ΣΠΥΡΟΣ ΑΧΝΙΩΤΗΣ ν. ALPHA BANK CYPRUS LTD, Αρ. Αίτησης Έφεσης: 267/17, 2/3/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2018:A66 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης Έφεσης: 267/17 Επί τοις αφορώσι τον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9/65 και επί τοις αφορώσι και τον περί Ακινήτου Περιουσίας Διακατοχή Νόμο Κεφ. 224 ως και τις τροποποιήσεις τους. Και Επί τοις αφορώσι τις ειδοποιήσεις «Τύπος ΙΑ» και «Τύπος ΙΒ» που επιδόθηκε και/ή κοινοποιήθηκε στον Αιτητή/Εφεσείοντα την 13.09.2017 ή και σε άλλες ημερομηνίες, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 44Γ
(2)και 44Δ
(2)αντίστοιχα. Μεταξύ: ΣΠΥΡΟΣ ΑΧΝΙΩΤΗΣ Εφεσείοντα-Αιτητή και ALPHA BANK CYPRUS LTD Εφεσίβλητης-Καθ΄ ης η αίτηση ----------------- Ημερομηνία: 2.3.2018 Για Εφεσείοντα-Αιτητή: κ. Σ. Βασιλείου για ΑΡΓΕΝΤΟΥΛΑ ΙΩΑΝΝΟΥ ΔΕΠΕ Για Εφεσίβλητη-Καθ΄ ης η αίτηση: κα Ε. Θεοδώρου για Χρυσαφίνης και Πολυβίου ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την κρινόμενη αίτηση/έφεση αξιώνεται από τον Εφεσείοντα έκδοση διατάγματος του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνονται οι ειδοποιήσεις Τύπου «ΙΑ» και «ΙΒ» οι οποίες επιδόθηκαν και/ή κοινοποιήθηκαν στις 13.9.
- Αξιώνεται επίσης έκδοση διατάγματος με το οποίο να ακυρώνεται ο πλειστηριασμός του ακινήτου με αρ. εγγραφής 0/5804 που ορίσθηκε για τις 6 Μαρτίου
- Η Καθ΄ ης η αίτηση-Εφεσίβλητη καταχώρισε ένσταση προβάλλοντας ευάριθμους λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει. Τόσον η αίτηση όσον και η ένσταση συνοδεύονται από ένορκες δηλώσεις από το αδιαμφισβήτητο περιεχόμενο των οποίων προκύπτουν τα ακόλουθα γεγονότα. Η Εφεσίβλητη Τράπεζα παραχώρησε διάφορες πιστωτικές διευκολύνσεις προς τον Αιτητή, προς εξασφάλιση των οποίων ενεγράφη στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου προς όφελος της Τράπεζας, η Υποθήκη Υ4152/2004 (Τεκμήριο 1 ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση). Αντικείμενο της υποθήκης είναι το ακίνητο με αρ. 0/5804, τεμάχιο 766, ιδιοκτησίας του Αιτητή, το οποίο βρίσκεται στα Κονιά. Συνεπεία μη πληρωμής οφειλομένων ποσών καταχωρήθηκε εναντίον του Αιτητή και άλλων προσώπων στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου η υπ΄ αριθμό 1139/2013 αγωγή. Σε αυτήν καταχωρήθηκε εκ μέρους των Εναγομένων Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτηση (Τεκμήριο 2 ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση), με την οποία αμφισβητείται μεταξύ άλλων το κύρος των συμβάσεων δανείου. Στις 13.9.1017 η Εφεσίβλητη επέδωσε στον πατέρα του Αιτητή την ειδοποίηση Τύπου «ΙΑ» και Τύπου «ΙΒ» (Τεκμήριο 4), με την οποία ανακοινώνεται η εκποίηση της υποθήκης στις 6.3.
- Στις 6.10.2017 ο Αιτητής κατεχώρησε την αγωγή αρ. 1027/17 (Τεκμήριο 5 ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση) εναντίον της Εφεσίβλητης, με την οποία ζητά μεταξύ άλλων απόφαση ότι η ειδοποίηση Τύπου «Ι» δεν πληροί τις εκ του Νόμου προϋποθέσεις. Νομικό πλαίσιο Προτού γίνει ενασχόληση με τους λόγους ένστασης κρίνεται σκόπιμο να καταγραφεί η ισχύουσα επί του θέματος νομοθεσία. Δυνάμει των διατάξεων του Μέρους VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/1965, σε περίπτωση υπερημερίας ως ορίζει το άρθρο 27, αποτέλεσμα της οποίας ολόκληρο το ενυπόθηκο χρέος καθίσταται πληρωτέο και η υπερημερία διαρκεί πέραν των 120 ημερών από την ημερομηνία που αυτό καθίσταται πληρωτέο, τότε ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να προχωρήσει στην προβλεπόμενη από το Μέρος VIA διαδικασία (άρθρο 44Β(γ)). Η έναρξη της διαδικασίας επιτυγχάνεται με την αποστολή της ειδοποίησης Τύπου «Ι» (άρθρο 44Γ) η οποία όταν ο δανειστής είναι αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα συνοδεύεται από την ειδοποίηση Θ (άρθρο 44Β 2(α)). Με την ειδοποίηση Τύπου «Ι» αποστέλλεται και κατάσταση λογαριασμού του ενυπόθηκου χρέους, τόκων κ.λ.π.. Με αυτήν καλείται ο οφειλέτης όπως εξοφλήσει εντός προθεσμίας 30 ημερών από την ημερομηνία επίδοσης το οφειλόμενο ποσό. Στο ίδιο άρθρο υπάρχει η εξής επιφύλαξη: «44Γ-
(1)Τηρουµένων των διατάξεων του άρθρου 44Β, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να προχωρήσει στην έναρξη της διαδικασίας που προβλέπεται από τις διατάξεις του παρόντος Μέρους, αφού επιδώσει στον ενυπόθηκο οφειλέτη και σε οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόµενο πρόσωπο, έγγραφη ειδοποίηση κατά τον Τύπο «I» του ∆εύτερου Παραρτήµατος, συνοδευόµενη από κατάσταση λογαριασµού του οφειλόµενου ενυπόθηκου χρέους, των τόκων και όλων των εξόδων για την είσπραξή του καλώντας τον όπως εξοφλήσει το ποσό, σύµφωνα µε την επιδοθείσα κατάσταση λογαριασµού, τάσσοντας σε αυτόν προθεσµία όχι µικρότερη των τριάντα
(30)ηµερών από την ηµεροµηνία επίδοσης της ειδοποίησης προς εξόφληση του οφειλόµενου ποσού: Νοείται ότι, µε την ειδοποίηση ενηµερώνεται ο ενυπόθηκος οφειλέτης ότι σε περίπτωση µη εξόφλησης του οφειλόµενου ποσού που καθορίζεται σε αυτήν, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να ασκήσει το δικαίωµα του για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου µε βάση τις διατάξεις του παρόντος Μέρους.» Σε περίπτωση παράλειψης συμμόρφωσης εντός της ταχθείσας προθεσμίας, προς τις απαιτήσεις της ειδοποίησης Τύπου «Ι», τότε αποστέλλεται προς τον οφειλέτη και προς οιονδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο δεύτερη έγγραφη ειδοποίηση, στην οποία πρέπει να αναφέρεται ότι το ενυπόθηκο ακίνητο πρόκειται να πωληθεί µε πλειστηριασµό· η ειδοποίηση επιδίδεται κατά τον Τύπο «ΙΑ» του ∆ευτέρου Παραρτήµατος, εντός περιόδου όχι µικρότερης των τριάντα
(30)ηµερών από την καθορισµένη ηµέρα και ώρα πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου (άρθρο 44Γ
(2)). Το άρθρο 44Δ
(1)προβλέπει τη διαδικασία εκτίμησης του ενυπόθηκου ακινήτου. Μεταξύ αυτών (άρθρο 44Δ
(2)) προνοείται ότι ο ενυπόθηκος δανειστής επιδίδει ειδοποίηση στον ενυπόθηκο οφειλέτη, σύμφωνα με τον Τύπο «ΙΒ» του Δεύτερου Παραρτήματος στην οποία τον πληροφορεί πως εντός δέκα
(10)ημερών από την επίδοση της ειδοποίησης θα προχωρήσει στο διορισμό εκτιμητή. Δικαίωμα διορισμού δεύτερου εκτιμητή παρέχεται δια του άρθρου 44Δ
(1)και στον οφειλέτη, ώστε να ετοιμαστούν ανεξάρτητες εκτιμήσεις. Με την πάροδο 10 ημερών από την επίδοση της ειδοποίησης «ΙΒ», ο οφειλέτης οφείλει να ενημερώσει τον δανειστή για την ταυτότητα του εκτιμητή που διόρισε. Εξέταση αίτησης/έφεσης Οι λόγοι ένστασης εξετάζονται σε συνάρτηση με τους λόγους έφεσης, καθόσον αφορούν τη δυνατότητα και προϋποθέσεις παραμερισμού της ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ». Τυχόν παραμερισμός της οποίας συμπαρασύρει και κάθε μεταγενέστερη ειδοποίηση ή ενέργεια. Κρίνεται σκόπιμο να εξεταστεί ο πρώτος λόγος ένστασης ο οποίος εγείρει το παράτυπο, αντικανονικό και λανθασμένο της αίτησης καθότι «. δεν αναφέρει τους λόγους έφεσης επί των οποίων στηρίζεται το αίτημα του Αιτητή, σύμφωνα με τα όσα προστάζει ο Κανονισμός 7 των περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμών του 1956 και ως εκ τούτου είναι ανυπόστατη και/ή άκυρη». Με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση επεξηγείται ότι (μετά από νομική συμβουλή που έλαβε ο ομνύων) «η παράλειψη σύνταξης των λόγων έφεσης αποτελεί σοβαρή και μη θεραπεύσιμη παρατυπία, η οποία θέτει την υπό κρίση Αίτηση σε απόρριψη. Μάλιστα, όμως με πληροφορούν οι δικηγόροι της Καθ΄ ης η Αίτηση, ο Κανονισμός είναι τόσο αυστηρός, ώστε να αναφέρει ρητά ότι οι μόνοι λόγοι έφεσης που εκδικάζονται, είναι όσο τίθενται στο σώμα της Αίτησης. Είναι προφανές από τον τύπο και το σώμα της υπό εξέταση Αίτησης, ότι αυτή πάσχει, καθώς αντί να τίθεται το αιτητικό της και οι λόγοι έφεσης επί των οποίων ερείδεται, αναφέρονται λεπτομερώς τα γεγονότα, τα οποία εξιστορεί ο ομνύων στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση». Αναπτύσσοντας την επιχειρηματολογία τους οι συνήγοροι της Εφεσίβλητης υποδεικνύουν στην γραπτή τους αγόρευση πως ο Κ.7 των περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμών του 1956, είναι επιτακτικής φύσεως για τον τρόπο σύνταξης της αίτησης/έφεσης ώστε η παράλειψη συμμόρφωσης με αυτόν να αποτελεί σοβαρή και μη θεραπεύσιμη παρατυπία. Υποδεικνύουν ότι είναι τόσο αυστηρός ο Κανονισμός αυτός, ώστε αναφέρει ρητά ότι οι μόνοι λόγοι έφεσης που εκδικάζονται είναι όσοι τίθενται στο σώμα της αίτησης. Επικαλούνται σχετικές αποφάσεις του Εφετείου (Πετρίχου v. Χ"Ιωσήφ
(1998)1 Α.Α.Δ. 81, Σοφοκλέους v. Τσεσμέλογλου (αρ.2)
(2012)1 Α.Α.Δ. 158) για να επισημάνουν ότι η έναρξη δικαστικής διαδικασίας με λανθασμένο δικονομικό μέσο ή χρησιμοποιώντας λανθασμένο και κατά συνέπεια διαφορετικό τύπο από εκείνο τον οποίο επιτάσσουν υποχρεωτικά οι Κανονισμοί, αποτελεί μη θεραπεύσιμη παρατυπία η οποία δεν μπορεί να διασωθεί με σχετική τροποποίηση του δικογράφου. Υπογραμμίζουν περαιτέρω πως: «η χρήση της φράσης "shall state" («πρέπει να καταγράψει») υποδεικνύει ξεκάθαρα ότι ο Αιτητής-Εφεσείων υποχρεούται να καταγράψει τους Λόγους-Έφεσης στους οποίους στηρίζεται αφού το λεκτικό των Κανονισμών υποδηλοί υποχρέωση και όχι δικαίωμα ούτε και είναι ζήτημα επιλογής του Αιτητή-Εφεσείοντα αφού εάν πρόθεση του νομοθέτη ήταν η καταγραφή των Λόγων-Έφεσης να ήταν δικαίωμα και όχι υποχρέωση του Αιτητή θα χρησιμοποιούσε διαφορετικό λεκτικό όπως για παράδειγμα "may stay" (δύναται να καταγράψει).» Από την αντίπερα όχθη ο συνήγορος του Αιτητή υποστηρίζοντας το νομότυπο του τύπου της αίτησης/έφεσης, επικαλείται τα ακόλουθα: - Δεν εφαρμόζονται οι περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμοί του 1956 στην παρούσα διαδικασία. Εκεί όπου ο Νομοθέτης επιθυμούσε την εφαρμογή των προαναφερόμενων Κανονισμών το προνόησε ξεκάθαρα. Εξηγώντας τη θέση τούτη παραπέμπει στα άρθρα 44ΙΔ και 51 του Ν.9/65 και υποδεικνύει πως στο δεύτερο άρθρο γίνεται αναφορά στους Κανονισμούς του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας Νόμου, ενώ στο πρώτο όχι. Επομένως, εάν ο Νομοθέτης ήθελε να εφαρμόζονται και στις δύο αυτές περιπτώσεις εφέσεως οι Κανονισμοί του 1956 θα το έθετε ξεκάθαρα. - Ακόμη και να εφαρμόζονται οι εν λόγω Κανονισμοί, τότε η αίτηση/έφεση είναι σύμφωνη με αυτούς. Ο συνήγορος προς ενίσχυση της θέσης του παραθέτει τον Κανονισμό 7 των εν λόγω Κανονισμών και υποδεικνύει πως το μόνο παράπονο της Εφεσίβλητης είναι ότι δεν καταγράφονται λόγοι έφεσης. Όμως, από την ίδια την αίτηση/έφεση, προκύπτει σαφέστατα πως υπάρχουν λόγοι έφεσης και συγκεκριμένα οι παραγράφοι 15 μέχρι 25 όπου καταγράφονται λόγοι έφεσης και αιτιολογία αυτών. Ουσιαστικά αυτές οι παράγραφοι αφορούν τα νομικά θέματα και όχι γεγονότα όπως ισχυρίζεται η Εφεσίβλητη. Συνεπώς η τελευταία γνωρίζει τους λόγους τους οποίους επικαλείται ο Αιτητής και δεν έχει περιπέσει σε οποιαδήποτε δυσμενή θέση. Επικαλείται τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και την Ετήσια Δικονομική Πρακτική της Αγγλίας για την ανάγκη δικογράφησης μόνο των αναγκαίων ουσιωδών γεγονότων, καθήκον το οποίο εκπλήρωσε ο Αιτητής. - Ακόμη και εάν εφαρμόζονται οι περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμούς του 1956 στην παρούσα διαδικασία, και ακόμη και εάν η υπό κρίση Έφεση/Αίτηση του Αιτητή έχει κάποια ελαττώματα, και πάλι δεν μπορεί να απορριφθεί η Έφεση. Είναι η θέση του συνηγόρου του Αιτητή πως ακόμη και εάν το Δικαστήριο απορρίψει τα πιο πάνω εκτεθέντα και κρίνει πως η αίτηση/έφεση δεν περιέχει τους λόγους έφεσης, αυτή δεν μπορεί να απορριφθεί ενόψει σαφούς νομολογιακής γραμμής του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Αναφορά κάνει ο συνήγορος στην Μαχλουζαρίδη v. Ιωαννίδη
(1990)1 ΑΑ.Δ. 966, στην οποία λέχθηκε μεταξύ άλλων πως η παράλειψη του Εφεσείοντα να αναφερθεί στην αίτηση του και στο άρθρο 51
(1)του Ν.9/65 δεν συνεπαγόταν ούτε επέφερε ακυρότητα της διαδικασίας. Θεωρήθηκε πως η παράλειψη αυτή άφηνε ανεπηρέαστο το βάθρο της έφεσης ως έγκυρο μέσο για αναθεώρηση της απόφασης του Διευθυντή. Στην κρινόμενη περίπτωση, υποδεικνύει ο συνήγορος, «δεν υπάρχει οποιοδήποτε ελάττωμα στην Αίτηση/Έφεση του Αιτητή που να μην επιτρέπει την γένεση θέματος προς εκδίκαση, ενώ θεωρούμε ότι οποιοδήποτε ελάττωμα και εάν ήθελε εντοπίσει κάποιος στην υπό κρίση Αίτηση/Έφεση, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι σε αυτήν καταγράφεται ξεκάθαρα και με λεπτομέρεια ποια ενέργεια των Καθ΄ ων η Αίτηση προσβάλλεται, για ποιους λόγους και τι είναι αυτό που αιτείται ο Αιτητής, και πάλι παραμένει ανεπηρέαστο το βάθρο της έφεσης ως έγκυρο μέσο για αναθεώρηση της απόφασης - ενέργειας των Καθ΄ ων η Αίτηση». Επίκληση έγινε και άλλων αποφάσεων στις οποίες η αίτηση/έφεση έγινε δεκτή, παρά τη διαπίστωση παρατυπιών (Κάκουλου v. Ποχουζούρη κ.α. (αρ. 2)
(1992)1 Α.Α.Δ. 1503, Κωνσταντίνου Μαγδαληνή Κυριάκου κ.α. v. Χρυσήλιου Νικολάου
(2005)1 Α.Α.Δ. 634). Καταλήγει ο συνήγορος υποδεικνύοντας πως σύμφωνα με τη νομολογιακή προσέγγιση, σφάλμα σε μια εναρκτήρια κλήση επιφέρει ακυρότητα, μόνον όταν θιγεί το θεμέλιο της διαδικασίας σε βαθμό που να μην επιτρέπει τη γένεση θέματος προς εκδίκαση, κάτι που, όπως εισηγείται, δεν ισχύει στην παρούσα περίπτωση. Έχω μελετήσει με ιδιαίτερη προσοχή τα όσα οι συνήγοροι εξέθεσαν αναφορικά με το θέμα τούτο. Ο σχετικός Νόμος 9/65 παρά το γεγονός ότι προνοεί την καταχώριση έφεσης εναντίον απόφασης δυνάμει του Μέρους VIA, δεν προβλέπει τον τύπο αυτής. Ούτε στα παραρτήματα που συνοδεύουν το Μέρος VIA και στο οποίο υπάρχουν οι τύποι των ειδοποιήσεων περιλαμβάνεται οτιδήποτε σχετικό. Το άρθρο 44ΙΓ του Μέρους VIA, υπό τον πλαγιότιτλο «Εφέσεις», εισάγει την ανάλογη εφαρμογή των άρθρων 80 και 81 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας Νόμου, Κεφ. 224, αναφέροντας πως: «Νοείται ότι οι διατάξεις των άρθρων 80 και 81 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας Νόμου εφαρμόζονται κατ΄ αναλογίαν.». Είναι ορθή η διαπίστωση του κ. Βασιλείου πως στο άρθρο 51 του ιδίου Νόμου γίνεται αναφορά και στους Κανονισμούς του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας Νόμου. Τούτο όμως δεν διαφοροποιεί την κατάσταση πραγμάτων. Ο Νόμος εισήγαγε την εφαρμογή των άρθρων 80 και 81 του Κεφ. 224 το οποίο προνοεί για την άσκηση έφεσης και για την προθεσμία αυτής. Η διαδικασία και ο τύπος της οποίας ρυθμίζεται από τους σχετικούς Κανονισμούς. Ο Κανονισμός 7 προνοεί τα εξής: "Every summons (Form 2) originating an appeal or application under these rules shall state the grounds of such appeal or application. No grounds other than those so stated shall (except with the leave of the Court hearing the appeal or application and on such terms as the Court may think just) be allowed to be taken by the applicant at the hearing of the appeal or application." Εισήγαγε δε τον τύπο που πρέπει να ακολουθείται και να λαμβάνει το σχετικό ένδικο μέσο της έφεσης. Σε αυτό, στο σώμα της αίτησης, πρέπει να καταγράφονται οι λόγοι έφεσης και η αιτιολογία αυτών. Είναι φανερό πως στην κρινόμενη περίπτωση η αίτηση/έφεση δεν πληροί τον προβλεπόμενο από τον Κανονισμό 7 τύπο. Μετά την αναγραφή του τίτλου (όπως ο Κανονισμός προνοεί) καταγράφει υπό τύπον Έκθεσης Απαίτησης σε 26 παραγράφους, τα γεγονότα αλλά και νομικούς ισχυρισμούς. Κατά τα λοιπά είναι σύμμορφη με τον τύπο του Κανονισμού 7. Το ερώτημα επομένως που χρήζει απάντησης είναι κατά πόσον αυτή η αίτηση/έφεση πρέπει να θεωρηθεί άκυρη και να αγνοηθεί. Στην Πετρίχου (ανωτέρω) λέχθηκε πως η Δ.64 δεν αποτελεί πανάκεια στη μη συμμόρφωση με τους Κανονισμούς. Δεν έχει σκοπό δηλαδή να τους καταργήσει. Οι Κανονισμοί πρέπει να τηρούνται. Στην εν λόγω υπόθεση εκρίθη ότι αγωγή με την οποία επιδιώκεται επικύρωση διαθήκης, είναι άκυρη χωρίς τη συμμόρφωση με τον Κανονισμό που απαιτεί να καταχωρείται ένορκη δήλωση ως αναγκαία προϋπόθεση. Η ανάγκη για συμμόρφωση με τον Κανονισμό 7 διατυπώνεται με επιτακτικό χαρακτήρα, με τη χρήση της λέξης "shall", όρος που κατά κανόνα υποδηλώνει ανελαστική υποχρέωση για συμμόρφωση. Ο όρος "shall", λέχθηκε στην Κάκουλου (ανωτέρω) είναι εκείνος που κατά κανόνα υιοθετείται τόσο από τους Κανονισμούς του 1956, όσο και από Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας (οι οποίοι ενσωματώνονται, Κ.17, στους Κανονισμούς του 1956 για τη ρύθμιση διαδικαστικών θεμάτων που δεν λύονται από τις πρόνοιες τους) για τον προσδιορισμό των υποχρεώσεων των διαδίκων για τη λήψη των προβλεπόμενων δικονομικών μέτρων και διατύπωση των αιτημάτων τους. Η Κάκουλου αφορούσε αίτηση/έφεση εναντίον απόφασης Διευθυντή του Κτηματολογίου και διαπιστώθηκε ότι: «Κατά παρέκκλιση των προνοιών του Κ.5
(1)των Κανονισμών: (α) τα γεγονότα στα οποία εδράζεται η αίτηση δε στοιχειοθετούνται με ένορκη δήλωση αλλά με έκθεση απαίτησης και (β) δε επισυνάπτεται η απόφαση του Διευθυντή. Επίσης οι λόγοι της έφεσης δεν εκτίθενται σε ξεχωριστή παράγραφο, όπως προβλέπει ο καθιερωθείς τύπος (έφεσης) αλλά στις ίδιες παραγράφους που διατυπώνονται οι θεραπείες.» Ακυρώνοντας το Εφετείο την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία η αίτηση/έφεση κρίθηκε άκυρη, σημείωσε και εξήγησε τα ακόλουθα: «Παρέκκλιση από τους θεσμούς δε συνεπάγεται αφεαυτής, ούτε καθιστά άκυρο το διαδικαστικό διάβημα το οποίο λαμβάνεται. Αυτό προβλέπεται ρητά από τη Δ.64 θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που τυγχάνει εφαρμογής και στην περίπτωση των Κανονισμών του 1956. Μόνο όπου το θεμέλιο του δικονομικού μέτρου είναι διαβρωμένο, το διάβημα είναι εξ' υπαρχής άκυρο και δε μπορεί να προκύψει καμιά συνέπεια από αυτό. ............................... Η διάκριση μεταξύ άκυρου (void) και αντικανονικού (irregular) δικονομικού μέτρου, η οποία γίνεται δεκτή από την κυπριακή νομολογία, είναι εκείνη η οποία οριοθετείται στη Re Prichard (deceased)
(1963)1 All E.R. 873. Δικονομικό μέτρο είναι άκυρο σε τρεις περιπτώσεις :- (α) Όταν δεν κοινοποιείται στην άλλη πλευρά, (β) όταν η γένεσή του είναι ακροσφαλής και (γ) όταν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος για την έκδοσή του. Οι πιο κάτω αποφάσεις του Εφετείου χαρακτηρίζουν την εφαρμογή στην πράξη των τριών κατηγοριών άκυρων δικονομικών μέτρων. Στη Tradax v. Terminal Navigation (ανωτέρω), αποφασίστηκε ότι η έκδοση κλητηρίου εντάλματος στο οποίο δεν προβλέπεται η επίδοσή του στον εναγόμενο, είναι εκ προοιμίου επισφαλής και άκυρη. Στη Demetriou and Others v. Prodromou (ανωτέρω), αποφασίστηκε ότι η έγερση αγωγής (σφράγιση κλητηρίου εντάλματος) αναφορικά με διαχείρηση περιουσίας (probate action), χωρίς την τήρηση των προϋποθέσεων που θέτει η Δ.2 θ. 13, δηλαδή την προγενέστερη ένορκη βεβαίωση της οπισθογράφησης του κλητηρίου, είναι άκυρη και θεωρείται ως μη γενομένη. Τέλος στη Lysandrou v. Schiza and Another
(1979)1 C.L.R. 267, κρίθηκε ότι η τροποποίηση δικογράφου έξω από τα χρονικά περιθώρια τα οποία καθορίζονται από τη διαταγή για τροποποίηση, είναι άκυρη ενόψει των ρητών προνοιών της Δ.25 θ.2» Καταλήγει δε πως ακυρότητα προκύπτει οποτεδήποτε το σφάλμα είναι κεφαλαιώδες ώστε να πλήττεται το θεμέλιο της διαδικασίας και υπογραμμίζει πως: «Η παρέκκλιση από τις πρόνοιες των Κ.5 και 7 των Κανονισμών του 1956, δε συνεπάγεται αφεαυτής την ακυρότητα της διαδικασίας. Άλλωστε στον ίδιο τονΚ.7 αναγνωρίζεται διακριτική ευχέρεια έγκρισης τροποποίησης ή μεταβολής των λόγων της έφεσης. Η τήρηση των προνοιών των Κ.5 και 7 δεν αποτελεί προϋπόθεση για τη γένεση της έφεσης, ούτε παρέκκλιση από αυτές καθιστά το μέτρο άκυρο λόγω ρητής νομικής ή θεσμικής διάταξης, όπως στην περίπτωση της Δ.25 θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Δικονομικό μέτρο είναι θνησιγενές μόνο όταν πλήττεται το θεμέλιο της δικαιοσύνης που στοιχειοθετούν οι κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης ή το συμβατικό θεμέλιο που θέτει ο νομοθέτης.» Για τούτο, παρά τις διαπιστωθείσες παραλείψεις και ατέλειες θεωρήθηκε αντικανονική μεν, έγκυρη δε, η οποία έθετε το θεμέλιο της διαδικασίας. Κρίνεται πως η ανωτέρω απόφαση βρίσκει πλήρη εφαρμογή στην κρινόμενη περίπτωση. Η αίτηση/έφεση καταχωρήθηκε εντός του πλαισίου του προβλεπόμενου τύπου, εντός της χρονικής περιόδου, επιδόθηκε στα επηρεαζόμενα πρόσωπα και παρά το μη σαφή και ευκρινή διαχωρισμό και προσδιορισμό των λόγων έφεσης, αυτοί καταγράφονται ως μέρος των γεγονότων και μπορούν να εξαχθούν οι λόγοι οι οποίοι διατυπώνουν τις αξιώσεις και τους λόγους για τους οποίους αιτούνται τον παραμερισμό των ειδοποιήσεων Τύπου «ΙΑ» και «ΙΒ». Είναι εμφανές ότι οι παρ. 13-25 διατυπώνουν τους σχετικούς λόγους οι οποίοι θέτουν το θεμέλιο της διαδικασίας επί της οποίας θα κινηθεί το Δικαστήριο. Συνεπώς ο σχετικός λόγος ένστασης ακυρώνεται. Το άρθρο 44Γ
(3)προνοεί με εξαντλητικό τρόπο τους λόγους για τους οποίους μια ειδοποίηση Τύπου «ΙΑ» παραμερίζεται. Δηλαδή όταν: «(α) Η επιδοθείσα ειδοποίηση δεν πληροί τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο, προϋποθέσεις· (β) η ειδοποίηση δεν έχει δεόντως επιδοθεί· (γ) η ειδοποίηση έχει αποσταλεί πριν τη λήξη της προθεσμίας για καταβολή της πληρωμής προς τον ενυπόθηκο δανειστή· (δ) εκκρεμεί αγωγή ενώπιον Δικαστηρίου για την ειδοποίηση που προβλέπεται στο εδάφιο
(1).» Ο Αιτητής βάλλει τόσον εναντίον του τρόπου επίδοσης της ειδοποίησης όσο και του τύπου αυτής (παρ. 18, 19 και 20). Πρόσθετα, με την παράγραφο 13 της αίτησης προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι δεν επιδόθηκε η ειδοποίηση Τύπου «Ι» ούτε στον Εφεσείοντα ούτε στους εγγυητές αυτού. Δεδομένου πως το υπό στοιχείο (γ) του άρθρου 44Γ
(3)θεωρεί ως λόγο ακύρωσης της, ότι αποστάληκε πριν την παρέλευση του χρόνου που ετέθη για πληρωμή, ουσιαστικά πριν την παρέλευση 30 ημερών από την επίδοση της ειδοποίησης Τύπου «Ι», αφού η κλήση για πληρωμή γίνεται με εκείνη την ειδοποίηση με την οποία επιδίδεται και κατάσταση λογαριασμού, τότε θα πρέπει να εξεταστεί ο σχετικός λόγος περί μη επίδοσης της ειδοποίησης Τύπου «Ι». Με την παράγραφο 14 της ένορκης δήλωσης του Αιτητή αυτός υποστηρίζει πως ουδέποτε επιδόθηκε ή κοινοποιήθηκε ή γνωστοποιήθηκε με οποιονδήποτε τρόπο η ειδοποίηση Τύπου «Ι» ως αυτή προβλέπεται από το Νόμο, είτε στον ίδιο είτε στους φερόμενους εγγυητές του. Η απάντηση στον ισχυρισμό αυτό δίδεται με την ένορκη δήλωση του Σάββα Άδωνη (η οποία στηρίζει την ένσταση) όπου στις παραγράφους 11 και 12 αναφέρει: «
- Την 1.6.2017 επιδόθηκαν σε όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα οι Ειδοποιήσεις Τύπου «Ι» και «Θ» μαζί με σχετική κατάσταση λογαριασμού. Ειδικότερα, οι εν λόγω ειδοποιήσεις επιδόθηκαν στους Μάριο Αχνιώτη, Χαράλαμπο Αχνιώτη και στην εταιρεία PA. SP. PAINTERS LTD. Αντίγραφα των ενόρκων δηλώσεων του επιδότη επισυνάπτονται ως Τεκμήριο
- Αναφορικά με τον Αιτητή θα πρέπει να σημειώσω ότι ο ίδιος αρνήθηκε να συνεργαστεί με τον επιδότη και να λάβει τις ειδοποιήσεις τόσο αναφορικά με τον ίδιο όσο και αναφορικά με την εγγυήτρια εταιρεία PA. SP. PAINTERS LTD, της οποίας είναι Διευθυντής.» Από το Τεκμήριο 2 το οποίο αποτελείται από φωτοαντίγραφα ένορκης δήλωσης επίδοσης προκύπτει πως επίδοση των ειδοποιήσεων Τύπου «Θ» και «Ι» έγιναν μόνον προς τα ανωτέρω καταγραφόμενα πρόσωπα. Όχι προς τον Αιτητή ο οποίος είναι και ο ενυπόθηκος οφειλέτης. Οι επιδόσεις δε έγιναν όλες στον Χαράλαμπο Αχνιώτη για όλα τα ανωτέρω πρόσωπα, στα οποία δεν περιλαμβάνεται ο Αιτητής. Η αναφορά στην παράγραφο 12 ότι ο Αιτητής αρνήθηκε να συνεργαστεί με τον επιδότη και να παραλάβει την ειδοποίηση που τον αφορούσε, ακόμη και να κριθεί αληθινή, δεν δικαιολογεί την παράλειψη επίδοσης της. Υπήρχαν νόμιμοι τρόποι επίδοσης της ειδοποίησης προς τον Αιτητή. Η οποία όμως δεν έγινε. Οι συνήγοροι της Εφεσίβλητης Τράπεζας επιχειρηματολογούν για το ζήτημα της επίδοσης της ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ» την οποία ο Αιτητής προβάλλει ως μη νομότυπα γενόμενη διότι επιδόθηκε στον υπερήλικο πατέρα του Χαρ. Αχνιώτη στη Φασούλα στη Λεμεσό ενώ ο ίδιος διαμένει στην Πάφο, στη διεύθυνση που η Εφεσίβλητη καταγράφει στην ειδοποίηση Τύπου «ΙΑ». Προβάλλουν τη θέση πως η συμπεριφορά του Αιτητή είναι έκδηλα εκδικητική καθώς απέφευγε εσκεμμένα να συναντήσει τον επιδότη, ώστε να καταχωρήσει την υπό κρίση αίτηση και να επικαλεστεί ότι δεν έγινε ορθά η επίδοση. (Σχετικές είναι οι παράγραφοι 13 και 14 της ένορκης δήλωσης Σάββα Άδωνη.) Για τον τελευταίο ισχυρισμό τονίζουν πως σύμφωνα με την ισχύουσα νομολογία για να θεωρηθεί καλή μια επίδοση, σημασία έχει να λάβει γνώση το ενδιαφερόμενο μέρος, όπως εν προκειμένου συνέβη και επικαλούνται προς επίρρωση της θέσης τους την απόφαση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ v. Damian Martin κ.α., Αρ. Αγωγής 2624/13, ημερ. 17.3.
- Ακόμη και να δεχθεί το Δικαστήριο πως η επίδοση της ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ» ήταν καλή, εντούτοις το ζήτημα της επίδοσης της ειδοποίησης Τύπου «Ι» παραμένει. Και δεν είναι θέμα που δεν αφορά ή είναι άσχετο με την ειδοποίηση Τύπου «ΙΑ» και τις προϋποθέσεις και λόγους παραμερισμού αυτής, αλλά άρρηκτα συνδεδεμένο προς τούτο. Αφού η επίδοση της ειδοποίησης Τύπου «Ι» είναι εκείνη που ενεργοποιεί την προθεσμία άσκησης του δικαιώματος καταχώρισης αγωγής (προϋπόθεση δ), της υποχρέωσης πληρωμής του ποσού, κατάσταση του οποίου επιδίδεται ώστε μετά την πάροδο της τασσόμενης προθεσμίας να εκδοθεί και αποσταλεί η ειδοποίηση Τύπου «ΙΑ». Η θέση του Αιτητή περί μη επίδοσης της ειδοποίησης Τύπου «Ι» ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκε αλλά έγινε προσπάθεια δικαιολόγησης της μη επίδοσης και το Τεκμήριο 2 καταδεικνύει τη μη επίδοση αυτής προς τον Αιτητή. Η παράλειψη αυτή είναι τόσον ουσιώδης και καταλυτική, αφού άπτεται της προϋπόθεσης (γ) του άρθρου 44Γ
(3)για παραμερισμό της ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ». Με την ακύρωση και παραμερισμό της οποίας συμπαρασύρεται και η μετέπειτα διαδικασία που ακολούθησε. Δεδομένης της κατάληξης αυτής, παρέλκει η εξέταση των υπόλοιπων λόγων τόσο της αίτησης όσο και της ένστασης. Συνακόλουθα, η ειδοποίηση Τύπου «ΙΑ» παραμερίζεται και ακυρώνεται. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ του Εφεσείοντα-Αιτητή και σε βάρος της Εφεσίβλητης-Καθ΄ ης η αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............... Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /ΑΜ Subject: Civil/General Applications/Final Αναφορά: (Αίτηση/Έφεση -Ειδοποιήσεις Τύπου «ΙΑ» και «ΙΒ», ύπαρξη αγωγής) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο