Σταυρούλα Σάββα ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Αρ. Αγωγής: 34/16, 8/3/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2018:A77 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής ׃ 34/16 Μεταξύ: Σταυρούλα Σάββα Ενάγουσας Και Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων Eναγομένου Ημερομηνία: 8/3/2018 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα/Αιτήτρια ׃ κ. Χατζηλαμπρής Για Εναγομένο /Καθ' ου η Αίτηση : κ. Ερωτοκρίτου (για την απαγγελία της απόφασης η κα Κυριάκου μαζί με την κα Πόποβα) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με μια ομολογουμένως περίεργη αίτηση ημερομηνίας 27/5/2016, η ενάγουσα/αιτήτρια επιδιώκει την αναστολή εκτέλεσης επτά συνολικά ενταλμάτων πληρωμής που εκδόθηκαν στις ποινικές υποθέσεις με αριθμούς 5747/09, 7033/10, 7196/11, 13641/11, 17333/12, 3764/13 και 8807/14 του Ε. Δ. Πάφου. Προς επίτευξη του στόχου της αυτού, καταχώρησε την παρούσα αγωγή και την υπό κρίση αίτηση επικαλούμενη δόλο και/ή απάτη και/ή ψευδείς παραστάσεις που ο εναγόμενος και/ή αντιπρόσωποι και /ή υπάλληλοι και/ή υπηρέτες του, άσκησε σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της σε βάρος του ίδιου του Δικαστηρίου που εκδίκασε τις αναφερόμενες αυτές ποινικές υποθέσεις, όπως και σε βάρος της ενάγουσας. Στην αίτηση της που στηρίζεται σε ένορκη δήλωση της ίδιας της αιτήτριας, τίθενται ως νομική βάση τα άρθρα 30
(1)και 30
(2)του Συντάγματος, οι αντίστοιχες πρόνοιες της Ευρωπαϊκής Συνθήκης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που κυρώθηκε με το Ν. 39/62, τα άρθρα 29
(1)(γ), 30, 31, 32 και 47 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, η Δ.39, 48 Θ.1-4, 7 και 9, 57 Θ.1-2, Δ.59 των Θεσμών Πολιτικής, η γενική πρακτική, οι γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, η διακριτική του ευχέρεια και οι αρχές της επιείκειας. Η αίτηση συνάντησε την ένσταση του εναγόμενου ο οποίος καταχώρησε ειδοποίηση ένστασης που στηρίζεται σε ένορκη δήλωση της Νίκης Πέτρου, επιθεωρήτριας Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Οι θέσεις και τα επιχειρήματα των διαδίκων, καταγράφονται και προκύπτουν από την αίτηση, την ένσταση και τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις που τις υποστηρίζουν, καθώς επίσης και από τις γραπτές αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων τους, γι' αυτό και δεν θεωρώ απαραίτητο να τα παραθέσω. Πριν προχωρήσω να εξετάσω την ουσία της αίτησης χρήσιμο θεωρώ να αναφερθώ στο πολύ σύντομο ιστορικό της υπόθεσης. Μετά την καταχώρηση γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος στις 13/1/2016, καταχωρήθηκε διά κλήσεως στις 27/5/2016 η υπό κρίση αίτηση. Την ίδια ημέρα καταχωρήθηκε και η Έκθεση Απαίτησης. Οι αρχές δυνάμει των οποίων η αιτήτρια επιδιώκει τις αιτούμενες θεραπείες εδράζονται στο άρθρο 32 του Ν.14/60. Οι αρχές που διέπουν το ζήτημα έκδοσης διαταγμάτων δυνάμει του άρθρου αυτού, έχουν καθορισθεί σε πολλές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Οδυσσέως v. Πιερής Estates
(1982)1 AAΔ 557, Μ. Δημητρίου κ.α. v. Royal Ris Ltd
(2002)1 (B) AAΔ.1164, Χρ. Κούνουνα v. C & A Simonos Ltd
(2002)1 (B) AAΔ.1361, Μαίρη Ν. Σεβαστού v. Εμμανουήλ Σεβαστού
(2002)1(Γ) 1980, Papapetrou Bros Ltd v. Παπαπέτρου
(2003)1 ΑΑΔ 741). Στην κλασσική για το θέμα απόφαση Οδυσσέως πιο πάνω, επανατοποθετήθηκε η αρχή πως για την επιτυχή επίκληση του άρθρου 32, απαιτείται να ικανοποιηθεί το Δικαστήριο ότι συντρέχουν οι ακόλουθες τρεις προϋποθέσεις: (α) να υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση (β) να υπάρχουν πιθανότητες επιτυχίας οι αιτητές να δικαιούνται σε θεραπεία και (γ) να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το διάταγμα. Αναλύοντας το Ανώτατο Δικαστήριο τις πιο πάνω προϋποθέσεις ανάφερε ότι, η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση δεν εξυπακούει οτιδήποτε περισσότερο από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δύναμη των δικογράφων. Η δεύτερη προϋπόθεση επιβάλλει στον αιτητή να δείξει ότι έχει πιθανότητα επιτυχίας. Η έννοια της πιθανότητας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις, ενώ η τρίτη προϋπόθεση είναι η αδυναμία απόδοσης δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Στην υπόθεση Χάρης Φεσσάς, Αίτηση
(1990)1 ΑΑΔ 704, αποφασίσθηκε ότι το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 περιέχει ουσιαστικό και όχι δικονομικό δίκαιο και ότι το πρόσωπο που επιζητεί την έκδοση προσωρινού διατάγματος φέρει το βάρος να αποδείξει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32. Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας για εκδίκαση κάποιου συντηρητικού διατάγματος, η υποχρέωση απόδειξης αμφισβητούμενων γεγονότων βαρύνει πάντοτε τους ώμους του αιτητή (βλ. Iacovou Brothers v. Fashionwise Ltd
(2000)1 (B) AAΔ.1377). Σύμφωνα με τη νομολογία το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας, ούτε και προχωρεί στην εξαγωγή συμπερασμάτων σε σχέση με την αξιοπιστία (βλ. Jonitexo v. Adidas
(1984)1 CLR 263). Κατά την εκδίκαση αιτήσεων αυτής της φύσης, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει την ουσία της υπόθεσης. Περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων (βλ. C.T.Tobacco Ltd v. Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.α.
(2003)1(Β) ΑΑΔ 853). Η ύπαρξη απλώς των θεσμικών αυτών προϋποθέσεων δεν είναι αρκετή αλλά το Δικαστήριο στο τελικό στάδιο θα πρέπει πρόσθετα να εξετάσει όλους τους παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη για την ορθή ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και να σταθμίσει στα πλαίσια αυτά κατά πόσο με βάση τα δεδομένα της υπόθεσης είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Odysseos v. Pieris Estates and others
(1982)2 CLR 557, Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού v. Θεωρή
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 255), το οποίο πάντοτε στοχεύει στην εξυπηρέτηση των αναγκών της δικαιοσύνης και θα κριθεί με βάση πάντα τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Εφόσον ο αιτητής ικανοποιήσει το Δικαστήριο πως πληρούνται όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει όλους τους παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη για την ορθή ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και να σταθμίσει στα πλαίσια αυτά κατά πόσο με βάση τα δεδομένα της υπόθεσης είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 152, Bacardi v. Vinko
(1996)ΑΑΔ 788, C.T. Tobacco v. Εταιρεία Εκδόσεων Αρκτίνος
(2003)1 ΑΑΔ 853 και Χρ. Κούνουνα v. C & A Simonos
(2002)1(B) ΑΑΔ 136). Σε σχέση με το βάρος απόδειξης σε τέτοιου είδους υποθέσεις λέχθηκε στην υπόθεση Σεβαστού v. Σεβαστού,
(2002)1Γ ΑΑΔ 1980 ότι: «Η μαρτυρία της εφεσείουσας ήταν αντινομική και το Δικαστήριο δεν μπορούσε να αγνοήσει τον αντινομικό χαρακτήρα της εν λόγω μαρτυρίας. Ο εφεσίβλητος με την ένορκη δήλωσή του αρνήθηκε τους βασικούς ισχυρισμούς της, θέτοντας μια άλλη εκδοχή. Όμως τα θέματα, οι ασάφειες και οι αντιφάσεις παρέμειναν αδιευκρίνιστες, αφού η εφεσείουσα, που είχε το βάρος απόδειξης, δεν έκαμε χρήση του δικαιώματος αντεξέτασης που της παρείχε η Δ.48 θ.8». Ο καθ' ου η αίτηση προβάλλει ως λόγο ένστασης την απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων από την αιτήτρια. Ο λόγος αυτός δεν μπορεί να ευσταθήσει αφού η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε διά κλήσεως. Και αυτό γιατί η υποχρέωση αποκάλυψης στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων, που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση, υποχρέωση που είναι υψίστης πίστεως (uberrima fides), έχει καταλυτική σημασία στις περιπτώσεις που ο διάδικος αποτείνεται και εξασφαλίζει διάταγμα μονομερώς. Είναι σε αυτές τις περιπτώσεις που ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει ή που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Ο λόγος είναι ότι η έκδοση διατάγματος μονομερώς συνιστά παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης να ακούονται και τα δύο μέρη πριν το Δικαστήριο εκφέρει κρίση (βλ. Resola (Cyprus) Ltd κ.α. ν. Χρίστου,
(1988), 1 Α.Α.Δ. 598 και Zein ν. Καμπανέλλα Λτδ,
(2000), 1 Α.Α.Δ. 606). Θα προχωρήσω τώρα να εξετάσω κατά πόσον πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου
- Θεωρώ ότι στην εξεταζόμενη περίπτωση δεν συντρέχει ούτε η 1η ούτε και η 2η προϋπόθεση που τίθενται από το συγκεκριμένο άρθρο. Ούτε διαφαίνεται να υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση και συνακόλουθα δεν υπάρχουν ούτε πιθανότητες επιτυχίας η αιτήτρια να δικαιούται σε θεραπεία. Και αυτό για τους ακόλουθους λόγους. Κατ' αρχήν η αγωγή δεν έχει εγερθεί εναντίον του ορθού προσώπου. Η αγωγή στρέφεται εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Εναντίον ποιου προσώπου πρέπει να εγερθεί η αγωγή σε τέτοιες περιπτώσεις, ρυθμίζεται από το άρθρο 57 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα : «Αγωγαί υπό της ∆ηµοκρατίας εναντίον οιουδήποτε προσώπου, εκτός εάν άλλως προβλέπεται υπό οιουδήποτε νόµου, θα εγείρωνται εν ονόµατι του Γενικού Εισαγγελέως της ∆ηµοκρατίας, και αγωγαί εκ µέρους οιουδήποτε προσώπου κατά της ∆ηµοκρατίας, εκτός εάν άλλως προβλέπεται υπό οιουδήποτε νόµου, θα εγείρωνται εναντίον του Γενικού Εισαγγελέως της ∆ηµοκρατίας ως εναγοµένου. Τοιαύται αγωγαί, τηρουµένων των διατάξεων οιουδήποτε νόµου ή διαδικαστικού κανονισµού, θα εκδικάζωνται κατά τον αυτόν τρόπον, ως προς όλας τας απόψεις, ως και αι δίκαι µεταξύ ιδιωτών διαδίκων». Από την στιγμή λοιπόν που η αγωγή δεν έχει εγερθεί εναντίον του ορθού προσώπου δεν υπάρχει καλή βάση αγωγής, ούτε έχει και πιθανότητα επιτυχίας. Αυτός όμως ο λόγος, δεν αποτελεί και τον μοναδικό που οδηγεί στην κατάληξη αυτή του Δικαστηρίου. Όπως προαναφέρεται επιδιώκεται η αναστολή εκτέλεσης επτά συνολικά ενταλμάτων πληρωμής που εκδόθηκαν μετά από καταδίκες της αιτήτριας από ποινικό δικαστήριο και μετά την παράλειψη της να εμφανισθεί ενώπιον του πολλά χρόνια προηγουμένως, από το 2009 μέχρι και το
- Προφανώς σε εκείνες τις υποθέσεις ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου, τέθηκαν τα γεγονότα που περιέβαλλαν τις υποθέσεις και το Δικαστήριο εξετάζοντας κατά πόσον είχε αποδειχθεί ποινική ευθύνη των κατηγορούμενων και αφού έκρινε ότι τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων είχαν αποδειχθεί, προχώρησε σε ευρήματα ενοχής και επιβολή ποινών. Εναντίον των αποφάσεων αυτών του ποινικού δικαστηρίου δεν ασκήθηκε ούτε έφεση, ούτε λήφθηκε οποιοδήποτε άλλο ένδικο μέσο με αποτέλεσμα αυτές να καταστούν τελεσίδικες. Για αυτό και η προσπάθεια που γίνεται σήμερα, θα επαναλάβω χρόνια πολλά μετά, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να πετύχει και για αυτό το λόγο. Δεν είναι δυνατό να επιδιώκεται η ανατροπή των αποφάσεων του ποινικών Δικαστηρίων από άλλο πρωτόδικο Δικαστήριο. Βοηθητικός αν και δεν αφορά το ίδιο ακριβώς θέμα, είναι και ο λόγος των αποφάσεων στις υποθέσεις Αναφορικά με την Αίτηση της R.C.K. Sports Ltd
(1993)1 Α.Α.Δ. 571 και της Κυριάκος Αντρέα ν. Takis D. Chamboulides Ltd
(1993)1 Α.Α.Δ. 6. Στην R.C.K. Sports, κρίθηκε ότι το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εκδώσει προσωρινό διάταγμα σε πολιτική αγωγή που στην ουσία του αναιρούσε άλλο προσωρινό διάταγμα που είχε εκδοθεί προηγουμένως από άλλο Δικαστήριο σε άλλη αγωγή και πάλι μεταξύ των ίδιων διαδίκων. Στην υπόθεση Κυριάκος Αντρέα, αποφασίστηκε ότι ένα διάταγμα δεν μπορεί να έρχεται σε αντίθεση με άλλο υφιστάμενο διάταγμα Δικαστηρίου. Και στην εξεταζόμενη περίπτωση δεν έχουμε μόνο ένα προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε σε μία αγωγή, αλλά μια τελική απόφαση του Δικαστηρίου της οποίας στην ουσία επιδιώκεται η ανατροπή της με ένα άλλο ενδιάμεσο διάταγμα. Πέρα από όλα τα πιο πάνω, πρέπει επίσης να λεχθεί ότι διάφοροι ισχυρισμοί που προβάλλει η αιτήτρια έχουν καταρριφθεί από τους ισχυρισμούς της ενόρκως δηλούσας στην ειδοποίηση ένστασης. Ισχυρίζεται η αιτήτρια ότι ουδέποτε της επιδόθηκαν προσωπικά κλήσεις για να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου στις υποθέσεις που προαναφέρονται και ότι όλες επιδόθηκαν στον σύζυγο της με τον οποίο τότε βρίσκονταν σε διάσταση. Ο ισχυρισμός της όμως αυτός καταρρίπτεται πλήρως από τα όσα προβάλλει η ενόρκως δηλούσα στην ένσταση και επιβεβαιώνονται από τις ένορκες δηλώσεις επίδοσης των κατηγορητηρίων που επισυνάπτονται ως τεκμήρια στην ένσταση. Όπως προκύπτει από αυτές τέσσερεις από τις επτά κλήσεις επιδόθηκαν προσωπικά στην αιτήτρια και οι άλλες στον σύζυγο και συγκάτοικο της, για τον οποίο σημαντικό είναι να επισημανθεί ότι και η ίδια παραλάμβανε κατά τον ίδιο χρόνο τις κλήσεις εκ μέρους του. Καταρρίπτονται επίσης οι ισχυρισμοί της ότι είχε πλήρη άγνοια για θέματα που αφορούσαν την εταιρεία. Σύμφωνα με τα όσα η ενόρκως δηλούσα στην ένσταση αναφέρει η ίδια η αιτήτρια ήταν αυτή που πάντοτε επικοινωνούσε μαζί της και χειριζόταν τις υποθέσεις της εταιρείας με το τμήμα κοινωνικών ασφαλίσεων εξασφαλίζοντας στην ουσία παράταση χρόνου για την καταβολή των οφειλομένων ποσών. Όπως λέχθηκε και στην υπόθεση Αναφ. με την Αίτηση της Εταιρείας Αρκτίνος Λτδ, κ.α.
(2006)1Β ΑΑΔ 1013, «Ο κ. Χριστοφόρου δεν αντεξετάστηκε πάνω στο περιεχόμενο της ένορκής του δήλωσης και έτσι οι ισχυρισμοί του οι οποίοι παρέμειναν ακλόνητοι δεν μπορούν παρά να γίνουν αποδεκτοί. (Βλ. Phipson "On Evidence", 12th Edition, para 1593, p. 657, Adrian Keane "The modern law of evidence" 1985 Edition, p.125, P. Murphy "On evidence", Fifth Edition, p.468)». Έτσι λοιπόν και στην παρούσα περίπτωση, οι πιο πάνω, αλλά και άλλοι ισχυρισμοί της καθ' ης η αίτηση με τους οποίους απορρίπτονται ισχυρισμοί που τέθηκαν από την αιτήτρια, παρέμειναν αναπάντητοι και συνεπώς αναντίλεκτοι και ως εκ τούτου δεν μπορούν παρά να γίνουν αποδεκτοί. Τα όσα η αιτήτρια έχει επικαλεσθεί, έχουν εξουδετερωθεί από τους αντίστοιχους ισχυρισμούς της ενόρκως δηλούσας στην ένσταση. Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνεται ότι η αίτηση θα πρέπει να έχει απορριπτική κατάληξη αφού η αιτήτρια δεν πέτυχε να αποδείξει ότι συντρέχουν οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου
- Πολύ συνοπτικά καλό είναι να αναφέρω ότι δεν συντρέχει ούτε και η 3η προϋπόθεση του άρθρου
- Γιατί ακόμα και στην περίπτωση επιτυχίας της αγωγής, η αιτήτρια θα μπορούσε να εισπράξει από τη Δημοκρατία τα ποσά που τυχόν ήθελε καταβάλει. Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω η αίτηση θα έχει απορριπτική κατάληξη. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος της ενάγουσας/αιτήτριας και υπέρ του εναγομένου/καθ' ου η αίτηση όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και να είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (Υπ.) .......... Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής civii/interim subject: interim order cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο