση) δεν είχε επιδοθεί στην Εναγόμενη και ως εκ τούτου είχε παύσει να ισχύει, σύμφωνα με τη Δ.4 Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η δικηγόρος που εμφανιζόταν για την Εναγόμενη, διαπιστώνοντας ότι οι αιτήσεις, ημερομηνίας 20.04.2017 και 06.10.2017 ήταν άνευ αντικειμένου, ζήτησε άδεια να τις αποσύρει άνευ βλάβης και χωρίς έξοδα, ο δικηγόρος της Ενάγουσας δεν έφερε ένσταση και το Δικαστήριο τις απέρριψε, με δικαίωμα καταχώρησης νέας, χωρίς έξοδα. Μετά από τα πιο πάνω γεγονότα ακολούθησε η καταχώρηση της υπό συζήτηση αίτησης. Είναι χρήσιμο επίσης να καταγραφεί, ότι στις 12.12.2017 ο δικηγορικός οίκος Στυλιανός Ν. Χριστοφόρου & Συνεργάτες καταχώρησε στο φάκελο της υπόθεσης ειδοποίηση για την αντικατάσταση των μέχρι τότε δικηγόρων της Εναγόμενης, Λ. Παπαφιλίππου & Σία Δ.Ε.Π.Ε., συνοδευόμενη από σχετικό διοριστήριο της Εναγόμενης, με κοινοποίηση προς το δικηγόρο της Ενάγουσας και ότι, όπως προκύπτει από το φάκελο της υπόθεσης, παρά την πιο πάνω αλλαγή των δικηγορικών οίκων που εκπροσωπούσαν την Εναγόμενη, ο δικηγόρος που χειριζόταν πάντοτε την υπόθεσή της ήταν ο κ. Κώστας Μαυρόκωστας. Στη βάση των πιο πάνω γεγονότων, τα οποία το δικαστήριο σκόπιμα παρέθεσε σε έκταση, κρίνεται, ότι δικαιολογείται η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Είναι πρόδηλο, ότι η υπό συζήτηση δεν είναι η περίπτωση, όπου η ανανέωση θα επηρεάσει οποιοδήποτε δικαίωμα της υπεράσπισης ή όπου ο Ενάγοντας δεν καταβάλλει εύλογες προσπάθειες για να επιδώσει την αγωγή ή που καθυστερεί αδικαιολόγητα να την επιδώσει ή δεν την επιδίδει, παρόλο που κάτι τέτοιο είναι εφικτό, είτε προκειμένου να εκδικασθεί κάποια άλλη υπόθεση, είτε αναμένοντας κάποιες άλλες (εξωδικαστικές) εξελίξεις, αφήνοντας εσκεμμένα τον Εναγόμενο σε άγνοια για την ύπαρξή της. Στην προκείμενη περίπτωση η Αιτήτρια γνωστοποίησε στην Εναγόμενη την ύπαρξη της αγωγής σε σύντομο χρόνο μετά την τροποποίηση του κλητηρίου εντάλματος. Γεγονός που κινητοποίησε την Εναγόμενη, η οποία αναμείχθηκε, ως είχε δικαίωμα, ενεργά στη διαδικασία, με την καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης και υπεράσπισης. Έκτοτε και μέχρι τη διαπίστωση της παρατυπίας στην επίδοση, οι διάδικοι δεν έμειναν μόνο στις δικογραφημένες θέσεις τους, αλλά προχώρησαν και σε ουσιαστικές συζητήσεις για διευθέτηση της υπόθεσης, οι οποίες τελικά δεν ευδοκίμησαν. Όλα τα ανωτέρω καταδεικνύουν ότι η συγκεκριμένη παρατυπία, σε σχέση με την πλευρά της Αιτήτριας δεν ήταν παρά ένα καλόπιστο λάθος, το οποίο βεβαίως, σε κάθε περίπτωση, θα μπορούσε να αποφευχθεί με την επίδειξη εύλογης επιμέλειας, κατά τη διαδικασία επίδοσης της αγωγής, και σε σχέση με την πλευρά της Εναγόμενης ότι δεν την εμπόδισε από το να προβάλλει και να υπερασπιστεί τις θέσεις της, κατά τον τρόπο που η ίδια θεωρούσε ότι εξυπηρετούνταν τα συμφέροντά της. Εξ' ου και ότι, παρά τη διαπίστωση της παρατυπίας και παρά την ένσταση στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, η Εναγόμενη καταχώρησε στις 12.12.2017 την ειδοποίηση για αντικατάσταση του δικηγορικού οίκου που την εκπροσωπεί στην αγωγή, με αποτέλεσμα, όλως παραδόξως, από τη μια να ζητά την απόρριψη της αίτησης και της αγωγής και από την άλλη να εμφανίζεται, χωρίς όρους, σε αυτή. Με βάση το πιο πάνω σκεπτικό και τις νομολογιακές αρχές, που έχουν εκτεθεί ανωτέρω, η αίτηση γίνεται αποδεκτή, ως νομικά και ουσιαστικά βάσιμη, με επακόλουθη την απόρριψη της ένστασης της Εναγόμενης και των λόγων στους οποίους αυτή στηρίζεται. Ως ακροτελεύτια σκέψη, επειδή τα ζητήματα αυτά εγέρθηκαν από την πλευρά της Εναγόμενης, διευκρινίζεται, ότι στα πλαίσια της παρούσας αίτησης, δεν είναι δικονομικά εφικτός, ο παραμερισμός του διατάγματος ανανέωσης του τροποποιημένου κλητηρίου εντάλματος, ημερομηνίας 14.02.2014, και της απόφασης εναντίον της Εναγομένης 1, ημερομηνίας 16.02.2015, στη βάση του τροποποιημένου κλητηρίου εντάλματος, που, ούτως ή άλλως, δεν κρίνεται, ότι εκδόθηκαν παράτυπα και αντικανονικά, ενόψει του ότι η έκδοσή τους ήταν αποτέλεσμα της λήψης σχετικών δικονομικών διαβημάτων της Αιτήτριας, στη βάση προβλεπόμενων προνοιών των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Συναφώς εκδίδονται διατάγματα ως οι παράγραφοι 1 και 2 της αίτησης. Παρόλο που ο γενικός κανόνας είναι ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα, στην υπό συζήτηση περίπτωση, λαμβάνοντας υπόψη, αφενός μεν, ότι υπαίτια για την πρόκληση της παρούσας διαδικασίας ήταν η Αιτήτρια, αφετέρου δε, ότι παρά την απόρριψη της ένστασης της Εναγόμενης, αυτή εμφανίσθηκε και ακούσθηκε στη διαδικασία, με οδηγίες του Δικαστηρίου, κρίνεται, ως ορθό και δίκαιο, η κάθε πλευρά να επιβαρυνθεί με τα έξοδά της. (Υπ.) ...................................... Κ. Σατολιάς, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Interim (Αναφορά: Αίτηση για ανανέωση κλητηρίου εντάλματος - παράταση του χρόνου καταχώρησης της αίτησης - Δ.4 Κ.1 και Δ.57 Κ.2 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας - Εφαρμοστές Αρχές) [1] παράγραφοι 2 έως 9 ένορκης δήλωσης Ανδρόνικου Σταυρινού, ημερομηνίας 10.11.2017 [2] παράγραφοι 10 έως 13 ένορκης δήλωσης Ανδρόνικου Σταυρινού, ημερομηνίας 10.11.2017 [3] παράγραφοι 14 και 15 ένορκης δήλωσης Ανδρόνικου Σταυρινού, ημερομηνίας 10.11.2017 [4] παράγραφοι 16 και 17 ένορκης δήλωσης Ανδρόνικου Σταυρινού, ημερομηνίας 10.11.2017 [5] παράγραφοι 2 έως 8 ένορκης δήλωσης Πέτρου Στρατή, ημερομηνίας, 15.12.2017 [6] παράγραφος 9 ένορκης δήλωσης Πέτρου Στρατή, ημερομηνίας, 15.12.2017 [7] αυτό επιβεβαιώνεται και από το φάκελο της δικογραφίας [8] παράγραφοι 10 έως 14 ένορκης δήλωσης Πέτρου Στρατή, ημερομηνίας, 15.12.2017 [9] παράγραφος 15 ένορκης δήλωσης Πέτρου Στρατή, ημερομηνίας, 15.12.2017 [10] παράγραφος 16 ένορκης δήλωσης Πέτρου Στρατή, ημερομηνίας, 15.12.2017 [11] οι γραπτές αγορεύσεις των δικηγόρων της Αιτήτριας και της Εναγόμενης 2 σημειώθηκαν ως Τεκμήρια 1 και 2 αντίστοιχα για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας [12] Σαββίδη κ.α. v. Α. Σαζείδης & Υιός Λτδ και Georgiev κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. Ε180/2013, ημερομηνίας 25.06.2014 [13] όπως αυτά αναπτύσσονται λεπτομερώς στις γραπτές αγορεύσεις τους [14] Στις 28.06.2013 η Ενάγουσα καταχώρησε ειδοποίηση, σύμφωνα με τον περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμο του 2013, την οποία κοινοποίησε στους δικηγόρους της Εναγόμενης 2 για την αλλαγή ονόματος από Marfin Popular Bank Public Co Ltd σε Cyprus Popular Bank Public Co Ltd από τις 05.04.2012 και για την αντικατάσταση και/ή υποκατάσταση Cyprus Popular Bank Public Co Ltd από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ από τις 29.03.2013 [15] Ο δικηγόρος της Ενάγουσας, σύμφωνα με το σχετικό πρακτικό, εισηγήθηκε να οριστεί η αγωγή για οδηγίες επειδή, όπως ανέφερε, «από συζήτηση που είχα με το συνάδελφό μου ένας αριθμός υποθέσεων με τους ίδιους διαδίκους εκδικάζεται στη Λευκωσία από άλλο συνάδελφο και επειδή τα γεγονότα όπως εμπλέχτηκαν στη Λευκωσία ενδεχομένως να επηρεάζουν το χειρισμό αυτής της υπόθεσης ζητώ χρόνο για να ενημερώσω τους πελάτες μου για να μου δώσουν κατά πόσο η παρούσα θα αποσταλεί στη Λευκωσία ή θα παραμείνει στην Πάφο για να την χειριστώ εγώ» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.