Bank of Cyprus Public Co Ltd (πρώην Cyprus Popular Bank Public Co Ltd) ν. Νεόφυτος Νεοφύτου Θεοφάνους κ.α., Αριθμός Αγωγής :- 956/2011, 12/2/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2018:A35 Στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου Ενώπιον :- Μάνθου Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Αριθμός Αγωγής :- 956/2011 Μεταξύ :- Bank of Cyprus Public Co Ltd (πρώην Cyprus Popular Bank Public Co Ltd) Ενάγουσα Και
- Νεόφυτος Νεοφύτου Θεοφάνους
- Θεοφάνης Νεοφύτους Εναγόμενοι Αίτηση Ημερομηνίας 11/1/2017 Ημερομηνία Έκδοσης Απόφασης :- Δευτέρα 12η Φεβρουαρίου 2018 Για την Ενάγουσα - Καθ΄ ης η Αίτηση :- κα. Κατερίνα Ανδρέου για Ηλίας Νεοκλέους & Σία Δ. Ε. Π. Ε. Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κα. Κατερίνα Ανδρέου Για τους Εναγόμενους - Αιτητές :- κα. Σωτηρούλα Σταυρή-Σωκράτους Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κα. Σωτηρούλα Σταυρή-Σωκράτους Ενδιάμεση Απόφαση 1 Αιτούνται οι εναγόμενοι 1 και 2 (στο εξής θα καλούνται οι «εναγόμενοι») την έκδοση διατάγματος τροποποίησης της έκθεσης υπεράσπισης τους με αίτηση υποστηριζόμενη από κοινή ένορκη δήλωση τους ενώ η καθ΄ ης η αίτηση ενάγουσα έχει καταχωρίσει ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης με δέκα συνολικά λόγους ένστασης, οι οποίοι λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους, η οποία υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση δικηγόρου του δικηγορικού γραφείου των δικηγόρων της ενάγουσας. Ασφαλώς το Δικαστήριο κατά την εξέταση της αίτησης λαμβάνει υπόψη του τόσο το περιεχόμενο της αίτησης όσο και της ένστασης σε συνδυασμό με την επιχειρηματολογία τόσο προς υποστήριξη όσο και εναντίον της αίτησης. 2 Εγείρονται διάφορα θέματα προς εξέταση σε σχέση με το αντικείμενο της αίτησης και τα οποία λαμβάνονται υπόψη προς αιτιολόγηση αυτής της απόφασης δίχως παράλληλα να κρίνεται απαραίτητο όπως αυτά εξεταστούν στο σύνολο τους έτσι ώστε το Δικαστήριο να οδηγηθεί στο τελικό συμπέρασμα του αναφορικά με την έκβαση αυτής της αίτησης. 3 Όπως, παραδείγματος χάριν, το θέμα της καθυστέρησης στην υποβολή του αιτήματος τροποποίησης των εναγόμενων. Αναφορικά με το οποίο, διατηρώντας υπόψη τα όσα δεδομένα έχουν τεθεί υπόψη του υπό μορφή μαρτυρίας (δίχως βεβαίως, ελλείψει μαρτυρίας, να λαμβάνονται υπόψη τα όσα αναφέρονται στη γραπτή αγόρευση για παραλαβή εγγράφων από τους εναγόμενους με επιστολή ημερομηνίας 15/3/12) ως επίσης και τα όσα εξάγονται από τον φάκελο της αγωγής, πραγματικά το Δικαστήριο δεν έχει πεισθεί ως προς τη βασιμότητα της θέσης των εναγόμενων ως προς το ότι ο λόγος καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης ήταν διότι υπήρξε καθυστέρηση στον εφοδιασμό των εναγόμενων, από την ενάγουσα, των εγγράφων τα οποία εν τέλει οδήγησαν την δικηγόρο τους στην καταχώριση της αίτησης υπό εξέταση με αυτή την απόφαση. Η κατ΄ επανάληψη δήλωση ετοιμότητας των εναγόμενων για έναρξη της ακρόασης της αγωγής σε συνδυασμό με την καταχώριση ειδοποίησης προσαγωγής εγγράφων σε κάθε περίπτωση αναβολής της ακρόασης κάθε άλλο παρά αναδεικνύει την μη παροχή των σχετικών εγγράφων προς τους εναγόμενους μέχρι και σε χρονικά αόριστο «.μεταγενέστερο στάδιο.» όπως αναφέρεται στην παράγραφο 4 της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης. 4 Ανεξαρτήτως όμως και αυτής της κατάληξης, λαμβάνοντας υπόψη τη σχετική νομολογία επί του θέματος της καθυστέρησης στην υποβολή αίτησης τροποποίησης, το Δικαστήριο θεωρεί πως η διαπίστωση αναφορικά με την ύπαρξη αδικαιολόγητης καθυστέρησης στην υποβολή του αιτήματος δεν θα αποτελούσε στη συνέχεια εμπόδιο ως προς την έγκριση της αίτησης τους. Άλλος τελικά είναι ο λόγος βάσει του οποίου το Δικαστήριο οδηγείται τελικά σε απόρριψη της αίτησης των εναγόμενων. 5 Λόγος πολύ πιο βασικός και από την περίπτωση η αίτηση να μην εγκρινόταν εξαιτίας της διαπίστωσης ως προς την ύπαρξη αδικαιολόγητης καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης. Λόγος ο οποίος έχει περισσότερο σχέση με την καταλληλότητα της αιτούμενης τροποποίησης και την επίδραση την οποία σε περίπτωση έγκρισης της αίτησης θα μπορούσε να είχε στον καθορισμό της επίδικης διαφοράς μεταξύ των διαδίκων. Όπως η απουσία αυτής της καταλληλότητας επεξηγείται πιο κάτω. 6 Κατ΄ αρχάς, διατηρείται υπόψη ως βασικό δεδομένο ο τρόπος με τον οποίο ζητείται η τροποποίηση του υφιστάμενου περιεχομένου της έκθεσης υπεράσπισης. Καμία αφαίρεση οποιουδήποτε μέρους αυτού δεν ζητείται. Αντιθέτως, αυτό διατηρείται ως έχει με μοναδική εξαίρεση την αναρίθμηση ορισμένων παραγράφων. Επισημαίνεται δηλαδή πως οι εναγόμενοι δεν αιτούνται τη διαγραφή οποιουδήποτε μέρους της έκθεσης υπεράσπισης τους. Το αίτημα τους περιορίζεται σε προσθήκη στην έκθεση υπεράσπισης. Επιπλέον, το μεγαλύτερο μέρος αυτής της προσθήκης θα είναι υπό μορφή προδικαστικής ένστασης. 7 Έχοντας υπόψη, παρά και την αιτούμενη τροποποίηση, το γεγονός της πλήρης διατήρησης του κειμένου της έκθεσης υπεράσπισης ως έχει, κρίνεται αναγκαία η παράθεση ορισμένων σημείων από το δικόγραφο των εναγόμενων. Έχει δηλαδή ιδιαίτερη σημασία το ίδιο το γεγονός αυτής της απόλυτης διατήρησης. 8 Πολύ συνοπτικά υπενθυμίζεται πως με την έκθεση υπεράσπισης στην υφιστάμενη μορφή της οι εναγόμενοι προβάλλουν τους εξής βασικούς ισχυρισμούς. 8.1 Πρώτο, αγνοούν και συνεπώς αρνούνται καν την ύπαρξη της ενάγουσας και τις εργασίες τις οποίες κατ΄ ισχυρισμό διεξάγει (παράγραφος 1 της έκθεσης υπεράσπισης). 8.2 Δεύτερο, αρνούνται ακόμη και την ύπαρξη της επίδικης - σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της ενάγουσας - συμφωνίας δανείου (παράγραφος 2 της έκθεσης υπεράσπισης). 8.3 Τρίτο, αρνούνται τους ισχυρισμούς της ενάγουσας ως προς την ύπαρξη συγκεκριμένων όρων του επίδικου δανείου και οι οποίοι παρατίθενται εντός της έκθεσης απαίτησης (παράγραφος 3 της έκθεσης υπεράσπισης). 8.3.
- Παραδόξως στη συνέχεια, εντός της ίδιας παραγράφου της έκθεσης υπεράσπισης, παρά και τη χρήση της φράσης «Περαιτέρω άνευ επηρεασμού των ανωτέρω.» οι εναγόμενοι αναφέρονται σε έναρξη «.της συμφωνίας και/ή συμφωνιών.» [1] δίχως να διευκρινίζεται κατά πόσο αυτό το οποίο εννοείται είναι η συμφωνία την ύπαρξη της οποίας η ενάγουσα ισχυρίζεται ή οποιεσδήποτε άλλες συμφωνίες η ύπαρξη των οποίων να προκύπτει από το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης. Βεβαίως μέχρι και την παράγραφο 3 της έκθεσης απαίτησης μία είναι η συμφωνία στην οποία αναφέρεται η ενάγουσα, δηλαδή αυτή του δανείου. 8.3.
- Με βάση αυτή την ενδεχομένως διαζευκτική τοποθέτηση τους οι εναγόμενοι πλέον αναφέρονται σε μη δικαιωματική και παράνομη χρέωση των λογαριασμών του εναγόμενου 1 με παράνομες χρεώσεις, ανατοκισμούς και άλλα έξοδα. Έστω βεβαίως και διατηρώντας υπόψη την αμέσως προηγηθείσα χρήση της φράσης «Περαιτέρω άνευ επηρεασμού των ανωτέρω.», εύλογα δημιουργείται το ερώτημα αναφορικά με ποιους λογαριασμούς προβάλλεται αυτός ο ισχυρισμός για παράνομες χρεώσεις, ανατοκισμούς και άλλα έξοδα. Διατηρώντας και πάλι υπόψη πως με την έκθεση υπεράσπισης, μέχρι και αυτό το σημείο της, οι εναγόμενοι τοποθετούνται σχετικά με τους ισχυρισμούς στην έκθεση απαίτησης μέχρι και την παράγραφο 3 σύμφωνα με το περιεχόμενο της οποίας μόνο σε ένα λογαριασμό υπάρχει αναφορά, δηλαδή αυτό του δανείου. 8.3.
- Στη συνέχεια προστίθεται και «περαιτέρω» ισχυρισμός, ο οποίος εμφανώς είναι γενικός και αόριστος, με τον οποίο οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι «εσύναψαν» με την ενάγουσα «.συμφωνία και/ή συμφωνίες.» δίχως όμως, διευκρινιστικά, οι εναγόμενοι είτε να αναφέρονται σε ημερομηνίες ή οποιεσδήποτε άλλες λεπτομέρειες αναφορικά με αυτές τις κατ΄ ισχυρισμό συμφωνίες ή συμφωνία είτε να διασαφηνίζουν, ενδεχομένως, κατά πόσο αυτό το οποίο όντως εννοείται με την έκθεση υπεράσπισης τους, είναι ότι η αναφορά σε συμφωνία ή συμφωνίες είναι αναφορά στη συμφωνία δανείου ή άλλες συμφωνίες οι οποίες αναφέρονται εντός της έκθεσης απαίτησης (δηλαδή, συμφωνία εγγύησης με τον εναγόμενο 2 ή υποθήκης με τον εναγόμενο 1). 8.4 Τέταρτο, στη συνέχεια (παράγραφος 4) προβάλλουν και ισχυρισμό άρνησης της παραγράφου 4 της έκθεσης απαίτησης, εντός της οποίας προβάλλονται οι ισχυρισμοί της ενάγουσας αναφορικά με την ύπαρξη εγγύησης μεταξύ της και του εναγόμενου
- 8.4.
- Τονίζεται πως η άρνηση αυτή ασφαλώς δεν καλύπτεται από την οποιαδήποτε διαζευκτική τοποθέτηση των εναγόμενων ή από την ενδεχομένως διαζευκτική τοποθέτηση εντός της παραγράφου 3 της έκθεσης υπεράσπισης. 8.4.
- Παρά και την άρνηση αυτή, εντός της ίδιας παραγράφου, οι εναγόμενοι προβάλλουν στη συνέχεια ισχυρισμό ως προς το ότι η ενάγουσα μη δικαιωματικά προέβαινε και/ή προβαίνει σε παράνομες χρεώσεις ή ανατοκισμούς ή τραπεζικά δικαιώματα ή άλλα έξοδα. Εντούτοις, δεν διευκρινίζεται, με οποιοδήποτε τρόπο, σε σχέση με ποια συμφωνία ή λογαριασμό η ενάγουσα προέβαινε σε αυτές τις χρεώσεις. 8.5 Πέμπτο, με τον ίδιο τρόπο άρνησης της συμφωνίας εγγύησης με τον εναγόμενο 2 έτσι επίσης αρνούνται οι εναγόμενοι και τους ισχυρισμούς αναφορικά με την ύπαρξη συμφωνίας υποθήκης μεταξύ της ενάγουσας και του εναγόμενου 1 (παράγραφος 5 της έκθεσης απαίτησης). Βεβαίως αναφορικά με αυτή την παράγραφο οι εναγόμενοι με την αιτούμενη τροποποίηση αιτούνται την προσθήκη επιπρόσθετων ισχυρισμών ανεξάρτητα από τη θέση άρνησης ως προς την ύπαρξη της συμφωνίας υποθήκης δίχως και πάλι να τοποθετούνται ευθέως με διαζευκτικό τρόπο ως προς την ύπαρξη της συμφωνίας υποθήκης. 8.6 Έκτο, η μοναδική παράγραφος της έκθεσης απαίτησης αναφορικά με την οποία δεν προβάλλεται οποιοσδήποτε ισχυρισμός και συνεπώς το περιεχόμενο της οποίας γίνεται δεκτό από τους εναγόμενους είναι η παράγραφος 6 της έκθεσης απαίτησης. 8.7 Ένας είναι ο ισχυρισμός εντός της παραγράφου 6 της έκθεσης απαίτησης. Με αναφορά σε σχετική νομοθεσία, δηλαδή τον περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμο (Ν.160(Ι)/99) σύμφωνα με την οποία, όπως η ενάγουσα ισχυρίζεται, της παρέχεται το δικαίωμα να ανατοκίζει μέχρι δύο
(2)φορές το χρόνο σε συγκεκριμένες ημερομηνίες. 8.8 Βεβαίως, με την αιτούμενη τροποποίηση, η μοναδική προσθήκη νέας παραγράφου στο κείμενο στο κύριο μέρος της έκθεσης υπεράσπισης και όχι υπό μορφή προδικαστικής ένστασης είναι παράγραφος με την οποία πλέον οι εναγόμενοι να αρνούνται το περιεχόμενο της παραγράφου
- Επιπλέον, βεβαίως υπάρχει αναφορά στο συγκεκριμένο Νόμο και στην αιτούμενη τροποποίηση ως μέρος της προδικαστικής ένστασης βάσει της οποίας διεκδικείται από το Δικαστήριο η αποδοχή της θέσης ότι αυτός είναι αντισυνταγματικός. 8.9 Έβδομο, οι εναγόμενοι αρνούνται τόσο την αποστολή επιστολών από την ενάγουσα όσο και τον τερματισμό της συμφωνίας της με τους εναγόμενους και λειτουργίας σχετικού λογαριασμού. Ανεξάρτητα και από την προβολή των υπόλοιπων ισχυρισμών τους εντός της έκθεσης υπεράσπισης ως προς το κατά πόσο υπήρχε ή δεν υπήρχε η οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ τους και της ενάγουσας. 8.10 Υπάρχει και αναφορά σε συνάρτηση με την άρνηση της υποπαραγράφου (α) της παραγράφου 11 της έκθεσης απαίτησης και σε επανάληψη των όσων οι εναγόμενοι «.αναφέρουν εις την παράγραφο 7 ανωτέρω». Παραδόξως η αναφορά εμπεριέχεται εντός της παραγράφου 7 δίχως βεβαίως, εντός της έκθεσης υπεράσπισης, να υπάρχει πιο πάνω η οποιαδήποτε παράγραφος η οποία να φέρει τον αριθμό
- 8.11 Τέλος, απορρίπτοντας την αξίωση της ενάγουσας αναφορικά με συγκεκριμένο ποσό, παρά και την απόρριψη αυτή, επιπλέον («Περαιτέρω») ισχυρίζονται ότι οι εναγόμενοι είχαν προβεί σε πληρωμές κατά διάφορες ημερομηνίες οι οποίες όμως δεν αναφέρονται από την ενάγουσα. Επίσης («Περαιτέρω») ισχυρίζονται ότι το υπόλοιπο του «λογαριασμού» δεν είναι αυτό το οποίο αναφέρεται εντός της ίδιας παραγράφου της έκθεσης απαίτησης επαναλαμβάνοντας και πάλι πως η ενάγουσα είχε προβεί σε παράνομες χρεώσεις, ανατοκισμούς και έξοδα τα οποία δεν δικαιούται. 8.12 Υπενθυμίζεται βεβαίως πως, σύμφωνα με το περιεχόμενο της έκθεσης υπεράσπισης, ασαφής πραγματικά παραμένει η θέση των εναγόμενων ως προς το λόγο για τον οποίο η ενάγουσα τους χρέωνε το οποιοδήποτε ποσό. 9 Υπάρχει ένα στοιχείο αναφορικά με την αιτούμενη τροποποίηση το οποίο δεν είναι δυνατό να μην θεωρηθεί από το Δικαστήριο ως το κύριο στοιχείο το οποίο χαρακτηρίζει το αίτημα τροποποίησης των εναγόμενων. Η προσθήκη προδικαστικής ένστασης. 10 Χαρακτηρίζεται από το Δικαστήριο η προσθήκη αυτή ως προδικαστική ένσταση παρά και το γεγονός ότι δεν περιγράφεται ευθέως ως προδικαστική ένσταση. Η περιγραφή αυτή βασίζεται στα ακόλουθα σημεία. 10.1 Κατ΄ αρχάς σαφώς με το αίτημα ζητείται όπως αυτό το μέρος της αιτούμενης τροποποίησης προστεθεί ως παράγραφος (Α) πριν την παράγραφο 1 της Υπεράσπισης των εναγόμενων. 10.2 Δεύτερο, αναφέρεται στην αρχή αυτής της παραγράφου ότι οι εναγόμενοι «.προδικαστικά ισχυρίζονται». 10.3 Τέλος, μετά και από την ολοκλήρωση αυτού του μέρους της έκθεσης υπεράσπισης αναφέρεται χαρακτηριστικά πως οι εναγόμενοι «Άνευ βλάβης των ανωτέρω και/ή διαζευκτικά, οι εναγόμενοι υπερασπιζόμενοι προβαίνουν στην πιο κάτω υπεράσπιση». 11 Συνεπώς, το Δικαστήριο θεωρεί πως αυτή η προδικαστική ένσταση θα αποτελεί, σε περίπτωση έγκρισης της αίτησης τροποποίησης, ένα ξεχωριστό μέρος της έκθεσης υπεράσπισης. Διαφορετικά προς τι ζητείται η προσθήκη της προς προβολή προδικαστικών ισχυρισμών πριν από το κύριο κείμενο της έκθεσης υπεράσπισης; 12 Ποια θα είναι όμως η έννοια ή συνέπεια της προβολής αυτής της προδικαστικής ένστασης; Παραδείγματος χάριν, υπάρχει περίπτωση να αιτηθούν οι εναγόμενοι την εκδίκαση αυτής της προδικαστικής ένστασης πριν από την εκδίκαση της αγωγής; Αυτό όμως πως θα ήταν εφικτό διατηρώντας υπόψη τις γενικές αρνήσεις οι οποίες υπάρχουν εντός της έκθεσης υπεράσπισης στο σύνολο της; 13 Με τον ίδιο τρόπο προκύπτει και το εξής ερώτημα. Υπάρχει περίπτωση να ζητηθεί όπως τα όσα αναφέρονται υπό μορφή προδικαστικών ισχυρισμών ληφθούν υπόψη κατά την εκδίκαση της αγωγής; Ανεξάρτητα δηλαδή και από το βαθμό στον οποίο οι ισχυρισμοί εντός της έκθεσης υπεράσπισης ουσιαστικά δεν συνάδουν με τους ισχυρισμούς εντός της προδικαστικής ένστασης; Διατηρώντας παράλληλα υπόψη και την ασάφεια ή ακόμη και ανυπαρξία (σε σχέση με τη συμφωνία υποθήκης) ως προς την οποιαδήποτε διαζευκτική τοποθέτηση των εναγόμενων επί βασικών ισχυρισμών της ενάγουσας σε σχέση με την ύπαρξη συγκεκριμένων συμφωνιών και τις συνέπειες αυτών. 14 Επιπλέον, ασφαλώς δεν είναι δυνατό να μην ληφθεί υπόψη και η δυσανάλογη έκταση αυτής της αιτούμενης προσθήκης στην έκθεση υπεράσπισης υπό μορφή προδικαστικής ένστασης. Δυσανάλογη βεβαίως διατηρώντας υπόψη και την έκταση του κειμένου της έκθεσης υπεράσπισης ως έχει σήμερα. Ιδιαίτερα δε, τονίζοντας και πάλι, πως το μέρος αυτό δεν θα αποτελεί μέρος του κύριου κειμένου της έκθεσης υπεράσπισης αλλά προδικαστική ένσταση. 15 Συγκεκριμένα, όπως η προσθήκη αυτή καταγράφεται εντός της αίτησης τροποποίησης, καλύπτει συνολικά περίπου επτά
(7)πυκνογραμμένες σελίδες με μικρότερη γραμματοσειρά από αυτή της υφιστάμενης έκθεσης υπεράσπισης, το αραιογραμμένο κείμενο της οποίας δεν καταλαμβάνει περισσότερες από δύο
(2)σελίδες. 16 Διερωτάται πραγματικά το Δικαστήριο ως προς την καταλληλότητα αυτού του μέρους της αιτούμενης τροποποίησης. Επισημαίνεται πως εντός αυτής της αιτούμενης προσθήκης υπάρχει και ισχυρισμός γεγονότος ως προς το ότι δεν δόθηκαν αντίγραφα των ισχυριζόμενων συμφωνιών στους εναγόμενους. Ενώ στη συνέχεια προβάλλονται διάφορες θέσεις γιατί οι συμφωνίες αυτές είναι άκυρες. Αξίζει να σημειωθεί βεβαίως πως με την έκθεση υπεράσπισης των εναγόμενων, όπως αυτή θα διαμορφωθεί σε περίπτωση έγκρισης της αίτησης τροποποίησης, οι εναγόμενοι δεν αποδέχονται ευθέως την ύπαρξη των επίδικων συμφωνιών δανείου, εγγύησης και υποθήκης. Έστω και εάν προβάλλεται - υπό μορφή επιφύλαξης και όχι διαζευκτικά - γενική θέση ως προς την ύπαρξη παράνομων χρεώσεων, ανατοκισμού και τραπεζικά δικαιώματα ή άλλα έξοδα σε σχέση με τις συμφωνίες δανείου και εγγύησης. 17 Επιπλέον, με την αιτούμενη τροποποίηση με προσθήκη στην παράγραφο 5 της υφιστάμενης έκθεσης υπεράσπισης (σύμφωνα με την οποία απλά υπενθυμίζεται πως προβάλλεται άρνηση της ύπαρξης της συμφωνίας υποθήκης, δίχως οποιαδήποτε διαζευκτική τοποθέτηση) προβάλλονται και ισχυρισμοί σύμφωνα με τους οποίους αναγνωρίζεται η ύπαρξη της επίδικης συμφωνίας δανείου ενώ σε άλλα σημεία της υφιστάμενης έκθεσης υπεράσπισης αυτή δεν γίνεται παραδεκτή. 18 Ισχυρισμός επίσης προβάλλεται σε σχέση με τη χρονική διαφορά μεταξύ της παραχώρησης της υποθήκης και των πιστωτικών διευκολύνσεων και τη μεγάλη διαφορά του ποσού το οποίο παραχωρήθηκε και του ποσού το οποίο εξασφαλίζει η υποθήκη αποκλείοντας ως αποτέλεσμα (σύμφωνα με τη θέση των εναγόμενων) τον ισχυρισμό της ενάγουσας ότι η υποθήκη καλύπτει το επίδικο δάνειο. Ενώ βεβαίως ούτε η ύπαρξη της υποθήκης γίνεται δεκτή με την υφιστάμενη έκθεση υπεράσπισης αλλά ουσιαστικά, ιδωμένη στο σύνολο της, ούτε και η παραχώρηση οποιουδήποτε ποσού προς τους εναγόμενους. Κατ΄ επέκταση διερωτάται πραγματικά και πάλι το Δικαστήριο ως προς τη σκοπιμότητα της προβολής τέτοιου ισχυρισμού υπό μορφή προδικαστικής ένστασης. 19 Παρατηρείται επίσης πως με την αιτούμενη τροποποίηση αν και αρχικά οι επίδικες συμφωνίες περιγράφονται ως ισχυριζόμενες συμφωνίες στη συνέχεια όχι μόνο περιγράφονται, σε διάφορα σημεία, ως επίδικες συμφωνίες ή οι «εν λόγω συμφωνίες» αλλά υπάρχει και αναφορά σε συμφωνίες τις οποίες οι εναγόμενοι συνήψαν με την ενάγουσα. Εξανεμίζοντας δηλαδή κατά κάποιο ασαφή τρόπο και την οποιαδήποτε αμφισβήτηση των επίδικων συμφωνιών εντός της έκθεσης υπεράσπισης έτσι ώστε το περιεχόμενο της προδικαστικής ένστασης να μην συνάδει με αυτό του κύριου κειμένου της έκθεσης υπεράσπισης. 20 Υπενθυμίζεται πως σύμφωνα με τη Διαταγή 25 των Διαδικαστικών Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας η έγκριση αίτησης τροποποίησης ενός δικογράφου βασίζεται σε άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου το οποίο δύναται να επιτρέψει την τροποποίηση με τέτοιο τρόπο και υπό τέτοιους όρους όπως θα είναι δίκαιο ενώ τέτοια τροποποίηση θα επιτρέπεται όπου αυτή δύναται να είναι αναγκαία με σκοπό τον καθορισμό των πραγματικών σημείων διαφοράς μεταξύ των διαδίκων. 21 Όπως αναφέρεται στην απόφαση Χρίστου ν. Αζά
(1992)1 Α. Α. Δ. 704 η νομολογιακά καθιερωμένη θεμελιακή αρχή είναι πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση όπου αυτή κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών με εξαίρεση τις περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής ενώ παράλληλα στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγων της καθυστέρησης στην υποβολή αίτησης σαν λογική απόρροια των διατάξεων του άρθρ. 30.2 του συντάγματος που επιτάσσει τη διεξαγωγή και περάτωση της δίκης σε εύλογα χρονικά όρια. Βεβαίως αναφορικά με το θέμα της καθυστέρησης στην υποβολή του αιτήματος τροποποίησης ήδη το Δικαστήριο έχει τοποθετηθεί σχετικά πιο πάνω (βλ. σχετικά την παράγραφο 3 αυτής της απόφασης). 22 Συνεπώς, σε περίπτωση υποβολής αιτήματος τροποποίησης το Δικαστήριο δεν διαδραματίζει ρόλο απλού παρατηρητή ελέγχοντας απλώς κατά πόσο ικανοποιούνται ορισμένες γενικές προϋποθέσεις οι οποίες τίθενται από τη νομολογία ως προς την έγκριση αιτήματος τροποποίησης αλλά αντιθέτως διατηρεί σταθερά υπόψη του ότι η οποιαδήποτε τροποποίηση θα πρέπει να έχει ως αποτέλεσμα τα όσα αναφέρονται πιο πάνω. Θέτοντας το πολύ απλά ως προς το ότι δηλαδή τροποποίηση θα επιτρέπεται όπου αυτή δύναται να είναι αναγκαία με σκοπό τον καθορισμό των πραγματικών σημείων διαφοράς μεταξύ των διαδίκων. Ασκείται συνεπώς διακριτική ευχέρεια από το Δικαστήριο με κύριο στόχο την καταλληλότητα αλλά και αποτελεσματικότητα της αιτούμενης τροποποίησης διατηρώντας σταθερά υπόψη ότι είναι επί των δικογράφων που θα τροχοδρομηθεί η ακροαματική διαδικασία της αγωγής. 23 Εάν με την αιτούμενη τροποποίηση δεν προβλέπεται να επιτύχει ο προαναφερόμενος στόχος τότε πολύ απλά το Δικαστήριο δεν εγκρίνει τέτοια αίτηση. Στην περίπτωση της αιτούμενης τροποποίησης το Δικαστήριο δεν έχει οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς το ότι αυτή κάθε άλλο παρά θα συνέτεινε στον καθορισμό των πραγματικών σημείων διαφοράς μεταξύ των διαδίκων. Αντιθέτως θα οδηγούσε σε πρόκληση σύγχυσης ως προς την πραγματική φύση της επίδικης διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και αμηχανίας ως προς τον καθορισμό των επίδικων θεμάτων αλλά και την πορεία της δίκης κατά την ακροαματική διαδικασία της αγωγής. 24 Θα μπορούσε βεβαίως να θεωρηθεί πως η εφαρμογή τέτοιας προσέγγισης παρεμβαίνει στην ελευθερία ενός διαδίκου να ακουστεί όπως ο ίδιος επιθυμεί προβάλλοντας τους ισχυρισμούς του σε σχέση με την επίδικη διαφορά. Εντούτοις καμία τέτοια πρόθεση δεν προκύπτει από την προαναφερόμενη προσέγγιση. Κάθε διάδικος είναι ελεύθερος να θέτει υπόψη του Δικαστηρίου τις δικές του θέσεις και ισχυρισμούς. Το ζητούμενο δικονομικά είναι ο τρόπος διατύπωσης αυτών των θέσεων και όχι η δυνατότητα αυτής της διατύπωσης. 25 Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο έντιμος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου Πικής Π. στη σελίδα 164 της απόφασης Kallice Holding Co. Ltd. v. MTR Metals (Overseas) Ltd. (Αρ. 1)
(1996)1Α Α. Α. Δ. 162 τα συμφέροντα της δικαιοσύνης είναι ο κυρίαρχος παράγων ο οποίος διέπει την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να επιτρέψει την τροποποίηση δικογράφου, προσθέτοντας ότι πολλοί παράγοντες επενεργούν στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης με πρώτο παράγοντα, ότι είναι επιθυμητό, όλες οι διαφορές μεταξύ των διαδίκων, οι οποίες αναφέρονται στα επίδικα θέματα, να επιλύονται διεξοδικά στην ίδια διαδικασία και ολοκληρώνοντας με την εξής αναφορά. Ότι ο «.βέβαιος προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων, καθώς και η διατύπωση των εκατέρωθεν θέσεων και η απόδειξη τους μέσα σε σταθερό πλαίσιο, είναι άλλος σημαντικός παράγοντας ο οποίος υπεισέρχεται στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου». 26 Αναμφίβολα ο σημαντικός αυτός παράγοντας του βέβαιου προσδιορισμού των επίδικων θεμάτων καθώς και η διατύπωση των θέσεων των εναγόμενων με την προοπτική αν όχι της απόδειξης τουλάχιστον της ανάδειξης τους μέσα σε σταθερό πλαίσιο δεν θα υπήρχε σε περίπτωση έγκρισης του αιτήματος τροποποίησης των εναγόμενων. 27 Συνεπώς, η αίτηση δεν κρίνεται δικαιολογημένη και ως εκ τούτου απορρίπτεται ενώ διατηρώντας υπόψη και το αποτέλεσμα εκδίκασης της τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ της καθ΄ ης η αίτηση ενάγουσας και εις βάρος των αιτητών εναγομένων 1 και 2 όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο μετά και από την εκδίκαση ή με διαφορετικό τρόπο αποπεράτωση της αγωγής. 28 Στη συνέχεια θα τηρηθεί ξεχωριστό πρακτικό με το οποίο θα δοθεί ημερομηνία ορισμού της αγωγής. __________________________ Μάνθος Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject :- Civil/Interim Judgments Αναφορά :- Αίτηση Τροποποίησης [1] O τονισμός των γραμμάτων, ως επίσης και η οποιαδήποτε υπογράμμιση ή άλλη μορφοποίηση του κειμένου εντός αυτής της απόφασης, γίνεται σε κάθε περίπτωση από το Δικαστήριο ενώ τα οποιαδήποτε αποσπάσματα είτε από τα δικόγραφα ή άλλα έγγραφα ή από τη νομοθεσία ή νομολογία παρατίθενται με κυρτά γράμματα (italics). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο