ALPHA PANARETI PUBLIC CO LTD κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αρ. Αίτησης Έφεσης: 359/17, 16/3/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2018:A90 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης Έφεσης: 359/17 Επί τοις αφορώσι τον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9/65, Μέρος VI, άρθρα 37-44 και Μέρος VIA, άρθρα 44Α έως 44ΑΑΙ και τον Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο, Κεφ. 224, άρθρα 80 και 81, ως επίσης και τις τροποποιήσεις τους. Μεταξύ:
- ALPHA PANARETI PUBLIC CO LTD, από την Πάφο
- ALPHA PANARETI GOLF CLUB LTD, από την Πάφο
- Ανδρέα Νεοφύτου Ιωάννου, από την Πάφο
- Νεόφυτου Ιωάννου Νεοφύτου, από την Πάφο Αιτητών-Εφεσειόντων και Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Καθ΄ ης η Αίτηση-Εφεσίβλητης ----------------- Ημερομηνία: 16.3.2018 Για Εφεσείοντες-Αιτητές: κ. Κ. Καλαβάς για CONSTANTINOS KALAVAS L.L.C. Για Εφεσίβλητη-Καθ΄ ης η αίτηση: κα Α. Κακογιάννη για Χρυσαφίνης και Πολυβίου ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την κρινόμενη αίτηση/έφεση επιδιώκεται (α) η ακύρωση και παραμερισμός της ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ» την οποία εξέδωσε η Εφεσίβλητη Τράπεζα, με την οποίαν ειδοποιούνται οι Εφεσείοντες ότι προτίθεται να πωλήσει με δημόσιο πλειστηριασμό το ακίνητο της Αιτήτριας 1, με αρ. εγγραφής 0/8862 το οποίο βρίσκεται στη Γεροσκήπου και καλύπτεται με τη δήλωση υποθήκης Υ700/2008, (β) Παραμερισμό της ειδοποίησης Τύπου «ΙΒ» και (γ) διάταγμα το οποίο να ακυρώνει και/ή αναστέλλει τη διαδικασία αναγκαστικής πώλησης του ακινήτου. Οι λόγοι οι οποίοι στηρίζουν την αίτηση απαριθμούνται σε δεκατέσσερις
(14)οι κυριότεροι των οποίων, όπως μπορούν να ομαδοποιηθούν, ακολουθούν: - Η διαδικασία δεν μπορεί να προχωρήσει γιατί έχουν καταχωρηθεί οι αγωγές αρ. 476/15 των Αιτητών εναντίον της Καθ΄ ης και αρ. 868/15 της Καθ΄ ης εναντίον των Αιτητών, στις οποίες υπάρχει έντονη αμφισβήτηση της εγκυρότητας της υποθήκης της οποίας επιζητείται η εκποίηση καθώς επίσης αμφισβητούνται και τα οφειλόμενα ποσά. - Η καταχώριση της αγωγής 865/15 την οποία η Εφεσίβλητη καταχώρησε εναντίον των Αιτητών, συνιστά αποποίηση των δικαιωμάτων της και κώλυμα για προώθηση της διαδικασίας αναγκαστικής εκποίησης των ακινήτων. - Η προώθηση της διαδικασίας πλειστηριασμού πριν την έκδοση δικαστικών αποφάσεων, θα παρακάμψει το Δικαστήριο, γεγονός που είναι αντίθετο με τα συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα των Αιτητών. - Η Αιτήτρια 1 ουδέποτε υπήρξε υπερήμερη. Δεν καταλόγισε η Καθ΄ ης πληρωμές στις οποίες προέβησαν οι Αιτητές μετατρέποντας ευρώ σε ελβετικά φράγκα με την ισοτιμία που ίσχυε κατά το χρόνο σύναψης ή εκταμίευσης του δανείου. Δεν ενημερώθηκαν οι Αιτητές επαρκώς για το πώς προκύπτει η ισχυριζόμενη οφειλή και δεν έλαβαν ποτέ ειδοποίηση και κατάσταση λογαριασμού βάσει του Νόμου 9/65 με την οποία να τους γνωστοποιείται η πραγματική οφειλή. - Ουδέποτε η Καθ΄ ης αίτηση υπήρξε αντισυμβαλλόμενη των Αιτητών. - Η ύπαρξη των δύο αγωγών εμποδίζει την αναδιάρθρωση του δανείου και η απόφαση της Καθ΄ ης για έναρξη της διαδικασίας εκποίησης είναι καταπιεστική κ αι καταχρηστική και αποτελεί ασέβεια προς το Δικαστήριο. Η αίτηση/έφεση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του εκ των Αιτητών Ανδρέα Ιωάννου, ο οποίος είναι διευθυντής των Αιτητριών 1 και 2 και έχει προσωπική γνώση των γεγονότων. Αναφέρει σχετικά: Στις 11.2.2008, η Marfin Popular Bank Public Co Ltd (Λαϊκή Τράπεζα), χορήγησε προς την Αιτήτρια 1 δάνειο ύψους 2.210.000 ελβετικών φράγκων. Δυνάμει της εν λόγω συμφωνίας η Αιτήτρια 1 θα κατέβαλλε μόνον τους τόκους του δανείου για τα πρώτα δύο χρόνια και μετά ψηλές μηνιαίες δόσεις για αποπληρωμή. Οι μηνιαίες δόσεις θα καταβάλλονταν στο νόμισμα που χορηγήθηκε το δάνειο ή σε οποιοδήποτε άλλο νόμισμα επέλεγαν οι δανειολήπτες. Το δάνειο εξυπηρετείτο κανονικά και καταβάλλονταν οι μηνιαίες δόσεις. Το ποσό που η Τράπεζα κατέθεσε στο λογαριασμό της Αιτήτριας στις 21.2.2008 ήταν €1.358.662,24 και έτσι το συνολικό οφειλόμενο ποσό από τους Αιτητές δεν θα πρέπει να ξεπερνά το εν λόγω ποσό. Λόγω των δυσκολιών και των οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζαν οι Αιτητές-Εφεσείοντες ένεκα της οικονομικής κρίσης, ζήτησαν από τη Λαϊκή Τράπεζα στις αρχές του 2011 να δοθεί στην Αιτήτρια 1 παράταση του χρόνου αποπληρωμής του δανείου, ενώ θα συνέχιζαν να πληρώνουν τους τόκους μόνο. Η Λαϊκή Τράπεζα μετέβαλε το πρόγραμμα αποπληρωμής του δανείου, όμως εκβιαστικά τους επέβαλε αύξηση του ορίου του επιτοκίου σε 4,50% από 1,75% που ήταν με την αρχική συμφωνία. Επίσης, η Λαϊκή Τράπεζα επέβαλε την προς όφελος της μεταβολή των εγγυήσεων των Αιτητών 3 και 4, την εγγραφή νέων υποθηκών για εξασφάλιση του δανείου επί ακινήτων της Αιτήτριας 2 και την υπογραφή εγγύησης από αυτήν. Αποτελεί ισχυρισμό των Αιτητών πως λόγω εξαναγκασμού και πιέσεων υπαλλήλου της Λαϊκής ο οποίος επισκέφθηκε τον ομνύοντα στο γραφείο του στην Πάφο τον Ιανουάριο του 2011, τους υποχρέωσε να αποδεχθούν όσα τους πρότεινε. Τους απείλησε ότι αν δεν συμφωνούσαν θα κατάγγελλαν τη συμφωνία δανείου (παρά το γεγονός ότι δεν σταμάτησαν να πληρώνουν τη δόση τους), θα τερμάτιζαν το δάνειο, θα έκλειναν τον τρεχούμενο λογαριασμό και θα καταχωρούσαν αγωγές. Οι ίδιες θέσεις, απειλές και εκβιασμοί επαναλήφθηκαν και το Μάρτιο του 2012 όπου η Εφεσίβλητη εκμεταλλευόμενη τη θέση ισχύος, αύξησε το επιτόκιο στο ποσοστό 5,75%. Αναφέρει ο ενόρκως δηλών και άλλες μονομερείς και αυθαίρετες, όπως τις χαρακτηρίζει, πράξεις της Καθ΄ ης, η οποία με την αύξηση του επιτοκίου ουσιαστικά αύξησε το δάνειο, μετέτρεψε το υπόλοιπο του λογαριασμού του δανείου σε ευρώ και η κατάσταση χειροτέρευε διότι το ελβετικό φράγκο ανατιμάτο έναντι του ευρώ. Έτσι οι Αιτητές βρέθηκαν να οφείλουν €2.064.266 αφού η ισοτιμία που χρησιμοποίησε ήταν λανθασμένη. Η μετατροπή αυτή έγινε στις 13.3.2014 και πέραν τούτου πληροφορήθηκαν με επιστολή ότι το δάνειο άρχισε να χρεώνεται με επιτόκιο προς 14%. Συνεπεία των ανωτέρω, η οφειλή εκτινάχθηκε στα ύψη με αποτέλεσμα να καταστεί αδύνατη η εξυπηρέτηση της. Προσπάθεια του ενόρκως δηλούντα να πείσει την Εφεσίβλητη να επανέλθει το επιτόκιο στο αρχικό ποσοστό που συμφωνήθηκε, δεν ήταν επιτυχής αφού αρνήθηκαν από τα γραφεία της Εφεσίβλητης να τον ακούσουν. Στις 30.3.2015 οι Αιτητές κατεχώρησαν την αγωγή αρ. 476/15 εναντίον της Εφεσείουσας με την οποία επιζητούν έκδοση διαταγμάτων και αποφάσεων όπως αυτές καταγράφονται στην ένορκη δήλωση και επίσης εμφαίνονται στο Τεκμήριο 1 που επισυνάφθηκε με την ένορκη δήλωση. Στις 25.5.2015 κατεχώρησε η Εφεσίβλητη εναντίον των Αιτητών την αγωγή αρ. 868/15 (Τεκμήριο 2) με την οποίαν επιδιώκουν έκδοση απόφασης για ποσό €2.276.616,05, πλέον τόκους και διάταγμα για πώληση των ενυπόθηκων κτημάτων, μεταξύ των οποίων και το κτήμα αντικείμενο της Υ700/08, δια την οποίαν ο επίδικος πλειστηριασμός. Η Εφεσίβλητη κατεχώρησε ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης με την οποία εγείρει ευάριθμους λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι η αίτηση/έφεση δεν μπορεί να επιτύχει. - Οι Αιτητές-Εφεσείοντες κωλύονται και/ή εμποδίζονται βάσει δεδικασμένου (res judicata) να αιτούνται την έκδοση των αιτούμενων θεραπειών λόγω της έκδοσης απόφασης του Δικαστηρίου στην αίτηση/έφεση υπ΄ αρ. 208/16 η οποία αφορούσε τα ίδια νομικά ζητήματα, τα ίδια διάδικα μέρη και το ίδιο αντικείμενο (issue estoppel). - Η ειδοποίηση Τύπου «ΙΒ» δεν είναι εφέσιμη. - Δεν πληρούνται οι λόγοι έφεσης για ακύρωση της ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ». - Η ύπαρξη των πολιτικών αγωγών 476/15 και 868/15 δεν εμποδίζει την Εφεσίβλητη να προχωρήσει με διαδικασία πλειστηριασμού και πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου. Το αντικείμενο των ανωτέρω αγωγών αφορά στις χρεώσεις και στην επιβολή επιτοκίου σε ξένο νόμισμα και δεν αμφισβητούν την εγκυρότητα των συμβάσεων. - Δεν στοιχειοθετείται καταπάτηση των συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων των Αιτητών-Εφεσειόντων. - Η Εφεσίβλητη έχει νομότυπα προχωρήσει στη διαδικασία πλειστηριασμού αφού το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα περίπτωση. - Η αίτηση/έφεση πρέπει να απορριφθεί καθότι οι Αιτητές-Εφεσείοντες έχουν με τη σύμβαση υποθήκης ανέκκλητα καταστήσει την Εφεσίβλητη πληρεξούσιο αντιπρόσωπο τους και της έδωσαν πληρεξουσιότητα να πωλεί τα ενυπόθηκα ακίνητα με οποιοδήποτε τρόπο και για οποιοδήποτε ποσό με σκοπό την εξόφληση των υποχρεώσεων που εξασφαλίζει η υποθήκη. Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Ανδρόνικου Σταυρινού ο οποίος αναφέρεται στην υπογραφή συμφωνίας πολυνομισματικού δανείου ημερ. 11.2.2008, μεταξύ της Εφεσείουσας 1 και της Εφεσίβλητης με την εγγύηση των Εφεσειόντων 2, 3 και 4 και τη μεταφορά στο λογαριασμό της Εφεσείουσας 1 ποσού CHF2.210.000,00. Προς περαιτέρω εξασφάλιση της συμφωνίας δανείου υποθηκεύτηκε προς όφελος της Εφεσίβλητης, μεταξύ άλλων, η υποθήκη με αρ. Υ700/2008, ημερ. 12.2.2008, δια ποσό €1.515.000, πλέον τόκους (Τεκμήριο 1 αντίγραφο υποθήκης). Συνεπεία καθυστερήσεων στην αποπληρωμή του δανείου η Εφεσίβλητη τερμάτισε με επιστολές της ημερ. 13.3.2015 τη συμφωνία δανείου και ολόκληρο το ποσό κατέστη πληρωτέο και απαιτητό. Αναφορά κάνει επίσης στις δύο αγωγές με αρ. 476/2015 και 868/2015, οι οποίες εκκρεμούν προς εκδίκαση. Στις 11.10.2016 η Εφεσίβλητη επέδωσε τις ειδοποιήσεις Τύπου «Θ» και «Ι» στους Αιτητές οι οποίοι κατεχώρησαν την αίτηση/έφεση με αρ. 208/16, την οποία το Δικαστήριο απέρριψε (απόφαση Τεκμήριο 3). Ακολούθως, στις 4.12.2017 η Εφεσίβλητη επέδωσε τις ειδοποιήσεις Τύπου «ΙΑ» και «ΙΒ» (Τεκμήριο 4) για παραμερισμό των οποίων κατεχωρήθηκε η παρούσα αίτηση. Αναφέρεται περαιτέρω ο μάρτυρας σε νομικού τύπου επιχειρήματα και θέσεις για υποστήριξη των λόγων ένστασης, σχολιασμός των οποίων γίνεται κατωτέρω. Οι συνήγοροι έχουν αναπτύξει με γραπτές αγορεύσεις την επιχειρηματολογία και θέσεις τους, αναφορά στις οποίες γίνεται κατωτέρω. Νομικό πλαίσιο: Προτού γίνει ενασχόληση με τους λόγους έφεσης και ένστασης κρίνεται σκόπιμο να καταγραφεί η ισχύουσα επί του θέματος νομοθεσία. Δυνάμει των διατάξεων του Μέρους VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/1965, σε περίπτωση υπερημερίας ως ορίζει το άρθρο 27, αποτέλεσμα της οποίας ολόκληρο το ενυπόθηκο χρέος καθίσταται πληρωτέο και η υπερημερία διαρκεί πέραν των 120 ημερών από την ημερομηνία που αυτό καθίσταται πληρωτέο, τότε ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να προχωρήσει στην προβλεπόμενη από το Μέρος VIA διαδικασία (άρθρο 44Β(γ)). Η έναρξη της διαδικασίας επιτυγχάνεται με την αποστολή της ειδοποίησης Τύπου «Ι» (άρθρο 44Γ) η οποία όταν ο δανειστής είναι αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα συνοδεύεται από την ειδοποίηση Θ (άρθρο 44Β 2(α)). Με την ειδοποίηση Τύπου «Ι» αποστέλλεται και κατάσταση λογαριασμού του ενυπόθηκου χρέους, τόκων κ.λ.π.. Με αυτήν καλείται ο οφειλέτης όπως εξοφλήσει εντός προθεσμίας 30 ημερών από την ημερομηνία επίδοσης το οφειλόμενο ποσό. Στο ίδιο άρθρο υπάρχει η εξής επιφύλαξη: «44Γ-
(1)Τηρουµένων των διατάξεων του άρθρου 44Β, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να προχωρήσει στην έναρξη της διαδικασίας που προβλέπεται από τις διατάξεις του παρόντος Μέρους, αφού επιδώσει στον ενυπόθηκο οφειλέτη και σε οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόµενο πρόσωπο, έγγραφη ειδοποίηση κατά τον Τύπο «I» του ∆εύτερου Παραρτήµατος, συνοδευόµενη από κατάσταση λογαριασµού του οφειλόµενου ενυπόθηκου χρέους, των τόκων και όλων των εξόδων για την είσπραξή του καλώντας τον όπως εξοφλήσει το ποσό, σύµφωνα µε την επιδοθείσα κατάσταση λογαριασµού, τάσσοντας σε αυτόν προθεσµία όχι µικρότερη των τριάντα
(30)ηµερών από την ηµεροµηνία επίδοσης της ειδοποίησης προς εξόφληση του οφειλόµενου ποσού: Νοείται ότι, µε την ειδοποίηση ενηµερώνεται ο ενυπόθηκος οφειλέτης ότι σε περίπτωση µη εξόφλησης του οφειλόµενου ποσού που καθορίζεται σε αυτήν, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να ασκήσει το δικαίωµα του για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου µε βάση τις διατάξεις του παρόντος Μέρους.» Σε περίπτωση παράλειψης συμμόρφωσης εντός της ταχθείσας προθεσμίας, προς τις απαιτήσεις της ειδοποίησης Τύπου «Ι», τότε αποστέλλεται προς τον οφειλέτη και προς οιονδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο δεύτερη έγγραφη ειδοποίηση, στην οποία πρέπει να αναφέρεται ότι το ενυπόθηκο ακίνητο πρόκειται να πωληθεί µε πλειστηριασµό· η ειδοποίηση επιδίδεται κατά τον Τύπο «ΙΑ» του ∆ευτέρου Παραρτήµατος, εντός περιόδου όχι µικρότερης των τριάντα
(30)ηµερών από την καθορισµένη ηµέρα και ώρα πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου (άρθρο 44Γ
(2)). Το άρθρο 44Δ
(1)προβλέπει τη διαδικασία εκτίμησης του ενυπόθηκου ακινήτου. Μεταξύ αυτών (άρθρο 44Δ
(2)) προνοείται ότι ο ενυπόθηκος δανειστής επιδίδει ειδοποίηση στον ενυπόθηκο οφειλέτη, σύμφωνα με τον Τύπο «ΙΒ» του Δεύτερου Παραρτήματος στην οποία τον πληροφορεί πως εντός δέκα
(10)ημερών από την επίδοση της ειδοποίησης θα προχωρήσει στο διορισμό εκτιμητή. Δικαίωμα διορισμού δεύτερου εκτιμητή παρέχεται δια του άρθρου 44Δ
(1)και στον οφειλέτη, ώστε να ετοιμαστούν ανεξάρτητες εκτιμήσεις. Με την πάροδο 10 ημερών από την επίδοση της ειδοποίησης «ΙΒ», ο οφειλέτης οφείλει να ενημερώσει τον δανειστή για την ταυτότητα του εκτιμητή που διόρισε. Ως πρώτο θέμα θα εξεταστεί η ένσταση περί ύπαρξης δεδικασμένου. Αναφέρονται ως γεγονότα τα ακόλουθα με την ένορκη δήλωση Σταυρινού: «.οι εφεσείοντες κωλύονται βάσει δεδικασμένου (res judicata) από το να αιτούνται την έκδοση των αιτούμενων θεραπειών, λόγω της έκδοσης απόφασης του Δικαστηρίου στην Αίτηση-Έφεση υπ΄ αρ. 208/16, την οποία επισυνάπτω ως Τεκμήριο 3 επί της παρούσας μου ένορκης δήλωσης. Όπως φαίνεται, τόσο από την ίδια την Έφεση με αρ. 208/2016 την οποία επισυνάπτω ως Τεκμήριο 2 επί της παρούσης, όσο και από την απόφαση ημερ. 5.7.2017, η παρούσα Έφεση και η Έφεση με αρ. 208/2016 αφορούν τα ίδια νομικά ζητήματα, τα ίδια διάδικα μέρη και το ίδιο αντικείμενο. Η μόνη διαφοροποίηση μεταξύ των δύο περιπτώσεων, ήταν η ένσταση της Εφεσίβλητης, όπου στην Έφεση με αρ. 208/2016 επικαλέστηκε ότι η εν λόγω Έφεση ήταν πρόωρη και ότι οι ειδοποιήσεις τύπου «Ι» και «Θ» δεν είναι εφέσιμες, επιχείρημα με το οποίο συμφώνησε το Δικαστήριο και απέρριψε την Έφεση.» Με την αγόρευση της συνηγόρου της Εφεσίβλητης αναφέρθηκαν τα ακόλουθα. Ο κανόνας του κωλύματος λόγω δεδικασμένου εμφανίζεται όταν εντοπίζεται (α) ύπαρξη τελεσίδικης απόφασης, (β) ταυτότητα διαδίκων, (γ) ταυτότητα ιδιοτήτων των διαδίκων, (δ) ταύτιση των εγερθέντων επίδικων ζητημάτων και (ε) δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Επικαλούνται την απόφαση Πανέρας Ιωάννης (ανήλικος) δια της μητρός και πλησιέστερης συγγενούς και φίλης αυτού Ζωής-Φρειδερίκης Στεφάνου v. Νικόλαου Πανέρα
(2001)1 Α.Α.Δ. 1684, όπου λέχθηκαν μεταξύ άλλων: «Σύμφωνα με τις αρχές του Κοινοδικαίου όπως εφαρμόζονται στην Κύπρο από τις αρχές του 12ου αιώνα, οι αποφάσεις των Δικαστηρίων θεωρούνταν δεσμευτικές και δεν μπορούσαν να αμφισβητηθούν. Όπως έχει καθορισθεί ο κανόνας του δεδικασμένου, "Αποκλεισμός από δεδικασμένο (of record) ή ημιδεδικασμένο (quasi record) εγείρεται όταν ένα επίδικο γεγονός έχει αποφασιστεί δικαστικά με τελεσίδικο τρόπο σε δίκη μεταξύ των διαδίκων από ένα Δικαστήριο που είχε αποκλειστική ή συντρέχουσα δικαιοδοσία να επιληφθεί του θέματος, και το ίδιο γεγονός επανεμφανίζεται άμεσα σε μεταγενέστερη δίκη μεταξύ των ίδιων διαδίκων." (Halsbury's Laws of England, 3rd Edition, Volume 15, p. 336) Η εφαρμογή του πιο πάνω κανόνα προϋποθέτει ότι, (i) Η απόφαση πρέπει να είναι τελεσίδικη, (ii) Πρέπει να υπάρχει ταύτιση διαδίκων, (iii) Πρέπει να υπάρχει ταύτιση ιδιότητας των διαδίκων, και (iv) Πρέπει να υπάρχει ταύτιση επίδικων θεμάτων.» (Δέστε επίσης Κλεόπα v. Χριστ. Αντωνίου
(2002)1 Α.Α.Δ. 58, και τις εκεί αναφερόμενες αποφάσεις.) Προτείνεται με την αγόρευση πως στην κρινόμενη περίπτωση πληρούνται οι προϋποθέσεις του δεδικασμένου καθόσον υπάρχει πλήρης ταύτιση διαδίκων, επιδίκων θεμάτων και η απόφαση είναι τελεσίδικη καθώς εξεδόθη στις 5.7.2017 και δεν εφεσιβλήθηκε. Προτείνουν περαιτέρω πως ακόμη και εάν οι Αιτητές προβάλουν τη θέση ότι στην απόφαση ημερομηνίας 5.7.2017 το Δικαστήριο δεν υπεισήλθε στην ουσία των επιχειρημάτων που προέβαλαν, εντούτοις, ο κανόνας του δεδικασμένου επεκτείνεται και στις ενστάσεις οι οποίες ηγέρθησαν και δεν εξετάσθηκαν μέσα στο πλαίσιο της πρώτης διαδικασίας. Παρέπεμψαν προς επίρρωση της θέσης τους στην Κλεόπα (ανωτέρω) στην οποία υιοθετήθηκε απόφαση του Αρείου Πάφου: «Όμοιος είναι ο κανόνας που καθιέρωσε ο Άρειος Πάγος, όπως προκύπτει από τη σύνοψη της παρακάτω απόφασης του: "Το δεδικασμένο, εξαιτίας του οποίου δεν επιτρέπεται να εξετασθεί εκ νέου σε άλλη δίκη μεταξύ των ιδίων διαδίκων είτε ως κύριο αντικείμενο είτε ως προϋπόθεση άλλου δικαιώματος το αρμοδίως κριθέν με τελεσίδικη απόφαση ως πηγάζον από ορισμένη αιτία δικαίωμα εκτείνεται όχι μόνο στις ενστάσεις που προτάθηκαν και απορρίφθηκαν ουσιαστικά ή τυπικά, αλλά και σε εκείνες τις ενστάσεις οι οποίες, μολονότι υπήρχαν κατά την πρώτη επ' ακροατηρίου συζήτηση ή γεννήθηκαν αργότερα μέχρι τη συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η απόφαση που έκρινε τελεσιδίκως τη διαφορά, δεν προτάθηκαν ή προτάθηκαν απαραδέκτως από το διάδικο υπέρ του οποίου υπάρχουν οι ενστάσεις αυτές, Α.Π. 135/1990 Ε.Ε.Δ.
- Ε.Ε.Α.Δ.
- 714."» Απαντώντας στην ένσταση δεδικασμένου ο συνήγορος των Αιτητών επικαλείται και εκείνος τις αρχές και προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν και παραπέμπει στο Δίκαιο της Απόδειξης του Τάκη Ηλιάδη και σε σχετικές αποφάσεις. Τονίζει πως το ίδιο το Δικαστήριο που εκδίκασε την αίτηση/έφεση 208/16 ουσιαστικά προέτρεψε τους Αιτητές να καταχωρήσουν αίτηση/έφεση μετά την ειδοποίηση Τύπου «ΙΑ». Αντίθετα, η συνήγορος της Καθ΄ ης η αίτηση υποδεικνύει ότι πουθενά στην εν λόγω απόφαση το Δικαστήριο δεν αναφέρει ότι η απόρριψη της αίτησης/έφεσης 208/2016 ενεργοποιεί το δικαίωμα των Εφεσειόντων να προωθούν την παρούσα διαδικασία, ως παραπλανητικά φαίνεται να επιχειρεί να παρουσιάσει ο ομνύων. Το επίμαχο απόσπασμα το οποίο χρησιμοποιεί ο συνήγορος των Αιτητών και καταγράφει στην αγόρευση του είναι το ακόλουθο: «Για τούτο θεωρώ πως η ειδοποίηση Τύπου «Ι» δεν παραβλάπτει έννομα συμφέροντα των Αιτητών. Αποτελεί μόνο προϋπόθεση για συνέχιση της διαδικασίας αλλά ως μη περιέχουσα οποιαδήποτε απόφαση δεν έχει αυτό το χαρακτήρα. Εάν ο πιστωτής προχωρήσει στην απόφαση για πλειστηριασμό και αποστείλει ειδοποίηση Τύπου «ΙΑ», τότε ο οφειλέτης θα ασκήσει το δικαίωμα του για καταχώρηση έφεσης ώστε να επιτύχει παραμερισμό της.» Η απόφαση θα πρέπει να ιδωθεί στο σύνολο της. Με το εν λόγω απόσπασμα δεν προτρέπονται οι Αιτητές να πράξουν κάτι. Διαπιστώνεται ένα δικαίωμα που τους παρέχεται από το Νόμο. Βέβαια κατά την εκδίκαση οποιασδήποτε αίτησης/έφεσης ή και αγωγής εξετάζονται τα θέματα είτε λόγοι αίτησης είτε ένστασης, όπως τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου τη δεδομένη χρονική στιγμή υπό το φως των δεδομένων που έχει ενώπιον του. Κατ΄ αρχήν να ειπωθεί ότι το Δικαστήριο συμφωνεί με τις παρατεθείσες από τους συνηγόρους αρχές και αποφάσεις αναφορικά με την αρχή του δεδικασμένου. Δεν συμφωνεί όμως ότι δημιουργήθηκε τέτοιο κώλυμα δεδικασμένου στην παρούσα περίπτωση. Με την αίτηση/έφεση 208/16 εξεταζόταν η εγκυρότητα των ειδοποιήσεων Τύπου «Θ» και «Ι». Εγείροντο, ναι, οι ίδιοι περίπου λόγοι για την ακυρότητα τους όπως και στην παρούσα περίπτωση. Όμως: Στην κρινόμενη περίπτωση εξετάζεται η ειδοποίηση τύπου «ΙΑ» και Τύπου «ΙΒ». Αντικείμενο της παρούσας αίτησης/έφεσης αποτελούν νέα γεγονότα και νέες ειδοποιήσεις. Όσο και οι λόγοι για τους οποίους ζητείται η ακύρωση τους είναι ίδιοι με την προηγούμενη δεν υπάρχει ταυτότητα επιδίκων θεμάτων. Δημιουργήθηκαν νέα γεγονότα. η αποστολή των ειδοποιήσεων Τύπου «ΙΑ» και Τύπου «ΙΒ», για τις οποίες ο Νόμος παρέχει δικαίωμα καταχώρισης αίτησης/έφεσης εντός τακτής χρονικής προθεσμίας τριάντα ημερών από την παραλαβή της. Το άρθρο 44Γ
(3)προνοεί με εξαντλητικό τρόπο τους λόγους για τους οποίους μια ειδοποίηση Τύπου «ΙΑ» παραμερίζεται. Δηλαδή όταν: «(α) Η επιδοθείσα ειδοποίηση δεν πληροί τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο, προϋποθέσεις· (β) η ειδοποίηση δεν έχει δεόντως επιδοθεί· (γ) η ειδοποίηση έχει αποσταλεί πριν τη λήξη της προθεσμίας για καταβολή της πληρωμής προς τον ενυπόθηκο δανειστή· (δ) εκκρεμεί αγωγή ενώπιον Δικαστηρίου για την ειδοποίηση που προβλέπεται στο εδάφιο
(1).» Οι τρεις πρώτες προϋποθέσεις ουδόλως θίγονται με την εν λόγω αίτηση/έφεση. Ούτε και η προϋπόθεση (δ) θίγεται ευθέως από τους λόγους έφεσης. Γίνεται αναφορά στην εκκρεμοδικία των αγωγών 476/15 την οποία κατεχώρησαν οι Αιτητές εναντίον της Εφεσίβλητης και 868/15 την οποία ήγειρε η Εφεσίβλητη εναντίον των Αιτητών στις οποίες κατ΄ ισχυρισμόν υπάρχει έντονη αμφισβήτηση της υποθήκης και των οφειλομένων ποσών. Στον Κανονισμό 7 των περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας Κανονισμών προνοείται πως κάθε αίτηση/έφεση πρέπει να υποστηρίζεται από λόγους έφεσης και δεν επιτρέπεται να εξετάζονται άλλοι, πλην των εκεί εκτεθέντων. Η αναφορά σε εκκρεμοδικία αγωγών η οποία εμποδίζει την Εφεσίβλητη να προχωρήσει σε διαδικασία πλειστηριασμού, εντάσσεται στους ευρύτερους λόγους κωλύματος και αποποίησης των δικαιωμάτων εκ μέρους της Εφεσίβλητης, η οποία έπρεπε να αναμένει να δικαστούν οι διαφορές τους. Παρά ταύτα, επειδή γίνεται αναφορά σε εκκρεμοδικία αγωγών, γι΄ αυτό και θα εξετασθεί αφού γίνεται λόγος σ΄ αυτήν και στην αγόρευση του συνηγόρου των Αιτητών ο οποίος αναφέρει: «Η ύπαρξη αγωγής με επίδικο αντικείμενο όσα περιέχονται στην ειδοποίηση Τύπου «Ι» είναι κατά το άρθρο 44Γ λόγος παραμερισμού της διαδικασίας πωλήσεως του ενυπόθηκου ακινήτου.» Παραπέμπει προς ενίσχυση της θέσης του σε αποφάσεις του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας και του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου. Δεν επεξηγείται όμως ούτε στην ένορκη δήλωση Ιωάννου ούτε στην αγόρευση του συνηγόρου των Αιτητών ποια αγωγή και με ποιο τρόπο μπορεί να θεωρηθεί ως αγωγή εναντίον της ειδοποίησης Τύπου «Ι». Το παρόν Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να ασχοληθεί με το ίδιο θέμα στην αίτηση/έφεση 176/16, Κάτια Ορφανίδου v. Alpha Bank Cyprus Ltd, ημερ. 15.12.2016, την οποίαν επικαλείται ο συνήγορος των Αιτητών και δη την ύπαρξη αγωγής η οποία είχε καταχωρηθεί πριν την αποστολή της ειδοποίησης Τύπου «Ι» και τη θεώρησε ότι εμπίπτει στην προϋπόθεση (δ) του άρθρου 44(Γ)
(3)υπό τους όρους και προϋποθέσεις που εξήγησε και που μεταξύ άλλων αφορούσε αγωγή που καταχωρήθηκε από τους Αιτητές. Στην κρινόμενη περίπτωση οι Αιτητές έχουν καταχωρήσει την αγωγή 476/15 με την οποίαν επιδιώκουν τις πιο κάτω θεραπείες (Τεκμήριο 1 ένορκης δήλωσης Αιτητή): «(α) Απόφαση και/ή Διάταγμα και/ή Δήλωση του Δικαστηρίου με τα οποία θα αναγνωρίζεται ότι η επιβολή και/ή προσθήκη περιθωρίου τόκου κατά ή περί την 21/1/11 προς 4,5% στο δάνειο υπ΄ αριθμ. 063-39-003613, που συνήψαν οι ενάγοντες
(1), με εγγυητές τους υπόλοιπους εναγομένους, με τη Marfin Popular Bank Public Co Ltd κατά ή περί την 11/2/08 στην Πάφο, είναι παράνομη και/ή άκυρη και/ή αντισυμβατική και/ή συμφωνήθηκε και/ή περιλήφθηκε κατόπιν ψυχικής πιέσεως και/ή απειλών και/ή εξαναγκασμού και/ή λόγω εκμετάλλευσης της θέσης ισχύος στην οποία βρισκόταν η Marfin Popular Bank Public Co Ltd έναντι των εναγόντων. (β) Απόφαση και/ή Διάταγμα και/ή Δήλωση του Δικαστηρίου με τα οποία θα αναγνωρίζεται ότι η επιβολή και/ή προσθήκη περιθωρίου τόκου κατά ή περί την 7/3/12 προς 5,75% στο δάνειο υπ΄ αριθμ. 063-39-003613, που συνήψαν οι ενάγοντες
(1)με τη Marfin Popular Bank Public Co Ltd κατά ή περί την 11/2/08 στην Πάφο, είναι παράνομη και/ή άκυρη και/ή αντισυμβατική και/ή συμφωνήθηκε και/ή περιλήφθηκε κατόπιν ψυχικής πιέσεως και/ή απειλών και/ή εξαναγκασμού και/ή λόγω εκμετάλλευσης της θέσης ισχύος στην οποία βρισκόταν η Marfin Popular Bank Public Co Ltd έναντι των εναγόντων. (γ) Απόφαση και/ή Διάταγμα και/ή Δήλωση του Δικαστηρίου με τα οποία θα αναγνωρίζεται ότι η μετατροπή από Ελβετικά Φράγκα σε Ευρώ από τους εναγομένους με ισοτιμία 1,2094 του δανείου υπ΄ αριθμ. 063-39-003613, που συνήψαν οι ενάγοντες
(1)με τη Marfin Popular Bank Public Co Ltd κατά ή περί την 11/2/08 στην Πάφο (νέος αριθμός λογαριασμού 063-12-089231) είναι παράνομη και/ή άκυρη και/ή αντισυμβατική και/ή μονομερής και/ή αυθαίρετη και/ή καταχρηστική και δεν έχει καμία ισχύ και/ή έγινε λόγω εκμετάλλευσης της θέσης ισχύος στην οποία βρίσκονταν οι εναγόμενοι έναντι των εναγόντων. (δ) Απόφαση και/ή Διάταγμα και/ή Δήλωση του Δικαστηρίου με τα οποία θα αναγνωρίζει ότι η οφειλή των εναγόντων
(1)σε Ευρώ θα πρέπει να υπολογίζεται βάσει της ισοτιμίας του Ελβετικού Φράγκου έναντι του Ευρώ, που ίσχυε κατά το χρόνο σύναψης του δανείου, δηλαδή κατά ή περί την 11/2/08 και/ή κατά το χρόνο εκταμίευσης του δανείου και ότι τυχόν περί του αντιθέτου αποφάσεις των εναγομένων και/ή πρόνοιες στη συμφωνία δανείου είναι παράνομες και/ή καταχρηστικές και συνεπώς άκυρες και/ή επιβλήθηκαν λόγω εκμετάλλευσης της θέσης ισχύος στην οποία βρίσκονταν οι εναγόμενοι έναντι των εναγόντων. (ε) Απόφαση και/ή Διάταγμα και/ή Δήλωση του Δικαστηρίου με τα οποία θα αναγνωρίζεται ότι η επιβολή τόκου υπερημερίας προς 14% κατά ή περί την 13/3/14 από τους εναγομένους επί του λογαριασμού δανείου υπ΄ αριθμ. 063-39-003613 (νέος αριθμός λογαριασμού 063-12-089231), επί του τρεχούμενου λογαριασμού υπ΄ αριθμ. 063-11-009031 και επί της κάρτας υπ΄ αριθμ. 4670-5900-0583-6011 είναι παράνομη και/ή άκυρη και/ή αντισυμβατική κ αι/ή λόγω εκμετάλλευσης της θέσης ισχύος στην οποία βρίσκονται οι εναγόμενοι έναντι των εναγόντων. (στ) Απόφαση και/ή Διάταγμα του Δικαστηρίου με τα οποία θα διατάσσονται οι εναγόμενοι να αφαιρέσουν από το λογαριασμό δανείου υπ΄ αριθμ. 063-39-003613 (νέος αριθμός λογαριασμού 063-12-089231) οποιοδήποτε ποσόν τόκου χρέωσαν πέραν του 1,75% πλέον LIBOR 3 μηνών και από το λογαριασμό υπ΄ αριθμ. 063-11-009031 οποιοδήποτε τόκο χρέωσαν πέραν του συμβατικού επιτοκίου). (ζ) Απόφαση και/ή Διάταγμα και/ή Δήλωση του Δικαστηρίου με τα οποία θα αναγνωρίζεται ότι οι εναγόμενοι θα χρεώνουν το λογαριασμό δανείου υπ΄ αριθ. 063-39-003613 (νέος αριθμός λογαριασμού 063-12-089231) με τόκο μόνο προς 1,75% πλέον LIBOR 3 μηνών. (η) Περαιτέρω ειδικές, γενικές και/ή παραδειγματικές και/ή άλλες αποζημιώσεις.» Προκύπτει αβίαστα τόσο από τα ανωτέρω όσο και την Έκθεση Απαίτησης (Μέρος του Τεκμηρίου 1) ότι δεν αμφισβητείται η εγκυρότητα της σύναψης των επίδικων δανείων και της υποθήκης Υ700/08 αλλά ο τρόπος υπολογισμού του επιτοκίου, οι πιέσεις για αποδοχή αύξησης του και οι χαρακτηριζόμενες αυθαίρετες χρεώσεις που εγίνοντο σε σχέση με την ισοτιμία του Ελβετικού φράγκου και του ευρώ. Ακόμη όμως και η Έκθεση Υπεράσπισης που καταχωρήθηκε εκ μέρους των Αιτητών στην αγωγή 868/15 προβάλλει τους ίδιους ισχυρισμούς και γεγονότα που προβάλλονται στην Έκθεση Απαίτησης της αγωγής τους αναφορικά με τις πιέσεις που δέχθηκαν το 2011 και 2012 οι Αιτητές για αποδοχή της αύξησης του επιτοκίου. Όχι για πιέσεις που δέχθηκαν το 2008 κατά το χρόνο της υποθήκης. Συνεπώς κρίνεται πως δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για ακύρωση της ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ». Παρά την ανωτέρω κατάληξη θα εξετασθούν οι λόγοι έφεσης καθώς άπτονται θεμάτων κωλύματος για έναρξη της διαδικασίας πλειστηριασμού και κατάχρησης της διαδικασίας. Συναφείς είναι οι λόγοι 1, 2, 3, 4, 11, 13 και 14 που άπτονται των θεμάτων αυτών σε σχέση με την εκκρεμοδικία των ανωτέρω δύο αγωγών. Αναφέρει σχετικά ο συνήγορος των Αιτητών: «Οι ειδοποιήσεις τύπου ΙΑ' και ΙΒ' επιδόθηκαν προς τους αιτητές ενώ εκκρεμούν και είναι ορισμένες για εκδίκαση ενώπιον της Προέδρου του Ε.Δ. οι αγωγές: (α) Υπ΄ αριθ. 476/15, που ήγειραν οι αιτητές εναντίον των καθ΄ ων η αίτησις και (β) Υπ΄ αριθ. 868/15, που ήγειραν οι καθ΄ ων η αίτησις εναντίον των αιτητών. ............ Εάν μετά από εκδίκαση της αγωγής υπ΄ αριθμ. 476/15, που οι αιτούντες ήγειραν εναντίον των καθ΄ ων αίτησις, αποφασιστεί ή αναγνωριστεί ότι η οφειλή των εναγόντων
(1)σε Ευρώ θα πρέπει να υπολογίζεται βάσει της ισοτιμίας του Ελβετικού Φράγκου έναντι του Ευρώ, που ίσχυε κατά το χρόνο σύναψης του δανείου, δηλαδή κατά ή περί την 11/2/08 και/ή κατά το χρόνο εκταμίευσης του δανείου, η κατ΄ ισχυρισμό οφειλή των αιτητών θα μειωθεί κατακόρυφα, πιθανόν να διαπιστωθεί ακόμα και εξόφληση της οφειλής με τα ποσά που έχουν ήδη καταβληθεί. Παρομοίως, η οφειλή θα μειωθεί κατακόρυφα ή και θα εξαλειφθεί εάν παραμεριστούν από το Δικαστήριο οι παράνομες χρεώσεις, οι ανατοκισμοί και οι τόκοι υπερημερίας.» Εάν, υποδεικνύει ο συνήγορος, το Δικαστήριο επιτρέψει τη συνέχιση της διαδικασίας εκποίησης ενυπόθηκου ακινήτου, οι Αιτητές θα στερηθούν του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος τους να έχουν δίκαιες δίκες σε δύο αγωγές που εκκρεμούν ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου. Επικαλείται το άρθρο 30.2 του Συντάγματος, το άρθρο 20 του Ελληνικού Συντάγματος, το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το άρθρο 10 της Οικουμενικής Διακήρυξης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, το άρθρο 47, παρ. 92) του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το άρθρο 14 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα. Όλα τα ανωτέρω άρθρα ορίζουν το δικαίωμα για δίκαιη δίκη, το δικαίωμα να ακούγεται το άτομο από αρμόδιο Δικαστήριο και καθορίζουν την ισότητα όλων έναντι του Νόμου. Υποδεικνύει ο συνήγορος με αναφορά στην απόφαση Παναγιώτα Αλκιβιάδου & άλλου v. Κώστα Παπακωνσταντίνου
(2001)1 Α.Α.Δ. σελ. 2133, ότι τα περιουσιακά δικαιώματα αποτελούν μέρος των αστικών δικαιωμάτων του ατόμου, η διάγνωση των οποίων ανάγεται αποκλειστικά στη δικαιοδοσία αρμόδιου Δικαστηρίου. Σχολιάζει τέλος πως: «Εάν η διαδικασία εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου προχωρήσει ενώ εκκρεμούν δύο αγωγές, στις οποίες θα πρέπει να διαγνωστούν όλα ανεξαιρέτως τα δικαιώματα ή και οι υποχρεώσεις των διαδίκων, το χρηματοπιστωτικό ίδρυμα θα αφεθεί να υποκαταστήσει το νομίμως συσταθέν δικαστήριο τερματίζοντας τις επίδικες διαφορές των μερών και έτσι θα παραβιαστεί κατάφορα όχι μόνο το Σύνταγμα αλλά και η ευρωπαϊκή νομοθεσία και οι διεθνείς συνθήκες που προαναφέρθηκαν». Απ΄ την αντίπερα όχθη η συνήγορος της Εφεσίβλητης αναφέρει πως ο ισχυρισμός περί καταπάτησης συνταγματικών δικαιωμάτων θα πρέπει να τεκμηριώνεται και να αποδεικνύεται επαρκώς, η δε αμφισβήτηση της συνταγματικότητας του Νόμου πρέπει να αποδεικνύεται στο ψηλότερο επίπεδο και βαθμό απόδειξης. Αναφορικά με τα ανωτέρω επισημαίνεται: Η εισήγηση περί καταπάτησης συνταγματικών δικαιωμάτων και ο σχετικός λόγος έφεσης, συναρτάται με την παρούσα διαδικασία όπου κατ΄ ισχυρισμό το αποτέλεσμα της, δηλαδή η εκποίηση του ακινήτου, θα καταστήσει άνευ αντικειμένου τις δύο αγωγές και οι Αιτητές δεν θα έχουν την ευκαιρία να ακουσθούν από το Δικαστήριο το οποίο δεν θα επιλύσει τις διαφορές τους όπως αυτές εμφανίζονται στα δικόγραφα ως επίδικα θέματα. Το Δικαστήριο δεν συμφωνεί με τη θέση αυτή. Εν πρώτοις, ουδόλως η Εφεσίβλητη παρακάμπτει το Δικαστήριο και ουδόλως στερούνται οι Αιτητές του δικαιώματος να ακουστούν. Ήδη έχουν καταχωρίσει την κρινόμενη αίτηση/έφεση και εκθέτουν τις απόψεις και επιχειρήματα τους με το Δικαστήριο να καλείται να αποφασίσει επί τούτων. Εάν το ενυπόθηκο ακίνητο εκποιηθεί αυτό δεν συνεπάγεται τον τερματισμό των δύο αγωγών. Αυτές παραμένουν σε εκκρεμότητα, θα ακουσθούν και θα αποφασισθούν τα επίδικα θέματα και εάν διαφανεί πως το οφειλόμενο ποσό είναι μικρότερο του εκπλειστηριάσματος, τότε η Εφεσίβλητη θα κληθεί να το επιστρέψει. Αναφορικά με τους λοιπούς λόγους, δηλαδή εκείνους που αφορούν κατάχρηση, κώλυμα κ.λ.π., το Δικαστήριο θα υιοθετήσει εκείνα που σχολίασε στην απόφαση του στην αίτηση/έφεση 204/2016 Frostin Limited v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ημερ. 14.11.2016, στην οποίαν επίσης υφίστατο εκκρεμοδικία αγωγών: «Πιστεύω πως μια αναδρομή στη σκοπιμότητα του Νόμου θα βοηθήσει την ερμηνεία του. Στόχος της θέσπισης του μέρους VIA, ήταν η πρόσδοση ταχύτητας στις διαδικασίες πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων και η είσπραξη των οφειλόμενων και εξασφαλιζόμενων με την υποθήκη ποσό ή ποσά. Για τούτο και οι προθεσμίες των 30 ημερών που τίθενται για πληρωμή αλλά ακόμη και η «ασφυκτική» προθεσμία των 30 ημερών από της καταχώρησης της αίτησης εντός της οποίας το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφανθεί (ο περί Πωλήσεως (Τροποποιητικός) Διαδικαστικός Κανονισμός 4/2015, άρθρο 14). Θεωρώ πως δεν είναι καθόλου άσχετη η έναρξη του Μέρους VIA με το άρθρο 44Α το οποίο καθορίζει την εφαρμογή του μέρους αυτού σε κάθε σύμβαση υποθήκης προγενέστερης ή μεταγενέστερης του Νόμου. Καθορίζει ρητά πως: «44Α.-
(1)Οι διατάξεις του παρόντος Μέρους εφαρµόζονται σε κάθε περίπτωση σύµβασης υποθήκης, η οποία ενεγράφη στο κτηµατικό µητρώο πριν από την ηµεροµηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόµου ή η οποία εγγράφεται στο κτηµατικό µητρώο µετά την ηµεροµηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόµου.» Προχωρεί περαιτέρω ο Νόμος συσχετίζοντας το παρόν Μέρος VIA με το προηγούμενο Μέρος VI, με το οποίο η πώληση επιτυγχανόταν μετά από αίτηση προς τον Διευθυντή του Κτηματολογίου, και αναφέρει πως: «
(2)Καµία διάταξη του Μέρους VI δεν απαγορεύει σε ενυπόθηκο δανειστή να προχωρήσει µε την εφαρµογή της διαδικασίας πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου σύµφωνα µε τις διατάξεις του παρόντος Μέρους.» Για να συνεχίσει στην επόμενη διάταξη όπου διαβάζουμε πως: «
(3)Καµία διάταξη του παρόντος Μέρους δεν απαγορεύει στον ενυπόθηκο δανειστή την εφαρµογή της διαδικασίας πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου σύµφωνα µε τις διατάξεις του Μέρους VI:» Τίθεται δε επιπροσθέτως η κάτωθι επιφύλαξη με την οποία οι χρονικές προθεσμίες που τίθενται με το Μέρος VIA να αναπροσαρμόζονται και σε όσα ποσά έχουν καταστεί πληρωτέα πριν την εφαρμογή του: «Νοείται ότι, σε περίπτωση που το ενυπόθηκο χρέος έχει καταστεί πληρωτέο πριν από την ηµεροµηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Μέρους, τα χρονικά περιθώρια και οι διαδικασίες που προβλέπονται στο παρόν Μέρος δύναται να τυγχάνουν εφαρµογής από την ηµεροµηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόµου.» Τίποτα συνεπώς και καμία διάταξη υπάρχει στο Νόμο, απαγορευτική της χρήσης από τον ενυπόθηκο δανειστή της διαδικασίας του μέρους τούτου για εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου. Ενδεχομένως η χρήση κάποιων εντύπων και διαδικασιών για να καταστεί το χρέος υπερήμερο ώστε να κινηθεί η διαδικασία του Μέρους VIA, να εφαρμόζεται όπου το χρέος είναι «οφειλόμενο». Οφειλόμενο όμως παραμένει και το εκ δικαστικής αποφάσεως ποσό, με τη διαφορά ότι η υπερημερία του είναι επιβεβαιωμένη. Ούτε βέβαια μπορούμε να μιλάμε για αναδιάρθρωση «δανείου» (τύπος Θ) αφού το δάνειο έχει καταστεί εξ΄ αποφάσεως χρέος. Εκείνο βέβαια που παραμένει είναι το χρέος. Εισέτι οφειλόμενο. Για το οποίο υπάρχει πάντα η δυνατότητα προσφοράς διευθέτησης του. Η ύπαρξη διατάγματος Δικαστηρίου για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου δεν καθιστά καταχρηστική την επιδίωξη πώλησης δυνάμει του Μέρους VIA του Νόμου δεδομένου πως ο δανειστής επιδιώκει το ίδιο αποτέλεσμα με κάποιον άλλο τρόπο τον οποίον του παρέχει σχετικός Νόμος. Η έκδοση δικαστικής απόφασης και σχετικού διατάγματος για πώληση ενυπόθηκου κτήματος παρέχει δικαιώματα στον εξ΄ αποφάσεως δανειστή. Δεν εναποθέτει υποχρέωση. Ούτε περιορίζει το δικαίωμα του δανειστή να ακολουθήσει άλλη μέθοδο εκτέλεσης ή πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου, όταν ο Νόμος του το επιτρέπει. Πρόσθετα, στην κρινόμενη περίπτωση όπου εκκρεμεί η αγωγή, η διάταξη αρ. 4 του άρθρου 44A επιτρέπει και όχι αποκλείει την παράλληλη διαδικασία επιδίωξης διατάγματος δι΄ αγωγής και προώθηση της διαδικασίας πώλησης από τον ενυπόθηκο δανειστή: «
(4)Καµία διάταξη του παρόντος Μέρους δεν αποκλείει το δικαίωµα του ενυπόθηκου δανειστή να προχωρήσει µε την έγερση πολιτικής αγωγής για την εξασφάλιση διατάγµατος δικαστηρίου για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου.» Ουσιαστικά δεν επιζητείται η εξασφάλιση ενός νέου διατάγματος, αλλά η πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου, του ιδίου αποτελέσματος που θα προκύψει από την εφαρμογή της έκδοσης διατάγματος πώλησης. Το ίδιο αποτέλεσμα, όπως οι ήδη υπάρχουσες διαδικασίες τις οποίες ο νομοθέτης δεν έχει καταργήσει και σε σχέση με τις οποίες επέλεξε όπως προσθέσει και προσφέρει μια εναλλακτική διαδικασία. Επισημαίνεται και πάλιν πως η σχετική διάταξη του άρθρου 44
(4)δεν απαγορεύει ούτε και αποκλείει τη συνύπαρξη αγωγής και της διαδικασίας του Μέρους VIA.» Σημαντικό και υποβοηθητικό για επίλυση του ζητήματος αποτελεί το Νομοσχέδιο και η αιτιολογική έκθεση αυτού, όπως δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Κυπριακής Δημοκρατίας, Παράρτημα Έκτο, ημερ. 5 Νοεμβρίου 2014, στο οποίο αναφέρεται πως: «Σκοπός του παρόντος νομοσχεδίου είναι η τροποποίηση του βασικού νόμου, με την εισαγωγή νέου Μέρους VIA, το οποίο να προβλέπει για την πώληση ενυπόθηκων ακινήτων από τους ενυπόθηκους δανειστές, χωρίς την παρέμβαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου. Η ανάγκη εισαγωγής του νέου Μέρους VIA στο βασικό νόμο αποτελεί μνημονιακή προϋπόθεση και σκοπό έχει την επιτάχυνση των διαδικασιών εκποίησης των ενυπόθηκων ακινήτων. Συγκεκριμένα, με το προτεινόμενο νομοσχέδιο προβλέπονται μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: (α) Η διαδικασία διεξαγωγής της εκποίησης των ενυπόθηκων ακινήτων γίνεται εξ΄ ολοκλήρου από τον ενυπόθηκο δανειστή, χωρίς την οποιαδήποτε παρέμβαση κυβερνητικών υπηρεσιών, είτε με πλειστηριασμό είτε με πώληση.» Κρίνεται συνεπώς πως οι ανωτέρω λόγοι δεν ευσταθούν. Μη συμβατική σχέση με Εφεσίβλητη: Ο σχετικός λόγος έφεσης 9 αναφέρει πως «ουδέποτε οι Καθ΄ ων η αίτησις υπήρξαν αντισυμβαλλόμενοι των αιτητών». Τα ίδια επαναλαμβάνονται με την ένορκη δήλωση του κ. Ιωάννου στην παράγραφο 24 αυτής όπου καταγράφει πως η υποθήκη ενεγράφη προς όφελος της Marfin Popular Bank Public Co Ltd. Χωρίς καμία αιτιολόγηση τις προσβαλλόμενες ειδοποιήσεις αποστέλλει άλλο νομικό πρόσωπο με το οποίο δεν έχουν καμία συμβατική ή άλλη σχέση. Με την αγόρευση του συνηγόρου των Αιτητών επαναλαμβάνεται ο ανωτέρω ισχυρισμός και τονίζεται με παραπομπή στο σύγγραμμα Chitty on Contracts 27th ed., Vol.1, σελ. 911, πως λόγω της σχετικότητας των συμβάσεων (privity of contracts) δεν μπορεί να εμφανίζεται ως πρόσωπο που αποπειράται εκποίηση υποθήκης άλλο από εκείνο προς όφελος του οποίου κατ΄ ισχυρισμό ενεγράφη η υποθήκη. Απαντά με την ένσταση η Εφεσίβλητη δια της ενόρκου δηλώσεως Σταυρινού, παράγραφοι 42 (α) και (β), τα ακόλουθα: «(α) Από την 29η Μαρτίου 2013 με βάση το διάταγμα του Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου το οποίο εκδόθηκε δυνάμει των άρθρων 5
(12)(α) 7
(1)και 9 του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων ιδρυμάτων Νόμου του 2013, το οποίο αναφέρεται ως το περί Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd Διάταγμα του 2013 και δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας ως ΚΔΠ 104/2013 έχουν μεταβιβαστεί περιουσιακά στοιχεία, τίτλοι ιδιοκτησίας, δικαιώματα και υποχρεώσεις της εν λόγω Τράπεζας στην Καθ΄ ης η Αίτηση-Εφεσίβλητη. (β) Σύμφωνα με επιστολή του Κτηματολογίου ημερ. 28.6.2013 προς την Τράπεζα, δεν κατέστη αναγκαία η επανεγγραφή των υποθηκών, αναφορικά με τη μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων και άλλων δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd προς την Τράπεζα Κύπρου. Η εν λόγω επιστολή επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 6.» Τα ίδια επαναλαμβάνονται με την αγόρευση της συνηγόρου και πρέπει να τονισθεί πως οι αναφορές του Σταυρινού στην ένορκη δήλωση του περί μεταβιβάσεων των περιουσιακών στοιχείων της Λαϊκής προς την Εφεσίβλητη όχι μόνον δεν αμφισβητήθηκαν από τους Αιτητές αλλά και οι ίδιοι τους επικαλούνται αφού: Κατεχώρησαν την αγωγή 475/15 εναντίον της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ και για να αιτιολογήσουν την εναντίον της Εφεσίβλητης αγωγή επικαλούνται στην παράγραφο 2 της Έκθεσης Απαίτησης το ίδιο διάταγμα περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013 και τη δυνάμει αυτού μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων κ.λ.π., της Marfin Popular Bank Public Co Ltd προς την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Συνεπώς ούτε ο λόγος αυτός ευσταθεί. Με το λόγο έφεσης 5 προβάλλεται η θέση ότι η Αιτήτρια 1 ουδέποτε ήταν υπερήμερη δια περίοδο άνω των 120 ημερών και εξηγείται με την παράγραφο 21 της ένορκης δήλωσης Ιωάννου πως δεν ήταν υπερήμερη αφού οι Καθ΄ ων η αίτηση δεν καταλόγισαν τις πληρωμές που η Αιτήτρια 1 διενήργησε με την ισοτιμία μετατροπής του ευρώ σε ελβετικά φράγκα που ίσχυε κατά το χρόνο σύναψης της συμφωνίας δανείου. Ούτε ο λόγος αυτός ευσταθεί αφού, όπως αναφέρεται στην ένορκη δήλωση Σταυρινού παράγραφος 37, η σύμβαση δανείου τερματίσθηκε με την αποστολή επιστολής τερματισμού της σύμβασης, ημερ. 13.3.2014 από την Εφεσίβλητη. Εξάλλου, να επισημανθεί ότι και ο ίδιος ο κ. Ιωάννου στην ένορκη δήλωση του παράγραφος 10 καταγράφει το γεγονός της λήψης της επιστολής ημερ. 13.3.2104, αλλά και στην παράγραφο 22 αναφέρεται στην ανωτέρω επιστολή και στο ποσό που κατ΄ ισχυρισμό κατέστη πληρωτέο. Με τους λόγους έφεσης 7, 8 και 10 οι Αιτητές παραπονούνται για την ελλειπή πληροφόρηση που είχαν για το ύψος της ισχυριζόμενης οφειλής και ότι δεν τους παρέχεται καμία λεπτομέρεια για το ακίνητο του οποίου η εκποίηση προωθείται. Με την ένορκη δήλωση Ιωάννου καταγράφεται πως με τα έγγραφα που τους επιδόθηκαν δεν περιλαμβάνεται καμία λεπτομέρεια είτε αναφορικά με το ποσό είτε για το ακίνητο, ούτε έλαβαν ειδοποίηση και κατάσταση λογαριασμού βάσει του Νόμου 9/65. Με την ένορκη δήλωση Σταυρινού απαντώνται οι ισχυρισμοί περί μη επίδοσης των ειδοποιήσεων και επισυνάπτονται ως Τεκμήριο 5 και παραπέμπει στο Τεκμήριο 1, τη σύμβαση υποθήκης, με την οποία φαίνεται το ποσό που εξασφαλίζεται με την υποθήκη. Πρόσθετα να τονιστεί πως ο Νόμος 9/65 που εισήγαγε την επίδικη διαδικασία προβλέπει πως με την αποστολή της ειδοποίησης Τύπου «Ι» αποστέλλεται κατάσταση λογαριασμού η οποία όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 3 το οποίο επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση του Ιωάννου εκ μέρους των Αιτητών, έχει επιδοθεί. Αυτός δε είναι ο προβλεπόμενος από το Μέρος ΙΙ του Νόμου τύπος της ειδοποίησης και της κατάστασης λογαριασμού. Η ειδοποίηση Τύπου «ΙΑ», Τεκμήριο 4 στην ένορκη δήλωση Ιωάννου, είναι σύννομη με το δείγμα του Παραρτήματος του Νόμου και περιγράφει πλήρως το ακίνητο του οποίου σκοπείται η εκποίηση. Συνακόλουθα ούτε οι λόγοι αυτοί ευσταθούν. Όλοι οι ανωτέρω λόγοι αφορούν και τις δύο ειδοποιήσεις Τύπου «ΙΑ» και Τύπου «ΙΒ», αφού παρά το γεγονός ότι επιζητούνται ξεχωριστά διατάγματα υπό στοιχεία Α και Β για παραμερισμό τους, οι λόγοι ήσαν οι ίδιοι που προτάθηκαν. Δεν έγινε καμία ιδιαίτερη αναφορά στην ειδοποίηση Τύπου «ΙΒ» για τον παραμερισμό της, αλλά ούτε και δόθηκε μαρτυρία για οιοδήποτε άλλο λόγο με την ένορκη δήλωση Ιωάννου. Συνεπώς παρέλκει η εξέταση του λόγου ένστασης περί του μη εφέσιμου αυτής αλλά και αγνοούνται όσα με την αγόρευση του συνηγόρου των Αιτητών προβάλλονται. Συνακόλουθα, για όλους τους ανωτέρω λόγους η αίτηση/έφεση απορρίπτεται. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ της Καθ΄ ης η αίτηση και εναντίον των Αιτητών όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............... Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /ΑΜ Subject: Civil/General Applications/Final Αναφορά: (Αίτηση/Έφεση - Ειδοποίηση Τύπου «ΙΑ» και Τύπου «ΙΒ», ύπαρξη αγωγής) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο