← Κύπρος

Alpha Bank Cyprus Ltd ν. I.C.E. Developers Limited η οποία τελεί υπό διαχείριση υπό του Μάριου Καλλία ως Παραλήπτη/Διαχειριστή κ.α., Αρ. Αγωγής: 1252/

Alpha Bank Cyprus Ltd ν. I.C.E. Developers Limited η οποία τελεί υπό διαχείριση υπό του Μάριου Καλλία ως Παραλήπτη/Διαχειριστή κ.α., Αρ. Αγωγής: 1252/15, 14/3/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2018:A83 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1252/15 Μεταξύ: Alpha Bank Cyprus Ltd Ενάγουσας και I.C.E. Developers Limited η οποία τελεί υπό διαχείριση υπό του Μάριου Καλλία ως Παραλήπτη/Διαχειριστή Ioannides & Charalambous Constructions Ltd Παύλος Ελευθεριάδης Πέτρος Ιωαννίδης Χριστόδουλος Χαραλάμπους Εναγομένων ---------------------------- Αίτηση ημερ. 9.6.2017 για έκδοση προσωρινού διατάγματος ---------------------------- Ημερομηνία: 14.3.2018 Για την Ενάγουσα-Αιτήτρια: κ. Μ. Σωφρονίου για Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Εναγόμενο 3-Καθ΄ ου η αίτηση: κ. Κ. Καλαβάς ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την κρινόμενη αίτηση αξιώνεται από την Ενάγουσα-Αιτήτρια η έκδοση διατάγματος το οποίο «. να απαγορεύει και/ή εμποδίζει τον εναγόμενο 3-καθ΄ ου η αίτηση να πωλήσει ή να υποθηκεύσει ή και αποξενώσει ή και επιβαρύνει ή και διαθέσει ή και μεταβιβάσει ή και εγγράψει όλο το εγγεγραμμένο μερίδιο του και/ή συμφέρον επί του ακινήτου (κτίριο) υπ΄ αριθμό εγγραφής 0/3435, Φ/Σχ. 35/55, τεμάχιο 935, χωράφι, τοποθεσία Πάφος, χωριό Φύτη, Κοκκινόγη, στην Πάφο και/ή άλλως πως μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου και μέχρι τελικής αποπεράτωσης της παρούσας αγωγής». Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του κ. Σάββα Άδωνη, ο οποίος βρίσκεται στην υπηρεσία της Ενάγουσας, μέσα από την οποία εκθέτονται τα ακόλουθα γεγονότα. Η Εναγόμενη 1 εταιρεία κατόπιν αιτήματος της, έλαβε από την Ενάγουσα Τράπεζα ανανέωση πιστωτικών τραπεζικών διευκολύνσεων υπό μορφή τρεχούμενου λογαριασμού και υπέγραψε σχετική συμφωνία ημερ. 22.2.2001 (Τεκμήριο 1). Η Ενάγουσα, κατ΄ εφαρμογή των προνοιών της ανωτέρω συμφωνίας, λειτούργησε στο όνομα της Εναγόμενης 1, τρεχούμενο λογαριασμό με αρ. 209-1001-008717, για τον οποίον τηρούσε καταστάσεις (Τεκμήριο 2). Οι Εναγόμενοι 2, 3, 4 και 5 στις 22.2.2001 υπέγραψαν έγγραφο σύμβασης εγγύησης αναφορικά με τις υποχρεώσεις της εταιρείας, παρούσες ή μελλοντικές, για απεριόριστο ποσό (Τεκμήριο 3). Το όριο του τρεχούμενου λογαριασμού αυξήθηκε μετά από σχετικές εγκρίσεις της Ενάγουσας οι οποίες περιλαμβάνονταν σε σχετικές επιστολές ημερ. 19.3.2007 και 7.2.2008, σε €20.000 και €200.000 αντίστοιχα. Τις εν λόγω επιστολές υπέγραψαν και οι εναγόμενοι 2, 3, 4 και 5 ως εγγυητές. Στις 15.12.2006 υπογράφηκε σύμβαση δανείου (Τεκμήριο 4) δυνάμει της οποίας η Ενάγουσα παρεχώρησε στην Εναγόμενη 1 δάνειο ύψους £480.000 και αυθημερόν οι Εναγόμενοι 3, 4 και 5 υπέγραψαν σύμβαση εγγύησης για ποσό £480.000 (Τεκμήριο 6). Κατόπιν αιτημάτων της Εναγόμενης 1 προς την Ενάγουσα, παραχωρήθηκαν και άλλα δάνεια, ημερ. 18.4.2007 (Τεκμήριο 7) για ποσό £140.000, ημερ. 6.6.2007 (Τεκμήριο 10) για ποσό £1.050.000, ημερ. 2.7.2007 (Τεκμήριο 13) για ποσό £650.000, ημερ. 27.5.2010 (Τεκμήριο 16) για ποσό €2.600.

  1. Ο Εναγόμενος 3 υπέγραφε (μαζί με άλλους Εναγόμενους) αυθημερόν με την υπογραφή των συμφωνιών δανείου, σύμβαση εγγυήσεως για τα αντίστοιχα ποσά (Τεκμήρια 9, 12, 15 και 18). Στις 20.2.2009 υπογράφηκαν μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης 1 τροποποιητικές συμφωνίες με τις οποίες τροποποιούντο οι συμφωνίες δανείου και αναγνωριζόταν πως τα χρεωστικά υπόλοιπα των δανείων κατ΄ εκείνη την ημερομηνία ήσαν €820.113 (Τεκμήριο 19), €236.798 (Τεκμήριο 20), €1.847.786 (Τεκμήριο 21), €1.143,690 (Τεκμήριο 22). Για εξασφάλιση των πιστωτικών διευκολύνσεων που παραχωρήθηκαν προς την Εναγόμενη 1, η τελευταία συνήψε συμβάσεις υποθηκών αρ. Υ5789/06, Υ2791/07, Υ3347/07 και Υ3712/07 και παρεχώρησε προς όφελος της Ενάγουσας ακίνητα της (Τεκμήρια 23, 24, 25 και 26). Λόγω μη συμμόρφωσης των Εναγομένων προς τις συμβατικές της υποχρεώσεις απεστάλησαν προς όλους τους Εναγόμενους σχετικές ενημερωτικές επιστολές και αργότερα επιστολές τερματισμού και ακολούθως κατεχώρησαν την κρινόμενη αγωγή στις 17.7.
  2. Είναι η θέση του ενόρκως δηλούνται πως πρόσφατα έλαβαν πληροφορίες ότι ο Εναγόμενος 3 σκοπεύει να πωλήσει και/ή μεταβιβάσει τα ακίνητα ή μέρος της περιουσίας του. Η αξία του ακινήτου του Εναγόμενου 3 για το οποίο επιζητείται η δέσμευση του ανέρχεται, σύμφωνα με εκτίμηση (Τεκμήριο 29) στην οποία προέβη το γραφείο Αντώνης Λοϊζου και Συνεργάτες, στο ποσό των €215.
  3. Έχει επίσης προβεί σε εκτίμηση της αξίας των ενυπόθηκων κτημάτων των οποίων η αγοραία αξία ανέρχεται στο ποσό των €2.313.000,
  4. Αναφέρεται περαιτέρω αναλυτικά στην αξία των επιδίκων ακινήτων και στην τιμή που αυτά θα λάβουν σε περίπτωση καταναγκαστικής πώλησης τους όπως οι σχετικές εκτιμήσει κατέδειξαν. Συγκεκριμένα: Υποθήκη Ακίνητο Αγοραία Αξία Κατ. Πώληση (Εκτίμηση) Υ5780/06 14090 €546.000 €382.000 (Τεκμήριο 30) Υ2791/07 0/7871 €88.000 €62.000 (Τεκμήριο 31) Υ3347/07 0/8768 €1.063.000 €690.000 (Τεκμήριο 32) Υ3712/07 0/7159 €535.000 €375.000 (Τεκμήριο 33) Ενόψει του ότι η απαίτηση της Ενάγουσας είναι πέραν του ποσού των €6.826.914,50, πλέον τόκοι από 6.4.2018, υπολογίζουν ότι ακόμη και μετά τη ρευστοποίηση των εξασφαλίσεων τους θα παραμένει ένα υπόλοιπο ύψους €4.513.914,50, χωρίς εξασφαλίσεις. Ισχυρίζεται περαιτέρω πως: «.από πληροφορίες που έχουμε μόλις πρόσφατα λάβει, λόγω του ότι υπήρχαν εδώ και καιρό υποψίες για δόλια αποξένωση στοιχείων ενεργητικού της εναγομένης 1 εταιρείας από τον εναγόμενο 3/ ενός εκ των διευθυντών αυτής, οι λοιποί δύο διευθυντές της εν λόγω εταιρείας / Πέτρος Ιωαννίδης και Χριστόδουλος Χαραλάμπους (εναγόμενοι 4 και 5 στην παρούσα αγωγή), μεταξύ άλλων, εξασφάλισαν διάταγμα που να απαγορεύει και/ή παγοποιεί την διάθεση και/ή επιβάρυνση και/ή εκχώρηση των ακινήτων και κινητών περιουσιακών στοιχείων της εν λόγω εταιρείας. Το εν λόγω διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, το οποίο επαναλαμβάνω ότι μόλις πρόσφατα περιήλθε στην αντίληψη μας, επισυνάπτεται και καταχωρείται ως Τεκμήριο 34». Είναι η θέση του, πως η αδυναμία των Εναγομένων τόσο πριν τον τερματισμό των συμβάσεων όσο και μετά, να καταβάλουν οιονδήποτε ποσό έναντι των υποχρεώσεων τους, καταδεικνύει ότι οι Εναγόμενοι αλλά και ο Εναγόμενος 3 έχει πρόθεση να μην καταβάλει οποιοδήποτε ποσό έναντι των χρεών της Εναγόμενης 1 και ταυτόχρονα υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να αποξενώσει τα περιουσιακά του στοιχεία καθώς και τα περιουσιακά στοιχεία της Εναγόμενης
  5. Ισχυρίζεται ότι υπάρχει καλή υπόθεση για την Ενάγουσα, αφού αφορά εκκαθαρισμένη απαίτηση χωρίς ουσιαστική υπεράσπιση και πιθανότητα επιτυχίας και πως εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, υπάρχει σοβαρός κίνδυνος αποξένωσης και θα καταστήσει την εκτέλεση τυχόν εκδοθείσας απόφασης πολύ δύσκολη, αν όχι και αδύνατη. Ο Εναγόμενος 3-Καθ΄ ου η αίτηση κατεχώρησε ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης με την οποίαν εγείρει δέκα

(10)λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει. Παρατίθενται αυτολεξεί: «Α. Η αίτηση αφορά την έκδοση συντηρητικού διατάγματος, που περιορίζει συναλλαγές σχετικά με γη. Στην παρούσα υπόθεση δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για έκδοση τέτοιου Διατάγματος. Β. Υπήρξε υπέρμετρη καθυστέρηση στην υποβολή της παρούσας αιτήσεως. Γ. Η παρούσα αίτηση είναι καθυστερημένη και συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Δ. Ο ενόρκως δηλών Σάββας Άδωνη αναφέρεται γενικά και αόριστα «σε διάφορες πληροφορίες που έλαβαν οι ενάγοντες» ότι ο καθ΄ ου η αίτησις «σκοπεύει να πωλήσει και/ή μεταβιβάσει τα ακίνητα ή μέρος της περιουσίας του». Στην ένορκη δήλωση της πλευράς των εναγόντων δεν εξειδικεύονται και δεν συγκεκριμενοποιούνται οι ούτω καλούμενες «πληροφορίες», ούτε αποκαλύπτεται πότε, πως και από ποιόν λήφθηκαν οι κατ΄ ισχυρισμόν «πληροφορίες». Ε. Η ένορκος δήλωσις που συνοδεύει την αίτηση αναφέρεται σε «υποψίες για δόλια αποξένωση των στοιχείων του ενεργητικού της εναγόμενης
(1), χωρίς να εξηγεί ποια είναι η σχέση των «υποψιών» αυτών με την παρούσα αίτηση. Συναφώς, παραθέτει ως τεκμήριο διάταγμα δικαστηρίου που εκδόθηκε πριν την καταχώρηση της παρούσης αγωγής, χωρίς να εξηγεί πως εξασφάλισε αντίγραφο του διατάγματος αυτού και χωρίς να αναφέρει γιατί δεν το χρησιμοποίησε για εξασφάλιση διατάγματος κατά το χρόνο καταχώρισης της παρούσης αγωγής. ΣΤ. Η ένορκη δήλωση, που συνοδεύει την αίτηση των αιτητών δεν περιλαμβάνει κανένα στοιχείο, απόδειξη ή τεκμήριο, από τα οποία να προκύπτει πρόθεση του καθ΄ ου η αίτησις να αποξενώσει την ακίνητη ιδιοκτησία του. Από κανένα σημείο της ενόρκου δηλώσεως δεν προκύπτει άμεσος και απτός κίνδυνος απομάκρυνσης χρημάτων, για παρεμπόδιση αναμενόμενης απόφασης. Στην ένορκη δήλωση γίνεται γενική και αόριστη αναφορά σε «πληροφορίες των εναγόντων ότι ο εναγόμενος 3 σκοπεύει να πωλήσει και/ή μεταβιβάσει τα ακίνητα ή μέρος της περιουσίας του». Ο ενόρκως δηλών δεν αναφέρει από πού άντλησε τις πληροφορίες, ούτε συγκεκριμενοποιεί σε ποια ακίνητα ή περιουσία του εναγόμενου
(3)αναφέρεται. Ζ. Ο εναγόμενος
(3)έχει καλή υπεράσπιση στην εναντίον του αγωγή. Η. Οι ενάγοντες έχουν προς όφελος τους υποθήκες οι οποίες υπερκαλύπτουν το όποιο οφειλόμενο προς αυτούς ποσόν. Οι εν λόγω υποθήκες υπερκαλύπτουν το ποσόν της εγγύησης των 2.600.000 Ευρώ, που ισχυρίζονται ότι έχουν προς όφελος τους οι αιτητές. Θ. Το ποσόν που οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι τους οφείλεται είναι υπερβολικό και εν πάση περιπτώσει είναι προϊόν υπερχρεώσεων, ανατοκισμών, παράνομων τόκων υπερημερίας, αδικαιολόγητης επιβολής τόκων. Ι. Οι εκτιμήσεις ακινήτων, που παραθέτουν οι αιτητές, δεν είναι πρόσφατες.» Τα γεγονότα που στηρίζουν την ένσταση προσφέρονται με την ένορκη δήλωση του Καθ΄ ου η αίτηση ο οποίος αρνείται τους ισχυρισμούς που προβάλλονται με την ένορκη δήλωση του κ. Άδωνη και αναφέρει ότι η παρούσα αίτηση πρέπει να απορριφθεί διότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για έκδοση του διατάγματος. Δεν αποκαλύπτουν καλή υπόθεση, ελλείπει το στοιχείο του κατ΄ επείγοντος και δεν αποδείχθηκε η επικαλούμενη πρόθεση αποξένωσης του ακινήτου. Ισχυρίζεται ότι η αγωγή είναι πρόωρη και καταχρηστική, διότι ενώ η Ενάγουσα διόρισε διευθυντή και παραλήπτη της Εναγόμενης 1 εταιρείας, έπρεπε να περιμένουν να ολοκληρωθεί η διαδικασία της διαχείρισης της περιουσίας. Ισχυρίζεται πως οι όποιες συμφωνίες αποδείξει η Ενάγουσα ότι συνήψε με τους Εναγόμενους, αυτές είναι παράνομες και άκυρες διότι αντιβαίνουν τον περί Συμβάσεων Νόμο και τον περί Ελευθεροποιήσεως των Επιτοκίων Νόμο 160
(1)/99 αφού η Ενάγουσα δεν ενημέρωσε τους Εναγόμενους για το ακριβές ύψος του επιτοκίου. Υπάρχουν ανεπίτρεπτες χρεώσεις, ανατοκισμοί και καταχρηστικές ρήτρες. Η συμφωνία πίστωσης σε τρεχούμενο λογαριασμό (εάν αποδειχθεί ότι υφίσταται) καθώς και όλες οι άλλες συμφωνίες είναι ιδιαίτερα επαχθείς για τους Εναγόμενους και τους καταπιέζουν οικονομικά, πράγμα το οποίο καθιστά τις συμφωνίες άκυρες. Η Ενάγουσα παρεχώρησε δάνεια προς την Εναγόμενη 1 χωρίς να διευκρινίσει τη δανειοληπτική της ικανότητα αποπληρωμής του δανείου. Υποστηρίζει περαιτέρω πως η τελευταία εγγύηση για ποσό €2.600.000 υπερκαλύπτεται από τις εξασφαλίσεις και τα ενυπόθηκα ακίνητα της Εναγόμενης
  1. Ισχυρίζεται ότι το αξιούμενο ποσό είναι υπερβολικό και εξογκωμένο, αφού περιλαμβάνει ανατοκισμό και παράνομες χρεώσεις. Υποστηρίζει πως ουδέποτε εξέφρασε πρόθεση πώλησης ή αποξένωσης του ακινήτου του και υποδεικνύει πως το διάταγμα (Τεκμήριο 34) το οποίο η Ενάγουσα επικαλείται δεν έχει σχέση με την παρούσα υπόθεση διότι αναφέρεται στα περιουσιακά στοιχεία της Εναγόμενης 1 που εξασφάλισαν οι άλλοι δύο διευθυντές λόγω διαφορών που είχαν προκύψει για τη διαχείριση της Εναγόμενης
  2. Εν πάση περιπτώσει, ισχυρίζεται, το διάταγμα αυτό δεν εξυπηρετεί σε τίποτε αφού (α) η περιουσία της εταιρείας είναι υποθηκευμένη ή επιβαρύνεται με πωλητήρια έγγραφα, (β) ο ίδιος αποτελεί μειοψηφία στο Διοικητικό Συμβούλιο και έτσι δεν θα μπορούσε να προβεί σε οποιαδήποτε πράξη και (γ) ο διορισμός του παραλήπτη έγινε από την ίδια την Ενάγουσα τράπεζα η οποία έπρεπε να γνωρίζει ότι ο παραλήπτης εξασφάλισε διάταγμα που απαγορεύει και στους τρεις διευθυντές να προβαίνουν σε πράξεις διαχείρισης ή να εκποιήσουν την περιουσία της εταιρείας. Ισχυρίζεται περαιτέρω πως τα όποια ποσά δόθηκαν στην Εναγόμενη 1 εταιρεία είναι πλήρως εξασφαλισμένα αφού υποθηκεύθηκε αριθμός ακινήτων μετά από απαίτηση της Ενάγουσας και εκτιμήσεις στις οποίες προέβη. Προβάλλεται τέλος η καθυστέρηση στην καταχώριση της αίτησης και το αναιτιολόγητο της ενέργειας αυτής. Οι συνήγοροι έχουν αναπτύξει με τις αγορεύσεις τους τη νομική πτυχή, τις θέσεις και επιχειρήματα τους, τις οποίες έχω μελετήσει και αναφορά σε αυτές γίνεται όπου χρειάζεται κατωτέρω. Νομική Πτυχή: Η κρινόμενη αίτηση έχει ως βάση τα άρθρα 31 και 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 και τα άρθρα 4, 5 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.
  3. Επίκληση και χρήση του άρθρου 5 γίνεται μόνον όταν το αγώγιμο δικαίωμα του Ενάγοντα αφορά χρέος ή αποζημιώσεις αφού επιζητείται ουσιαστικά η απαγόρευση πώλησης ή μεταβίβασης ακίνητης περιουσίας του Εναγόμενου για σκοπούς εξασφάλισης του εκ δικαστικής απόφασης χρέους. Με αυτό τίθενται δύο προϋποθέσεις. Η ύπαρξη καλής βάσης αγωγής και η παρεμπόδιση του Ενάγοντα στην ικανοποίηση της απόφασης του σε περίπτωση μη έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος. Το στοιχείο θεμελίωσης συζητήσιμης υπόθεσης είναι το ίδιο τόσο στην περίπτωση του άρθρου 5 όσο και εκείνη του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 (δέστε Τσολάκκη v. Στυλιανίδη
(1992)1 Α.Α.Δ. 782 και Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 Β Α.Α.Δ. 598). Οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 συμπίπτουν με την πρώτη του άρθρου 5. Για τούτο εξετάζονται μαζί. Η κλασσική υπόθεση Οδυσσέως v. Pieris Estates Ltd
(1982)1 A.A.Δ. 557, έχει προδιαγράψει τα κριτήρια που θα πρέπει να ικανοποιηθούν σωρευτικά πριν εξεταστεί και το ισοζύγιο της ευχέρειας με τη συνεκτίμηση όλων των σχετικών παραγόντων. Τα τρία κριτήρια ως γνωστό είναι (α) να υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση, (β) να διαφαίνεται ότι υπάρχει πιθανότητα ο ενάγων να επιτύχει στην αγωγή, και (γ) να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του διατάγματος. Κατά την εξέταση της ουσίας της αίτησης το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του τα κατ' αντιπαράθεση ισχυριζόμενα γεγονότα και θέσεις των διαδίκων, χωρίς να διαφεύγει της προσοχής ότι σε ενδιάμεσες αιτήσεις, όπως είναι και η παρούσα, δεν εξετάζεται σε βάθος η προσφερόμενη μαρτυρία, ούτε και γίνεται οποιαδήποτε τελεσίδικη αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων ή ευρήματα επί γεγονότων, παρά μόνο για να διαπιστωθεί η ύπαρξη της αναγκαίας εκείνης νομικής και πραγματικής βάσης που ικανοποιούν ή όχι τα κριτήρια του άρθρου 32 (Jonitexo v. Adidas
(1984)1 A.A.Δ. 263 και Γρηγορίου v. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 269-270). Το πρώτο κριτήριο ικανοποιείται με την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης με αναφορά στα καταχωρημένα δικόγραφα, ενώ το δεύτερο κριτήριο ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης και σχετίζεται με την ένδειξη ή παρουσίαση ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Έτσι, το πρώτο κριτήριο σχετίζεται κατ' ουσία με τη νομική και μόνο θεμελίωση της αξίωσης, όπως διατυπώνεται στο κλητήριο ένταλμα, το δε δεύτερο προχωρεί ένα πρόσθετο βήμα συσχετίζοντας τη νομική αυτή θεμελίωση με την προσφερόμενη μαρτυρία όπως εξάγεται από τις ενόρκους δηλώσεις ή την αντεξέταση των μαρτύρων για την πραγματική θεμελίωση της αγωγής επί των γεγονότων. Επαρκεί, σε αυτό το στάδιο, να καταδειχθεί κάτι πέραν της απλής πιθανολόγησης, αλλά και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων για να ικανοποιηθεί το δεύτερο αυτό κριτήριο. Το τρίτο κριτήριο ικανοποιείται όπου οι αποζημιώσεις θεωρούνται ότι δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία στις περιστάσεις της υπόθεσης. Αν η αποτίμηση σε χρήμα μπορεί να γίνει εύλογα, τότε η έκδοση του διατάγματος ή η διατήρηση του σε ισχύ αποκλείεται. Ακόμη και ασυνήθης δυσκολία στην εκτίμηση της ζημιάς δεν αποτελεί κατ' ανάγκη έρεισμα για την έκδοση του διατάγματος (Κ.Ο.Τ. v. Θεωρή
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 255, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χ"Βασίλη
(1989)1 Α.Α.Δ (Ε) 152, Larticon Co v. Detergenta Developments Ltd
(2004)1121). Βάση της παρούσας αγωγής είναι οι συμφωνίες τρεχούμενου λογαριασμού δανείων προς την Εναγόμενη 1 και οι εγγυήσεις που έχουν δοθεί από τους εγγυητές και τον Εναγόμενο
  1. Συνεπώς υπάρχει συζητήσιμη υπόθεση η οποία πληροί την πρώτη προϋπόθεση τόσον του άρθρου 32 του Ν.14/60 όσο και του άρθρου 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμους Κεφ.
  2. Με την ένορκη δήλωση του Σ. Άδωνη έχουν επισυναφθεί οι συμφωνίες του πρωτοφειλέτη με την τράπεζα καθώς και οι συμβάσεως εγγυήσεως (Τεκμήρια 3, 6, 9, 12, 15 και
  3. Έχουν επίσης επισυναφθεί οι επιστολές τερματισμού καθώς και καταστάσεις των οφειλομένων ποσών. Το στάδιο τούτο δεν είναι το κατάλληλο για εξέταση τυχόν υπερχρεώσεων ή καταχρηστικών ρητρών όπως εισηγείται ο Εναγόμενος
  4. Αυτό αποτελεί αντικείμενο εξέτασης κατά την τελική ακροαματική διαδικασία. Είναι νομολογημένο πως σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Όπως λέχθηκε στην Τ. A. Micrologic Computer Consultants Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802, αυτό είναι το πραγματικό νόημα των επί του θέματος αποφάσεων. Αυτό, συνεχίστηκε στην ίδια απόφαση, συχνά παραγνωρίζεται σε Επαρχιακά Δικαστήρια τόσο από δικηγόρους όσο και από Δικαστές με αποτέλεσμα η διαδικασία να γίνεται απαραδέκτως πολύπλοκη και μακρά. Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση, αποτελεί τη θέση των συνηγόρων της Ενάγουσας πως αυτή πληρείται αφού, εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, οι υπάρχουσες εξασφαλίσεις δεν είναι ικανοποιητικές για πληρωμή του εξ΄ αποφάσεως χρέους. Τα Τεκμήρια 30-33 (τα οποία αποτελούν εκτιμήσεις) αποδεικνύουν ότι δεν μπορεί να καλυφθεί το εξ΄ αποφάσεως χρέος. Από την αντίπερα όχθη ο συνήγορος του Εναγόμενου 3-Καθ΄ ου η αίτηση, με παραπομπή στην υπόθεση Κ.Ο.Τ. v. Θεωρή (ανωτέρω) και συγκεκριμένα στην κάτωθι παράγραφο, εισηγείται πως δεν πληρείται η προϋπόθεση του άρθρου 32 ούτε και εκείνη του άρθρου 5 του Κεφ. 6: «Μπορεί να προσθέσουμε ότι έστω και ασυνήθης δυσκολία στην εκτίμηση των αποζημιώσεων δεν δικαιολογεί την έκδοση προσωρινού διατάγματος βάσει του άρθρου 32 του Νόμου 14/60». Έχει δε επαναλάβει τη θέση του Καθ΄ ου ότι δεν προσφέρθηκε μαρτυρία ότι υπάρχει πρόθεση αποξένωσης του ακινήτου. Ότι ο ενόρκως δηλών Σ. Άδωνη αναφέρεται γενικά και αόριστα σε πληροφορίες που έλαβε η Ενάγουσα χωρίς να εξειδικεύει και να συγκεκριμενοποιεί τις ούτω καλούμενες πληροφορίες ούτε να αποκαλύπτει από ποιον αυτές ελήφθηκαν. Η τρίτη προϋπόθεση, όπως ανωτέρω καταγράφηκε, εξετάζεται και σε συνάρτηση με την επάρκεια της καταβολής των αποζημιώσεων. Η τρίτη προϋπόθεση ικανοποιείται όχι μόνο όταν η φύση της ζημιάς είναι τέτοια που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα, αλλά και εκεί όπου ο Αιτητής δεν θα αποζημιωθεί πλήρως με την καταβολή αποζημιώσεων π.χ. οχληρία, παραβίαση διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, εμπορική εύνοια κ.α. (Ανδρέου v. Colossos Signs Ltd
(2009)1 (B) A.A.Δ. 1040). Αποτελεί νομολογιακή αρχή ότι για να ικανοποιηθεί η τρίτη προϋπόθεση ο Ενάγων-Αιτητής θα πρέπει με την ένορκη δήλωση του να πείσει το Δικαστήριο. Γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί του τύπου «αν εν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα υποστώ ανεπανόρθωτη ζημιά» δεν αρκούν (Ανδρέου v. Colossos Signs Ltd (αρ. 2)
(2008)1 (Α) Α.Α.Δ. 628, Penderhill Holdings Ltd v. Abramchyk, ECLI:CY:AD:2014:A21, Πολ. Εφέσεις 319/11 και 320/11, ημερ. 13.1.2014). Τέτοιοι ισχυρισμοί χρειάζονται να επεξηγηθούν και να αιτιολογηθούν με σαφή και θετική μαρτυρία, ώστε να γίνουν δεκτοί από το Δικαστήριο. Στην κρινόμενη περίπτωση το θέμα θα εξεταστεί σε συνάρτηση με την επάρκεια των εξασφαλίσεων και τη δυνατότητα απόδοσης δικαιοσύνης όταν εκδοθεί απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και την αναγκαιότητα δέσμευσης του ακινήτου του Εναγόμενου 3. Η δέσμευση ακινήτου διατάσσεται όταν καταδειχθεί «η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου ( hindered) στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του Ενάγοντος» (Τσολάκκη (ανωτέρω)). Για τούτο, σε αυτές τις περιπτώσεις ο Αιτητής δεν έχει το βάρος να αποδείξει την πραγματική πρόθεση του Καθ΄ ου η αίτηση να προβεί σε μεταβίβαση της περιουσίας του (Φετοκάκη v. Χριστοφή κ.α.
(2006)1(Β) Α.Α.Δ. 800). Απαιτείται όμως απ΄ την άλλη, η ανάγκη αποκάλυψης κάποιων στοιχείων που να καταδεικνύουν την πρόθεση αυτή και τον κίνδυνο αποξένωσης, τα οποία συναρτώνται με όλα τα στοιχεία της υπόθεσης όπως π.χ. τερματισμός συμφωνίας, απειλή αποξένωσης κ.λ.π. (Καλογήρου v. C.C.F. Credit Capital Finance Ltd
(2005)1 (B) A.A.Δ. 1237). Σε σχέση με τούτο το στοιχείο, δεν παρέχονται με την ένορκη δήλωση Σάββα Άδωνη, πληροφορίες ή μαρτυρία για πρόθεση αποξένωσης. Η αναφορά στην παράγραφο 34 της ένορκης δήλωσης του για διάφορες πληροφορίες που έλαβε η Ενάγουσα είναι γενική και αόριστη. Το δε Τεκμήριο 34 το οποίο επισύναψε και στο οποίο αναφορά έγινε ανωτέρω, και πάλιν δεν βοηθά την απόδειξη της πρόθεσης πώλησης και αποξένωσης του ακινήτου του αφού: Αφενός εξεδόθη στις 15.7.2014 και δεν εξηγείται πότε έλαβε γνώση αυτού η Ενάγουσα και γιατί μόλις τώρα το επικαλείται ούτε αναφέρει εάν έγινε προσπάθεια από τον Καθ΄ ου από την ημερομηνία έκδοσης του μέχρι τώρα για αποξένωση στοιχείων του Καθ΄ ου και αφετέρου, όπως δηλώνει ο Καθ΄ ου στην ένορκη δήλωση του, υπάρχει διορισμένος παραλήπτης, ο οποίος ενεργεί για λογαριασμό της περιουσίας της Εναγόμενης 1 την οποία και διαχειρίζεται. Παρά ταύτα, παρά τα ανωτέρω αναφερόμενα, κάποια γεγονότα που περιλαμβάνονται στην ένορκη δήλωση του Σ. Άδωνη, είναι επαρκή για να διαφανεί πως ο κίνδυνος αποξένωσης υπάρχει. Π.χ. Οι συμφωνίες τερματίσθηκαν τις 8.4.2014, 28.5.2014 και 1.7.
  1. Έγινε απαίτηση πληρωμής χρέους και δεν πληρώθηκε οιονδήποτε ποσό. Υπάρχει φαινομενική αδυναμία πληρωμής των αξιούμενων ποσών, αφού μέχρι τώρα δεν έχει καταβληθεί οποιοδήποτε ποσό έναντι του εξ΄ αποφάσεως χρέους. Παρά την υπάρχουσα δυνατότητα αποξένωσης θα πρέπει να εξεταστεί εάν θα είναι αδύνατο να αποδοθεί δικαιοσύνη μεταγενέστερα ή εάν θα παρεμβληθεί εμπόδιο στην εκτέλεση της απόφασης. Τα διεκδικούμενα με την αγωγή ποσά είναι €292.663,26, €377.554,20, €146.287,62, €1.025.514,26, €720.586,63, €2.941.315,03, πλέον τόκους και έξοδα. Ο Εναγόμενος 3 έχει εγγυηθεί υπογράφοντας σχετικές συμβάσεις εγγυήσεως Τεκμήρια 3, 6, 9, 12, 15 και 18, Αποτελεί τη θέση του ενόρκως δηλούντα πως «η τελευταία εγγύηση για ποσόν €2.600.000, αν κριθεί έγκυρη, αντικατέστησε τις όποιες προηγούμενες εγγυήσεις. Το ανώτερο ποσόν που κατά τους ίδιους τους ενάγοντες εγγυήθηκα είναι μέχρι 2.600.000 Ευρώ, αυτό είναι το πραγματικό νόημα του σχετικού εγγράφου που ως τεκμήριο παρουσιάζουν, δεν υπήρχε λόγος να υφίσταντο διαφορετικές ανεξάρτητες μεταξύ τους εγγυήσεις, η κάθε μίας από τις οποίες θα αναφερόταν σε διαφορετικό μάξιμουμ ποσόν». Υπενθυμίζεται πως: Με τη σύμβαση εγγύησης Τεκμήριο 3, ημερ. 22.2.2001, η οποία δεν περιοριζόταν σε ποσό, ο Καθ΄ ου εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις που πήγαζαν από τη συμφωνία τρεχούμενου λογαριασμού που παραχωρήθηκε στην Εναγόμενη 1 πρωτοφειλέτιδα εταιρεία. Με τη σύμβαση εγγύησης ημερ. 16.12.2006 (Τεκμήριο 6) εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις από σύμβαση δανείου ύψους Λ.Κ.480.000, ίδιας ημερομηνίας, που η Εναγόμενη 1 υπέγραψε με την Ενάγουσα. Στις 18.5.2007 υπέγραψε σύμβαση εγγύησης (Τεκμήριο 9) ύψους Λ.Κ.140.000 για σύμβαση δανείου ίδιας ημερομηνίας. Στις 6.6.2007 με σύμβαση εγγύησης (Τεκμήριο 12) εγγυήθηκε δάνειο ύψους Λ.Κ.1.050.000 ιδίας ημερομηνίας και ιδίου ποσού. Στις 2.7.2007 με σύμβαση εγγύησης (Τεκμήριο 15), ύψους Λ.Κ.650.000, εγγυήθηκε δάνειο ιδίας ημερομηνίας και ιδίου ποσού. Τέλος, στις 27.5.2010 εγγυήθηκε με τη σύμβαση εγγύησης (Τεκμήριο 18) ύψους €2.600.000 για δάνειο ιδίας ημερομηνίας και ιδίου ποσού. Εξ΄ όσων προκύπτει από τα κατατεθέντα τεκμήρια για κάθε πιστωτική διευκόλυνση που ελάμβανε η Εναγόμενη 1 εταιρεία, ο Εναγόμενος 3 υπέγραψε ανάλογη ισόποση σύμβαση εγγύησης η οποία εξυπηρετούσε εκείνη τη συγκεκριμένη διευκόλυνση. Δεν προκύπτει από όσα έχουν δηλωθεί και καταχωρηθεί ότι με το τελευταίο δάνειο εξοφλήθηκαν όλα τα προηγούμενα, ώστε να μην υπάρχει υπόλοιπο από εκείνα και να παρέμενε η οφειλή και συνεπώς η εγγύηση των €2.600.
  2. Έχει και πάλιν τεθεί από το συνήγορο του Καθ΄ ου πως οι εκτιμήσεις δεν είναι ορθές και δεν αντιπροσωπεύουν τις ορθές αξίες και ότι ετοιμάσθηκαν από παλιά. Παρατηρούνται τα εξής αναφορικά με τις εκτιμήσεις Τεκμήρια 30-
  3. Το Τεκμήριο 30 ετοιμάσθηκε στις 29.8.
  4. Το ακίνητο 0/14090 στην Κοίλη εκτιμήθηκε ως κενό χωράφι ενώ εντός αυτού, όπως αναφέρεται στο Τεκμήριο 30, υπάρχει μια συμπληρωμένη και 4 ημιτελείς κατοικίες (εκτιμήθηκε €546.000 αγοραία αξία, €382.000 καταναγκαστική πώληση). Καταγράφονται ως γενικά σχόλια ότι «η γενικότερη κατάσταση της οικονομίας στη χώρα φαίνεται να ανακάμπτει και ο τομέας της κτηματαγοράς να σταθεροποιείται. Παρατηρείται επίσης μια αύξηση του όγκου των πωλήσεων. Η σχετικά αυξανόμενη ζήτηση ακινήτων αναμένεται να σπρώξει εντός των επόμενων 1-2 χρόνων προς τα πάνω τις αξίες των ακινήτων». Το Τεκμήριο 31 αποτελεί την εκτίμηση για τα ακίνητα 07871 και 0/8206, η οποία ετοιμάσθηκε στις 24 Ιουνίου
  5. Γίνεται η ίδια περίπου αναφορά για την οικονομική κατάσταση του τόπου και γενικότερα της οικονομίας και καταγράφεται η διαπίστωση για την αυξητική τάση της οικονομίας η οποία περιλαμβάνει και τις αξίες των ακινήτων. Το Τεκμήριο 32 αφορά την έκθεση εκτίμησης για το ακίνητο 0/8768 στην περιοχή Τάλας, το οποίο ετοιμάσθηκε στις 27 Ιουνίου
  6. Ενώ εντός του τεμαχίου υπάρχει κατοικία, καταγράφεται στην έκθεση πως, σύμφωνα με τις οδηγίες που δόθηκαν και για σκοπούς της εκτίμησης, η αξία της αγνοείται. Επαναλαμβάνεται και σ΄ αυτή την εκτίμηση η διαπίστωση για αύξηση των επενδύσεων και «την επιστροφή των τιμών των ακινήτων σε ανοδική πορεία». Το Τεκμήριο 33 αφορά την εκτίμηση για το ακίνητο 0/7159 στη Γεροσκήπου. Ετοιμάσθηκε στις 27 Ιουνίου
  7. Υπάρχει εντός αυτού κατοικία η οποία παλιά θεωρήθηκε ότι δεν έχει αξία. Επαναλαμβάνεται και σ΄ αυτή την εκτίμηση η διαπίστωση για την αύξηση της τιμής των ακινήτων στα επόμενα χρόνια. Η αίτηση καταχωρήθηκε στις 9.6.2017, δηλαδή ένα έτος μετά τις εκτιμήσεις και δεδομένης της διαπίστωσης που οι ίδιες περιλαμβάνουν για αυξητική τάση στα επόμενα ένα-δύο χρόνια, κρίνεται πως οι ίδιες θέτουν εν αμφιβόλω την εκτιμηθείσα αξία για τα συγκεκριμένα δεδομένα ή τουλάχιστον για το χρόνο καταχώρισης της αίτησης. Εν πάση περιπτώσει με τα δεδομένα των εκτιμήσεων η αγοραία αξία ανερχόταν τον Ιούνιο του 2016 στο ποσό των €2.313.000 με πιθανότητα αύξησης της αξίας τους στα επόμενα 1-2 χρόνια. Πέραν τούτου, στις 19.6.2017 εξεδόθη απόφαση εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 5 για ποσό €2.266.921, πλέον τόκους. Δεν εξηγείται γιατί εναντίον του Εναγομένου 3 το ποσό της απόφασης που αναμένεται να εκδοθεί ανέρχεται γύρω στα €6.000.000 και επίσης δεν αναφέρθηκε εάν έχει προχωρήσει ή όχι η εκτέλεση της απόφασης εναντίον των ανωτέρω Εναγομένων. Έχοντας υπόψη όλα τα ανωτέρω, κρίνεται πως δεν πληρείται η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/
  8. Ακόμη όμως και να πληρείτο, θεωρώ πως το ισοζύγιο της ευχέρειας ή το ορθότερο, το ισοζύγιο της δικαιοσύνης (Francome v. Mirror Group Newspaper
(1984)1 W.L.R. 892) κλίνει υπέρ του Καθ΄ ου δεδομένης και της καθυστέρησης στην καταχώριση της αίτησης, χωρίς μάλιστα επεξήγηση ή αιτιολογία (Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 A.A.Δ. 788) και της μη αναφοράς σε προσπάθεια εκτέλεσης της εκδοθείσας απόφασης, έστω εναντίον της Εναγομένης 1, αφού έχουν εκδοθεί και διατάγματα εκποίησης των ενυπόθηκων ακινήτων. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του Καθ΄ ου η αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, τα οποία θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ............... Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΜ Subject: Civil/Interim Αναφορά: (Interim order) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.