← Κύπρος

Κώστα Ευσταθίου Χ'' Σολωμού ν. Συνεργατικής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ (πρώην Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λίμιτεδ), Aρ. Έφεσης: 58/2013, 12/3/2018

Κώστα Ευσταθίου Χ'' Σολωμού ν. Συνεργατικής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ (πρώην Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λίμιτεδ), Aρ. Έφεσης: 58/2013, 12/3/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2018:A81 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Aρ. Έφεσης: 58/2013 Αναφορικά με τον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο του 1985, άρθρο 52 και τον περί Διαιτησίας Νόμο, άρθρο 20. Μεταξύ: Κώστα Ευσταθίου Χ'' Σολωμού, από τη Λετύμπου Εφεσείοντα και Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Σταυρού Μίνθης Εφεσίβλητης Και δυνάμει διατάγματος ημερομηνίας 17/12/2013 Μεταξύ: Κώστα Ευσταθίου Χ'' Σολωμού, από τη Λετύμπου Εφεσείοντα και Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Πάφου Λτδ Εφεσίβλητων Και δυνάμει της διαταγής ακύρωσης εγγραφής του Αναπληρωτή Εφόρου Υπηρεσίας Συνεργατικών Εταιρειών, ημερομηνίας 21/7/2017, με βάση το άρθρο 49δ

(4)του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου και της γνωστοποίησης αλλαγής ονομασίας του Αναπληρωτή Εφόρου Υπηρεσίας Συνεργατικών Εταιρειών, ημερομηνίας 24/7/
  1. Μεταξύ: Κώστα Ευσταθίου Χ'' Σολωμού, από τη Λετύμπου Εφεσείοντα και Συνεργατικής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ (πρώην Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λίμιτεδ) Εφεσίβλητων ------------------ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 12.3.2018 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για εφεσείοντα: κ. Σ. Ζαννούπας Για εφεσίβλητους: κα Χρ. Κωνσταντίνου ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 14/1/2011 εκδόθηκε διαιτητική απόφαση υπέρ της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Σταυρού Μίνθης και σε βάρος τριών προσώπων, ανάμεσά τους και ο εφεσείων - υπό την ιδιότητά του ως εγγυητή των πρωτοφειλετών - σε σχέση με το γραμμάτιο με αριθμό 40-10973-
  2. Η απόφαση είναι για το ποσό των €20.471,18, κεφάλαιο και τόκος προς 8% από 1/1/2010 επί του εκάστοτε υπολοίπου μέχρι πλήρους εξόφλησης. Με την υπό κρίση έφεση, ο εφεισείων ζητά τον παραμερισμό και/ή ακύρωση της εν λόγω απόφασης, για την οποία, όπως αναφέρεται στο σώμα της έφεσης, ο ίδιος έλαβε γνώση, στις 28/2/
  3. Οι έφεση βασίζεται στον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο του 1985, άρθρο 52, στον περί Διαιτησίας Νόμο, στον περί Τόκου Νόμο, στον περί Συμβάσεων Νόμο, στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας και τέλος, στο άρθρο 30 του Συντάγματος. Οι 11 συνολικά λόγοι της έφεσης ακολουθούν αυτούσιοι: «
  4. Ο εφεσείων δεν ειδοποιήθηκε για να παραστεί στις 14/1/2011 σε διαδικασία διαιτησίας.
  5. Η διαιτησία διεξήχθηκε παράτυπα.
  6. Ο διαιτητής επέδειξε κακή συμπεριφορά και/ή χειρίστηκε κακώς την υπόθεση και/ή παραπλάνησε τον εφεσείοντα.
  7. Η απόφαση του διαιτητή έγινε καθ' υπέρβαση ή κατάχρηση της εξουσίας του.
  8. Η προσβαλλόμενη απόφαση αντίκειται στις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης.
  9. Η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται αιτιολογίας.
  10. Ο διαιτητής δεν έλαβε υπόψη τα γεγονότα της υπόθεσης.
  11. Ο διαιτητής δεν ήταν αμερόληπτος και αντικειμενικός.
  12. Η προσβαλλόμενη απόφαση περιλαμβάνει παράνομο ανατοκισμό και δεν λαμβάνει υπόψη τον περί Τόκου Νόμο.
  13. Ο διαιτητής υπολόγισε και κεφαλαιοποίησε παράνομα και αυθαίρετα τόκους ή άλλες χρεώσεις.
  14. Η Εφεσίβλητη ή η Συνεργατική Εταιρεία από την οποία αυτή έλκει τα δικαιώματα της αλλοίωσε τους όρους της συμφωνίας που αφορούσε τον εφεσείοντα, εν αγνοία του εφεσείοντα.» Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η έφεση εκτίθενται στην ακόλουθη ένορκη δήλωση του εφεσείοντα, Κώστα Ευσταθίου Χ'' Σολωμού. «Εγώ, ο πιο κάτω υπογεγραμμένος Κώστας Ευσταθίου Χ''Σολωμού, από τη Λετύμπου, ορκίζομαι και λέω τα ακόλουθα:
  15. Είμαι ο Εφεσείων στην Έφεση με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό και γνωρίζω τα γεγονότα στα οποία αναφέρομαι στην παρούσα ένορκη δήλωση εκτός για όσα αναφέρω την πηγή των πληροφοριών μου για υποστήριξη της αίτησης μου.
  16. Κατά την 2/10/1997, υπέγραψα προς όφελος της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Λετύμπους γραμμάτιο ύψους £4.000 ως εγγυητής της Μαρίας Σωκράτη Αναστασίου και του Σωκράτη Αναστάση.
  17. Κατά την 26/10/2010 παρευρέθηκα, μετά από ειδοποίηση, σε διαδικασία διαιτησίας αναφορικά με το πιο πάνω γραμμάτιο. Επειδή η Μαρία Σωκράτη Αναστασίου διαβεβαίωσε τον διαιτητή ότι θα αποπλήρωνε το πιο πάνω χρέος με την καταβολή του ποσού των €200 μηνιαίως, ο διαιτητής ανέφερε σε μένα και την άλλη εγγυήτρια η οποία ήταν παρούσα ότι σε τέτοια περίπτωση απαλλασσόμασταν από οποιαδήποτε υποχρέωση. Σε καμία περίπτωση ο διαιτητής δεν μας ανέφερε ότι θα έπρεπε να παρευρεθούμε σε μεταγενέστερη ημερομηνία.
  18. Η προσβαλλόμενη απόφαση, την οποία επισυνάπτω ως τεκμήριο Α, εκδόθηκε στην απουσία μου και χωρίς να λάβω οποιαδήποτε ειδοποίηση και μου επιδόθηκε την 28/2/
  19. Μετά την υπογραφή του πιο πάνω γραμματίου, η Σ.Π.Ε. Λετύμπους χορήγησε στους πρωτοφειλέτες, εν αγνοία μου, περαιτέρω δάνειο ή δάνεια τα οποία χρέωσε στο πιο πάνω γραμμάτιο. Οι πληρωμές που έκαμαν οι πρωτοφειλέτες για το πιο πάνω γραμμάτιο υπερκαλύπτουν το ποσό που θα έπρεπε να λάβει η Σ.Π.Ε. Λετύμπους το οποίο δεν μπορούσε να ξεπερνά το διπλάσιο των £4.
  20. Περαιτέρω, μετά την υπογραφή του πιο πάνω γραμματίου, η Σ.Π.Ε. Λετύμπους, εν αγνοία μου, απάλλαξε τον ένα εκ των εγγυητών του γραμματίου και συνεπώς απάλλαξε και τους άλλους εγγυητές.
  21. Πιστεύω ότι ο διαιτητής ενήργησε κακόπιστα και μεροληπτικά και επεδίωξε απλώς να εκδώσει απόφαση χωρίς να λάβει υπόψη οποιουσδήποτε ισχυρισμούς αντίθετους με αυτούς της Εφεσίβλητης.
  22. Είναι προφανές ότι ο διαιτητής δεν άκουσε οποιαδήποτε μαρτυρία αλλά απλώς μετέτρεψε την αξίωση της Εφεσίβλητης σε διαιτητική απόφαση.
  23. Στο ποσό που επιδικάζει ο διαιτητής με την προσβαλλόμενη απόφαση περιλαμβάνονται παράνομοι και αυθαίρετοι τόκοι, ανατοκισμοί και χρεώσεις.
  24. Πιστεύω ότι η διαδικασία διαιτησίας κατά την 14/1/2011 διεξήχθηκε παράνομα, ο διαιτητής επέδειξε κακή συμπεριφορά και/ή χειρίστηκε κακώς την υπόθεση και/ή προχώρησε αφού μας παραπλάνησε.
  25. Πιστεύω ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα κατάχρησης εξουσίας και αντίθετη με τις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης.
  26. Είναι προφανές ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται αιτιολογίας.
  27. Για τους πιο πάνω λόγους πιστεύω ότι η προσβαλλόμενη απόφαση θα πρέπει να ακυρωθεί.
  28. Ορκίζομαι την παρούσα ένορκη δήλωση προς το σκοπό υποστήριξης της Έφεσης στην οποία η παρούσα επισυνάπτεται.» Οι εφεσίβλητοι καταχώρησαν ένσταση στην έφεση η οποία εδράζεται 21 λόγους και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του υπαλλήλου τους, Μιχάλη Ευθυμίου. Η ακρόαση της αίτησης διεξάχθηκε στη βάση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενό της ένορκης δήλωσης του Μιχάλη Ενθυμίου και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν γραπτών αγορεύσεων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Προτού υπεισέλθω στους λόγους έφεσης, θα ήθελα να τοποθετηθώ καταρχήν, επί της προδικαστικής ένστασης που εγείρουν οι εφεσίβλητοι. Με αυτή ισχυρίζονται ότι ο εφεσείων καταχώρησε καταχρηστικά και/ή παράτυπα την τροποποιημένη αίτηση, ημερομηνίας 31/1/2014, καθότι παρέλειψε να τροποποιήσει το όνομα των εφεσίβλητων, από «Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Σταυρός Μίνθης» σε «Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Σταυρός Μίνθης Λτδ». Η τροποποίηση, προστίθεται, πραγματοποιήθηκε στις 24/6/2013 δυνάμει της Κ.Δ.Π. 173/2013 και ο εφεσείων δε νομιμοποιείται να συνεχίζει την παρούσα διαδικασία. Κανένα πρόβλημα νομιμοποίησης έχει ο εφεσείων στο να συνεχίζει την παρούσα διαδικασία. Πρόβλημα νομιμοποίησης έχουν οι εφεσίβλητοι στο να εγείρουν την εν λόγω προδικαστική ένσταση. Και τούτο, επειδή ο εφεσείων καταχώρησε την τροποποιημένη έφεσή του, στις 31/1/2014, με εφεσίβλητους το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου Λτδ, όχι αυθαίρετα, αλλά κατόπιν σχετικής αίτησης, ημερομηνίας 4/12/2013 με την οποία ζητούσε πρώτο, διάταγμα που να επιτρέπει την τροποποίηση του τίτλου της έφεσης με αντικατάσταση του αρχικού ονόματος των εφεσίβλητων από «Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Σταυρού Μίνθης» σε «Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου Λτδ» και δεύτερο, διάταγμα που να επιτρέπει τη συνέχιση της διαδικασίας της έφεσης εναντίον του «Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Πάφου Λτδ». Το Δικαστήριο (με διαφορετική σύνθεση από το παρόν) που είχε επιληφθεί της αίτησης, στις 17/12/2013 εξέδωσε και τα δυο διατάγματα. Με αυτό δεδομένο, οι εφεσίβλητοι - που θα πρέπει να σημειωθεί πως έλαβαν γνώση από την ίδια μέρα για την έκδοση των εν λόγω διαταγμάτων -, δεν μπορούν να ισχυρίζονται ότι ο εφεσείων καταχώρησε την τροποποιημένη του έφεση είτε καταχρηστικά είτε παράνομα τη στιγμή που αυτό έγινε δυνάμει δικαστικού διατάγματος. Εάν αποτελεί θέση τους ότι ο εφεσείων θα έπρεπε να προβεί στην τροποποίηση που υποβάλλουν με την προδικαστική τους ένσταση, θεωρώ πως, αυτό που θα έπρεπε να αμφισβητήσουν δεν είναι την τροποποιημένη έφεση που καταχώρησε ο εφεσείων, αλλά το διάταγμα που την επέτρεψε. Ακολούθως, θα ήθελα να τοποθετηθώ επί της θέσης της ευπαίδευτης δικηγόρου των εφεσίβλητων ότι η έφεση είναι παράτυπη και/ή αντικανονική, επειδή οι λόγοι της - όπως αναφέρονται στο σώμα της - δεν αναλύονται και/ή δεν αναφέρονται στην ένορκη δήλωση του εφεσείοντα, η οποία είναι γενική και αόριστη. Απλή ανάγνωση της ένορκης δήλωσης του εφεσείοντα καθιστά τελείως ανεδαφική την παραπάνω θέση των εφεσίβλητων και αυτό είναι και το μόνο που θέλω να πω για το θέμα. Τέλος, τελείως αβάσιμος είναι και 11ος λόγος ένστασης με τον οποίο ουσιαστικά υποβάλλεται ότι η έφεση καταχωρήθηκε εκπρόθεσμα. Μάλιστα, το αβάσιμο του συγκεκριμένου λόγου ένστασης καταφαίνεται από μαρτυρία που παρουσίασαν οι εφεσίβλητοι. Η έφεση - με τον αρχικό της τίτλο - καταχωρήθηκε στις 21/3/2013 και ο εφεσείων έλαβε γνώση της εκκαλούμενης απόφασης, στις 28/2/
  29. Η σχετική γνωστοποίηση της απόφασης επισυνάπτεται ως τεκμήριο Γ στην ένορκη δήλωση του ενόρκως δηλούντα για τους εφεσίβλητους. Με αυτό δεδομένο είναι ξεκάθαρο ότι η έφεση καταχωρήθηκε εντός 21 ημερών από την ημέρα που η εκκαλούμενη απόφαση γνωστοποιήθηκε στον εφεσείοντα. Δηλαδή, εμπρόθεσμα με βάση το άρθρο 52
(4)των περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμων του 1985 μέχρι 2001 (Ν.22/85). Υπεισέρχομαι τώρα στους λόγους έφεσης κατά της εκκαλούμενης απόφασης. Επειδή αυτοί, κατά βάση είναι συναφείς μεταξύ τους, θα τους εξετάσω ομαδοποιώντας τους, όπως ακριβώς τους αναπτύσσει και ο ευπαίδευτος δικηγόρος του εφεσείοντα με τη γραπτή του αγόρευση. Προηγουμένως όμως θεωρώ αναγκαίο να τοποθετηθώ επί της ακόλουθης επισήμανσης την οποία ο κ. Ζαννούπας προβάλλει προκαταρκτικά στο πλαίσιο της γραπτής του αγόρευσης: Όπως αναφέρει λοιπόν ο κ. Ζαννούπας, θα ήθελε να επισημάνει το γεγονός ότι οι θέσεις του εφεσείοντα ουδέποτε αμφισβητήθηκαν από τους εφεσίβλητους και ουδέποτε κλήτευσαν τον εφεσείοντα να αντεξεταστεί επί του περιεχομένου της δήλωσής που συνοδεύει την υπό κρίση έφεση. Ως γνωστό, προστίθεται, μαρτυρία που δεν αντεξετάζεται γίνεται αποδεκτή. Προς υποστήριξη της παραπάνω επισήμανσής του, ο κ. Ζαννούπας, με παράπεμψε στο ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση ΟCEAN REEF PROPERTIES LTD ν. JAMES ALAN KERR COLVILLE κ.ά., Πολιτική Έφεση Αρ. 203/2010, ημερομηνίας 11/5/2015: «Σύμφωνα με τη νομολογία παράλειψη αντεξέτασης επί ουσιώδους μέρους της μαρτυρίας ισοδυναμεί κατά κανόνα με παραδοχή (βλ. Α.C.T. Textiles v. Sodhiatis
(1986)C.L.R.80, Aloupou and Annother v. Hadjigeorghiou and Another
(1984)1 C.L.R. 475, Κούρρης ν. Παπαδόπουλου
(1998)1 Α.Α.Δ. 1147, Ντάγκλας ν. Ντάγκλας
(2010)1 Α.Α.Δ. 128). Στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης θ' αναμένετο από την αντεξέταση να προκύψουν στοιχεία τα οποία η εφεσείουσα θεωρούσε ουσιώδη και σχετικά προς έλεγχο της μαρτυρίας του εφεσίβλητου 1. Δεν το έπραξε αλλά αντίθετα με την αντεξέταση του, διευκρίνισε τη μαρτυρία του εφεσίβλητου 1 και με τις τρεις
(3)μοναδικές υποβολές προς αυτόν τέθηκε η θέση της εφεσείουσας ότι οι εφεσίβλητοι είχαν «αυτή την άμεση εμπλοκή με την Λαϊκή Τράπεζα» και ότι «στην προκείμενη περίπτωση κανένας .... δεν φταίει για το ότι δεν δόθηκε το δάνειο, ούτε (οι εφεσίβλητοι) αλλά ούτε και οι εναγόμενοι».» Η παραπάνω επισήμανση του κ. Ζαννούπα είναι εσφαλμένη. Καταρχήν, στο βαθμό που με αυτή υποβάλλεται ότι οι θέσεις του εφεσείοντα ουδέποτε αμφισβητήθηκαν από τους εφεσίβλητους, επειδή παραβλέπει το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του Μιχάλη Ενθυμίου που υποστηρίζει τους λόγους ένστασης στην έφεση, ο οποίος, με αυτή αρνείται και απορρίπτει τόσο γενικά όσο και ειδικά, σχεδόν όλους τους λόγους έφεσης και όλους τους ισχυρισμούς του εφεσείοντα επί των οποίων αυτή εδράζεται. Ακολούθως, στο βαθμό που ο κ. Ζαννούπας προς υποστήριξη όσων επισημαίνει με παραπέμπει στο παραπάνω απόσπασμα από την υπόθεση ΟCEAN REEF PROPERTIES LTD, επειδή και πάλι παραβλέπει ότι η ακρόαση της υπό κρίση έφεσης - για να επαναλάβω - διεξάχθηκε στη βάση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων και όχι με την προσαγωγή διά ζώσης μαρτυρίας, επομένως, εάν είναι κάποιος που δικαιούται να ισχυρίζεται ότι οι ισχυρισμοί του παρέμειναν αναντίλεκτοι και ουδέποτε αμφισβητήθηκαν, δεν είναι ο εφεσείων, του οποίου, στο σύνολό τους οι ουσιώδεις ισχυρισμοί του αμφισβητούνται από τους εφεσίβλητους, αλλά οι τελευταίοι. Και με δεδομένο ότι είναι ο εφεσείων που φέρει το βάρος απόδειξης του εσφαλμένου της εκκαλούμενης απόφασης και κατ' επέκταση, της απόδειξης της έφεσής του και όχι οι εφεσίβλητοι της ορθότητας της εκκαλούμενης απόφασης, η θέση μου είναι ότι η παραπάνω επισήμανση του κ. Ζαννούπα ισχύει αντίστροφα. Συγκεκριμένα, στο βαθμό και την έκταση που οι εφεσίβλητοι αμφισβητούν πειστικά τους λόγους έφεσης και κυρίως τα γεγονότα που επικαλείται ο εφεσείων για σκοπούς θεμελίωσης και στοιχειοθέτησης των λόγων της έφεσής του, ο ίδιος όφειλε - και εδώ είναι που ισχύουν τα λεχθέντα από την παραπάνω εφετειακή απόφαση, τηρουμένων βέβαια των αναλογιών - να ζητήσει άδεια, είτε να αντεξετάσει τον ενόρκως δηλούντα για τους εφεσίβλητους είτε να καταχωρήσει συμπληρωματική/απαντητική ένορκη δήλωση προκειμένου να με πείσει να δεχθώ τους δικούς του ισχυρισμούς και να απορρίψω τους περί αντιθέτου ισχυρισμούς του ενόρκως δηλούντα για τους εφεσίβλητους. Ούτε το ένα έκανε μα ούτε και το άλλο και, με δεδομένο ότι για λόγους που θα αναφέρω στη συνέχεια θεωρώ πιο πειστική και τεκμηριωμένη τη μαρτυρία του ενόρκως δηλούντα για τους εφεσίβλητους, ουσιαστικά, ελάχιστοι είναι οι λόγοι έφεσης που μου παρέχεται δυνατότητα να εξετάσω στο πλαίσιο της υπό κρίση έφεσης. Των παραπάνω λεχθέντων υπεισέρχομαι αμέσως στην ουσία των λόγων έφεσης. Ειδικότερα: Αρχίζοντας από τους 1ο, 2ο, 3ο, 4ο, 5ο, 7ο, 8ο και 11ο λόγους έφεσης, ο κ. Ζαννούπας στη γραπτή του αγόρευση αναφέρει τα εξής: Θεωρεί σημαντικά τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν στις 26/10/
  1. Την ημέρα αυτή, ο εφεσείων παραβρέθηκε σε διαιτησία, πλην όμως, ο διαιτητής, το διαβεβαίωσε ότι επειδή η Μαρία Σωκράτη Αναστασίου θα αποπλήρωνε το χρέος με την καταβολή του ποσού των €200,00 μηνιαίως, αυτός απαλλασσόταν από την οποιαδήποτε υποχρέωση και ουδέποτε ενημερώθηκε ή πληροφορήθηκε ότι θα έπρεπε να παραβρεθεί ξανά σε μεταγενέστερη ημερομηνία. Από τα έγγραφα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου απουσιάζει πρακτικό, ημερομηνίας 26/10/2010 το οποίο να αποτυπώνει τι έγινε και τι λέχθηκε την ημέρα αυτή κατά τη διεξαγωγή της διαιτησίας. Οι μόνοι που θα μπορούσαν να έχουν στην κατοχή τους τέτοιο πρακτικό είναι οι εφεσίβλητοι. Εάν ο εφεσείων ζήτησε αναβολή την αναφερόμενη ημερομηνία και ο διαιτητής ανέβαλε τη διαιτησία για τις 14/1/2011, θα αναμενόταν από τους εφεσίβλητους να παρουσιάσουν το εν λόγω πρακτικό για να επιβεβαιώσουν τις θέσεις τους. Πλην όμως, τέτοιο πρακτικό δε βρίσκεται στο φάκελο του Δικαστηρίου καθότι οι εφεσίβλητοι επέλεξαν να μην παρουσιάσουν τέτοιο έγγραφο. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι ο εφεσείων δεν ειδοποιήθηκε να παραστεί στη διαιτησία, ημερομηνίας 14/1/2011 (1ος λόγος έφεσης), με αποτέλεσμα η διαδικασία που διεξήχθη στην απουσία του να είναι παράτυπη (2ος λόγος έφεσης), καθότι με τη διαβεβαίωση του διαιτητή προς τον εφεσείοντα, στις 26/10/2010 ότι τον απάλλαξε και δε χρειαζόταν να παραβρεθεί σε μεταγενέστερη ημερομηνία, τον παραπλάνησε (3ος λόγος έφεσης). Περαιτέρω, η συγκεκριμένη ενέργεια του διαιτητή καταδείκνυε ότι δεν ήταν αμερόληπτος και αντικειμενικός (8ος λόγος έφεσης) και ενέργησε κατά παράβαση της εξουσίας του (4ος λόγος έφεσης). Συνεπεία της απουσίας του εφεσείοντα από τη διαιτησία, στις 14/1/2011, ο διαιτητής δεν άκουσε και δεν έλαβε υπόψη του τις θέσεις και απόψεις του (7ος λόγος έφεσης), στερώντας του στην ουσία το δικαίωμα πρόσβασης στη δικαιοσύνη, κατά παράβαση των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης (5ος και 11ος λόγοι έφεσης). Παρατηρώ τα εξής: Όλες οι παραπάνω θέσεις του εφεσείοντα οι οποίες αποβλέπουν στο να τεκμηριώσουν τη βασική του θέση ότι η εκκαλούμενη απόφαση λήφθηκε κατά παράβαση των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης, που αν γίνει αποδεκτή, θα οδηγήσει αυτόματα σε παραμερισμό της απόφασης «ex debito justitiae, ως οφειλόμενο χρέος προς τη Δικαιοσύνη.» (βλ. - μεταξύ άλλων - NTR BEACH DINERS LTD κ.ά ν. ADAMOU CONSTRUCTION AND MAINTENANCE LTD, ECLI:CY:AD:2018:A18, Πολιτική Εφεση Αρ. 373/2012, ημερομηνίας 15/1/2018 καταρρίπτονται από τα εξής: Όπως αναφέρεται στην εκκαλούμενη απόφαση, οι εναγόμενοι ειδοποιήθηκαν κατάλληλα, πλην του πρωτοφειλέτη Σωκράτη Αναστάση, ο οποίος απεβίωσε. Η υπόθεση ορίστηκε στις 26/10/
  2. Στη διαιτησία παρουσιάζονται η πρωτοφειλέτιδα Μαρία Αναστάση και οι εγγυητές, Σοφία Χ'' Σολωμού και Κώστας Ευσταθίου Χ'' Σολωμού, οι οποίοι ζητούν αναβολή της διαδικασίας και η υπόθεση επαναορίζεται στις 14/1/
  3. Οι εναγόμενοι δεν παρουσιάζονται στη διαιτησία κατά την 14/1/
  4. Το πρώτο που παρατηρώ είναι το εξής: αυτό που ισχυρίζεται ο εφεσείων για σκοπούς στοιχειοθέτησης της βασικής του θέσης δεν είναι το ίδιο ακριβώς με αυτά που αναφέρει ο ευπαίδευτος δικηγόρος του στη γραπτή του αγόρευση. Ο εφεσείων, στην ένορκη του δήλωση ισχυρίζεται τα εξής: στις 26/10/2010 παραβρέθηκε μετά από ειδοποίηση σε διαδικασία διαιτησίας αναφορικά με το επίδικο γραμμάτιο. Επειδή η Μαρία Σωκράτη Αναστασίου - δηλαδή η πρωτοφειλέτιδα -, διαβεβαίωσε το διαιτητή ότι θα αποπλήρωνε το χρέος των £4.000,00 με την καταβολή του ποσού των €200,00, μηνιαίως, ο διαιτητής ανάφερε στον ίδιο και στην άλλη εγγυήτρια που ήταν παρούσα ότι σε τέτοια περίπτωση απαλλάσσονται από οποιαδήποτε υποχρέωση. Ο διαιτητής, σε καμιά περίπτωση τους ανάφερε ότι θα έπρεπε να παρευρεθούν σε μεταγενέστερη ημερομηνία. Η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε στην απουσία του και χωρίς να λάβει οποιαδήποτε ειδοποίηση. Οι εφεσίβλητοι, μέσω του ενόρκως δηλούντα γι' αυτούς διαφωνούν και δεν παραδέχονται τους παραπάνω ισχυρισμούς του εφεσείοντα και όχι μόνο. Τον καλούν και σε αυστηρή απόδειξή τους. Με αυτό δεδομένο και λαμβάνοντας υπόψη ότι - για να επαναλάβω - ο εφεσείων έχει το βάρος απόδειξης του εσφαλμένου της εκκαλούμενης απόφασης και κατ' επέκταση της απόδειξης της έφεσής του θεωρώ ότι το ελάχιστο που όφειλε να κάνει προκειμένου να με πείσει να δεχτώ τους επί του προκειμένου ισχυρισμούς του ήταν να ζητούσε άδεια, είτε να καταχωρήσει συμπληρωματική/απαντητική ένορκη δήλωση, στην οποία θα προέβαινε είτε η πρωτοφειλέτιδα είτε η συνεγγυήτριά του στο επίδικο γραμμάτιο, για σκοπούς επιβεβαίωσης όσων καταμαρτυρεί στο διαιτητή ο ίδιος, τα οποία, όπως είναι η θέση του διαδραματίστηκαν στην παρουσία και εις επήκοον των δυο πρώτων είτε να αντεξετάσει τον ενόρκως δηλούντα για τους εφεσίβλητους, για να καταρρίψει τους περί αντιθέτου ισχυρισμούς του. Το γεγονός ότι ούτε το ένα έκανε μα ούτε και το άλλο οδηγεί στο αναπόδραστο συμπέρασμα ότι αυτά που καταλογίζει στο διαιτητή, που είναι σε ευθεία αντίθεση με όσα καταγράφει ο τελευταίος στην εκκαλούμενη απόφασή του, τα οποία επιβεβαιώνει ο ενόρκως δηλών για τους εφεσίβλητους, προφανώς δεν ισχύουν. Ότι δεν ισχύουν καταφαίνεται και από τα εξής: Και ως θέμα καθαρά κοινής λογικής δεν μπορώ να δεχθώ ότι ο διαιτητής, θα μπορούσε να δηλώσει στην παρουσία της πρωτοφειλέτιδας καθώς και της συνεγγυήτριάς του εφεσείοντα για το χρέος της πρώτης, ότι αυτή το διαβεβαίωσε ότι θα αποπλήρωνε το χρέος της, ύψους £4.000,00 (€6.834,41) - που αποτελεί το ποσό που της είχε δοθεί με το επίδικο γραμμάτιο, ημερομηνίας 2/10/1997 - με μηνιαίες δόσεις των €200,00, αναφέροντας στον ίδιο και τη συνεγγυήτριά του ότι τους απαλλάσσει από οποιαδήποτε υποχρέωση, τη στιγμή που η εκκαλούμενη απόφαση εναντίον όλων είναι για το πολλαπλάσιο ποσό των €20.471,18 (£11.981,24). Το πόσο παράλογοι και στερούμενοι πειστικότητας, - συν τοις άλλοις - είναι οι επί του προκειμένου ισχυρισμοί του εφεσείοντα είναι ολοφάνερο. Όμως, για το τι έγινε στην πραγματικότητα κατά τη διαδικασία διαιτησίας που οδήγησε στην εκκαλούμενη απόφαση αναφέρεται από τον ενόρκως δηλούντα για τους εφεσίβλητους. Ειδικότερα: Ο μάρτυρας που είναι υπάλληλος των εφεσίβλητων, στις 26/10/2010 τους εκπροσώπησε στη διαδικασία της επίδικης διαιτησίας που οδήγησε στην έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης. Οι εναγόμενοι ειδοποιήθηκαν κατάλληλα, εκτός του πρωτοφειλέτη Σωκράτη Αναστάση, ο οποίος απεβίωσε και ενός εκ των εγγυητών, ο οποίος δεν κατέστη δυνατό να ειδοποιηθεί. Την ημέρα αυτή παρουσιάστηκαν η πρωτοφειλέτιδα, Μαρία Αναστάση και οι εγγυητές, Σοφία Χ'' Σολωμού και ο - εφεσείων - Κώστας Ευσταθίου Χ'' Σολωμού. Και οι τρεις ζήτησαν αναβολή της διαδικασίας και η υπόθεση επαναορίστηκε στις 14/1/2011, ημερομηνία κατά την οποία αυτοί δεν παρουσιάστηκαν στη διαιτησία. Στις 26/10/2010 και στις 14/1/2011, ο μάρτυρας παρουσίασε ενώπιον του διαιτητή, όλα τα απαραίτητα αποδεικτικά στοιχεία, δηλαδή το γραμμάτιο σε τρεχούμενο λογαριασμό, ημερομηνίας 2/10/1997 (τεκμήριο Α) και την κατάσταση λογαριασμού προς υποστήριξη της απαίτησης των εφεσίβλητων. Και τα δυο αυτά έγγραφα μονογραφήθηκαν ενώπιόν τους από το διαιτητή. Στις 14/1/2011, ο διαιτητής, μελετώντας τα παρουσιασθέντα στοιχεία εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση. Όπως αναφέρεται και στην εκκαλούμενη απόφαση, ο εφεσείων, στις 26/10/2010 παρουσιάστηκε κατά τη διαιτησία όπου και ζητήθηκε αναβολή της διαδικασίας και η υπόθεση επαναορίστηκε στις 14/1/2011, πράγμα το οποίο ο εφεσείων και οι υπόλοιποι παρευρισκόμενοι πληροφορήθηκαν την ίδια στιγμή. Στις 14/1/2011, ο διαιτητής, ενόψει της απουσίας των εναγόμενων, παρόλο που ήταν ενήμεροι και είχαν πληροφορηθεί για την εν λόγω ημερομηνία από τις 26/10/2010, προχώρησε στην έκδοση αιτιολογημένης απόφασης, κατόπιν κατάθεσης όλων των εγγράφων και αποδεικτικών στοιχείων εκ μέρους των εφεσίβλητων. Αναφορικά με τον ισχυρισμό του εφεσείοντα περί απαλλαγής ενός των εγγυητών και/ή όλων των εγγυητών, ουδέποτε έγινε κάτι τέτοιο. Παρατηρώ τα εξής. Όλοι οι παραπάνω ισχυρισμοί του ενόρκως δηλούντα για τους εφεσίβλητους, οι οποίοι καταρρίπτουν πειστικά, λογικά και τεκμηριωμένα τους περί αντιθέτου ισχυρισμούς του εφεσείοντα παρέμειναν αναντίλεκτοι, υπό την έννοια ότι, ο τελευταίος, που έχει και το βάρος απόδειξης του εσφαλμένου της εκκαλούμενης απόφασης, δε ζήτησε άδεια, είτε να αντεξετάσει το μάρτυρα προκειμένου να κλονίσει την αξιοπιστία του συναφώς με τους εν λόγω ισχυρισμούς του είτε να καταχωρήσει συμπληρωματική/απαντητική ένορκη δήλωση για να τους αντικρούσει . Των παραπάνω λεχθέντων θεωρώ ότι αυτός, στις 14/1/2011 παρέλειψε αδικαιολόγητα να παρουσιαστεί κατά τη διαδικασία διαιτησίας η οποία οδήγησε στην έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης. Με αυτό δεδομένο, στην περίπτωσή του ισχύει ό,τι και στην Κούλλουρου ν. Σ.Π.Ε Αθηαίνου
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 987. Σ' εκείνη την υπόθεση, η εφεσίβλητη είχε εξασφαλίσει διαιτητική απόφαση κατά της εφεσείουσας, δυνάμει γραμματίου. Η εφεσείουσα, παρότι είχε ειδοποιηθεί να παρευρεθεί στη διαιτητική διαδικασία δεν παρευρέθηκε και δεν υπόβαλε οποιαδήποτε θέση επί της απαίτησης της εφεσίβλητης. Ακολούθως - όπως και ο εφεσείων εδώ - εφεσίβαλε τη διαιτητική απόφαση δυνάμει του άρθρου 52
(4)των περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμων το οποίο προνοεί: «Οιοσδήποτε θεωρεί τον εαυτόν του ηδικημένον από την απόφασιν οιουδήποτε διαιτητού ή διαιτητών δύναται να υποβάλη έφεσιν εις το Δικαστήριον εντός είκοσι και μιας ημερών από της ημερομηνίας της προς αυτόν γνωστοποιήσεως της αποφάσεως.» Πρωτόδικα, η μη δεόντως δικαιολογηθείσα παράλειψη εμφάνισης της εφεσείουσας ενώπιον του διαιτητή κρίθηκε καταλυτική. Το σχετικό απόσπασμα (όπως παρατίθεται στην εφετειακή απόφαση) ακολουθεί αυτούσιο: «"Έχω την άποψη ότι το πιο πάνω άρθρο του Νόμου θα πρέπει να ερμηνευτεί μέσα στο πιο πάνω πνεύμα της νομολογίας και όχι έξω από αυτό. Η φράση συνεπώς αδικημένος που διατυπώνεται στον νόμο έχει ακριβώς την έννοια της παρουσίας του μέρους που κλήθηκε στην διαιτησία και την προβολή εκ μέρους του θετικών και συγκεκριμένων ισχυρισμών που αφορούν είτε την ουσία είτε την διαδικασία στην οποία κλήθηκε και έλαβε μέρος. Αν σε κάθε περίπτωση διαφοράς σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου που παραπέμπεται σε διαιτησία, το ένα μέρος δεν παρουσιάζεται και μετά να του επιτρέπεται να προβάλλει κατ΄έφεση προς το δικαστήριο εκείνους τους ισχυρισμούς που θα έπρεπε να προβληθούν ενώπιον του διαιτητή, αυτό θα ισοδυναμούσε με καταστρατήγηση τόσο του πνεύματος όσο και του γράμματος των σχετικών προνοιών του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου όσο και του Περί Διαιτησίας Νόμου. Θα καθιστούσε τις σχετικές νομοθεσίες αχρείαστες και άνευ αντικειμένου αφού τον τελευταίο λόγο επί της ουσίας της παραπεμπόμενης διαφοράς θα την είχε το δικαστήριο ανεξάρτητα από το τι συνέβηκε στην διαιτησία. Δεν θα πρέπει εξ άλλου να παραγνωρίζεται και κρίνω πώς είναι σημαντικό αυτό, πώς είναι εκ του νόμου η υποχρέωση της παραπομπής της διαφοράς σε δεσμευτική διαιτησία. Η διαιτησία δεν είναι και δεν αποτελεί προστάδιο για την προσφυγή στο δικαστήριο, αλλά αποτελεί αυτοτελή και ανεξάρτητη διαδικασία με τους δικούς της διαδικαστικούς και αποδεικτικούς κανόνες, ανάλογους βέβαια προς εκείνους των δικαστικών διαδικασιών και ο διαιτητής ασκεί οιονεί δικαστική εξουσία. Γι' αυτό άλλωστε τα άρθρα 19 και 20 του Περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ. 4 δεσμεύουν το δικαστήριο και ρητά σηματοδοτούν αλλά και καθορίζουν τις εξουσίες που του παρέχονται. Και έχω ήδη αναφερθεί στην εμβέλεια των άρθρων αυτών και πώς η νομολογία και τα συγγράμματα ερμηνεύουν την εξουσία του δικαστηρίου."» Η παραπάνω προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου κρίθηκε ως ορθή από το Εφετείο, το οποίο μεταξύ άλλων σημειώνει τα εξής: Οι όποιες θέσεις της εφεσείουσας περί παράνομων τόκων και εικονικότητας θα έπρεπε να ετίθεντο ενώπιον του διαιτητή, πράγμα που δεν έγινε και όχι ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου ή ενώπιον του Εφετείου «..ως εάν το πρωτόδικο Δικαστήριο ή το Εφετείο να εξέταζε πρωτογενώς το πράγμα. .....ο Διαιτητής δεν μπορούσε παρά να αποφασίσει με βάση τα στοιχεία που είχε ενώπιον του. Είναι ουσιαστικά ορθή λοιπόν η απόφασή του ευπαίδευτου πρωτόδικου Δικαστή ότι η Εφεσείουσα δεν μπορούσε να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου θέσεις τις οποίες δεν είχε θέσει ενώπιον του Διαιτητή.» Επειδή, όπως θα διαφανεί στη συνέχεια έχει σημασία, το καταληκτικό μέρος της παραπάνω εφετειακής απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση ακολουθεί επίσης αυτούσιο: «Αναγνωρίζοντας τις δυσκολίες της θέσης της, η Εφεσείουσα περιορίζει ουσιαστικά το παράπονο της στο ότι η μη εμφάνιση της δεν επέτρεπε στο Διαιτητή και να εκδώσει απόφαση χωρίς αυτή να δικαιολογείτο από τα στοιχεία που είχε ενώπιον του. Αυτό όμως δεν βοηθά τα πράγματα. Τα στοιχεία που ετέθησαν ενώπιον του διαιτητή όχι μόνο δεν εδάνειζαν έρεισμα στις εισηγήσεις που κάνει η Εφεσείουσα για παράνομους τόκους και εικονικότητα αλλά και δικαιολογούσαν πλήρως την απόφαση του. Η παράλειψη της Εφεσείουσας να καθορίσει με στοιχεία το τι θεωρούσε επίδικο ενώπιον του Διαιτητή συνέχιζε λοιπόν να έχει καταλυτική επίδραση στο όλο θέμα. Ούτε ο ευπαίδευτος πρωτόδικος Δικαστής ούτε το Εφετείο θα μπορούσε να κρίνει εξ υπαρχής το θέμα εκτός αν, από τα στοιχεία που ετέθησαν ενώπιον του Διαιτητή, δεν δικαιολογείτο η απόφαση του. Εξετάσαμε το λογαριασμό που ή Εφεσίβλητη παρουσίασε το Διαιτητή και ιδιαίτερα τις καταχωρίσεις των τόκων και δεν μπορούμε να πούμε ότι υπήρχαν κεφαλαιοποιήσεις ή άλλες παράνομες ενέργειες ως προς τους τόκους και έτσι ότι ο Διαιτητής απεφάσισε λανθασμένα.» Των παραπάνω λεχθέντων, οι 1ος, 2ος, 3ος, 4ος, 5ος, 7ος, 8ος και 11ος λόγοι έφεσης είναι αβάσιμοι. Υπεισέρχομαι τώρα στο 6ο λόγο έφεσης με τον οποίο υποβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται αιτιολογίας καθώς και στη σχετική επιχειρηματολογία του ευπαίδευτου δικηγόρου του εφεσείοντα. Σύμφωνα λοιπόν με τον κ. Ζαννούπα υπάρχει υποχρέωση για αιτιολόγηση των δικαστικών αποφάσεων, υποχρέωση που είναι αναπόσπαστη πτυχή της δικαστικής λειτουργίας, αλλά και του καθήκοντος που επιβάλλει το Άρθρο 30. 2 του Συντάγματος. Αιτιολογημένη απόφαση σημαίνει ανάλυση μαρτυρίας, υπό το φως των επίδικων θεμάτων και τη δικογραφία και βεβαίως κατάληξη του Δικαστηρίου επί της νομικής και πραγματικής πτυχής της υπόθεσης. Στη συνέχεια ο κ. Ζαννούπας με παραπέμπει στο απόσπασμα που ακολουθεί από την απόφαση Γεώργιος Κάτσου κ.ά. ν. Global Capital Limited, ECLI:CY:AD:2016:A546, Πολιτική Έφεση Αρ. 119/2011, ημερομηνίας 12/12/2016: «Στην υπόθεση Εταιρεία Παφίτης & Ιορδάνους Κοντράκτορς Λτδ κ.ά. ν. Α.Ν. Στασής Εστέϊτς Κο. Λτδ
(1998)1 Α.Α.Δ. 916, λέχθηκε με αναφορά στις αποφάσεις Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 255 και Βίκτωρος ν. Χριστοδούλου
(1992)1 Α.Α.Δ. 512, ότι υπάρχει υποχρέωση για αιτιολόγηση των δικαστικών αποφάσεων, υποχρέωση που είναι αναπόστατη πτυχή της δικαστικής λειτουργίας, αλλά και του καθήκοντος που επιβάλλει το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος. Αιτιολογημένη απόφαση σημαίνει ανάλυση της μαρτυρίας υπό το φως των επιδίκων θεμάτων και τη δικογραφία και βεβαίως την κατάληξη του Δικαστηρίου επί της πραγματικής και νομικής πτυχής της υπόθεσης. Όπως περαιτέρω λέχθηκε στην πιο πάνω αυθεντία, απόφαση που δεν παρέχει ανάλυση της μαρτυρίας και αιτιολογία είναι, «... παράδειγμα δικαστικής απόφασης προς αποφυγή.». Η ανάγνωση του σκεπτικού της πρωτόδικής απόφασης παραπέμπει, δυστυχώς, σε παρανόηση του Δικαστικού έργου. Αποφεύγει παντελώς την αναγκαία αξιολογική κρίση επί της διϊστάμενης μαρτυρίας, την οποία ούτε καταγράφει, έστω κατά συνοπτικό τρόπο. Δεν αρκεί για σκοπούς ανασκόπησης από το Εφετείο της πρωτόδικης κρίσης, η αναφορά από το Δικαστήριο ότι δεν θα ενδιέτριβε με λεπτομέρεια στη μαρτυρία και ότι θα αναφερόταν στη μαρτυρία και τα τεκμήρια όπου αυτό ήταν αναγκαίο. Η ευθεία καταγραφή ευρημάτων αφήνει την απόφαση έκθετη σε ανατροπή εφόσον απουσιάζει η σύνδεση των συμπερασμάτων με τη μαρτυρία. Σύνδεση που εν πάση περιπτώσει προϋπόθετε την καταγραφή της μαρτυρίας, έστω με περιεκτικό τρόπο, και όχι κατ΄ ανάγκη με «λεπτομέρεια», όπως ανέφερε πρωτοδίκως το Δικαστήριο. Αλλά ούτε το ένα, ούτε το άλλο έπραξε. Με αποτέλεσμα τα ευρήματα του να παραμένουν μετέωρα χωρίς τον αναγκαίο Δικαστικό λόγο ως υπόβαθρο εξήγησης και κατανόησης της σκέψης του. Ουδόλως αρκεί η σταχυολογική αναφορά ή παραπομπή σε ορισμένα από τα κατατεθέντα τεκμήρια, ιδιαιτέρως όταν γι΄ αυτά δεν παρέχεται οποιαδήποτε κρίση επί της αποδεικτικής τους αξίας ή της σύνδεσης τους με τη δικογραφία και τη στήριξη ή μη των θέσεων των εφεσειόντων. Ούτε βεβαίως αρκεί η σε μια γραμμή θέση πρωτοδίκως ότι αποδέχεται τη μαρτυρία Λοϊζίδη ως προς τη μείωση της αξίας του χαρτοφυλακίου των εφεσειόντων. Χωρίς ανάλυση, χωρίς σπουδή λόγου και χωρίς αντιπαράθεση με την αντίθετη θέση. Όπως εύστοχα εξηγεί ο κ. Παπαθεοδώρου στο λεπτομερές περίγραμμα του, η πρώτη κρίση του Δικαστηρίου ότι, «Οι εναγόμενοι ενεργούσαν απλά ως διαμεσολαβητές (introducing agents) ... (και ότι) «Οι εναγόμενοι ουδέποτε υπήρξαν αντιπρόσωποι (agents) της MSDW ούτε και οι MSDWυπήρξαν αντιπρόσωποι (agents) των εναγομένων», παρουσιάζεται αυθαίρετη υπό το φως του τεκμηρίου 17 (πληρεξούσιο έγγραφο του εφεσείοντα 1 προς τους ίδιους τους εφεσίβλητους να ενεργούν εξ ονόματος τους για την αγορά, πώληση, κλπ. μετοχών ή άλλων αξιών), του τεκμηρίου 2 (μέρος του οποίου είναι το Trading Authoroziation που δόθηκε από τους εφεσείοντες προς τον «Stavros E. Stavrou of Global Capital Ltd"), του τεκμηρίου 11, (επιστολή της Morgan Stanley προς τον εφεσείοντα 1 ότι ο κοινός λογαριασμός του με τη σύζυγο και τη θυγατέρα του δεν ήταν ποτέ «a discretionaryaccount» και ότι όλες οι συναλλαγές εγκρίνονταν από τον «agent Stavros Stavrou originally from the Cyprus Popular Bank and thereafter with GlobalCapital»), το τεκμήριο 32 (τηλεομοιότυπο από τον Σταύρου σε επιστολόχαρτο της Global Capital Ltd προς τον John Proxenos για το λογαριασμό των εφεσειόντων), κ.ά. Υπήρχε επίσης η δικογραφημένη θέση των εφεσιβλήτων, παρ. 5(β) της υπεράσπισης, ότι οι εφεσείοντες έγιναν πελάτες τους με τη μετακίνηση του Σταύρου σ΄ αυτούς. Η σχέση του Σταύρου με τους εφεσίβλητους φαινόταν να παρέπεμπε σε σχέση εργοδοτούμενου που ενεργούσε εκ μέρους των εφεσιβλήτων. Ο Σταύρου απευθυνόταν στους εφεσείοντες σε επιστολόχαρτα των εφεσιβλήτων, το επαγγελματικό του δελτάριο περιέγραφε εαυτόν ως «International Porfolio Manager» της Global Capital Ltd, οι εφεσίβλητοι δέχονταν ότι ο Σταύρου ήταν μισθωτός τους, (Τεκμήριο 8), κ.ά. Όλα τα ως άνω και πολλά άλλα έπρεπε να αξιολογηθούν με τη δέουσα επιμέλεια από το Δικαστήριο. Το γεγονός ότι οι εφεσείοντες δεν ήγειραν αγωγή εναντίον του Σταύρου δεν ήταν ενέργεια ή απόφαση κατ΄ ανάγκη εναντίον τους, εφόσον υπήρχε μαρτυρία που έδειχνε ότι οι εφεσίβλητοι ήταν οι ουσιαστικοί αντισυμβαλλόμενοι, μέσω του Σταύρου που διενεργούσε τις καθαυτό συναλλαγές, ενώ υπήρχε και μαρτυρία ότι ο Σταύρου έφυγε από τους εφεσίβλητους, (παρ. 16 του περιγράμματος των εφεσιβλήτων).» Όπως αναφέρει καταληκτικά ο κ. Ζαννούπας, η επίδικη απόφαση σε καμιά περίπτωση ικανοποιεί την επιταγή του Άρθρου
  1. 2 του Συντάγματος, αλλά και τις αρχές της νομολογίας. Είναι χαρακτηριστικό, προστίθεται, ότι στην απόφαση του διαιτητή αναγράφονται τα εξής: «Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω και σύμφωνα με τους όρους του γραμματίου..» Το στοιχείο αυτό σύμφωνα πάντοτε με τον κ. Ζαννούπα δείχνει ότι επί της ουσίας ο διαιτητής δεν άσκησε δικαστική κρίση, επιβεβαιώνοντας τις θέσεις του εφεσείοντα, όπως προβάλλονται στην παράγραφο 8 της ένορκης του δήλωσης. Με την οποία - προσθέτω με τη σειρά μου - ισχυρίζεται ότι ο διαιτητής δεν άκουσε οποιαδήποτε μαρτυρία, αλλά απλώς μετέτρεψε την αξίωση της εφεσίβλητης σε διαιτητική απόφαση. Και αυτός ο λόγος έφεσης είναι αβάσιμος. Ακολουθεί το σκεπτικό: Καταρχήν δεν είναι ορθό ότι ο διαιτητής δεν άκουσε μαρτυρία. Όπως αναφέρεται από τον ίδιο στην εκκαλούμενη απόφασή του έλαβε υπόψη το επίδικο γραμμάτιο, παραθέτοντας μάλιστα και συγκεκριμένα στοιχεία του και κατέληξε στην απόφασή του σύμφωνα με τους όρους του γραμματίου και τα άλλα αποδεικτικά στοιχεία που έχουν κατατεθεί στη διαιτησία από το γραμματέα κ. Μιχάλη Ευθυμίου (πρόκειται για τον ενόρκως δηλούντα για τους εφεσίβλητους, ο υπό αναφορά), τα οποία έχουν μονογραφηθεί. Το επίδικο γραμμάτιο αποτελεί τεκμήριο στην ένορκη δήλωση του Μιχάλη Ενθυμίου (τεκμήριο Α) και από αυτό, μεταξύ άλλων προκύπτουν τα εξής: το ποσό του γραμματίου (£4.000,00), η ημερομηνία υπογραφής του (2/10/1997), οι πρωτοφειλέτες και οι εγγυητές, ανάμεσά τους και ο εφεσείων, οι όροι του γραμματίου και η ημερομηνία αποπληρωμής του (2/10/2002). Απ' εκεί και πέρα, όπως αναφέρει στην ένορκη του δήλωση ο Μιχάλης Ευθυμίου, στις 26/10/2010 και στις 14/1/2011 παρουσίασε ενώπιον του διαιτητή όλα τα απαραίτητα αποδεικτικά στοιχεία, δηλαδή το - επίδικο - γραμμάτιο σε τρεχούμενο, ημερομηνίας 2/10/1997, στο οποίο φαίνεται και ο εγγυητής - εφεσείων στην παρούσα αίτηση (προφανώς εννοεί έφεση) και την κατάσταση λογαριασμού προς υποστήριξη της απαίτησης των εφεσίβλητων τα οποία μονογραφήθηκαν ενώπιόν τους από το διαιτητή. Ο τελευταίος, στις 14.1.2011, μελετώντας τα παρουσιασθέντα στοιχεία εξέδωσε απόφαση υπέρ των εφεσίβλητων και εναντίον του εφεσείοντα, υπό την ιδιότητά του ως εγγυητή των πρωτοφειλετών καθώς και του εναπομείναντα εγγυητή, στην απουσία όλων. Για να συνεχίσω, το γεγονός ότι ο διαιτητής μετέτρεψε την αξίωση των εφεσίβλητων σε διαιτητική απόφαση, διαδικαστικά τουλάχιστον, δεν καθιστά την απόφασή του αναιτιολόγητη. Δοθέντος ότι κατά τη διεξαγωγή της διαδικασίας διαιτησίας, η μόνη μαρτυρία που είχε τεθεί ενώπιόν του ήταν αυτή των εφεσίβλητων - αφού η πρωτοφειλέτιδα και οι δυο εγγυητές, ανάμεσά τους και ο εφεσείων, για τους δικούς τους λόγους, τους οποίους αγνοώ επέλεξαν να μην παρευρεθούν στη διαδικασία στις 14/1/2011 - το γεγονός ότι εξέδωσε απόφαση, ως η απαίτηση των εφεσίβλητων, επί τη βάση των αποδεικτικών στοιχείων που είχαν τεθεί ενώπιον του, τα οποία, όπως αναφέρει στην απόφασή του έλαβε υπόψη καθώς και τους όρους του επίδικου γραμματίου είναι καθ' όλα θεμιτό. Κάτι ανάλογο συμβαίνει καθημερινά και ενώπιον των Δικαστηρίων σε διαδικασίες αγωγών όπου ο εναγόμενος παραλείπει να καταχωρήσει εμφάνιση, οπότε ο ενάγοντας καταχωρεί μονομερή αίτηση για έκδοση απόφασης και το Δικαστήριο, νοουμένου ότι από τα διάφορα αποδεικτικά στοιχεία που τίθενται ενώπιον του από τον ενάγοντα ικανοποιείται ότι θεμελιώνουν το αγώγιμο δικαίωμά του και στοιχειοθετούν τις αξιώσεις του εκδίδει συνοπτικά απόφαση υπέρ του. Αυτό ακριβώς έκανε και ο διαιτητής στην παρούσα υπόθεση. Των παραπάνω λεχθέντων, η θέση του ευπαίδευτου δικηγόρου του εφεσείοντα ότι «αιτιολογημένη απόφαση σημαίνει ανάλυση της μαρτυρίας υπό το φως των επίδικων θεμάτων και τη δικογραφία..», ενώ ως θέμα αρχής είναι βέβαια απολύτως ορθή και ουδείς αντίλογος μπορεί να υπάρχει περί αυτής, εντούτοις, στην προκειμένη περίπτωση παραβλέπει τα εξής, τα οποία εξ αντικειμένου καθιστούν αχρείαστο, μέρος της όλης δικαστικής διεργασίας που καθιστά αιτιολογημένη τη δικαστική απόφαση: η εκκαλούμενη απόφαση εκδόθηκε στην απουσία των αντιδίκων των εφεσίβλητων, προφανώς οι πρώτοι δεν καταχώρησαν δικόγραφα και η επίδικη απόφαση βασίστηκε αποκλειστικά στη μαρτυρία των εφεσίβλητων. Με αυτά δεδομένα είναι σαφές, ότι στην παρούσα υπόθεση δεν υπήρχαν επίδικα θέματα μα ούτε και ανάγκη ανάλυσης μαρτυρίας υπήρχε και το ένα και το άλλο, υπό την αυστηρή έννοια των όρων. Δηλαδή, του προσδιορισμού των επίδικων θεμάτων με αντιπαραβολή των εκατέρωθεν δικογραφημένων ισχυρισμών και θέσεων και της αξιολόγησης της διιστάμενης μαρτυρίας. Αυτός είναι και ο λόγος που το απόσπασμα από την υπόθεση Γεώργιος Κάτσου (ανωτέρω) στο οποίο με παράπεμψε ο ευπαίδευτος δικηγόρος του εφεσείοντα δε βοηθά τον τελευταίο για το λόγο που το επικαλείται. Για να καταλήξω με το συγκεκριμένο λόγο έφεσης, απλή ανάγνωση του περιεχόμενου της εκκαλούμενης απόφασης σε συνδυασμό και με οτιδήποτε άλλο αναφέρεται πιο πάνω συναφώς με αυτή καταδεικνύει ότι η απόφαση περικλείει όλα εκείνα τα αναγκαία στοιχεία που την καθιστούν κατά συνοπτικό τρόπο μεν, πλην όμως, πλήρως αιτιολογημένη. Ό,τι απομένει είναι εξέταση του 9ου λόγου έφεσης, με τον οποίο υποβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιλαμβάνει παράνομο ανατοκισμό και δε λαμβάνει υπόψη τον περί Τόκου Νόμο καθώς και ο 10ος λόγος έφεσης, με τον οποίο υποβάλλεται ότι ο διαιτητής υπολόγισε και κεφαλαιοποίησε παράνομα και αυθαίρετα τόκους ή άλλες χρεώσεις. Στην Κούλλουρου (ανωτέρω) κρίθηκε ότι η παράλειψη της εφεσείουσας να καθορίσει με στοιχεία το τι θεωρούσε επίδικο ενώπιον του διαιτητή συνέχιζε να έχει καταλυτική επίδραση στο θέμα των παράνομων τόκων και της εικονικότητας που είχε εγείρει για πρώτη φορά στο πρωτόδικο Δικαστήριο. Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά στην εφετειακή απόφαση: «Ούτε ο ευπαίδευτος πρωτόδικος Δικαστής ούτε το Εφετείο θα μπορούσε να κρίνει εξ υπαρχής το θέμα εκτός αν, από τα στοιχεία που ετέθησαν ενώπιον του Διαιτητή, δεν δικαιολογείτο η απόφαση του.» (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου.) Με αυτές τις διαπιστώσεις, το Εφετείο, αφού εξέτασε το λογαριασμό που η εφεσίβλητη παρουσίασε στο Διαιτητή και ιδιαίτερα τις καταχωρίσεις των τόκων κατέληξε στο συμπέρασμα πως δεν υπήρχαν κεφαλαιοποιήσεις ή άλλες παράνομες ενέργειες ως προς τους τόκους. Στην περίπτωσή μας, ενεργώντας κατ' ανάλογο τρόπο, όπως και το Εφετείο στην παραπάνω υπόθεση παρατηρώ τα εξής: Το επίδικο γραμμάτιο (τεκμήριο Α στην ένορκη δήλωση του Μιχάλη Ευθυμίου) είναι ημερομηνίας 2/10/
  2. Με αυτό, οι δυο πρωτοφειλέτες αναγνωρίζουν ότι οφείλουν στους εφεσίβλητους το ποσό των £4.000,00 (€6.834,41) το οποίο συμφωνήθηκε να τους δοθεί από καιρού εις καιρό. Σύμφωνα με τον όρο 2 του γραμματίου, οι πρωτοφειλέτες ανέλαβαν να πληρώσουν το ποσό αυτό, στις 2/10/
  3. Με τον όρο αρ. 3 ανέλαβαν την υποχρέωση καταβολής τόκου επί του εκάστοτε χρεωστικού υπολοίπου προς 8% ετησίως μέχρι τελείας εξόφλησης. Με τον ίδιο όρο προνοείται ότι οι τόκοι θα προστίθενται επί του κεφαλαίου κατά την 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους και θα πληρώνονται με τον ίδιο τρόπο, όπως και το κεφάλαιο. Με ξεχωριστή σύμβαση εγγύησης - η οποία ενσωματώνεται στο επίδικο γραμμάτιο - ο εφεσείων και ακόμη δυο πρόσωπα εγγυήθηκαν αλληλέγγυα μετά των οφειλετών (δηλαδή των πρωτοφειλέτων) την ακριβή εκτέλεση όλων των όρων του γραμματίου μέχρι πλήρους εξόφλησης. Η διαδικασία διαιτησίας που οδήγησε στην έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης, ημερομηνίας 14/1/2011 διεξάχθηκε στις 26/10/2010 και στις 14/1/
  4. Η εκκαλούμενη απόφαση - η οποία εκδόθηκε και εναντίον του εφεσείοντα - είναι για το ποσό των €20.471,18 (£11.981,24), με τόκο προς 8% από 1/1/2010 επί του εκάστοτε υπολοίπου μέχρι πλήρους εξόφλησης. Κατά το χρόνο σύναψης του επίδικου γραμματίου ίσχυε ο περί Τόκου Νόμος 2/77, ο οποίος καταργήθηκε με το άρθρο 7 του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου του 1999 (Ν.160(Ι)/99), ο οποίος δημοσιεύθηκε στις 31/12/1999 και τέθηκε σε ισχύ την 1/1/
  5. Το άρθρο 6
(1)του περί Τόκου Νόμου, με πλαγιότιτλο «Καθυστερούμενος τόκος δεν θα υπερβαίνει το αρχικό χρέος.» προνοούσε ότι: «Το ποσόν το όποιον δύναται να ανακτηθή δι' αγωγής ως καθυστερούμενος τάκος εφ' οιουδήποτε χρέους ή υποχρεώσεως δεν θα υπερβαίνη το ποσόν του αρχικού ­χρέους ή υποχρεώσεως εν σχέσει προς την οποίαν ο τοιούτος τόκος είναι πληρωτέος.» Στις 2/10/2002, που με βάση τον όρο 2 του επίδικου γραμματίου οι πρωτοφειλέτες θα έπρεπε να πληρώσουν το ποσό των £4.000,00 που θα τους έδιναν οι εφεσίβλητοι καθώς και κατά το χρόνο διεξαγωγής της επίδικης διαιτησίας η οποία άρχισε στις 26/10/2010 και ολοκληρώθηκε στις 14/1/2011 με την έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης, ο περί Τόκου Νόμος δεν ίσχυε, αφού - για να επαναλάβω - είχε ήδη καταργηθεί από τον περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμο 160(Ι)/99, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ την 1/1/
  1. Ο τελευταίος, όπως ίσχυε κατά τους παραπάνω χρόνους, δηλαδή προτού τροποποιηθεί από το Νόμο 141(Ι)/2014 και από το Νόμο 66(Ι)/2015 σύμφωνα και με την πρόσφατη υπόθεση Σταύρος Ξιούρουππας κ.ά. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, ECLI:CY:AD:2016:A522, Πολιτική Έφεση Αρ. 386/2010, ημερομηνίας 15/11/2016 δεν εμπεριέχει οποιαδήποτε ρητή αναφορά περί αναδρομικής ισχύος του σε υφιστάμενες προ της εφαρμογής του το 2001, συμβάσεις. Στην παραπάνω υπόθεση η οποία αφορούσε μια συμφωνία, ημερομηνίας 7/10/1999 για άνοιγμα επενδυτικού λογαριασμού, μια άλλη συμφωνία, ημερομηνίας 7/12/1998 για άνοιγμα τρεχούμενου λογαριασμού και μια τρίτη συμφωνία, ημερομηνίας και πάλι 7/12/1998 για παροχή δανείου, το βασικό θέμα που ηγέρθηκε πρωτόδικα και απασχόλησε και το Εφετείο σχετιζόταν με το ανώτατο επιτρεπόμενο επιτόκιο με βάση τον περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμο 160(Ι)/99, την κατ' ισχυρισμό παράνομη χρέωση τόκων ως ανατοκισμό και την κεφαλαιοποίηση του τόκου πέραν της μιας φοράς το χρόνο και κατά πόσο η εφεσίβλητη τράπεζα μπορούσε να διεκδικήσει τόκους μεγαλύτερους από το αρχικό χρέος. Όσα ακολουθούν από την εφετειακή απόφαση επιλύουν το θέμα. Για σκοπούς καλύτερης κατανόησης, να πω απλώς ότι όπου στην απόφαση υπάρχει αναφορά σε «βασικός Νόμος» ή «Νόμος» και η μια και η άλλη παραπέμπουν στον περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμο 160(Ι)/
  2. Ειδικότερα: «Ο Νόμος δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 31.12.1999 και τέθηκε σε ισχύ με το άρθρο 8 αυτού, την 1.1.
  3. Με το άρθρο 7, ο περί Τόκου Νόμος Αρ. 2/77, καταργήθηκε. Ακολούθησαν στις 9.9.2014 και 7.5.2015, δύο τροποποιήσεις με τους Νόμους αρ. 141(Ι)/2014 και αρ. 66(Ι)/
  4. Οι τροποποιήσεις αυτές στο βασικό Νόμο δεν έχουν οποιαδήποτε επίπτωση στα γεγονότα της πρωτόδικης αγωγής, η οποία είχε καταχωρηθεί το 2006, με απόφαση που εκδόθηκε στις 12.11.2010, πριν δηλαδή τις τροποποιήσεις. Θα τύχουν αναφοράς στο βαθμό που είναι αναγκαίο ως προς τον καθορισμό της αναδρομικότητας του Νόμου. Ο βασικός Νόμος πράγματι δεν εμπεριέχει οποιαδήποτε ρητή αναφορά περί αναδρομικής ισχύος του σε υφιστάμενες προ της εφαρμογής του Νόμου το 2001, συμβάσεις. Η μόνη επιφύλαξη του άρθρου 6 ως προς τον μη επηρεασμό των προνοιών του άρθρου 36 των περί Κεντρικής Τραπέζης της Κύπρου Νόμο 1963-1999 και των διατάξεων του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149, δεν τυγχάνουν εφαρμογής στα δεδομένα. Τα άρθρα 4 και 5 του Νόμου που περιέχουν μεταβατικές διατάξεις, αφορούν το μεν πρώτο συμφωνίες δανείων ή πιστωτικών διευκολύνσεων για την εξασφάλιση των οποίων έχει εγγραφεί υποθήκη, το δε δεύτερο για υφιστάμενα οικιστικά δάνεια, και πάλι δεν τυγχάνουν εφαρμογής...» Και λίγο παρακάτω: «Ως ουσιαστικής, λοιπόν υφής και χωρίς ρητή και συγκεκριμένη πρόνοια, ο Νόμος δεν έχει αναδρομική ισχύ εφόσον δεν αφορά σε δικονομικές πρόνοιες, (Χριστοφίδης ν. Παττίχης
(2002)1 Α.Α.Δ. 245). Δεν επηρεάζει συνεπώς δικαιώματα προνόμια υποχρεώσεις ή ευθύνες που εξασφαλίστηκαν ή προέκυψαν δυνάμει του Νόμου αρ. 26/77 που καταργήθηκε με το νέο Νόμο. Σύμφωνα με τις αποφάσεις Datamedia AE v. KSN (Business Aids) Ltd
(1990)1 C.L.R. 13 και Ιδιωτική Τριτοβάθμια Σχολή INTERCOLLEGE ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπουργού Παιδείας,
(2002)3 Α.Α.Δ. 296, αναδρομικότητα στις πρόνοιες νομοθετήματος δεν εξυπακούεται ούτε υφίσταται εκτός εάν καθορίζεται ρητά τούτο. Το ίδιο προνοεί και ο περί Ερμηνείας Νόμος, Κεφ.
  1. Είναι λοιπόν σαφές ότι ο Νόμος δεν είχε οποιαδήποτε αναδρομική ισχύ σε προηγηθείσες συμβάσεις. Αυτό καθίσταται φανερό και από το γεγονός ότι με την τροποποίηση που επήλθε με το Νόμο αρ. 141(Ι)/14, καθορίστηκε (έστω εκ των υστέρων), με το άρθρο 2Α ο σκοπός αυτού, που είναι η προστασία των δικαιωμάτων των οφειλετών πιστωτικών ιδρυμάτων με απαγόρευση πρόσθετης επιβάρυνσης μετά από μονομερή άσκηση από πιστωτικό ίδρυμα τυχόν συμβατικού δικαιώματος που προκύπτει από ρήτρα αύξησης περιθωρίου. Με το άρθρο 2Β, καθορίστηκε το πεδίο εφαρμογής του Νόμου για να ισχύει σε όλες τις συμβάσεις πιστωτικών διευκολύνσεων κατά την ημερομηνία έναρξης του τροποποιητικού Νόμου, καθώς και για όλες τις νέες συμβάσεις μετά την έναρξη ισχύος του τροποποιητικού Νόμου που ήταν η 9.9.2014, ημερομηνία δημοσίευσης. Έτσι στο βαθμό που ο νομοθέτης ήθελε να καλύψει προηγηθείσες συμβάσεις και να διαφοροποιήσει ενδεχομένως την υφιστάμενη νομολογία, το έπραξε για όλες τις συμφωνίες μετά τις 9.9.2014 ή σε αυτές που βρίσκονταν ακόμη σε ισχύ έστω και αν είχαν συνομολογηθεί προηγουμένως. Συνεπώς δεν εφαρμόζεται η τροποποίηση στα επίδικα γεγονότα εφόσον οι προαναφερθείσες συμφωνίες τερματίστηκαν με σχετικές ειδοποιήσεις της τράπεζας στις 2.4.2003.» Στη βάση των γεγονότων που περιέβαλλαν την παραπάνω υπόθεση μολονότι κρίθηκε ότι ο περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμος 160(Ι)/99 δεν είχε αναδρομική ισχύ, εντούτοις θεωρήθηκε ότι ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι οι ίδιες οι επίδικες συμφωνίες των διαδίκων έδιδαν δικαίωμα στην τράπεζα να αυξήσει το επιτόκιο ανάλογα με την υφιστάμενη εκάστοτε νομοθετική πρόνοια. Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά: «Και οι τρεις συμφωνίες περιείχαν πρόνοια ότι το επιτόκιο δεν θα υπερβαίνει το ανώτατο επιτρεπόμενο επιτόκιο με βάση τις εκάστοτε ισχύουσες νομοθετικές ρυθμίσεις. Η τράπεζα επομένως δικαιούτο μετά τον τερματισμό των συμφωνιών και όταν πλέον τέθηκε σε ισχύ ο Νόμος, να επιβάλει επιτόκιο στα οφειλόμενα ποσά πέραν του 8% που ήταν ο αρχικός συμφωνηθείς τόκος.» Στρεφόμενος στα γεγονότα της υπό κρίση έφεσης παρατηρώ τα εξής: Αφ' ης στιγμής κατά το χρόνο σύναψης του επίδικου γραμματίου, που αποτελεί - σύμφωνα με τη μαρτυρία των εφεσίβλητων - τη βάση επί της οποίας διεξάχθηκε η επίδικη διαδικασία διαιτησίας η οποία οδήγησε στην έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης καθώς και κατά το χρόνο διεξαγωγής της επίδικης διαδικασίας διαιτησίας και της έκδοσης της εν λόγω απόφασης δεν τύγχαναν εφαρμογής οι πρόνοιες του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου, ο οποίος, όπως και στην παραπάνω εφετειακή υπόθεση έτσι και εδώ δεν έχει αναδρομική ισχύ, τα οποιαδήποτε δικαιώματα, προνόμια και υποχρεώσεις ή ευθύνες εξασφαλίστηκαν ή προέκυψαν συναφώς με το επίδικο γραμμάτιο δυνάμει του καταργηθέντος περί Τόκου Νόμου 2/77, δεν επηρεάζονται. Με αυτό δεδομένο, εκτός και αν το ίδιο το επίδικο γραμμάτιο έδιδε στους εφεσίβλητους το δικαίωμα να αυξάνουν το επιτόκιο ανάλογα με την υφιστάμενη κάθε φορά νομοθεσία είναι σαφές ότι αυτοί, σε εφαρμογή του άρθρου 6 του περί Τόκου Νόμου δεν είχαν το δικαίωμα να αξιώνουν υπό μορφή καθυστερημένου τόκου, ποσό πέραν του ποσού των €6.834,41 (£4.000,00) που αποτελεί το αρχικό χρέος δυνάμει του επίδικου γραμματίου. Αυτονόητο πως, σε τέτοια περίπτωση, ο διαιτητής με τη σειρά του δε θα μπορούσε να εκδώσει απόφαση για ποσό που να υπερβαίνει το ποσό των €13.668,81 (£8.000,00). Ο σχετικός όρος αρ. 3 του επίδικου γραμματίου προνοεί τα εξής: «Υποχρεούμεθα επίσης εις την πληρωμήν τόκου επί του εκάστοτε χρεωστικού υπολοίπου προς 8% ετησίως μέχρι τελείας εξοφλήσεως καθώς και των εξόδων εν περιπτώσει δικαστικών ή διαιτητικών μέτρων. Οι τόκοι θα προστίθενται επί του κεφαλαίου κατά την 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους και θα πληρώνωνται κατά τον ίδιον τρόπον ως και το κεφάλαιον. Νοείται ότι εις περίπτωσιν αυξήσεως του νυν δανειστικού επιτοκίου υπό της Εταιρείας, το δια του παρόντος καθορισθέν επιτοκίον θ' αυξάνεται αναλόγως, η τοιαύτη δε αύξησις θα ισχύει και θα λογίζεται από της ημερομηνίας της σχετικής τροποποιήσεως των Ειδικών Κανονισμών της Εταιρείας.» Ο παραπάνω όρος, προφανώς έχει την έννοια ότι οι εφεσίβλητοι θα μπορούσαν να αυξήσουν το επιτόκιο με τροποποίηση των ειδικών τους κανονισμών, τηρουμένων των προνοιών του περί Τόκου Νόμου και συγκεκριμένα, λαμβάνοντας υπόψη το άρθρο 3 αυτού - το οποίο ίσχυε κατά το χρόνο της υπογραφής του επίδικου γραμματίου - σύμφωνα με το οποίο: «Το επιτόκιον εφ' οιουδήποτε χρέους ή υποχρεώσεως δεν δύναται να υπερβαίνει το 9% ετησίως.» Με απλά λόγια, αυτό που είχαν δικαίωμα και θα μπορούσαν να κάνουν οι εφεσίβλητοι ήταν να αυξήσουν το επιτόκιο του επίδικου γραμματίου μέχρι και το 9%, κατόπιν σχετικής τροποποίησης των ειδικών τους κανονισμών. Από τα παραπάνω είναι φανερό ότι ο όρος 3 του επίδικου γραμματίου δεν αποτελεί ανάλογη πρόνοια με αυτή που υπήρχε στις τρεις συμφωνίες στη Ξιούρουππας (ανωτέρω). Με αυτό δεδομένο, η εκκαλούμενη απόφαση, στο βαθμό που υπερβαίνει το ποσό των €13.668,81 (£8.000,00) - και το υπερβαίνει, αφού είναι για το ποσό των €20.471,18 (£11.981,24), με τόκο προς 8% από 1/1/2010 επί του εκάστοτε υπολοίπου μέχρι πλήρους εξόφλησης - είναι εσφαλμένη. Στο ερώτημα, τι ακολουθεί παρατηρώ τα εξής: Είναι καλά γνωστό ότι το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια είτε να αναπέμψει τη διαιτητική απόφαση ή μέρος της στο διαιτητή για επανεξέταση είτε να την ακυρώσει. Προκειμένου δε να αποφασίσει μεταξύ των δυο επιλογών θα πρέπει να λάβει υπόψη, πέραν από τις περιστάσεις της υπόθεσης και σωρεία άλλων παραγόντων (βλ. Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 2, παράγραφος 693). Όπως για παράδειγμα, εάν η εκκαλούμενη απόφαση είναι τελική ή ενδιάμεση και το λάθος είναι εμφανές στην ίδια την απόφαση. Στις περιπτώσεις που μόνο μέρος της απόφασης κρίνεται λανθασμένο, ενώ για το ορθό η απόφαση θεωρείται τελεσίδικη, για το λανθασμένο κρίνεται άκυρη. Διασώζεται δηλαδή το ορθό μέρος, ενώ σε σχέση με το λανθασμένο για το οποίο η απόφαση θεωρείται άκυρη, το Δικαστήριο καθώς ήδη έχει αναφερθεί έχει διακριτική ευχέρεια δυνάμει του άρθρου 19 του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, είτε να αναπέμψει για επανεκδίκαση την απόφαση είτε να την ακυρώσει. Στην περίπτωσή μας το θέμα είναι πολύ απλό. Για όλους τους λόγους που αναφέρονται σε άλλο σημείο (πιο πάνω), στο βαθμό που με την εκκαλούμενη διαιτητική απόφαση επιδικάστηκε υπέρ των εφεσίβλητων ποσό, πέραν των €13.668,81 (£8.000,00), η απόφαση είναι λανθασμένη και κατ' επέκταση άκυρη, αφού παραβιάζει το άρθρο 6 του περί Τόκου Νόμου 2/
  2. Για τον ίδιο λόγο, η απόφαση είναι λανθασμένη και άκυρη σε σχέση και με τη διαταγή για καταβολή τόκου. Κατ' ακολουθία όλων όσων ανάφερα η εκκαλούμενη απόφαση, ημερομηνίας 14/1/2011 μέχρι το ποσό των €13.668,81 (£8.000,00) καθώς και σε σχέση με τη διαταγή πληρωμής των εξόδων διαιτησίας θεωρείται τελεσίδικη και επικυρώνεται. Ως οιονεί δικαστική απόφαση που είναι θα φέρει νόμιμο τόκο επί του ποσού των €13.668,81 από την ημερομηνία έκδοσής της. Κατά τα λοιπά, η εκκαλούμενη απόφαση ακυρώνεται. Δεδομένης της μερικής επιτυχίας της έφεσης, τα έξοδά της, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή (μειωμένα κατά το ήμισυ) και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ του εφεσείοντα και σε βάρος των εφεσίβλητων. (Υπ.) . ........... Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ Subject: Civil/Other Actions/Final /Interim (Αναφορά: Πολιτική - έφεση για ακύρωση διαιτητικής απόφασης.) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.