Alpha Bank Cyprus Ltd ν. Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Πάφου κ.α., Αρ. Αίτησης/Έφεσης ? 134/16, 21/3/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2018:A95 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης/Έφεσης ׃ 134/16 Επί τοις αφορώσι τον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμο 9/1965 όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 2 του Νόμου 139(Ι)/2015 Και Επί τοις αφορώσι την Αίτηση της Alpha Bank Cyprus Ltd Αιτήτρας/Εφεσείουσας Και
- Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Πάφου
- Dione Properties Limited (Α.Ε. 27531)
- Lee Jacklin
- David Keith Jacklin Καθ' ων η Αίτηση/Εφεσιβλήτων Ημερομηνία: 21/3/2018 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια ׃ κα Ρ. Χαραλάμπους Για τον Καθ' ου η Αίτηση 1 ׃ κα Ε. Κυριάκου (για την απαγγελία της απόφασης η κα Β. Πόποβα) Για τους Καθ' ων η Αίτηση 2 : καμία εμφάνιση Για τον Καθ' ου η Αίτηση 3 και 4 ׃ κ. Ν. Μάντης (για την απαγγελία της απόφασης η κα Μ. Κάπονα) Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αίτηση/έφεση, οι αιτητές αιτούνται : (α) Διάταγμα του Δικαστηρίου που να ακυρώνει και/ή αναστέλλει την απόφαση του Διευθυντή του επαρχιακού κτηματολογίου Πάφου (που από τώρα και στο εξής θα καλείται ο Διευθυντής) με ημερομηνία 10/3/
- (β) Διάταγμα του Δικαστηρίου που να ακυρώνει και/ή τερματίζει και/ή αναστέλλει την ειδοποίηση του Διευθυντή με ημερομηνία 5/5/
- (γ) Διάταγμα και/ή δήλωση και/ή απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να παραμερίζεται και/ή ακυρώνεται και/ή κηρύσσεται αντισυνταγματική και άκυρη και χωρίς νομική ισχύ και/ή νομικά και πραγματικά λανθασμένη η απόφαση και/ή η διαδικασία που αναφέρεται στις ειδοποιήσεις/απόφαση του Διευθυντή ημερομηνίας 10/3/2016 και 5/5/
- (δ) Διάταγμα και/ή απόφαση και/ή δήλωση του Δικαστηρίου με την οποία οι πρόνοιες των άρθρων 44 ΙΗ-44 ΚΖ όπως ενσωματώθηκαν στον Ν. 91/1965 δυνάμει του άρθρου 2 του Ν. 139(Ι)/2015 να κηρύσσονται αντισυνταγματικές και/ή άκυρες και/ή ότι παραβιάζουν τα άρθρα 23 και 26 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας. (ε) Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία που το Δικαστήριο ήθελε κρίνει δίκαιη υπό τις περιστάσεις. Η αίτηση αυτή προσέκρουσε στις ενστάσεις των καθ' ων η αίτηση 1, 3 και 4, οι οποίοι και καταχώρησαν ειδοποιήσεις ένστασης, σε αντίθεση με τους καθ' ων η αίτηση 2 οι οποίοι επέλεξαν να μην εμφανισθούν στη διαδικασία. Οι θέσεις και τα επιχειρήματα των διαδίκων, καταγράφονται και προκύπτουν από την αίτηση, τις ενστάσεις και τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις που τις υποστηρίζουν, καθώς επίσης και από το περιεχόμενο των γραπτών αγορεύσεων των ευπαίδευτων συνηγόρων τους και για το λόγο αυτό δεν θεωρώ αναγκαίο να παραθέσω. Αναφορά σε αυτά θα γίνει στην συνέχεια και μόνο όπου αυτό κριθεί αναγκαίο. Πριν την εξέταση της ουσίας της αίτησης, απαραίτητο είναι πρώτα να αποφασισθεί το ζήτημα που η ευπαίδευτη συνήγορος των αιτητών ήγειρε με την γραπτή της αγόρευση. Ότι δηλαδή, η ένσταση των καθ' ων η αίτηση 3 και 4 δεν θα πρέπει να ληφθεί υπόψη καθότι έχει καταχωρηθεί εκπρόθεσμα, εκτός δηλαδή της προθεσμίας που όρισε το Δικαστήριο. Η εκπρόθεσμη καταχώρηση της επιβεβαιώνεται από τα πρακτικά του Δικαστηρίου αφού ενώ το Δικαστήριο στις 14/6/2017 έδωσε οδηγίες όπως η ένσταση των καθ' ων η αίτηση 3 και 4 καταχωρηθεί μέχρι τις 27/9/2017, αυτή καταχωρήθηκε στις 12/12/2017 χωρίς οι τελευταίοι να εξασφαλίσουν παράταση χρόνου. Παρά το ότι διαπιστώνεται ότι η ένσταση καταχωρήθηκε εκτός της προθεσμίας που έταξε το Δικαστήριο, κρίνεται ότι το περιεχόμενο της δεν θα πρέπει να αγνοηθεί. Και αυτό γιατί οι αιτητές δεν ήγειραν το θέμα του εκπρόθεσμου της όταν μετά την καταχώρηση της εμφανίσθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Η παράλειψη τους αυτή δηλώνει ότι παραιτήθηκαν από το δικαίωμά τους να το εγείρουν με αποτέλεσμα να μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν ενίστανται στην εκπρόθεσμη καταχώρηση της. Στην υπόθεση Μαίρη Α. Αθανασιάδη ν. Ηρώς Αλεξάνδρου
(1991)1 ΑΑΔ 945, σημαντικός παράγοντας για την απόφαση του Εφετείου αποτέλεσε το γεγονός ότι η πλευρά της εκεί εφεσίβλητης είχε ένσταση στην εκπρόθεσμη καταχώρηση της αίτησης και επέμεινε στο παράτυπο της μέχρι τέλους, κάτι που δεν συντρέχει στην υπό εξέταση περίπτωση. Υπό το φως των δοσμένων περιστάσεων θεωρώ ότι η μη συμμόρφωση των καθ' ων η αίτηση 3 και 4 με την ταχθείσα προθεσμία έχει θεραπευθεί και συνεπώς θα προχωρήσω να εξετάσω την αίτηση λαμβάνοντας υπόψη και τα όσα εγείρονται και με την ένσταση τους. Αξίζει να σημειωθεί, αν και βέβαια δεν ενέχει οποιαδήποτε σημασία ότι όπως προκύπτει από το φάκελο της υπόθεσης, οι καθ΄ ων η αίτηση 3 και 4 καταχώρησαν στις 12/11/2017 μονομερή αίτηση με την οποία ζητούσαν παράταση χρόνου για καταχώρηση της ένστασης τους, όχι όμως στην κυρίως αίτηση, αλλά στο προσωρινό διάταγμα που είχε εκδοθεί στα πλαίσια της υπόθεσης και την οποία στην συνέχεια απέσυραν. Όπως προκύπτει από τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, η καθ' ης η αίτηση 2 στις 20/4/2006 ενέγραψε προς όφελος των αιτητών στο επαρχιακό κτηματολόγιο Πάφου, την Υποθήκη με αριθμό Υ1983/
- Η υποθήκη αυτή ενεγράφη ως εμπράγματο βάρος επί τριών ακινήτων για εξασφάλιση πληρωμής του ποσού των Λ.Κ.190.000=. Ένα από τα τρία αυτά ακίνητα (το οποίο από τώρα και στο εξής θα καλείται το ακίνητο), είναι το διαμέρισμα με αριθμό εγγραφής 0/7652, φυλ/σχ. 45/58, τεμάχιο
- Το ακίνητο αυτό πωλήθηκε από τους καθ' ων η αίτηση 2 στους καθ' ων η αίτηση 3 και 4 και το πωλητήριο έγγραφο κατατέθηκε στο κτηματολόγιο στις 28/11/2014 με αριθμό ΠΩ 1088/
- Στις 22/10/2015 οι καθ' ων η αίτηση 3 και 4, υπέβαλαν στο επαρχιακό κτηματολόγιο Πάφου αίτηση με την οποία ζητούσαν όπως το ακίνητο εγγραφεί στο όνομα τους. Μαζί με την αίτηση τους προσκόμισαν και βεβαίωση για πλήρη εξόφληση του τιμήματος αγοράς καθώς και βεβαιώσεις καταβολής φόρου ακίνητης ιδιοκτησίας και κοινοτικής φορολογίας και πιστοποιητικό του Συμβουλίου Αποχετεύσεων Πάφου. Η αίτηση τους εξετάσθηκε από το κτηματολόγιο το οποίο και έκρινε ότι πληρούνταν οι προϋποθέσεις του Νόμου για εγγραφή του ακινήτου στο όνομα των αγοραστών. Αφού ετοιμάστηκε από το κτηματολόγιο σχετική έκθεση στάληκαν σε όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα επιστολές ημερομηνίας 10/3/2016 σύμφωνα με τον «Τύπο ΙΕ». Τέτοια επιστολή στάληκε και προς τους αιτητές. Με αυτήν ενημερώνονταν για την πρόθεση του Διευθυντή του Κτηματολογίου να προχωρήσει στην μεταβίβαση του ακινήτου στο όνομα των καθ' ων η αίτηση 3 και
- Οι αιτητές υπέβαλαν ένσταση και το κτηματολόγιο απάντησε ότι θα προχωρούσε στη μεταβίβαση εκτός εάν οι αιτητές εξασφάλιζαν διάταγμα του Δικαστηρίου για αναστολή της διαδικασίας. Πράγματι οι αιτητές εξασφάλισαν τέτοιο διάταγμα και το κατέθεσαν στο κτηματολόγιο στις 14/6/
- Το διάταγμα αυτό στις 14/7/2016 κατέστη απόλυτο για τους καθ' ων η αίτηση 1 και 2 και αποσύρθηκε εναντίον των καθ' ων η αίτηση 3 και
- Όπως προκύπτει από τα γεγονότα, ακολουθήθηκε στην εξεταζόμενη περίπτωση, η διαδικασία που θεσπίζουν τα άρθρα 44 ΙΗ-44 ΚΖ του Ν. 9/1965 όπως έχει τροποποιηθεί από το Ν. 139(Ι)/
- Με τις νέες αυτές πρόνοιες της νομοθεσίας, ο Διευθυντής του κτηματολογίου, είτε αυτεπάγγελτα είτε μετά από αίτηση, οποιουδήποτε από τα πρόσωπα που καθορίζονται στο Νόμο και κάτω από τις προϋποθέσεις που επίσης θέτει ο Νόμος, μπορεί σύμφωνα με το άρθρο 44ΚΒ
(2)να προχωρήσει «. σε απαλλαγή, εξάλειψη ή ακύρωση της υποθήκης, του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης και σε μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή .» ακολουθώντας βέβαια την προβλεπόμενη από το νόμο διαδικασία. Το άρθρο 44 ΚΒ καθιερώνει επίσης την υποχρέωση του διευθυντή να γνωστοποιήσει στον αγοραστή, στον πωλητή, στον ενυπόθηκο δανειστή και σε οποιοδήποτε πρόσωπο προς το οποίο επενεργεί το εμπράγματο βάρος, ειδοποίηση σύμφωνα με τον «Τύπο ΙΕ». Με την γνωστοποίηση της ειδοποίησης αυτής στους αιτητές, δόθηκε και το έναυσμα για έναρξη της παρούσας διαδικασίας. Προβάλλεται ως λόγος ένστασης από τους καθ' ων η αίτηση 3 και 4 ότι η αίτηση δεν καταχωρήθηκε εντός της προθεσμίας των 30 ημερών από την ημερομηνία κοινοποίησης της απόφασης στους αιτητές όπως ορίζει ο Νόμος. Όπως προκύπτει από το φάκελο η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε στις 9/6/
- Σύμφωνα δε με τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου από τους αιτητές χωρίς να τεθεί από τους καθ' ων η αίτηση αντίθετη μαρτυρία είναι ότι μετά την ένσταση που οι αιτητές υπέβαλαν στις 5/5/2016 εναντίον της απόφασης του Διευθυντή, ο τελευταίος τους απάντησε με δική του επιστολή της ίδιας ημερομηνίας. Την επιστολή αυτή οι αιτητές την παρέλαβαν στις 18/5/
- Ο καθ' ου η αίτηση 1 επιβεβαιώνει μέρος των ισχυρισμών τους αυτών, όσον αφορά δηλαδή την υποβολή της ένστασης των αιτητών και την αποστολή από τον Διευθυντή απαντητικής επιστολής στις 5/5/
- Τίποτε δεν αναφέρει για την ημερομηνία που η απαντητική αυτή επιστολή παραλήφθηκε από τους αιτητές, χωρίς όμως και αυτό είναι το σημαντικό να αμφισβητεί την ημερομηνία παραλαβής της. Ακόμα και οι ίδιοι οι καθ' ων η αίτηση 3 και 4 τίποτε απολύτως δεν προβάλλουν για το αντίθετο. Με βάση το γεγονός ότι δεν αμφισβητήθηκε η ημερομηνία γνωστοποίησης και ότι υπάρχει εκ μέρους των αιτητών θετική μαρτυρία ως προς την ημερομηνία αυτή αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η καταχώρηση της αίτησης έγινε εντός της προθεσμίας που ορίζει ο νόμος. Προβάλλονται περαιτέρω από τους καθ' ων η αίτηση 3 και 4 ως λόγοι για απόρριψη της αίτησης, ότι ο τύπος αυτής δεν έχει τα απαιτούμενα από το Νόμο τυπικά χαρακτηριστικά και δεν συνάδει με τους Κανονισμούς του
- Και πάλι όμως παραλείπουν να υποδείξουν οποιαδήποτε συγκεκριμένη παραβίαση. Αντίθετα και όπως και πιο πάνω αναφέρεται οι αιτητές εντός της καθορισμένης από το Νόμο προθεσμίας καταχώρησαν την υπό κρίση έφεση/αίτηση η οποία και σύμφωνα με τη νομολογία (βλ. Σάββας Χρ. Παπαγεωργίου v. Ιωάννη Πατσαλίδη
(2001)1 ΑΑΔ 1365) αποτελεί το μοναδικό μέσο με το οποίο μπορεί να προσβληθεί απόφαση του Διευθυντή. Στο σώμα της αίτησης καταγράφονται οι λόγοι της αίτησης σύμφωνα με τον Τύπο 2 των Κανονισμών και αυτή συνοδεύεται από ένορκη δήλωση σύμφωνα με τον Κανονισμό 5
(1). Είναι επίσης προφανές ότι η αίτηση έχει εγερθεί εναντίον όλων των ενδιαφερομένων προσώπων, συμπεριλαμβανομένου και του Διευθυντή του Κτηματολογίου και όχι όπως οι καθ' ων η αίτηση 3 και 4 ισχυρίζονται εναντίον του κτηματολογικού λειτουργού Πάφου. Αναμφίβολα δε οι αιτητές είναι πρόσωπα των οποίων τα νόμιμα συμφέροντα παραβλάπτονται από την απόφαση του Διευθυντή και είχαν συνεπώς και δυνάμει του Νόμου το δικαίωμα να επιδιώξουν δικαστικά και με την παρούσα διαδικασία την ακύρωση της απόφασης (άρθρο 51 του Νόμου). Συνεπώς ούτε και οι σχετικοί λόγοι ένστασης ευσταθούν. Τα όσα δε περί καταχρηστικότητας προβάλλουν οι καθ' ων η αίτηση 3 και 4 δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά. Μέσα από τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, τίποτε δεν καταδεικνύει καταχρηστική συμπεριφορά των αιτητών (βλ. Διευθυντής των Φυλακών v. Τζενάρο Περέλλα
(1995)1 ΑΑΔ 217). Σημαντικό είναι και πρέπει να λεχθεί ότι οι καθ' ων η αίτηση 3 και 4 τίποτε συγκεκριμένο δεν υποδεικνύουν που να τείνει να καταδείξει το βάσιμο της θέσης τους αυτής, απλά προβάλλουν και τη θέση αυτή με τρόπο γενικό και αόριστο. Ούτε και τα όσα θέτουν για μη αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης και απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων από τους αιτητές, μπορούν να έχουν οποιαδήποτε σχέση και σημασία με την υπό εκδίκαση διαδικασία και για αυτό δεν χρήζουν οποιασδήποτε περαιτέρω αναφοράς. Όπως προαναφέρεται, το κύριο ζήτημα που τίθεται προς εξέταση αφορά την συνταγματικότητα των άρθρων 44 ΙΗ-44 ΚΖ του Μέρους VIB που αφορά την Προστασία Αγοραστών Ν. 9/1965όπως έχει τροποποιηθεί, καθότι όπως οι αιτητές υποστηρίζουν τα άρθρα αυτά βρίσκονται σε αντίθεση με τις πρόνοιες των άρθρων 23 και 26 του Συντάγματος. Ισχυρίζονται οι καθ' ων η αίτηση 3 και 4 ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να προχωρήσει σε εξέταση της συνταγματικότητας, καθότι σύμφωνα με την εισήγηση τους αυτό δεν αποτελεί έργο του πρωτόδικου Δικαστηρίου αλλά και γιατί οι αιτητές δεν τεκμηριώνουν κατά τρόπο συγκεκριμένο τους ισχυρισμούς τους για αντισυνταγματικότητα. Δεν μπορώ να συμφωνήσω με τις θέσεις αυτές των καθ' ων η αίτηση. Είναι καλά νομολογημένο ότι για θέματα αντισυνταγματικότητας μπορεί να αποφασίσει οποιοδήποτε Δικαστήριο ακόμα και πρωτοβάθμιο (βλ. The Attorney General of the Republic v. Ibrahim
(1964)CLR 195 και Χρίστος Ορφανίδης κ.α. v. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 168). Ούτε και το δεύτερο σκέλος της εισήγησης τους μπορεί να γίνει αποδεκτό αφού οι αιτητές με σαφήνεια προσδιορίζουν ότι με τις επίδικες νομοθετικές διατάξεις παραβιάζονται τα άρθρα 23 και 26 του Συνάγματος. Η συνταγματικότητα κάποιου νομοθετήματος δεν εξετάζει αφηρημένα (in abstracto) από το Δικαστήριο. Αυτό γίνεται μόνο στην περίπτωση που είναι απαραίτητο για την επίλυση συγκεκριμένης δικαστικής διαφοράς και στην περίπτωση που όταν ένας νόμος κριθεί αντισυνταγματικός, θα επιφέρει και την επιτυχία του αιτήματος που εξετάζεται. (βλ. Αναστάσιος Μαρκιτανής v. Απόστολου Μουτζούρη
(2000)1 Β Α.Α.Δ. 923). Έτσι και στην εξεταζόμενη υπόθεση, το Δικαστήριο θα πρέπει να προχωρήσει και να εξετάσει το ζήτημα αφού αυτό είναι απόλυτα αναγκαίο για την επίλυση του επίδικου θέματος, της εγκυρότητας δηλαδή ή όχι της απόφασης του Διευθυντή ημερομηνίας 10/3/2016 και της ειδοποίησης ημερομηνίας 5/5/2016 (βλ. Mary Jane Supatan
(2009)1 Β ΑΑΔ 775). Οι αρχές που διέπουν τον δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των Νόμων, έχουν τεθεί στην Board for Registration of Architects and Civil Engineers v. Kyriakides
(1966)3 C.L.R. 640 και υιοθετήθηκαν σε σειρά μεταγενέστερων αποφάσεων. Αυτές συνοψίσθηκαν στην Lapertas Fisheries Ltd κ.α. ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 335 και είναι οι ακόλουθες :
(1)Κάθε νόμος θεωρείται συνταγματικός εκτός αν αποφασισθεί το αντίθετο «πέρα από κάθε λογική αμφιβολία». Καμιά νομοθετική διάταξη δεν κηρύσσεται άκυρη, εκτός αν είναι αντισυνταγματική πέρα από κάθε λογική αμφιβολία.
(2)Τα δικαστήρια ασχολούνται μόνο με την συνταγματικότητα των νόμων και όχι με τα κίνητρα, την πολιτική ή τη σοφία τους ή τη συμφωνία τους με τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης ή τις θεμελιώδεις αρχές της διακυβέρνησης ή το πνεύμα του Συντάγματος.
(3)Αν είναι δυνατόν τα δικαστήρια θα ερμηνεύσουν το Νόμο έτσι ώστε να τον εντάξουν μέσα στα πλαίσια του Συντάγματος.
(4)Η δικαστική εξουσία δεν επεκτείνεται στην εξέταση αφηρημένων ζητημάτων, με άλλα λόγια τα δικαστήρια δεν αποφασίζουν επί ζητημάτων συνταγματικής φύσεως εκτός αν αυτό είναι απαραίτητο για την επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου διαφοράς. (Βλ. και Μαυρογένης ν. Βουλής των Αντιπροσώπων κ.ά. (Λρ. 3)
(1996)1 Λ.Λ.Δ. 315, 339 (απόφαση Πική, Π.): «Η μεδοθολογία ελέγχου της συνταγματικότητας νόμου, σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σύγκειται στην αντιπαραβολή των κρίσιμων διατάξεων του νόμου με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος. Η έρευνα αποβλέπει στη διαπίστωση κατά πόσο οι διατάξεις του νόμου συγκρούονται με το Σύνταγμα ή συνάδουν με αυτό. Το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται και δεν εξετάζει τη σκοπιμότητα ή τη σοφία του νομοθετήματος. Ο συνταγματικός έλεγχος περιορίζεται στη διαπίστωση συγκρούσεων ή αντιθέσεων προς το Σύνταγμα». Για αυτό και αμέσως θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσον τα επίμαχα άρθρα παραβιάζουν όντως τα άρθρα 23 και 26 του Συντάγματος. Το άρθρο 23, κατοχυρώνει το δικαίωμα του κάθε ατόμου, να αποκτά, να είναι κύριος, να κατέχει, να απολαμβάνει ή διαθέτει οποιαδήποτε κινητή ή ακίνητη ιδιοκτησία. Δικαίωμα βέβαια που μπορεί σύμφωνα με το εδάφιο
(3)του ίδιου άρθρου να υποβληθεί με νόμο σε όρους, δεσμεύσεις ή περιορισμούς που είναι απόλυτα απαραίτητοι για το συμφέρον της δημόσιας ασφάλειας ή της δημόσιας υγείας ή των δημοσίων ηθών ή για λόγους δημόσιας ωφέλειας ή προς προστασία των δικαιωμάτων τρίτων. Αποτελεί θέση των αιτητών ότι η υποθήκη η οποία επιβαρύνει το ακίνητο συνιστά περιουσία, την οποία θα αποστερηθούν σε περίπτωση απόρριψης της παρούσας αίτησης και μάλιστα χωρίς να τους καταβληθεί οποιαδήποτε αποζημίωση. Και αυτό κατά παράβαση των προνοιών του άρθρου
- Όπως λέχθηκε στην Αναφορά Aρ. 3/2016, ημερ. 16.3.217, Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλής των Αντιπροσώπων : «Η έννοια της ιδιοκτησίας ή της περιουσίας, η οποία προστατεύεται από το Άρθρο 23, είναι ευρεία και καλύπτει όλα τα περιουσιακά δικαιώματα (Δέστε: Γεώργιος Χαραλάμπους κ.α. ν. Υπουργού Οικονομικών κ.α., Συνεκδ. Υποθ. 1480/11 κ.α., ημερ. 11.6.2014). Στην υπόθεση εκείνη έγινε αναφορά στην απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας της Ελλάδος στην απόφαση Δικηγορικός Σύλλογος Καλαμάτας κ.α. ν. Υπουργού Οικονομικών κ.α., Υπόθεση αρ. 1283/12, ημερ. 2.2.2012, στην οποίαν (Σκέψη 30), τονίστηκε ότι στην έννοια της περιουσίας περιλαμβάνονται όχι μόνον τα εμπράγματα δικαιώματα αλλά και όλα τα δικαιώματα περιουσιακής φύσεως καθώς και τα κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα. Καλύπτονται, δηλαδή, και τα ενοχικής φύσεως περιουσιακά δικαιώματα και ειδικότερα οι απαιτήσεις που απορρέουν από έννομες σχέσεις του δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου είτε αναγνωρισμένες με δικαστική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το Εθνικό Δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον δίκαιο, ότι μπορεί να ικανοποιηθούν δικαστικώς. Δηλαδή, όταν υπάρχει επαρκής νομική βάση, για την απαίτηση, και ιδίως εκεί όπου η απαίτηση θεμελιώνεται σε νομοθετική ή κανονιστική διάταξη ή σε παγιωμένη νομολογία». (βλ. και Γεώργιος Χαραλάμπους κ.α. v. Υπουργού Οικονομικών κ. α. Υποθ. Αρ. 1480/11- 1484/11, 1591/11 και 1625/11ημερομ. 11/6/2014). Στην απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις Συν. Υποθ. 1480/11 κ.α. Γεώργιος Χαραλάμπους κ.α. ν. Υπουργού Οικονομικών κ.α., ημερομηνίας 11.6.14) και με αναφορά σε απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας της Ελλάδος στην υπόθεση Δικηγορικός Σύλλογος Καλαμάτας κ.α. ν. Υπουργού Οικονομικών κ.α., Υπόθ. Αρ. 1283/12, ημερ. 2.2.2012 (σκέψη 30) λέχθηκε ότι : «Στην έννοια της περιουσίας, η οποία έχει αυτόνομο περιεχόμενο, ανεξάρτητο από την τυπική κατάταξη των επιμέρους περιουσιακών δικαιωμάτων στο εσωτερικό δίκαιο, περιλαμβάνονται όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα αλλά και όλα τα δικαιώματα "περιουσιακής φύσεως", καθώς και τα κεκτημένα "οικονομικά συμφέροντα". Καλύπτονται, κατ' αυτόν τον τρόπο, και τα ενοχικής φύσεως περιουσιακά δικαιώματα........». Όπως καταγράφεται στη σελίδα 360 του συγγράμματος του Δρος Κ. Παρασκευά «Κυπριακό Συνταγματικό Δίκαιο: Θεμελιώδη Δικαιώματα και Ελευθερίες», παρόμοια είναι και η νομολογία του ΕΔΑΔ. Αναφέρεται συγκεκριμένα : «Έτσι, στην έννοια της περιουσίας η νομολογία του ΕΔΑΔ συμπεριλαμβάνει όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα αλλά και όλα τα δικαιώματα περιουσιακής φύσεως και τα κεκτημένα «οικονομικά συμφέροντα». Καλύπτονται τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα και ειδικότερα είτε απαιτήσεις αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία με βάση το ισχύον έως την προσφυγή στο δικαστήριο δίκαιο ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά». Αναφέρεται επίσης στο σύγγραμμα το «Σύνταγμα Κυπριακής Δημοκρατίας», σελ. 139 ότι : «Ορισμένα άλλα δικαιώματα και συμφέροντα που αποτελούν κεφάλαιο μπορούν να θεωρηθούν «περιουσιακά δικαιώματα», και έτσι «ιδιοκτησία» για τους σκοπούς του άρθρου αυτού περιλαμβάνει ακίνητα και κινητά, μετοχές και προνόμια ευρεσιτεχνίας, όπως επίσης συμβατικά δικαιώματα, συμπεριλαμβανομένων ενοικιάσεων, και δικαστικών αποφάσεων». Θα συμφωνήσω με τη θέση αυτή των αιτητών ότι δηλαδή η υποθήκη με την οποία βαρύνεται το ακίνητο, πράγματι συνιστά περιουσία η οποία τυγχάνει συνταγματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου
- Όπως είναι συνταγματικά κατοχυρωμένο, στέρηση ή περιορισμός του δικαιώματος αυτού, δεν μπορεί να γίνει εκτός μόνο όπως το ίδιο καθορίζει. Δηλαδή με νόμο και κάτω από τις αυστηρές προϋποθέσεις που τίθενται από το ίδιο το άρθρο. Πάντοτε όμως και σε όλες τις περιπτώσεις έναντι της καταβολής δίκαιης αποζημίωσης. Το επόμενο που πρέπει να εξετασθεί είναι εάν η απόφαση του Διευθυντή συνιστά στέρηση ή περιορισμό των δικαιωμάτων των αιτητών που προκύπτουν από την υποθήκη. Σημαντική για το θέμα είναι η απόφαση Simonis and another v. The Improvement Board of Latsia
(1984)3 CLR 109 στην οποία καθορίσθηκε η έννοια της στέρησης και του περιορισμού. Όπως εξηγείται στην σελίδα 105 της απόφασης «αποστέρηση» είναι η αφαίρεση δικαιώματος ή περιουσιακού στοιχείου από κάποιο άτομο. «Περιορισμός» δε, είναι η περικοπή ή μείωση ενός δικαιώματος ή περιουσιακού στοιχείου. Εάν η αποκοπή είναι τέτοιας έκτασης που ουσιαστικά καταργεί το δικαίωμα ή το περιουσιακό στοιχείο τότε μπορεί να θεωρηθεί ως αποστέρηση αυτού. Το ζήτημα συζητήθηκε και στην Δημητριάδη κ.α. v. Υπουργικού Συμβουλίου κ.α.
(1996)3 ΑΑΔ 85 όπου αποφασίσθηκε ότι «στέρηση ιδιοκτησίας μπορεί να συντελεστεί μόνο με την απαλλοτρίωση γης όπως ορίζεται στο άρθρο 23
(4)του Συντάγματος, την αποζημίωση του ιδιοκτήτη πριν την αποξένωση της περιουσίας του......». (βλ. επίσης και το σύγγραμμα Κυπριακό Συνταγματικό Δίκαιο του Δρ. Παρασκευά, σελ. 364-366). Όπως αποφασίσθηκε στην Thymopoulos and others v The Municipal Committee of Nicosia
(1967)3 CLR 588 εάν μια ενέργεια συνιστά στέρηση ή περιορισμό εξαρτάται από τη φύση και τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Αποφασίσθηκε επίσης ότι ένας περιορισμός μπορεί να συνιστά στέρηση όταν επηρεάζει την περιουσία σε τέτοιο βαθμό που την καθιστά εντελώς ακατάλληλη για τη συνήθη, κάτω από τις περιστάσεις, χρήση για την οποία προορίζεται. Στην εξεταζόμενη περίπτωση η εξάλειψη της Υποθήκης Αρ. 1983/06 απολήγει σε στέρηση περιουσίας των αιτητών. Με την απόφαση του κτηματολογίου η οποία λήφθηκε με βάση τα επίδικα άρθρα, καταλήγει και επιφέρει ολοκληρωτική στέρηση του δικαιώματος αυτού των αιτητών. Και μάλιστα χωρίς να καταβληθεί σε αυτούς καμία απολύτως αποζημίωση κατά παράβαση του άρθρου 23
(3)του Συντάγματος. Και αυτό χωρίς να αγνοείται το γεγονός ότι η υποθήκη έχει εγγραφεί επί τριών ακινήτων και όχι μόνο επί του συγκεκριμένου. Ο λόγος είναι ότι καταργείται παντελώς το περιουσιακό δικαίωμα των αιτητών επί της συγκεκριμένης εγγραφής, δηλαδή του διαμερίσματος με αριθμό εγγραφής 0/7652, αφού το δικαίωμα που οι αιτητές απέκτησαν επί της περιουσίας με την εγγραφή της υποθήκης εξαλείφεται και καταργείται και οι αιτητές δεν θα έχουν πλέον κανένα απολύτως δικαίωμα στο ακίνητο και με κανένα πλέον τρόπο δεν θα μπορούν να το εκποιήσουν, να το χρησιμοποιήσουν ή να το εκμεταλλευτούν με οποιοδήποτε τρόπο. Και αυτό παρά το γεγονός ότι οι χρηματικές οφειλές των καθ' ων η αίτηση 2 προς τους αιτητές εξακολουθούν να υφίστανται και παρά τις πρόνοιες του εγγράφου υποθήκης ότι η υποθήκη αποτελεί παράλληλη εξασφάλιση κάθε είδους υποχρέωσης των καθ' ων η αίτηση 2 προς τους αιτητές. Ούτε και η δυνατότητα που παρέχεται από το νόμο για μεταφορά της υποθήκης σε άλλη ακίνητη περιουσία έχει οποιαδήποτε ουσιαστική αξία, ούτε και θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι μπορεί να αποτελέσει δίκαιη αποζημίωση. Και αυτό γιατί η περιουσία αυτή παραμένει άγνωστης αξίας και πιθανό να βαρύνεται με άλλα εμπράγματα βάρη χωρίς να διασφαλίζεται η σειρά προτεραιότητας που έχει το πρόσωπο προς όφελος του οποίου είναι εγγεγραμμένη η υποθήκη. Ειδικότερα στην παρούσα περίπτωση που όπως προκύπτει από τους ισχυρισμούς των αιτητών που παρέμειναν αναντίλεκτοι, οι καθ' ων η αίτηση 2 δεν έχουν άλλη περιουσία απαλλαγμένη από οποιοδήποτε βάρος. Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνεται ότι οι συγκεκριμένες πρόνοιες της νομοθεσίας προσκρούουν στο άρθρο 23 του Συντάγματος. Όπως προαναφέρεται, οι αιτητές υποστηρίζουν ότι τα άρθρα του νόμου για τα οποία γίνεται αναφορά, παραβιάζουν επίσης το συνταγματικά κατοχυρωμένο από το άρθρο 26 του Συντάγματος δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως». Το δικαίωμα αυτό δεν είναι απόλυτο αλλά υπόκειται σε όρους, περιορισμούς και δεσμεύσεις που τίθενται από τις γενικές αρχές του δικαίου των συμβάσεων (βλ. Chimonides v. Manglis
(1967)1 C.L.R. 125 και Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλής των Αντιπροσώπων
(1997)3 Α.Α.Δ. 36, Lextalionis Investments Ltd κ.α. v. Ελληνική Τράπεζα Λτδ
(2010)1 Α.Α.Δ. 1833). Στην Chimonides v. Manglis
(1967)1 C.L.R. 125, λέχθηκε ότι: «.είναι επιτρεπτές νομοθετικές πρόνοιες και ρυθμίσεις που σκοπό έχουν την προστασία του δημόσιου συμφέροντος, των κοινωνικών και οικονομικών συμφερόντων, καθώς και των πολιτών. Το ίδιο το άρθρο προνοεί για την πρόληψη εκμετάλλευσης από πρόσωπα που διαθέτουν ιδιάζουσα οικονομική ισχύ.». Σε σχέση με το ζήτημα σημαντικά είναι τα όσα έχουν λεχθεί στην Αναφορά 1/14, ημερομ. 31/10/2014, Πρόεδρος ν. Βουλής, όπου είχε ζητηθεί η γνωμάτευση του Ανωτάτου Δικαστηρίου εάν ο Περί Απαλλαγής Εγγυητών από την Εγγύηση Εκπλήρωσης της Υπόσχεσης ή της Υποχρέωσης Χρέους μετά την Πώληση Ενυπόθηκου Ακινήτου Νόμος του 2014 παραβίαζε μεταξύ άλλων και το άρθρο 26 του Συντάγματος. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι σχετικό : «Στην Menelaou (ανωτέρω) αποφασίστηκε ότι θα ήταν αντίθετο προς την κοινή λογική και τους κανόνες της δικαιοσύνης να επιτραπεί η κατεδάφιση των θεμελίων μιας συμβατικής διευθέτησης και με αυτό τον τρόπο να προκληθεί αβεβαιότητα και έλλειψη εμπιστοσύνης ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των πολιτών. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . ......................... Στην προκείμενη περίπτωση θεωρούμε ότι, γενικά, το δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως» περικλείει και το δικαίωμα διαμόρφωσης του περιεχομένου της σύμβασης, κατά την ελεύθερη βούληση των συμβαλλόμενων . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . Η μεταγενέστερη επέμβαση του νομοθέτη, δεν συμβιβάζεται, καταρχήν, με την ελευθερία των συμβάσεων. Εξαιρέσεις δυνατόν να είναι δικαιολογημένες, στο βαθμό που επιτρέπει το Σύνταγμα. Όμως οι περιορισμοί του δικαιώματος, όπως προσδιορίζονται από τα όρια που θέτει το ίδιο το Σύνταγμα, δεν πρέπει να θίγουν την ουσία ή τον πυρήνα του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στην προκείμενη περίπτωση. Ο ισχυρισμός της Βουλής των Αντιπροσώπων ότι η επέμβαση της Βουλής στο δικαίωμα της ελευθερίας του συμβάλλεσθαι επιτρέπεται, ένεκα της εκμετάλλευσης της ιδιάζουσας οικονομικής ισχύος των τραπεζών, δεν μπορεί να επιτύχει καθότι κάτι τέτοιο δεν αιτιολογείται από την αιτιολογική έκθεση ή τον υπό αναφορά νόμο, αλλά ούτε και αποτελεί το αντικείμενο του υπό αναφορά νόμου». Στην Αναφορά 9/16, ημερ. 26.1.17 Πρόεδρος ν. Βουλής, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Τα όσα λέχθηκαν στις προαναφερόμενες Αναφορές 1/14 και 4/14 (ανωτέρω) ισχύουν και στην προκείμενη περίπτωση. Με τον υπό Αναφορά Νόμο υπάρχει παρέμβαση της Βουλής στο δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως», κατά παράβαση του Άρθρου 26 του Συντάγματος, όσον αφορά τις υφιστάμενες συμβάσεις (κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος του υπό Αναφορά Νόμου) μεταξύ Πιστωτικών Ιδρυμάτων και δανειοληπτών σε σχέση με στεγαστικά και φοιτητικά δάνεια του προαναφερόμενού ύψους. Αυτό διότι με την μεταγενέστερη (των συμβάσεων) παρέμβαση της Βουλής η βούληση των συμβαλλομένων ως προς τους όρους της μεταξύ τους συμφωνίας, στρεβλώνεται. Είναι, ουσιαστικά, παραδεκτό ότι ο υπό Αναφορά Νόμος δεν μπορεί να διασωθεί στη βάση των γενικών αρχών του Δικαίου των Συμβάσεων και δεν υπάρχουν τέτοιες αρχές του δικαίου των συμβάσεων που εφαρμόζονται στην προκείμενη περίπτωση. Επομένως ο Νόμος θα μπορούσε να διασωθεί μόνο στη βάση της πρόληψης της εκμετάλλευσης των δανειοληπτών από τα Πιστωτικά Ιδρύματα. Κάτι τέτοιο όμως θα έπρεπε να είχε αιτιολογηθεί δεόντως, από την Καθ' ης η αίτηση, στον υπό Αναφορά Νόμο ή τουλάχιστον σε αιτιολογική έκθεση η οποία να τον συνοδεύει. Κάτι τέτοιο δεν έγινε». Όπως αποφασίσθηκε στην Αναφορά αρ. 3/2016, ημερ. 16.3.2017 Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλή των Αντιπροσώπων, οι νέες ρυθμίσεις δεν δικαιολογούνται με το αιτιολογικό ότι προστατεύονται οι αγοραστές από τις τράπεζες, λόγω ιδιάζουσας ισχύος των τελευταίων. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα : «Ο ισχυρισμός της Βουλής των Αντιπροσώπων ότι η επέμβασή της στο δικαίωμα της ελευθερίας του συμβάλλεσθαι επιτρέπεται ένεκα της εκμετάλλευσης της ιδιάζουσας οικονομικής ισχύος των Πιστωτικών Ιδρυμάτων δεν μπορεί να επιτύχει καθότι κάτι τέτοιο δεν αιτιολογείται από την αιτιολογική έκθεση ή τον υπό Αναφορά Νόμο αλλά ούτε και αποτελεί το αντικείμενο του υπό Αναφορά Νόμου. Τα όσα λέχθηκαν στις προαναφερόμενες Αναφορές 1/14 και 4/14 (ανωτέρω) ισχύουν και στην προκείμενη περίπτωση. Με τον υπό Αναφορά Νόμο υπάρχει παρέμβαση της Βουλής στο δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως», κατά παράβαση του Άρθρου 26 του Συντάγματος, όσον αφορά τις υφιστάμενες συμβάσεις (κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος του υπό Αναφορά Νόμου) μεταξύ Πιστωτικών Ιδρυμάτων και δανειοληπτών σε σχέση με στεγαστικά και φοιτητικά δάνεια του προαναφερόμενου ύψους. Αυτό διότι με την μεταγενέστερη (των συμβάσεων) παρέμβαση της Βουλής η βούληση των συμβαλλομένων ως προς τους όρους της μεταξύ τους συμφωνίας, στρεβλώνεται». Εξετάζοντας τα γεγονότα της παρούσας περίπτωσης κρίνεται ότι ο νομοθέτης με την θέσπιση του Ν.139
(1)/15 έχει παρέμβει στην σύμβαση που συνομολογήθηκε με την σύναψη του Εγγράφου Υποθήκης Υ1983/06 ημερομηνίας 30/4/2006 και την υποθήκευση του επίδικου τεμαχίου και στην ελεύθερη βούληση των συμβαλλομένων οι οποίοι έχοντας κατά νου την νομοθεσία όπως ίσχυε τότε, προχώρησαν στην συνομολόγηση της συμφωνίας. Η εκ των υστέρων θέσπιση των επίδικων προνοιών της νομοθεσίας, συνιστά παρέμβαση στο δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως» αφού στρεβλώνει τη βούληση τους, όπως ελεύθερα εκφράσθηκε με την συνομολόγηση της συμφωνίας για υποθήκευση του ακινήτου και καταργεί τα όσα είχαν συμφωνηθεί. Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του Εγγράφου Υποθήκης συμπεριλαμβάνεται μεταξύ άλλων όρος για μη μεταβίβαση και/ή επιβάρυνση του ενυπόθηκου ακινήτου ή μέρους αυτού, χωρίς τη γραπτή συγκατάθεση των αιτητών, όρος που ουσιαστικά εξαλείφεται. Ούτε μπορώ να συμφωνήσω με την εισήγηση ότι η τροποποίηση που έγινε στη νομοθεσία με τα υπό αναφορά άρθρα, εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον. Και αυτό γιατί κάτι τέτοιο δεν προβλέπεται στο ίδιο το άρθρο 26 του Συντάγματος, ούτε στην αιτιολογική έκθεση, ούτε και στο Νόμο δεν καθορίζεται και δεν προσδιορίζεται η ανάγκη και το δημόσιο συμφέρον που οδήγησε στην εισαγωγή των επίδικων διατάξεων, αλλά και για το λόγο ότι κανένας νόμος δεν μπορεί να θεωρηθεί συνταγματικός εάν τίθεται σε ισχύ για να προστατεύσει συγκεκριμένη και μόνο ομάδα ατόμων. Όπως λέχθηκε στην Δ. Πιτσιλλίδης κ.α. v. Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου
(2004)3 ΑΑΔ σελ. 7 το δημόσιο συμφέρον πρέπει να εξυπηρετεί το σύνολο των πολιτών και όχι μόνο μια συγκεκριμένη τάξη πολιτών. (βλ. επίσης Αναφορά 1/2016 ημερομηνίας 16/3/2017 Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλής των Αντιπροσώπων), όπως συμβαίνει στην εξεταζόμενη περίπτωση. Όπως αναπτύσσεται στην αγόρευση της ευπαίδευτης συνηγόρου των αιτητών οι επίδικες διατάξεις της νομοθεσίας είναι ασυμβίβαστες προς την αρχή της διάκρισης των εξουσιών όπως αυτή διασφαλίζεται από το άρθρο 30 του Συντάγματος. Όμως ο λόγος αυτός, δεν τίθεται στο σώμα της αίτησης ως ένας από τους λόγους για τους οποίους επιδιώκεται η ακύρωση της απόφασης. Ενόψει αυτού και λαμβάνοντας υπόψη την υπάρχουσα νομολογία που καθορίζει ότι θέματα αντισυνταγματικότητας πρέπει να εγείρονται με σαφή και ξεκάθαρο τρόπο θεωρώ ότι το ζήτημα δεν θα πρέπει να εξετασθεί (Κ. Hunter κ.α. v. Συμβουλίου Εγγραφής Κτηματομεσιτών
(2012)2 ΑΑΔ 731). Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνεται ότι οι σχετικές διατάξεις του νόμου, προσκρούουν τόσο στο άρθρο 23 όσο και στο άρθρο 26 του Συντάγματος. Με βάση όλα τα πιο πάνω κρίνεται ότι έχει καταδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό πως τα άρθρα 44ΙΗ-44ΚΖ του Ν.9/65 είναι αντισυνταγματικά καθότι βρίσκονται σε αντίθεση με τα άρθρα 23 και 26 του Συντάγματος. Συνακόλουθα εκδίδονται διατάγματα ως οι παράγραφοι (α) μέχρι (δ) της έφεσης/αίτησης. Λαμβάνοντας υπόψη τη φύση των θεμάτων που έχουν εγερθεί, της μη ύπαρξης ακόμα νομολογίας επί των συγκεκριμένων προνοιών της νομοθεσίας που κρίθηκαν αντισυνταγματικές, κρίνεται δίκαιο να γίνει απόκλιση από τον κανόνα ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα. Για αυτό και δεν εκδίδεται καμιά διαταγή για έξοδα. (Υπ)...... ...... ... Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο