Λιλιάνα-Κάρμεν Τατάρ Χριστοφόρου ν. Βαρβάρας Πουρσανίδου, Αρ. Αγωγής: 1784/11, 15/3/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2018:A87 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου-Παπαδήμα, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 1784/11 Μεταξύ: Λιλιάνα-Κάρμεν Τατάρ Χριστοφόρου Ενάγουσας και Βαρβάρας Πουρσανίδου Εναγομένης Ημερομηνία: 15/3/2018 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια /Εναγόμενη ׃ κ. Ν. Χατζηκλεοβούλου Για Καθ' ης η αίτηση/ Ενάγουσα׃ κα Α. Δημητρίου (για την απαγγελία της απόφασης ο κ. Χ. Ζόππος) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση αίτηση ημερομηνίας 11/9/2017, η εναγόμενη/αιτήτρια επιδιώκει την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης ημερομηνίας 10/1/2017. Το αίτημα αυτό συνάντησε την ένσταση της ενάγουσας/καθ' ης η αίτηση, η οποία και καταχώρησε σχετική ειδοποίηση ένστασης. Οι θέσεις και τα επιχειρήματα των διαδίκων, καταγράφονται και προκύπτουν από την αίτηση, την ένσταση και τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις που τις στηρίζουν, καθώς επίσης και από τις αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων τους, γι' αυτό και δεν θεωρώ σκόπιμο να τα παραθέσω. Η εξουσία του Δικαστηρίου να διατάξει αναστολή εκτέλεσης της απόφασης ενώ εκκρεμεί έφεση, πηγάζει από τη Δ.35 Θ.18 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Όπως έχει νομολογηθεί τέτοια απόφαση ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου το οποίο αποφασίζει λαμβάνοντας υπόψη όλους τους σχετικούς παράγοντες που περιβάλλουν την υπόθεση. Όπως λέχθηκε στην Σταύρου Χαραλάμπους ν. Α. Panayides Contracting Ltd
(2001)1 (Γ) A.A.Δ 1978 : «(β) Η έφεση δεν αναστέλλει το δικαίωμα εκτέλεσης ούτε μειώνει το κύρος της πρωτόδικης απόφασης η οποία, παραμένει ισχυρή και διατηρεί την τελεσιδικία της μέχρι την τροποποίηση ή την ανατροπή της από το Εφετείο. Έπεται ότι ο επιτυχών διάδικος δεν πρέπει να αποστερείται τους καρπούς της επιτυχίας του εκ μόνου του γεγονότος ότι εκκρεμεί η εκδίκαση της έφεσης του αντιδίκου του. Από την άλλη όμως αποτελεί βασική προϋπόθεση για την απονομή της δικαιοσύνης, η διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης. Η άρνηση έκδοσης διαταγής για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης δυνητικά συνεπάγεται κίνδυνο εξανέμισης της αξίας της έφεσης. Το δικαστήριο, κατά την εξέταση αίτησης για αναστολή εκτέλεσης απόφασης, έχει καθήκον να εξισορροπήσει δύο σημαντικούς παράγοντες ήτοι, τη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης από τη μια και τη διασφάλιση της αξίας και του αποτελέσματος της έφεσης από την άλλη. Στην The Governor and the Company of the Bank of Scotland v. S.S. Sapphire Seas
(2001)1 A.A.Δ. 955, ειπώθηκαν τα εξής: «Στην περίπτωση των αναστολών γίνεται προσπάθεια εξισορρόπησης δύο παραγόντων: Να δρέψει άμεσα ο νικητής του δικαστικού αγώνα τους καρπούς της επιτυχίας του και να μη μείνει ο άλλος, αν νικήσει, με κενά χέρια. Σ' αυτό το πλαίσιο κινείται η άσκηση της διακριτικής μας εξουσίας». Στην Νεοφύτου ν. Χρ. Δημητρίου
(1989)1 Α.Α.Δ. 592, 597 υποδείχθηκε ότι: «ο συγκερασμός των δύο αρχών, επιτυγχάνεται συνήθως με την πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους στον ενάγοντα (εξ αποφάσεως δανειστή), όταν το αντικείμενο της απόφασης αποτιμάται σε χρήμα και την παράλληλη παροχή εγγύησης από τον εξ αποφάσεως δανειστή ότι θα επιστρέψει το αντικείμενο της απόφασης ή μέρος του, ανάλογα και σύμφωνα με οποιαδήποτε τροποποίηση της πρωτόδικης απόφασης ήθελε διατάξει το Εφετείο.» Η αναζήτηση της χρυσής τομής μεταξύ άμεσης συγκομιδής των καρπών της δικαστικής νίκης και της ανάγκης να μην καταστεί μάταιη η κατ' έφεση δικαίωση, γίνεται βήμα προς βήμα με οδηγό την παρατήρηση των φαινομένων της ζωής (βλ. The Governor and the Company of the Bank of Scotland v. του πλοίου S.S.Sapphire Seas, Αγωγή Αρ. 191/96 ημερ. 29.6.2001). Το Δικαστήριο αποφασίζοντας δεν πρέπει να αυτοπεριορίζεται με τρόπο που να αποστερείται τη δυνατότητα να διατηρήσει την απαιτούμενη ισορροπία. Ο τρόπος που το Δικαστήριο πρέπει να ακολουθεί για να καταλήξει στην απόφαση του, υποδείχθηκε στην υπόθεση Hammond Sudbard v. Agrichem International Holdings Ltd
(2001)EWCA CIV 2065, παρ. 22. "Whether the court should exercise its discretion to grant a stay will depend upon all the circumstances of the case, but the essential question is whether there is a risk of injustice to one or other or both parties if it grants or refuses a stay. In particular, if a stay is refused what are the risks of the appeal being stifled? If a stay is granted and the appeal fails, what are the risks that the respondent will be unable to enforce the judgment? On the other hand, if a stay is refused and the appeal succeeds, and the judgment is enforced in the meantime, what are the risks of the appellant being able to recover any monies paid from the respondent?" Όπως αποφασίσθηκε στην Βερεγγάρια Παπακόκκινου ν. Glykys and Araouzos (Insurances) Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 514, Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1148 η πιθανότητα επιτυχίας της έφεσης, είναι ένας από τους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη. Δεν είναι όμως ο δεσπόζον και αποφασιστικός παράγοντας στην επίλυση τέτοιου ζητήματος (βλ. Βογαζιανού v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1997)1 ΑΑΔ 591. Όπως τέθηκε στην Ανδρονίκου v. Κυριάκου, Πολιτ. Εφ. 14/13 ημερομ. 20/2/2014, «Η νομολογία μας αναφορικά με τη Δ.35 θ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας είναι πλούσια και κατατοπιστική. Η αναστολή εκτέλεσης δικαστικής απόφασης, που έχει εφεσιβληθεί, εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου και ασκείται με βάση δύο αρχές: (α) Ότι ο επιτυχών διάδικος δεν πρέπει να στερείται, χωρίς ουσιαστικό λόγο, του καρπού της επιτυχίας του, και (β) Ότι το ένδικο μέσο της έφεσης, το οποίο ασκείται δικαιωματικά, δεν πρέπει να αποστερείται της αποτελεσματικότητας του (Δέστε: ABP Holdings Ltd κ.α. ν. Κιταλίδης κ.α. (Αρ. 1)
(1994)1 ΑΑΔ 287, E.Y.R.I.K. and Others v. Kotsonis
(1986)1 CLR 617 και Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1991)1 ΑΑΔ 1147)». Είναι σαφές ότι οι δύο πυλώνες που καθορίζουν τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου είναι ότι (α) ο επιτυχών διάδικος δεν πρέπει να αποστερείται χωρίς ουσιαστικό λόγο του καρπού της επιτυχίας του και (β) ότι το ένδικο μέσο της έφεσης το οποίο ασκείται δικαιωματικά δεν πρέπει να αποστερείται της αποτελεσματικότητας του. Και αυτό για να μην εξανεμίζεται η αξία της έφεσης. Με βάση τους προβληθέντες ισχυρισμούς, κρίνεται ότι η εναγόμενη απέτυχε να καταδείξει επαρκή στοιχεία που να δικαιολογούν την αναστολή και γιατί η ενάγουσα θα πρέπει να αποστερηθεί των καρπών της επιτυχίας της. Η εναγόμενη στην προσπάθεια της να πετύχει τέτοια αναστολή, επικαλείται ουσιαστικά την αδικία που θα υποστεί στην περίπτωση μη έγκρισης της αίτησης. Και αυτό γιατί η απόφαση που εκδόθηκε εναντίον της, οφειλόταν σε έκδηλη ανεπάρκεια του δικηγόρου που τότε την εκπροσωπούσε και χειρίσθηκε την υπόθεση, σε συνδυασμό με τα οικονομικά προβλήματα που αντιμετωπίζει. Όμως αυτά από μόνα τους, δεν μπορούν να δικαιολογήσουν την αναστολή. Σημαντικό μάλιστα και πρέπει να επισημανθεί ότι ούτε καν ισχυρίζεται ότι αιτείται την αναστολή με στόχο να διασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα της έφεσης που έχει καταχωρήσει. Απλώς χρησιμοποιώντας τη δυνατότητα αυτή προσπαθεί να πετύχει αναστολή για να μην πληρώσει το οφειλόμενο ποσό, όχι όμως για να μην καταστεί το ένδικο μέσο της έφεσης αναποτελεσματικό. Σε σχέση με την βασική αυτή παράμετρο τίποτε απολύτως δεν προβάλλει η εναγόμενη και συνεπώς τίποτε δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου επί του σημείου που να μπορεί να αξιολογηθεί. Τίποτε απολύτως δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου που να καταδεικνύει πράγματι ότι υφίσταται αυτός ο κίνδυνος. Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω και εφόσον η ενάγουσα δεν έχει πετύχει να καταδείξει βάσιμους και πραγματικά υπαρκτούς κινδύνους που θα επηρεάσουν με οποιοδήποτε τρόπο την αποτελεσματικότητα του δικαιώματος που αναμφίβολα έχει για άσκηση έφεσης, ούτε και διαφάνηκε ότι σε περίπτωση έγκρισης της αίτησης υπάρχει κίνδυνος πρόκλησης αδικίας σε βάρος της, η αίτηση δεν μπορεί να πετύχει. Ο δε ισχυρισμός της ότι η έφεση έχει πολύ καλές πιθανότητες επιτυχίας, ζήτημα που εν πάση περιπτώσει δεν αποτελεί τον δεσπόζοντα και αποφασιστικό παράγοντα για την έκβαση της αίτησης, είναι όπως προκύπτει από τα όσα η ίδια αναφέρει άποψη του δικηγόρου της και βασίζεται στην θέση ότι υπήρξε έκδηλη ανεπάρκεια του τότε δικηγόρου της ο οποίος όπως ισχυρίζεται την συμβούλευσε να μην παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου λέγοντας μάλιστα ότι «αυτό ήταν άδικη δίκη αφού δεν είχα εγώ προσωπικά καμία υπαιτιότητα για την απουσία μου και ο Δικαστής δεν ανέλαβε καμία πρωτοβουλία για να το διαπιστώσει», κάτι που όπως προβάλλει βασίζεται σε άποψη που εκφράζεται σε κάποιο νομικό προφανώς άρθρο. Αξίζει στο σημείο αυτό να σημειωθεί ότι παρά το ότι όπως προβάλλει στην ένορκη της δήλωση έχει επισυνάψει ως τεκμήριο στην αίτηση αντίγραφο της έφεσης που καταχώρησε τέτοιο έγγραφο όπως και κανένα άλλο δεν επισυνάπτεται. Με βάση όλα τα πιο πάνω κρίνεται ότι η αίτηση δεν μπορεί να πετύχει. Ενόψει της κατάληξης μου αυτής, θεωρώ αχρείαστο να εξετάσω ένα προς ένα τους λόγους ένστασης. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος της εναγομένης/αιτήτριας και υπέρ των ενάγουσας/καθ' ης η αίτηση, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.).......... Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής . cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο