Bank of Cyprus Public Company Limited ν. Χαράλαμπου Περικέντη κ.α., Αρ. Αγωγής: 917/2016, 21/3/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2018:A94 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 917/2016 Μεταξύ: Bank of Cyprus Public Company Limited, από τη Λευκωσία Εναγόντων - και -
- Δημήτρης Περικέντης Επιχειρήσεις Λίμιτεδ, από την Πάφο
- Δημήτρη Περικέντη, από την Πάφο
- Χαράλαμπου Περικέντη, από τη Λευκωσία Εναγόμενων ------------------------------ Αίτηση αναστολής εκτέλεσης απόφασης, ημερομηνίας 1.12.2017 Ημερομηνία: 21.3.2018 Εμφανίσεις: Για εναγόμενο 3 - αιτητή: και Γιαβάσιη για κ. Ιακωβίδη Για ενάγοντες - καθ' ων η αίτηση: κα Ζίγκα για κα Κορακίδου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες που είναι τράπεζα, δυνάμει γραπτής συμφωνίας, ημερομηνίας 17/9/2007 παραχώρησαν στους εναγόμενους 1 πιστωτική διευκόλυνση, υπό μορφή ορίου σε τρεχούμενο λογαριασμό μέχρι το ποσό των €25.629,00 (£15.000,00). Δυνάμει και πάλι γραπτής συμφωνίας, μεταξύ εναγόντων και εναγόμενων 1, ημερομηνίας 6/8/2010, οι πρώτοι αύξησαν το όριο του πιο πάνω λογαριασμού από €25.629,00 σε €35.000,
- Ήταν ρητός όρος της εν λόγω συμφωνίας, ότι ο επίδικος τρεχούμενος λογαριασμός, θα εξασφαλιζόταν με την υφιστάμενη Β' Υποθήκη με αριθμό Υ3325/03, Κτηματολογίου Πάφου, ημερομηνίας 23/10/2003, επί του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/8216 στην Τίμη, επ' ονόματι του εναγόμενου 2 και τις προσωπικές εγγυήσεις των εναγόμενων 2 και 3 για το ποσό των €42.000,
- Με τη σχετική σύμβαση εγγύησης, ημερομηνίας 6/8/2010, οι εναγόμενοι 2 και 3 εγγυήθηκαν όλες τις υποχρεώσεις των εναγόμενων 1 προς τους ενάγοντες. Επειδή οι εναγόμενοι 1 παραβίασαν τις παραπάνω συμφωνίες τρεχούμενου λογαριασμού, οι ενάγοντες, με τις επιστολές τους και προς τους τρεις εναγόμενους, ημερομηνίας 26/5/2016, τις τερμάτισαν. Δυνάμει - δεύτερης - γραπτής συμφωνίας μεταξύ εναγόντων και εναγόμενων 1, ημερομηνίας 28/4/2011, με ενσωματωμένη την εγγύηση των εναγόμενων 2 και 3, οι ενάγοντες χορήγησαν στους εναγόμενους 1, δάνειο €15.000,
- Το εν λόγω δάνειο, θα εξασφαλιζόταν και με την πιο πάνω υποθήκη η οποία εξασφάλιζε και τον τρεχούμενο λογαριασμό. Επειδή οι εναγόμενοι 1 παραβίασαν και αυτή τη συμφωνία, οι ενάγοντες, με τις επιστολές τους και προς τους τρεις εναγόμενους, ημερομηνίας 26/5/2016, την τερμάτισαν. Όλα τα παραπάνω γεγονότα απορρέουν από την έκθεση απαίτησης της αγωγής με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο στο πλαίσιο της οποίας, οι ενάγοντες εξέδωσαν δυο αποφάσεις. Μια στις 13/10/2016 εναντίον των εναγόμενων 1 και 2 - με τη διαδικασία της απόδειξης, επειδή αυτοί παρέλειψαν να καταχωρήσουν εμφάνιση - και μια εκ συμφώνου, στις 24/11/2017 εναντίον του εναγόμενου
- Με την πρώτη, οι εναγόμενοι 1 και 2 ομού και κεχωρισμένα διατάχθηκαν να πληρώσουν στους ενάγοντες το ποσό των €45.614,30, με τόκο προς 8,21% το χρόνο επί του ποσού των €44.292,38 από 27/5/2016 μέχρι εξοφλήσεως, με κεφαλαιοποίηση των τόκων, στις 30/6 και 31/12 κάθε χρόνου και το ποσό των €17.603,16, με τόκο προς 7,71% το χρόνο επί του ποσού των €17.042,93 από 27.5.2016 μέχρι εξοφλήσεως, με κεφαλαιοποίηση των τόκων, στις 30/6 και 31/12 κάθε χρόνου, πλέον 985,00 έξοδα της αγωγής και έκδοσης απόφασης, με τόκο 5,5% το χρόνο από 28/6/2016 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον €20,00 έξοδα επίδοσης, πλέον Φ.Π.Α. Με την ίδια απόφαση διατάχθηκε η εκποίηση της επίδικης υποθήκης (Υ3325/03) και η πώληση του βεβαρημένου με αυτή ακινήτου του εναγόμενου 2 με δημόσιο πλειστηριασμό και όπως το προϊόν της πώλησης διατεθεί προς πληρωμή ποσού μέχρι €44.424,00, πλέον 8% κυμαινόμενο επιτόκιο από 27/10/2003 μέχρι εξοφλήσεως, με κεφαλαιοποίηση του τόκου, στις 30/6 και 31/12 κάθε χρόνου. Με την εκ συμφώνου απόφαση, ημερομηνίας 24/11/2017 - η οποία είναι σε συνάρτηση με την απόφαση εναντίον των εναγόμενων 1 και 2 -, ο εναγόμενος 3 διατάχθηκε να πληρώσει στους ενάγοντες το ποσό των €44.000,00, πλέον τόκο προς 6% το χρόνο από 27/5/2016 μέχρι εξοφλήσεως, με κεφαλαιοποίηση των τόκων, στις 30/6 και 31/12 κάθε χρόνου και το ποσό των €15.000,00, πλέον τόκο προς 5% το χρόνο από 27/5/2016 μέχρι εξοφλήσεως, με κεφαλαιοποίηση των τόκων, στις 30/6 και 31/12 κάθε χρόνου, πλέον 77,00 έξοδα έκδοσης της απόφασης, πλέον τα έξοδα της αγωγής, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, πλέον τόκο προς 4% το χρόνο από 28/6/2016 μέχρι 31/12/2016 και 3,5% το χρόνο από 1/1/2017 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον Φ.Π.Α. Με την ίδια απόφαση διατάχθηκε η αναστολή της και ως προς τα έξοδα, για περίοδο 3 μηνών, με εξαίρεση το δικαίωμα των εναγόντων για άμεση καταχώρηση ΜΕΜΟ επί της περιουσίας του εναγόμενου
- Ο εναγόμενος 3, την 1/12/2017 καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση, με την οποία ζητά: «A. Διάταγμα και/ή απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να αναστέλλεται η εκτέλεση της απόφασης ημερομηνίας 24/11/17 που εκδόθηκε εναντίον του εναγόμενου 3, η οποία να συμπεριλαμβάνει κατάσχεση και πώληση κινητής περιουσίας, πώληση ακίνητης περιουσίας και πτώχευση, καθότι η εναγόμενη 1 ως πρωτοφειλέτιδα έχει εκ πρώτης όψεως την οικονομική δυνατότητα και/ή περιουσία που ικανοποιεί την εξ αποφάσεως οφειλή που αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης εγγύησης και/ή.» Η αίτηση στηρίζεται στα άρθρα 1, 2, 3, 8, 9, 10
(1)(γ) και (δ) και 13 του περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου του 2003 (Ν.197
(1)/2003), στα άρθρα 13, 14, 16 - 21 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, στο άρθρο 23 του Συντάγματος, στη Δ.48 Θ.Θ.1, 2, 3 και 4
(2), 8 και 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και τέλος, στις συμφυείς και παρεμφερείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση εκτίθενται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του εναγόμενου
- Οι βασικές θέσεις και ισχυρισμοί του σύμφωνα με αυτή, έχουν ως ακολούθως: Αναφορικά με τις πιστωτικές διευκολύνσεις που παραχωρήθηκαν στους εναγόμενους 1 από τους ενάγοντες, ο ίδιος είχε υπογράψει γραπτή συμφωνία εγγύησης, ημερομηνίας 6/8/
- Περαιτέρω, ο εναγόμενος 2 προς περαιτέρω εξασφάλιση των εναγόντων αναφορικά με τις πιστωτικές διευκολύνσεις των εναγόμενων 1 ενέγραψε προς όφελος των εναγόντων την υποθήκη με αρ. Υ3325/03, ημερομηνίας 27/10/03, Επαρχιακού Κτηματολογίου Πάφου, για το ποσό των €44.423,64, πλέον τόκους επί του ακινήτου του με αριθμό εγγραφής 0/8216, στην Τίμη. Αναφορικά με την εξέλιξη της υπόθεσης και τις δυο δικαστικές αποφάσεις, ημερομηνίας 13/10/2016 (εναντίον των εναγόμενων 1 και 2) και 24/11/2017 (εναντίον του), μετά από έρευνα στο φάκελο του Δικαστηρίου διαφάνηκε ότι οι ενάγοντες δεν έχουν προχωρήσει σε οποιαδήποτε μέτρα εκτέλεσης εναντίον του πρωτοφειλέτη και του εναγόμενου
- Συνεπώς, στο φάκελο δεν υπάρχει ειδοποίηση από δικαστικό επιδότη ότι οι πρωτοφειλέτες στερούνται κινητής περιουσίας. Ούτε αίτηση έρευνας έχει καταχωρηθεί εναντίον των εναγόμενων 1 για εξέταση της οικονομικής τους δυνατότητας για αποπληρωμή του χρέους τους και επιπλέον, από έρευνα στο Τμήμα Εταιρειών φαίνεται ότι η εναγόμενη εταιρεία είναι ακόμη ενεργή και ότι δεν έχει εκδοθεί διάταγμα εκκαθάρισής της. Μετά από έρευνα στην οποία προέβηκε ο δικηγόρος του στο κτηματολόγιο, τον ενημέρωσε ότι οι εναγόμενοι 1 διατηρούν ακίνητη περιουσία η οποία επιβαρύνεται από εμπράγματα βάρη και κανένα από αυτά αφορά την παρούσα αγωγή. Συνεπώς, οι ενάγοντες, ούτε στην επιβάρυνση της περιουσίας των εναγόμενων 1 με εγγραφή ΜΕΜΟ έχουν προβεί. Περαιτέρω, ο δικηγόρος του, τον ενημέρωσε ότι οι ενάγοντες δεν έχουν προχωρήσει σε διαδικασία εκποίησης της υποθήκης του εναγόμενου
- Από τις πιο πάνω αναφορές του ως προς τις παραλείψεις των εναγόντων διαφαίνεται εκ πρώτης όψεως ότι ο πρωτοφειλέτης έχει την οικονομική δυνατότητα ή και περιουσία να ικανοποιήσει την εξ αποφάσεως οφειλή που αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης εγγύησης του ιδίου. Είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι οι ενάγοντες δεν έχουν λάβει όλα τα αναγκαία και εύλογα μέτρα για να προχωρήσουν σε εκτέλεση της απόφασης εναντίον των εναγόμενων 1 για να εισπράξουν το λαβείν τους, πριν προχωρήσουν σε εκτέλεση της απόφασης εναντίον του. Με βάση τα πιο πάνω θεωρεί δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί διάταγμα αναστολής εκτέλεσης της εναντίον του απόφασης, καθότι, όπως τον πληροφορεί ο δικηγόρος του πληρούνται οι προϋποθέσεις του περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου. Με το περιεχόμενο τόσο του φακέλου του Δικαστηρίου όσο και τις αναφορές του στην ένορκή του δήλωση πιστεύει εκ πρώτης όψεως ότι τόσο η οικονομική δυνατότητα του πρωτοφειλέτη όσο και η περιουσία που αυτός κατέχει είναι τέτοιας αξίας, που είναι αρκετή για να ικανοποιήσει την εξ αποφάσεως οφειλή που αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης εγγύησης. Οι ενάγοντες καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση η οποία εδράζεται σε 36 λόγους και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση στην οποία προέβηκε η υπάλληλός τους, Άντρη Κανάρη. Η ακρόαση της αίτησης διεξάχθηκε στη βάση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της Άντρης Κανάρη και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν - γραπτών - αγορεύσεων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Αναμφίβολα, η αίτηση διέπεται από τις σχετικές πρόνοιες του περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου 197
(1)/2003, όπως τροποποιήθηκε (στο εξής «Ο Νόμος»). Σύμφωνα με το άρθρο 2: «Στον παρόντα Νόμο, εκτός αν από το κείμενο προκύπτει διαφορετική έννοια : - ..... «δάνειο» σημαίνει δανεισμό οποιουδήποτε ποσού χρημάτων που παραχωρείται δυνάμει συμφωνίας δανείου σε οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, και περιλαμβάνει γραμμάτιο και οποιαδήποτε χρηματοπιστωτική διεύκολυνση· «εγγυητής» σημαίνει φυσικό πρόσωπο που εγγυάται την αποπληρωμή μέρους ή του όλου ποσού δανείου που συνάπτει πρωτοφειλέτης δυνάμει συμφωνίας δανείου με πιστωτή· «οφειλή» σημαίνει το δυνάμει συμφωνίας δανείου εκάστοτε οφειλόμενο ποσό δανείου και τόκων και άλλων εξόδων που αποτελεί αντικείμενο σύμβασης εγγύησης· «περιουσία» σημαίνει κινητή και ακίνητη περιουσία και περιλαμβάνει οποιοδήποτε άλλο περιουσιακό στοιχείο· «πιστωτής» σημαίνει οποιοδήποτε πρόσωπο, φυσικό ή νομικό, που παρέχει δάνειο σε άλλο πρόσωπο και περιλαμβάνει Τράπεζα με την έννοια των περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμων, συνεργατική εταιρεία εγγεγραμμένη δυνάμει των περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμων, την Κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας, δημοτικό συμβούλιο, και περιλαμβάνει πρόσωπο ή οργανισμό δημοσίου δικαίου· «πρωτοφειλέτης» σημαίνει φυσικό ή νομικό πρόσωπο που λαμβάνει δάνειο από πιστωτή· «συμφωνία δανείου» σημαίνει γραπτή συμφωνία δυνάμει της οποίας παραχωρείται δάνειο, και περιλαμβάνει συμφωνία ενοικιαγοράς, συναλλαγματική και γραμμάτιο· «σύμβαση εγγύησης» σημαίνει τη σύμβαση προς εκπλήρωση της υπόσχεσης ή υποχρέωσης τρίτου σε περίπτωση μη εκπλήρωσης από τον τρίτο.» Το άρθρο 9 του Νόμου προνοεί ότι: «Παρά τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου εκάστοτε σε ισχύ Νόμου, για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου παρέχεται εξουσία σε δικαστήριο να διατάξει καθ' όσον αφορά τον εγγυητή, αναστολή της εκτέλεσης δικαστικής απόφασης εναντίον του στην έκταση που αφορά κατάσχεση και πώληση κινητής ιδιοκτησίας του ή πώληση ή επιβάρυνση (memo) της ακίνητης ιδιοκτησίας του ή αίτηση καταβολής μηνιαίων δόσεων όπως προβλέπεται στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο ή αίτηση έκδοσης διατάγματος παραλαβής όπως προβλέπεται στον περί Πτώχευσης Νόμο, ως ακολούθως: (α) κατά το χρόνο έκδοσης της απόφασης, ανεξάρτητα από το κατά πόσο αυτή εκδίδεται εκ συμφώνου ή κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας και κατόπιν παρουσίασης στο δικαστήριο από τον εγγυητή όλων των σχετικών στοιχείων· (β) σε περίπτωση έκδοσης απόφασης και τηρουμένων των διατάξεων της παραγράφου (β) του εδαφίου
(1)του άρθρου 10, οποτεδήποτε μετά την έκδοση της απόφασης με τη συγκατάθεση του πιστωτή και του πρωτοφειλέτη ή χωρίς τέτοια συγκατάθεση· (γ) κατά το χρόνο έκδοσης απόφασης ή διατάγματος δυνάμει του εδαφίου
(1)του άρθρου 7.» Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 10
(1)(γ) και (δ) του Νόμου: «
(1)Δικαστήριο διατάσσει δυνάμει του άρθρου 9, όταν κρίνει ότι αυτό είναι δίκαιο και ορθό, την αναστολή της εκτέλεσης απόφασης καθ' όσον αφορά τον εγγυητή, και ενόσω παραμένει ανικανοποίητη η οφειλή, στις πιο κάτω περιπτώσεις - (α) .... (β) .... (γ) όταν υποβληθεί από τον εγγυητή αίτηση για αναστολή οποτεδήποτε μετά την έκδοση απόφασης και το δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι ο πρωτοφειλέτης έχει την οικονομική δυνατότητα ή περιουσία που εκ πρώτης όψεως είναι τέτοιας αξίας ώστε να είναι αρκετή για να ικανοποιήσει την εξ' αποφάσεως οφειλή, που αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης εγγύησης: Νοείται ότι κατά την έκδοση διατάγματος αναστολής εκτέλεσης απόφασης εναντίον του εγγυητή το δικαστήριο αναφέρει τα οικονομικά στοιχεία ή και προσδιορίζει την περιουσία για την οποία το δικαστήριο έχει ικανοποιηθεί ή για την οποία ο πιστωτής, ο εγγυητής και ο πρωτοφειλέτης συμφωνούν, ανάλογα με την περίπτωση, ότι είναι δυνατόν εκ πρώτης όψεως να ικανοποιήσει την εξ' αποφάσεως οφειλή και απαγορεύει στον πρωτοφειλέτη να αποξενώσει την προσδιοριζόμενη στο διάταγμα περιουσία ή τα οικονομικά στοιχεία, ενόσω παραμένει ανικανοποίητη η εξ' αποφάσεως οφειλή ή οποιοδήποτε μέρος της: Νοείται περαιτέρω ότι απαγόρευση εναντίον πρωτοφειλέτη να αποξενώσει περιουσία του δεν επηρεάζει τη λήψη ή υλοποίηση οποιωνδήποτε μέτρων εναντίον της περιουσίας, προς εκτέλεση άλλης προυπάρχουσας δικαστικής απόφασης εναντίον του πρωτοφειλέτη ή την εκποίησή της στα πλαίσια εκτέλεσης υποθήκης ή άλλης επιβάρυνσης που υφίστατο ήδη κατά το χρόνο της απαγόρευσης, καθώς επίσης και τη λήψη ή υλοποίηση οποιωνδήποτε μέτρων από τον πιστωτή εναντίον της περιουσίας, προς εκτέλεση της δικαστικής απόφασης που εκδόθηκε υπέρ του και εναντίον του πρωτοφειλέτη, περιλαμβανομένου και του μέτρου της εκποίησης υποθήκης ή άλλης επιβάρυνσης που παραχωρήθηκε προς εξασφάλιση της αποπληρωμής της οφειλής: Νοείται έτι περαιτέρω ότι, για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, το δικαστήριο δύναται να ικανοποιηθεί με βάση την ενώπιόν του μαρτυρία ότι ο πρωτοφειλέτης έχει την οικονομική δυνατότητα ή και περιουσία να ικανοποιήσει την εξ' αποφάσεως οφειλή που αποτελεί το αντικείμενο σύμβασης εγγύησης, εάν ο πιστωτής δεν αποδείξει- (i) ότι έχει λάβει ειδοποίηση από δικαστικό επιδότη ότι ο πρωτοφειλέτης δεν έχει κινητή περιουσία· ή (ίί) σε περίπτωση που ο οφειλέτης είναι φυσικό πρόσωπο, ότι έχει εκδοθεί διάταγμα παραλαβής ή διάταγμα πτώχευσης εναντίον του πρωτοφειλέτη δυνάμει των διατάξεων του περί Πτώχευσης Νόμου· ή (ίίi) σε περίπτωση που ο πρωτοφειλέτης είναι εταιρεία, ότι έχει εκδοθεί διάταγμα εκκαθάρισης της εταιρείας δυνάμει των διατάξεων του περί Εταιρειών Νόμου· ή (ίν) σε περίπτωση που έχει εκδοθεί διάταγμα πληρωμής του χρέους με μηνιαίες δόσεις εναντίον του πρωτοφειλέτη δυνάμει των διατάξεων του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, ότι έχει εκδοθεί διάταγμα παράβασης του σχετικού διατάγματος μηνιαίων δόσεων· ή (ν) σε περίπτωση που εξακολουθεί να υφίσταται οποιαδήποτε υποθηκευμένη ακίνητη ιδιοκτησία του πρωτοφειλέτη προς όφελος του πιστωτή, ότι αυτή δεν έχει ακόμα εκποιηθεί δυνάμει του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου. (δ) σε περίπτωση που υπάρχει υποθήκη επί ακινήτου ιδιοκτησίας του πρωτοφειλέτη που δεν έχει εκποιηθεί: Νοείται ότι διάταγμα που δίδεται γι' αυτό το λόγο παύει να έχει ισχύ, εάν μετά την εκποίηση της υποθήκης, παραμένει οποιοδήποτε μέρος του χρέους ανεξόφλητο: Νοείται περαιτέρω ότι, σε περίπτωση που υπάρχει υποθήκη επί ακινήτου ιδιοκτησίας του πρωτοφειλέτη, η οποία δεν έχει εκποιηθεί δυνάμει των διατάξεων του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου, ο πιστωτής δεν δύναται να αιτηθεί την εκποίηση υποθηκευμένης ακίνητης ιδιοκτησίας του εγγυητή, η οποία έχει υποθηκευτεί προς όφελος πιστωτικής διευκόλυνσης του πρωτοφειλέτη είτε μέσω δικαστικής διαδικασίας, είτε με καταχώριση αίτησης στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας για εκποίηση υποθηκευμένης ακίνητης περιουσίας του εγγυητή προς όφελος πιστωτικής διευκόλυνσης του πρωτοφειλέτη δυνάμει των διατάξεων του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου.
(2)... (α) .... (β) ...» Για τρεις λόγους θεωρώ πως δε θα πρέπει να με απασχολήσει καθόλου το άρθρο 10
(1)(δ) του Νόμου, παρότι περιλαμβάνεται στη νομική βάση της αίτησης. Καταρχήν παραπέμπω στην ίδια την αίτηση, με την οποία ο εναγόμενος ζητά διάταγμα αναστολής της επίδικης απόφασης, ημερομηνίας 24/11/2017, «.καθότι η εναγόμενη 1 ως πρωτοφειλέτιδα έχει εκ πρώτης όψεως την οικονομική δυνατότητα και/ή περιουσία που ικανοποιεί την εξ αποφάσεως οφειλή που αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης εγγύησης..». Ο συγκεκριμένος λόγος, με βάση το άρθρο 10 του Νόμου αποτελεί την τρίτη περίπτωση (υπό
(1)(γ)) όπου το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει την αναστολή εκτέλεσης απόφασης καθ' όσον αφορά τον εγγυητή, δυνάμει του άρθρου 9 του Νόμου. Ακολούθως, ο ευπαίδευτος δικηγόρος του εναγόμενου, στη σελίδα 2 της γραπτής του αγόρευσης αναφέρει ευθέως ότι το υπό κρίση αίτημα βασίζεται στην παράγραφο (γ) του εδαφίου
(1)του άρθρου 10 του Νόμου. Τέλος είναι και το γεγονός, ότι στην περίπτωσή μας δεν υπάρχει το πραγματικό που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της συγκεκριμένης διάταξης (άρθρο 10
(1)(δ) του Νόμου), δεδομένου ότι δεν υπάρχει υποθήκη επί της ακίνητης ιδιοκτησίας των εναγόμενων 1 προς εξασφάλιση του επίδικου χρέους τους που δεν έχει εκποιηθεί. Η ουσία του άρθρου 10
(1)(γ) του Νόμου που μας ενδιαφέρει έγκειται στα εξής: Παρέχεται εξουσία στο Δικαστήριο να διατάξει την αναστολή εκτέλεσης δικαστικής απόφασης, σ' ό,τι αφορά τον εγγυητή - στην έκταση που αναφέρεται στο άρθρο 9 του Νόμου - όταν κρίνει ότι αυτό είναι δίκαιο και ορθό, κατόπιν υποβολής σχετικής αίτησης από τον εγγυητή, οποτεδήποτε μετά την έκδοση της απόφασης, νοουμένου ότι το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι ο πρωτοφειλέτης έχει την οικονομική δυνατότητα ή περιουσία που εκ πρώτης όψεως είναι τέτοιας αξίας ώστε να είναι αρκετή για να ικανοποιήσει την εξ αποφάσεως οφειλή, που αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης εγγύησης. Και ενώ το γενικό βάρος απόδειξης των παραπάνω - όπως και της αίτησης φυσικά - φέρει ο εγγυητής, εντούτοις, με βάση την τελευταία επιφύλαξη του εδαφίου
(1)(γ) του άρθρου 10 του Νόμου, κατά κάποιο τρόπο δημιουργείται κάτι σαν τεκμήριο ότι ο πρωτοφειλέτης έχει την οικονομική δυνατότητα ή και περιουσία να ικανοποιήσει την εξ αποφάσεως οφειλή του που αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης εγγύησης, νοουμένου ότι ο πιστωτής δεν αποδείξει οτιδήποτε απ' όσα αναφέρονται διαζευκτικά στην ίδια επιφύλαξη. Ότι τα διαλαμβανόμενα - υπό (
- i)μέχρι (
- v)- στην εν λόγω επιφύλαξη δεν αποτελεί αναγκαίο όρο να ισχύουν σωρευτικά αποδεικνύεται από το γεγονός ότι μεταξύ τους παρεμβάλλεται ο διαζευκτικός σύνδεσμος «ή». Και ενώ η αποτυχία του εξ αποφάσεως πιστωτή να αποδείξει έστω και ένα από τα παραπάνω στοιχεία παρέχει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να καταλήξει σε συμπέρασμα ότι ο πρωτοφειλέτης έχει την οικονομική δυνατότητα ή και περιουσία να ικανοποιήσει την εξ αποφάσεως οφειλή που αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης, εξ αντιδιαστολής, η απόδειξη οποιουδήποτε από αυτά τα στοιχεία οδηγεί σε αντίθετο ακριβώς συμπέρασμα. Δηλαδή, ότι ο πρωτοφειλέτης δεν έχει την οικονομική δυνατότητα ή και περιουσία να ικανοποιήσει την εξ αποφάσεως οφειλή του που αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης. Σε περίπτωση που ισχύει το πρώτο, το Δικαστήριο δύναται να διατάξει την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης, σ' ό,τι αφορά τον εγγυητή, νοουμένου ότι κρίνει ότι αυτό είναι πρώτο, δίκαιο και δεύτερο, ορθό. Αν αποδειχθεί το δεύτερο, ουσιαστικά δεν παρέχεται στο Δικαστήριο η δυνατότητα να διατάξει την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης, σ' ό,τι αφορά τον εγγυητή. Για σκοπούς πληρέστερης ερμηνείας της ίδιας επιφύλαξης, προστίθενται και τα εξής: Η αποτυχία του πιστωτή να αποδείξει οτιδήποτε από τα διαλαμβανόμενα υπό (
- i)μέχρι (
- v)- στην εν λόγω επιφύλαξη, κατά τη γνώμη μου δεν έχει την έννοια ότι οδηγεί αυτόματα στην εξαγωγή συμπεράσματος ότι ο πρωτοφειλέτης έχει την οικονομική δυνατότητα ή περιουσία να ικανοποιήσει την εξ αποφάσεως οφειλή του. Η φράση «.Το Δικαστήριο δύναται να ικανοποιηθεί.» κατά τη γνώμη μου θα πρέπει να ερμηνευθεί ως εξής: εάν ο πιστωτής αποδείξει με οποιοδήποτε άλλο τρόπο ότι ο πρωτοφειλέτης δεν έχει την οικονομική δυνατότητα ή περιουσία να ικανοποιήσει την εξ αποφάσεως οφειλή του, προφανώς δεν παρέχεται εξουσία Δικαστήριο να διατάξει την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης σ' ό,τι αφορά τον εγγυητή. Για παράδειγμα, το γεγονός ότι ο πιστωτής δεν έχει λάβει ειδοποίηση από δικαστικό επιδότη ότι ο πρωτοφειλέτης δεν έχει κινητή περιουσία, ενώ δυνητικά μπορεί να οδηγήσει σε συμπέρασμα ότι ο πρωτοφειλέτης έχει περιουσία να ικανοποιήσει το εξ αποφάσεως χρέος του, εάν ο πιστωτής αποδείξει με οποιοδήποτε τρόπο ότι ο πρωτοφειλέτης στερείται κινητής περιουσίας υποκείμενης σε κατάσχεση, δεν έχει νόημα να καταχωρήσει αχρείαστα αίτηση για έκδοση εντάλματος κατάσχεσης και πώλησης της κινητής του περιουσίας, με βέβαιη κατάληξη, την προφανή επιστροφή του σχετικού εντάλματος ως ανεκτέλεστου και την αυτονόητη λήψη σχετικής ειδοποίησης από δικαστικό επιδότη ότι ο πρωτοφειλέτης δεν έχει κινητή περιουσία. Με το 2ο λόγο ένστασης υποβάλλεται ότι η αίτηση είναι πρόωρη. Η ευπαίδευτη δικηγόρος των εναγόντων, στη γραπτή αγόρευσή της, αναπτύσσοντας το συγκεκριμένο λόγο ισχυρίζεται τα εξής: δεδομένου ότι καθ' ον χρόνο καταχωρήθηκε η παρούσα αίτηση, η επίδικη απόφαση τελούσε ήδη σε αναστολή, ο εναγόμενος 3 δεν μπορούσε να καταχωρήσει την υπό κρίση αίτηση. Ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης είναι νόμω και ουσία αβάσιμος. Είναι γεγονός, ότι, καθ' ον χρόνο ο εναγόμενος καταχωρούσε την υπό κρίση αίτηση, η επίδικη απόφαση τελούσε σε αναστολή. Η απόφαση εκδόθηκε στις 24/11/2017 και η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε την 1/12/2017. Ωστόσο, παρά την τρίμηνη αναστολή που είχε δοθεί στην απόφαση, οι ενάγοντες είχαν δικαίωμα άμεσης καταχώρησης ΜΕΜΟ επί της περιουσίας του εναγόμενου. Αυτονόητο πως, η επιβάρυνση ακίνητης ιδιοκτησίας με την εγγραφή της δικαστικής απόφασης αποτελεί μέθοδο εκτέλεσης δικαστικής απόφασης με βάση το άρθρο 14 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6. Απ' εκεί και πέρα και να μην υπήρχε η συγκεκριμένη εξαίρεση, ο εναγόμενος και πάλι είχε το δικαίωμα να καταχωρήσει την υπό κρίση αίτηση, οποτεδήποτε ήθελε. Το συγκεκριμένο δικαίωμά του, το αναγνωρίζει ρητά το άρθρο 10
(1)(γ) του Νόμου το οποίο προνοεί ότι η αίτηση αναστολής μπορεί να υποβληθεί οποτεδήποτε μετά την έκδοση της απόφασης. Κατά τη γνώμη μου, εάν ο νομοθέτης ήθελε να αποκλείσει το δικαίωμα του εγγυητή να καταχωρεί αίτηση αναστολής εκτέλεσης απόφασης δυνάμει των προνοιών του Νόμου, σε περίπτωση που η απόφαση τελούσε ήδη εν όλω ή εν μέρει σε αναστολή, θα το έλεγε ρητά. Με τον 3ο λόγο ένστασης υποβάλλεται ότι η νομική βάση της αίτησης είναι ελλιπής, καθότι - κατά την κυρία Κορακίδου και πάλι - δεν περιέχεται σ' αυτή η νομιμοποιητική της Δ.40 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Και αυτός ο λόγος ένστασης είναι αβάσιμος. Νομιμοποιητική βάση της υπό κρίση αίτησης αποτελούν οι σχετικές πρόνοιες του Νόμου που είναι ειδικός έναντι της Δ.40 Θ.7(β) που είναι γενική διάταξη η οποία διαλαμβάνει για το δικαίωμα του Δικαστηρίου να διατάξει την αναστολή εκτέλεσης δικαστικής απόφασης, κατά ή μετά το χρόνο έκδοσης της απόφασης. Για παράδειγμα, η εξουσία του Δικαστηρίου το οποίο διέταξε την αναστολή εκτέλεσης της επίδικης απόφασης κατά το χρόνο έκδοσής της εδράζεται στη Δ.40 Θ.7(β), ενώ η υπό κρίση αίτηση εδράζεται στα άρθρα 9 και 10 του Νόμου. Με το 10 λόγο ένστασης υποβάλλεται ότι ο εναγόμενος δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. Δεν έχει θέση τέτοιος λόγος ένστασης στην υπό κρίση αίτηση. Καλούμαι να εξετάσω διά κλήσεως αίτηση, επί τη βάσει και με αντιπαραβολή της ενώπιόν μου εκατέρωθεν μαρτυρίας και όχι να κρίνω κατά πόσο θα πρέπει να ακυρώσω διάταγμα το οποίο εκδόθηκε κατόπιν μονομερούς αίτησης, για παράδειγμα, δυνάμει του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, που αν αποδειχθεί ότι ο αιτητής εξασφάλισε το διάταγμα, αποκρύβοντας από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα που θα επενεργούσαν στην κρίση του Δικαστηρίου κατά την εξέταση της αίτησης που οδήγησε στην έκδοση του διατάγματος, αυτό θεωρείται ότι αποτελεί είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου και οδηγεί αφ εαυτού σε ακύρωση του διατάγματος (βλ. - μεταξύ άλλων - Στυλιανού ν. Στυλιανού
(1992)1(Α) Α.Α.Δ. 583, Σάββα v. Τηλεμάχου
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2081 και Ιερά Μητρόπολη Πάφου και Aristo Developers Ltd
(2011)1(Β) Α.Α.Δ. 1377). Προχωρώ τώρα στην ουσία της αίτησης, η έκβαση της οποίας συναρτάται με τις ουσιαστικές προϋποθέσεις που διέπουν την εξουσία του Δικαστηρίου είτε να την εγκρίνει είτε να την απορρίψει. Ειδικότερα: Μια πρώτη παρατήρηση είναι η εξής: το γεγονός ότι οι ενάγοντες δεν έλαβαν μέτρα εκτέλεσης της απόφασης, ημερομηνίας 13/10/2016 εναντίον του εναγόμενου 2 μα ούτε και προχώρησαν σε διαδικασία εκποίησης της Β' υποθήκης με αριθμό Υ3325/03 που συνήψε αυτός προς εξασφάλισή τους, για τις επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις που παραχώρησαν στους εναγόμενους 1, κανένα ρόλο μπορεί να διαδραματίσει κατά την εξέταση της υπό κρίση αίτησης, η οποία εδράζεται στις πρόνοιες του Νόμου, ο οποίος, για ό,τι μας ενδιαφέρει διαλαμβάνει για τα δικαιώματα του εγγυητή οφειλής φυσικού ή νομικού προσώπου έναντι τόσο του πρωτοφειλέτη όσο και του πιστωτή σε περίπτωση έκδοσης απόφασης εναντίον του πρωτοφειλέτη και του εγγυητή, χωρίς να υπάρχει οποιαδήποτε πρόνοια, ρυθμιστική της σχέσης μεταξύ των συνεγγυητών για την ίδια εξ αποφάσεως οφειλή. Ορθό βέβαια είναι και αυτό που αναφέρει ο ευπαίδευτος δικηγόρος του εναγόμενου στη γραπτή του αγόρευση. Δηλαδή, ότι ο σκοπός του νομοθέτη κατά τη θέσπιση του Νόμου ήταν η προστασία του εγγυητή, στις περιπτώσεις όπου ο πρωτοφειλέτης έχει την οικονομική δυνατότητα ή περιουσία - κινητή ή ακίνητη - να αποπληρώσει το εξ αποφάσεως χρέος του. Και με δεδομένο ότι, στην προκειμένη περίπτωση, ο εναγόμενος 2 - όπως φυσικά και ο εναγόμενος 3 - αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των μερών ότι υπέχει θέση εγγυητή των συμβατικών υποχρεώσεων των εναγόμενων 1 προς τους εναγόντες, ο εναγόμενος 3 δε νομιμοποιείται να επικαλείται τη μη λήψη μέτρων εκτέλεσης της απόφασης από τους ενάγοντες εναντίον του εναγόμενου 2, είτε ακόμη, τη μη τροχοδρόμηση από αυτούς των διαδικασιών εκποίησης της επίδικης υποθήκης, ως λόγο αποδοχής της αίτησής του. Η οποία - για να επαναλάβω - έχει ως νομικό και πραγματικό υπόβαθρο τη θέση του ότι ο πρωτοφειλέτης έχει την οικονομική δυνατότητα και/ή περιουσία που εκ πρώτης όψεως είναι τέτοιας αξίας ώστε να είναι αρκετή για να ικανοποιήσει την εξ αποφάσεως οφειλή που αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης. Των παραπάνω λεχθέντων δεν προτίθεμαι να προβώ σε κανένα άλλο σχόλιο επί της συγκεκριμένης θέσης του εναγόμενου 3 και το ίδιο ισχύει και για οτιδήποτε αναφέρεται σχετικά με αυτή, από ή εκ μέρους των εναγόντων. Είναι γεγονός ότι οι ενάγοντες μέχρι και την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης δεν προέβησαν σε κανένα μέτρο εκτέλεσης της απόφασης, ημερομηνίας 13/6/2016 εναντίον των πρωτοφειλετών - εναγόμενων 1. Παρόλα αυτά, από την προηγηθείσα ανάλυση της σχετικής επιφύλαξης του άρθρου 10
(1)(γ) του Νόμου προκύπτει ότι, αυτή η παράλειψη, δεν οδηγεί άνευ άλλου, δηλαδή αυτόματα, σε συμπέρασμα ότι οι εναγόμενοι 1 έχουν την οικονομική δυνατότητα ή και περιουσία να ικανοποιήσουν την εξ αποφάσεως οφειλή που αποτελεί το αντικείμενο της επίδικης σύμβασης εγγύησης. Προτού υπεισέλθω στην περί αντιθέτου μαρτυρία των εναγόντων, θα ήθελα να επαναλάβω τους βασικούς ισχυρισμούς του εναγόμενου 3, οι οποίοι αποβλέπουν στο να αποδείξουν με θετικό τρόπο ότι οι εναγόμενοι 1, έχουν την οικονομική δυνατότητα ή και περιουσία να ικανοποιήσουν την εξ αποφάσεως οφειλή που αποτελεί το αντικείμενο της επίδικης σύμβασης εγγύησης. Ειδικότερα: Οι εναγόμενοι 1 είναι ακόμη ενεργή εταιρεία και δεν έχει εκδοθεί διάταγμα εκκαθάρισής τους. Διατηρούν ακίνητη περιουσία η οποία επιβαρύνεται από εμπράγματα βάρη και κανένα από αυτά αφορά την παρούσα αγωγή. Οι ενάγοντες δεν έχουν προβεί ούτε σε επιβάρυνση της εν λόγω περιουσία με ΜΕΜΟ. Από το περιεχόμενο του φακέλου όσο και από τις πιο πάνω αναφορές του, ως προς τις παραλείψεις των εναγόντων αναφορικά με την εκτέλεση της απόφασης εναντίον των εναγόμενων 1 αποδεικνύεται εκ πρώτης όψεως ότι τόσο η οικονομική τους δυνατότητα όσο και η περιουσία που κατέχουν είναι τέτοιας αξίας που είναι αρκετή για να ικανοποιήσει την εξ αποφάσεως οφειλή που αποτελεί το αντικείμενο της επίδικης σύμβασης εγγύησης. Παρατηρώ τα εξής: Οι παραπάνω γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί του εναγόμενου καταρρίπτονται με απόλυτα πειστικό και τεκμηριωμένο τρόπο από διάφορα στοιχεία μαρτυρίας των εναγόντων, οι οποίοι απέδειξαν ότι οι εναγόμενοι 1, όχι απλώς δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα ή περιουσία τέτοιας αξίας που να είναι αρκετή για να ικανοποιήσει την εξ αποφάσεως οφειλή που αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης εγγύησης στην παρούσα υπόθεση, αλλά και τα εξής: η συνολική αξία της περιουσίας των εναγόμενων 1 υπολείπεται σημαντικά του συνολικού ποσού που συνθέτει τα διάφορα χρέη τους, τα οποία μάλιστα είναι προγενέστερα του επίδικου εξ αποφάσεως χρέους τους. Ούτε και θεωρώ τυχαίο, το γεγονός ότι ο εναγόμενος 3, ενώ ισχυρίζεται ότι οι εναγόμενοι 1 έχουν την οικονομική δυνατότητα ή περιουσία τέτοιας αξίας που είναι αρκετή για να ικανοποιήσει την εξ αποφάσεως οφειλή που αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης, αποφεύγει να αναφερθεί στην αξία της εν λόγω περιουσίας. Η οποία είναι αυτονόητο ότι θα πρέπει να είναι πραγματική. Όπως επίσης, ότι δεν ισχυρίζεται ότι οι εναγόμενοι 1 διαθέτουν κινητή περιουσία. Κι όμως, το Δικαστήριο προκειμένου να νομιμοποιείται να διατάξει την αναστολή εκτέλεσης απόφασης, σ' ότι αφορά τον ίδιο, ως εγγυητή, στη βάση του λόγου για τον οποίο ζητά να συμβεί αυτό, θα πρέπει να γνωρίζει την αξία της περιουσίας των εναγόμενων 1. Και τούτο, επειδή με βάση το άρθρο 10
(1)(γ), θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι ο πρωτοφειλέτης έχει την οικονομική δυνατότητα ή περιουσία που εκ πρώτης όψεως είναι τέτοιας αξίας ώστε να είναι αρκετή να ικανοποιήσει την εξ αποφάσεως οφειλή. Προτού υπεισέλθω στην μαρτυρία των εναγόντων συναφώς με τους παραπάνω ισχυρισμούς του εναγόμενου 3, ας δούμε τι προκύπτει από τη δική του μαρτυρία. Προκειμένου να τεκμηριώσει τον ισχυρισμό του ότι οι εναγόμενοι 1 είναι ενεργή εταιρεία και δεν έχει εκδοθεί διάταγμα εκκαθάρισής τους παραπέμπει σε κάποια εκτύπωση από την ηλεκτρονική σελίδα του Εφόρου Εταιρειών (τεκμήριο 1 στην ένορκη του δήλωση.) Από το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου, με όλο το σεβασμό, δεν επιβεβαιώνεται η θέση του, ότι οι εναγόμενοι 1 είναι ενεργή εταιρεία. Ό,τι προκύπτει από το συγκεκριμένο έγγραφο - που θα πρέπει να σημειωθεί φέρει ημερομηνία αίτησης την 22/2/2011 !! - είναι μόνο το όνομα των εναγόμενων 1, ο αριθμός εγγραφής τους καθώς και η ημερομηνία εγγραφής τους. Πουθενά σ' αυτό αναφέρεται ότι πρόκειται για ενεργή εταιρεία οι εναγόμενοι
- Εν πάση περιπτώσει, το γεγονός ότι δεν είχε εκδοθεί (τουλάχιστον μέχρι και την ημερομηνία εξασφάλισης του παραπάνω έγγραφου) διάταγμα εκκαθάρισης των εναγόμενων 1, δε σημαίνει ότι αυτοί ήταν ενεργή εταιρεία. Για να συνεχίσω, αναφορικά με την αξία της ακίνητης περιουσίας των εναγόμενων 1, ο εναγόμενος 3 παραπέμπει σε σχετικό πιστοποιητικό έρευνας του κτηματολογίου (τεκμήριο 2 στην ένορκη του δήλωση), στο οποίο, όπως - ορθά - ισχυρίζεται φαίνεται και η εκτιμημένη αξία των ακινήτων, κατά το
- Από το περιεχόμενο του εν λόγω πιστοποιητικού προκύπτει ότι οι εναγόμενοι 1 είναι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες τριών ακινήτων, αγοραίας αξίας την 1/1/2013, €81.100,00, €137.700,00 και €38.500,00, αντίστοιχα. Με βάση το ίδιο έγγραφο - που αποτελεί τη μαρτυρία του εναγόμενου 3, στην προσπάθεια του να με πείσει ότι οι εναγόμενοι 1 έχουν την οικονομική δυνατότητα ή περιουσία που εκ πρώτης όψεως είναι τέτοιας αξίας ώστε να είναι αρκετή να ικανοποιήσει την εξ αποφάσεως οφειλή τους - προκύπτει ακόμη, ότι επί των τριών αυτών ακινήτων των εναγόμενων 1, συνολικής αγοραίας αξίας €257.300,00 υπάρχουν οι εξής επιβαρύνσεις: η υποθήκη Υ4523/2007 (διαδοχική με την υποθήκη Υ4525/2007) για το ποσό/τιμή πώλησης των €230.661,
- Η υποθήκη Υ4525/2007 (που είναι διαδοχική με την προηγούμενη) είναι για το ποσό/τιμή πώλησης των €59.801,
- Και οι δυο αυτές υποθήκες έγιναν αποδεκτές, στις 10/8/2007, με δανειστές τους ενάγοντες στην παρούσα υπόθεση, όμως, όπως θα διαφανεί στη συνέχεια, όχι για τις επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις που παραχώρησαν στους εναγόμενους 1 - αντικείμενο της παρούσας αγωγής. Για να συνεχίσω, τα εν λόγω ακίνητα των εναγόμενων 1 επιβαρύνονται και με τρία ΜΕΜΟ. Το πρώτο, με αριθμό ΕΒ/807/2012 έγινε αποδεκτό, στις 10/4/2012, με αιτητή το Τμήμα Φορολογίας, για το ποσό των €22.878,
- Το δεύτερο, με αριθμό ΕΒ/1236/2013 έγινε αποδεκτό, στις 3/7/2013, με αιτητή τον Ανδρέου Ανδρέα και είναι για το ποσό των €5.592,
- Τέλος, το τρίτο, με αριθμό ΕΒ/1931/2016 έγινε αποδεκτό, την 1/12/2016, με αιτητή το Συμβούλιο Αποχετεύσεως Πάφου και είναι για το ποσό των €1.847,
- Το τι προκύπτει μέχρι στιγμής, σύμφωνα πάντοτε με τη μαρτυρία του εναγόμενου 3, ο οποίος ισχυρίζεται ότι οι εναγόμενοι 1 έχουν την οικονομική δυνατότητα ή περιουσία που εκ πρώτης όψεως είναι τέτοιας αξίας ώστε να είναι αρκετή να ικανοποιήσει την εξ αποφάσεως οφειλή τους είναι το εξής: τα τρία ακίνητα των εναγόμενων 1, συνολικής αγοραίας αξίας €257.300,00 βαρύνονται με δυο υποθήκες και τρία ΜΕΜΟ για το συνολικό ποσό των €320.807,
- Αυτό σημαίνει ότι η συνολική αξία των εν λόγω ακινήτων τους δεν αρκεί για σκοπούς εξόφλησης των χρεών τους για τα οποία βαρύνεται η συγκεκριμένη περιουσία τους και μάλιστα - με εξαίρεση το τελευταίο χρέος που είναι και για το μικρότερο ποσό - κατά προτεραιότητα έναντι του επίδικου εξ αποφάσεως χρέους τους. Για το σκοπό αυτό, δηλαδή για εξόφληση των χρεών τους προς εξασφάλιση των οποίων βαρύνεται η ακίνητή τους περιουσία, υπολείπεται ποσό, ύψους €61.669,
- Για το ίδιο θέμα υπεισέρχομαι και στη μαρτυρία των εναγόντων. Ειδικότερα: Ισχυρίζεται η ενόρκως δηλούσα γι αυτούς ότι οι εναγόμενοι 1 είναι ανενεργή εταιρεία, δεν καταθέτει οικονομικές καταστάσεις στον Έφορο Εταιρειών και επίκειται η διαγραφή της από το μητρώο του Εφόρου Εταιρειών. Η μάρτυρας, προς επιβεβαίωση επισυνάπτει το σχετικό απόσπασμα από την επίσημη εφημερίδα της Δημοκρατίας (τεκμήριο 2 στην ένορκη της δήλωση). Από το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου - που αποτελεί γνωστοποίηση, ημερομηνίας 3/11/2017 και φέρει τίτλο «Ο ΠΕΡΙ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΝΟΜΟΣ, ΚΕΦ. 113 Διαγραφή Ημεδαπών Εταιρειών» - δεν προκύπτει ο λόγος για τον οποίο, όπως αναφέρεται, μετά τη λήξη τριών μηνών από την ημερομηνία της γνωστοποίησης, οι εταιρείες που αναφέρονται, ανάμεσά τους και οι εναγόμενοι, θα διαγραφούν από το Μητρώο και θα διαλυθούν, «..εκτός αν στο μεταξύ αποδειχθεί λόγος για το αντίθετο». Πιθανολογώ όμως, ότι ο λόγος θα είναι αυτός που αναφέρει η ενόρκως δηλούσα για τους ενάγοντες. Και ως θέμα καθαρά κοινής λογικής, δεν μπορώ να δεχθώ ότι μια ενεργή εταιρεία - όπως αποκαλεί ο εναγόμενος 3 τους εναγόμενους 1 - θα έφθανε στα πρόθυρα της διαγραφής της από το μητρώο και της διάλυσής της. Εν πάση περιπτώσει, ο εναγόμενος 3 που έχει και το βάρος απόδειξης της υπό κρίση αίτησης, ο οποίος ισχυρίζεται ότι οι εναγόμενοι 1 αποτελούν ενεργή εταιρεία, δεδομένης της πιο πάνω μαρτυρίας των εναγόντων θεωρώ πως, το ελάχιστον που όφειλε να κάνει, ήταν να ζητούσε άδεια να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση προκειμένου να αποδείξει, για παράδειγμα, κατά πόσο υπήρξε οποιαδήποτε αντίδραση εκ μέρους των εναγόμενων 1 στην πιο πάνω γνωστοποίηση. Αφ' ης στιγμής δεν το έπραξε νομιμοποιούμαι πιστεύω να συμπεράνω ότι τη στιγμή αυτή, οι εναγόμενοι 1, ενδεχομένως και να έχουν διαγραφεί από το Μητρώο καθώς και να έχουν διαλυθεί. Και κάτι ακόμη. Ισχυριζόμενος ο εναγόμενος 3 ότι οι εναγόμενοι 1 είναι ενεργοί, πώς τεκμηριώνει τον εν λόγω ισχυρισμό του; Απαντώ ευθέως. Δεν τον τεκμηριώνει, απλώς τον προβάλλει. Σύμφωνα πάντοτε με την ενόρκως δηλούσα για τους ενάγοντες, οι εναγόμενοι στην παρούσα αγωγή, ουδέν ποσό πλήρωσαν από την έκδοση της απόφασης μέχρι σήμερα. Στις 11/12/2017 όφειλαν στους ενάγοντες το ποσό των €72.417,26 και ο εναγόμενος 3, το ποσό των €68.196,
- Στις 9/6/2017, στο πλαίσιο της αγωγής 3404/12, Ε. Δ. Πάφου εκδόθηκε απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγόμενων 1 και 2 στην παρούσα αγωγή, αλληλέγγυα και κεχωρισμένα και/ή ξεχωριστά μεταξύ τους και με τον εναγόμενο 3 στην παρούσα αγωγή, για το ποσό των €290.000,00, πλέον τόκος και έξοδα (υπάρχει πλήρης αναφορά για τα δυο τελευταία). Περαιτέρω, εναντίον των εναγόμενων 1 εκδόθηκε διάταγμα εκποίησης της υποθήκης Υ4523/07, ημερομηνίας 10/8/07 και πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων των εναγόμενων 1 (πρόκειται για τα τρία ακίνητά τους που αναφέρονται και στο πιστοποιητικό έρευνας ακίνητης ιδιοκτησίας, το οποίο επικαλείται ο εναγόμενος 3) και όπως το προϊόν της πώλησης διατεθεί προς πληρωμή ποσού μέχρι €230.661,19, πλέον τόκους. Με την ίδια απόφαση, εναντίον των εναγόμενων 1 και πάλιν εκδόθηκε διάταγμα εκποίησης της υποθήκης Υ4525/07, ημερομηνίας 10/8/07 και πώλησης των ίδιων ενυπόθηκων ακινήτων τους και όπως το προϊόν της πώλησης διατεθεί προς πληρωμή ποσού μέχρι €59.801,05, πλέον τόκους. Οι εναγόμενοι στην εν λόγω αγωγή (3404/12, ανωτέρω), ουδέν ποσό πλήρωσαν από την έκδοση της απόφασης μέχρι σήμερα. Κατά την 11/12/2017 όφειλαν στους ενάγοντες το ποσό των €444.476,
- Το υπόλοιπο της υποθήκης Υ4523/07 είναι €257.343,45 και της υποθήκης Υ4525/07, €66.718,
- Η ακίνητη περιουσία των εναγόμενων 1 που επικαλείται ο εναγόμενος 3 είναι επιβαρυμένη με εμπράγματα βάρη που υπερβαίνουν κατά πολύ την αξία της εν λόγω περιουσίας και επομένως, δεν υπάρχει περιθώριο είσπραξης οποιουδήποτε ποσού προς ικανοποίηση των εξ αποφάσεως χρεών της παρούσας αγωγής. Τα τρία ακίνητα των εναγόμενων 1 είναι ενυπόθηκα στην αγωγή 3404/12 (ανωτέρω). Βαρύνονται με την 1η υποθήκη (Υ4523/07) για το ποσό των €230.661,17 και με τη 2η υποθήκη (Υ4525/07) για το ποσό των €59.801,
- Τα δυο αυτά ποσά, μαζί με τους τόκους ανέρχονται σε €257.343,00 και €66.718,00, αντίστοιχα. Οι δυο αυτές υποθήκες είναι και οι μόνες που εξασφαλίζουν το εξ αποφάσεως χρέος στην αγωγή 3404/12 το οποίο σήμερα ανέρχεται στα €444.476,
- Οι εναγόμενοι 1 δεν έχουν επ' ονόματι τους άλλη περιουσία, ούτε κινητή ούτε ακίνητη. Περαιτέρω, τις δυο αυτές υποθήκες, με δικαιούχο τους ενάγοντες ακολουθούν ΜΕΜΟ άλλων πιστωτών τα οποία γράφτηκαν πριν την έκδοση απόφασης στην παρούσα αγωγή. Η συνολική αξία των τριών ενυπόθηκων ακινήτων των εναγόμενων 1 σε τιμές κτηματολογίου 2013 είναι €257.300,
- Επομένως, δεν υφίσταται κανένας λόγος εγγραφής ΜΕΜΟ στα εν λόγω ακίνητα, αφού η αξία τους δεν είναι αρκετή, ούτε για να ικανοποιήσει μέρος του εξ αποφάσεως χρέους που εξασφαλίζουν οι υποθήκες επί των εν λόγω ακινήτων των εναγόμενων
- Πόσο μάλλον τα ΜΕΜΟ που ακολουθούν τις υποθήκες. Επισημαίνεται στο σημείο αυτό ότι για όλα τα παραπάνω καθώς και για διάφορα άλλα που ισχυρίζεται η ενόρκως δηλούσα για τους ενάγοντες, στην ένορκη της δήλωση επισυνάπτονται και όλα τα σχετικά επιβεβαιωτικά έγγραφα. Σε αντίθεση βέβαια με τον εναγόμενο 3, ο οποίος, εκτός από τους γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς που προβάλλει προς υποστήριξη της υπό κρίση αίτησής του, το μόνο έγγραφο που παρουσιάζει που έχει σημασία για σκοπούς εξέτασης της αίτησης είναι το πιστοποιητικό έρευνας του κτηματολογίου αναφορικά με την ακίνητη περιουσία των εναγόμενων 1, από το οποίο προκύπτει ακριβώς το αντίθετο απ' ό,τι αποτελεί τη βασική του θέση που είναι ότι οι πρωτοφειλέτες - εναγόμενοι 1 στην παρούσα αγωγή, εκ πρώτης όψεως έχουν την οικονομική δυνατότητα ή και περιουσία τέτοιας αξίας που είναι αρκετή για να ικανοποιήσει την εξ αποφάσεως οφειλή που αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης εγγύησης. Από τη μαρτυρία του ιδίου κατά βάση και λαμβάνοντας υπόψη ελάχιστα στοιχεία από τη μαρτυρία των εναγόντων είναι φανερό πως, ενώ δεν αποδεικνύεται η θέση του, ότι οι εναγόμενοι 1 έχουν κινητή περιουσία καθώς και την οικονομική δυνατότητα να ξοφλήσουν το εξ αποφάσεως χρέος τους στην παρούσα αγωγή που αποτελεί το αντικείμενο της επίδικης σύμβασης εγγύησης, αυτό που αποδεικνύεται είναι ότι η αξία της ακίνητης περιουσίας των εναγόμενων 1, δεν αρκεί για να ικανοποιήσει το εξ αποφάσεως χρέος τους στην αγωγή 3404/
- Και τούτο, επειδή η εν λόγω περιουσία τους είναι υποθηκευμένη για συνολικό ποσό μεγαλύτερο της αξίας της και το εξ αποφάσεως χρέος τους στην ίδια αγωγή είναι για ακόμη μεγαλύτερο ποσό. Η εν λόγω περιουσία τους, συνολικής αξίας €257.300,00 είναι υποθηκευμένη για το συνολικό ποσό των €290.462,24 και η απόφαση για το ποσό των €290.000,00 με τόκο 8% το χρόνο από 1/10/2012 μέχρι εξοφλήσεως, με κεφαλαιοποίηση των τόκων, δυο φορές των χρόνο, πλέον έξοδα, τα οποία όπως υπολογίστηκαν από το Πρωτοκολλητή και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο ανέρχονται στο ποσό των €5.896,00 με τόκο (όπως αναφέρεται στην απόφαση). Όλα αυτά, χωρίς βέβαια να παραγνωρίζω ότι με βάση πάντοτε τη μαρτυρία του εναγόμενου, τα εν λόγω ακίνητα των εναγόμενων 1 επιβαρύνονται και με τα δυο ΜΕΜΟ για το συνολικό ποσό των €28.470,
- Και ενώ αυτά είναι τα δεδομένα για την επίδικη περιούσια των εναγόμενων 1 με βάση τη μαρτυρία του εναγόμενου 3, με βάση τη μαρτυρία των εναγόντων που είναι απόλυτα ακριβής, ως προς τα διάφορα ποσά που μας ενδιαφέρουν, η πραγματική κατάσταση της εν λόγω περιουσίας διαμορφώνεται ως εξής: Αυτή είναι συνολικής αξίας €257.300,00, το υπόλοιπο των δυο υποθηκών με τις οποίες βαρύνεται μαζί με τους σχετικούς τόκους ανέρχεται στο συνολικό ποσό των €324.062,12 και το σχετικό εξ αποφάσεως χρέος στην αγωγή 3404/12, στις 11/12/2017 ανερχόταν στις €444.476,
- Στην υπόθεση Λύρα ν. Alpha Bank Limited, ECLI:CY:AD:2015:A288, Πολιτική Έφεση Αρ. 186/2010, ημερομηνίας 24/4/2015, οι εφεσίβλητοι - που είναι τράπεζα - εξασφάλισαν δικαστική απόφαση εναντίον της πρωτοφειλέτιδας και της εφεσείουσας - εγγυήτριάς της. Εξασφάλισαν ακόμη και διατάγματα με τα οποία, μεταξύ άλλων διατασσόταν η πώληση ενυπόθηκου ακινήτου της πρωτοφειλέτιδας. Μετά πάροδο αρκετών ετών, το εξ αποφάσεως χρέος δεν εξοφλείτο και καταχωρήθηκε πτωχευτική αίτηση εναντίον της εφεσείουσας και η περιουσία της επιβαρύνθηκε με ΜΕΜΟ. Επειδή, κατά την εφεσείουσα, η αξία του ενυπόθηκου κτήματος της πρωτοφειλέτιδας υπερκάλυπτε το εξ αποφάσεως χρέος της καταχώρησε αίτηση με την οποία, μεταξύ άλλων ζητούσε την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης. Κατά την ακρόαση της αίτησης, τέθηκε μαρτυρία ότι έγιναν δυο ανεπιτυχείς προσπάθειες για πώληση με δημόσιο πλειστηριασμό του ενυπόθηκου κτήματος της πρωτοφειλέτιδας, επειδή ουδείς αγοραστής επέδειξε ενδιαφέρον. Η αίτηση, που κατά κύριο λόγο είχε ως νομικό υπόβαθρο το Νόμο, απορρίφθηκε, επειδή δεν ικανοποιείτο η ουσιαστική προϋπόθεση του Νόμου (άρθρο 10
(1)(δ)). Συγκεκριμένα, λόγω των παραπάνω ανεπιτυχών προσπαθειών πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου της πρωτοφειλέτιδας θεωρήθηκε ότι αυτό δεν είχε την ικανότητα να καλύψει το επίδικο χρέος. Όσα ακολουθούν - που είναι και αυτά που μας ενδιαφέρουν περισσότερο, τηρουμένων βέβαια των αναλογιών - αποτελούν μέρος του σκεπτικού του Εφετείου το οποίο απέρριψε την έφεση κατά της εν λόγω απόφασης: Στις περιπτώσεις που καλύπτονται από το άρθρο 10 του Νόμου, παρέχεται στο Δικαστήριο ευρεία διακριτική ευχέρεια να αναστείλει την εκτέλεση απόφασης, όταν κρίνει ότι είναι «δίκαιο και ορθό». Σκοπός του νομοθέτη κατά τη θέσπιση του Νόμου και ιδιαίτερα των προνοιών του άρθρου 10
(1)(δ) - το οποίο παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο να διατάξει την αναστολή εκτέλεσης απόφασης σ' ό,τι αφορά τον εγγυητή, σε περίπτωση που υπάρχει υποθήκη επί ακινήτου ιδιοκτησίας του πρωτοφειλέτη που δεν έχει εκποιηθεί - δεν ήταν να διαιωνίζει μια κατάσταση πραγμάτων, με την παραχώρηση αναστολών εκτέλεσης σε εγγυητές, όταν ένα ενυπόθηκο ακίνητο, αντικειμενικά κρίνοντας, δεν έχει ικανότητα να καλύψει το χρέος. Διαφορετικά, θα σήμαινε ότι ενόσω υπάρχει ενυπόθηκο ακίνητο, το οποίο δεν μπορεί να πωληθεί σε δημόσιο πλειστηριασμό, θα πρέπει να δίνονται εσαεί αναστολές εκτέλεσης. Κάτι τέτοιο όμως, θα ήταν παράλογο. Γι' αυτό και ο νομοθέτης έδωσε πλατειά διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο, σε κάθε περίπτωση, να βεβαιώνεται ότι, όχι μόνο είναι δίκαιο, αλλά και ορθό να αναστείλει την εκτέλεση μιας απόφασης δυνάμει του Νόμου. Πολλώ μάλλον - προσθέτω με τη σειρά μου - που στην προκειμένη περίπτωση, τα τρία ενυπόθηκα ακίνητα των εναγόμενων 1 δεν υποθηκεύτηκαν για εξασφάλιση του εξ αποφάσεως χρέους τους στην παρούσα αγωγή. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Συγκεφαλαιώνοντας - για να καταλήξω -, η ουσία του πράγματος έγκειται στα εξής: Είτε τη μαρτυρία του εναγόμενου 3 λάβω υπόψη είτε αυτή των εναγόντων αποτελεί γεγονός, ότι η αξία της ακίνητης περιουσίας των εναγόμενων 1 είναι τέτοια, που σε καμιά περίπτωση αρκεί για να ικανοποιήσει έστω κατ' ελάχιστον την εξ αποφάσεως οφειλή τους που αποτελεί το αντικείμενο της επίδικης σύμβασης εγγύησης. Με αυτό δεδομένο, ούτε δίκαιο μα ούτε και ορθό είναι να διατάξω την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης, σ' ό, τι αφορά τον εγγυητή - εναγόμενο 3. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και σε βάρος του εναγόμενου 3. (Υπ.) ............. Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ Subject: Civil/Other Actions /Interim (Αναφορά: Πολιτική - Αίτηση αναστολής εκτέλεσης απόφασης, σ' ό,τι αφορά τον εγγυητή, με βάση τον περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμο 197(Ι)/2003.) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο