ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΛΤΔ ν. ΛΕΟΝΤΙΟΥ ΒΡΥΩΝΙΔΗ κ.α., Aρ. Αγωγής: 2176/2014, 12/2/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2018:A33 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Aρ. Αγωγής: 2176/2014 Μεταξύ: ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΛΤΔ, από την Πάφο Εναγόντων και
- ΛΕΟΝΤΙΟΥ ΒΡΥΩΝΙΔΗ, από την Πάφο
- ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ ΜΕΝΕΛΑΟΥ ΒΡΥΩΝΙΔΟΥ, από την Πάφο Εναγόμενων ------------------ Αίτηση τροποποίησης ημερομηνίας 25.9.2017 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 12.2.2018 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους εναγόμενους 1 και 2 - αιτητές: κ. Βρυωνίδης Για τους ενάγοντες - καθ' ων η αίτηση: κ. Τηλεμάχου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Τα ουσιαστικά γεγονότα που συνθέτουν τη βάση αγωγής των εναγόντων εναντίον των εναγόμενων, σύμφωνα με την αγωγή των πρώτων είναι τα εξής: Οι ενάγοντες που είναι συνεργατικό πιστωτικό ίδρυμα, κατά ή περί τις 29/3/2010, δυνάμει γραπτής συμφωνίας δανείου και/ή παραχώρησης πιστωτικών διευκολύνσεων παραχώρησαν στον εναγόμενο δάνειο και/ή πίστωση για το ποσό των €72.000,00, με κυμαινόμενο επιτόκιο προς 6,50% ετησίως. Προς τούτο ανοίχθηκε επ' ονόματι του εναγόμενου σχετικός λογαριασμός. Η εναγόμενη, την ίδια μέρα, δυνάμει σύμβασης εγγύησης εγγυήθηκε όλες τις υποχρεώσεις του εναγόμενου προς τους ενάγοντες, παρούσες και μελλοντικές και ανέλαβε να πληρώσει στους ενάγοντες το ποσό του δανείου και/ή οποιοδήποτε ποσό ήθελε καταστεί πληρωτέο στους ενάγοντες, μέχρι του ποσού των €72.000,00, πλέον τόκους, δικαιώματα και έξοδα. Προς περαιτέρω εξασφάλιση των εναγόντων, η εναγόμενη υποθήκευσε προς όφελός τους και την ακίνητη περιουσία που περιγράφεται στο έγγραφο υποθήκης, ημερομηνίας 29/3/2010 καθώς και στη σχετική σύμβαση και δήλωση υποθήκευσης ακινήτου με αριθμό Β' Υ1494/
- Η εν λόγω υποθήκη παραχωρήθηκε προς εξασφάλιση του ποσού των €72.000,00, πλέον τόκους και έξοδα Λόγω μη συμμόρφωσης του εναγόμενου με τους όρους παραχώρησης του δανείου και λόγω του ότι ο λογαριασμός του παρουσίαζε καθυστερήσεις στην πληρωμή των συμφωνημένων δόσεων, οι ενάγοντες, με την επιστολή τους, ημερομηνίας 16/5/2013 ειδοποίησαν σχετικά και τους δυο εναγόμενους και τους κάλεσαν να καταβάλουν το ποσό των καθυστερημένων δόσεων το συντομότερο δυνατό. Λόγω της παράλειψής τους να συμμορφωθούν, οι ενάγοντες, με νέα επιστολή τους και προς τους δυο, ημερομηνίας 16/9/2013, τους γνωστοποίησαν τον τερματισμό λειτουργίας του επίδικου λογαριασμού δανείου, τους κάλεσαν να ξοφλήσουν ολόκληρο το χρεωστικό υπόλοιπο, εντός δέκα ημερών και τους ενημέρωσαν ότι ο εν λόγω λογαριασμός, θα χρεωνόταν με τόκο 9%. Επειδή οι εναγόμενοι και πάλι παρέλειψαν να συμμορφωθούν, οι ενάγοντες καταχώρησαν την παρούσα αγωγή, με την οποία ζητούν την έκδοση απόφασης εναντίον τους, αλληλέγγυα και ξεχωριστά, για το ποσό των €96.255,81, πλέον τόκο προς 9%, με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης του τόκου, δυο φορές το χρόνο. Εναντίον της εναγόμενης ζητούν και διάταγμα εκποίησης της επίδικης υποθήκης. Οι ακόλουθες είναι μερικές από τις κύριες θέσεις των εναγόμενων σύμφωνα με την υπεράσπισή τους - την οποία καταχώρησαν μέσω των αρχικών τους δικηγόρων - έναντι των παραπάνω ισχυρισμών των εναγόντων: Με τις παραγράφους 3 και 4 παραδέχονται τη σύναψη της επίδικης συμφωνίας δανείου, ωστόσο αρνούνται ότι το επιτόκιο θα ήταν κυμαινόμενο. Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι η εν λόγω συμφωνία δανείου και/ή συμφωνίες και/ή εγγυήσεις και/ή υποθήκες και οποιεσδήποτε άλλες συμφωνίες, έγγραφα, διευθετήσεις, εγκρίσεις, εξασφαλίσεις και τροποποιήσεις αναφέρονται σε αριθμό παραγράφων της έκθεσης απαίτησης - τα οποία οι ίδιοι αποκαλούν «Συναλλαγές» -, ανάμεσά τους και ο μονομερής τερματισμός των συναλλαγών και άλλα ζητήματα που αποφασίζονται κατά την απόλυτη ή μονομερή κρίση των εναγόντων, όπως η αύξηση του επιτοκίου και η επιβολή τόκου υπερημερίας είναι άκυρες και μη εφαρμόσιμες, επειδή παραβιάζουν τις διατάξεις και/ή είναι το αποτέλεσμα των παραβιάσεων εκ μέρους των εναγόντων, συγκεκριμένων άρθρων - τα οποία αναφέρονται - του περί Καταναλωτικής Πίστης Νόμου του 2001 και/ή του περί της Προστασίας του Ανταγωνισμού Νόμου του 2008, μεταξύ άλλων και του άρθρου 6 και/ή του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμου του 1999, μεταξύ άλλων και του άρθρου 3 και/ή καταστρατηγούν τις εν λόγω διατάξεις και/ή γιατί εν πάση περιπτώσει είναι καταχρηστικές, επαχθείς, παράλογες και άδικες συναλλαγές. Με την παράγραφο 5, άνευ βλάβης, επιπρόσθετα και/ή διαζευκτικά ισχυρίζονται ότι οι ενάγοντες τους υπερχρέωσαν. Συγκεκριμένα, τους καταλογίζουν ότι χρέωσαν ποσά υπό μορφή τόκων και διαφόρων εξόδων (τα οποία αναφέρονται) που δεν προνοούσαν οι συναλλαγές καθώς και ποσά που προέκυψαν από την εφαρμογή των όρων των συναλλαγών, οι οποίοι έχουν νομικά ελαττώματα, τα οποία αναφέρονται στην παράγραφο 4 της υπεράσπισης. Με την παράγραφο 6, βασικά αρνούνται την αποστολή των τριών επιστολών που οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι τους απέστειλαν. Άνευ βλάβης, επιπρόσθετα και/ή διαζευκτικά ισχυρίζονται ότι οι ενάγοντες, λόγω συμπεριφοράς και/ή εγγράφων εμποδίζονται να διεκδικούν εναντίον τους. Ισχυρίζονται ακόμη ότι το τερματισμός λειτουργίας του επίδικου δανείου δεν είναι έγκυρος. Τέλος, με την παράγραφο 10 ισχυρίζονται ότι οι αιτούμενες θεραπείες και αξιώσεις των εναγόντων δε στηρίζονται στα γεγονότα που εκθέτουν στην έκθεση απαίτησης και τη νομοθεσία και ειδικά, δε στηρίζονται στον περί Συμβάσεων Νόμο, στον ισχύοντα και τους προϊσχύοντες περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμους. Με την υπό κρίση αίτηση, οι εναγόμενοι ζητούν: «Α. Τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης των Αιτητών / Εναγομένων αρ. 1 και 2 όπως στη συνέχεια αναφέρεται:
- Διαγραφή της φράσης «ΕΚΘΕΣΗ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ» και την αντικατάστασή της με την φράση «ΕΚΘΕΣΗ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ ΚΑΙ ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΗ».
- Προσθήκη των πιο κάτω παραγράφων μετά την παράγραφο 4 της Έκθεσης Υπεράσπισης Υπεράσπισης και αρίθμησης τους ως παράγραφοι 5.
- 5.
- 5.3., αντίστοιχα, με το ακόλουθο περιεχόμενο: «
- Με βάση το άρθρο 23 των Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου και/ή το Καταστατικό του Συνεργατισμού και/ή το Καθεστώς της Ενάγουσας, που είχαν ισχύ κατά τους επίδικους χρόνους της συνομολόγησης του δανείου ημερομηνίας 29/3/2010 και/ή της λειτουργίας του λογαριασμού υπ' αρ. 7212110-1 και νυν 7326410-0 καθώς και της Δεύτερης υποθήκης Β΄ Υ1494/10 ημερομηνίας 29/3/2010 και/ή των άλλων επίδικων συμφωνιών, η Ενάγουσα μπορούσε να χορηγήσει δάνεια στους Εναγόμενους με επιβάρυνση προς όφελος της Ενάγουσας μόνο επί στοιχείων της κινητής περιουσίας των Εναγομένων. Η Ενάγουσα δεν είχε εξουσία να συνομολογήσει την επίδικη συμφωνία δανείου ημερομηνίας 29/3/2010 και/ή την λειτουργία του λογαριασμού υπ΄ αρ. 7212110-1 και νυν 7326410-0 καθώς και της Δεύτερης υποθήκης Β΄ Υ1494/10 ημερομηνίας 29/3/2010 και η συνομολόγηση των επίδικων συμβάσεων είναι εξ υπαρχής άκυρη και/ή ακυρώσιμη και/ή παράνομη γιατί έγινε κατά παράβαση του άρθρου 23 του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου και/ή των προνοιών του Καταστατικού του Συνεργατισμού και/ή του καθεστώτος και/ή των εξουσιών της Ενάγουσας. Η Ενάγουσα κατά την συνομολόγηση των επίδικων συμφωνιών γνώριζε και/ή όφειλε να γνωρίζει ότι η συνομολόγηση των επίδικων συμφωνιών ήταν παράνομη και/ή καθ' υπέρβαση των εξουσιών της».
- Αρίθμηση των παραγράφων 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11 και 12 της Έκθεσης Υπεράσπισης ως παράγραφοι 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12 και
- Προσθήκη των πιο κάτω παραγράφων μετά την παράγραφο 12 της Εκθεσης Υπεράσπισης και αρίθμηση της ως άνω παράγραφος 14, με τίτλο ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΗ και με το ακόλουθο περιεχόμενο: ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΗ
- Οι Εναγόμενοι επαναλαμβάνουν τους ισχυρισμούς τους που περιέχονται στις παραγράφους 1 - 12 πιο πάνω.
- Ως αποτέλεσμα και/ή συνέπεια των συμβουλών, ενεργειών, πράξεων και/ή παραλείψεων της Ενάγουσας, που αναφέρονται πιο πάνω, οι Εναγόμενοι έχουν υποστεί ζημιά και απώλεια ύψους €99500.00.- πλέον τόκους και έξοδα.
- Οι Εναγόμενοι επιφυλάσσουν τα δικαιώματά τους για τις υπόλοιπες ζημιές και απώλειες που προκύπτουν και/ή θα προκύψουν ως αποτέλεσμα των ενεργειών της Ενάγουσας. ΚΑΙ ΟΙ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΙ ΑΝΤΑΠΑΙΤΟΥΝ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ: (Α) Δήλωση του Σεβαστού Δικαστηρίου ότι οι επίδικες συμφωνίες και/ή η συμφωνία εγγύησης και/ή ενυπόθηκων εξασφαλίσεων είναι άκυρες και/ή χωρίς αποτέλεσμα κα/ή ανύπαρκτες. (Β) €99500.00.- πλέον τόκους και έξοδα μέχρι εξοφλήσεως όπως λεπτομερώς αναφέρεται στην παράγραφο 14 ανωτέρω. (Γ) Οιανδήποτε άλλη Διαταγή ή θεραπεία την οποία το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελε διατάξει. (Δ) Νόμιμο τόκο. (Ε) Έξοδα.» Η αίτηση, μεταξύ άλλων βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.21, Δ.25 Θ.Θ.1 μέχρι 5, Δ.39 Θ.Θ.1, 2 και 16, Δ.48 Θ.Θ.1 μέχρι 9 και Δ.
- Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση αναφέρονται στην ένορκη δήλωση του εναγόμενου, ο οποίος, όπως αναφέρει στην παράγραφο 1 είναι πλήρως εξουσιοδοτημένος να προβεί σ' αυτή από την εναγόμενη. Οι ενάγοντες καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση η οποία εδράζεται στους εξής λόγους: «
- Υπάρχει κατάχρηση των διαδικασιών και των εξουσιών του Δικαστηρίου.
- Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
- Η αίτηση των δεν είναι επαρκώς αιτιολογημένη είναι άσχετη, παραπλανητική και καταπιεστική.
- Η τροποποίηση και/ή η προσθήκη ανταπαίτησης που επιχειρείται να προστεθεί σκοπό έχει να εισάγει νέα επίδικα θέματα. Η τροποποίηση σ' αυτή τη διαδικασία γίνεται κακή τη πίστη και ως εισάγουσα νέα βάση υπεράσπισης και ανταπαίτησης με ισχυρισμούς για ψευδή δήλωση των εναγόντων, αμέλεια, παράλειψη των εκ του νόμου απορρεόντων καθηκόντων.
- Η προτεινόμενη τροποποίηση αποσκοπεί στην κάλυψη κενών και παραλείψεων και διόρθωση λαθών. Πρόκειται για τροποποίηση η οποία μεταβάλλει την βάση της υπεράσπισης και εισάγει μια νέα θεώρηση της υπόθεσης.
- Με την προτεινόμενη τροποποίηση τίθεται νέα γραμμή υπεράσπισης. Οι Αιτητές προσπαθούν να εισάξουν νέα υπεράσπιση και ανταπαίτηση για γεγονότα που ήταν γνωστά στους Εναγόμενους κατά τον χρόνο καταχώρησης της υπεράσπισης πράξης που θα οδηγήσει σε δυσμενή επηρεασμό των συμφερόντων των Εναγόντων.
- Οι Εναγόμενοι δεν ενήργησαν με την αναγκαία ταχύτητα και σπουδή για την καταχώρηση της αίτησης τροποποίησης αλλά αντίθετα επέδειξαν βραδύτητα, κωλυσιεργία και αδιαφορία.
- Δεν δικαιολογείται και δεν δίδεται βάσιμη λογική και/ή επαρκής εξήγηση για την μακρά καθυστέρηση υποβολής της αίτησης δεδομένου και του γεγονός ότι οι Εναγόμενοι γνώριζαν εξαρχής ότι δεν καταχωρήθηκε ανταπαίτηση και τώρα επιχειρεί να συμπεριλάβει.
- Η υπόθεση έχει επαναοριστεί τουλάχιστον τρεις φορές για ακρόαση και πέντε φορές για Συμβιβασμό στο παρελθόν και δε δικαιολογείται οι Εναγόμενοι - Αιτητές να μην έχουν προηγουμένως αντιληφθεί τις ισχυριζόμενες παραλείψεις και αν ακόμα δεν τα είχαν αντιληφθεί όφειλαν να τα είχαν αντιληφθεί σε εύλογο τουλάχιστον χρονικό διάστημα όχι μετά από 3 χρόνια.
- Είναι συνταγματικό δικαίωμα των Εναγόντων - Καθ' ου η Αίτηση η διεξαγωγής της δίκης εντός εύλογου χρόνου.
- Επιφέρει αδικία και προβλήματα στην απονομή της δικαιοσύνης και βλάβη στους Ενάγοντες που δεν αποζημιώνεται με χρήμα.» Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση εκτίθενται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του υπαλλήλου λειτουργού των εναγόντων, Βασίλη Βασιλείου. Η ακρόαση της αίτησης διεξάχθηκε στη βάση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο των εκατέρωθεν - γραπτών - αγορεύσεων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Οι αρχές που διέπουν το θέμα τροποποίησης δικογράφων εκτίθενται σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Preece κ.ά. ν. Ρωσσίδου
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 2138 επισημαίνονται τα εξής: «Οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας, Διαταγή 25 καν. 1, παρέχουν δυνατότητα τροποποίησης των δικογράφων. Η επί τούτου απόφαση, ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου η οποία ασκείται στη βάση καθιερωμένων κριτηρίων. Αίτηση για τροποποίηση δικογράφου μπορεί να εγκριθεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Βλ. Εθν. Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.α. ν. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κα
(2002)1(Α) ΑΑΔ 237. Στην Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934 έχει ειπωθεί ότι η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπουν τα δικαστήρια τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. Στην Astor Manufacturing and Exporting Co και Άλλων ν. A.G. Levendis και Άλλων
(1993)1 ΑΑΔ 726 αναφορικά με τον παράγοντα του χρόνου ειπώθηκαν τα εξής, «Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Το ίδιο ισχύει για τον κάθε ένα από τη σειρά παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντας ρόλο. Η διακριτική εξουσία του δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογισθούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης.» Ομοίως και στην Παπαχρυσοστόμου ν. Γρηγοριάδης & Συνεταίροι κ.ά.
(2012)1(Α) Α.Α.Δ. 817, από την οποία το απόσπασμα που ακολουθεί: «Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου σε σχέση με αιτήσεις που έχουν ως νομικό υπόβαθρο τις πρόνοιες του κ. 1 της Δ.25[1], όπως είναι η παρούσα περίπτωση, έχουν γίνει αντικείμενο εξέτασης και λεπτομερούς ανάλυσης σε πληθώρα υποθέσεων[2]. Το συμπέρασμα που μπορεί με ασφάλεια να συναχθεί από τη σχετική νομολογία, είναι ότι το θέμα, τροποποίησης δικογράφων, ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η βασική αρχή η οποία πηγάζει μέσα από την εν λόγω νομολογία είναι ότι στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση των δικογράφων, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα ή ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της οποιασδήποτε καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης δικογράφων, όμως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό, ασκείται με φειδώ. Τέλος μπορεί να λεχθεί ότι η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά.» Και λίγο παρακάτω: «Δεν έχει διαφύγει της προσοχής μας ότι ο λόγος καθυστέρησης από μόνος του δεν συνιστά κατ' ανάγκη αιτία για απόρριψη αίτησης για τροποποίηση, ούτε και ότι το γεγονός της καθυστέρησης δεν εξισούται κατ' ανάγκη με κακοπιστία. Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός και συνιστά έναν από τους πολλούς παράγοντες που το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, συνεκτιμάται δε σαν λογική απόρροια του άρθρου 30.2 του Συντάγματος (Astor Manufacturing (πιο πάνω) και Clive Preece (πιο πάνω))». Καθ' όλα σχετικά είναι και τ' ακόλουθα από την υπόθεση Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ ν. Χαρίδη
(2011)1(Β) Α.Α.Δ.825: «Στην απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) ν. Νίκου Κ. Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. 44, επιβεβαιώθηκε κατ΄αρχάς η λεγόμενη σύγχρονη τάση της νομολογίας όπως τα Δικαστήρια επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις, ακόμη και αν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Σημειώνεται ότι στην υπόθεση εκείνη, η αγωγή είχε καταχωρηθεί κατά το 1986 ενώ το συγκεκριμένο αίτημα τροποποίησης υποβλήθηκε κοντά το 1998, δηλαδή περί τα 12 χρόνια αργότερα και ενώ η ακρόαση είχε προηγουμένως αρχίσει και διεξαχθεί μερικώς δύο φορές αλλά διατάχθηκε η εξ υπαρχής ακρόαση λόγω διορισμού των εκδικαζόντων Προέδρων ως δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου.» Παραπέμπω τέλος και στην υπόθεση Ikos Cif Ltd v. Martin Coward κ.ά, Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 137/2013 και 138/2013, ημερομηνίας 20 Μαρτίου, 2014 σύμφωνα με την οποία: «Σταθερή γραμμή της Νομολογίας επιβεβαιώνει ως θεμελιακή αρχή πως τροποποίηση δικογράφων είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που αυτό κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για την αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Ακόμη και στις περιπτώσεις που επιδιώκεται νέα βάση αγωγής, η αίτηση τροποποίησης δεν είναι καταδικασμένη σε αποτυχία, αλλά εξετάζεται και συνεκτιμάται υπό το πρίσμα του συνόλου των στοιχείων της δεδομένης περίπτωσης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης συνιστά, σε κάθε περίπτωση, κυρίαρχο παράγοντα, κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, να επιτρέπει τροποποίηση.» Και σε άλλο σημείο (πιο κάτω): «Ειδικότερα ως προς το θέμα του παράγοντα χρόνου στην υποβολή αιτήματος τροποποίησης, σταθερή γραμμή της Νομολογίας αναγνωρίζει ότι ο παράγοντας αυτός είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εξαρχής και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Όταν η καθυστέρηση οφείλεται σε σφάλμα του αιτητή, η δικαιολόγηση της και η σημασία της ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά κάθε υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Η όποια καθυστέρηση δεν πρέπει να εξετάζεται μεμονωμένα από απόψεως μόνο χρονικής διάστασης, αλλά θα πρέπει να συναρτάται με άλλους παράγοντες, όπως για παράδειγμα την ανυπαρξία καλής πίστης. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως εάν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Όπως ήδη έχει καταγραφεί, τελικά ο κρίσιμος παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων (Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου,
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Ανδρέα Παύλου,
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, Astor Manufacturing & Exporting Co κ.α. v. A.G. Leventis κ.α.,
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, SABA & Co. (T.M.P.) v. T.M.P. Agents,
(1994)1 A.A.Δ. 426, Ιωάννης Νικολάου v. Ζωής Μυλτιάδους κ.ά,
(2007)1 Α.Α.Δ. 1005). Πάγια νομολογία διαμόρφωσε τον κανόνα ότι αίτηση τροποποίησης δεν είναι δυνατό να επιτύχει αν το υλικό, το οποίο σκοπείται να εισαχθεί, ήταν σε γνώση του αιτητή ή μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να εντοπιστεί έγκαιρα. Η δε αλλαγή δικηγόρου διαδίκου δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δικαιολογία για παρατηρούμενη καθυστέρηση που οδηγεί σε εκτροχιασμό της δίκης και δεν παρέχει, αφ΄εαυτής, λόγο για την τροποποίηση της δικογραφίας. (Γραμμές Στριντζή Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία v. Always Travel Holidays Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ. και United SeaTransport Ltd v. Zakou
(1980)1 A.Α.Δ. 501, 510). Η γραμμή αυτή της νομολογίας συναρτάται απόλυτα με την φειδώ με την οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια, ιδίως στις περιπτώσεις όπου η όποια καθυστέρηση ενέχει καταλυτικές επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου.» Έχοντας υπόψη όλες τις παραπάνω αρχές και με βάθρο την ενώπιόν μου μαρτυρία, την εκατέρωθεν επιχειρηματολογία των συνηγόρων και στοιχειά που απορρέουν από το φάκελο της υπόθεσης παρατηρώ τα εξής: Ο εναγόμενος, στις παραγράφους 4, 5, 6 και 7 της υποστηρικτικής της υπό κρίση αίτησης, ένορκης του δήλωσης, μεταξύ άλλων ισχυρίζεται τα εξής: Όπως τον έχει ενημερώσει ο δικηγόρος κ. Ανδρέας Δημητριάδης, ο οποίος χειρίζεται προσωπικά την υπόθεση, μετά από διεξοδική μελέτη των γεγονότων της υπόθεσης για προετοιμασία της ακρόασης αντιλήφθηκε ότι παραλήφθηκε να γίνει αναφορά στην υπεράσπιση, στους ισχυρισμούς που αναφέρονται στην παράγραφο 3Α της αίτησης και περαιτέρω διαφάνηκε και η ανάγκη προσθήκης ανταπαίτησης. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις αφορούν την εισαγωγή ισχυρισμών αναφορικά με τη συνομολόγηση του δανείου, ημερομηνίας 29/3/2010 και της Δεύτερης υποθήκης Β' Υ1494/10, ίδιας ημερομηνίας, κατά παράβαση του άρθρου 23 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου. Οι εναγόμενοι προέβησαν άμεσα και χωρίς καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης, ώστε να συμπεριληφθούν όλοι οι αναγκαίοι και χρήσιμοι ισχυρισμοί στην υπεράσπιση και στην προσθήκη ανταπαίτησης. Η αγωγή καταχωρήθηκε στις 3/10/2014, η υπεράσπιση καταχωρήθηκε από τους προηγούμενους δικηγόρους τους, στις 12/2/2015 και η απάντηση στην υπεράσπιση, στις 19/2/
- Ειδοποίηση αλλαγής δικηγόρου καταχωρήθηκε στις 23/6/
- Πιστεύει πως δεν τίθεται οποιοδήποτε θέμα καθυστέρησης καταχώρησης της αίτησης καθώς δεν έχει ξεκινήσει η ακρόαση της αγωγής. Περαιτέρω, ακόμη κι αν το Δικαστήριο αποφασίσει την ύπαρξη καθυστέρησης, το γεγονός αυτό δεν είναι καταληκτικό και είναι προς το συμφέρον της ορθής απονομής της δικαιοσύνης να επιτραπεί η προσθήκη όλων των ισχυρισμών των εναγόμενων και η προσθήκη ανταπαίτησης, με κατάλληλη διαταγή ως προς τα έξοδα. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι αναγκαίες για τη δίκαιη εκδίκαση της υπόθεσης, είναι καλόπιστες και ουδόλως επηρεάζουν τα δικαιώματα των εναγόντων. Αν δεν επιτραπούν, θα χρειαστούν αριθμός διαδικασιών και πιθανόν νέα αγωγή, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται αχρείαστα έξοδα και να πλήττεται ο σκοπός της δικαιοσύνης. Δεν πλήττονται τα συμφέροντα των εναγόντων από πιθανή έγκριση της αίτησης καθώς θα μπορούν να καταχωρήσουν απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση, σε περίπτωση που θέλουν να προσθέσουν στους υφιστάμενους ισχυρισμούς τους. Παρατηρώ τα εξής: Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 3/10/2014 και επιδόθηκε στους εναγόμενους, οι οποίοι, στις 13/10/2014 καταχώρησαν εμφάνιση και στις 12/2/2015 υπεράσπιση, μέσω των αρχικών τους δικηγόρων. Τα δικόγραφα συμπληρώθηκαν στις 19/2/2015 με την καταχώρηση απάντησης στην υπεράσπιση και η αγωγή, μετά από αίτηση ορισμού, την οποία καταχώρησαν οι ενάγοντες ορίστηκε για οδηγίες, στις 26/5/
- Την ημέρα αυτή, μετά από κοινό αίτημα των δικηγόρων των διαδίκων επαναορίστηκε για οδηγίες, στις 18/9/2015, με σκοπό τη συζήτησή της και/ή τον περιορισμό των επίδικων θεμάτων. Στις 18/9/2015 και πάλι, μετά από κοινό αίτημα, η αγωγή ορίστηκε για σκοπούς συμβιβασμού, στις 23/11/2015, με οδηγίες, διάδικοι παρόντες. Αυτό που κατ' ακρίβεια είχε αναφερθεί από τους δικηγόρους στις 18/9/2015 ήταν ότι ζητούσαν νέα ημερομηνία για οδηγίες, για να συνεχίσουν να συζητούν την υπόθεση με σκοπό τη διευθέτηση και ότι ήταν πολύ κοντά σε διευθέτηση. Στις 23/11/2015 ζητήθηκε και δόθηκε άδεια απόσυρσης των δικηγόρων των εναγόντων. Η κυρία Ανδρέου που εμφανίστηκε εκ μέρους τους, αφού πληροφόρησε το Δικαστήριο, ότι στο εξής θα χειριζόταν η ίδια την υπόθεση, ως μέλος του γραφείου των νέων δικηγόρων των εναγόντων, ζήτησε όπως η υπόθεση οριστεί ξανά για οδηγίες για να καταχωρηθεί η σχετική ειδοποίηση αλλαγής δικηγόρου καθώς και για συζήτηση της υπόθεσης με σκοπό τη διευθέτηση. Συναινούσης της κυρίας Πατσαλίδου που εμφανίστηκε για τους εναγόμενους, το Δικαστήριο όρισε την αγωγή για οδηγίες, στις 18/1/
- Την ημέρα αυτή, αφού δηλώθηκε από τους δικηγόρους πως δεν υπήρχαν περιθώρια συμβιβασμού της υπόθεσης ζητήθηκε από κοινού ημερομηνία ακρόασής της. Το αίτημα έγινε δεκτό και η αγωγή ορίστηκε για ακρόαση, στις 24/6/
- Την προηγουμένη, 23/6/2016 καταχωρήθηκε από τους δικηγόρους των εναγόμενων - οι οποίοι τους εκπροσωπούν μέχρι σήμερα - ειδοποίηση αλλαγής δικηγόρου. Την επομένη, 24/6/2016, η κυρία Χαραλάμπους η οποία εμφανίστηκε εκ μέρους τους υπόβαλε το εξής αίτημα: «Μόλις χθες διοριστήκαμε δικηγόροι των εναγόμενων 1 και 2, εις αντικατάσταση άλλων συναδέλφων. Επειδή η υπόθεση αυτή συνδέεται με άλλες δυο, θα καταβληθούν προσπάθειες για συνολική εξώδικη διευθέτηση. Παρακαλώ να οριστεί η υπόθεση αυτή για οδηγίες, το Σεπτέμβριο
- Υπάρχει προγραμματισμένη συνάντηση με το Συνεργατικό, στις 7/7/
- » Συναινούσης της δικηγόρου των εναγόντων, το Δικαστήριο ενέκρινε το αίτημα και όρισε την υπόθεση για οδηγίες, στις 26/9/
- Την ημέρα αυτή - όπως προκύπτει από το σχετικό μέρος του αποστενογραφημένου πρακτικού -, η αγωγή ορίστηκε ξανά για οδηγίες με σκοπό το συμβιβασμό «εκτός εάν έχουν εξοφληθεί.» (υποθέτω η παρούσα υπόθεση και οι άλλες δυο με τις οποίες συνδέεται σύμφωνα με τη δήλωση της κυρίας Χαραλάμπους, στις 24/6/2016), στις 14/11/
- Την ημέρα αυτή, η κυρία Καρακώστα που παρουσιάστηκε για τους εναγόμενους ζήτησε από το Δικαστήριο να ορίσει ξανά την αγωγή για οδηγίες με σκοπό το συμβιβασμό, καθότι - όπως είπε - γίνονται προσπάθειες διευθέτησής της. Η κυρία Καρακώστα ανάφερε και τα εξής: «Έγινε πρόταση και απορρίφθηκε θα γίνει νέα προσπάθεια.» Δεν υπήρξε ένσταση στο αίτημα και το Δικαστήριο όρισε εκ νέου την υπόθεση για οδηγίες για σκοπούς συμβιβασμού, στις 18/1/
- Στο σημείο αυτό παρεμβάλλεται και ο αναντίλεκτος ισχυρισμός του ενόρκως δηλούντα για τους ενάγοντες ότι στο πλαίσιο της συζήτησης της υπόθεσης με σκοπό το συμβιβασμό της, οι δικηγόροι των εναγόμενων, με επιστολή τους, ημερομηνίας 13/7/2016 ζήτησαν να τους σταλούν όλα τα έγγραφα που αφορούν την αγωγή προς μελέτη τους, τα οποία τους στάλθηκαν. Για να συνεχίσω, στις 18/1/2017, οι δικηγόροι των διαδίκων, απλώς ζήτησαν ημερομηνία ακρόασης. Το αίτημα έγινε αποδεκτό και η αγωγή ορίστηκε για ακρόαση, στις 29/9/
- Τέσσερις μέρες προηγουμένως και συγκεκριμένα, στις 25/9/2017, οι εναγόμενοι καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση. Παρατηρώ τα εξής: Η αίτηση είναι έκθετη σε απόρριψη. Οι νομικοί λόγοι περικλείονται στο απόσπασμα που ακολουθεί από την υπόθεση Ikos Cif Ltd (ανωτέρω), το οποίο επαναλαμβάνω: «Σταθερή γραμμή της Νομολογίας επιβεβαιώνει ως θεμελιακή αρχή πως τροποποίηση δικογράφων είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που αυτό κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για την αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Ακόμη και στις περιπτώσεις που επιδιώκεται νέα βάση αγωγής, η αίτηση τροποποίησης δεν είναι καταδικασμένη σε αποτυχία, αλλά εξετάζεται και συνεκτιμάται υπό το πρίσμα του συνόλου των στοιχείων της δεδομένης περίπτωσης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης συνιστά, σε κάθε περίπτωση, κυρίαρχο παράγοντα, κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, να επιτρέπει τροποποίηση.» Και σε άλλο σημείο (πιο κάτω): «Ειδικότερα ως προς το θέμα του παράγοντα χρόνου στην υποβολή αιτήματος τροποποίησης, σταθερή γραμμή της Νομολογίας αναγνωρίζει ότι ο παράγοντας αυτός είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εξαρχής και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Όταν η καθυστέρηση οφείλεται σε σφάλμα του αιτητή, η δικαιολόγηση της και η σημασία της ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά κάθε υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Η όποια καθυστέρηση δεν πρέπει να εξετάζεται μεμονωμένα από απόψεως μόνο χρονικής διάστασης, αλλά θα πρέπει να συναρτάται με άλλους παράγοντες, όπως για παράδειγμα την ανυπαρξία καλής πίστης. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως εάν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Όπως ήδη έχει καταγραφεί, τελικά ο κρίσιμος παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων (Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου,
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Ανδρέα Παύλου,
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, Astor Manufacturing & Exporting Co κ.α. v. A.G. Leventis κ.α.,
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, SABA & Co. (T.M.P.) v. T.M.P. Agents,
(1994)1 A.A.Δ. 426, Ιωάννης Νικολάου v. Ζωής Μυλτιάδους κ.ά,
(2007)1 Α.Α.Δ. 1005). Πάγια νομολογία διαμόρφωσε τον κανόνα ότι αίτηση τροποποίησης δεν είναι δυνατό να επιτύχει αν το υλικό, το οποίο σκοπείται να εισαχθεί, ήταν σε γνώση του αιτητή ή μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να εντοπιστεί έγκαιρα. Η δε αλλαγή δικηγόρου διαδίκου δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δικαιολογία για παρατηρούμενη καθυστέρηση που οδηγεί σε εκτροχιασμό της δίκης και δεν παρέχει, αφ΄εαυτής, λόγο για την τροποποίηση της δικογραφίας. (Γραμμές Στριντζή Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία v. Always Travel Holidays Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ. και United SeaTransport Ltd v. Zakou
(1980)1 A.Α.Δ. 501, 510). Η γραμμή αυτή της νομολογίας συναρτάται απόλυτα με την φειδώ με την οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια, ιδίως στις περιπτώσεις όπου η όποια καθυστέρηση ενέχει καταλυτικές επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου.» Για λόγους που θα παραθέσω αμέσως θεωρώ ότι οι εναγόμενοι απότυχαν παταγωδώς να αιτιολογήσουν το χρόνο που επέλεξαν να καταχωρήσουν την υπό κρίση αίτηση και ειδικά, στο βαθμό που με αυτή επιδιώκουν την συμπερίληψη ανταπαίτησης, θεωρώ μη γνήσιες τις προθέσεις τους, εντελώς αναιτιολόγητο το αίτημα και εν τέλει, ότι ενεργούν κακόπιστα, καταχρηστικά και με αποκλειστικό σκοπό την περαιτέρω καθυστέρηση της διαδικασίας και τον εκτροχιασμό της κανονικής πορείας εκδίκασης της αγωγής - η οποία εκκρεμεί τρία και πλέον χρόνια - χωρίς να μου διαφεύγει και η ζημιά που ενδεχομένως θα υποστούν οι ενάγοντες σε περίπτωση που επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση με την προσθήκη ανταπαίτησης. Ειδικότερα: Επί όσων αναφέρει ο εναγόμενος, ως προς το χρόνο καταχώρησης της υπό κρίση αίτησης απαντώ ως εξής: δεδομένου ότι οι νέοι δικηγόροι τους διορίστηκαν στις 23/6/2016 και τον Ιούλη του ίδιου έτους ζήτησαν και πήραν από τους ενάγοντες, όλα τα έγγραφα που αφορούν την αγωγή για μελέτη τους και καθ' όλη τη διάρκεια που ακολούθησε από τις 23/6/2016 μέχρι και τις 25/9/2017 που καταχωρήθηκε η παρούσα αίτηση, η αγωγή ορίστηκε 3 φορές για οδηγίες για σκοπούς συμβιβασμού, ο εναγόμενος δεν μπορεί να ισχυρίζεται βάσιμα, ότι ο δικηγόρος τους αντιλήφθηκε ότι παραλήφθηκε να γίνει αναφορά στην υφιστάμενη υπεράσπιση, όσων επιδιώκουν να περιλάβουν με την υπό κρίση αίτηση, υπό μορφή υπεράσπισης και ανταπαίτησης, μετά από διεξοδική μελέτη των γεγονότων της υπόθεσης για προετοιμασία της ακρόασης. Δεδομένου ότι, αφότου ανέλαβαν οι νέοι δικηγόροι τους, η υπόθεση ορίστηκε μόνο μια φορά για ακρόαση, στις 18/1/2017 για τις 29/9/2017, το εύλογο ερώτημα που ανακύπτει είναι το εξής: Όταν η κυρία Χαραλάμπους, στις 24/6/2016 ζητούσε όπως η υπόθεση οριστεί για οδηγίες το Σεπτέμβριο του 2016, επειδή συνδέεται με άλλες δυο υποθέσεις και θα καταβληθούν προσπάθειες συνολικής - εξώδικης διευθέτησής τους και την ίδια ώρα πληροφορούσε το Δικαστήριο ότι υπάρχει προγραμματισμένη συνάντηση με τους ενάγοντες, στις 7/6/2016, όλα αυτά, πώς θα γίνονταν, έχοντας υπόψη τον ισχυρισμό του εναγόμενου, ότι ο νέος δικηγόρος τους μελέτησε διεξοδικά τα γεγονότα της υπόθεσης, ουσιαστικά κατά την προετοιμασία ακρόασής της; Και με δεδομένο ότι η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση, στις 29/9/2017, ουσιαστικά, ένα και πλέον χρόνο αργότερα; Έπειτα, όταν η υπόθεση στις 26/9/2016 οριζόταν ξανά για οδηγίες με σκοπό το συμβιβασμό, στις 14/11/2014, εκτός εάν, τόσο αυτή όσο και οι άλλες δυο με τις οποίες συνδέεται είχαν ξοφληθεί, ποια γεγονότα είχαν υπόψη τους, είτε οι εναγόμενοι είτε οι δικηγόροι τους και θα συμβίβαζαν την υπόθεση με εξόφλησή της καθώς και των άλλων δυο υποθέσεων με τις οποίες συνδεόταν; Ακόμη, όταν η κυρία Καρακώστα στις 14/11/2016 ζητούσε εκ μέρους τους, νέα ημερομηνία για οδηγίες με σκοπό το συμβιβασμό της υπόθεσης και πληροφορούσε το Δικαστήριο ότι έγινε πρόταση και απορρίφθηκε και θα γίνει νέα προσπάθεια, το εύλογο ερώτημα που και πάλι ανακύπτει είναι το εξής: Ανεξαρτήτως του ποιο μέρος είχε κάνει την απορριφθείσα πρόταση στο άλλο, επί τη βάσει ποιων γεγονότων οι εναγόμενοι συμμετείχαν στην όλη προσπάθεια και είτε υπόβαλαν είτε απέρριψαν την πρόταση συμβιβασμού είτε ακόμη θα συμμετείχαν στην επόμενη προσπάθεια, δεδομένου ότι, όπως έμμεσα πλην σαφώς ο εναγόμενος ισχυρίζεται, ο δικηγόρος τους μελέτησε διεξοδικά, όλα τα γεγονότα της υπόθεσης και αντιλήφθηκε την απουσία αναφοράς στην υφιστάμενη υπεράσπισή τους, όσων επιδιώκουν να περιλάβουν σήμερα στα δικόγραφά τους, αρκετούς μήνες αργότερα; Τέλος, όταν στις 18/1/2017 και οι δυο δικηγόροι περιορίστηκαν να ζητήσουν ημερομηνία ακρόασης, εάν στο διάστημα που μεσολάβησε από τις 14/11/2016 μέχρι την ημέρα αυτή έγινε νέα προσπάθεια για σκοπούς συμβιβασμού της υπόθεσης, και πάλιν, ποια γεγονότα είχαν υπόψη τους οι εναγόμενοι καθώς και οι δικηγόροι τους στο πλαίσιο και αυτής της προσπάθειας; Από τα παραπάνω είναι σαφές, ότι οι εναγόμενοι απότυχαν να δικαιολογήσουν, στοιχειωδώς έστω, την απραξία τους όλη αυτή την περίοδο που μεσολάβησε από τις 3/10/2014 που καταχωρήθηκε η αγωγή μέχρι και τις 25/9/2017 που καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση. Στο βαθμό δε, που έστω έμμεσα αποδίδουν την ευθύνη για τη σημειωθείσα καθυστέρηση στους αρχικούς τους δικηγόρους και επικαλούνται ως δικαιολογία την αλλαγή των δικηγόρων τους παραβλέπουν τόσο την προμνησθείσα νομολογιακή αρχή ότι η αλλαγή δικηγόρου διαδίκου δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δικαιολογία για παρατηρούμενη καθυστέρηση που οδηγεί σε εκτροχιασμό της δίκης και δεν παρέχει, αφ' εαυτής, λόγο για τροποποίηση της δικογραφίας (βλ. την Ikos Cif Ltd v. Martin Coward κ.ά), (ανωτέρω)) καθώς και τα εξής σύμφωνα με τη Βαρδιάνος ν. Richards
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 698: «Ο διάδικος δεν μπορεί, κατά κανόνα, να προβάλλει το λάθος, αμέλεια ή παράλειψη του δικηγόρου του για να πετυχαίνει την παράταση προθεσμιών ή την αναγέννηση δικαστικών διαδικασιών. Θα αποτελούσε ένα εύσχημο τρόπο υπερφαλάγγισης των δικονομικών διατάξεων. Από τη συμμόρφωση προς τα χρονοδιαγράμματα αυτά εξαρτάται η απρόσκοπτη απονομή της δικαιοσύνης και συνακόλουθα το κύρος της. Μας ενισχύουν, σε αυτή τη θέση, τα λεχθέντα στην υπόθεση Grand Metropolitan Nominee (No 2) Co Ltd v. Evans, The Times Law Reports, May 15, 1992: "The court should not be astute to find excuses for such failure since obedience to orders of the court is the foundation on which its authority is founded."» Και, με δεδομένο ότι οι νέοι δικηγόροι τους διορίστηκαν στις 23/6/2016 και από τον επόμενο μήνα είχαν στη διάθεσή τους, όλα τα έγγραφα που αφορούν την αγωγή, τα οποία είχαν ζητήσει για μελέτη, το γεγονός ότι καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση, 14 μήνες αργότερα καθιστά την αδράνεια και απραξία τους όλη αυτή την περίοδο, αυτοτελώς, πλήρως αδικαιολόγητη. Ειδικά και πάλι επί του αιτήματος για προσθήκη ανταπαίτησης παρατηρώ τα εξής: Η ουσία της έγκειται στον ισχυρισμό των εναγόμενων, ότι ως αποτέλεσμα και/ή συνεπεία των συμβουλών, ενεργειών, πράξεων και/ή παραλείψεων των εναγόντων που αναφέρονται πιο πάνω έχουν υποστεί ζημιά και απώλεια, ύψους €99.500,00, πλέον τόκους και έξοδα. Με το παρακλητικό της προτεινόμενης ανταπαίτησης, οι εναγόμενοι ζητούν δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι επίδικες συμφωνίες και/ή η συμφωνία εγγύησης και/ή ενυπόθηκων εξασφαλίσεων είναι άκυρες και/ή χωρίς αποτέλεσμα και/ή ανύπαρκτες. Επιπλέον αξιώνουν εναντίον των εναγόντων το ποσό των €99.500,00, πλέον τόκους και έξοδα. Εάν με τις προτεινόμενες τροποποιήσεις της υπεράσπισης, θα μπορούσε να λεχθεί ότι επιδιώκεται απλώς διεύρυνση των υφιστάμενων βάσεων υπεράσπισης με την προσθήκη ακόμη μιας βάσης, αμιγώς νομικής, αναφορικά με την προτεινόμενη ανταπαίτηση, το μη γνήσιο των προθέσεων των εναγόμενων και η κακοπιστία τους, η ανυπαρξία χρησιμότητας της σχετικής τροποποίησης και τέλος, ότι επί του προκειμένου η αίτηση είναι σαφώς καταχρηστική και αποβλέπει απλώς σε εκτροχιασμό της δίκης, τρία και πλέον χρόνια μετά την καταχώρηση της αγωγής, γεγονός το οποίο ενδέχεται να προκαλέσει αδικία στους ενάγοντες, η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα και ενδεχομένως θα παραβιάσει το συνταγματικό τους δικαίωμα για δίκη εντός ευλόγου χρόνου, καταφαίνεται από τα εξής: Οι ενάγοντες, με την αγωγή τους ζητούν την έκδοση απόφασης εναντίον των εναγόμενων, αλληλέγγυα και ξεχωριστά για το ποσό των €96.255,81, πλέον τόκους και έξοδα και εναντίον της εναγόμενης, διάταγμα εκποίησης της επίδικης υποθήκης, την οποία παραχώρησε προς περαιτέρω εξασφάλιση του επίδικου δανείου που οι ενάγοντες είχαν παραχωρήσει στον εναγόμενο. Οι εναγόμενοι, οι οποίοι από τις 23/6/2016 εκπροσωπούνται από τους σημερινούς τους δικηγόρους, την επομένη, 24/6/2016 ζήτησαν μέσω τους, όπως η υπόθεση οριστεί για οδηγίες, το Σεπτέμβριο του ίδιου έτους, με το αιτιολογικό ότι συνδέεται με άλλες δυο υποθέσεις και θα καταβληθούν προσπάθειες συνολικής - εξώδικης διευθέτησης. Μάλιστα, η κυρία Χαραλάμπους πληροφόρησε το Δικαστήριο ότι υπήρχε προγραμματισμένη συνάντηση με τους ενάγοντες, στις 7/7/
- Τον Ιούλιο του ίδιου έτους, οι δικηγόροι των εναγόμενων ζήτησαν και εξασφάλισαν όλα τα έγγραφα που αφορούν την αγωγή, για μελέτη τους. Στις 26/9/2016 που η αγωγή ήταν ορισμένη για σκοπούς συμβιβασμού ορίστηκε ξανά το ίδιο, στις 14/11/2016, εκτός εάν, τόσο αυτή όσο και οι άλλες δυο με τις οποίες συνδέεται, ξοφλιούνταν. Την ημέρα αυτή, η κυρία Καρακώστα που εμφανίστηκε για τους εναγόμενους ζήτησε νέα ημερομηνία για οδηγίες με σκοπό το συμβιβασμό, ενημερώνοντας το Δικαστήριο ότι έγινε πρόταση και απορρίφθηκε και θα γίνει νέα προσπάθεια. Από τα παραπάνω γεγονότα, το εύλογο ερώτημα που ανακύπτει είναι το εξής: Οι εναγόμενοι, οι οποίοι με την υφιστάμενη υπεράσπισή τους παραδέχονται την παραχώρηση του επίδικου δανείου στον εναγόμενο, ύψους €72.000,00 και ζήτησαν τόσες φορές όπως η υπόθεση οριστεί για σκοπούς συμβιβασμού, προφανώς, με βάση την αξίωση των εναγόντων εναντίον τους για το ποσό των €96.255,81, πλέον τόκους κ.ο.κ., πώς αιτιολογούν τη δική τους αξίωση εναντίον των εναγόντων για μεγαλύτερο ποσό; Έπειτα, εάν η εν λόγω αξίωσή τους είναι γνήσια, τι νόημα είχε να οριστεί τόσες φορές η αγωγή για σκοπούς συμβιβασμού, με μόνο αντικείμενο την αξίωση των εναγόντων εναντίον τους; Ούτε και μπορώ να φανταστώ ότι στο πλαίσιο των κατά καιρούς προσπαθειών που κατέβαλαν για σκοπούς συμβιβασμού της υπόθεσης, τόσο με τους αρχικούς τους δικηγόρους όσο και με τους σημερινούς, δεν αντιλήφθηκαν ότι η δική τους αξίωση δεν ήταν δικογραφημένη. Θα έλεγα πως, ούτε και μπορούν να ισχυριστούν κάτι τέτοιο, δεδομένου ότι, έχοντας υπόψη ότι η δική τους αξίωση, σύμφωνα με την προτεινόμενη ανταπαίτησή τους είναι μεγαλύτερη από την εναντίον τους αξίωση των εναγόντων, δεν είχε νόημα ο ορισμός της παρούσας υπόθεσης στις 26/9/2016 για σκοπούς συμβιβασμού, στις 14/11/2016, εκτός εάν τόσο αυτή όσο και οι άλλες υποθέσεις με τις οποίες συνδέεται, ξοφλιούνταν. Τέλος, πώς αιτιολογούν τον ισχυρισμό τους, ότι ως αποτέλεσμα και/ή συνεπεία των συμβουλών, ενεργειών, πράξεων και/ή παραλείψεων των εναγόντων υπέστησαν ζημιά και απώλεια, ύψους €99.500,00, πλέον τόκους και έξοδα, τη στιγμή που είναι οι ενάγοντες που παραχώρησαν το δάνειο στον εναγόμενο και όχι το αντίθετο; Εάν ήταν γνήσιες οι προθέσεις τους και υπήρχε πραγματικό υπόβαθρο γεγονότων που να στοιχειοθετεί την ανταπαίτησή τους εναντίον των εναγόντων θεωρώ πως, ο εναγόμενος, στο πλαίσιο της ένορκης του δήλωσης που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση, θα έπρεπε να παραθέσει σχετικές λεπτομέρειες. Ο ισχυρισμός του ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι αναγκαίες για τη δίκαιη εκδίκαση της υπόθεσης και καλόπιστες καθώς και ο ισχυρισμός τους ότι σε περίπτωση που δεν επιτραπούν, θα χρειαστούν αριθμός διαδικασιών και πιθανόν νέα αγωγή, όχι απλώς δεν συνιστούν τέτοιες λεπτομέρειες, αλλά, ειδικά η αναφορά του σε πιθανότητα νέας αγωγής είναι αποκαλυπτική των πραγματικών προθέσεων και των δυο εναγόμενων καθώς και της κακοπιστίας τους, αφού, ενώ ζητούν την προσθήκη ανταπαίτησης με την οποία αξιώνουν από τους ενάγοντες, ποσό μεγαλύτερο της δικής τους αξίωσης, είναι φανερό, πως ούτε οι ίδιοι πιστεύουν στο γνήσιο της αξίωσης τους εναντίον των εναγόντων. Εάν θεωρούσαν γνήσια την απαίτησή τους, προφανώς, δε θα έκαναν λόγο για πιθανότητα νέας αγωγής, αλλά για αναγκαιότητα. Το θέμα όμως δεν τελειώνει εδώ. Υπάρχει και συνέχεια. Οι ενάγοντες θεωρώ πως, δικαίως ισχυρίζονται ότι σε περίπτωση που επιτραπούν οι αιτούμενες τροποποιήσεις - και ειδικά η προσθήκη ανταπαίτησης, προσθέτω με τη σειρά μου - θα προκληθεί αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης που δε θα είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης και των δικαιωμάτων τους για διεξαγωγή της δίκης εντός ευλόγου χρόνου, ενώ θα τους προκληθεί και βλάβη που δεν μπορεί να αποζημιωθεί μόνο με την καταβολή των εξόδων. Η αγωγή - για να επαναλάβω - καταχωρήθηκε στις 3/10/2014 και μετά τη συμπλήρωση των δικογράφων ορίστηκε αρκετές φορές για οδηγίες για σκοπούς συμβιβασμού και για ακρόαση, για πρώτη φορά, στις 24/6/
- Στις 23/6/2016 υπήρξε αλλαγή δικηγόρων των εναγόμενων και έκτοτε, η υπόθεση ορίστηκε τρεις φορές για οδηγίες και πάλι για σκοπούς συμβιβασμού. Στις 18/1/2017 που η αγωγή ήταν ορισμένη για τελευταία φορά για τον ίδιο σκοπό και οι δυο δικηγόροι ζήτησαν απλώς ημερομηνία ακρόασης. Η συνάδελφος που είχε επιληφθεί της υπόθεσης την ημέρα αυτή όρισε την αγωγή για ακρόαση, στις 29/9/
- Και ενώ οι ενάγοντες, καθ' όλα δικαιολογημένα ανάμεναν όλη αυτή την περίοδο και σχεδόν, τρία χρόνια μετά την καταχώρηση της αγωγής τους να αρχίσει η ακρόασή της, στο πλαίσιο της οποίας θα επιδίωκαν να αποδείξουν τους διάφορους ισχυρισμούς τους οι οποίοι θεμελιώνουν το αγώγιμο δικαίωμά τους εναντίον των εναγόμενων, οι τελευταίοι, 4 μόλις μέρες προηγουμένως καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση, με την οποία επιδιώκουν και την προσθήκη ανταπαίτησης, αξιώνοντας εναντίον των εναγόντων, ποσό μεγαλύτερο της δικής τους αξίωσης. Από τα παραπάνω είναι ηλίου φαεινότερο, ότι σε περίπτωση που επιτραπεί η επί του προκειμένου τροποποίηση, θα προκληθεί περαιτέρω σοβαρή καθυστέρηση η οποία θα οδηγήσει σε εκτροχιασμό της δίκης. Μετά την έκδοση του σχετικού διατάγματος, οι εναγόμενοι θα πρέπει να καταχωρήσουν την ανταπαίτησή τους και ακολούθως οι ενάγοντες, την υπεράσπισή τους στην ανταπαίτηση. Στη συνέχεια, ενδεχομένως θα ζητηθεί χρόνος από τους διαδίκους για να προβούν και σε διάφορα άλλα, δικονομικά διαβήματα. Σ' όλα αυτά προστίθεται και το θέμα καθορισμού της διαδικασίας εκδίκασης των εκατέρωθεν απαιτήσεων σύμφωνα με τη Δ.33 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και το σοβαρό ενδεχόμενο ξεχωριστής εκδίκασης της αγωγής από την ανταπαίτηση, γεγονός το οποίο προοιωνίζει περαιτέρω καθυστέρηση. Ως αποτέλεσμα όλων αυτών, ενώ είναι άγνωστο πότε θα οριστεί ξανά η αγωγή για ακρόαση και είναι σχεδόν βέβαιο, ότι, εξ αντικειμένου, θα τεθεί θέμα παραβίασης του Άρθρου 30
- του Συντάγματος, κυρίως έναντι των εναγόντων. Και κάτι ακόμη που θεωρώ ότι αποδεικνύει τον ισχυρισμό των εναγόντων ότι σε περίπτωση που επιτραπούν οι αιτούμενες τροποποιήσεις, οι ίδιοι θα υποστούν βλάβη που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Όπως αναφέρει ο ενόρκως δηλών γι αυτούς στην παράγραφο 9 της ένορκης του δήλωσης, με δεδομένο το χρόνο που παρήλθε η βλάβη δεν μπορεί να αποζημιωθεί μόνο με την καταβολή των εξόδων που θα σπαταληθούν «..αφού η ανάγκη σχετικής μαρτυρίας δεν ήταν προηγούμενα αναγκαία και δεν έχει κατάλληλα διαφυλαχτεί.» Ο εν λόγω ισχυρισμός του μάρτυρα παρέμεινε αναντίλεκτος. Σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι οι εναγόμενοι έχουν το βάρος απόδειξης των ουσιαστικών και νομικών προϋποθέσεων για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, ο ισχυρισμός αυτός, γίνεται αποδεκτός. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου θεωρώ πως δε θα ήταν προς όφελος της δικαιοσύνης η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Αντίθετα, θα ήταν προς βλάβη των συμφερόντων της δικαιοσύνης καθώς και των εναγόντων, οι οποίοι, σε περίπτωση αποδοχής της αίτησης, θα υποστούν βλάβη που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και σε βάρος των εναγόμενων 1 και 2 και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) . ........... Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ- Subject: Civil/Interim (Αναφορά: Αίτηση για τροποποίηση της υπεράσπισης και για προσθήκη ανταπαίτησης.) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο