Alpha Bank Cyprus Ltd ν. R.S. HOLDING LTD, πρώην Raftis Holding Ltd (H.E. 14675), δια του Παραλήπτη και Διαχειριστή της περιουσίας αυτής, Λεωνίδα Κίμωνος κ.α., Aγωγή Aρ: 2054/15, 16/2/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2018:A49 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου-Παπαδήμα, Ε. Δ. Aγωγή Aρ: 2054/15 Μεταξύ: Alpha Bank Cyprus Ltd Eναγόντων και
- R.S. HOLDING LTD, πρώην Raftis Holding Ltd (H.E. 14675), δια του Παραλήπτη και Διαχειριστή της περιουσίας αυτής, Λεωνίδα Κίμωνος
- PAPHOS SANDY HILL ESTATES LTD (Α.Ε. 7759), εκ Πάφου
- ΚΤΗΝΟΤΡΟΦΙΑ ΗΡΑ ΛΤΔ (Η.Ε. 8122), εκ Πάφου
- «ΝΙΜFΙ» TOURIST ENTERPRISES LTD (H.E. 140107), εκ Πάφου
- «SYNTHESIS» DEVELOPING LTD (A.E. 151646), εκ Πάφου
- «ΟRITIS» DEVELOPING LTD (A.E. 151518), εκ Πάφου
- «ΕPECTASIS» CONSTRUCTION LTD (A.E. 140240), εκ Πάφου
- S.S.R. DEVELOPMENTS LTD (H.E. 14677), εκ Πάφου R.S. TOURIST ENSTERPRISES LTD (H.E. 14676), εκ Πάφου ΤΙΕΤΗΕΚΝΟΤ ΗΟLDINGS LTD (A.E. 135836), εκ Πάφου S. RAFTIS CO LTD (H.E. 10040), εκ Πάφου CH. G. "ALONI" DEVELOPMENT LTD (A.E. 157538), εκ Πάφου GLAFKE LIMITED (A.E. 217783), εκ Πάφου RAFSA LIMITED (A.E. 184649), εκ Πάφου IRIA DEVELOPMENT LTD (A.E. 167326), εκ Π-+άφου
- CH. G. (VRYSADHIA) DEVELOPMENT* LTD (A.E. 163930), εκ Πάφου
- «PROKRIS» DEVELOPING LTD (A.E. 140109), εκ Πάφου
- «KREOPAS» DEVELOPING LTD (A.E. 167352), εκ Πάφου NEW PAPHOS DEVELOPMENT CO. LTD (A.E. 12157), εκ Πάφου S. RAFTIS HOTELS HOLDING LTD (A.E. 14678), εκ Πάφου ΣΑΒΒΑΣ ΡΑΦΤΗΣ (Α.Τ. 257992), εκ Πάφου Εναγομένων Ημερομηνία: 16/2/2018 Εμφανίσεις : Για Αιτητές : κ. Τσαγκαρός (για την απαγγελία της απόφασης ο κ. Μιτίδης) Για Καθ' ων η Αίτηση : κ. Α. Δημητριάδης (για την απαγγελία της απόφασης ο κ. Βρυωνίδης) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η αμφισβήτηση ως προς το πρόσωπο που δικαιούται να εκπροσωπεί την εναγόμενη εταιρεία 1, η οποία από τώρα και στο εξής θα καλείται η εταιρεία, οδήγησε στην καταχώρηση της υπό κρίσης αίτησης ημερομηνίας 31/3/2016, αφού από τη μια το πρόσωπο που διορίσθηκε παραλήπτης/διαχειριστής της εταιρείας δυνάμει ομολόγου κυμαινόμενης επιβάρυνσης ημερομηνίας 1/3/2005 υποστηρίζει ότι είναι ο μόνος που δικαιούται να την εκπροσωπεί και από την άλλη πλευρά οι διευθυντές της εταιρείας υποστηρίζουν το αντίθετο. Συνεπεία της αμφισβήτησης αυτής καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση με την οποία οι αιτητές αιτούνται (α) δήλωση του Δικαστηρίου ότι το έγγραφο διορισμού δικηγόρου που υπογράφηκε από τον διευθυντή της εταιρείας R. S. Holdings Ltd το οποίο διορίζει τους κ.κ. Ανδρέας Δημητριάδης & Σια ΔΕΠΕ για ενεργούν και/ή αντιπροσωπεύουν την εναγόμενη 1 είναι άκυρο, παράτυπο και αντικανονικό, (β) διάταγμα με το οποίο να παραμερίζεται το σημείωμα εμφάνισης που καταχωρήθηκε εκ μέρους και για λογαριασμό της εναγόμενης 1 στις 3/3/2016 από το δικηγορικό γραφείο Ανδρέας Δημητριάδης & Σια ΔΕΠΕ (γ) διάταγμα που να αναγνωρίζει ότι η μόνη πρέπουσα και ορθή εμφάνιση αναφορικά με τους εναγόμενους 1 είναι αυτή που καταχωρήθηκε από τους δικηγόρους Αντώνη Ανδρέου & Σια ΔΕΠΕ ημερομηνίας 31/3/2016 και (δ) διάταγμα του Δικαστηρίου όπως η αγωγή συνεχίσει με τον τίτλο της αγωγής όπως είχε καταχωρηθεί στις 12/11/
- Η αίτηση αυτή συνάντησε την ένσταση των καθ' ων η αίτηση οι οποίοι και καταχώρησαν ειδοποίηση ένστασης στην οποία παραθέτουν σωρεία λόγων για απόρριψη της αίτησης και τους οποίους αχρείαστο θεωρώ να παραθέσω ένα προς ένα αφού αυτοί εκτίθενται στην ειδοποίηση ένστασης, ενώ αναφορά σε αυτούς θα γίνει κατά την εξέταση τους πιο κάτω. Οι θέσεις και τα επιχειρήματα των διαδίκων, καταγράφονται και προκύπτουν από την αίτηση, την ένσταση και τις ένορκες δηλώσεις που τις στηρίζουν, καθώς επίσης και από τις γραπτές αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων τους, για αυτό και θεωρώ αχρείαστο να τις παραθέσω αναλυτικά. Αναφορά σε αυτές, θα γίνει περιληπτικά πιο κάτω και όπου αυτό κριθεί αναγκαίο. Την αίτηση στηρίζει ένορκη δήλωση του Λεωνίδα Κίμωνος. Μεταξύ άλλων αναφέρει ότι στις 6/11/2015, διορίστηκε παραλήπτης/διαχειριστής της εταιρείας σύμφωνα με τους όρους ομολόγου κυμαινόμενης επιβάρυνσης ημερομηνίας 1/3/2005, το οποίο συστάθηκε από την εταιρεία προς όφελος της Alpha Bank Cyprus Ltd (Τεκμήριο1). Σύμφωνα με το ομόλογο, η εταιρεία επιβάρυνε ολόκληρη την επιχείρηση και την περιουσία της για το συνολικό ποσό των Λ.Κ.240.000= πλέον τόκους. Κατά τον χρόνο υπογραφής του ομολόγου, η εταιρεία ήταν εγγεγραμμένη στον Έφορο Εταιρειών ως Raftis Holding Ltd (Τεκμήριο 2). Ενεργώντας σύμφωνα με τις πρόνοιες του ομολόγου, οι ενάγοντες με γραπτή ειδοποίηση τους προς την εταιρεία ημερομηνίας 6/11/2015, την ενημέρωσαν για τον διορισμό του παραλήπτη/διαχειριστή (Τεκμήριο 3). Ο τελευταίος απέστειλε στην εταιρεία δική του επιστολή ημερομηνίας 11/11/2015, με την οποία της ζητούσε να παραδώσει κατάσταση του παθητικού και ενεργητικού της. Η επιστολή αυτή επιδόθηκε τόσο στον διευθυντή της εταιρείας Σάββα Ράφτη στις 18/11/2015 (Τεκμήριο 4), όσο και στον γραμματέα της Παναγιώτη Τσαγκάρη (Τεκμήριο 5). Για τον διορισμό του ενόρκως δηλούντα ως παραλήπτη/διαχειριστή, ενημερώθηκε και το γραφείο του Εφόρου Εταιρειών (Τεκμήριο 6). Υποστηρίζει ο παραλήπτης/διαχειριστής ότι δυνάμει των προνοιών του ομολόγου και ειδικότερα του όρου 11 αυτού, είναι ο μοναδικός αντιπρόσωπος της εναγόμενης εταιρείας 1 και αυτός που έχει την αποκλειστική εξουσία να διαχειρίζεται την περιουσία της. Για αυτό και είναι η θέση του ότι η καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης από το δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον διευθυντή της εταιρείας, είναι λανθασμένη και παράτυπη. Και αυτό γιατί ο τύπος διορισμού δικηγόρου που το συνοδεύει έχει υπογραφεί από τον διευθυντή της εταιρείας που είναι άτομο που δεν έχει καμία εξουσία να χειρίζεται με οποιοδήποτε τρόπο την περιουσία της. Στην αντίπερα όχθη, οι καθ' ων η αίτηση με την ένσταση που καταχώρησαν και στηρίζεται σε ένορκη δήλωση του εναγόμενου 21 και διευθυντή της εναγόμενης εταιρείας 1, απορρίπτει τις θέσεις του παραλήπτη/διαχειριστή και προβάλλει διάφορους λόγους για τους οποίους όπως υποστηρίζει η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Μεταξύ άλλων αμφισβητεί την εγκυρότητα και ισχύ του ομολόγου προβάλλοντας προς τούτο διάφορους λόγους. Ότι η εταιρεία στερείτο εξουσίας για συνομολόγηση του, ότι το ομόλογο δεν ισχύει γιατί το χρέος που εξασφαλιζόταν από αυτό έχει εξοφληθεί, ότι άλλες μεταγενέστερες συμφωνίες έχουν αναιρέσει την ισχύ του και ότι οι πρόνοιες του είναι περιοριστικές της ελευθερίας της εταιρείας προς λήψη δικαστικών μέτρων και επηρεάζουν δυσμενώς το δικαίωμα πρόσβασης της εταιρείας στο Δικαστήριο όπως αυτό είναι συνταγματικά κατοχυρωμένο. Αμφισβητεί την εγκυρότητα του διορισμού του παραλήπτη/διαχειριστή και υποστηρίζει ότι είναι εξ' υπαρχής άκυρος. Για αυτό και η εταιρεία έχει λάβει ένδικα μέτρα για την παύση του. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι ο παραλήπτης/διαχειριστής εμποδίζεται να παρεμβαίνει στη δικαστική διαδικασία, γιατί έχει παραιτηθεί του δικαιώματος του αυτού (waiver), επειδή καθυστέρησε να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης. Ισχυρίζεται ακόμα ότι με την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στον διευθυντή της εταιρείας, προσέδωσαν σε αυτόν εξουσία να χειριστεί την αγωγή και να προβάλει την υπεράσπιση και ανταπαίτηση της εταιρείας. Επικαλείται ακόμα ότι έχει ενεργοποιηθεί το κατάλοιπο εξουσίας του διευθυντή γιατί ο παραλήπτης/διαχειριστής παρέλειψε να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης για να υπερασπιστεί στην αγωγή, γιατί αρνήθηκε να προωθήσει την καταχώρηση αίτησης παραμερισμού της εκδοθείσας απόφασης εναντίον της εταιρείας, αλλά και γιατί αρνήθηκε να καταχωρήσει Έκθεση Απαίτησης στην αγωγή 2982/14 του Ε. Δ. Πάφου που η εταιρεία καταχώρησε εναντίον των εναγόντων της παρούσας υπόθεσης. Προβάλλουν περαιτέρω οι καθ' ων η αίτηση ότι επειδή οι ενάγοντες επηρέασαν δυσμενώς την εταιρεία με σκοπό να προχωρήσει στη λήψη των τραπεζικών διευκολύνσεων, για αυτό η εταιρεία μαζί με τους υπόλοιπους εναγόμενους καταχώρησαν εναντίον των εναγόντων την αγωγή αρ. 2982/14 που αναφέρεται πιο πάνω, με την οποία αξιώνονται αποζημιώσεις για αμέλεια που σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της επέδειξαν οι ενάγοντες συμβουλεύοντας την να προχωρήσει στην συνομολόγηση των συμφωνιών, αλλά και στην συνέχεια δίδοντας της λανθασμένες συμβουλές κατά την διαχείριση των διευκολύνσεων που της παραχωρήθηκαν. Παρά την καταχώρηση της αγωγής αυτής, οι ενάγοντες προχώρησαν καταχρηστικά στην καταχώρηση άλλων πέντε αγωγών μέσω του ίδιου δικηγορικού γραφείου, το οποίο ενεργεί και ως δικηγόρος του παραλήπτη/διαχειριστή. Στο στάδιο αυτό και πριν προχωρήσω στην εξέταση της ουσίας της αίτησης, θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω το ιστορικό της υπόθεσης σε σχέση μόνο με την εταιρεία. Οι ενάγοντες καταχώρησαν κλητήριο ένταλμα στις 12/11/
- Αυτό και όσο αφορά πάντα την εταιρεία επιδόθηκε στις 13/11/2015 στον διευθυντή της Σάββα Ράφτη. Μετά την παράλειψη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης εκ μέρους της, οι ενάγοντες καταχώρησαν αίτηση για έκδοση απόφασης λόγω παράλειψης καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης και στις 13/1/2016 εξασφάλισαν απόφαση εναντίον της, όπως και εναντίον όλων των εναγομένων, αφού κανένας από αυτούς δεν καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης. Μετά την έκδοση απόφασης και συγκεκριμένα στις 3/3/2016, η εταιρεία μαζί με όλους τους άλλους εναγόμενους καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης «υπό διαμαρτυρία». Αυτό και όσο αφορά την εταιρεία, συνοδεύεται από διοριστήριο που φέρει την σφραγίδα της εταιρείας και μία υπογραφή. Ακολούθησε στις 31/3/2016 η καταχώρηση άλλου σημειώματος εμφάνισης και πάλι για την εταιρεία. Αυτή τη φορά με τύπο διορισμού δικηγόρου υπογεγραμμένο από τον Λεωνίδα Κίμωνος, παραλήπτη/διαχειριστή της εταιρείας. Στις 8/3/2017 η εταιρεία μαζί με τους υπόλοιπους εναγόμενους καταχώρησε αίτηση παραμερισμού της απόφασης που εκδόθηκε εναντίον της και στις 31/3/2017 ακολούθησε η καταχώρηση της παρούσας αίτησης. Μετά από επιχειρηματολογία των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων οι οποίοι είχαν αντίθετες απόψεις, το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του ημερομηνίας 6/11/2017 αποφάσισε ότι αυτή που θα έπρεπε λόγω της φύσης της να εκδικαστεί πρώτα είναι η παρούσα και έτσι προχώρησε η διαδικασία στην παρούσα αίτηση με την ετοιμασία γραπτών αγορεύσεων εκ μέρους των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων. Όπως διατυπώθηκε στην Αίτηση του Νίνου Α. Χατζηρούσου
(2011)1 Γ ΑΑΔ 1703 : « με το διορισμό παραλήπτη αυτός λαμβάνει υπό τον έλεγχο του τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας, οι δε εξουσίες της εταιρείας και των διευθυντών της να ενεργούν σε σχέση με το συγκεκριμένο περιουσιακό στοιχείο που καλύπτει το ομόλογο σταματούν, χωρίς όμως να επηρεάζεται η νομική ύπαρξη και οντότητα της εταιρείας. (Moss Steamship Co. v. Whinney[1912] A.C. 254). Βέβαια, εάν το ομόλογο καλύπτει στην ουσία ολόκληρη ή το πλείστο μέρος της περιουσίας της εταιρείας, τότε οι διευθυντές της εταιρείας ουσιαστικά δεν ελέγχουν την εμπορική δραστηριότητά της». Εκτενής ανάλυση των αρχών που διέπουν το υπό συζήτηση ζήτημα έγινε από τον Δ. Χ. Μαλαχτό σε ενδιάμεση απόφαση στα πλαίσια της Αγωγής Αρ.190/14 του Ε.Δ. Λάρνακας ημερομηνίας 14/10/2014, από την οποία εκτίθεται το ακόλουθο απόσπασμα. « Ο όρος κυμαινόμενη επιβάρυνση και κυμαινόμενη εξασφάλιση σημαίνει επιβάρυνση ή εξασφάλιση επί των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας που επιβαρύνει την περιουσία της, η οποία δεν τίθεται σε άμεση εφαρμογή, αλλά κυμαίνεται έτσι ώστε να επιτρέπεται στην εταιρεία να συνεχίσει τις εργασίες της. Ενώ καθορισμένη (fixed) επιβάρυνση είναι αυτή που χωρίς άλλο προσκολλάται σε συγκεκριμένη και καθορισμένη περιουσία ή περιουσία ικανή να συγκεκριμενοποιηθεί και καθοριστεί, η κυμαινόμενη επιβάρυνση κινείται με την περιουσία την οποία προορίζεται να επηρεάσει μέχρις ότου κάποιο γεγονός επισυμβεί ή κάποια ενέργεια γίνει που προκαλεί την προσκόλληση της στο αντικείμενο της επιβάρυνσης. Στην περίπτωση διορισμού παραλήπτη η επιβάρυνση καθίσταται καθορισμένη και η εταιρεία δεν μπορεί στο εξής να διαχειρίζεται οιοδήποτε μέρος της περιουσίας που είναι επιβαρυμένη, εκτός όπως το ομόλογο μπορεί να επιτρέπει. Όταν η κυμαινόμενη επιβάρυνση πάνω σε όλα τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας καταστεί καθορισμένη, συνιστά επιβάρυνση πάνω σε όλα τα περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν στην εταιρεία. (Βλ. Halsbury's Laws of England, 4η έκδ., Τόμ.7, παράγρ.824, 827 και 830). Παρά το ότι ο διαχειριστής/παραλήπτης είναι αντιπρόσωπος της εταιρείας, το πρωταρχικό του καθήκον είναι να ρευστοποιήσει τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας προς το συμφέρον του κατόχου του ομολόγου και οι εξουσίες του για διεύθυνση της εταιρείας είναι στην πραγματικότητα υποβοηθητικές για το σκοπό αυτό. (Βλ. Gomba Holdings U.K. Ltd v. Homan
(1986)3 All E.R. 94). Η εταιρεία δεν δικαιούται να του δίδει οδηγίες ως προς τον τρόπο που θα ασκήσει τα καθήκοντα του. Στο σύγγραμμα The Law of Administrators and Receivers of Companies, των Sir G.Lightman και G.Moss, 5η έκδ., αναφέρεται (σελ.26) (σε δική μου μετάφραση) ότι: «Ένα ομόλογο στην συνήθη περίπτωση προνοεί για διορισμό από τον εξασφαλισμένο πιστωτή, σε περίπτωση οιασδήποτε παράλειψης από τον οφειλέτη ή εφόσον επισυμβεί κάποιο άλλο συγκεκριμένο γεγονός, παραλήπτη με εξουσία να συνεχίσει την επιχείρηση της εταιρείας. Ο διορισμός παίρνει τη διεύθυνση της περιουσίας της εταιρείας από τα χέρια των διευθυντών της και την εναποθέτει στα χέρια του παραλήπτη. Αυτή η εξουσία μπορεί να ασκηθεί είτε προς το σκοπό αναβίωσης της εταιρείας ή προς το σκοπό της πώλησης της επιχείρησης της ως τέτοιας. Η εξουσία να συνεχιστεί η επιχείρηση της εταιρείας μέσω διοικητικού παραλήπτη θεωρείται ότι παρέχεται με το ομόλογο εκτός στην έκταση που η ύπαρξη τέτοιας εξουσίας είναι ασυμβίβαστη με οιαδήποτε πρόνοια του ομολόγου.» και (σελ. 276-277) (σε δική μου μετάφραση) ότι: «Ο σκοπός που διορίζεται ο παραλήπτης να είναι αντιπρόσωπος της εταιρείας είναι `απλά ώστε να απελευθερώνονται οι κάτοχοι του ομολόγου που τον διορίζουν από ευθύνη για τις πράξεις του'. Οι εξουσίες διεύθυνσης των διευθυντών αναστέλλονται και ο παραλήπτης έχει ολοκληρωτικό έλεγχο των υποθέσεων της εταιρείας. Οι σχετικές θέσεις του παραλήπτη και των διευθυντών εμφανίζονται καθαρά στην απόφαση του Δικαστή Brightman στην Re Emmadart: `... Ο διορισμός παραλήπτη εκ μέρους κατόχων ομολόγου αναστέλλει τις εξουσίες των διευθυντών πάνω στα περιουσιακά στοιχεία για τα οποία ο παραλήπτης έχει διοριστεί στην έκταση που είναι αναγκαίο για να μπορεί ο παραλήπτης να διεκπεραιώνει τη λειτουργία του ... Η εξουσία του παραλήπτη δεν είναι όμως ταυτόσημη με την εξουσία του διοικητικού συμβουλίου. Οι εξουσίες του παραλήπτη πηγάζουν από (
- i)τις εξουσίες που περιέχονται στο ιδρυτικό έγγραφο και καταστατικό της εταιρείας να δημιουργεί υποθήκες και επιβαρύνσεις, σε συγκερασμό με (
- ii)τις συγκεκριμένες εξουσίες που έχουν παραχωρηθεί σε ένα δεόντως διορισθέντα παραλήπτη δυνάμει της δέουσας άσκησης της εξουσίας της εταιρείας να δανειστεί'.» Στο σύγγραμμα Kerr and Hunter on Receivers and Administrators, 15η έκδ., αναφέρεται (σελ. 312) (σε δική μου μετάφραση) ότι: «Το αποτέλεσμα του διορισμού εκτός δικαστηρίου αφορά στην αποκρυστάλλωση της κυμαινόμενης επιβάρυνσης σε καθορισμένη επιβάρυνση και οι συνέπειες όσον αφορά τους εξ αποφάσεως πιστωτές είναι οι ίδιες όπως στην περίπτωση διορισμού από το δικαστήριο. Οι εξουσίες της εταιρείας και των διευθυντών της να διαχειρίζονται την περιουσία που περιλαμβάνεται στο διορισμό (τόσο περιουσία υποκείμενη σε κυμαινόμενη επιβάρυνση όσο και περιουσία υποκείμενη σε καθορισμένη επιβάρυνση) εκτός υπό τους όρους της επιβάρυνσης, παραλύουν. Γιατί, παρά το ότι κάτω από ομόλογο ή έγγραφο καταπιστεύματος στη συνήθη μορφή, ο παραλήπτης είναι αντιπρόσωπος της εταιρείας, οι εξουσίες της εταιρείας ανατίθενται στον παραλήπτη για τους σκοπούς της διεκπεραίωσης των εργασιών της ή της συγκέντρωσης των περιουσιακών της στοιχείων ...». Στο σύγγραμμα Kerr and Hunter on Receivers and Administrators, 19η έκδ., αναφέρεται (σελ. 592- 593) (σε δική μου μετάφραση) ότι: «Ο διορισμός διοικητικού παραλήπτη από κατόχους ομολόγου δεν έχει οποιαδήποτε συνέπεια πάνω στη νομική θέση των κύριων αξιωματούχων της εταιρείας, δηλαδή των διευθυντών και του γραμματέα ... Το εταιρικό σχήμα της εταιρείας παραμένει ανεπηρέαστο, και παρά το ότι η διεύθυνση και ο έλεγχος των περιουσιακών στοιχείων που περιλαμβάνονται στο διορισμό αποσύρεται εντελώς από τα χέρια των αξιωματούχων της εταιρείας, αυτοί παραμένουν στις θέσεις τους, έχοντας τα συνήθη από το νόμο καθήκοντα να διεκπεραιώσουν.» Στην Κύπρο ο διαχειριστής/παραλήπτης μπορεί να ασκεί και τις εξουσίες που στην Αγγλία ανατίθενται στον διοικητικό παραλήπτη (administrative receiver). Αναφέρεται, ακόμη, (σελ. 593) (σε δική μου μετάφραση) ότι: «Το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας μπορεί επίσης, σε μερικές περιπτώσεις, ακόμη να έχει ενεργά καθήκοντα να διεκπεραιώσει, για παράδειγμα, όπου η εξασφάλιση κάτω από την οποία διορίστηκε ο παραλήπτης δεν εκτείνεται στην ολότητα των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας, ή όπου περιουσία, που κρατείται από την εταιρεία ως καταπιστευματοδόχος ή ως ενέχυρο για τρίτα πρόσωπα, δεν καλύπτεται από τους όρους της εξασφάλισης.» Στο σύγγραμμα Charlesworth Company Law, 17η έκδ., 2005, αναφέρεται (σελ. 544) (σε δική μου μετάφραση) ότι: «Όταν παραλήπτης διορίζεται:
(1)Οι κυμαινόμενες επιβαρύνσεις αποκρυσταλλώνονται και καθίστανται καθορισμένες. Αυτό εμποδίζει την εταιρεία από του να διαχειρίζεται τα περιουσιακά στοιχεία που επιβαρύνονται, χωρίς τη συγκατάθεση του παραλήπτη.
(2)Όταν παραλήπτης της επιχείρησης της εταιρείας διορίζεται, οι εξουσίες των διευθυντών να ελέγχουν την εταιρεία αναστέλλονται αλλά αυτοί μπορεί να έχουν κατάλοιπο ρόλου να διαδραματίσουν. Ετσι, όταν ο παραλήπτης αποφασίζει να μην αναλάβει ή να ρευστοποιήσει ένα περιουσιακό στοιχείο, το οποίο θα ήταν προς το συμφέρον της εταιρείας και των άλλων πιστωτών να αναλάβει ή να ρευστοποιήσει, οι διευθυντές έχουν εξουσία να ενεργήσουν εκ μέρους της εταιρείας στην έκταση που τα συμφέροντα των κατόχων του ομολόγου, ως κατόχων ομολόγου, δεν απειλούνται.» Γίνεται αναφορά στην Newhart Developments v. Co-operative Commercial Bank [1978] 2 All E.R. 896, όπου τα περιουσιακά στοιχεία σε σχέση με τα οποία είχε διορισθεί ο παραλήπτης περιελάμβαναν αξίωση για αποζημιώσεις εναντίον των κατόχων του ομολόγου που τον διόρισε. Ο παραλήπτης είχε αρνηθεί να ενάξει τους κατόχους του ομολόγου και η αγωγή καταχωρίστηκε από τους διευθυντές για λογαριασμό της εταιρείας. Αποφασίστηκε πως η αγωγή μπορούσε να συνεχίσει. Επομένως, διαγράφεται η γενική εικόνα ότι τις υποθέσεις της εταιρείας χειρίζεται ο παραλήπτης, ενώ, πέραν της άσκησης κάποιων νομίμων καθηκόντων, το κατάλοιπο εξουσίας των διευθυντών ενεργοποιείται όταν ο παραλήπτης αρνείται να δραστηριοποιηθεί. Η προϋπόθεση της άρνησης του παραλήπτη στην Newhart, όπου η αγωγή θα στρεφόταν κατά των κατόχων του ομολόγου, δηλαδή αυτούς που τον διόρισαν, θεμελιώνει τη θέση πως ο παραλήπτης είναι κυρίαρχος της κατάστασης. Ακόμα και ο χειρισμός αγωγής κατά των κατόχων του ομολόγου δυνάμει του οποίου διορίστηκε, εναποτίθεται σε αυτόν και οι διευθυντές έχουν ρόλο μόνο εάν αυτός αρνηθεί να προωθήσει τη σχετική αξίωση. Στην M.Wheeler and Company Limited v. Warren [1928] Ch. 840, C.A., αναφέρεται πως ένας παραλήπτης μπορεί να ενάξει στο όνομα της εταιρείας για να ανακτήσει την επιβαρυμένη περιουσία, καθ΄ όσο το ομόλογο τον διορίζει αντιπρόσωπο της εταιρείας και του παρέχει ρητή εξουσία να επέμβει την επιβαρυμένη περιουσία. Στο σύγγραμμα Mayson, French & Ryan on Company Law, 1990 - 91 Edition, αναφέρεται (σελ. 569-70) (σε δική μου μετάφραση) ότι: «Από τη στιγμή του διορισμού του ως διοικητικού παραλήπτη της εταιρείας αυτός έχει τη μόνη εξουσία να διαχειρίζεται την επιβαρυμένη περιουσία. Οι σύμβουλοι της εταιρείας δεν έχουν πλέον εξουσία να διαχειρίζονται την επιβαρυμένη περιουσία. Όμως, συνεχίζουν να παραμένουν αξιωματούχοι και είναι ακόμα υπόλογοι, για παράδειγμα, να υποβάλλουν καταστάσεις και έγγραφα στον Εφορο Εταιρειών.» Γίνεται και εδώ αναφορά στην Newhart και σημειώνεται πως ο διορισμός παραλήπτη δεν αποστερεί τους διευθυντές της εξουσίας τους να ξεκινήσουν διαδικασίες στο όνομα της εταιρείας νοουμένου ότι δεν επεμβαίνουν στο έργο του παραλήπτη να ρευστοποιήσει τα επιβαρυμένα περιουσιακά στοιχεία. Αναφέρεται ακόμα πως οι διευθυντές μπορεί να προωθήσουν διαδικασία για να αμφισβητήσουν την εγκυρότητα του διορισμού του παραλήπτη (Hawkesbury Development Co. Ltd. v. Landmark Finance Pty Ltd
(1969)92 WN (NSW) 199, New South Wales; Paramount Acceptance Co. Ltd v. Souster [1981] 2 NZLR 38, CA of New Zealand) και ακόμα να ενστούν σε αίτηση για διάλυση της εταιρείας (Re Reprographic Exports (Euromat) Ltd
(1978)122 SJ 400) ή να προκαλέσουν την εταιρεία να ενάξει τον παραλήπτη για παράβαση των καθηκόντων του (Watts v. Midland Bank plc [1986] BCLC 15) Η δυνατότητα αυτή στους διευθυντές κατοχυρώνει τα συμφέροντα της εταιρείας από τους διαχειριστές/παραλήπτες που δεν εκτελούν δεόντως τα καθήκοντα τους. Όμως, εφόσον οι διαχειριστές/παραλήπτες έχουν δεόντως διοριστεί και ο διορισμός τους δεν προσβάλλεται, αυτοί είναι οι ρυθμιστές της κατάστασης και η εταιρεία λειτουργεί και αποφασίζει μέσω τους. Στο σύγγραμμα Kerr and Hunter on Receivers and Administrators, 15η έκδ., αναφέρεται (σελ. 315) (σε δική μου μετάφραση) ότι: «Περαιτέρω, οι διευθυντές δικαιούνται να χρησιμοποιήσουν το όνομα της εταιρείας για να αμφισβητήσουν δικαστικά την εγκυρότητα του ομολόγου κάτω από το οποίο έλαβε χώρα ο διορισμός και προφανώς για να καταχωρήσουν αγωγές για αποζημιώσεις για σοβαρή αμέλεια η οποία στη συνήθη περίπτωση υποθήκης θα μπορούσε να καταχωριστεί από τον ενυπόθηκο οφειλέτη κατά του παραλήπτη». Στην Χατζηρούσου, υπό την ιδιότ. ως παραλήπτης της Υ.Liasides Dev. Ltd
(2011)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1703, 1712-13 (αφορούσε αίτηση για την έκδοση προνομιακού εντάλματος) αναφέρθηκε ότι: «... με το διορισμό παραλήπτη αυτός λαμβάνει υπό τον έλεγχο του τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας, οι δε εξουσίες της εταιρείας και των διευθυντών της να ενεργούν σε σχέση με το συγκεκριμένο περιουσιακό στοιχείο που καλύπτει το ομόλογο σταματούν, χωρίς όμως να επηρεάζεται η νομική ύπαρξη και οντότητα της εταιρείας (Moss Steamship Co. v. Whinney [1912] A.C. 254). Βέβαια, εάν το ομόλογο καλύπτει στην ουσία ολόκληρη ή το πλείστο μέρος της περιουσίας της εταιρείας, τότε οι διευθυντές της εταιρείας ουσιαστικά δεν ελέγχουν την εμπορική δραστηριότητά της.» Με αναφορά στην Newhart αναφέρεται πως οι διευθυντές διατηρούν κατάλοιπο εξουσίας που περιλαμβάνει και τη δυνατότητα να εγείρουν αγωγή εναντίον των κατόχων ομολόγων που διόρισαν τον παραλήπτη/διαχειριστή. Στο σύγγραμμα The Law Relating to Receivers and Managers, του Hubert Picarda, 1984, σελ. 296, αναφέρεται πως (σε δική μου μετάφραση): «Η κλασσική διαταγή διορισμού παραλήπτη συνήθως του παρέχει την εξουσία να επέμβει να εισπράξει και λάβει την περιουσία που αποτελεί την εξασφάλιση του ενάγοντα. Αυτό το ρητό λεκτικό αναπόφευκτα και εξυπακουόμενα εξουσιοδοτεί κάθε παρεμπίπτουσα ή βοηθητική ενέργεια. Και στη σελ.64 (σε δική μου μετάφραση): «Όταν σε ένα πρόσωπο παραχωρείται ρητή εξουσία να προωθήσει συγκεκριμένες ενέργειες αυτός, κατά το συνήθη τρόπο, έχει εξυπακουόμενη εξουσία να κάμει ότι είναι αναγκαίο ή υποβοηθητικό ώστε να εκτελέσει αποτελεσματικά αυτό για το οποίο έχει ρητή εξουσία. Η παραχώρηση της εξουσίας μεταφέρει μαζί της την παραχώρηση όλων των κατάλληλων μέσων, που δεν αποκλείονται ρητά, για να καταστήσει εφικτή την άσκηση της ιδίας της εξουσίας.» Οι πρόνοιες στον όρο 10 των ομολόγων εμμέσως πλην σαφώς παρέχουν εξουσία στους διαχειριστές/παραλήπτες να διορίζουν δικηγόρους για να εκπροσωπούν την Εταιρεία σε δικαστικές διαδικασίες. Ο διορισμός δικηγόρου δεν εξαντλείται στην επιλογή του δικηγόρου αλλά στο δικαίωμα αυτού που κάνει την επιλογή να δίδει οδηγίες προς το δικηγόρο ως προς το χειρισμό της υπόθεσης. Εάν οι διαχειριστές/παραλήπτες δεν μπορούν να ενάξουν για λογαριασμό της εταιρείας, η δυνατότητα τους να λάβουν κατοχή και να ρευστοποιήσουν και να εισπράξουν οποιοδήποτε μέρος του ενεργητικού της εταιρείας εμποδίζεται. Αντίθετα όμως, ρητά προνοείται στην παράγραφο (α) των σχετικών όρων πως μπορούν να προβαίνουν σε οποιαδήποτε διαβήματα στο όνομα της εταιρείας όπως θα θεωρήσουν αναγκαίο ή σκόπιμο. Και εάν δεν μπορούν αυτοί να διορίσουν τους δικηγόρους σε αγωγές όπου η εταιρεία είναι ή θα είναι διάδικος, είτε σαν ενάγουσα είτε σαν εναγόμενη, πώς θα μπορούν να προβαίνουν στις διευθετήσεις και στους συμβιβασμούς τους οποίους θεωρούν ότι συμφέρουν, όπως προνοείται στην παράγραφο (δ); Στην Αγγλία υφίσταται νομοθετική ρύθμιση αναφορικά με τις εξουσίες του διαχειριστή/παραλήπτη. Αυτές καθορίζονται στο Παράρτημα Ι του Insolvency Act
- Ρητά μνημονεύεται η εξουσία διορισμού δικηγόρου και η καταχώρηση ή υπεράσπιση αγωγών ή άλλων δικαστικών διαδικασιών στο όνομα και για λογαριασμό της εταιρείας, όπως και η παρουσίαση ή η υπεράσπιση αίτησης για διάλυση της εταιρείας Το ίδιο και στη Σκωτία με το άρθρο 15 του Floating Charges and Receivers Act,
- (Βλ. The Law Relating to Receivers and Managers, του Hubert Picarda, 1984, σελ. 135 - 137 και 72-74 αντίστοιχα). Στην Κύπρο δεν υφίσταται νομοθετική ρύθμιση του ζητήματος, αυτό όμως που καλύπτεται νομοθετικά σε άλλες δικαιοδοσίες παρέχει άριστη καθοδήγηση για την νομολογιακή ρύθμιση του ζητήματος στην Κύπρο». Έχοντας κατά νου τις αρχές που διέπουν το θέμα, θα προχωρήσω να εξετάσω την υπό κρίση αίτηση, λαμβάνοντας υπόψη τις θέσεις και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Όπως προέκυψε από τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου δυνάμει ομολόγου κυμαινόμενης επιβάρυνσης ημερομηνίας 15/3/2005 (Τεκμήριο 1 στην αίτηση) η εταιρεία δέσμευσε προς όφελος των εναγόντων ολόκληρη την περιουσία της προς εξασφάλιση πληρωμής ποσού που δεν υπερβαίνει τις Λ.Κ.240.000= πλέον τόκους, προμήθειες, έξοδα και δαπάνες. Δυνάμει του ομολόγου αυτού ο Λεωνίδας Κίμωνος διορίσθηκε παραλήπτης/διαχειριστής και ο διορισμός του γνωστοποιήθηκε σύμφωνα με τις πρόνοιες της νομοθεσίας τόσο στην εταιρεία όσο και στον Έφορο Εταιρειών, όπως και πιο πάνω εκτίθεται. Από την στιγμή που η εταιρεία με το ομόλογο που υπόγραψε δέσμευσε ολόκληρη την περιουσία της, το πρόσωπο που δικαιούται να διαχειρίζεται την περιουσία της και να την εκπροσωπεί είναι μόνο ο παραλήπτης/διαχειριστής. Τα όσα δε προβάλλουν οι καθ' ων η αίτηση με την ένσταση τους, δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά και να διαφοροποιήσουν την κατάληξη του Δικαστηρίου για διάφορους λόγους, οι οποίοι εκτίθενται πιο κάτω. Απαραίτητο πάντως είναι να σημειωθεί ότι πολλές από τις θέσεις που προβάλλουν και μάλιστα σε καίρια και σημαντικά θέματα, εκτός του ότι εκτίθενται με τρόπο γενικόλογο και ασαφή, είναι και εν πολλοίς αντιφατικές μεταξύ τους. Ξεκινώντας από την θέση των καθ' ων η αίτηση ότι η εκπροσώπηση της εταιρείας από τον παραλήπτη/διαχειριστή περιορίζει σαφώς το δικαίωμα της που κατοχυρώνεται συνταγματικά (άρθρο 30
(1)του Συντάγματος) για πρόσβαση της στο Δικαστήριο κρίνεται ότι αυτή δεν ευσταθεί. Πέρα από το ότι η επίκληση του λόγου αυτού παρέμεινε εντελώς μετέωρη ως απλή αναφορά, αποτελεί γενική αρχή αναγνωρισμένη και από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, πως το δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο, όπως και άλλα ανθρώπινα δικαιώματα υπόκεινται σε θεμιτούς περιορισμούς. Πέρα από αυτό, σημαντικό είναι ότι η εταιρεία υπόγραψε το ομόλογο και η ίδια έθεσε το σύνολο της περιουσίας της κάτω από τον έλεγχο και τη διαχείριση του παραλήπτη/διαχειριστή κάτω από συγκεκριμένες περιστάσεις. Όπως προαναφέρεται, οι καθ' ων η αίτηση προβάλλουν διάφορους ισχυρισμούς αμφισβητώντας την εγκυρότητα και ισχύ του ομολόγου. Είναι η θέση τους ότι η εταιρεία στερείτο εξουσίας για συνομολόγηση του, ότι αυτό δεν ισχύει γιατί το χρέος που εξασφαλιζόταν από αυτό έχει εξοφληθεί και ότι άλλες μεταγενέστερες συμφωνίες έχουν αναιρέσει την ισχύ του. Οι επί του θέματος ισχυρισμοί είναι όχι μόνο ασαφείς και αόριστοι αλλά και αντιφατικοί μεταξύ τους. Ενώ από τη μια προβάλλεται ότι η εταιρεία στερείτο εξουσίας για συνομολόγηση του ομολόγου, από την άλλη ισχυρίζονται ότι το χρέος που εξασφαλιζόταν από το ομόλογο έχει εξοφληθεί, λέγοντας περαιτέρω και κάτι άλλο διαφορετικό. Ότι άλλες μεταγενέστερες συμφωνίες έχουν αναιρέσει την ισχύ του. Τι έγινε τελικά; Η εταιρεία δεν είχε εξουσία για συνομολόγηση του ομολόγου; Παρά τούτο το εξόφλησε; Ή τροποποιήθηκε με την συνομολόγηση άλλων μεταγενέστερων συμφωνιών; Πρέπει επίσης να λεχθεί ότι τίποτε συγκεκριμένο δεν εκτίθεται στην ένορκη δήλωση που στηρίζει την ένσταση που να τείνει έστω να καταδείξει ότι η εταιρεία δεν είχε εξουσία για σύναψη του ομολόγου. Όπως προκύπτει από τους ισχυρισμούς του ενόρκως δηλούντα στην ένσταση, η θέση του ότι το ομόλογο έχει εξοφληθεί, βασίζεται σε αίτημα που υπέβαλε η εταιρεία προς τους ενάγοντες με επιστολή της ημερομηνίας 6/4/2016, με την οποία ζητούσε όπως με τα έσοδα της πώλησης χρεωγράφων της εταιρείας Κτηνοτροφία Ήρα Λτδ ξοφληθεί το ομόλογο και αποσυρθεί ο διορισμός του παραλήπτη/διαχειριστή. Αποτελεί εισήγηση των αιτητών ότι η θέση αυτή δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή καθότι σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 300 του Περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.113 μετά τον διορισμό παραλήπτη/διαχειριστή, δεν υπάρχει δυνατότητα εξόφλησης του ομολόγου χωρίς να ξοφληθούν οι προνομιούχοι πιστωτές της εταιρείας σύμφωνα με την σειρά προτεραιότητας που καθορίζει ο νόμος. H εισήγηση αυτή κρίνεται ως ορθή. Η απαίτηση της εταιρείας για εξόφληση του ομολόγου, δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να γίνει αποδεκτή χωρίς την προηγούμενη εξόφληση των προνομιούχων πιστωτών. Αυτό συνάγεται από τον συνδυασμό των άρθρων 89 και 300 του Κεφ.
- Το άρθρο 89 κ αθορίζει ρητά ότι σε περίπτωση διορισμού παραλήπτη/διαχειριστή, τα χρέη που πληρώνονται κατά προτεραιότητα των υπολοίπων, σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους V του Κεφ. 113, στο οποίο εμπίπτει και το άρθρο 300, πληρώνονται από το ενεργητικό που περιέρχεται στα χέρια του παραλήπτη/διαχειριστή. Προκύπτει λοιπόν με σαφήνεια ότι οι πρόνοιες του άρθρου 300 βρίσκουν εφαρμογή και στην περίπτωση που διορίζεται παραλήπτης/διαχειριστής. Ούτε και μπορεί να θεωρηθεί ότι υπήρξε παράβαση του όρου 5 του ομολόγου. Και αυτό γιατί ο συγκεκριμένος όρος ισχύει μόνο για όσο διάστημα η επιβάρυνση που συστάθηκε δυνάμει του ομολόγου παραμένει κυμαινόμενη. Μέχρι δηλαδή και τον διορισμό παραλήπτη/διαχειριστή. Πρέπει επίσης να λεχθεί ότι ο ισχυρισμός ότι η ισχύς του ομολόγου αναιρέθηκε λόγω υπογραφής άλλων μεταγενέστερων συμφωνιών προβλήθηκε με γενικόλογο και αόριστο τρόπο χωρίς να υποδειχθεί ποιες συγκεκριμένες συμφωνίες κατάργησαν ως είναι η θέση των καθ' ων η αίτηση το ομόλογο, πότε ακριβώς, κάτω από ποιες πρόνοιες και όρους. Επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση που στηρίζει την ειδοποίηση ένστασης διάφορα έγγραφα που αφορούν όχι μόνο την εταιρεία, αλλά και διάφορες άλλες. Πουθενά σε αυτές που αφορούν την εταιρεία δεν έχω εντοπίσει οποιαδήποτε αναφορά με την οποία να επιβεβαιώνεται ο ισχυρισμός αυτός των καθ' ων η αίτηση, ούτε και έχει υποδειχθεί από τον ενόρκως δηλούντα οποιαδήποτε συγκεκριμένη πρόνοια που να τείνει να τον τεκμηριώσει. Όπως προαναφέρεται υπάρχει εκ μέρους των καθ' ων η αίτηση ισχυρισμός ότι ο διορισμός του παραλήπτη/διαχειριστή είναι εξ' υπαρχής άκυρος. Σημαντικό όμως είναι ότι όπως προκύπτει από τη μαρτυρία, ακόμα και οι ίδιοι οι καθ' ων η αίτηση τίποτε δεν αναφέρουν για το αντίθετο, ο διορισμός του παραλήπτη/διαχειριστή έγινε σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 9 του ομολόγου, αφού πρώτα εστάλη επιστολή απαίτησης (Τεκμήριο 7). Η εταιρεία ειδοποιήθηκε με γραπτή ειδοποίηση των εναγόντων ημερομηνίας 6/11/
- Ο παραλήπτης/διαχειριστής απέστειλε στην εταιρεία δική του επιστολή ημερομηνίας 11/11/2015, με την οποία της ζητούσε να παραδώσει κατάσταση του παθητικού και ενεργητικού της. Η επιστολή επιδόθηκε τόσο στον διευθυντή της εταιρείας Σάββα Ράφτη στις 18/11/2015, όσο και στον γραμματέα της Παναγιώτη Τσαγκάρη. Ο διορισμός δε του παραλήπτη/διαχειριστή, κοινοποιήθηκε στον Έφορο Εταιρειών με το Τεκμήριο
- Πρέπει πάντως να λεχθεί ότι οι επί του θέματος αυτού ισχυρισμοί των καθ' ων η αίτηση είναι αντιφατικοί. Όπως αναφέρει ο ενόρκως δηλών στην ένσταση, ο παραλήπτης/διαχειριστής εμποδίζεται να παρεμβαίνει στη δικαστική διαδικασία για το λόγο ότι έχει παραιτηθεί του δικαιώματος του αυτού (waiver) επειδή καθυστέρησε να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης και ότι με την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στον διευθυντή της εταιρείας, προσέδωσαν σε αυτόν εξουσία να χειριστεί την αγωγή και να προβάλει την υπεράσπιση και ανταπαίτηση της εταιρείας εναντίον των εναγόντων. Εφόσον και σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των καθ' ων η αίτηση ο διορισμός του παραλήπτη/διαχειριστή είναι εξ' υπαρχής άκυρος, τότε πως μπορούσε να παραιτηθεί δικαιώματος που δεν είχε και πως μπορούσε να προσδώσει εξουσία που και πάλι δεν είχε όπως ισχυρίζονται στον διευθυντή της εταιρείας και πως μπορεί να ενεργοποιήθηκε κατάλοιπο εξουσίας; Γιατί για να συμβούν τα πιο πάνω, να απωλέσει δηλαδή κάποιος ένα δικαίωμα, να προσδώσει σε κάποιον άλλον εξουσία πρέπει βέβαια ο ίδιος να έχει αυτό το δικαίωμα και αυτή την εξουσία. Οι αντιφατικοί επί του θέματος ισχυρισμοί του καταδεικνύουν το ανυπόστατο τους και έστω και έμμεσα επιβεβαιώνουν ότι όντως υπήρξε έγκυρος διορισμός παραλήπτη/διαχειριστή, ότι αυτός είχε την εξουσία και το δικαίωμα να εκπροσωπεί την εταιρεία στη δικαστική διαδικασία. Για αυτό μάλιστα και στην προσπάθεια των καθ' ων η αίτηση να τον ακυρώσουν, έχουν προχωρήσει στη λήψη νομικών μέτρων. Καταχώρησαν παλαιότερα αίτηση με την οποία επιδίωκαν την παύση του και μετά την απόσυρση της καταχώρησαν την αγωγή 706/16 με την οποία επιδιώκουν επίσης την ίδια θεραπεία. Διαφαίνεται λοιπόν από τα πιο πάνω ότι δεν υπήρξε παραβίαση των προνοιών των άρθρων 97
(1)και 340 του Περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.
- Ούτε και ο ισχυρισμός των καθ' ων η αίτηση ότι έχει ενεργοποιηθεί το κατάλοιπο εξουσίας του διευθυντή των καθ' ων η αίτηση μπορεί να ευσταθήσει. Αυτό που προκύπτει από τα όσα πιο πάνω εκτίθενται, το κατάλοιπο εξουσίας των διευθυντών κάποιας εταιρείας ενεργοποιείται όταν ο παραλήπτης αρνείται να δραστηριοποιηθεί. Αυτό προκύπτει ειδικότερα από την Newhart, όπου ως προϋπόθεση για να ενεργοποιηθεί το κατάλοιπο της εξουσίας του διευθυντή να προχωρήσει σε αγωγή εναντίον των κατόχων του ομολόγου, ήταν η άρνηση του παραλήπτη/διαχειριστή να το πράξει. Στην εξεταζόμενη περίπτωση δεν έχει διαφανεί ότι πριν την έκδοση απόφασης εναντίον της εταιρείας υπήρξε εκ μέρους του διευθυντή της οποιαδήποτε τέτοια απαίτηση. Κανένα έγγραφο, ούτε ακόμα και ισχυρισμός δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, μεταγενέστερo της επίδοσης στον διευθυντή της εταιρείας του κλητηρίου εντάλματος και πάντως προγενέστερο της έκδοσης απόφασης με το οποίο να ζητείται από τον παραλήπτη/διαχειριστή η υπεράσπιση στην αγωγή. Δεν υπάρχει καν ισχυρισμός περί του αντιθέτου, ότι δηλαδή οι καθ' ων η αίτηση ενημέρωσαν τον παραλήπτη/διαχειριστή ότι αμφισβητούν την αξίωση των εναγόντων, ούτε και ότι έθεσαν σε γνώση του οποιαδήποτε συγκεκριμένα στοιχεία τα οποία θα έπρεπε να τεθούν ως υπεράσπιση. Αυτό που διαφάνηκε είναι ότι η πρώτη φορά που οι καθ' ων η αίτηση ζήτησαν από τον παραλήπτη/διαχειριστή να ενεργήσει, ήταν μετά την έκδοση δικαστικών αποφάσεων και συγκεκριμένα στις 23/5/2016 (Τεκμήριο 23 στην ένσταση). Πρέπει δε να σημειωθεί ότι αυτό που κλήθηκε να πράξει ο παραλήπτης/διαχειριστής ήταν ουσιαστικά να ενεργήσει όχι όπως ο ίδιος έκρινε ότι θα έπρεπε να κάνει, αλλά όπως του υποδείχθηκε. Θα συμφωνήσω ακόμα με την θέση του αιτητή ότι η άρνηση των καθ' ων να συμμορφωθούν με την συμπλήρωση και παράδοση του εντύπου σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 340 του Περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, είχε ως αποτέλεσμα αυτός να μην γνωρίζει και συνεπώς να μην είναι σε θέση να προβάλει οποιαδήποτε υπεράσπιση ή ανταπαίτηση. Ούτε και η θέση των καθ' ων η αίτηση ότι ο παραλήπτης/διαχειριστής έχει απωλέσει το δικαίωμα του να χειριστεί την υπόθεση για το λόγο ότι το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε στον διευθυντή της εταιρείας Σάββα Ράφτη και με τον τρόπο αυτό του προσέδωσαν εξουσία να χειριστεί την υπόθεση μπορεί να ευσταθήσει. Ο χειρισμός της υπόθεσης ανήκει στον παραλήπτη/διαχειριστή και δεν είναι δυνατό να θεωρείται ότι με κάποιες επί μέρους ενέργειες και όπως στην συγκεκριμένη περίπτωση με την επίδοση και μόνο στον διευθυντή της εταιρείας του κλητηρίου εντάλματος, να συνεπάγεται απώλεια του δικαιώματος του αυτού. Άλλη θέση των καθ' ων η αίτηση είναι ότι υπάρχει κακοπιστία εκ μέρους του παραλήπτη/διαχειριστή και σύγκρουση συμφερόντων. Και αυτό για διάφορους λόγους τους οποίους θεωρώ αχρείαστο να παραθέσω ένα προς ένα. Και τα όσα προβάλλονται επί του θέματος αυτού είναι γενικά και αόριστα. Ακόμα και στην περίπτωση που υφίστανται, από μόνα τους και χωρίς κανένα άλλο συγκεκριμένο στοιχείο, δεν καταδεικνύουν την ύπαρξη τέτοιας κακοπιστίας. Οι καθ' ων η αίτηση παρέλειψαν να υποδείξουν συγκεκριμένες πράξεις ή παραλείψεις του παραλήπτη/διαχειριστή που να τείνουν έστω να καταδείξουν κάτι τέτοιο. Δεν πρέπει επίσης να μας διαφεύγει ότι ένας παραλήπτης/διαχειριστής δεν μπορεί να ενεργεί αυθαίρετα, αλλά πάντοτε μέσα στα πλαίσια της νομοθεσίας και με εύλογη επιμέλεια. Στην περίπτωση δε, που δεν ενεργήσει όπως οφείλει, υπόκειται σε κυρώσεις. Τα όσα δε προβάλλονται σε σχέση με την άρνηση του παραλήπτη/διαχειριστή να καταχωρήσει Έκθεση Απαίτησης στην αγωγή αρ. 2982/14, θεωρώ ότι δεν έχουν σχέση με το ζήτημα που εξετάζεται και για αυτό δεν μπορεί να επηρεάσει την κρίση του Δικαστηρίου στην παρούσα υπόθεση. Όπως προαναφέρεται οι αιτητές με την αίτηση τους ζητούν παραμερισμό του σημειώματος εμφάνισης που καταχωρήθηκε στις 3/3/
- Το θέμα της καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης εκ μέρους εναγομένου, διέπεται από τη Δ.16 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία τίθεται στη νομική βάση της αίτησης. Ζητήματα που αναφύονται σε σχέση με σημείωμα εμφάνισης διέπονται επίσης από τη Δ.
- Αυτή όμως αφορά αλλαγή δικηγόρου, ενώ η Δ.17, καθορίζει τις συνέπειες που προκαλούνται από την παράλειψη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης. Παρά το ότι η Δ.16 Θ.3 προνοεί για την καταχώρηση αίτησης για ακύρωση σημειώματος εμφάνισης σε κάποιες περιπτώσεις που καθορίζονται στο εδάφιο
(2), πουθενά δεν εντοπίζεται συγκεκριμένη διάταξη που να προβλέπει την καταχώριση τέτοιας αίτησης όπως και η παρούσα. Για εξέταση του κρινόμενου ζητήματος καθοδήγηση αντλείται από το σύγγραμμα Annual Practice 1958, στην σελίδα 183, όπου κάτω από τον τίτλο «Irregularity in», με υποσημείωση «Solicitor's Responsibility», στην οποία πραγματεύεται την αντίστοιχη Δ.12 των Αγγλικών Θεσμών, καταγράφονται τα ακόλουθα : «A solicitor who enters an appearance for a defendant impliedly warrants or contracts that he has authority to do so». Και στην συνέχεια και κάτω από τον τίτλο «Unauthorised appearance: «If a solicitor appears for a defendant without his knowledge or authority, the defendant has a clear right to have the appearance vacated..». Σο Annual Practice 1961, σελ. 3077, απαριθμούνται περιπτώσεις κατά τις οποίες ένας δικηγόρος θεωρείται ότι ενεργεί χωρίς εξουσιοδότηση. Σαν τέτοια εκλαμβάνεται η περίπτωση όπου ο ενάγοντας δεν είναι υπαρκτό πρόσωπο, ή είναι ανήλικος ή άτομο που στερείται λογικής (may be or become of unsound mind). Όταν πρόκειται για εταιρεία περιορισμένης ευθύνης εκλαμβάνεται ότι η οδηγία δόθηκε χωρίς εξουσιοδότηση, όταν αυτή δεν έχει νομότυπα διορισμένους διευθυντές ή άλλους αξιωματούχους ικανούς να δώσουν οδηγίες ή όταν οι οδηγίες προέρχονται από τη μειοψηφία των διευθυντών ή από διευθυντές οι οποίοι δεν διορίσθησαν κανονικά ή από διαφωνούντες διευθυντές οι οποίοι ενεργούν με κακή πίστη (mala lide). Ποια διαδικασία πρέπει να ακολουθείται όταν εγείρεται ζήτημα νόμιμης εξουσιοδότησης του δικηγόρου να χειριστεί την υπόθεση, καταγράφεται και πάλι στο Annual Practice 1961 και είναι η καταχώρηση αίτησης δια κλήσεως που επιδίδεται στο αντίδικο μέρος. Αυτή η αίτηση μπορεί να καταχωρηθεί οποτεδήποτε και σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Στην περίπτωση που το σημείωμα εμφάνισης καταχωρήθηκε χωρίς εξουσιοδότηση, τότε αυτό πρέπει να ακυρώνεται. Στην εξεταζόμενη περίπτωση όπως και πιο πάνω αναφέρεται, αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι το πρόσωπο που δικαιούται να εκπροσωπεί την εταιρεία είναι ο παραλήπτης/διαχειριστής. Συνεπώς αυτός είναι και το μόνο πρόσωπο που μπορεί να εξουσιοδοτεί κάποιο δικηγόρο για να αντιπροσωπεύσει την εταιρεία. Κατ' ακολουθία κρίνεται ότι η οδηγία που δόθηκε για την καταχώρηση του επίδικου σημειώματος εμφάνισης, δόθηκε από αξιωματούχο μη ικανό να δώσει οδηγίες και συνεπώς, χωρίς εξουσιοδότηση για αυτό και θα πρέπει να παραμερισθεί. Αναφορικά δε με το αιτούμενο στην παράγραφο (Δ) της αίτησης διάταγμα, είναι προφανές ότι η αγωγή δεν μπορεί να συνεχίσει παρά με τον τίτλο με τον οποίο καταχωρήθηκε αφού στο μεταξύ δεν εκδόθηκε κανένα διάταγμα τροποποίησης από το Δικαστήριο και δεν απαιτείται οποιαδήποτε άλλη διαταγή. Συνακόλουθα το σημείωμα εμφάνισης που καταχώρησε η εταιρεία μέσω του διευθυντή της στις 3/3/2016 παραμερίζεται. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ των αιτητών και εναντίον των καθ' ων η αίτηση όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .......... Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο