← Κύπρος

N.A. NIKOLAOU (HELIOS ESTATES) LTD κ.α. ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αρ. Αίτησης-Έφεσης: 221/17, 30/3/2018

N.A. NIKOLAOU (HELIOS ESTATES) LTD κ.α. ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αρ. Αίτησης-Έφεσης: 221/17, 30/3/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2018:A108 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Σατολιά, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης-Έφεσης: 221/17 Επί της αφορώσι τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9/65 και επί τοις αφορώσι και τον περί Ακινήτου Περιουσίας Διακατοχή Νόμο Κεφ.224 ως και τις τροποποιήσεις τους. Μεταξύ:

  1. N.A. NIKOLAOU (HELIOS ESTATES) LTD από την Πάφο
  2. Νικολάου Αντώνη Νίκος από την Πάφο Αιτητές-Εφεσείοντες και ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Καθ' ης η Αίτηση-Εφεσίβλητη ___________________ 30.03.2018 Για τους Εφεσείοντες-Αιτητές: κ. Ανδρέας Κασιανής για κ. Ανδρέα Θ. Μαθηκολώνη Για την Εφεσίβλητη-Καθ΄ης η Αίτηση: κα. Μαρία Σωκράτους για κ. CHRYSSES DEMETRIADES & CO. LLC Απόφαση Στις 13.10.2005, με τη Σύμβαση και Δήλωση Υποθήκευσης ακινήτου με αρ. Υ3812/05 και του Εγγράφου Υποθήκης (που στο εξής θα καλούνται «υποθήκη»)[1], ο Εφεσείοντας 2 (που στο εξής θα καλείται «ενυπόθηκος οφειλέτης») υποθήκευσε, προς όφελος της Εφεσίβλητης, το χωράφι με αρ. εγγραφής 2309, Φ/Σχ. XXXV/20, τεμάχιο 473, που βρίσκεται στην τοποθεσία Χόλη, Αγ. Δεμέτιος, Πάφος της Επαρχίας Πάφου (που στο εξής θα καλείται «ενυπόθηκο ακίνητο»)[2]. Η υποθήκη παραχωρήθηκε για σκοπούς εξασφάλισης τραπεζικών διευκολύνσεων που είχαν παραχωρηθεί από την Εφεσίβλητη στην Εφεσείουσα 1 (που στο εξής θα καλείται «πρωτοφειλέτης»), μεταξύ άλλων, υπό τη μορφή δανείου[3], και με τις εγγυήσεις του Εφεσείοντα 2 και της εταιρείας Aristo Developers Ltd[4]. Ο τερματισμός της πιο πάνω συμφωνίας τραπεζικής διευκόλυνσης και της λειτουργίας του αντίστοιχου λογαριασμού δανείου και η παράλειψη εξόφλησης από τους Εφεσείοντες του χρεωστικού του υπολοίπου οδήγησε στην καταχώρηση της αγωγής με αριθμό 2411/13 Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου (που στο εξής θα καλείται «αγωγή») εκ μέρους της Εφεσίβλητης και εναντίον των Εφεσειόντων και της Aristo Developers Ltd, στην οποία, μεταξύ άλλων, ζητείται η ανάκτηση του[5], η εκδίκαση της οποίας εκκρεμεί μέχρι σήμερα. Παρεμβάλλεται, ότι στα πλαίσια της ως άνω αγωγής οι Εφεσείοντες έχουν καταχωρήσει υπεράσπιση και ανταπαίτηση με την οποία εξαιτούνται δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι επίδικες, στην αγωγή, υποθήκες ή και οι δηλώσεις υποθηκών ή και οι συμβάσεις υποθηκών, στις οποίες συμπεριλαμβάνεται και η επίδικη στην υπό συζήτηση έφεση, είναι παράνομες, άκυρες και ανεφάρμοστες ως καταρτισθείσες κατά παράβαση των προνοιών του Νόμου 9/65 και διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την ακύρωση ή και την εξάλειψη τους[6]. Η εφεσίβλητη, στην προσπάθειά της να εισπράξει το λαβείν της, αποφάσισε να προωθήσει τη διαδικασία πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου με πλειστηριασμό από την ίδια, ως ενυπόθηκου δανειστή, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του Μέρους VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου (Ν. 9/1965)(ο οποίος στο εξής θα καλείται «Νόμος»), που εισήχθηκαν σε αυτόν με τον τροποποιητικό Νόμο 142(Ι)/
  3. Ειδικότερα, στις 21.08.2017 επέδωσε στους Εφεσείοντες την ειδοποίηση Τύπου «Ι» (που προβλέπεται στο άρθρο 44Γ

(1)και αναφέρεται στο Δεύτερο Παράρτημα του Νόμου), συνοδευόμενη από κατάσταση λογαριασμού του οφειλόμενου ενυπόθηκου χρέους και των τόκων και από την ειδοποίηση Τύπου «Θ»[7]. Μετά την πιο πάνω εξέλιξη οι Εφεσείοντες επικοινώνησαν με το δικηγόρο τους και, κατόπιν σχετικής νομικής συμβουλής, καταχώρησαν την υπό συζήτηση έφεση, με την οποία επιδιώκουν την ακύρωση και τον παραμερισμό της εν λόγω ειδοποίησης και την αναστολή και/ή την ακύρωση οποιασδήποτε περαιτέρω διαδικασίας πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου, δυνάμει των διατάξεων του Μέρους VIA του Νόμου[8]. Παρόλο που στην έφεση διατυπώνονται δεκαοκτώ υποστηρικτικοί λόγοι, κατά την ακρόαση, ο ευπαίδευτος δικηγόρος των Εφεσειόντων, προώθησε μόνο τους λόγους έφεσης με αριθμούς 5, 7, 8, 10, 11, 13, 14, 17 και 18 εγκαταλείποντας τους υπόλοιπους. Με τους συγκεκριμένους λόγους έφεσης οι Εφεσείοντες ισχυρίζονται ότι: «
  1. Η προσβληθείσα ειδοποίηση Τύπος «Ι» δεν πληροί τις προϋποθέσεις που τάσσει ο Νόμος ή και του Τύπου όπως αυτός παρατίθεται στο Δεύτερο Παράρτημα του Νόμου (Ν.9/65) (λόγος έφεσης με αριθμό 5)
  2. Η προσβληθείσα ειδοποίηση Τύπος «Ι» αποστάληκε προς τους Αιτητές κατά παράβαση των Διαδικασιών ή και των Διατάξεων του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου (Ν.9/1965)ως αυτός έχει τροποποιηθεί ή και των εκδοθέντων υπό αυτού Κανονισμών (λόγος έφεσης με αριθμό 7)
  3. Η προσβληθείσα ειδοποίηση Τύπος «Ι» είναι άκυρη ή και δέον όπως ακυρωθεί ή και παραμεριστεί από το Δικαστήριο καθότι είναι λανθασμένη ή και ελλιπής ή και το περιεχόμενο της είναι λανθασμένο ή και δεν συνάδει ή και αντίκειται στις διατάξεις του Νόμου (Ν.9/1965) ως αυτός έχει τροποποιηθεί ή και του Τύπου όπως αυτός παρατίθεται στο Δεύτερο Παράρτημα του Νόμου (Ν.9/1965) ως αυτός έχει τροποποιηθεί (λόγος έφεσης με αριθμό 8)
  4. Η προσβληθείσα ειδοποίηση Τύπος «Ι» είναι άκυρη ή και δέον όπως ακυρωθεί ή και παραμεριστεί από το Δικαστήριο καθότι το ποσό του ενυπόθηκου υπολοίπου όπως αυτό αναφέρεται στην προσβληθείσα ειδοποίηση Τύπος «Ι» είναι λανθασμένο ή και αυθαίρετο ή και δεν είναι αυτό που αναφέρεται στην επίδικη Σύμβαση και Δήλωση της επίδικης Υποθήκης με αρ. Υ3812/05 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Πάφου (λόγος έφεσης με αριθμό 10)
  5. Η προσβληθείσα ειδοποίηση Τύπος «Ι» είναι άκυρη ή και δέον όπως ακυρωθεί ή και παραμεριστεί από το Δικαστήριο καθότι το ποσοστό του επιτοκίου όπως αναφέρεται στην προσβληθείσα ειδοποίηση Τύπος «Ι» είναι λανθασμένο ή και αυθαίρετο ή και είναι κατά παράβαση της επίδικης Σύμβασης και Δήλωσης της επίδικης Υποθήκης με αρ. Υ3812/05 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Πάφου (λόγος έφεσης με αριθμό 11)
  6. Η προσβληθείσα ειδοποίηση Τύπος «Ι» είναι ελλιπής ή και παράνομη ή και αποστέλλεται κατά παράβαση του ως άνω αναφερόμενου Νόμου αφού η κατάσταση λογαριασμού που την συνοδεύει και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της όπως ο Νόμος ορίζει, είναι περιληπτική ή και ελλιπής ή και δεν αναφέρει ή και δεν επεξηγεί με σαφήνεια και λεπτομέρεια τους τόκους ή και τις χρεώσεις ή και τα έξοδα ή και τον τρόπο υπολογισμού των τόκων (λόγος έφεσης με αριθμό 13)
  7. Η προσβληθείσα ειδοποίηση Τύπος «Ι» είναι παράνομη ή και αποστέλλεται κατά παράβαση του ως άνω αναφερόμενου Νόμου ή και δέον όπως ακυρωθεί ή και παραμεριστεί από το Δικαστήριο αφού η κατάσταση λογαριασμού που την συνοδεύει και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της όπως ο Νόμος επιτάσσει, είναι λανθασμένη ή και το υπόλοιπο που αναγράφεται είναι εσφαλμένο ή και λανθασμένο ή και κατά παράβαση της επίδικης Σύμβασης και Δήλωσης της επίδικης Υποθήκης με αρ. Υ3812/05 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Πάφου (λόγος έφεσης με αριθμό 14)
  8. Η προσβληθείσα ειδοποίηση Τύπος «Ι» είναι άκυρη ή και δεν όπως ακυρωθεί ή και παραμεριστεί από το Δικαστήριο καθότι εκκρεμεί η εκδίκαση της Αγωγής με αρ. 2411/2013 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου στο πλαίσιο των οποίων οι Αιτητές έχουν καταχωρήσει Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση και εξαιτούνται μεταξύ άλλων την ακύρωση ή και την εξάλειψη της επίδικης Σύμβασης και Δήλωσης της επίδικης Υποθήκης με αρ. Υ3812/2005 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Πάφου διότι τα έγγραφα της επίδικης υποθήκης καταρτίστηκαν ή και εγγράφηκαν κατά παράβαση του άρθρου 5 και 21
(1)(γ) του Ν.9/1965 ή και περαιτέρω εξαιτούνται την ακύρωση των όρων των συμφωνιών δανείου και της επίδικης Σύμβασης και Δήλωσης Υποθήκης διότι είναι καταχρηστικοί, αόριστοι και άκυροι ή και διότι οι συμφωνίες πιστωτικών διευκολύνσεων είναι παράνομες και άκυρες (λόγος έφεσης με αριθμό 17)
  1. Η προσβληθείσα Ειδοποίηση Τύπος «Ι» είναι άκυρη ή και δέον όπως ακυρωθεί ή και παραμεριστεί από το Δικαστήριο διότι η όλη διαδικασία που ξεκίνησε με την επίδοση της επίδικης Ειδοποίησης προς πώληση του επίδικου ενυπόθηκου ακινήτου αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας ένεκα του ότι ήδη οι Καθ' ων η Αίτηση εξαιτούνται διάταγμα προς πώληση του επίδικου ενυπόθηκου ακινήτου στο πλαίσιο της Αγωγής 2411/2013 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου (λόγος έφεσης με αριθμό 18)». Στη γραπτή ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης της Εφεσίβλητης εγείρονται οι ακόλουθοι λόγοι για απόρριψη της έφεσης: «
  2. Η Αίτηση/Έφεση είναι πραγματικά και νομικά αβάσιμη και δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις ώστε να επιτραπεί η έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων.
  3. Η προσβαλλόμενη Ειδοποίηση «Ι» είναι ενημερωτικού και πληροφοριακού μόνο χαρακτήρα και δεν επηρεάζει με οποιοδήποτε τρόπο τα έννομα συμφέροντα των Αιτητών - Εφεσειόντων ώστε να υπόκειται σε έφεση δυνάμει του άρθρου 44ΙΓ του Μέρους VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου, Ν. 9/
  4. Οι Αιτητές - Εφεσείοντες έχουν ερμηνεύσει εσφαλμένα τις διατάξεις του Μέρους VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου, Ν. 9/
  5. Δεν αποκαλύπτονται ικανοποιητικοί λόγοι για την έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων και/ή οι λόγοι που προβάλλονται δεν δικαιολογούνται επαρκώς και/ή δεν συνιστούν λόγους ακύρωσης της υπό κρίση Ειδοποίησης «Ι» σύμφωνα με τη σχετική Νομοθεσία.
  6. Η Ένορκη Δήλωση, η οποία συνοδεύει την Αίτηση/Έφεση, δεν περιέχει την αναγκαία τεκμηρίωση ώστε να δικαιολογείται η έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων, με αποτέλεσμα οι προβαλλόμενοι λόγοι ακύρωσης να παραμένουν μετέωροι.
  7. Οι Καθ' ων η Αίτηση - Εφεσίβλητοι έχουν ακολουθήσει ορθά και νομότυπα την διαδικασία που ρυθμίζεται από το Μέρος VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου, Ν. 9/1965, εκδίδοντας και επιδίδοντας την υπό κρίση Ειδοποίηση «Ι» και την συνημμένη στην τελευταία Κατάσταση Λογαριασμού σε πλήρη συμμόρφωση με το περιεχόμενο και τις απαιτήσεις των διατάξεων και προβλεπόμενων Τύπων του εν λόγω Νόμου.
  8. Η Υποθήκη Υ3812/2005 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Πάφου είναι καθ' όλα έγκυρη, νόμιμη και δεσμευτική.
  9. Η παράλληλη προώθηση εκ μέρους των Καθ' ων η Αίτηση - Εφεσίβλητων της Αγωγής Αρ.2411/2013του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου και της υπό κρίση διαδικασίας πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου δυνάμει του Μέρους VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου, Ν. 9/1965, δεν συνιστά κατάχρηση διαδικασίας, αλλά άσκηση εκ μέρους τους των νόμιμων και συμβατικών τους δικαιωμάτων και/ή μία τέτοια παράλληλη προώθηση δεν απαγορεύεται από καμία διάταξη της κείμενης Νομοθεσίας.
  10. Τυχόν έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων θα παραβιάσει το δικαίωμα των Καθ' ων η Αίτηση - Εφεσίβλητων, ως αυτό απορρέει από το Μέρος VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου, Ν. 9/1965, να πωλήσουν το ενυπόθηκο ακίνητο προς εξασφάλιση του λαβείν τους εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, θα αντιστρατεύεται το πνεύμα και τον σκοπό του εν λόγω Νόμου και θα συνιστά επέμβαση στην εξουσία του Νομοθέτη.
  11. Η Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση που έχουν καταχωρήσει οι Εφεσείοντες στα πλαίσια της Αγωγής Αρ. 2411/2013 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου δεν αποτελεί λόγο ακύρωσης της υπό κρίση Ειδοποίησης «Ι» και ούτε μπορεί να αποτελέσει καθ' οιονδήποτε άλλο τρόπο κώλυμα στην προώθηση της διαδικασίας πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου δυνάμει του Μέρους VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου, Ν.9/1965, είτε με βάση το άρθρο 44Γ
(3)(δ) είτε άλλως πως.
  1. Δεν έχουν παραβλαφτεί οποιαδήποτε έννομα συμφέροντα των Αιτητών - Εφεσειόντων από την έκδοση και επίδοση της υπό κρίση Ειδοποίησης «Ι» και/ή δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε θετική προς το αντίθετο μαρτυρία. Οι Αιτητές - Εφεσείοντες είχαν κάθε ευχέρεια να ασκήσουν και άσκησαν κάποια από τα προβλεπόμενα εκ του Νόμου δικαιώματα τους». Η ακρόαση της Έφεσης διεξήχθη στη βάση της ένορκης δήλωσης που την υποστηρίζει και της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει τους λόγους ένστασης, ως επίσης στη βάση των αγορεύσεων των ευπαίδευτων δικηγόρων των δύο πλευρών. Κανένας από τους ενόρκως δηλούντες δεν αντεξετάσθηκε. Οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των διαδίκων είχαν την καλοσύνη να εφοδιάσουν το δικαστήριο με γραπτό κείμενο των ικανών και εμπεριστατωμένων αγορεύσεών τους[9], στις οποίες με νομική και ουσιαστική επιχειρηματολογία υποστηρίζουν την αποδοχή των εκατέρωθεν θέσεων τους. Επανάληψη των επιχειρημάτων τους δεν κρίνεται χρήσιμη. Το Δικαστήριο τα διατηρεί κατά νου, θα αναφερθεί σε αυτά και θα τα αξιολογήσει, στο κατάλληλο στάδιο, σε συνδυασμό με τα επίδικα ζητήματα της Έφεσης, στο βαθμό που αυτό θα κριθεί αναγκαίο για την αιτιολόγηση της απόφασης του. Παραδεκτό έφεσης Το ζήτημα εγείρεται με το λόγο ένστασης με αριθμό 2, με τον οποίο η Εφεσίβλητη ισχυρίζεται ότι «Η προσβαλλόμενη Ειδοποίηση «Ι» είναι ενημερωτικού και πληροφοριακού μόνο χαρακτήρα και δεν επηρεάζει με οποιοδήποτε τρόπο τα έννομα συμφέροντα των Αιτητών - Εφεσειόντων ώστε να υπόκειται σε έφεση δυνάμει του άρθρου 44ΙΓ του Μέρους VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου, Ν. 9/1965». Στη γραπτή αγόρευση της η ευπαίδευτη δικηγόρος της εισηγείται σχετικά ότι η Έφεση είναι απαράδεκτη και υπόκειται σε απόρριψη, χωρίς εξέταση επί της ουσίας της, καθ' ότι η προσβαλλόμενη Ειδοποίηση «Ι» δεν υπόκειται σε έφεση, δυνάμει του άρθρου 44ΙΓ του Μέρους VIA του Ν. 9/
  2. Συγκεκριμένα, όπως υποδεικνύει, η εν λόγω Ειδοποίηση «Ι» είναι ενημερωτικού και πληροφοριακού μόνο χαρακτήρα και δεν επηρεάζει με οποιοδήποτε τρόπο τα έννομα συμφέροντα των Εφεσειόντων, επισημαίνοντας, ότι με τις Ειδοποιήσεις «Θ» και «Ι» που έχουν επιδοθεί στους Εφεσείοντες, αυτοί ενημερώνονται ότι έχει αρχίσει η διαδικασία του πλειστηριασμού όπως προβλέπεται στον Ν.9/1965 και ότι ο ενυπόθηκος δανειστής, ήτοι η Εφεσίβλητη, προτίθεται όπως προχωρήσει στην πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου μέσω ιδιωτικού πλειστηριασμού λόγω της υπερημερίας του ενυπόθηκου οφειλέτη και καλεί τους Εφεσείοντες όπως εξοφλήσουν το ενυπόθηκο χρέος εντός 30 ημερών, αλλιώς η Εφεσίβλητη θα προχωρήσει με τη διαδικασία που έχει θεσπιστεί και επιτρέπει τον ιδιωτικό πλειστηριασμό. Περαιτέρω, με τις Ειδοποιήσεις «Θ» και «Ι» ενημερώνονται οι Εφεσείοντες ότι εάν έχουν οποιεσδήποτε αμφισβητήσεις ή άλλη γνώμη σχετικά με τα όσα αναφέρονται στις εν λόγω Ειδοποιήσεις, να ενημερώσουν την Εφεσίβλητη. Συνεπώς, όπως εισηγείται[10], καμία ζημιά ή βλάβη δεν επιφέρεται στα έννομα συμφέροντα των Εφεσειόντων, αφού με τις Ειδοποιήσεις «Ι» και «Θ» απλά και μόνο δίδεται ενημέρωση ότι δύναται και υπάρχει η πιθανότητα να λάβει χώρα ο ιδιωτικός πλειστηριασμός του ενυπόθηκου ακινήτου εάν και εφόσον οι Εφεσείοντες, είτε δεν εξοφλήσουν το χρέος το οποίο έχει καταστεί υπερήμερο είτε δεν προβάλουν γραπτώς τις οποιεσδήποτε αμφισβητήσεις τους εντός της τιθέμενης από τον Νόμο προθεσμίας, υποδεικνύοντας, ότι δεν εμπεριέχεται στις πιο πάνω Ειδοποιήσεις οποιαδήποτε απόφαση της Εφεσίβλητης για διενέργεια του πλειστηριασμού ούτε καθορίζεται χρονικά οποιοσδήποτε τέτοιος πλειστηριασμός. Στη γραπτή αγόρευση του ευπαίδευτου δικηγόρου των Εφεσειόντων, προς υποστήριξη της εισήγησής του, ότι τα έννομα συμφέροντα τους παραβλάπτονται από την επίδικη Ειδοποίηση Τύπου «Ι», αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι θα πρέπει καταρχάς να γίνει αντιληπτή από το Δικαστήριο η σημαντικότητα και η αναγκαιότητα αποστολής και επίδοσης ειδοποιήσεων Τύπου «Ι» στο πλαίσιο της διαδικασίας και των προνοιών του ΜΕΡΟΥΣ VIA του Ν.9/
  3. Η σημαντικότητα της αποστολής τέτοιων ειδοποιήσεων Τύπου «Ι» έγκειται στο ότι είναι μέσω της ειδοποίησης Τύπου «Ι» που άρχεται η διαδικασία για την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου από τον ενυπόθηκο δανειστή με βάση τις διατάξεις του ΜΕΡΟΥΣ VIA του Ν.9/1965 ως έχει τροποποιηθεί. Στην επίδικη ειδοποίηση αναφέρεται το κατ' ισχυρισμό ενυπόθηκο οφειλόμενο υπόλοιπο, οι τόκοι και τα έξοδα τα οποία ο ενυπόθηκος οφειλέτης κατ' ισχυρισμό της Εφεσίβλητης οφείλει σε αυτήν και για αυτό του δίδεται το δικαίωμα έφεσης με το οποίο να μπορεί να αμφισβητήσει την διαδικασία που επιχειρείται να αρχίσει. Περαιτέρω επιβάλλεται όπως η εν λόγω ειδοποίηση πρέπει να επιδοθεί στον ενυπόθηκο οφειλέτη και σε οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο. Ως εκ τούτου, πρόκειται για μια πολύ σημαντική ειδοποίηση αφού είναι στην βάση αυτής που ο ενυπόθηκος οφειλέτης και οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο ενημερώνεται για την έναρξη της διαδικασίας πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου και για αυτό του δίδεται η δυνατότητα να ασκήσει έφεση εναντίον αυτής, αναφορικά με θέματα που άπτονται της εγκυρότητας ή και της νομιμότητας της αλλά και σε σχέση με το περιεχόμενο της ειδοποίησης σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου. Το άρθρου 44ΙΓ του Νόμου διαλαμβάνει ότι: «Αναφορικά με την άσκηση των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων του ενυπόθηκου δανειστή, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Μέρους, ενυπόθηκος οφειλέτης ή οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο, του οποίου τα έννομα συμφέροντα παραβλάπτονται από οποιαδήποτε ειδοποίηση ή πράξη, στα πλαίσια του παρόντος Μέρους, δύναται εντός χρονικής περιόδου που δεν υπερβαίνει τις τριάντα
(30)ημέρες από την ημερομηνία που το πρόσωπο γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει για τέτοια ειδοποίηση ή πράξη, να καταχωρίσει έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο: Νοείται ότι, οι διατάξεις των άρθρων 80 και 81 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου εφαρμόζονται, κατ' αναλογίαν και όπου στα πιο πάνω άρθρα αναφέρεται η λέξη «Διευθυντής», για σκοπούς εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων, αυτή αντικαθίσταται με τις λέξεις «ενυπόθηκος δανειστής»» (Η υπογράμμιση είναι του γράφοντος). Από το λεκτικό του άρθρου 44ΙΓ προκύπτει ότι δικαίωμα καταχώρησης σε οποιαδήποτε ειδοποίηση ή πράξη του ενυπόθηκου δανειστή, δυνάμει του Μέρους VIA, έχει ο ενυπόθηκος οφειλέτης και οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο, υπό την προϋπόθεση όμως ότι τα έννομα συμφέροντά τους παραβλάπτονται από τη συγκεκριμένη ειδοποίηση ή πράξη. Στο άρθρο 44ΙΕ του Μέρους VIA προνοείται, ότι, για τους σκοπούς αυτού του Μέρους του Νόμου, ««ενδιαφερόμενο πρόσωπο» σημαίνει οποιοδήποτε πρόσωπο έχει δικαίωμα σε οποιοδήποτε μέρος του εκπλειστηριάσματος της πώλησης, όπως αυτό προκύπτει από έρευνα στα μητρώα του Κτηματολογίου και περιλαμβάνει οποιουσδήποτε εγγυητές σε σχέση με το ενυπόθηκο χρέος» (Η υπογράμμιση είναι του γράφοντος). Στην υπό συζήτηση περίπτωση, ως έχει εξηγηθεί ανωτέρω, η Εφεσείουσα 1 είναι πρωτοφειλέτης του δανείου, προς εξασφάλιση του οποίου εγγράφηκε η υποθήκη και ο Εφεσείοντας 2 είναι ο ενυπόθηκος οφειλέτης και εγγυητής, με την προσωπική του εγγύηση, του δανείου. Το δικαστήριο κρίνει ότι η Εφεσείουσα 1, υπό την ιδιότητα της πρωτοφειλέτη, δεν είναι ενδιαφερόμενο πρόσωπο, εντός της εννοίας του άρθρου 44ΙΕ, διότι δεν έχει κανένα δικαίωμα σε οποιοδήποτε μέρος του εκπλειστηριάσματος της πώλησης, καθώς, αφενός μεν δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος της Σύμβασης και Δήλωσης Υποθηκεύσεως Ακινήτου και του Εγγράφου Υποθήκης[11], αφετέρου δε δεν έχει προσκομίσει καμιά μαρτυρία, η οποία να καταδεικνύει, ότι, από έρευνα στα μητρώα του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου, έχει ένα τέτοιο δικαίωμα. Επομένως δεν έχει δικονομικό δικαίωμα άσκησης έφεσης εναντίον της επίδικης ειδοποίησης Τύπου "I" στη βάση του άρθρου 44ΙΓ του Νόμου. Αναφορικά με τον Εφεσείοντα 2, επειδή αυτός, είτε, ως ενυπόθηκος οφειλέτης, είτε ως εγγυητής, που κατά τη διάταξη του άρθρου 44ΙΕ είναι ενδιαφερόμενο πρόσωπο, έχει δικονομικό δικαίωμα άσκησης έφεσης κατά της επίδικης ειδοποίησης, στη βάση του άρθρου 44ΙΓ, για να κριθεί το παραδεκτό της έφεσης του, θα πρέπει να εξετασθεί εάν τα έννομα συμφέροντά του παραβλάπτονται από την αποστολή της επίδικης ειδοποίησης. Στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την έφεση, προβάλλεται ο ισχυρισμός, ότι τα δικαιώματα των Εφεσειόντων «παραβλάπτονται από την επίδοση της παρούσας ειδοποίησης Τύπου «Ι», διότι εάν δεν παραμεριστεί με την παρούσα Αίτηση - Έφεση και αφεθούν οι Καθ' ων η Αίτηση να προχωρήσουν με την επίδοση της επόμενης Ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ» και Τύπου «ΙΒ» όπου με την τελευταία θα καλούν τον ενυπόθηκο οφειλέτη να διορίσει εκτιμητή της επιλογής του, αυτό θα συνεπάγεται σε περαιτέρω έξοδα από πλευράς μου, ειδικότερα από την στιγμή ενόψει της εκκρεμοδικίας της Ανταπαίτησης μας η διαδικασία πώλησης θα πρέπει να ανασταλεί ή να ακυρωθεί μέχρι τελεσφόρησης και πλήρους αποπεράτωσης της»[12] (Η υπογράμμιση είναι του γράφοντος). Προς αντίκρουση του συγκεκριμένου ισχυρισμού στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση, αναφέρεται ότι «.... η παρούσα Αίτηση/Έφεση είναι απαράδεκτη και υπόκειται σε απόρριψη, χωρίς εξέταση επί της ουσίας της, καθ' ότι η προσβαλλόμενη Ειδοποίηση «Ι» δεν υπόκειται σε έφεση δυνάμει του άρθρου 44ΙΓ του Μέρους VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου, Ν. 9/1965»[13] και ότι «Συγκεκριμένα, η εν λόγω Ειδοποίηση «Ι» είναι ενημερωτικού και πληροφοριακού μόνο χαρακτήρα και δεν επηρεάζει με οποιοδήποτε τρόπο τα έννομα συμφέροντα των Εφεσειόντων. Με τις Ειδοποιήσεις «Θ» και «Ι» που έχουν επιδοθεί στους Εφεσείοντες, ενημερώνονται όλοι οι ενδιαφερόμενοι ότι έχει αρχίσει η διαδικασία του πλειστηριασμού και ότι ο ενυπόθηκος δανειστής, ήτοι οι Εφεσίβλητοι, προτίθενται όπως προχωρήσουν στην πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου μέσω ιδιωτικού πλειστηριασμού λόγω της υπερημερίας του ενυπόθηκου οφειλέτη και καλούν όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη όπως εξοφλήσουν το ενυπόθηκο χρέος εντός 30 ημερών, αλλιώς οι Εφεσίβλητοι θα προχωρήσουν με τη διαδικασία που έχει θεσπιστεί και επιτρέπει τον ιδιωτικό πλειστηριασμό. Περαιτέρω, με τις Ειδοποιήσεις «Θ» και «Ι» ενημερώνονται οι Εφεσείοντες ότι εάν έχουν οποιεσδήποτε αμφισβητήσεις ή άλλη γνώμη σχετικά με τα όσα αναφέρονται στις ειδοποιήσεις, να ενημερώσουν τους Εφεσίβλητους. Συνεπώς, καμία ζημιά ή βλάβη δεν επιφέρεται στα έννομα συμφέροντα των Εφεσειόντων,αφού με τις Ειδοποιήσεις «Ι» και «Θ» απλά και μόνο δίδεται ενημέρωση ότι δύναται και υπάρχει η πιθανότητα να λάβει χώρα ο ιδιωτικός πλειστηριασμός του ενυπόθηκου ακινήτου εάν και εφόσον οι Εφεσείοντες, (και εν γένει τα ενδιαφερόμενα μέρη), είτε δεν εξοφλήσουν το χρέος το οποίο έχει καταστεί υπερήμερο είτε δεν προβάλουν γραπτώς τις οποιεσδήποτε αμφισβητήσεις τους εντός της τιθέμενης από τον Νόμο προθεσμίας»[14]. Διαπιστώνεται, ότι στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την έφεση, ο Εφεσείοντας 2, δεν περιλαμβάνει καμιά αναφορά, σε σχέση με τη συγκεκριμένη δικονομική προϋπόθεση και δη πως και με πιο συγκεκριμένο τρόπο και ποια έννομα συμφέροντα του παραβλάφθηκαν από την αποστολή της επίδικης ειδοποίησης, πέραν του γενικού ισχυρισμού, ότι εάν δεν παραμερισθεί με την παρούσα έφεση και αφεθεί η Εφεσίβλητη να προχωρήσει, με την επίδοση των επόμενων ειδοποιήσεων Τύπου "IA" και "IB", αυτό θα συνεπάγεται περαιτέρω έξοδα από την πλευρά του. Συναφώς, στην απουσία τέτοιας μαρτυρίας, κρίνεται, ότι η έφεση πάσχει από άποψη τυπικής (δικονομικής) βασιμότητας και για τον Εφεσείοντα 2 και για αυτό το λόγο θα πρέπει να απορριφθεί χωρίς να εξετασθεί επί της ουσίας της. Παρέλκει η επισήμανση, ότι οι όποιες αναφορές του ευπαίδευτου δικηγόρου του εφεσείοντα στο συγκεκριμένο ζήτημα, στη γραπτή του αγόρευση, δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, καθώς, όπως είναι νομολογημένο, η αγόρευση δεν συνιστά μαρτυρία. Επιπρόσθετα, για το ίδιο ζήτημα, το Δικαστήριο, αποδεχόμενο τη σχετική εισήγηση της ευπαίδευτης δικηγόρου της Εφεσίβλητης, κρίνει, ότι με την επίδοση της έγγραφης ειδοποίησης, κατά τον Τύπο «I» του Δεύτερου Παραρτήματος του Νόμου, συνοδευόμενης από την ειδοποίηση που αναφέρεται στον Τύπο «Θ» του Δεύτερου Παραρτήματος του Νόμου[15] και την κατάσταση λογαριασμού του οφειλόμενου ενυπόθηκου χρέους, δεν παραβλάφτηκαν οποιαδήποτε έννομα συμφέροντα του Εφεσείοντα 2, αφού με αυτή, το μόνο που συνέβη είναι ότι ειδοποιήθηκε για το οφειλόμενο ποσό του ενυπόθηκου χρέους που έχει καταστεί απαιτητό, κλήθηκε να το εξοφλήσει εντός τριάντα
(30)ημερών και ενημερώθηκε ότι σε περίπτωση μη εξόφλησης, η Εφεσίβλητη θα προχωρήσει να ασκήσει το δικαίωμά της για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου με βάση τις διατάξεις του Μέρους VIA του Νόμου. Από το περιεχόμενο της ειδοποίησης Τύπου «Ι» είναι σαφές, ότι πρόκειται για ειδοποίηση ξεκάθαρα ενημερωτικού χαρακτήρα και ότι, λόγω της φύσης της, η επίδοσή της καμιά ζημιά ή βλάβη δεν έχει επιφέρει στα έννομα συμφέροντα του Εφεσείοντα 2 και για τον επιπρόσθετο λόγο, ότι, σε αυτή δεν περιέχεται οποιαδήποτε απόφαση της Εφεσίβλητης για διενέργεια του πλειστηριασμού, ούτε καθορίζεται χρονικά οποιοσδήποτε τέτοιος πλειστηριασμός. Παρά την πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου ότι είναι η έφεση είναι τυπικά αβάσιμη, κρίνεται σκόπιμη η ενασχόληση και με τα υπόλοιπα επίδικα ζητήματα, που αφορούν την ουσιαστική βασιμότητά της, προκειμένου να έχουν οι διάδικοι την ολοκληρωμένη προσέγγιση του Δικαστηρίου σε όλα τα επίδικα ζητήματα που έχουν εγερθεί. Λόγοι έφεσης με αριθμούς 5, 7 και 8 Με τους συγκεκριμένους λόγους έφεσης οι Εφεσείοντες ισχυρίζονται ότι η επίδικη ειδοποίηση Τύπου «Ι» (α) δεν πληροί τις προϋποθέσεις που τάσσει ο Νόμος ή και του Τύπου όπως αυτός παρατίθεται στο Δεύτερο Παράρτημα του Νόμου (Ν.9/65) (λόγος έφεσης με αριθμό 5), (β) αποστάληκε προς τους Αιτητές κατά παράβαση των Διαδικασιών ή και των Διατάξεων του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου (Ν.9/1965)ως αυτός έχει τροποποιηθεί ή και των εκδοθέντων υπό αυτού Κανονισμών (λόγος έφεσης με αριθμό 7) και (γ) είναι άκυρη ή και δέον όπως ακυρωθεί ή και παραμεριστεί από το Δικαστήριο καθότι είναι λανθασμένη ή και ελλιπής ή και το περιεχόμενο της είναι λανθασμένο ή και δεν συνάδει ή και αντίκειται στις διατάξεις του Νόμου (Ν.9/1965) ως αυτός έχει τροποποιηθεί ή και του Τύπου όπως αυτός παρατίθεται στο Δεύτερο Παράρτημα του Νόμου (Ν.9/1965) ως αυτός έχει τροποποιηθεί (λόγος έφεσης με αριθμό 8). Από το περιεχόμενο της επίδικης ειδοποίησης Τύπου «Ι»[16] προκύπτει ότι συνάδει πλήρως με τον προβλεπόμενο Τύπο «Ι» στο Δεύτερο Παράρτημα του Νόμου. Επιπρόσθετα από την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία καταδεικνύεται, ότι εκδόθηκε και αποστάληκε στους Εφεσείοντες κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 44Γ
(1)του Νόμου και ότι συνοδεύεται από κατάσταση λογαριασμού του οφειλόμενου ενυπόθηκου χρέους, ως προνοείται στο υπ' αναφορά άρθρο, και από την ειδοποίηση κατά τον τύπο «Θ» του Δεύτερου Παραρτήματος του Νόμου, ως προνοείται στο άρθρο 44Β
(2)(β) του Νόμου. Στη βάση των ως άνω διαπιστώσεων οι λόγοι έφεσης με αριθμούς 5, 7 και 8 απορρίπτονται. Λόγοι έφεσης 10, 11, 13 και 14 Με τους συγκεκριμένους λόγους έφεσης οι Εφεσείοντες ισχυρίζονται, ότι η επίδικη ειδοποίηση Τύπου «Ι» είναι άκυρη και πρέπει να παραμερισθεί από το Δικαστήριο διότι (α) το ποσό του ενυπόθηκου υπολοίπου όπως αυτό αναφέρεται στην προσβληθείσα ειδοποίηση Τύπος «Ι» είναι λανθασμένο ή και αυθαίρετο ή και δεν είναι αυτό που αναφέρεται στην επίδικη Σύμβαση και Δήλωση της επίδικης Υποθήκης με αρ. Υ3812/05 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Πάφου (λόγος έφεσης με αριθμό 10), (β) το ποσοστό του επιτοκίου όπως αναφέρεται στην προσβληθείσα ειδοποίηση Τύπος «Ι» είναι λανθασμένο ή και αυθαίρετο ή και είναι κατά παράβαση της επίδικης Σύμβασης και Δήλωσης της επίδικης Υποθήκης με αρ. Υ3812/05 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Πάφου (λόγος έφεσης με αριθμό 11), (γ) είναι ελλιπής ή και παράνομη ή και αποστέλλεται κατά παράβαση του ως άνω αναφερόμενου Νόμου αφού η κατάσταση λογαριασμού που την συνοδεύει και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της όπως ο Νόμος ορίζει, είναι περιληπτική ή και ελλιπής ή και δεν αναφέρει ή και δεν επεξηγεί με σαφήνεια και λεπτομέρεια τους τόκους ή και τις χρεώσεις ή και τα έξοδα ή και τον τρόπο υπολογισμού των τόκων (λόγος έφεσης με αριθμό 13) και (δ) είναι παράνομη ή και αποστέλλεται κατά παράβαση του ως άνω αναφερόμενου Νόμου ή και δέον όπως ακυρωθεί ή και παραμεριστεί από το Δικαστήριο αφού η κατάσταση λογαριασμού που την συνοδεύει και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της όπως ο Νόμος επιτάσσει, είναι λανθασμένη ή και το υπόλοιπο που αναγράφεται είναι εσφαλμένο ή και λανθασμένο ή και κατά παράβαση της επίδικης Σύμβασης και Δήλωσης της επίδικης Υποθήκης με αρ. Υ3812/05 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Πάφου (λόγος έφεσης με αριθμό 14). Οι συγκεκριμένοι λόγοι έφεσης σχετίζονται με την ορθότητα του οφειλόμενου ποσού του ενυπόθηκου χρέους και του επιτοκίου που απαιτεί η Εφεσίβλητη με την επίδικη ειδοποίηση, καθώς και της κατάστασης λογαριασμού που τη συνοδεύει, η οποία, κατά τους Εφεσείοντες, δεν αναφέρει, με σαφήνεια και την αναγκαία λεπτομέρεια, τους τόκους, τις χρεώσεις, τα έξοδα και τον τρόπο υπολογισμού των τόκων. Στη γραπτή του αγόρευση ο ευπαίδευτος δικηγόρος των Εφεσειόντων εισηγείται, μεταξύ άλλων, ότι το έγγραφο που επισυνάπτεται ως κατάσταση λογαριασμού που συνοδεύει την προσβαλλόμενη ειδοποίηση Τύπος «Ι» δεν είναι ή και δεν αποτελεί ή και δεν συνιστά κατάσταση λογαριασμού. Το εν λόγω έγγραφο απλώς αναγράφει τα ισχυριζόμενα από την Εφεσίβλητη ποσά χωρίς οποιαδήποτε κατάσταση λογαριασμού ή και χωρίς την ύπαρξη οποιονδήποτε λεπτομερειών των χρεοπιστώσεων του επίδικου λογαριασμού και κυρίως χωρίς την ύπαρξη οποιασδήποτε επεξήγησης αναφορικά με τον υπολογισμό ή και την χρέωση του τόκου ή και το ποσοστό του επιτοκίου. Περαιτέρω, η επίδικη κατάσταση λογαριασμού δεν αναφέρει αναλυτικά πως προκύπτει το εν λόγω ισχυριζόμενο από την Εφεσίβλητη υπόλοιπο ούτε και αναφέρονται οποιεσδήποτε χρεοπιστώσεις ή και δεν παρουσιάζεται η κίνηση του λογαριασμού από την ημερομηνία που αυτός ανοίχθηκε ή και ξεκίνησε να λειτουργεί. Στη βάση των ανωτέρω η θέση του είναι ότι αυτή η παράλειψη είναι πολύ σοβαρή διότι θα έπρεπε η ειδοποίηση να συνοδεύεται από αναλυτική κατάσταση του ενυπόθηκου υπολοίπου ούτως ώστε ο ενυπόθηκος οφειλέτης να μπορεί να διαπιστώσει και ο ίδιος κατά πόσο είναι ορθό το υπόλοιπο που ο ενυπόθηκος δανειστής ισχυρίζεται ότι ο πρώτος οφείλει, και έτσι να έχει αξία και η παράγραφος 4 της ειδοποίησης που καλεί τον ενυπόθηκο οφειλέτη να αποστείλει τη διαφωνία του στον ενυπόθηκο δανειστή. Πως είναι δυνατό, αναρωτιέται, ο ενυπόθηκος οφειλέτης και οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο να διαπιστώσει την ορθότητα του υπολοίπου από την στιγμή που του αποστέλλεται μια περιληπτική κατάσταση λογαριασμού χωρίς επεξήγηση αναφορικά με την χρέωση ή και τον υπολογισμό ή ακόμα και την κεφαλαιοποίηση του τόκου ή και άλλων εξόδων. Ως εκ τούτου, είναι η θέση του ότι η επίδικη ειδοποίηση θα πρέπει να ακυρωθεί και να παραμεριστεί από το Δικαστήριο διότι η κατάσταση λογαριασμού που τη συνοδεύει και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της είναι περιληπτική και ελλιπής και δεν αναφέρεται στην εν λόγω κατάσταση λογαριασμού ούτε και επεξηγείται με σαφήνεια και λεπτομέρεια ο τόκος ή και οι χρεώσεις ή και τα έξοδα ή και ο τρόπος υπολογισμού των τόκων ή ακόμα και η κεφαλαιοποίηση τους, αλλά και ούτε αναφέρεται από πότε υπολογίστηκε ο τόκος και το ενυπόθηκο υπόλοιπο αφού πρόκειται για μια κατάσταση λογαριασμού που ξεκινά με εκ μεταφοράς υπόλοιπο από τις 31.12.2016. Περαιτέρω, και πάρα πολύ σημαντικό είναι και το γεγονός ότι η κατάσταση λογαριασμού που συνοδεύει την επίδικη ειδοποίηση και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της δεν συνιστά κατάσταση λογαριασμού του κατ' ισχυρισμό ενυπόθηκου οφειλόμενου χρέους, ως επιβάλλεται από το άρθρο 44Γ
(1), αλλά συνιστά κατάσταση λογαριασμού του κατ' ισχυρισμό χρέους της Εφεσείουσας 1. Στη γραπτή της αγόρευση η ευπαίδευτη δικηγόρος της Εφεσίβλητης εισηγείται σχετικά, ότι αυτή όφειλε, σύμφωνα με το άρθρο 44Γ
(1)του Νόμου, να επιδώσει στους Εφεσείοντες κατάσταση λογαριασμού του οφειλόμενου ενυπόθηκου χρέους, των τόκων και όλων των εξόδων για την είσπραξη του μαζί με την Ειδοποίηση «Ι» που είχε εκδώσει και επιδώσει στους Εφεσείοντες και με την οποία τους καλούσε να εξοφλήσουν τα αναφερόμενα εκεί οφειλόμενα ποσά εντός 30 ημερών. Είναι η θέση της, όπως φαίνεται μέσα και από τα τεκμήρια 3 και 4 που επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την έφεση και το τεκμήριο Ε που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση, ότι η εφεσίβλητη συμμορφώθηκε με την πιο πάνω υποχρέωση της και επέδωσε στους Εφεσείοντες κατάσταση λογαριασμού του οφειλόμενου ενυπόθηκου χρέους και των τόκων αυτού, επισυνάπτοντας αυτήν στην αντίστοιχη Ειδοποίηση «Ι», υποδεικνύοντας, ότι οι ισχυρισμοί που προβάλλουν οι Εφεσείοντες σχετικά με τους πιο πάνω λόγους έφεσης είναι γενικοί και αόριστοι και δεν εξειδικεύεται που έγκειται η κατ' ισχυρισμόν αυθαιρεσία ή παρατυπία της Εφεσίβλητης στον υπολογισμό του ενυπόθηκου υπολοίπου ή ποσοστού επιτοκίου, με αποτέλεσμα οι εν λόγω ισχυρισμοί να παραμένουν μετέωροι και να υπόκεινται σε απόρριψη χωρίς εξέταση επί της ουσίας τους. Άλλωστε, όπως επισημαίνει, δεν προβλέπεται στο Δεύτερο Παράρτημα του Νόμου συγκεκριμένος Τύπος για το περιεχόμενο που θα πρέπει να φέρει η κατάσταση λογαριασμού των οφειλόμενων ενυπόθηκων χρεών, των τόκων και όλων των εξόδων για την είσπραξη τους που θα πρέπει σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 44Γ
(1)του Νόμου να συνοδεύει την Ειδοποίηση «Ι», τονίζοντας, ότι αυτό το οποίο έχει σημασία είναι η επάρκεια και η σαφήνεια του περιεχομένου της απαιτούμενης κατάστασης λογαριασμού, ώστε να δύνανται οι εκάστοτε οφειλέτες να αντιλαμβάνονται ποιο είναι το ποσό του ενυπόθηκου χρέους, των τόκων και των εξόδων που οφείλουν να καταβάλουν στον ενυπόθηκο δανειστή τους εντός της ταχθείσας προθεσμίας. Περαιτέρω, αναφέρει ότι το περιεχόμενο της υπό κρίση κατάστασης λογαριασμού δεν πρέπει να ιδωθεί μεμονωμένα αλλά σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της υπό κρίση Ειδοποίησης «Ι» την οποία συνοδεύει. Από μία απλή ανάγνωση των δύο αυτών εγγράφων, προκύπτει αβίαστα πως είχαν δοθεί στους Εφεσείοντες όλες οι απαιτούμενες λεπτομέρειες του ενυπόθηκου χρέους καθώς και των τόκων που είχαν προκύψει επί αυτού και των εξόδων για την είσπραξη του (τα οποία έξοδα ήταν μηδενικά). Ειδικότερα, στα δύο πιο πάνω έγγραφα αναφέρονται, τόσο το ποσό του ενυπόθηκου χρέους που εξασφάλιζε η Υποθήκη Υ3812/2005, όσο και το ποσό των δεδουλευμένων τόκων που προέκυπταν μέχρι τις 31.12.2016, καθώς και ο τρόπος με τον οποίο οι τόκοι αυτοί είχαν υπολογιστεί, είχε προσδιοριστεί και το συγκεκριμένο ποσοστό του ετήσιου κυμαινόμενου επιτοκίου με το οποίο το ενυπόθηκο χρέος χρεωνόταν, ήτοι 2,00% και συνάμα προσδιορίστηκαν και ο δείκτης επιτοκίου και το ύψος της προσαύξησης από τα οποία το εν λόγω επιτόκιο αποτελείτο. Είχε περαιτέρω προσδιοριστεί και η συχνότητα αλλά και οι ημερομηνίες κεφαλαιοποίησης των τόκων. Το πιο πάνω ποσοστό επιτοκίου είχε προσδιοριστεί, δε, σε πλήρη συμμόρφωση με τα προβλεπόμενα στη Σύμβαση Δήλωσης και Έγγραφο Υποθήκης της επίδικης Υποθήκης, τα οποία είχαν συμφωνηθεί μεταξύ των μερών (Βλ. τεκμήρια Β και Ε της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την ένσταση σε συνδυασμό με τεκμήρια 3 και 4 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την έφεση). Όπως επισημαίνεται, οι Εφεσείοντες δεν ισχυρίζονται ότι έχουν παραβλαφθεί με οποιοδήποτε τρόπο τα έννομα συμφέροντα τους από τις οποιεσδήποτε «παρατυπίες» που προσάπτουν στην υπό κρίση κατάσταση λογαριασμού και ούτε έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε σχετική προς τούτο μαρτυρία. Αντίθετα, με βάση την ενημέρωση που έλαβαν μέσω της Ειδοποίησης «Ι» και της συνημμένης κατάστασης λογαριασμού, οι Εφεσείοντες πληροφορήθηκαν για το δικαίωμα που είχαν να αμφισβητήσουν την ορθότητα του οφειλόμενου ενυπόθηκου χρέους. Εάν οι Εφεσείοντες είχαν διαφορετική γνώμη για τα ποσά που εμφαίνονταν στην εν λόγω κατάσταση λογαριασμού, μπορούσαν να πληροφορήσουν περί τούτο την Εφεσίβλητη γραπτώς εντός 30 ημερών από την παραλαβή της Ειδοποίησης «Ι», όπως τους είχε γνωστοποιηθεί μέσω του τελευταίου εδαφίου της εν λόγω Ειδοποίησης. Αντ' αυτού, επέλεξαν να καταχωρήσουν την παρούσα έφεση ζητώντας την ακύρωση και τον παραμερισμό της υπό κρίση Ειδοποίησης «Ι», προβάλλοντας όμως γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς ως προς τις κατ' ισχυρισμόν παράνομες χρεώσεις και άκυρες και καταχρηστικές ρήτρες, δυνάμει των οποίων κατ' ισχυρισμόν υπολογίστηκε αυθαίρετα και λανθασμένα το αξιούμενο οφειλόμενο ενυπόθηκο χρέος, χωρίς να παρέχουν συγκεκριμένους λόγους στη βάση των οποίων να αμφισβητούν συγκεκριμένες χρεώσεις ή τον τρόπο υπολογισμού των τόκων ή του ενυπόθηκου χρέους, ώστε να μπορεί να απαντήσει ή να ενεργήσει ανάλογα η Εφεσίβλητη. Υπογραμμίζεται τέλος, ότι προκύπτει αδιαμφισβήτητα μέσα από το περιεχόμενο της υπό κρίση Ειδοποίησης «Ι» και της συνημμένης Κατάστασης Λογαριασμού, ότι το ποσό το οποίο καλούνται να αποπληρώσουν οι Εφεσείοντες δυνάμει της Ειδοποίησης «Ι», είναι το ενυπόθηκο χρέος της επίδικης Υποθήκης Υ3812/2005 και όχι το χρεωστικό υπόλοιπο των λογαριασμών των τραπεζικών διευκολύνσεων που η επίδικη Υποθήκη εξασφαλίζει και ότι οι ισχυρισμοί των Εφεσειόντων περί ύπαρξης άκυρων και καταχρηστικών ρητρών, πέραν του ότι δεν εξειδικεύονται οι κατ' ισχυρισμόν ρήτρες που εκλαμβάνονται ως καταχρηστικές έτσι ώστε να μπορούν να τύχουν εξέτασης, είναι νόμω αβάσιμοι, καθώς ο περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμος του 1996, Ν.93(I)/1996, δεν τυγχάνει εφαρμογής σε νομικά πρόσωπα (βλ. άρθρα 2 και 3
(1)του Ν.93(Ι)/1996) και οι συμφωνίες τραπεζικών διευκολύνσεων που συνήψε η Εφεσείουσα 1 ως πρωτοφειλέτης με την Εφεσίβλητη εκπίπτουν του πεδίου προστασίας του εν λόγω Νόμου, υποδεικνύοντας, ότι οι Εφεσείοντες δεν προβάλλουν τη θέση ότι είχαν πρόθεση ή τα χρήματα να εξοφλήσουν το ενυπόθηκο χρέος αλλά εμποδίστηκαν από οποιαδήποτε κατ' ισχυρισμόν παρατυπία στην υπό κρίση κατάσταση λογαριασμού. Στη βάση των ανωτέρω η θέση της Εφεσίβλητης είναι, ότι ακόμη και εάν υπάρχει οποιαδήποτε παρατυπία στην εν λόγω κατάσταση λογαριασμού (την οποία αυτή αρνείται), οι Εφεσείοντες δεν έχουν υποστεί οποιαδήποτε ζημιά και ως εκ τούτου ελλείπει το αναγκαίο πραγματικό υπόβαθρο ώστε να ακυρωθεί η υπό κρίση Ειδοποίηση «Ι» στη βάση των πιο πάνω αιτιάσεων. Στο άρθρο 44Γ
(1)του Νόμου προνοείται ότι η έγγραφη ειδοποίηση κατά τον Τύπο «Ι» του Δεύτερου Παραρτήματος, πρέπει να συνοδεύεται από «κατάσταση λογαριασμού του οφειλόμενου ενυπόθηκου χρέους, των τόκων και όλων των εξόδων για την είσπραξή του». Στο Δεύτερο Παράρτημα του Νόμου δεν προβλέπεται συγκεκριμένος τύπος που θα πρέπει να έχει η κατάσταση λογαριασμού. Ο σκοπός της δεν είναι άλλος από την ενημέρωση του ενυπόθηκου οφειλέτη (και οποιουδήποτε άλλου ενδιαφερόμενου προσώπου) για το συγκεκριμένο ποσό του οφειλόμενου ενυπόθηκου χρέους, το οποίο έχει καταστεί υπερήμερο[17] και απαιτητό και το οποίο καλείται με την ειδοποίηση Τύπου «Ι» να εξοφλήσει μέσα σε «προθεσμία όχι μικρότερη των τριάντα
(30)ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της ειδοποίησης». Έπεται, ότι, στην απουσία καθορισμένου τύπου, η συμμόρφωση της κατάστασης λογαριασμού με την πρόνοια του άρθρου 44Γ
(1)(ανωτέρω), κρίνεται, κατά περίπτωση, με βάση όχι τον τύπο, αλλά το περιεχόμενό της. Στην υπό συζήτηση έφεση, η κατάσταση λογαριασμού[18], που συνοδεύει την επίδικη ειδοποίηση Τύπου «Ι», έχει το ακόλουθο περιεχόμενο: «Τράπεζα Κύπρου ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΥ ΤΟΥ ΟΦΕΙΛΟΜΕΝΟΥ ΕΝΥΠΟΘΗΚΟΥ ΧΡΕΟΥΣ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 31/12/2016 ΕΝΥΠΟΘΗΚΟΣ ΟΦΕΙΛΕΤΗΣ: ΝΙΚΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΠΡΩΤΟΦΕΙΛΕΤΗΣ: N.A. NIKOLAOU (HELIOS ESTATES) LTD Υπόλοιπο Υποθήκης Υποθήκη Υ3812/2005 Ποσό Υποθήκης €35.880,63 Τόκοι €18.383,05 ____________________ €54.263,68 Συνολικό υπόλοιπο υποθήκης €54.263,68 ______________________________________________________________________________ Οφειλόμενο ενυπόθηκο χρέος €54.263,68 ______________________________________________________________________________». Το Δικαστήριο κρίνει ότι η συγκεκριμένη κατάσταση λογαριασμού συνάδει με την πρόνοια του άρθρου 44Γ
(1)(ανωτέρω) και εξυπηρετεί τον σκοπό για τον οποίο συνοδεύει την επίδικη ειδοποίηση Τύπου «Ι». Περαιτέρω διαπιστώνεται, ότι στην αναφορά στην ειδοποίηση Τύπου «Ι» στην κατάσταση λογαριασμού, διευκρινίζεται, σε πλήρη συμμόρφωση με τον προβλεπόμενο Τύπο «Ι» του Δεύτερου Παραρτήματος του Νόμου, τόσο το οφειλόμενο ποσό του οφειλόμενου ενυπόθηκου χρέους, που έχει καταστεί απαιτητό, όσο και οι τόκοι που απαιτούνται για εξόφλησή του και ότι δεν απαιτούνται οποιαδήποτε έξοδα, περιλαμβανομένων των εξόδων της ειδοποίησης. Επιπρόσθετα επισημαίνεται, ότι, στην προκείμενη περίπτωση, οι ισχυρισμοί των Εφεσειόντων, σε σχέση με την ορθότητα της κατάστασης λογαριασμού, (α) είναι γενικοί και αόριστοι, (β) δεν προβλήθηκαν, εντός της προθεσμίας των τριάντα
(30)ημερών από την επίδοση της, σε αυτούς (21.08.2017), παρόλο που κλήθηκαν σχετικά προς τούτο από την Εφεσίβλητη[19] και (γ) έχουν παραμείνει ατεκμηρίωτοι, καθώς, ενόψει της αμφισβήτησής τους από την Εφεσίβλητη και προκειμένου να αποσείσουν το βάρος απόδειξής τους, οι Εφεσείοντες είχαν υποχρέωση να προσκομίσουν συγκεκριμένα στοιχεία και/ή λεπτομέρειες που να τους αποδεικνύουν. Με βάση το πιο πάνω σκεπτικό οι λόγοι έφεσης με αριθμούς 10, 11, 13 και 14 απορρίπτονται. Λόγοι έφεσης με αριθμούς 17 και 18 Με τους λόγους έφεσης με αριθμούς 17 και 18 οι Εφεσείοντες ισχυρίζονται ότι η ειδοποίηση Τύπος «Ι» είναι άκυρη και πρέπει να παραμερισθεί από το δικαστήριο, διότι εκκρεμεί η εκδίκαση της Αγωγής με αρ. 2411/2013 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου στο πλαίσιο των οποίων οι Αιτητές έχουν καταχωρήσει Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση και εξαιτούνται μεταξύ άλλων την ακύρωση ή και την εξάλειψη της επίδικης Σύμβασης και Δήλωσης της επίδικης Υποθήκης με αρ. Υ3812/2005 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Πάφου διότι τα έγγραφα της επίδικης υποθήκης καταρτίστηκαν ή και εγγράφηκαν κατά παράβαση του άρθρου 5 και 21
(1)(γ) του Ν.9/1965 ή και περαιτέρω εξαιτούνται την ακύρωση των όρων των συμφωνιών δανείου και της επίδικης Σύμβασης και Δήλωσης Υποθήκης διότι είναι καταχρηστικοί, αόριστοι και άκυροι ή και διότι οι συμφωνίες πιστωτικών διευκολύνσεων είναι παράνομες και άκυρες (λόγος έφεσης με αριθμό 17) και η όλη διαδικασία που ξεκίνησε με την επίδοση της επίδικης Ειδοποίησης προς πώληση του επίδικου ενυπόθηκου ακινήτου αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας ένεκα του ότι ήδη οι Καθ' ων η Αίτηση εξαιτούνται διάταγμα προς πώληση του επίδικου ενυπόθηκου ακινήτου στο πλαίσιο της Αγωγής 2411/2013 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου (λόγος έφεσης με αριθμό 18). Στη γραπτή του αγόρευση ο ευπαίδευτος δικηγόρος των Εφεσειόντων αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι, η εισήγηση του για τον παραμερισμό της επίδικης ειδοποίησης Τύπου «Ι», ένεκα του ότι εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου η αγωγή 2411/2013 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, στο πλαίσιο της οποίας οι Εφεσείοντες έχουν καταχωρήσει την υπεράσπιση και την ανταπαίτηση τους, βασίζεται τόσο στο ίδιο το ΜΕΡΟΣ VIA του Νόμου, όσο και στη νομολογία[20] του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπου τέθηκε παρόμοιο θέμα για εκποίηση ενυπόθηκου ακινήτου στη βάση μιας ισπανικής νομοθετικής ρύθμισης που αφορούσε μια ταχύτατη διαδικασία εκποιήσεων παρόμοιας με την δική μας χωρίς να δοθεί πρώτα η ευκαιρία στο Δικαστήριο της ουσίας να εκδικάσει τον καταχρηστικό χαρακτήρα μιας συμβατικής ρήτρας. Σε σχέση με τη συγκεκριμένη απόφαση του ΔΕΕ επισημαίνεται ότι πρόκειται για αίτηση προδικαστικής απόφασης, που αφορούσε την ερμηνεία της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1993, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές, ότι υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του Mohamed Aziz και του Caixa d'Estalvis de Catalunya, Tarragona i Manresa (Catalunyacaixa), όσον αφορά το κύρος ορισμένων ρητρών μιας σύμβασης ενυπόθηκου δανείου, που είχε συναφθεί μεταξύ των ανωτέρω συμβαλλομένων και ότι το Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) αποφάνθηκε, ότι
(1)Η οδηγία 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1993, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αποκλείει μια κανονιστική ρύθμιση κράτους μέλους όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, η οποία, ενώ δεν προβλέπει στο πλαίσιο διαδικασίας εκτελέσεως ενυπόθηκης απαιτήσεως λόγους ανακοπής αντλούμενους από τον καταχρηστικό χαρακτήρα συμβατικής ρήτρας η οποία αποτελεί βάση του εκτελεστού τίτλου, δεν παρέχει στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο είναι αρμόδιο για την εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα μιας τέτοιας ρήτρας, τη δυνατότητα λήψεως προσωρινών μέτρων, όταν η λήψη των μέτρων αυτών είναι αναγκαία για την εξασφάλιση της πλήρους αποτελεσματικότητας της αποφάσεώς του και
(2)Το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι (α) η έννοια της «σημαντικής ανισορροπίας», σε βάρος του καταναλωτή πρέπει να εκτιμάται διά της αναλύσεως των εθνικών κανόνων που ισχύουν ελλείψει συμφωνίας μεταξύ των συμβαλλομένων, προκειμένου να εκτιμηθεί αν, και, ενδεχομένως, σε ποιο βαθμό, η σύμβαση περιάγει τον καταναλωτή σε έννομη κατάσταση λιγότερο ευνοϊκή σε σχέση με εκείνη που προβλέπει η εφαρμοστέα εθνική νομοθεσία. Ομοίως, είναι χρήσιμο προς τούτο να εξεταστεί η νομική κατάσταση του εν λόγω καταναλωτή, λαμβανομένων υπόψη των μέσων που διαθέτει, σύμφωνα με την εθνική κανονιστική ρύθμιση, για την παύση της χρήσεως καταχρηστικών ρητρών (β) για να εξακριβωθεί η εν λόγω ανισορροπία δημιουργείται «παρά την απαίτηση καλής πίστης», πρέπει να εξεταστεί αν ο επαγγελματίας, έχοντας συμβληθεί νομίμως και θεμιτώς με τον καταναλωτή, μπορούσε ευλόγως να αναμένει ότι ο καταναλωτής θα δεχθεί την οικεία ρήτρα κατόπιν ατομικής διαπραγματεύσεως. Το άρθρο 3, παράγραφος 3, της οδηγίας 93/13 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι το παράρτημα στο οποίο παραπέμπει η διάταξη αυτή περιλαμβάνει ενδεικτικό και όχι εξαντλητικό κατάλογο των ρητρών που μπορούν να κριθούν καταχρηστικές. Είναι σημαντικό να αναφερθεί, ότι η οδηγία 93/13, έχει αντικείμενο την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών, οι οποίες αφορούν τις καταχρηστικές ρήτρες στις συμβάσεις που συνάπτονται μεταξύ ενός επαγγελματία και ενός καταναλωτή[21] και ότι καταναλωτής είναι κάθε φυσικό πρόσωπο το οποίο, κατά τις συμβάσεις που καλύπτει η οδηγία, ενεργεί για σκοπούς οι οποίοι είναι άσχετοι με τις επαγγελματικές του δραστηριότητες[22]. Ταυτόσημη είναι η έννοια του καταναλωτή και στην αντίστοιχη εθνική νομοθεσία[23]. Στην υπό συζήτηση περίπτωση, η ανωτέρω οδηγία (όπως και η εθνική νομοθεσία) σίγουρα δεν τυγχάνει εφαρμογής στη δανειακή σύμβαση, ενόψει του ότι η Εφεσείουσα 1 είναι νομικό και όχι φυσικό πρόσωπο. Δεδομένου δε, ότι, στην απουσία σχετικής μαρτυρίας, το Δικαστήριο δεν γνωρίζει εάν κατά το χρόνο σύναψης της Σύμβασης και Δήλωσης Υποθήκευσης Ακινήτου και του Εγγράφου Υποθήκης, ο Εφεσείοντας 2 ενεργούσε για σκοπούς, οι οποίοι ήταν άσχετοι με τις επαγγελματικές του δραστηριότητες, δεν μπορεί να υιοθετήσει το επιχείρημα του ευπαίδευτου δικηγόρου των Εφεσειόντων, ότι η ανωτέρω απόφαση τυγχάνει εφαρμογής στην προκείμενη υπόθεση. Αναφορικά τώρα με το επιχείρημα, ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να παραμερίσει την επίδικη ειδοποίηση Τύπου «Ι» και να αναστείλει οποιαδήποτε περαιτέρω διαδικασία για εκποίηση της υποθήκης, στη βάση του Μέρους VIA του Νόμου, ενόψει της εκκρεμοδικίας της αγωγής 2411/2013 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, στο πλαίσιο της οποίας οι Εφεσείοντες έχουν καταχωρήσει υπεράσπιση και ανταπαίτηση, είναι σημαντικό να διακριβωθεί το πεδίο εφαρμογής της υπ' αναφοράς νομοθεσίας. Το άρθρο 27 του Νόμου, με τον παράτιτλο «Υπερημερία πληρωμής δόσεώς τινός ή τόκου», προνοεί ότι: «27.—
(1)Οσάκις εν συμβάσει υποθήκης προνοείται ότι το διά της υποθήκης εξασφαλιζόμενον ποσόν θα αποπληρωθή διά δόσεων πληρωτέων κατά τας εν τη συμβάσει καθωρισμένας ημερομηνίας και η πληρωμή οιασδήποτε δόσεως καθίσταται υπερήμερος, ολόκληρον το ούτω εξασφαλιζόμενον ποσόν καθίσταται απαιτητόν από της ημερομηνίας καθ' ην η πληρωμή της δόσεως κατέστη υπερήμερος, εκτός εάν η σύμβασις διαλαμβάνη ρήτραν περί του εναντίου.
(2)Οσάκις εν συμβάσει υποθήκης προνοείται ότι ο επί του διά της υποθήκης εξασφαλιζομένου ποσού πληρωτέος τόκος θα καταβάλληται εις τακτικά διαστήματα προ της καθωρισμένης διά την πληρωμήν του τοιούτου ποσού ημερομηνίας, και η πληρωμή τοιούτου τόκου καθίσταται υπερήμερος, ολόκληρον το ούτω εξασφαλιζόμενον ποσόν καθίσταται απαιτητόν από της ημερομηνίας καθ' ην η πληρωμή του τόκου κατέστη υπερήμερος, εκτός εάν η σύμβασις διαλαμβάνη ρήτραν περί του εναντίου». Στην παράγραφο
(1)του άρθρου 44Β του Νόμου, με τον παράτιτλο «Υπερημερία», προνοείται ότι: «44Β.-
(1)Σε περίπτωση υπερημερίας, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 27, ως αποτέλεσμα της οποίας ολόκληρο το ενυπόθηκο χρέος καθίσταται πληρωτέο και η υπερημερία αφορά σε περίοδο όχι μικρότερη των εκατόν είκοσι
(120)ημερών από την ημερομηνία που αυτό καθίσταται πληρωτέο, δυνάμει των όρων της σύμβασης ή των διατάξεων του παρόντος Νόμου, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να προχωρήσει στη διαδικασία που προβλέπεται στο παρόν Μέρος, εκτός εάν με βάση τις διατάξεις οποιωνδήποτε άλλων νόμων ή Κανονισμών ή οδηγιών, η προώθηση της διαδικασίας αναγκαστικής πώλησης του ενυποθήκου ακινήτου εκ μέρους του ενυπόθηκου δανειστή, ανασταλεί». Από τη συνδυασμένη ερμηνεία των άρθρων 27 και 44Β του Νόμου προκύπτει, ότι ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να προωθήσει τη διαδικασία, που προβλέπεται στο Μέρος VIA του Νόμου, για την αναγκαστική πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου από τον ίδιο, χωρίς την εμπλοκή του Διευθυντή του Κτηματολογίου, εφόσον (α) ολόκληρο το ενυπόθηκο χρέος έχει καταστεί πληρωτέο, ως αποτέλεσμα υπερημερίας, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 27 και (β) η υπερημερία αφορά σε περίοδο όχι μικρότερη των εκατόν είκοσι
(120)ημερών από την ημερομηνία που αυτό κατέστη πληρωτέο, δυνάμει των όρων της σύμβασης ή των διατάξεων του παρόντος Νόμου, εκτός εάν η προώθηση της εν λόγω διαδικασίας ανασταλεί, με βάση τις διατάξεις οποιωνδήποτε άλλων νόμων ή Κανονισμών ή οδηγιών. Παρεμβάλλεται, ότι το Μέρος VIA εισήχθηκε στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο (Ν. 9/65)με τον τροποποιητικό Ν. 142(Ι)/2014, ο οποίος εκδόθηκε με δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα, σύμφωνα με το Άρθρο 52 του Συντάγματος, στις 09.09.2014[24] και τέθηκε σε ισχύ από την ημερομηνία αυτή, με εξαίρεση ενυπόθηκο ακίνητο που αποτελεί την κύρια κατοικία, που τέθηκε σε ισχύ από την 01.01.2015[25]. Η αναδρομική εφαρμογή της διαδικασίας του Μέρους VIA στην υπό συζήτηση περίπτωση, η οποία, ούτως ή άλλως δεν αμφισβητείται, προκύπτει, τόσο από το λεκτικό της παραγράφου
(1)του άρθρου 44Α του Νόμου, με τον παράτιτλο «Εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Μέρους σε υφιστάμενες και νέες συμβάσεις υποθήκης», καθώς όπως, μεταξύ άλλων, προνοείται «οι διατάξεις του παρόντος Μέρους εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση σύμβασης υποθήκης, η οποία ενεγράφη στο κτηματικό μητρώο πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου.....», όσο και από την επιφύλαξη της παραγράφου
(3)του ίδιου άρθρου, όπου προβλέπεται ότι «..σε περίπτωση που το ενυπόθηκο χρέος έχει καταστεί πληρωτέο πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Μέρους, τα χρονικά περιθώρια και οι διαδικασίες που προβλέπονται στο παρόν Μέρος δύναται να τυγχάνουν εφαρμογής από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου». Στο αρχικό κείμενο του νομοσχεδίου με τίτλο «Ο περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικός Νόμος) του 2014»[26], που εγκρίθηκε από το Υπουργικό Συμβούλιο στις 30.07.2014[27] και αποστάληκε, μαζί με τη σχετική εισηγητική έκθεση και την αιτιολογική έκθεση του Γενικού Εισαγγελέα, με επιστολή του Υπουργού Εσωτερικών αυθημερόν στη Βουλή των Αντιπροσώπων προς ψήφιση, προωθούμενο από κοινού από τους Υπουργούς Οικονομικών και Εσωτερικών, το άρθρο 44Α είχε ως ακολούθως: «44Α.-
(1)(α) Τηρουμένων των διατάξεων της παραγράφου (β), οι διατάξεις του παρόντος Μέρους εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση σύμβασης υποθήκης, η οποία έχει εγγραφεί στο κτηματικόν μητρώον πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος Νόμου ή εγγράφεται στο κτηματικόν μητρώον μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος Νόμου. (β) Οι διατάξεις του παρόντος Μέρους εφαρμόζονται σε συμβάσεις υποθήκης, που έχουν εγγραφεί στο κτηματικόν μητρώον πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος Μέρους, όταν το χρέος που εξασφαλίζεται από τις εν λόγω συμβάσεις έχει καταστεί πληρωτέο πριν την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Μέρους, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 37 και όταν οι σχετικές διαδικασίες ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου ή ενώπιον του Διευθυντή, σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους VI ή δυνάμει οποιουδήποτε άλλου νόμου ή κανονισμού, δεν έχουν εν τω μεταξύ αρχίσει: Νοείται ότι, σε περίπτωση που πληρούνται οι προϋποθέσεις της παρούσας παραγράφου, τα χρονικά περιθώρια και οι διαδικασίες που προβλέπονται στο παρόν Μέρος δύναται να τυγχάνουν εφαρμογής από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου.
(2)Καμία διάταξη του παρόντος Μέρους αποκλείει το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να προχωρήσει με πολιτική αγωγή για την εξασφάλιση διατάγματος δικαστηρίου για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου». (Η υπογράμμιση είναι του γράφοντος). Στην κοινή έκθεση, ημερ. 06.09.2014, των κοινοβουλευτικών επιτροπών Οικονομικών και Προϋπολογισμού και Εσωτερικών[28] (στις οποίες εξετάσθηκαν, σε αριθμό συνεδριών, οι πρόνοιες του νομοσχεδίου), με την οποία κατατέθηκε, την ίδια ημέρα, στην ολομέλεια, με τη διαδικασία του επείγοντος, σημειώνεται, μεταξύ άλλων, ότι ο σκοπός του «..είναι η τροποποίηση του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου, ώστε να εισαχθούν σε αυτόν πρόνοιες οι οποίες να ρυθμίζουν τη διεξαγωγή πλειστηριασμών και πωλήσεων ενυπόθηκων ακινήτων από τους ενυπόθηκους δανειστές χωρίς την εμπλοκή του διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, με απώτερο στόχο την επιτάχυνση των υφιστάμενων διαδικασιών πώλησης ενυπόθηκων ακινήτων» και ότι με αυτό προβλέπεται «..
  1. Διεξαγωγή της πώλησης ενυπόθηκων ακινήτων με διαδικασία που γίνεται εξ ολοκλήρου από τον ενυπόθηκο δανειστή, χωρίς οποιαδήποτε παρέμβαση από τις κυβερνητικές υπηρεσίες, είτε με πλειστηριασμό είτε με πώληση...». Στην έκθεση καταγράφεται, ότι, κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου (στο κείμενο αναφέρεται ως πρώτο νομοσχέδιο), «ο Υπουργός Οικονομικών δήλωσε στην επιτροπή ότι το νομοσχέδιο για την τροποποίηση του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου συνιστά μνημονιακή υποχρέωση και αφορά την υλοποίηση των όσων αναφέρονται στην παράγραφο 1.34 του επικαιροποιημένου Μνημονίου Συναντίληψης που υπογράφηκε μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της τρόικας σε σχέση με τον εκσυγχρονισμό του νομοθετικού πλαισίου που διέπει την πώληση ενυπόθηκων ακινήτων. Περαιτέρω, σύμφωνα με τον ίδιο, ο εκσυγχρονισμός του εν λόγω νομοθετικού πλαισίου κρίθηκε αναγκαίος, ώστε η διαδικασία πώλησης ενυπόθηκων ακινήτων να καταστεί αποτελεσματική, δεδομένου ότι η υφιστάμενη και ακολουθούμενη διαδικασία πώλησης ενυπόθηκων ακινήτων από το Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας θεωρείται εξαιρετικά χρονοβόρα», «ο Υπουργός Εσωτερικών ότι σκοπός του ...... δεν είναι οι μαζικές πωλήσεις ακινήτων, αλλά η επίσπευση της διαδικασίας πώλησης ενυπόθηκων ακινήτων...», «Η Διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου.....ότι σε δύο περίπου μήνες θα τεθεί σε ισχύ ο Ενιαίος Εποπτικός Μηχανισμός, που θα αναλάβει την εποπτεία των μεγάλων τραπεζών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι οποίες θα πρέπει να είναι επαρκώς κεφαλαιοποιημένες και βιώσιμες. Στα πλαίσια αυτά, τα μεγάλα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα της κυπριακής οικονομίας θα υποστούν ελέγχους αντοχής (stress tests). Ειδικότερα, θα διεξαχθεί έλεγχος της ποιότητας των περιουσιακών τους στοιχείων, καθώς και έλεγχος κάτω από συνθήκες ομαλές και κάτω από συνθήκες ακραίες, με στόχο να διαφανεί κατά πόσο διαθέτουν επαρκή κεφάλαια. Συναφώς, οι προτεινόμενες ρυθμίσεις σε σχέση με τον εκσυγχρονισμό της διαδικασίας πώλησης ενυπόθηκων ακινήτων κρίνονται αναγκαίες, ώστε τα εν λόγω χρηματοπιστωτικά ιδρύματα να δύνανται να ανταποκριθούν στη νέα πραγματικότητα που διαμορφώνεται σύμφωνα με τα πιο πάνω», «Ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας εξέφρασε την άποψη ότι το υφιστάμενο νομοθετικό πλαίσιο που διέπει τις πωλήσεις ενυπόθηκων ακινήτων σε μερικές περιπτώσεις κρίνεται ατελέσφορο και τελείως αναποτελεσματικό, γι' αυτό και χρήζει ριζικής αναθεώρησης. Ο προτεινόμενος νόμος, σύμφωνα με τον ίδιο, διασφαλίζει τα κατοχυρωμένα επί του παρόντος δικαιώματα του ενυπόθηκου οφειλέτη, χωρίς να παρουσιάζει οποιαδήποτε προβλήματα συνταγματικής και νομικής φύσεως» και «Οι εκπρόσωποι του Συνδέσμου Τραπεζών Κύπρου και της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας Λτδ, καταθέτοντας τις θέσεις τους ..... διαφώνησαν με την εξαίρεση από το πεδίο εφαρμογής του προτεινόμενου νόμου ορισμένων συμβάσεων υποθήκης. Σύμφωνα με τους εν λόγω αρμοδίους, σε τέτοια περίπτωση η προτεινόμενη νέα διαδικασία θα αποβεί άνευ χρησιμότητας και ουσίας για τα τραπεζικά ιδρύματα, επειδή δε θα παρέχει τη δυνατότητα απεγκλωβισμού των κεφαλαίων τους από προβληματικές υποθέσεις, ώστε να είναι δυνατή ακολούθως η χρηματοδότηση βιώσιμων επιχειρήσεων και αξιόχρεων ιδιωτών με θετικά αποτελέσματα για τη ρευστότητα της αγοράς..». (Η υπογράμμιση είναι του γράφοντος). Στα πρακτικά της ολομέλειας, ημερ. 06.09.2014[29], στην οποία συζητήθηκε και ψηφίσθηκε σε νόμο (στον υπό συζήτηση 142(Ι)/2014) το νομοσχέδιο, αφού γίνεται αναφορά σε όλα τα ανωτέρω, τα οποία επαναλαμβάνονται, και σημειώνεται ότι η εκτελεστική εξουσία, αφού μελέτησε όλα όσα συζητήθηκαν στις κοινοβουλευτικές επιτροπές, κατέθεσε νέο προσχέδιο του νομοσχεδίου, καταγράφεται ότι «Σημειώνεται ότι στο αρχικό προσχέδιο του πρώτου νομοσχεδίου επήλθαν μεταξύ άλλων και οι ακόλουθες πρόσθετες τροποποιήσεις: .....
  2. Διαγραφή προταθείσας πρόνοιας σύμφωνα με την οποία διαδικασία για πώληση ενυπόθηκου ακινήτου από ενυπόθηκο δανειστή σε σχέση με συμβάσεις υποθήκης που έχουν εγγραφεί στο κτηματικό μητρώο πριν από την έναρξη της ισχύος του προτεινόμενου νόμου θα εφαρμόζεται, όταν το χρέος που εξασφαλίζεται έχει καταστεί πληρωτέο πριν από την έναρξη της ισχύος του προτεινόμενου νόμου και νοουμένου ότι δεν έχουν αρχίσει οι σχετικές διαδικασίες ενώπιον του επαρχιακού δικαστηρίου ή ενώπιον του διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας». (Η υπογράμμιση είναι του γράφοντος). Στη βάση των πιο πάνω γεγονότων, το άρθρο 44Α του Μέρους VIA, όπως ισχύει μέχρι σήμερα, διαμορφώθηκε ως ακολούθως: «44Α.-
(1)Οι διατάξεις του παρόντος Μέρους εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση σύμβασης υποθήκης, η οποία ενεγράφη στο κτηματικό μητρώο πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου ή η οποία εγγράφεται στο κτηματικό μητρώο μετά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου.
(2)Καμία διάταξη του Μέρους VI δεν απαγορεύει σε ενυπόθηκο δανειστή να προχωρήσει με την εφαρμογή της διαδικασίας πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Μέρους.
(3)Καμία διάταξη του παρόντος Μέρους δεν απαγορεύει στον ενυπόθηκο δανειστή την εφαρμογή της διαδικασίας πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους VI: Νοείται ότι, σε περίπτωση που το ενυπόθηκο χρέος έχει καταστεί πληρωτέο πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Μέρους, τα χρονικά περιθώρια και οι διαδικασίες που προβλέπονται στο παρόν Μέρος δύναται να τυγχάνουν εφαρμογής από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου.
(4)Καμία διάταξη του παρόντος Μέρους δεν αποκλείει το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να προχωρήσει με την έγερση πολιτικής αγωγής για την εξασφάλιση διατάγματος δικαστηρίου για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου». Από τα ανωτέρω είναι πρόδηλο, ότι σκοπός του νομοθέτη ήταν η παροχή στον ενυπόθηκο δανειστή της δυνατότητας ενεργοποίησης και προώθησης της διαδικασίας του Μέρους VIA του Νόμου για την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου από τον ίδιο, ανεξάρτητα από την τυχόν ύπαρξη άλλων διαδικασιών για την εκποίησή του, είτε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου, είτε ενώπιον του διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, προκειμένου η νέα διαδικασία να αποβεί χρήσιμη και ουσιαστική για τα τραπεζικά ιδρύματα και να παράσχει σε αυτά τη δυνατότητα απεγκλωβισμού των κεφαλαίων τους από προβληματικές υποθέσεις, ώστε να είναι δυνατή ακολούθως η χρηματοδότηση βιώσιμων επιχειρήσεων και αξιόχρεων ιδιωτών, με θετικά αποτελέσματα για τη ρευστότητα της αγοράς. Επιπρόσθετα είναι πασιφανές, ότι η υπό συζήτηση περίπτωση, όπου το ενυπόθηκο χρέος παραμένει απλήρωτο και οφειλόμενο μέχρι σήμερα, παρά το ότι αφορά υποθήκη του 2005 και παρά την εκκρεμοδικία της αγωγής από το 2013, είναι μια από τις περιπτώσεις, που ο νομοθέτης είχε κατά νου να αντιμετωπίσει με την εισαγωγή της διαδικασίας του Μέρους VIA, έτσι ώστε να δώσει την ευκαιρία στην Εφεσίβλητη να απεγκλωβιστεί από χρονοβόρες δικαστικές διαδικασίες και να εισπράξει το λαβείν της. Συναφώς από μόνη της η ύπαρξη της αγωγής και η υπεράσπιση και ανταπαίτηση που έχουν καταχωρήσει στα πλαίσια αυτής οι Εφεσείοντες δεν μπορεί να αποτελέσει λόγο για την ακύρωση της επίδικης ειδοποίησης Τύπου «Ι», που όπως επισημάνθηκε, δεν στοχεύει σε οτιδήποτε άλλο, πέραν της ενημέρωσης τους για την πρόθεση της Εφεσίβλητης να ενεργοποιήσει τη διαδικασία του Μέρους VIA του Νόμου. Αναφορικά με το επιχείρημα του ευπαίδευτου δικηγόρου των Εφεσειόντων, ότι σε περίπτωση που δεν ακυρωθεί η ειδοποίηση Τύπου «Ι» και δεν ανασταλεί οποιαδήποτε περαιτέρω, στη βάση αυτής, διαδικασία, κατ' εφαρμογή των προνοιών του Μέρους VIA του Νόμου, η αγωγή και η ανταπαίτησή τους θα καταστούν άνευ αντικειμένου, αλλά και το συναφές επιχείρημά του ότι το Δικαστήριο θα πρέπει, στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας να θεωρήσει την ανταπαίτηση ως αγωγή κατά της επίδικης ειδοποίησης Τύπου «Ι» και για αυτό το λόγο να την ακυρώσει, επισημαίνεται, ότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 44Γ
(3)(δ), σε περίπτωση που η Εφεσίβλητη επιδώσει στον Εφεσείοντα 2 και σε οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο δεύτερη έγγραφη ειδοποίηση, στην οποία θα αναφέρεται ότι το ενυπόθηκο ακίνητο πρόκειται να πωληθεί με πλειστηριασμό, κατά τον Τύπο «ΙΑ» του Δευτέρου Παραρτήματος, προνοείται η δυνατότητα καταχώρησης έφεσης για το λόγο ότι εκκρεμεί αγωγή ενώπιον Δικαστηρίου για την επίδικη ειδοποίηση Τύπου «Ι». Έπεται, ότι, αφενός μεν ενδεχόμενη απόρριψη της παρούσας έφεσης δεν καθιστά την ανταπαίτηση στην αγωγή άνευ αντικειμένου, αφετέρου δε το κατάλληλο στάδιο για να προβληθεί το επιχείρημα ότι η ανταπαίτηση θα πρέπει να θεωρηθεί ως αγωγή κατά της επίδικης ειδοποίησης δεν είναι η παρούσα έφεση. Για όλους τους πιο πάνω λόγους ο λόγος έφεσης με αριθμό 17 απορρίπτεται. Όπως προαναφέρθηκε, οι Εφεσείοντες, με τον τελευταίο λόγο έφεσης[30] ισχυρίζονται ότι η ενεργοποίηση από την Εφεσίβλητη της διαδικασίας του Μέρους VIA του Νόμου συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας, λόγω του ότι αυτή, στο πλαίσιο της αγωγής 2411/13, ζητά διάταγμα για πώληση επίδικου ενυπόθηκου ακινήτου. Στη γραπτή του αγόρευση ο ευπαίδευτος δικηγόρος τους εισηγείται, μεταξύ άλλων, ότι η παράλληλη προώθηση δυο ανεξάρτητων διαδικασιών προς επίτευξη του ίδιου σκοπού αποτελεί και συνιστά κατάχρηση και, απορρίπτοντας τη θέση της Εφεσίβλητης, ότι το νομοθετικό πλαίσιο επιτρέπει την παράλληλη προώθηση των δυο διαδικασιών, υποδεικνύει, ότι αυτό που στην ουσία προβλέπεται είναι η ύπαρξη στον ενυπόθηκο δανειστή δικαιώματος επιλογής της διαδικασίας που θα ακολουθήσει για την εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου. Το δικαστήριο, έχοντας κατά νου τις νομολογιακές αρχές, που διέπουν το υπό συζήτηση ζήτημα, δεν διαπιστώνει, ότι, στην προκείμενη περίπτωση, η εκκρεμοδικία της αγωγής καθιστά καταχρηστική την προώθηση της διαδικασίας του Μέρους VIA, εφόσον ο ίδιος ο Νόμος, όπως εξηγήθηκε, επιτρέπει κάτι τέτοιο και συναφώς και ο λόγος έφεσης με αριθμό 18 απορρίπτεται. Κατάληξη Με βάση το πιο πάνω σκεπτικό, η έφεση απορρίπτεται, ως τυπικά και ουσιαστικά αβάσιμη. Τα έξοδα, ακολουθώντας το αποτέλεσμα, όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της Εφεσίβλητης και σε βάρος των Εφεσειόντων. (Υπ.) ................................. Κ. Σατολιάς, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Final (Αναφορά: Έφεση για παραμερισμό της ειδοποίησης Τύπου «Ι» - Μέρος VIA Ν. 9/1965) [1] Τεκμήριο Β ένορκης δήλωσης, ημερομηνίας 13.02.2018, που υποστηρίζει την ένσταση [2] Παράγραφοι 2 και 2.1 ένορκης δήλωσης, ημερομηνίας 19.09.2017, που υποστηρίζει την έφεση και παράγραφος 3 ένορκης δήλωσης, ημερομηνίας 13.02.2018, που υποστηρίζει την ένσταση [3] Παράγραφος 3 ένορκης δήλωσης, ημερομηνίας 13.02.2018, που υποστηρίζει την ένσταση [4] Παράγραφος 3 ένορκης δήλωσης, ημερομηνίας 19.09.2017, που υποστηρίζει την έφεση [5] Παράγραφος 4 και τεκμήριο 1 ένορκης δήλωσης, ημερομηνίας 19.09.2017, που υποστηρίζει την έφεση και παράγραφος 4 ένορκης δήλωσης, ημερομηνίας 13.02.2018, που υποστηρίζει την ένσταση [6] Παράγραφος 5 και τεκμήριο 2 ένορκης δήλωσης, ημερομηνίας 19.09.2017, που υποστηρίζει την έφεση [7] Παράγραφος 6 και τεκμήρια 3 και 4 ένορκης δήλωσης, ημερομηνίας 19.09.2017, που υποστηρίζει την έφεση [8] Παράγραφοι 7 και 8 ένορκης δήλωσης, ημερομηνίας 19.09.2017, που υποστηρίζει την έφεση και αιτούμενες θεραπείες έφεσης [9] Η γραπτή αγόρευση του δικηγόρου των Εφεσειόντων σημειώθηκε ως τεκμήριο 1 και η γραπτή αγόρευση της δικηγόρου της Εφεσίβλητης ως τεκμήριο 2 για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας [10] Με παραπομπή σε αριθμό αποφάσεων πρωτόδικων δικαστηρίων και πιο συγκεκριμένα στις Αίτηση/Έφεση Αρ. 251/2016 Ε.Δ. Πάφου, Ελισάβετ Ηρακλέους Λεωνίδου κ.ά. v. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, απόφαση ημερομηνίας 25.09.2017, Αίτηση/Έφεση Αρ.122/17 Ε.Δ. Λευκωσίας, TORONTARIO INVESTMENTS CO LIMITED κ.α. ν. ALPHA BANK CYPRUS LTD, απόφαση ημερομηνίας 20.06.2017, Αίτηση/Έφεση Αρ. 362/15 Ε.Δ. Λευκωσίας, Παπαλοΐζου ν. Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα-ΣΠΕ Αλληλεγγύης Λτδ, απόφαση ημερομηνίας 30.03.2016 και Αίτηση/Έφεση Αρ.471/2016 Ε.Δ. Λεμεσού, SAN LA FORMA ESTATES LTD κ.α. ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, απόφαση ημερομηνίας 22.6.2017 [11] Τεκμήριο Β ένορκης δήλωσης, ημερομηνίας 13.02.2018, που υποστηρίζει την ένσταση [12] Παράγραφος 9.12 ένορκης δήλωσης, ημερομηνίας 19.09.2017, που υποστηρίζει την έφεση [13] Παράγραφος 5 ένορκης δήλωσης, ημερομηνίας 13.02.2018, που υποστηρίζει την ένσταση [14] Παράγραφος 6 ένορκης δήλωσης, ημερομηνίας 13.02.2018, που υποστηρίζει την ένσταση [15] Κατ΄ εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 44Γ
(1)και 44Β
(2)(β) του Νόμου [16] Τεκμήρια 3 και 4 ένορκης δήλωσης, ημερομηνίας 19.09.2017, που υποστηρίζει την έφεση και τεκμήριο Ε ένορκης δήλωσης, ημερομηνίας 13.02.2018, που υποστηρίζει την ένσταση [17] συμφώνως της διάταξης του άρθρου 44Β
(1)του Νόμου [18] Βλέπε τεκμήρια 3 και 4 ένορκης δήλωσης, ημερομηνίας 19.09.2017, που υποστηρίζει την έφεση και τεκμήριο Ε ένορκης δήλωσης, ημερομηνίας 13.02.2018, που υποστηρίζει την ένσταση [19] Βλέπε σχετικά, ακροτελεύτια παράγραφο της ειδοποίησης Τύπου «Ι», «Εάν έχετε διαφορετική γνώμη, παρακαλώ πληροφορήσετε την Τράπεζα για τούτο γραπτώς σε διάστημα τριάντα
(30)ημερών, από την παραλαβή της παρούσας ειδοποίησης...» [20] Στη γραπτή αγόρευση του δικηγόρου των Εφεσειόντων γίνεται παραπομπή στη Mohamed Aziz v. Caixa d'Estalvis de Catalunya, Tarragona i Manresa (Catalunyacaixa), Αρ. Υπόθεσης C-415/11, ημερομηνίας 14.03.2013 [21] άρθρο 1 της οδηγίας 93/13 [22] άρθρο 2 της οδηγίας 93/13 [23] άρθρο 2 του περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου του 1996 (93(I)/1996), όπως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα [24] Ε.Ε. Παρ. Ι(Ι), αρ. 4460, 09.09.2014 [25] άρθρο 5 Ν. 142(Ι)/2014 [26] Δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Κυπριακής Δημοκρατίας (βλέπε σχετικά, Ευρετήριο, Παράρτημα Έκτο 2014, Νομοσχέδια, Ιούλιος-Δεκέμβριος 2014) [27] Η σχετική απόφαση δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Κυπριακής Δημοκρατίας (βλέπε σχετικά, Ευρετήριο, Παράρτημα Τέταρτο 2014, Μέρος Ι, Αποφάσεις Υπουργικού Συμβουλίου) [28] Βλέπε σχετικά, τεκμήριο ΣΤ ένορκης δήλωσης, ημερομηνίας 13.02.2018, που υποστηρίζει την ένσταση [29] όπου επίσης αναφέρεται ως πρώτο νομοσχέδιο. Βλέπε σχετικά, τεκμήριο ΣΤ ένορκης δήλωσης, ημερομηνίας 13.02.2018, που υποστηρίζει την ένσταση [30] λόγος έφεσης με αριθμό 18 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.