← Κύπρος

Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Kalotaxido Travel Services Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 185/14, 12/2/2018

Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Kalotaxido Travel Services Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 185/14, 12/2/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2018:A36 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής׃ 185/14 Μεταξύ: Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγόντων και

  1. Kalotaxido Travel Services Ltd
  2. Ιωάννα Κωνσταντίνου
  3. Άννα Κωνσταντίνου Eναγομένων Ημερομηνία: 12/2/2018 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενους/Αιτητές׃ κ. Συμιλλίδης Για Ενάγοντες/Καθ' ων η αίτηση : κα Ποποβίδου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αφορμή για έκδοση της παρούσας απόφασης αποτέλεσε η αίτηση των εναγομένων ημερομηνίας 28/8/2017, με την οποία επιδιώκουν την τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης και την προσθήκη Ανταπαίτησης. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Άννας Κωνσταντίνου, εναγομένης
  4. Αυτή αναφέρει ότι η ανάγκη για τροποποίηση προέκυψε μετά την αλλαγή του δικηγόρου των εναγομένων και κατά την προετοιμασία της υπόθεσης για ακρόαση. Υποστηρίζει ότι η αίτηση θα πρέπει να εγκριθεί καθότι με αυτήν επιδιώκεται η διεύρυνση των ισχυρισμών της Έκθεσης Υπεράσπισης και σε περίπτωση έγκρισης της, δεν θα επηρεασθούν δυσμενώς τα δικαιώματα των εναγόντων. Το αίτημα αυτό των εναγομένων συνάντησε την ένσταση των εναγόντων οι οποίοι και καταχώρησαν ειδοποίηση ένστασης, η οποία συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Ανδρόνικου Σταυρινού, υπαλλήλου των εναγόντων. Όπως υποστηρίζει η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί γιατί καταχωρήθηκε με μεγάλη καθυστέρηση, δεν τίθενται επαρκείς και ικανοποιητικοί λόγοι που να καταδεικνύουν γιατί οι ισχυρισμοί και η Ανταπαίτηση των οποίων τώρα επιδιώκεται η προσθήκη δεν συμπεριλήφθηκαν από την αρχή στην καταχωρηθείσα Έκθεση Υπεράσπισης και γιατί γίνεται κακόπιστα. Εάν η αίτηση εγκριθεί, θα προκληθεί αδικία και δυσμενής επηρεασμός των δικαιωμάτων των εναγόντων. Η ακροαματική διαδικασία περιορίσθηκε σε αγορεύσεις και οι θέσεις και τα επιχειρήματα των διαδίκων, καταγράφονται και προκύπτουν αναλυτικά από την αίτηση, την ένσταση και τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις που τις υποστηρίζουν, καθώς επίσης και από τις γραπτές αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων τους, γι' αυτό και δεν θεωρώ απαραίτητο να τα παραθέσω. Αναφορά σε αυτά και όπου κριθεί αναγκαίο θα γίνει στην συνέχεια της απόφασης. Οι αρχές που διέπουν το θέμα της τροποποίησης έχουν εκτεθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Στέλιος Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation Ltd and another

(1989)1 Α.Α.Δ. 33, οι αρχές αυτές συνοψίσθηκαν ως ακολούθως: «α. Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. β. Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30
(2)του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου. γ. Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο, ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση του διατάγματος. δ. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο όμως αυτό η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου.». Ο κυρίαρχος λόγος όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Geto Trading Import-Export Ltd v. Το Πλοίο M/V Vladimir Vasilief (αρ. 4)
(1993)1 Α.Α.Δ., σ.71 που λαμβάνει υπόψη το Δικαστήριο για να επιτρέψει τροποποίηση είναι η παροχή δυνατότητας στους διαδίκους να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου τις πραγματικές τους διαφορές. Όπως και ο Λόρδος Denning έχει αναφέρει στην υπόθεση Associated Leisure Ltd and others v. Associated Newspapers Ltd [1970] 2 All E.R.754, η οποία και υιοθετήθηκε και στην Κύπρο, σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όπως την Nicolaides v. Yerolemi
(1980)1 CLR 1, Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 934, «I start with the principle, well settled, that an amendment ought to be allowed even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money». Στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου ν. Ανδρέα Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. σ. 704 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής». Όπως τέθηκε και στην απόφαση Νικολάου v. Μιλτιάδου κ.α.
(2007)1(Β) ΑΑΔ 1005 «ο κρίσιμος παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων και η διαπίστωση των θέσεων των διαδίκων. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως του αν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης». Στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Αντρέας Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, στη σελίδα 562 της απόφασης λέχθηκε πως: «Όσο φιλελεύθερη και να δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση, το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας είναι το σύνολο των περιστατικών και η εισήγηση των Εφεσειόντων στην έκταση που την θέλει να ασκείται μόνο με αναφορά στο επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης, ανεξάρτητα δηλαδή από οτιδήποτε άλλο, δεν μας βρίσκει σύμφωνους». Όπως αναφέρθηκε στην Βασιλειάδης ν. Πετρολίνα
(1994)
(1)Α.Α.Δ. σ.14: «Άκαμπτοι κανόνες στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δεν θα μπορούσαν να διαγραφούν αλλά παράγοντες με ποικίλλουσα βαρύτητα ανάλογα με τα περιστατικά της υπόθεσης». Στην Saba & Co v. T.P.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. σ. 426 λέχθηκε ότι: «Η καθυστέρηση δε, δεν είναι αφ΄ εαυτής αποφασιστικής σημασίας. Καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης δεν θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή». Στην υπόθεση Astor Manufacturing & Exporting Ltd κ.α. ν. A & G Leventis κ.α.
(1993)1 Α.Α.Δ. σ.72 λέχθηκε ότι ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός και το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας συνυπολογίζει όλους τους παράγοντες που η νομολογία καθιέρωσε διαδραματίζοντες ρόλο καθώς και όλα τα σχετικά γεγονότα στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης. Στην υπόθεση Δόμνα Χριστοδούλου ν. Α. Ι. Χριστοδούλου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. σ. 934, επετράπηκε η τροποποίηση, παρά το ότι η διαδικασία βρισκόταν σε πολύ προχωρημένο στάδιο και η αίτηση είχε καταχωρηθεί μετά την έναρξη της ακρόασης και αφού είχαν ακουσθεί επτά μάρτυρες, σε υπόθεση μάλιστα όπου είχε διεξαχθεί και επιτόπια έρευνα από το Κτηματολόγιο. Αναφέρθηκαν στην υπόθεση αυτή μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «Αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σύγχρονη Νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί σε χρήμα». Στην Ε. Φιλίππου Λτδ v. Compass Insurance Co Ltd
(1990)1 AAΔ 24, υποβλήθηκε αίτημα για τροποποίηση στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων και αφού είχε ήδη ολοκληρωθεί η αγόρευση της μιας πλευράς. Η αίτηση βασιζόταν στο Καν. 90 των Κυπριακών Θεσμών Ναυτοδικείου, όπου η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου σε τέτοιας φύσης υποθέσεις, ασκείται με βάση τις ίδιες αρχές, όπως και στις αστικές υποθέσεις. Αναφέρθηκε στην απόφαση αυτή ότι: «Τα συμφέροντα της δικαιοσύνης είναι ο παράγων ο οποίος δεσπόζει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Τα στοιχεία τα οποία συνθέτουν και προσδιορίζουν τα συμφέροντα της δικαιοσύνης και εξισορροπούνται μετά από συνεκτίμηση των συμφερόντων των διαδίκων και των ευρύτερων συμφερόντων της δικαιοσύνης για τελέσφορο επίλυση όλων των συναφών διαφορών μεταξύ τους και των συμφερόντων του δημοσίου στη εξασφάλιση της ταχείας απονομής της δικαιοσύνης». Αξίζει στο σημείο αυτό να γίνει αναφορά στην Clive Preece κ.α. v. Νάσως Θεοφίλου Ρωσσίδου,, Πολτ. Εφ. 271/2008, ημερομ. 16/12/2011, όπου έγινε συμπερίληψη όλης της πιο πάνω νομολογίας και όπου το Ανώτατο Δικαστήριο ανάφερε μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «Οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας, Διαταγή 25 καν. 1, παρέχουν δυνατότητα τροποποίησης των δικογράφων. Η επί τούτου απόφαση, ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου η οποία ασκείται στη βάση καθιερωμένων κριτηρίων. Αίτηση για τροποποίηση δικογράφου μπορεί να εγκριθεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Βλ. Εθν. Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.α. ν. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κα
(2002)1(Α) ΑΑΔ 237. Στην Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934 έχει ειπωθεί ότι η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπουν τα δικαστήρια τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα». Με βάση τα πιο πάνω θα προχωρήσω να εξετάσω την αίτηση, ξεκινώντας από τον λόγο ένστασης για ύπαρξη κακοπιστίας. Όπως τέθηκε και στην Αννα Latouf Agini v. Εθνική Τράπεζα Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1 ΑΑΔ σελ. 11, η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς ή ακόμα για την αποτροπή της πολλαπλότητας των διαδικασιών. Εξαίρεση όμως αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατόν να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. (βλ. Περικτιόνη Χρίστου πιο πάνω). Όπως οι ενάγοντες υποστηρίζουν, η κακοπιστία των εναγομένων, προκύπτει από το γεγονός ότι η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε μετά την έναρξη της διαδικασίας πώλησης με πλειστηριασμό του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/10894 το οποίο βαρύνεται με την Υποθήκη Αρ. 2663/12 και μετά την παραλαβή από τους εναγόμενους επιστολών κατά τους τύπους «Ι» και «Θ». Οι επιστολές αυτές επιδόθηκαν στους εναγόμενους 1 και 2 στις 25/4/2017 και στην εναγόμενη 3 στις 27/4/2017 (Τεκμήριο 1 στην ένσταση). Σύμφωνα πάντα με τους ενάγοντες, οι εναγόμενοι προσπαθούν να δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις παραμερισμού της ειδοποίησης τύπου «ΙΑ» που θα ακολουθούσε και κατ' ακολουθία την ακύρωση της σκοπούμενης πώλησης. Οι ισχυρισμοί αυτοί των εναγόντων παρέμειναν αναντίλεκτοι. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη ότι η καταχώρηση της υπό κρίσης αίτησης ακολούθησε της επίδοσης των πιο πάνω επιστολών κατά τους τύπους «Ι» και «Θ» σύμφωνα με τις πρόνοιες του Περί Μεταβίβασης και Υποθήκευσης Ν. 9/65, σε συνδυασμό επίσης με τους ισχυρισμούς που εκτίθενται στην Έκθεση Υπεράσπισης και αυτούς που επιδιώκεται να εισαχθούν, κρίνεται ότι όντως διαφαίνεται να υπάρχει κακοπιστία των εναγομένων και η ύπαρξη αλλότριων κινήτρων σε σχέση με την επιδιωκόμενη τροποποίηση. Και αυτό για τους ακόλουθους λόγους. Με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς τους, οι εναγόμενοι αρνούνται την συνομολόγηση της επίδικης συμφωνίας, του ομολόγου καθώς και των υποθηκών. Γενικότερα δηλαδή αρνούνται την απαίτηση και όλους τους ισχυρισμούς των εναγόντων που εκτίθενται στην Έκθεση Απαίτησης, χωρίς ουσιαστικά να προβάλλουν άλλα θετικά γεγονότα προς υπεράσπιση τους. Με την αιτούμενη τροποποίηση προσπαθούν να εισάξουν ισχυρισμούς (παραγρ. 1 (Β)
(9)της αίτησης), που είναι γενικόλογοι και ασαφείς αφού αναφέρουν ότι οι ενάγοντες παρείχαν σε αυτούς «πολύπλοκα χρηματοοικονομικά μέσα υπό την μορφή δανείων και/ή τραπεζικών διευκολύνσεων ....», χωρίς όμως να συγκεκριμενοποιούν ποια είναι αυτά τα δάνεια και οι τραπεζικές διευκολύνσεις. Εκτός τούτου σημαντικό είναι ότι ο ισχυρισμός τους αυτός που επιδιώκεται να εισαχθεί, βρίσκεται σε αντίθεση με τους ήδη δικογραφημένους ισχυρισμούς τους, αφού και όπως και πιο πάνω αναφέρεται αρνούνται την συνομολόγηση της επίδικης συμφωνίας και του ομολόγου προς όφελος των εναγόντων καθώς επίσης και των υποθηκών. Παρατηρείται δε το οξύμωρο να επιδιώκουν όπως τους επιτραπεί η δικογράφηση Ανταπαίτησης με την οποία να αιτούνται δήλωση του Δικαστηρίου ότι η συμφωνία δανείου, το ομόλογο επιβάρυνσης και οι συμβάσεις υποθήκης, που θα επαναλάβω αρνούνται τη συνομολόγηση τους, είναι «παράνομες, άκυρες ή/και ανεφάρμοστες ή και ανυπόστατες». Ενόψει της επιτυχίας αυτού του λόγου, θεωρώ αχρείαστο να προχωρήσω με εξέταση των λοιπών λόγων που εγείρονται με την ειδοποίηση ένστασης. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των καθ' ων η αίτηση/εναγόντων και εναντίον των αιτητών/εναγομένων, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και τα οποία να είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (Υπ.) ............. Μ. Λάρμου-Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής civil/interim subject: tropopiisi cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.