Αναφορικά με την Αίτηση των Κύπρου Κουρούσιη και Χρυσόστομου Κουρούσιη - Εγγυητών της Εταιρείας TRIADIC ESTATES LTD ν. Αναφορικά με την Εταιρεία TRIADIC ESTATES LTD, Γενική Αίτηση Αρ.: 219/2017, 12/2/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2018:A37 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Σατολιά, Ε.Δ. Γενική Αίτηση Αρ.: 219/2017 Αναφορικά με τον περί Εταιρειών Νόμο - Κεφ.113, Άρθρα 202Α μέχρι και 202ΛΗ Και Αναφορικά με την Εταιρεία TRIADIC ESTATES LTD (HE 47325), εκ Πάφου Και Αναφορικά με την Αίτηση των Κύπρου Κουρούσιη και Χρυσόστομου Κουρούσιη - Εγγυητών της Εταιρείας TRIADIC ESTATES LTD (HE47325) για διορισμό εξεταστή στην Εταιρεία ___________________ Ημερομηνία: 12.02.2018 Για τους Αιτητές: κ. Ανδρέας Κασιανής για κ. Ανδρέα Θ. Μαθηκολώνη Για τους κ. Κωνσταντίνο Ιωάννου και Ανδρέα Ανδρονίκου, Διαχειριστές και Παραλήπτες της εταιρείας Triadic Estates Ltd: κ. Γιώργος Χαραλάμπους για Γεωργιάδης & Πελίδης Δ.Ε.Π.Ε. Για το Ενδιαφερόμενο Μέρος - Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ : κ. 'Ελισα Θεοδώρου για Α. Κακογιάννης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Ενδιάμεση Απόφαση Στις 15.09.2017 οι αιτητές, εγγυητές της καθ' ης η αίτηση εταιρείας Triadic Estates Ltd, καταχώρησαν την κυρίως αίτηση, με την οποία, μεταξύ άλλων, επιδιώκουν την έκδοση διατάγματος «που να διατάσσει τον διορισμό του κ. Μαρίνου Καρταπάνη από την Λευκωσία, ως εξεταστή («ο εξεταστής») στην TRIADIC ESTATES LTD (ΗΕ 47325) - Καθ' ης η Αίτηση εταιρεία - για σκοπούς εξέτασης των υποθέσεών της και να του παρέχονται όλες οι εξουσίες και τα καθήκοντα που προβλέπονται από τον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113 σε σχέση με την Καθ' ης η Αίτηση εταιρεία». Αρχικά η αίτηση, ενόψει του ότι σε αυτή αναγραφόταν η κλίμακα €500.000-€2.000.000, ετέθηκε από το Πρωτοκολλητείο για εκδίκαση ενώπιον της ευπαίδευτης Προέδρου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, η οποία στις 24.11.2017, μετά την έκδοση απορριπτικής απόφασης σε αίτηση συνένωσης της παρούσας αίτησης με τρεις άλλες αιτήσεις (216/17, 217/17 και 218/17), υπέβαλε ερώτημα στο δικηγόρο των αιτητών, γιατί είχε επιλέξει την κλίμακα €500.000-€2.000.000, δεδομένου ότι το ονομαστικό κεφάλαιο των εταιρειών φαινόταν να είναι πολύ μικρότερο. Όπως φαίνεται από το σχετικό πρακτικό, μετά από μια μικρή διακοπή, ο δικηγόρος που εμφανιζόταν για τους αιτητές, ενημέρωσε το δικαστήριο, ότι, όπως τον είχε πληροφορήσει ο κ. Μαθηκολώνης, όντως το ονομαστικό κεφάλαιο ήταν κάτω των €100.000 και εκ λάθους είχε αναγραφεί η κλίμακα €500.000-€2.000.000. Ενόψει τούτου το δικαστήριο έδωσε οδηγίες, όπως οι φάκελοι των υποθέσεων να σταλούν στο Πρωτοκολλητείο για να παραπεμφθούν στους δικαστές που είναι αρμόδιοι να επιληφθούν των αιτήσεων, ανάλογα με το πρόγραμμα εργασίας και την κλίμακα. Είναι υπό αυτές τις συνθήκες που ο φάκελος της παρούσας αίτησης τέθηκε ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου. Στις 29.11.2017, που το δικαστήριο επιλήφθηκε για πρώτη φορά της αίτησης, η ευπαίδευτη δικηγόρος του ενδιαφερόμενου μέρους έθεσε ζήτημα έλλειψης καθ' ύλην δικαιοδοσίας για εκδίκασή της. Με τη συγκεκριμένη θέση ομονόησε τελικά και ο ευπαίδευτος δικηγόρος των Παραληπτών - Διαχειριστών της καθ' ης η αίτηση εταιρείας, ενώ ο ευπαίδευτος δικηγόρος των αιτητών διαφώνησε, υποστηρίζοντας την ορθότητα των οδηγιών της ευπαίδευτης Προέδρου. Το ζήτημα της δικαιοδοσίας ακούσθηκε στις 08.01.2018 και το δικαστήριο εξέδωσε την απόφασή του στις 11.01.2018, με την οποία αποφάσισε ότι έχει καθ' ύλην δικαιοδοσία να εκδικάσει την κυρίως αίτηση. Μετά την έκδοση της ανωτέρω απόφασης η πλευρά των αιτητών ζήτησε, όπως η κυρίως αίτηση ορισθεί για ακρόαση και ακουσθεί πριν ή κατά την 15.01.2018, ενόψει του ότι στις 15.01.2018 εξέπνεε η τετράμηνη περίοδος προστασίας της εταιρείας, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 202Η
(1)[1] του Κεφ. 113. Στο αίτημα αυτό αντέδρασαν οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των Παραληπτών-Διαχειριστών της καθ' ης η αίτηση εταιρείας και του Ενδιαφερόμενου Μέρους (Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ), οι οποίοι, μεταξύ διαφόρων λόγων, διαδικαστικών και άλλων, που προέβαλαν για την απόρριψη του αιτήματος των ευπαίδευτων δικηγόρων των αιτητών, ζήτησαν από το δικαστήριο, επικαλούμενοι τις πρόνοιες του άρθρου 202Ζ[2] του Κεφ. 113, να μην ορίσει την κυρίως αίτηση για ακρόαση, πριν ακούσει και αποφασίσει σχετική εισήγησή τους, ότι θα πρέπει να αρνηθεί κάτι τέτοιο, υποδεικνύοντας, ότι, στην προκείμενη περίπτωση, συντρέχουν οι προϋποθέσεις που τίθενται στην υπ' αναφορά διάταξη για να ασκηθεί προς αυτή την κατεύθυνση η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου. Το δικαστήριο, ενόψει της διαφωνίας των διαδίκων για τη διαδικασία που θα έπρεπε να ακολουθηθεί και ενόψει του περιορισμένου χρόνου που είχε στη διάθεσή του για να ακούσει και αποφασίσει τα αιτήματά τους αυθημερόν (η υπόθεση στις 11.01.2018 ήταν ορισμένη μόνο για να ανακοινωθεί η ενδιάμεση απόφαση του δικαστηρίου για το ζήτημα της δικαιοδοσίας), όρισε την υπόθεση στις 15.01.2018 για να ακούσει όλα τα ζητήματα που είχαν τεθεί και προκειμένου να αποφασισθεί η διαδικασία που θα ακολουθηθεί. Κατά την πιο πάνω ημερομηνία ο κ. Μαθηκολώνης, που εμφανίσθηκε για τους αιτητές, υπέβαλε προφορικό αίτημα για έκδοση διατάγματος παράτασης της τετράμηνης περιόδου προστασίας της καθ' ης η αίτηση εταιρείας, κατ' επίκληση του άρθρου 202Β
(8)του Κεφ. 113, που αντέκρουσαν οι ευπαίδευτοι συνάδελφοί του και αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας απόφασης. Παρεμβάλλεται ότι στις 12.01.2018 οι Παραλήπτες-Διαχειριστές καταχώρησαν αίτηση με την οποία ζητούν από το δικαστήριο (α) διάταγμα που να ορίζει για ακρόαση σε συγκεκριμένη ημερομηνία, αλλά πριν την ακρόαση της κυρίως αίτησης τα ζητήματα που εγείρονται με τους λόγους ένστασης υπ' αριθμό 7 και 8 στην Ειδοποίηση Περί Πρόθεσης Ένστασης που καταχώρησαν στην κυρίως αίτηση, ήτοι των ζητημάτων κατά πόσο κατά την ετοιμασία και υποβολή της κυρίως αίτησης, τόσο οι αιτητές στην κυρίως αίτηση, όσο και ο ανεξάρτητος εμπειρογνώμονας:
(1)έχουν παραλείψει να αποκαλύψουν οποιεσδήποτε πληροφορίες που ήταν διαθέσιμες σε αυτούς και οι οποίες είναι ουσιώδεις για την άσκηση από το δικαστήριο των εξουσιών του σύμφωνα με τον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113 και
(2)δεν ενήργησαν με καλή πίστη και (β) διαζευκτικά, διάταγμα με το οποίο να αρνείται να ορίσει την κυρίως αίτηση για ακρόαση και/ή να απορρίπτει την κυρίως αίτηση και/ή να αναστέλλει τη διαδικασία της κυρίως αίτησης, λόγω του ότι τόσο οι αιτητές στην κυρίως αίτηση, όσο και ο ανεξάρτητος εμπειρογνώμονας:
(1)έχουν παραλείψει να αποκαλύψουν οποιεσδήποτε πληροφορίες που ήταν διαθέσιμες σε αυτούς και οι οποίες είναι ουσιώδεις για την άσκηση από το δικαστήριο των εξουσιών του σύμφωνα με τον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113 και
(2)δεν ενήργησαν με καλή πίστη και ότι κατά την ίδια ημερομηνία το Ενδιαφερόμενο Μέρος καταχώρησε αίτηση με την οποία ζητά από το δικαστήριο διάταγμα με το οποίο θα αρνείται ακρόαση της κυρίως και/ή θα αναστέλλει την προώθηση της διαδικασίας ακρόασής της και/ή θα απορρίπτει την κυρίως αίτηση, επειδή κατά την ετοιμασία και υποβολή της κυρίως αίτησης στο δικαστήριο, τόσο οι αιτητές, όσο και ο ανεξάρτητος εμπειρογνώμονας:
(1)έχουν παραλείψει να αποκαλύψουν οποιεσδήποτε πληροφορίες που ήταν διαθέσιμες σε αυτούς και οι οποίες είναι ουσιώδεις για την άσκηση από το δικαστήριο των εξουσιών του, σύμφωνα με τον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113 (άρθρο 202Ζ(α)) και
(2)δεν ενήργησαν με καλή πίστη (άρθρο 202Ζ(β)) και
(3)οι αιτητές δεν έχουν επιδόσει την απαιτούμενη από το Νόμο (άρθρο 202ΙΖ
(1)) ειδοποίηση προς το Ενδιαφερόμενο Μέρος εντός των τριών
(3)ημερών από την υποβολή της κυρίως αίτησης και
(4)οι αιτητές δεν έχουν επιδόσει στον Έφορο Εταιρειών και σε όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα έγκαιρα και/ή καθόλου την πιο πάνω ειδοποίηση (παράγραφος 3). Η εκδίκαση και των δυο αυτών αιτήσεων εκκρεμεί. Κατά την ακρόαση του ζητήματος στις 02.02.2018 οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των διαδίκων είχαν την καλοσύνη να εφοδιάσουν το δικαστήριο με γραπτά κείμενα των αγορεύσεων τους ( που σημειώθηκαν ως τεκμήρια 1, 2 και 3 για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας), τις οποίες υποστήριξαν και με προφορικά επιχειρήματα ενώπιον του δικαστηρίου. Το άρθρο 202Β
(8)προνοεί ότι: «
(8)Κατά την ακρόαση αίτησης, σύμφωνα με το παρόν άρθρο, το Δικαστήριο δύναται να εγκρίνει, απορρίψει την αίτηση ή να αναβάλει την ακρόαση, υπό όρους ή χωρίς όρους ή να προβεί σε έκδοση προσωρινού διατάγματος ή οποιουδήποτε άλλου διατάγματος θεωρεί πρέπον» (Η υπογράμμιση είναι του γράφοντος). Παρά το ότι οι αγορεύσεις των ευπαίδευτων δικηγόρων επεκτάθηκαν και στην ουσιαστική ερμηνεία της ανωτέρω διάταξης και στο εάν και κατά πόσο το δικαστήριο δύναται στη βάση αυτής να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα, προκρίνεται, ότι θα πρέπει καταρχήν να εξετασθεί και αποφασισθεί η δυνατότητα επίκλησης και εφαρμογής της από δικονομικής (διαδικαστικής) σκοπιάς, έχοντας κατά νου, ότι, όπως προνοείται ρητά σε αυτή το δικονομικό πεδίο εφαρμογής της περιορίζεται μόνο κατά την ακρόαση της αίτησης για διορισμό εξεταστή, η οποία, στην προκείμενη περίπτωση, κατά την ημερομηνία (15.01.2018), που υποβλήθηκε το υπό συζήτηση αίτημα δεν ήταν ορισμένη για ακρόαση. Ότι η αίτηση, στην οποία γίνεται αναφορά στην παράγραφο
(8)του άρθρου 202Β είναι η αίτηση για διορισμό εξεταστή, δηλαδή η κυρίως αίτηση στην υπό συζήτηση περίπτωση, προκύπτει σαφώς από το λεκτικό των άρθρων 202Α και 202Β του Κεφ. 113. Σε αυτό άλλωστε ομονοούν οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των διαδίκων, οι οποίοι συμφωνούν επίσης, ότι επίκληση και εφαρμογή της μπορεί να γίνει μόνο κατά την ακρόαση της κυρίως αίτησης και ότι κατά την ημερομηνία που υποβλήθηκε το αίτημα η κυρίως αίτηση δεν ήταν ορισμένη για ακρόαση. Η διαφωνία τους εστιάζεται στο ότι ο ευπαίδευτος δικηγόρος των αιτητών, ενώ αποδέχεται ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις του εν λόγω άρθρου, το διαδικαστικό στάδιο, στο οποίο δύναται να τύχει επίκλησης και εφαρμογής είναι κατά την ακρόαση της κυρίως αίτησης, εισηγείται, ότι αυτό δεν σημαίνει ότι η κυρίως αίτηση θα πρέπει να είναι ορισμένη για ακρόαση, με τη συνήθη έννοια της φράσης, καθώς, σύμφωνα με το επιχείρημά του, ακόμη και, κατά την ακρόαση του επίδικου ζητήματος, το δικαστήριο πρέπει να θεωρήσει, ότι η κυρίως αίτηση είναι ορισμένη για ακρόαση και εκδικάζεται έστω και για ένα επιμέρους ζήτημα, που αφορά την παράταση της περιόδου προστασίας της εταιρείας, υποδεικνύοντας, ότι η κυρίως αίτηση, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας είναι ενώπιον του δικαστηρίου για ακρόαση και προς εκδίκαση. Στη βάση αυτής της εισήγησης, η θέση του είναι, ότι «το στάδιο κατά την ακρόαση αίτησης, δεν μπορεί να ιδωθεί σε στεγανά ή και περιοριστικά, αλλά σε κάθε στάδιο της διαδικασίας η αίτηση είναι υπό εκδίκαση ενώπιον του Δικαστηρίου και δύναται να τεθούν τέτοια ζητήματα ως προς την διαδικασία ή και την ουσία αναφορικά με τέτοια αίτηση, ζητήματα που το Σεβαστό Δικαστήριο καλείται να επιλύσει υπό το πρίσμα της ευρύτητας των εξουσιών που παρέχονται από το εν λόγω άρθρο». Η θέση του ευπαίδευτου δικηγόρου των Παραληπτών-Διαχειριστών (που σε κάθε περίπτωση εισηγείται, για τους λόγους που εξηγεί, ότι το αίτημα θα πρέπει να απορριφθεί και επί της ουσίας) είναι, ότι ακόμη και να επιτρέπεται από το άρθρο 202Β
(8)η παράταση της περιόδου προστασίας, τέτοιο διάταγμα δύναται να εκδοθεί μόνο κατά την ακρόαση της αίτησης διορισμού εξεταστή, όπως προκύπτει αβίαστα από το ίδιο το άρθρο 202Β
(8)που αναφέρει «Κατά την ακρόαση αίτησης, σύμφωνα με το παρόν άρθρο, το Δικαστήριο δύναται να εγκρίνει, απορρίψει την αίτηση ή να αναβάλει την ακρόαση, υπό όρους ή χωρίς όρους ή να, προβεί σε έκδοση προσωρινού διατάγματος ή οποιουδήποτε άλλου διατάγματος θεωρεί πρέπον». Όπως εισηγείται αίτηση «σύμφωνα με το παρών άρθρο» προφανώς σημαίνει αίτηση δυνάμει του άρθρου 202Α, ήτοι αίτηση για διορισμό εξεταστή, εφόσον το άρθρο 202Β δεν προνοεί για την υποβολή οιασδήποτε αίτησης, υποδεικνύοντας, με παραπομπή στην Cavan Crystal Glass Ltd., Re [1998] IEHC 57, όπου κατά την ακρόαση αίτησης για διορισμό εξεταστή διαπιστώθηκε ότι ο αιτητής υπέβαλε την αίτηση υπό εσφαλμένη ιδιότητα και το Δικαστήριο εξέδωσε διάταγμα διόρθωσης της παρατυπίας, ότι οι παράγραφοι
(1),
(2),
(5),
(6),
(7)και
(11)του άρθρου 202Β αναφέρονται σε αίτηση δυνάμει του άρθρου 202Α. Όπως περαιτέρω εισηγείται, στην υπό συζήτηση περίπτωση στις 15.01.2018, οπόταν ο συνήγορος των αιτητών υπέβαλε προφορικά το αίτημα του, δυνάμει του άρθρου 202Β
(8), η κυρίως αίτηση δεν ήταν ορισμένη για ακρόαση. Το τι ήταν ορισμένο για ακρόαση ήταν τα διάφορα προδικαστικά ζητήματα που ήγειραν οι συνήγοροι των Παραληπτών και της Τράπεζας Κύπρου. Συνεπώς είναι η θέση του ότι εκ των πραγμάτων είναι αδύνατο να ενεργοποιηθεί το άρθρο 202Β
(8), επισημαίνοντας ότι στην Αναφορικά με την εταιρεία L.N.D. Estates Ltd, Πολιτική ECLI:CY:AD:2017:D282, Αίτηση 123/17, ημερ. 7/9/2017, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε ότι «η Γενική Αίτηση αρ. 191/17 επιδόθηκε. προς όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα, περιλαμβανομένων και των πιστωτών Alpha Bank Cyprus Ltd, κατά τα καθοριζόμενα στο άρθρο 202 Δ, περί του δικαιώματος ακροάσεως πριν το Δικαστήριο εκδώσει τυχόν διάταγμα για διορισμό εξεταστή. Αλλά η ακρόαση αυτή αφορά την καθαυτό έκδοση διατάγματος διορισμού εξεταστή και όχι οποιοδήποτε προηγούμενο στάδιο, όπως την έκδοση του διατάγματος προστασίας». Επομένως δεν δύναται να ευσταθεί η θέση που προέβαλε ο συνήγορος των αιτητών ότι δήθεν το άρθρο 202Β
(8)επιτρέπει την έκδοση διατάγματος παράτασης της περιόδου προστασίας σε οποιοδήποτε στάδιο. Περαιτέρω, και με δεδομένο πως στην παρούσα περίπτωση δηλώθηκε εκ συμφώνου από τους συνηγόρους όλων των πλευρών (ενώπιον άλλης σύνθεσης του Δικαστηρίου) ότι η «ακρόαση» της κυρίως αίτησης θα γινόταν με δια ζώσης μαρτυρία, παραπέμπει στη Μαυρομιχάλη v Δημοκρατίας
(1996)1 AAΔ 530 όπου διευκρινίστηκε, ότι «Ο ορισμός της υπόθεσης για απόδειξη, εξυπακούει ότι, κατά την ορισθείσα ημερομηνία, το Δικαστήριο θα ακούσει μαρτυρία για την απόδειξη της, που είναι και ο σκοπός για τον οποίο υπόθεση ορίζεται για ακρόαση». Συνεπώς, όπως επισημαίνει, η ακρόαση της κυρίως αίτησης είναι η ημερομηνία που θα πρέπει να ακουστεί μαρτυρία, υποδεικνύοντας, ότι κάτι τέτοιο δεν ισχύει στην παρούσα περίπτωση. Η θέση της ευπαίδευτης δικηγόρου του Ενδιαφερόμενου Μέρους είναι ότι για να δοθεί από το Δικαστήριο η παράταση που ζητείται (που για τους λόγους που εξηγεί εισηγείται ότι δεν μπορεί να δοθεί) θα πρέπει να έχει οριστεί η κυρίως αίτηση για ακρόαση ή να έχει αρχίσει η ακρόαση, όπως συνάγεται από το λεκτικό του άρθρου 202Β
(8)του Κεφ. 113. Αυτή η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, μπορεί να ασκηθεί, εφόσον η κυρίως αίτηση είναι ορισμένη για ακρόαση ή για συνέχιση ακρόασης και αφού πρώτα το Δικαστήριο ασχοληθεί με τα θέματα, που έχουν εγερθεί, δυνάμει των άρθρων 202Ζ και 202ΙΖ του Κεφ.113 και κυρίως αφού πρώτα προηγηθεί κρίση του περί του ότι η αίτηση και η έκθεση του Ανεξάρτητου Εμπειρογνώμονα πληρούν τις απαιτούμενες από το Νόμο προϋποθέσεις. Το δικαστήριο κρίνει, ότι, όπως σαφώς ορίζεται στο άρθρο 202Β
(8)το πεδίο επίκλησης και εφαρμογής του περιορίζεται κατά τη διάρκεια και/ή τη διεξαγωγή της ακρόασης της αίτησης για διορισμό εξεταστή και δεν επεκτείνεται σε οποιοδήποτε άλλο προγενέστερο αυτής διαδικαστικό στάδιο, καθώς και ότι μόνο σε αυτό το στάδιο το δικαστήριο δύναται δικονομικά να αναλάβει την εξουσία και να ασκήσει τη διακριτική ευχέρεια που του παρέχεται από το υπ' αναφορά άρθρο. Έχοντας δε κατά νου ότι το υπό συζήτηση αίτημα δεν υποβλήθηκε διαρκούσης της ακρόασης της υπό αναφορά αίτησης, συνάγεται, ότι δεν μπορεί να τύχει εξέτασης και θα πρέπει να απορριφθεί ως δικονομικά απαράδεκτο. Η θέση του ευπαίδευτου δικηγόρου των αιτητών ότι η κυρίως αίτηση, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας είναι ενώπιον του δικαστηρίου για ακρόαση και προς εκδίκαση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και απορρίπτεται, καθώς, τόσο στους περί Εταιρειών Κανονισμούς, όσο και στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς, οι οποίοι τυγχάνουν εφαρμογής στις εταιρικές αιτήσεις, σύμφωνα με το άρθρο 3 των περί Εταιρειών Κανονισμών, είναι σαφής η διάκριση μεταξύ των εννοιών της δίκης και της ακρόασης. H δίκη, που είναι έννοια ευρύτερη της ακρόασης, ξεκινάει από την καταχώρηση του κλητηρίου εντάλματος ή της εναρκτήριας αίτησης, ανάλογα με την περίπτωση και ολοκληρώνεται με την έκδοση της τελικής απόφασης, ενώ η ακρόαση αποτελεί μέρος της δίκης και είναι το διαδικαστικό στάδιο προσαγωγής της μαρτυρίας για την επίλυση των επίδικων ζητημάτων της ουσίας της υπόθεσης[3]. Στην αγόρευση του ευπαίδευτου δικηγόρου των Παραληπτών-Διαχειριστών, αφού επισημαίνεται, ότι σύμφωνα με τους περί Εταιρειών Διαδικαστικούς Κανονισμούς, όπου δεν γίνεται ειδική ρύθμιση για κάποιο ζήτημα, ισχύουν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας και ότι η Δ.48 Θ.1 επιβάλλει ότι όλα τα αιτήματα πρέπει να γίνονται γραπτώς, υποδεικνύεται ότι στην παρούσα περίπτωση το αίτημα έγινε προφορικά και αυτό αποτελεί από μόνο του περαιτέρω λόγο απόρριψης του. Το συγκεκριμένο ζήτημα δεν έχει απασχολήσει τον ευπαίδευτο δικηγόρο των αιτητών στην αγόρευσή του. Το δικαστήριο κρίνει ότι, κατ' εφαρμογή του Καν. 3[4] των περί Εταιρειών Κανονισμών και της Δ.48 Θ.1[5] η ορθή δικονομική προσέγγιση του ζητήματος είναι ότι το αίτημα θα έπρεπε να υποβληθεί με γραπτή αίτηση και όχι προφορικά και ότι αυτός είναι ένας επιπρόσθετος λόγος που το καθιστά δικονομικά απαράδεκτο. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης παρέλκει η εξέταση της ουσιαστικής βασιμότητας του αιτήματος. Με το πιο πάνω σκεπτικό το αίτημα απορρίπτεται. Τα έξοδα της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας, ακολουθώντας το αποτέλεσμα, όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται σε βάρος των αιτητών και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της κυρίως αίτησης. (Υπ.) ................................. Κ. Σατολιάς, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Interim (Αναφορά: Διαδικαστικό στάδιο στο οποίο δύναται να τύχει επίκλησης και εφαρμογής το άρθρο 202Β
(8)του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113) [1] 202Η.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 202Γ κατά την περίοδο που αρχίζει από την ημερομηνία υποβολής αίτησης σύμφωνα με το άρθρο 202Α και τηρουμένων των διατάξεων των εδαφίων
(3)και
(4)του άρθρου 202ΙΘ, και τελειώνει κατά τη λήξη περιόδου τεσσάρων
(4)μηνών από την ημερομηνία εκείνη ή κατά την απόσυρση ή απόρριψη της αίτησης, οποιοδήποτε γεγονός επέλθει πρώτο, η εταιρεία θεωρείται ότι τελεί υπό την προστασία του Δικαστηρίου. [2] 202Ζ. Το Δικαστήριο δύναται να αρνηθεί ακρόαση αίτησης που υποβάλλεται σύμφωνα με το άρθρο 202Α ή, ανάλογα με την περίπτωση, δύναται να αρνηθεί τη συνέχιση ακρόασης τέτοιας αίτησης, αν κρίνει ότι κατά την ετοιμασία ή υποβολή της αίτησης ή κατά την ετοιμασία της έκθεσης του ανεξάρτητου εμπειρογνώμονα, ο αιτητής ή ο ανεξάρτητος εμπειρογνώμονας- (α) έχει παραλείψει να αποκαλύψει οποιεσδήποτε πληροφορίες που είναι διαθέσιμες σε αυτόν, οι οποίες είναι ουσιώδεις για την άσκηση από το Δικαστήριο των εξουσιών του σύμφωνα με τον Νόμο αυτό, ή (β) δεν ενήργησε με καλή πίστη. [3] Στην υπό συζήτηση περίπτωση, οι διάδικοι έχουν συμφωνήσει, ότι η ακρόαση της κυρίως αίτησης θα διεξαχθεί με προφορική μαρτυρία (βλέπε σχετικά, πρακτικά, ημερ. 06.11.2017, σελ. 2) [4] The Rules of Court for the time being in force relating to civil actions, and the general practice and procedure of the Courts in the Colony (or, in default of local provision, the practice and procedure observed by the Courts in England), shall apply as regards all proceedings in relation to applications to which these rules relate so far as may be practicable, except if and so far as the Law or these rules otherwise provide. [5] Every application to the Registrar shall be in writing stating the nature of the request made and referring to the specific section of the Law or to the specific Rule of Court upon which it is founded. If the application relies on any facts which do not appear in the Courtbooks or records, it shall be supported by affidavit. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο