Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Georgetta Andrei κ.α., Αριθμός Αγωγής :- 1814/2016, 27/3/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2018:A103 Στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου Ενώπιον :- Μάνθου Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Αριθμός Αγωγής :- 1814/2016 Μεταξύ :- Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Ενάγουσα Και
- Georgetta Andrei
- Real Chester Luxury Homes Limited Εναγόμενοι Αίτηση Ημερομηνίας 3/3/2017 Ημερομηνία Έκδοσης Απόφασης :- Τρίτη 27η Μαρτίου 2018 Για την Ενάγουσα - Αιτήτρια :- κα. Γεωργία Καραμαλλή για Χάρης Κυριακίδης Δ. Ε. Π. Ε. Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κα. Ελίζα Σωκράτους Για το Ενδιαφερόμενο Μέρος :- κα. Α. Γεωργίου για κο. Ανδρέα Μαθηκολώνη Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κος. Χαράλαμπος Σιαηλής Ενδιάμεση Απόφαση 1 Κατ΄ αρχάς το Δικαστήριο οφείλει να εκφράσει τη λύπη του για την καθυστέρηση στην έκδοση αυτής της απόφασης, ιδιαίτερα δε έχοντας υπόψη και το αντικείμενο της, και η οποία οφείλεται κυρίως στο φόρτο και είδος εργασίας του Δικαστηρίου επί καθημερινής βάσης δίχως παράλληλα αυτό να απαλλάσσει το Δικαστήριο από την οποιαδήποτε ευθύνη του επί αυτού του θέματος. 2 Ουσιαστικά με το αίτημα της, το οποίο καταχωρίσθηκε μονομερώς, η ενάγουσα επιδιώκει την υποκατάστατη επίδοση ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος της αγωγής προς την εναγόμενη 1 (στο εξής θα καλείται η «εναγόμενη») με επίδοση της προς το ενδιαφερόμενο μέρος, δηλαδή δικηγόρο από το δικηγορικό γραφείο «Ανδρέα Θ. Μαθηκολώνη και Σία». 3 Σημειώνεται απλά πως στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ειδοποίησης για πρόθεση ένστασης η οποία καταχωρίσθηκε μετά και από επίδοση της αίτησης σύμφωνα με οδηγίες του Δικαστηρίου, το ενδιαφερόμενο μέρος δηλώνει πως ασκεί προσωπικά το επάγγελμα του δικηγόρου και όχι υπό οποιαδήποτε επωνυμία ή συνεταιρισμό, δίχως παράλληλα αυτό να κρίνεται πως εν τέλει έχει οποιαδήποτε ιδιαίτερη σημασία αναφορικά με την έκβαση αυτής της απόφασης. 4 Αξίζει να σημειωθεί επίσης πως όχι μόνο επιδιώκεται διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος αλλά, σύμφωνα με την παράγραφο Γ της αίτησης, και οποιουδήποτε άλλου «.δικογράφου, αίτησης, διατάγματος ή άλλου εγγράφου.». 5 Επομένως, το αίτημα της ενάγουσας δεν περιορίζεται στην αρχική επίδοση της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος έτσι ώστε να λάβει γνώση η εναγόμενη ως προς την ύπαρξη της αγωγής η οποία καταχωρίσθηκε εναντίον της αλλά στη συνέχεια και ως προς την αναμενόμενη πορεία της αγωγής μετά και από την επίδοση της σε περίπτωση έγκρισης της αίτησης. 6 Υποκαθιστώντας ουσιαστικά με αυτό τον τρόπο το ενδιαφερόμενο μέρος ως διάδικο στη διαδικασία της αγωγής και αναθέτοντας σε αυτό ευθύνη ως προς το χειρισμό της αγωγής ανεξάρτητα και από το κατά πόσο το ίδιο το ενδιαφερόμενο μέρος, ως δικηγόρος, σύμφωνα τουλάχιστον με τους ισχυρισμούς του, - εάν αυτοί κριθεί πως ευσταθούν ή τουλάχιστον δεν μπορούν να αποκλειστούν ως βάσιμοι - όχι μόνο δεν έχει οποιεσδήποτε οδηγίες από την εναγόμενη αναφορικά με τη συγκεκριμένη αγωγή αλλά ούτε και γνωρίζει τη διεύθυνση της ενώ ούτε και έχει οποιαδήποτε εξουσιοδότηση να αποδέχεται την επίδοση οποιωνδήποτε εγγράφων για λογαριασμό της. 7 Δεν παύει βεβαίως ο ίδιος δικηγόρος να εκπροσωπεί την εναγόμενη σε άλλες δύο διαδικασίες ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, γεγονός το οποίο ούτε και ο ίδιος αμφισβητεί παρά και την διευκρίνιση πως οι συγκεκριμένες αγωγές αφορούν συναλλαγές και υποθέσεις άλλου ατόμου, συγκεκριμένα του Audie Alexander Dennis. Βεβαίως, η εκπροσώπηση αυτή από μόνη της δεν οδηγεί αναπόφευκτα και σε συμπέρασμα πως ο ίδιος όντως έχει απευθείας επικοινωνία με την εναγόμενη, ιδιαίτερα δε διατηρώντας υπόψη πως σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, οι αγωγές αυτές αφορούν συναλλαγές και υποθέσεις άλλου ατόμου. 8 Τονίζεται παράλληλα με την ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης πως ο συγκεκριμένος δικηγόρος δεν έχει οποιαδήποτε εξουσιοδότηση να αποδέχεται την επίδοση οποιωνδήποτε αγωγών ή δικογράφων εκ μέρους της εναγόμενης και πως ούτε και γνωρίζει τη διεύθυνση της εναγόμενης. Βεβαίως, δεν διευκρινίζεται με τη συγκεκριμένη ένορκη δήλωση πως χειρίζεται τις συγκεκριμένες αγωγές εκ μέρους της εναγόμενης αν και δεν είναι δυνατό να παραγνωριστεί από το Δικαστήριο πως σύμφωνα και με τους αναντίλεκτους ισχυρισμούς του ενδιαφερόμενου μέρους οι συγκεκριμένες αγωγές αφορούν συναλλαγές και υποθέσεις άλλου ατόμου. 9 Ούτε και η ίδια η ενάγουσα έχει θέσει υπόψη του Δικαστηρίου οποιεσδήποτε λεπτομέρειες ή τεκμήρια αναφορικά με τις συγκεκριμένες αγωγές, η μία εκ των οποίων ήταν ορισμένη για τελικές αγορεύσεις στις 16/3/2017 και η άλλη για δήλωση συμβιβασμού στις 21/3/
- Ούτε και ζητήθηκε άδεια για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης έτσι ώστε εάν όντως υπήρχε οποιαδήποτε σχετική εξέλιξη μέχρι και την ημερομηνία ακρόασης της αίτησης στις 8/6/2017 να είχαν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου τα οποιαδήποτε ενδεχομένως νέα στοιχεία αναφορικά με την πορεία αυτών των αγωγών έτσι ώστε να αναδεικνύεται και η δυνατότητα επικοινωνίας του ενδιαφερόμενου μέρους με την εναγόμενη. 10 Συνεπώς, έστω και εάν το ενδιαφερόμενο μέρος δεν αρνείται την ανάθεση των συγκεκριμένων αγωγών και από την εναγόμενη εντούτοις διευκρινίζει πως αυτή έγινε από κοινού με άλλο άτομο και το οποίο είναι ο διάδικος τον οποίο κυρίως αφορούν οι συγκεκριμένες υποθέσεις. Το Δικαστήριο δεν έχει οποιοδήποτε λόγο ή σχετική μαρτυρία βάσει του οποίου ή της οποίας να μην δεχτεί τον ισχυρισμό του ενδιαφερόμενου μέρους ως αξιόπιστο και να αναγνωρίσει ταυτόχρονα και τη συντρέχουσα σημασία του ως προς την έκβαση αυτής της απόφασης. 11 Ουσιαστικά ο ενόρκως δηλών προς υποστήριξη της αίτησης υποθέτει πως ο δικηγόρος της εναγόμενης στις άλλες δύο διαδικασίες «.κατά μεγάλη πιθανότητα, εάν όχι με βεβαιότητα.» θα θέσει υπόψη της εναγόμενης την ύπαρξη της αγωγής καθώς πιστεύει ότι αυτό θα συμβεί σε περίπτωση έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος επίδοσης. 12 Ενώ ο ίδιος ο ενόρκως δηλών προς υποστήριξη της ένστασης δηλώνει αναντίλεκτα επί του θέματος τους δικούς του ισχυρισμούς δίχως αυτοί να ανατρέπονται είτε ως αποτέλεσμα της οποιασδήποτε αντεξέτασης του είτε με την παρουσίαση επιπρόσθετης μαρτυρίας υπό μορφή συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Βεβαίως το βάρος απόδειξης της βασιμότητας του αιτήματος της ενάγουσας δεν μεταφέρεται στο ενδιαφερόμενο μέρος το οποίο όμως έχοντας θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου τους δικούς του ισχυρισμούς θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί αναλόγως κατά την ακρόαση της αίτησης εάν όντως αυτό κρινόταν εφικτό από την ενάγουσα προς απόδειξη αυτής της βασιμότητας. 13 Αναμφίβολα η διεκδίκηση της ενάγουσας της έγκρισης του αιτήματος της στόχο έχει είτε την έκδοση απόφασης εις βάρος της εναγόμενης είτε την προώθηση της αγωγής της εναντίον της. Καθώς, εάν ληφθεί υπόψη το αιτούμενο διάταγμα της παραγράφου Γ της αίτησης τότε ασφαλώς η ενάγουσα θα έχει τη δυνατότητα αλλά και το δικαίωμα να λάβει και μέτρα εκτέλεσης της απόφασης προχωρώντας με την επίδοση της οποιασδήποτε αίτησης και πάλι στο ενδιαφερόμενο μέρος ενώ σε περίπτωση καταχώρισης σημειώματος εμφάνισης εκ μέρους της εναγόμενης θα μπορεί η ενάγουσα να προωθήσει αναλόγως την αγωγή της εναντίον της εναγόμενης. 14 Συνεπώς, το ενδιαφερόμενο μέρος, σε περίπτωση έγκρισης της αίτησης, θα έχει να αντιμετωπίσει το δίλημμα είτε καταχώρισης σημειώματος εμφάνισης και στη συνέχεια έκθεσης υπεράσπισης εκ μέρους της εναγόμενης δίχως, όπως ενόρκως ισχυρίζεται, να έχει λάβει οποιεσδήποτε οδηγίες επί του προκειμένου είτε να παραλείψει να καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης και να επιτρέψει ουσιαστικά την ερήμην έκδοση απόφασης εις βάρος της εναγόμενης με ότι συνέπειες αυτό θα συνεπάγεται. 15 Προκύπτει ένα θέμα το οποίο τέθηκε για πρώτη φορά κατά την ημερομηνία ακρόασης της αίτησης, βάσει και μέρους της γραπτής αγόρευσης της ευπαίδευτης δικηγόρου της ενάγουσας, με αναφορά και σε σχετική νομολογία, ως προς το ότι το ενδιαφερόμενο μέρος δεν νομιμοποιείται είτε να εμφανίζεται στην παρούσα διαδικασία είτε να έχει καταχωρίσει και ένσταση στην αίτηση. Διαφεύγει όμως η εξής σημαντική διαφορά σε σχέση με τη νομολογία στην οποία έχει αναφερθεί η ευπαίδευτη δικηγόρος της ενάγουσας. 16 Στη συγκεκριμένη περίπτωση υπό εξέταση το Δικαστήριο δεν εκδικάζει αίτημα παραμερισμού επίδοσης η οποία επιτράπηκε μετά από έγκριση μονομερούς αιτήματος. Αντιθέτως το Δικαστήριο έχοντας υπόψη ότι η αίτηση της ενάγουσας υποβλήθηκε μονομερώς έκρινε ορθότερο και πιο δίκαιο όπως λάβει γνώση το άτομο προς το οποίο επιδιωκόταν η υποκατάστατη επίδοση (βλ. σχετικά τη Δ.48 θ. 8
(3)των Διαδικαστικών Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας[1]) και το οποίο ασφαλώς θα επηρεαζόταν από την έγκριση της αίτησης στην απουσία του. 17 Το ενδιαφερόμενο μέρος επέλεξε όπως καταχωρίσει ένσταση εναντίον της αίτησης η οποία επιδόθηκε σε αυτό και το Δικαστήριο δεν διαπιστώνει πως η συγκεκριμένη καταχώριση δεν έγινε δικαιωματικά αφού προηγουμένως το ενδιαφερόμενο μέρος είχε λάβει γνώση ως προς την ύπαρξη της αίτησης σύμφωνα και με τις οδηγίες του Δικαστηρίου όπως η αίτηση επιδοθεί σε αυτό. 18 Ούτε βεβαίως και προηγήθηκε η οποιαδήποτε αίτηση εκ μέρους της ενάγουσας με την οποία να επιδιωκόταν ο παραμερισμός της ένστασης η οποία είχε καταχωρισθεί, ομολογουμένως μερικές μέρες μόνο πριν από την ημερομηνία ακρόασης της αίτησης. Εντούτοις, αυτό το οποίο επίσης παρατηρείται είναι πως τόσο στις 21/3/2017 όσο και στις 30/5/2017 όταν ζητήθηκε χρόνος για καταχώριση ένστασης στην αίτηση, στην κάθε περίπτωση, η ευπαίδευτη δικηγόρος η οποία εμφανιζόταν εκ μέρους της ενάγουσας δεν ήγειρε οποιαδήποτε ένσταση αναφορικά με το αίτημα να δοθεί χρόνος με σκοπό την καταχώριση ένστασης από το ενδιαφερόμενο μέρος. 19 Συνεπώς, ακόμη και η έγερση του συγκεκριμένου θέματος κατά την ημερομηνία ακρόασης της αίτησης είναι ουσιαστικά εντελώς εκτός του πλαισίου το οποίο προηγουμένως καθορίστηκε ως προς τον τρόπο εκδίκασης της αίτησης. Διατηρώντας υπόψη στο σύνολο τους τα όσα αναφέρονται πιο πάνω το Δικαστήριο δεν αποδέχεται ως ορθή τη θέση πως δεν νομιμοποιείται η συμμετοχή του ενδιαφερόμενου μέρους στη διαδικασία ή πως δεν είχε δικαίωμα καταχώρισης ένστασης στην αίτηση της ενάγουσας. 20 Αξίζει να σημειωθεί και το εξής. Το Δικαστήριο εξετάζοντας την αίτηση της ενάγουσας, όπως αυτή είχε καταχωρισθεί, δηλαδή μονομερώς, ασφαλώς και θα εξέταζε κατά πόσο το αίτημα της δικαιολογείται είτε είχαν δοθεί οδηγίες επίδοσης προς το ενδιαφερόμενο μέρος είτε διαφορετικά. Θεωρήθηκε όμως ορθότερο όπως η αίτηση επιδοθεί καθότι δεν αποκλειόταν και το ενδεχόμενο το ενδιαφερόμενο μέρος να μην είχε ένσταση στην αίτηση και συνεπώς σε αυτή την περίπτωση ασφαλώς θα ήταν πολύ πιο δύσκολο για την ίδια την εναγόμενη να είχε οποιοδήποτε παράπονο ή λόγο παραμερισμού σε περίπτωση έκδοσης απόφασης εις βάρος της. 21 Όμως πραγματικά το Δικαστήριο δεν συμφωνεί καθόλου με τη θέση της ευπαίδευτης δικηγόρου της ενάγουσας πως ουσιαστικά δεν θα έπρεπε να είχε δοθεί το δικαίωμα συμμετοχής στο ενδιαφερόμενο μέρος στη διαδικασία εκδίκασης της αίτησης. Αίτηση η οποία θα εκδικαζόταν από το Δικαστήριο υπό την έννοια να είχε ζητηθεί η υποστήριξη της με επιχειρηματολογία ανεξάρτητα και από τη μη συμμετοχή του ενδιαφερόμενου μέρους σε περίπτωση κατά την οποία δεν είχαν δοθεί οδηγίες για επίδοση. 22 Θέτοντας το πολύ απλά το Δικαστήριο εξ αρχής δεν είχε πρόθεση έγκρισης της αίτησης δίχως πρώτα να ακουστεί και επιχειρηματολογία προς υποστήριξη του αιτήματος της ενάγουσας, ακόμη δηλαδή και να μην είχαν δοθεί οδηγίες για επίδοση προς το ενδιαφερόμενο μέρος. Στόχος πάντοτε βεβαίως του Δικαστηρίου ήταν και παραμένει όπως διασφαλιστεί πως με τον αιτούμενο τρόπο υποκατάστατης επίδοσης εύλογα θα υπήρχε η προοπτική πως η εναγόμενη θα λάμβανε γνώση της ύπαρξης της αγωγής η οποία είχε καταχωρισθεί εναντίον της. 23 Αξίζει να σημειωθεί πως ακόμη και στις αυθεντίες στις οποίες η ευπαίδευτη δικηγόρος της ενάγουσας αναφέρθηκε με τη γραπτή αγόρευση της το στοιχείο το οποίο τονίζεται κατ΄ επανάληψη είναι κατά πόσο με τον προτεινόμενο τρόπο επίδοσης το κλητήριο ένταλμα θα τεθεί υπόψη του εναγόμενου αν όχι με βεβαιότητα τουλάχιστον κατά λογική προοπτική. 24 Όπως αναφέρει σχετικά και ο έντιμος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου Νικολάου Δ. στην απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου Lion Insurance Agency Ltd. v. Αδάμου Νικηφόρου
(2004)1 Α. Α. Δ. 1610, το ζήτημα της επίδοσης μιας αγωγής είναι ιδιαίτερα σημαντικό καθότι είναι δικαιοδοτικό διότι χωρίς νόμιμη ή παραδεκτή επίδοση του κλητηρίου εντάλματος το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να προχωρήσει. 25 Ουσιαστικά επί του ιδίου θέματος αναφέρει σχετικά και ο έντιμος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου Νικήτας Δ. στην απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού ν. Chr. P. Michaelides (Estates) Limited
(2002)1Α Α. Α. Δ. 43 πως το ζήτημα της κανονικής επίδοσης κλητηρίου εντάλματος σε αγωγή βάσιμα έχει συσχετισθεί με το άρθρο 30.3 (α) και (β) του Συντάγματος καθότι η καλή επίδοση συνδέεται αναπόφευκτα με τη δυνατότητα του ενδιαφερομένου να γνωρίζει τους λόγους για τους οποίους εγκαλείται στο δικαστήριο καθώς τότε μόνο του παρέχεται η δυνατότητα να υπερασπισθεί. Τόνισε δε πως πρόκειται για δικαίωμα το οποίο ανάγεται σε θεμελιώδες ατομικό δικαίωμα. 26 Σχετική επίσης επί του θέματος είναι και η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου Σταύρος Φραγκέσκου κ. ά. ν. Γρηγορίου
(2000)1Γ Α. Α. Δ. 1765, στην οποία αναφέρθηκε και η ευπαίδευτη δικηγόρος της ενάγουσας και στην οποία ο Έντιμος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου Καλλής Δ. με αναφορά στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου βάσει της Δ.5 θ. 9 των Διαδικαστικών Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας να επιτρέψει υποκατάστατη επίδοση στις περιπτώσεις όπου για οποιοδήποτε λόγο δεν είναι δυνατό να γίνει έγκυρη επίδοση με τον τρόπο που προβλέπεται από τη Δ.5 θ. 2, τονίζει πως το κύριο ερώτημα είναι κατά πόσο ο προσφερόμενος τρόπος θα θέσει κατά λογική προοπτική, αν όχι βεβαιότητα, το κλητήριο υπόψη του εναγόμενου. 27 Πραγματικά έχοντας υπόψη όλα τα στοιχεία τα οποία έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου σε συνάρτηση και με την νομική πτυχή επί του θέματος, δεν διαπιστώνεται πως ο αιτούμενος τρόπος επίδοσης όχι μόνο της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος αλλά στη συνέχεια και οποιασδήποτε άλλης αίτησης ή δικογράφου ή διατάγματος ή άλλου εγγράφου προς την εναγόμενη με υποκατάστατη επίδοση στον δικηγόρο Ανδρέα Θ. Μαθηκολώνη όντως θα θέσει υπόψη της εναγόμενης έστω κατά λογική προοπτική το κλητήριο ένταλμα ή οποιοδήποτε άλλο έγγραφο στη συνέχεια. 28 Τέλος, επειδή τέθηκε και το θέμα της δυνατότητας εφαρμογής του ευρωπαϊκού κανονισμού 1393/2007 το Δικαστήριο θεωρεί πως δεν τίθεται καν θέμα εξέτασης αυτής της δυνατότητας καθότι, σύμφωνα και με την παράγραφο 2 του άρθρου 1 του κανονισμού, αυτός δεν εφαρμόζεται όταν η διεύθυνση του παραλήπτη της πράξης, δηλαδή του εγγράφου του οποίου επιδιώκεται η επίδοση, είναι άγνωστη. Σύμφωνα και με τη μαρτυρία προς υποστήριξη της αίτησης (παράγραφος 11 της ένορκης δήλωσης) η ενάγουσα δεν γνωρίζει την ακριβή διεύθυνση της εναγόμενης στο εξωτερικό. 29 Αναμφίβολα το Δικαστήριο εκτιμά και αναγνωρίζει τη δικονομική δυσκολία την οποία αντιμετωπίζει η ενάγουσα ως προς την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος προς την εναγόμενη όμως πραγματικά δεν είναι δυνατό το αίτημα της για υποκατάστατη επίδοση προς τον συγκεκριμένο δικηγόρο να κριθεί δικαιολογημένο. 30 Συνεπώς, διατηρώντας υπόψη τα όσα αναφέρονται πιο πάνω στο σύνολο τους, το Δικαστήριο κρίνει πως η αίτηση της ενάγουσας δεν μπορεί να γίνει δεκτή και ως αποτέλεσμα η αίτηση της απορρίπτεται ενώ έχοντας υπόψη και την έκβαση εκδίκασης της αίτησης δεν διαπιστώνεται να υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος έτσι ώστε τα έξοδα της να μην επιδικαστούν υπέρ του ενδιαφερόμενου μέρους το οποίο δίχως καν να είναι διάδικος στην αγωγή ενεπλάκη σε μια διαδικασία εκδίκασης αιτήματος το οποίο εν τέλει δεν κρίθηκε δικαιολογημένο. Επομένως τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται εις βάρος της ενάγουσας και υπέρ του δικηγόρου Ανδρέα Θ. Μαθηκολώνη όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. __________________________ Μάνθος Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject :- Civil/Interim Judgments Αναφορά :- Αίτηση Υποκατάστατης Επίδοσης σε Δικηγόρο [1] Ο. 48 r. 8
(3)The Court or Judge dealing with an application made ex parte may direct that it be made by summons with notice to such persons as the Court or Judge may think fit. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο