← Κύπρος

Ιωάννη Αρμανίδη ν. Σούζαν Λοϊζου (Susan Loizou), Αρ. Αγωγής: 1339/17, 2/3/2018

Ιωάννη Αρμανίδη ν. Σούζαν Λοϊζου (Susan Loizou), Αρ. Αγωγής: 1339/17, 2/3/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2018:A69 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής׃ 1339 /17 Μεταξύ: Ιωάννη Αρμανίδη Ενάγοντα Και Σούζαν Λοϊζου (Susan Loizou) Εναγομένης Ημερομηνία: 2/3/2018 Εμφανίσεις : Για αιτητή/ενάγοντα ׃ κ. Κ. Δημητρίου Για καθ' ης η αίτηση/εναγόμενη ׃ κα Μ. Σατολιά ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η οριστικοποίηση ή όχι των ενδιάμεσων προσωρινών διαταγμάτων που εκδόθηκαν στις 22/12/2017 μετά από μονομερή αίτηση του ενάγοντα/αιτητή, αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας απόφασης. Με αυτά απαγορεύεται στην καθ' ης η αίτηση να μεταφέρει εκτός των ορίων της Κυπριακής Δημοκρατίας τον σκύλο που ακούει στο όνομα Marley και φέρει αριθμό σήμανσης 945000001285299 και αριθμό διαβατηρίου σκύλου CY047632, καθώς επίσης και να τον πωλήσει και/ή τον αποξενώσει με οποιοδήποτε τρόπο. Με τρίτο διάταγμα διατάζονται οι κτηνιατρικές υπηρεσίες να καταχωρήσουν τον σκύλο στον κατάλογο ζώων των οποίων απαγορεύεται η έξοδος από το έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας μέχρι την τελική εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης. Τα διατάγματα αυτά, συνάντησαν την ένσταση της καθ' ης η αίτηση, η οποία και καταχώρησε σχετική ειδοποίηση ένστασης. Οι θέσεις και τα επιχειρήματα των διαδίκων, καταγράφονται και προκύπτουν από την αίτηση, την ένσταση και τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις που τις υποστηρίζουν, καθώς επίσης και από το περιεχόμενο των γραπτών αγορεύσεων των ευπαίδευτων συνηγόρων των καθ' ων η αίτηση, για αυτό και θεωρώ αχρείαστο να παραθέσω. Τα εκδοθέντα διατάγματα, συνάντησαν την ένσταση του καθ' ου η αίτηση, ο οποίος και καταχώρησε σχετική ειδοποίηση. Η ακροαματική διαδικασία περιορίσθηκε σε αγορεύσεις και οι θέσεις και τα επιχειρήματα των διαδίκων, καταγράφονται και προκύπτουν από την αίτηση, την ένσταση και τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις που τις υποστηρίζουν, καθώς επίσης και από το περιεχόμενο των γραπτών αγορεύσεων των ευπαίδευτων συνηγόρων τους, γι' αυτό και δεν θεωρώ απαραίτητο να τα επαναλάβω. Δικαιοδοτικό βάθρο της αίτησης δυνάμει της οποίας εκδόθηκε το υπό κρίση διάταγμα, αποτελούν τα άρθρα 4, 5, 7 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 και το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60. Ο συσχετισμός των άρθρων 5 και 9, εξετάσθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο σε διάφορες υποθέσεις (βλ. Ευριπίδης Φ. Ζεμενίδης v. Άννας Ζεμενίδη

(1992)1 ΑΑΔ 54), όπου και καθορίζεται ότι η εξουσία που παρέχεται στο Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 32 του Ν. 14/60, είναι ευρύτερη αυτής που παρέχεται με το άρθρο 5 του Κεφ. 6, κάτι που επίσης συμβαίνει και σε σχέση με το άρθρο 4. Το άρθρο 4 του Κεφ.6, σκοπό έχει την προστασία της περιουσίας που είναι το αντικείμενο της αγωγής (βλ. Stavros Hotels No.1
(1994)1 AAΔ 389, Compania Portuguessa v. Sponsalia
(1987)1 CLR 11, Aιτ. Markass Car Hire Ltd
(2000)1 AAΔ 316 και Παναγίδου v. Παναγίδου
(2001)1 AAΔ 396). Παρά το ότι όπως αποφασίσθηκε στην υπόθεση Παπαστράτης v. Πετρίδης
(1979)1 CLR 231, όταν η περιουσία είναι αντικείμενο της αγωγής, τότε το άρθρο 4 μπορεί να εξετασθεί ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν.14/60, όμως το Δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια πρέπει να οδηγείται από τις αρχές που καθορίζονται με το άρθρο 32 και είναι συνετό οι προϋποθέσεις αυτές να λαμβάνονται υπόψη (βλ. επίσης την Παναγίδου, πιο πάνω). Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 5 του Κεφ. 6, κάθε Δικαστήριο έχει εξουσία σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, να εκδώσει διάταγμα με το οποίο να δεσμεύεται ακίνητη περιουσία ή μέρος της, όση είναι κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου, απαραίτητη για να είναι δυνατή η ικανοποίηση ενδεχόμενης δικαστικής απόφασης (βλ. Καλογήρου v. CCC Credit Capital Finance Ltd
(2005)1 AAΔ 1237). Για να εκδοθεί ένα τέτοιο διάταγμα θα πρέπει το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει καλή βάση αγωγής και ότι με την πώληση ή μεταβίβαση περιουσίας σε τρίτο πρόσωπο, είναι πιθανό ο ενάγοντας να εμποδισθεί να ικανοποιήσει την απόφαση που δυνατό να εκδοθεί υπέρ του, κάτι που αποτελεί και σκοπό του άρθρου αυτού. Στην υπόθεση Τσιολάκκης κ.α. v. Στυλιανίδη
(1992)1 ΑΑΔ 782, υποδεικνύεται ότι ο όρος «καλή αιτία αγωγής» (good cause of action) στο άρθρο 5 του Kεφ. 6, έχει την ίδια έννοια με τον όρο «σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση» που τίθεται στην επιφύλαξη του άρθρου 32
(1)του Ν. 14/60. Και στις δύο περιπτώσεις επιβάλλεται η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης (arguable case). Το άλλο στοιχείο που πρέπει να αποδειχθεί για την παρεμπόδιση αποξένωσης γης βάσει του άρθρου 5
(2)του Κεφ. 6, είναι η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου (hindered) στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του ενάγοντα. Η ύπαρξη του στοιχείου αυτού, αντιστοιχεί ουσιαστικά στη 3η προϋπόθεση του άρθρου 32, τη δυσκολία δηλαδή απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Όπως λέχθηκε και στην υπόθεση C. Phasarias (Automotive Centre) Limited v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λίμιτεδ
(2001)1ΑΑΔ 785, εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η τυχόν αποξένωση ή επιβάρυνση στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχόμενα θα εκδοθεί ή όπως λέχθηκε στην απόφαση Τσιολάκκης πιο πάνω, εκείνο που απαιτείται είναι η «η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου (hindered) στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του Ενάγοντος». Οι αρχές που διέπουν το ζήτημα έκδοσης διαταγμάτων δυνάμει του άρθρου 32, έχουν καθορισθεί σε πολλές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Οδυσσέως v. Πιερής Estates
(1982)1 AAΔ 557, Μ. Δημητρίου κ.α. v. Royal Ris Ltd
(2002)1 (B) AAΔ.1164, Χρ. Κούνουνα v. C & A Simonos Ltd
(2002)1 (B) AAΔ.1361, Μαίρη Ν. Σεβαστού v. Εμμανουήλ Σεβαστού
(2002)1(Γ) 1980, Papapetrou Bros Ltd v. Παπαπέτρου
(2003)1 ΑΑΔ 741). Στην κλασσική για το θέμα απόφαση Οδυσσέως πιο πάνω, επανατοποθετήθηκε η αρχή πως για την επιτυχή επίκληση του άρθρου 32, απαιτείται να ικανοποιηθεί το Δικαστήριο ότι συντρέχουν οι ακόλουθες τρείς προϋποθέσεις: (α) να υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση, (β) να υπάρχουν πιθανότητες επιτυχίας οι αιτητές να δικαιούνται σε θεραπεία και (γ) να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το διάταγμα. Αναλύοντας το Ανώτατο Δικαστήριο τις πιο πάνω προϋποθέσεις ανάφερε ότι, η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση δεν εξυπακούει οτιδήποτε περισσότερο από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δύναμη των δικογράφων. Η δεύτερη προϋπόθεση επιβάλλει στον αιτητή να δείξει ότι έχει πιθανότητα επιτυχίας. Η έννοια της πιθανότητας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις, ενώ η τρίτη προϋπόθεση είναι η αδυναμία απόδοσης δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Στην υπόθεση Χάρης Φεσσάς, Αίτηση
(1990)1 ΑΑΔ 704, αποφασίσθηκε ότι το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 περιέχει ουσιαστικό και όχι δικονομικό δίκαιο και ότι το πρόσωπο που επιζητεί την έκδοση προσωρινού διατάγματος φέρει το βάρος να αποδείξει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32. Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας για εκδίκαση κάποιου συντηρητικού διατάγματος, η υποχρέωση απόδειξης αμφισβητούμενων γεγονότων βαρύνει πάντοτε τους ώμους του αιτητή (βλ. Iacovou Brothers v. Fashionwise Ltd
(2000)1 (B) AAΔ.1377). Σύμφωνα με τη νομολογία το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας, ούτε και προχωρεί στην εξαγωγή συμπερασμάτων σε σχέση με την αξιοπιστία (βλ. Jonitexo v. Adidas
(1984)1 CLR 263). Κατά την εκδίκαση αιτήσεων αυτής της φύσης, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει την ουσία της υπόθεσης. Περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων (βλ. C.T.Tobacco Ltd v. Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.α.
(2003)1(Β) ΑΑΔ 853). Η ύπαρξη απλώς των θεσμικών αυτών προϋποθέσεων δεν είναι αρκετή αλλά το Δικαστήριο στο τελικό στάδιο θα πρέπει πρόσθετα να εξετάσει όλους τους παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη για την ορθή ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και σταθμίσει στα πλαίσια αυτά κατά πόσο με βάση τα δεδομένα της υπόθεσης είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Odysseos v. Pieris Estates and others
(1982)2 CLR 557, Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού v. Θεωρή
(1989)ΑΑΔ 1(Ε) 255), το οποίο πάντοτε στοχεύει στην εξυπηρέτηση των αναγκών της δικαιοσύνης και θα κριθεί με βάση πάντα τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Εφόσον ο αιτητής ικανοποιήσει το Δικαστήριο πως πληρούνται όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει όλους τους παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη για την ορθή ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και να σταθμίσει στα πλαίσια αυτά κατά πόσο με βάση τα δεδομένα της υπόθεσης είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 152, Bacardi v. Vinko
(1996)ΑΑΔ 788, C.T. Tobacco v. Εταιρεία Εκδόσεων Αρκτίνος
(2003)1 ΑΑΔ 853 και Χρ. Κούνουνα v. C & A Simonos
(2002)1(B) ΑΑΔ 136). Η καθυστέρηση στην έναρξη της διαδικασίας δυνατό να επιφέρει αρνητικά αποτελέσματα στην έγκριση του αιτήματος. Στην υπόθεση Bacardi, πιο πάνω αναλύονται οι συνέπειες της καθυστέρησης για έναρξη διαδικασίας σε αίτηση για προσωρινό διάταγμα. Στην υπόθεση αυτή παρότι βρέθηκε ότι συνέτρεχαν οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/60, το Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση λόγω της μεγάλης καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης. Αποτελεί μεταξύ άλλων, λόγο ένστασης, ότι τα εκδοθέντα διατάγματα θα πρέπει να ακυρωθούν γιατί ο αιτητής δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και δεν αποκάλυψε στο Δικαστήριο όλα τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση. Είναι αναγκαίο λοιπόν και πριν την εξέταση της ουσίας της αίτησης, να εξετασθεί η εισήγηση αυτή της καθ' ης η αίτηση, αφού η αποδοχή της καθιστά αχρείαστη την εξέταση οποιουδήποτε άλλου ζητήματος (βλ. Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co. Ltd
(1996), 1 Α.Δ.Δ. 597). Είναι νομολογημένο ότι η διαδικασία έκδοσης διατάγματος κατόπιν μονομερούς αίτησης επιβάλλει στον αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων, που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση, υποχρέωση που είναι υψίστης πίστεως (uberrima fides). Ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει ή που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη κρίση του Δικαστηρίου. Ο λόγος είναι ότι η έκδοση διατάγματος μονομερώς συνιστά παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης να ακούονται και τα δύο μέρη πριν το Δικαστήριο εκφέρει κρίση (βλ. Resola (Cyprus) Ltd κ.α. ν. Χρίστου,
(1988), 1 Α.Α.Δ. 598 και Zein ν. Καμπανέλλα Λτδ,
(2000), 1 Α.Α.Δ. 606). Η απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος από το Δικαστήριο, διασαλεύει την ίδια τη βάση του διατάγματος. Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου. Επειδή η αίτηση υποβάλλεται μονομερώς και η μόνη μαρτυρία που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αυτή που προσκομίζεται από τον αιτητή, αυτός οφείλει να παρουσιάσει και να περιγράψει την υπόθεση στο Δικαστήριο όσο πιο δίκαια γίνεται. Θα πρέπει να τεθούν σε γνώση του Δικαστηρίου οποιεσδήποτε τυχόν υπερασπίσεις που ο καθ΄ ου η αίτηση θα μπορούσε να προβάλει ή οποιαδήποτε τυχόν προβλήματα, ώστε η κρίση του Δικαστηρίου να είναι όσο πιο αντικειμενική μπορεί να είναι στο αρχικό αυτό στάδιο της υπόθεσης (βλ. το σύγγραμμα «The Mareva Injunction and Related Orders», Mark S.W. Hoyle, 1997, 3η έκδοση, σελ. 71 υπό τον τίτλο «Lack of full disclosure»). Το Δικαστήριο στην περίπτωση μη αποκάλυψης απαντά «δεν σας ακούω πλέον» και ακυρώνει την διαταγή που έδωσε χωρίς να εξετάσει την ουσία (βλ. Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου, πιο πάνω). Η απόκρυψη ανατρέπει τη βάση του διατάγματος και το καθιστά ακυρωτέο. Το διάταγμα που δόθηκε χωρίς να τηρηθεί η υποχρέωση αυτή του αιτητή θα πρέπει να ακυρωθεί κατά την inter partes ακρόαση της αίτησης (βλ. Δήμος Πάφου ν. Σοφοκλή Βοσκού
(2001), 1 Α.Α.Δ. 1168). Οι παράμετροι και οι διαστάσεις της υποχρέωσης αποκάλυψης σε μονομερείς αιτήσεις αναπτύχθηκαν στην υπόθεση Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co. Ltd πιο πάνω όπου στις σελίδες 601 - 602 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Είναι θεμελιωμένο ότι διάδικος ο οποίος επιδιώκει με μονομερή αίτηση την χορήγηση θεραπείας πρέπει να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων τα οποία επενεργούν στην άσκηση των εξουσιών του Δικαστηρίου για την παροχή θεραπείας. Η αρχή αυτή συναρτάται με την καλή πίστη, η οποία πρέπει να επιδεικνύεται οποτεδήποτε επιδιώκεται η θεραπεία στην απουσία του αντιδίκου». Όπως υποδεικνύεται στην ίδια υπόθεση: «το καθήκον για αποκάλυψη συναρτάται προς τη καλή πίστη που πρέπει να επιδεικνύεται όποτε επιδιώκεται η παροχή θεραπείας στην απουσία του αντιδίκου. Το κριτήριο για τα γεγονότα που πρέπει να αποκαλυφθούν είναι αντικειμενικό. Το ηθελημένο ή μη της παράλειψης δεν είναι σημαντικό ούτε η πρόθεση εξαπάτησης αποτελεί προυπόθεση για την ακύρωση του διατάγματος για τη μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων. Η σημασία της μη αποκάλυψης έγκειται στην αποστέρηση του Δικαστηρίου γνώσης ουσιωδών γεγονότων για την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Ουσιώδες για τους σκοπούς αυτούς, είναι κάθε γεγονός το οποίο άπτεται και μπορεί εξ' αντικειμένου να επιδράσει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για τη χορήγηση ή όχι της αιτούμενης θεραπείας. Το ουσιώδες του γεγονότος προσδιορίζεται με αναφορά στα επίδικα θέματα του αιτήματος για απαγορευτικό διάταγμα όπως καθορίζεται από το άρθρο 32 του Ν.14/60. Επιπλέον, σε μονομερείς αιτήσεις, ουσιώδη είναι και τα γεγονότα που σχετίζονται με το επείγον του ζητήματος». Όπως ενδεικτικά αναφέρθηκε στην υπόθεση Resola (Cyprus) Ltd ν. Χρήστου
(1998), 1 Α.Α.Δ. 598, στις σελίδες 602 - 603: «Όπως διαπιστώσαμε στην Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co. Ltd κ.α.
(1996)1(Α) ΑΑΔ 597, πρόθεση εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση διατάγματος λόγω παράλειψης αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Το κριτήριο είναι, όπως αναφέραμε κατά πόσο η μη αποκάλυψη συγκεκριμένων γεγονότων συνιστά, εξ' αντικειμένου, ουσιώδους σημασίας στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, οπόταν, στην απουσία του, αυτή τούτη η απόφαση του Δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής». Στην υπόθεση M & CH Mitsingas Trading Λτδ κ.α. ν. The Timberland Co of USA
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1791 αποφασίσθηκε ότι το ουσιώδες ενός ζητήματος προσδιορίζεται στο πλαίσιο της αντιδικίας των μερών. Το ουσιώδες του γεγονότος προσδιορίζεται με αναφορά στα επίδικα θέματα. Ό, τι πρέπει να αποκαλυφθεί σε κάθε περίπτωση είναι: «....γεγονότα γνωστά στον αιτητή ή γεγονότα τα οποία θα μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογες προσπάθειες, τα οποία σχετίζονται με: (α) το βάσιμο του δικαιώματος του, όπως διαγράφεται στο δικόγραφό του, (β) την σοβαρότητα του ζητήματος, το οποίο εγείρεται καθώς και (γ) την πιθανότητα επιτυχίας». Στην υπόθεση Βασιλική Χαραλάμπους ν. Petros Michael Exclusif Ltd κ.α.
(2004), 1(Γ) Α.Α.Δ. 1953 κρίθηκε ότι ορθά ακυρώθηκε το προσωρινό διάταγμα που είχε εκδοθεί αφού η Έκθεση Απαίτησης και η ένορκος δήλωση που συνόδευε τη μονομερή αίτηση για προσωρινό διάταγμα έδιδαν την εντύπωση ότι η ενάγουσα ήταν κάτοχος εγγεγραμμένου σήματος. Λέχθηκαν στην υπόθεση αυτή τα ακόλουθα: «Είναι μεγάλη η ευθύνη εκείνου που επιδιώκει θεραπεία χωρίς να ακούεται η άλλη πλευρά, να θέσει όλα τα δεδομένα με ύψιστη καλή πίστη και πληρότητα. Το ενδεχόμενο να είναι δυνατό εκ των υστέρων η γενική εικόνα που δημιουργείται να είχε αντικρυστεί διαφορετικά μετά από μια εξονυχιστική έρευνα, δεν είναι ικανοποιητική απάντηση όταν όσα ως σύνολο μεταδίδονται, σαφώς οδηγούν στο σχηματισμό άλλης εικόνας». Σε περιπτώσεις μονομερών αιτήσεων ουσιώδη είναι και τα γεγονότα που σχετίζονται με το κατεπείγον του αιτήματος για τη χορήγηση θεραπείας (βλ. M & Ch. Mitsingas Trading Ltd κ.α. ν. The Timberland Co of Usa,
(1998)1 Α.Α.Δ. 1180. Όπως λέχθηκε στην απόφαση αυτή: «Γεγονότα που σχετίζονται με το κατεπείγον του αιτήματος ενέχουν άμεση σημασία για τη χορήγηση θεραπείας στην απουσία του αντιδίκου. Απόκρυψη γεγονότων, που καθιστούν το αίτημα μη επείγον, αναιρούν τη βασική προϋπόθεση για παροχή ενδιάμεσης θεραπείας στη απουσία του εναγομένου». Το άρθρο 9
(1)του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 έχει εφαρμογή μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις και μόνο εφόσον καταδεικνύονται επείγουσες ή άλλες περιστάσεις που να δικαιολογούν την έκδοση του διατάγματος μονομερώς. Η δικαιοδοτική ικανότητα έκδοσης ex-parte διατάγματος βασίζεται πάντοτε στο άρθρο 9
(1)σαν εξαιρετικό μέτρο προς το οποίο ο παράγοντας του χρόνου είναι ως εκ των πραγμάτων άμεση συνάρτηση αφού ανάγεται στο θεμελιακό ερώτημα του κατεπείγοντος του πράγματος. Όπως είναι νομολογημένο, μόνο εφόσον καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος δικαιολογείται, όλως εξαιρετικά, η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία του αντιδίκου. Μόνο τότε μπορεί να συγχωρεθεί η παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης, να ακούονται και τα δύο μέρη πριν το Δικαστήριο εκφέρει κρίση (βλ. Resola (Cyprus) Ltd ν. Χρήστου και Zein κ.α. ν. Καμπανέλλα Λτδ, πιο πάνω. Με βάση όλα τα πιο πάνω, θα προχωρήσω να εξετάσω τη θέση της καθ' ης η αίτηση ότι ο αιτητής δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια όπως προστάζουν οι αρχές της επιείκειας. Το ζήτημα τούτο είναι και όπως προαναφέρεται, ουσιαστικής σημασίας, αφού η επιτυχία αυτής της εισήγησης καθιστά αχρείαστη την εξέταση οποιουδήποτε άλλου θέματος. Η εμβέλεια του αξιώματος αυτού, είναι ευρεία και το Δικαστήριο με αναφορά στην προηγούμενη συμπεριφορά του αιτητή, όπως αυτή αποκαλύπτεται από τα γεγονότα της επίδικης διαφοράς, μπορεί να τη θεωρήσει τόσο απρεπή που να καθιστά ανάξιο τον αιτητή της βοήθειας του Δικαστηρίου. Όπως αναφέρθηκε στην απόφαση Duches of Argyll v. Duke of Argyll and others
(1965)1 All ER 611: «A person coming to eguity for relief-and this is equitable relief which the plaintiff seeks- must come with clean hands? But the cleanliness required is to be judged in relation to the relief that is sought». Το ζήτημα, θα πρέπει να κριθεί με βάση μόνο τη δύναμη των ισχυρισμών που περιέχονται στις καταχωρηθείσες εκατέρωθεν ένορκες δηλώσεις. Και τούτο γιατί η ακροαματική διαδικασία περιορίσθηκε σε αγορεύσεις χωρίς κανένας από τους ενόρκως δηλούντες να αντεξετασθεί επί του περιεχομένου των ισχυρισμών που εκτίθενται σε αυτές. Ο αιτητής στην ένορκη του δήλωση που στηρίζει την αίτηση παρουσιάζει τον εαυτό του ως τον ιδιοκτήτη του σκύλου λέγοντας επίσης ότι το microchip που φέρει ο σκύλος το τοποθέτησε ο ίδιος στον Παφιακό Σύνδεσμο προστασίας των Ζώων. Για να τεκμηριώσει τον ισχυρισμό του για την ιδιοκτησία του σκύλου, επισυνάπτει ως Τεκμήριο 1 στην αίτηση του, έντυπο σήμανσης σκύλου του Παγκύπριου Κτηνιατρικού Συλλόγου, όπου ως ιδιοκτήτης του σκύλου καταγράφεται ο αιτητής. Επισυνάπτει επίσης το Τεκμήριο 2 που είναι έγγραφο του Παφιακού Συνδέσμου Προστασίας των Ζώων του 2013 και στο οποίο επίσης το όνομα του καταγράφεται ως του ιδιοκτήτη. Σε αντίθεση η καθ' ης η αίτηση παρουσίασε άλλα έγγραφα για να υποστηρίξει ότι η ίδια είναι η ιδιοκτήτρια του σκύλου. Πιο συγκεκριμένα παρουσίασε πιστοποιητικό εγγραφής ζώου των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών, το διαβατήριο του σκύλου, αποδείξεις για καταβολή τελών για άδεια σκύλου στο Δήμο Πέγειας για τα χρόνια 2012-2017 καθώς επίσης και βεβαίωση του κτηνιάτρου Νικόλα Μονογιού στην οποία αναφέρει ότι ο ίδιος στις 2/12/2013 τοποθέτησε στον συγκεκριμένο σκύλο το microchip με αριθμό
  1. Αναφέρεται επίσης στην βεβαίωση ότι μετά την τοποθέτηση του microchip ο κτηνίατρος παρέδωσε στην καθ' ης η αίτηση σχετικό έντυπο το οποίο συμπλήρωσε ο ίδιος εις τριπλούν και της εξήγησε ότι αυτή θα έπρεπε να κρατήσει το πρωτότυπο και αντίγραφο του να το παραδώσει στις κτηνιατρικές υπηρεσίες για εγγραφή του σκύλου στο μητρώο εγγραφής ζώων. Το τρίτο αντίγραφο το κράτησε ο ίδιος. Στις 22/4/2017 η καθ' ης η αίτηση τον επισκέφθηκε στο ιατρείο του και του ζήτησε να ελέγξει αν ο σκύλος ήταν καταχωρημένος στο σύστημα των κτηνιατρικών υπηρεσιών. Μετά από έλεγχο στον οποίο προέβη, διαπίστωσε ότι ο σκύλος δεν ήταν εγγεγραμμένος και η καθ' ης η αίτηση του ζήτησε να το πράξει, όπως και έκαμε. Από την παράθεση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων που στηρίζουν την αίτηση και την ειδοποίηση ένστασης προκύπτει ότι ο αιτητής δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. Δεν αποκάλυψε κάποια ουσιώδη για την υπόθεση γεγονότα, αλλά και έθεσε με τρόπο παραπλανητικό κάποια άλλα. Ο αιτητής αναφέρει ότι είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του σκύλου. Ο ισχυρισμός όμως αυτός, καταρρίπτεται από τους ισχυρισμούς της καθ' ης η αίτηση και τεκμηριώνεται από τα έγγραφα που παρουσίασε. Ειδικότερα το πιστοποιητικό εγγραφής ζώου των αρμόδιων Κτηνιατρικών Υπηρεσιών και τις αποδείξεις για καταβολή τελών για άδεια σκύλου στο Δήμο Πέγειας για τα χρόνια 2012-
  2. Ο αιτητής παρουσίασε τον εαυτό του στο Δικαστήριο ως τον εγγεγραμμένο ιδιοκτήτη του σκύλου αποκρύπτοντας εντελώς τα πιο πάνω, ότι η καθ' ης η αίτηση είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του σκύλου στις αρμόδιες κτηνιατρικές υπηρεσίες, ότι για χρόνια καταβάλλει τα τέλη για την άδεια του σκύλου και ότι αυτή εκδίδεται στο όνομα της. Τα έγγραφα δε που παρουσίασε και είναι όπως προαναφέρεται του Παγκύπριου Κτηνιατρικού Συλλόγου και του Παφιακού Συνδέσμου προστασίας Ζώων δεν μπορούν να έχουν την ίδια αξία με αυτά που παρουσίασε η καθ' ης η αίτηση και προέρχονται από τις αρμόδιες κρατικές υπηρεσίες. Απέκρυψε επίσης τη διαφορά που προέκυψε μεταξύ τους ως προς την ιδιοκτησία του σκύλου και τα όσα ακολούθησαν με αποτέλεσμα την καταγγελία του στην αστυνομία για κλοπή του σκύλου και ότι για το θέμα αυτό εκκρεμεί εναντίον του στο Ε.Δ. Πάφου ποινική υπόθεση. Εκτός του ότι απέκρυψε τα πιο πάνω ουσιώδη γεγονότα προσπαθώντας μάλιστα να αλλοιώσει τα πραγματικά γεγονότα, ο αιτητής εκθέτει με τρόπο παραπλανητικό ότι ο ίδιος ως ιδιοκτήτη του σκύλου, τον μετέφερε για τοποθέτηση microchip. Ο ισχυρισμός του όμως αυτός, καταρρίπτεται όχι μόνο από τους ισχυρισμούς της καθ' ης η αίτηση, αλλά και του κτηνιάτρου ο οποίος τοποθέτησε στον σκύλο το microchip. Πρέπει επίσης στο σημείο αυτό να λεχθεί ότι από το Τεκμήριο 2 στην αίτηση δεν επιβεβαιώνεται ο ισχυρισμός του αυτός ότι δηλαδή ο ίδιος μετέφερε τον σκύλο στον σύνδεσμο όπου και του τοποθετήθηκε το microchip. Όπως λέχθηκε στην απόφαση Βασιλική Χαραλάμπους v. Petros Michael Exclusif Ltd κ.α. πιο πάνω, «Είναι μεγάλη η ευθύνη εκείνου που επιδιώκει θεραπεία χωρίς να ακούεται η άλλη πλευρά, να θέσει όλα τα δεδομένα με ύψιστη καλή πίστη και με πληρότητα. Το ενδεχόμενο να είναι δυνατό εκ των υστέρων η γενική εικόνα που δημιουργείται να είχε αντικριστεί διαφορετικά μετά από μια εξονυχιστική έρευνα, δεν είναι ικανοποιητική απάντηση όταν, όσα ως σύνολο μεταδίδονται, σαφώς οδηγούν στο σχηματισμό άλλης εικόνας». Όπως λέχθηκε και στην υπόθεση Αναφ. με την Αίτηση της Εταιρείας Αρκτίνος Λτδ, κ.α.
(2006)1Β ΑΑΔ 1013, «Ο κ. Χριστοφόρου δεν αντεξετάστηκε πάνω στο περιεχόμενο της ένορκής του δήλωσης και έτσι οι ισχυρισμοί του οι οποίοι παρέμειναν ακλόνητοι δεν μπορούν παρά να γίνουν αποδεκτοί. (Βλ. Phipson "On Evidence", 12th Edition, para 1593, p. 657, Adrian Keane "The modern law of evidence" 1985 Edition, p.125, P. Murphy "On evidence", Fifth Edition, p.468)». Έτσι λοιπόν και στην παρούσα περίπτωση, οι πιο πάνω, αλλά και άλλοι ισχυρισμοί της καθ' ης η αίτηση με τους οποίους απορρίπτονται ισχυρισμοί που τέθηκαν από τον αιτητή, παρέμειναν αναπάντητοι και συνεπώς αναντίλεκτοι και ως εκ τούτου δεν μπορούν παρά να γίνουν αποδεκτοί. Τα όσα ο αιτητής έχει επικαλεσθεί, έχουν εξουδετερωθεί από τους αντίστοιχους ισχυρισμούς της καθ' ης η αίτηση και κατά συνέπεια τα εκδοθέντα διατάγματα θα πρέπει να ακυρωθούν αφού δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ότι όντως υπήρξε εκτός της απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων και προσπάθεια παραπλάνησης του Δικαστηρίου. Θα πρέπει περαιτέρω να λεχθεί ότι μετά την πιο πάνω κατάληξη μου η εξέταση οποιουδήποτε άλλου ζητήματος καθίσταται περιττή. Συνακόλουθα τα προσωρινά διατάγματα που εκδόθηκαν μονομερώς στις 22/12/2017 ακυρώνονται. Τα έξοδα της αίτησης όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της εναγομένης /καθ' ης η αίτηση και εναντίον του ενάγοντα/αιτητή και να είναι εισπρακτέα στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (Υπ.) .......... Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Civil/interim Subject /interim order cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.