Capital Accomodation (Cyprus) Ltd κ.α. ν. Κύπρος Κουρούσιης κ.α., Αριθμός Αγωγής :- 1161/2017, 16/3/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2018:A91 Στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου Ενώπιον :- Μάνθου Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Αριθμός Αγωγής :- 1161/2017 Μεταξύ :-
- Capital Accomodation (Cyprus) Ltd
- Kouroushis Lion Resorts Ltd Ενάγουσες Και
- Κύπρος Κουρούσιης
- Χρυσόστομος Κουρούσιης
- A. G. N. Constructions Ltd Εναγόμενοι Αίτηση Ημερομηνίας 15/1/2018 Ημερομηνία Έκδοσης Απόφασης :- Παρασκευή 16η Μαρτίου 2018 Για τις Ενάγουσες - Αιτήτριες :- κος. Γιώργος Χαραλάμπους για Γεωργιάδης & Πελίδης Δ. Ε. Π. Ε. Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κα. Αθανασία Μιχαήλ Για την Εναγόμενη 3 - Καθ΄ης η Αίτηση :- κος. Λουκάς Διομήδους για Καλλής & Καλλής Δ.Ε.Π.Ε. Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κος. Λοίζος Χατζηνεοφύτου Ενδιάμεση Απόφαση 1 Εκκρεμεί προς εκδίκαση αίτηση σύμφωνα με την οποία εκδόθηκε μονομερώς προσωρινό διάταγμα με το οποίο απαγορευόταν στην εναγόμενη 3 (στο εξής θα καλείται η «εναγόμενη») η αποξένωση ή μεταφορά ή μεταβίβαση οποιουδήποτε ποσού χρημάτων το οποίο βρισκόταν κατατεθειμένο σε τέσσερεις συγκεκριμένους τραπεζικούς λογαριασμούς σε δύο κατονομαζόμενες τράπεζες αλλά επιπλέον και σε οποιοδήποτε άλλο τραπεζικό λογαριασμό τόσο στις δύο συγκεκριμένες τράπεζες όσο και σε οποιοδήποτε άλλο τραπεζικό ή πιστωτικό ίδρυμα στην Κυπριακή Δημοκρατία μέχρι του ποσού των €2.219.821,68 με επιφύλαξη του δικαιώματος να ξοδεύει οποιοδήποτε εύλογο ποσό το οποίο δεν θα υπερβαίνει το ποσό των €5.000,00 μηνιαίως έτσι ώστε να καλύπτονται τα λειτουργικά της έξοδα, περιλαμβανομένων των εξόδων συμβούλων και δικηγόρων. 2 Μετά και από έκδοση σχετικής απόφασης του Δικαστηρίου στις 27/12/2017 το συγκεκριμένο προσωρινό διάταγμα τροποποιήθηκε, δίχως να κρίνεται αναγκαία η παράθεση των λεπτομερειών αυτής της τροποποίησης εντός αυτής της απόφασης, ενώ η αίτηση βάσει της οποίας αυτό εκδόθηκε αρχικά ορίστηκε για ακρόαση στις 18/1/
- Στο μεσοδιάστημα καταχωρίσθηκε η αίτηση υπό εξέταση με αυτή την απόφαση ως επίσης και άλλη σχετική αίτηση. 3 Αμφότερες οι αιτήσεις έχουν άμεση σχέση με τον τρόπο διεξαγωγής της ακροαματικής διαδικασίας της κυρίως αίτησης σύμφωνα με την έκβαση της εκδίκασης της οποίας θα κριθεί κατά πόσο το συγκεκριμένο προσωρινό διάταγμα θα παραμείνει σε ισχύ μέχρι και την εκδίκαση της αγωγής. Τονίζεται πως το Δικαστήριο εξετάζει την αίτηση αποκλειστικά για αυτό το σκοπό και πως οι οποιεσδήποτε αναφορές του Δικαστηρίου εντός αυτής της απόφασης ασφαλώς δεν προδικάζουν ή καθορίζουν οτιδήποτε σε σχέση με την εκδίκαση των οποιωνδήποτε θεμάτων τα οποία όντως θα εξεταστούν στο θεσμοθετημένο πλαίσιο εκδίκασης της κυρίως αίτησης βάσει της οποίας θα κριθεί κατά πόσο το προσωρινό διάταγμα θα παραμείνει σε ισχύ ως έχει ή θα ακυρωθεί. 4 Με την αίτηση υπό εξέταση με αυτή την απόφαση οι ενάγουσες αιτούνται την έκδοση διατάγματος με το οποίο να διατάσσεται ο Γιώργος Κουρούσιης, ως ο ενόρκως δηλών στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ειδοποίησης για πρόθεση ένστασης της εναγόμενης 3 εναντίον της αίτησης για την έκδοση του επίδικου προσωρινού διατάγματος, να είναι παρών στο Δικαστήριο κατά την ημερομηνία ακρόασης της αίτησης και σε οποιαδήποτε άλλη ημερομηνία οριστεί έτσι ώστε να αντεξεταστεί επί του περιεχομένου συγκεκριμένων παραγράφων από την ένορκη δήλωση του καθώς και αναφορικά με τα τεκμήρια τα οποία αναφέρονται εντός αυτών των παραγράφων. 5 Η εναγόμενη 3 έχει καταχωρίσει ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης εναντίον της έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος με 17 συνολικά λόγους ένστασης η οποία υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του ίδιου του ενόρκως δηλούντος του οποίου ζητείται η αντεξέταση. 6 Επιπλέον, οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των διαδίκων έχουν παρουσιάσει και υιοθετήσει το περιεχόμενο γραπτών αγορεύσεων προς υποστήριξη των αντίστοιχων θέσεων τους υπέρ ή εναντίον της έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος. Ασφαλώς το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του τόσο το περιεχόμενο της αίτησης και ένστασης όσο και την επιχειρηματολογία των ευπαίδευτων δικηγόρων έτσι ώστε να καταλήξει στο συμπέρασμα του σε αυτή την απόφαση. 7 Ευθύς εξ αρχής παρατηρείται πως προβάλλονται από τους ευπαίδευτους δικηγόρους των διαδίκων δύο βασικές και βεβαίως αντίθετες θέσεις στην όλη κατάληξη τους σε περίπτωση αποδοχής είτε της μίας είτε της άλλης εξ αυτών. Περιφέρονται ουσιαστικά όλα τα επιχειρήματα των ευπαίδευτων δικηγόρων γύρω από αυτές τις βασικές θέσεις. Παρά και την προσπάθεια απλοποίησης τους κατά την παράθεση τους εντός αυτής της απόφασης οι θέσεις αυτές ασφαλώς λαμβάνονται υπόψη όπως αυτές έχουν διατυπωθεί στην επιχειρηματολογία δίχως όμως να κρίνεται σκόπιμο όπως αυτή η επιχειρηματολογία επαναληφθεί είτε στο σύνολο της είτε περιληπτικά εντός της απόφασης. 8 Βασική θέση των αιτητών είναι πως προφανώς υπάρχει η δυνατότητα έγκρισης αίτησης για αντεξέταση ακόμη και σε περιπτώσεις κατά τις οποίες εκδόθηκε μονομερώς προσωρινό διάταγμα και πως αυτό το οποίο δεν επιτρέπεται είναι η αλλοίωση ή μεταβολή της αρχικής εικόνας ή της μαρτυρίας η οποία δόθηκε και βάσει της οποίας εξασφαλίστηκε μονομερώς το επίδικο προσωρινό διάταγμα. Διευκρινίζεται δηλαδή πως ο σκοπός της αιτούμενης αντεξέτασης του ενόρκως δηλούντος προς υποστήριξη της ένστασης δεν είναι ο προαναφερόμενος. 9 Αντιθέτως, οι ευπαίδευτοι δικηγόροι της καθ΄ ης η αίτηση εισηγούνται πως δεν δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις η έκδοση διατάγματος αντεξέτασης του ενόρκως δηλούντος καθότι σε αιτήσεις όπως η κυρίως αίτηση, το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης και ούτε προβαίνει σε εξέταση των αμφισβητούμενων θέσεων ενώ η απάντηση ή αντίκρουση ισχυρισμών εντός της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της ένστασης δεν αποτελούν λόγο έτσι ώστε να δοθεί άδεια για αντεξέταση καθώς δεν επιτρέπεται η επιδίωξη ουσιαστικά να πληγεί η αξιοπιστία του ενόρκως δηλούντος. 10 Κατ΄ αρχάς, ως προς τη νομική βάση του αιτήματος, δεν υπάρχει αμφιβολία πως το δικαίωμα να αιτηθεί ένας διάδικος την αντεξέταση ενός ενόρκως δηλούντος υπάρχει (βλ. σχετικά τις Δ.39 θ. 1 και Δ.48 θ. 4
(2)των Διαδικαστικών Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας). Συνεπώς το ερώτημα το οποίο τίθεται δεν είναι η ίδια η ύπαρξη του δικαιώματος αλλά ο τρόπος άσκησης του ή ουσιαστικά η δυνατότητα εφαρμογής του ανάλογα με την περίπτωση υπό εξέταση. 11 Σημειώνεται επίσης πως αν και υπάρχει σχετική νομολογία επί του θέματος ως επίσης και διάφορες πρωτόδικες αποφάσεις οι οποίες πραγματεύονται τον τρόπο εφαρμογής αυτού του δικαιώματος και μάλιστα συγκεκριμένα και σε σχέση με περιπτώσεις εκδίκασης αιτήσεων προσωρινών διαταγμάτων, το Δικαστήριο θεωρεί ως απαραίτητη προϋπόθεση πως η κάθε περίπτωση θα πρέπει να αντιμετωπίζεται σύμφωνα με τα δικά της δεδομένα και πως θα ήταν λανθασμένη η εφαρμογή άκαμπτων κανόνων όπως, παραδείγματος χάριν, εισηγείται ο ευπαίδευτος δικηγόρος της καθ΄ ης η αίτηση στην αρχή της γραπτής αγόρευσης του με αναφορά και στην αυθεντία Αναφορικά με την αίτηση του Rana Wahed Ali (Αρ. 1)
(2004)1Γ Α. Α. Δ. 1660 σύμφωνα με την οποία σπάνια δίδεται άδεια αντεξέτασης. 12 Αναμφίβολα όντως αναφέρεται εντός αυτής της αυθεντίας ότι πολύ σπάνια επιτρέπεται αντεξέταση επί των ενόρκων δηλώσεων. Συμπτωματικά και ο ευπαίδευτος δικηγόρος των αιτητών αναφέρεται στην ίδια αυθεντία στη δική του γραπτή αγόρευση προβάλλοντας όμως τη θέση πως η συγκεκριμένη αυθεντία δεν επιτάσσει όπως υφίστανται εξαιρετικές περιστάσεις για την έκδοση διατάγματος αντεξέτασης ενός ενόρκως δηλούντος. Παραπέμπει επίσης σε πρωτόδικη απόφαση η οποία εκδόθηκε από το Δικαστήριο με την ίδια σύνθεση σε άλλη αγωγή. 13 Η συγκεκριμένη πρωτόδικη απόφαση εκδόθηκε στις 15/4/2016 στην αγωγή 569/2015 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου μεταξύ
- Νεόφυτος άλλως "Nick" Γεωργίου κ. ά. ν.
- Facebook Inc. κ. ά. . Μελετώντας εκ νέου το σκεπτικό της συγκεκριμένης απόφασης δεν διαπιστώνεται να έχει προκύψει έκτοτε οποιαδήποτε νέα νομολογία ή να έχει προταθεί επί του θέματος οποιαδήποτε πειστική επιχειρηματολογία από τον ευπαίδευτο δικηγόρο της καθ΄ ης η αίτηση έτσι ώστε το Δικαστήριο να αποκλίνει από τα όσα σχετικά αναφέρει καθώς πραγματεύεται τη σημασία της απόφασης Αναφορικά με την αίτηση του Rana Wahed Ali (Αρ. 1). Συνεπώς υιοθετείται πλήρως το σκεπτικό το οποίο παρατίθεται στις παραγράφους 11 έως και 25 της προαναφερόμενης πρωτόδικης απόφασης δίχως να κρίνεται απαραίτητη η επανάληψη του εντός του κειμένου αυτής της απόφασης. Ουσιαστικά το Δικαστήριο δεν αποδέχεται ως ορθή τη νομική θέση ως προς το ότι για να γίνει δεκτή αίτηση αντεξέτασης σε διαδικασία ενδιάμεσης αίτησης θα πρέπει να υπάρχουν εξαιρετικές περιστάσεις. 14 Επιπλέον, αυτό το οποίο διατηρείται σταθερά υπόψη από το Δικαστήριο είναι πως έστω ακόμη και διατηρώντας υπόψη τις οποιεσδήποτε αρχές ή ασφαλιστικές δικλείδες οι οποίες καθορίζονται από τη νομολογία μας, ασφαλώς σε κάθε περίπτωση ασκείται διακριτική ευχέρεια κατά την άσκηση της εξουσίας να δοθεί άδεια αντεξέτασης ενός ενόρκως δηλούντος. Η άσκηση της οποίας βεβαίως θα πρέπει να δικαιολογείται με σχετική αιτιολόγηση δίχως παράλληλα όμως να περιορίζεται από οποιοδήποτε γενικό απαγορευτικό κανόνα. 15 Παράλληλα βεβαίως διατηρεί σταθερά υπόψη του το Δικαστήριο και τα όσα αναφέρονται σχετικά στη νομολογία μας ως προς τον τρόπο διεξαγωγής ακρόασης σε περίπτωση ενδιάμεσης αίτησης μετά από την έκδοση προσωρινού διατάγματος και τις σχετικές αρχές επί του θέματος. Όπως, παραδείγματος χάριν, ότι σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του (βλ. σχετ. την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου T. A. Micrologic Computer Consultants Ltd. v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α. Α. Δ. 1802). 16 Επίσης, στο στάδιο εκδίκασης ενδιάμεσης αίτησης προσωρινού διατάγματος το Δικαστήριο εξετάζει την ενώπιον του μαρτυρία με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή όχι να εκδοθεί το διάταγμα, αποφεύγοντας να υπεισέλθει στην ουσία της υπόθεσης (βλ. σχετικά την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Επίσημος Παραλήπτης κ. ά. ν. Nicantony Trading Co. Ltd.
(1998)1 Α. Α. Δ. 1653). 17 Μία από τις βασικές αυθεντίες επί του θέματος είναι η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου Parico Aluminium Designs Ltd. v. 1. Muskita Aluminium Co. Ltd. κ. ά.
(2002)1 Α. Α. Δ. 2015, εντός της οποίας υπάρχει αναφορά και υιοθέτηση της ορθής προσέγγισης όπως αυτή περιγράφεται στην παράγραφο 620 από τη 12η έκδοση του συγγράμματος Copinger and Skone James on Copyright, και στην οποία τονίζονται τα ακόλουθα σημεία. 17.1 Κατ΄ αρχάς το παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα συνιστά μια προσωρινή δυνητική και εξαιρετική θεραπεία. 17.2 Αποτελεί μια θεραπεία η οποία προσφέρεται προτού τα δικαιώματα των διαδίκων αποφασιστούν τελικά και μάλιστα στην περίπτωση έκδοσης ενός απαγορευτικού διατάγματος που εκδίδεται μονομερώς, η θεραπεία αυτή προσφέρεται ακόμα προτού καν το Δικαστήριο κατατοπιστεί για τη φύση της υπόθεσης του εναγόμενου. 17.3 Σαφώς θα πρέπει να διατηρείται υπόψη του Δικαστηρίου πως δεν αποτελεί μέρος της λειτουργίας του σε αυτό το αρχικό στάδιο της διαδικασίας να προσπαθήσει να επιλύσει αντικρουόμενη μαρτυρία στις ένορκες δηλώσεις σε σχέση με τα γεγονότα επί των οποίων οι αξιώσεις των μερών ενδεχόμενα να εξαρτώνται. 17.4 Αναφέρεται επίσης πως η μαρτυρία σε αυτές τις περιπτώσεις είναι ασυμπλήρωτη γιατί μόνο κατά τη δίκη ελέγχεται με προφορική αντεξέταση (αν και βεβαίως αυτό δεν λαμβάνει υπόψη ότι παρέχεται αυτή η ευχέρεια εάν επιτραπεί από το Δικαστήριο). 17.5 Έστω όμως και διατηρώντας υπόψη αυτή τη δυνατότητα τονίζεται πως δεν μπορεί να επιτευχθεί πλήρης δικαιοσύνη εφόσον το δικαστήριο λειτουργεί πάνω σε μη πλήρη πληροφόρηση. 17.6 Επομένως, δεν θα ήταν σωστό για το Δικαστήριο να αποφασίσει αντικρουόμενα πραγματικά ζητήματα ή δύσκολα νομικά σημεία τα οποία χρειάζονται λεπτομερή επιχειρηματολογία και ώριμη εξέταση και τα οποία αποτελούν ζητήματα που πρέπει να εξετάζονται στη δίκη. 18 Παράλληλα βεβαίως, όπως αναφέρεται με υιοθέτηση του περιεχομένου και της παραγράφου 621 του ιδίου συγγράμματος, ως προσέγγιση απόλυτα εναρμονισμένη με τη νομολογία μας επί του θέματος, είναι ότι αυτό που πρέπει να αποκαλύπτεται από την ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της έκδοσης ενός προσωρινού διατάγματος είναι ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση και ότι ο ενάγων έχει προοπτικές επιτυχίας οι οποίες υφίστανται στην ουσία και στην πραγματικότητα δίχως ο ενάγων να υπέχει υποχρέωση, όπως ήταν προηγουμένως η αντίληψη, να αποδείξει ότι έχει ισχυρή εκ πρώτης όψεως υπόθεση ή εκ πρώτης όψεως υπόθεση ή ακόμα πιθανότητα ότι θα επιτύχει στη δίκη. Το βάρος δηλαδή στον ενάγοντα είναι λιγότερο καθώς αυτό το οποίο θα πρέπει να αποδείξει είναι ότι έχει συζητήσιμη υπόθεση. 19 Αναφορικά με τον λόγο ένστασης ως προς το ότι υπάρχει κατάχρηση της διαδικασίας καθότι οι αιτητές έχουν καταχωρίσει όχι μόνο αυτή την αίτηση αλλά και αίτηση για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, πέραν και της εξέτασης την οποία η θέση αυτή χρήζει ως προς το κατά πόσο όντως υπάρχει ομοιότητα στα επί μέρους αιτήματα στην κάθε περίπτωση, τουλάχιστον γενικά δεν μπορεί να γίνει δεκτή η θέση ως προς την ύπαρξη κατάχρησης, δίχως δηλαδή πρώτα να υποστεί αυτή τη δοκιμασία σύγκρισης έτσι ώστε να κριθεί κατά πόσο αυτή ευσταθεί επί της πραγματικής πτυχής της. Ενώ βεβαίως, διατηρώντας υπόψη και την έκβαση αυτής της απόφασης με την μερική μόνο έγκριση της αίτησης δεν διαπιστώνεται πως τέτοια σύγκριση καθίσταται πλέον απαραίτητη. 20 Ως προς το ότι γενικά δεν μπορεί να γίνει δεκτή η θέση ως προς την ύπαρξη κατάχρησης αρκεί να υπενθυμίσει το Δικαστήριο πως όπως αναφέρεται στη Δ.48 θ. 4
(2)το Δικαστήριο, ή Δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ένορκων δηλώσεων ενώ όπως προστίθεται στη συνέχεια η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρούμενης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή
- Δεν αποκλείεται δηλαδή ρητά ή έστω και έμμεσα ο συνδυασμός παροχής άδειας τόσο για αντεξέταση όσο και για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. 21 Ιδιαίτερα θετικό στοιχείο ως προς την εξέταση του αιτήματος είναι η συγκεκριμενοποίηση του με αναφορά σε συγκεκριμένες παραγράφους αναφορικά με το περιεχόμενο των οποίων ζητείται άδεια για αντεξέταση. Συνεπώς, το αίτημα όχι μόνο δεν είναι αόριστο αλλά προσφέρεται με αυτό τον τρόπο και η δυνατότητα σύγκρισης μεταξύ των δύο αιτημάτων, δηλαδή με το αίτημα για συμπληρωματική ένορκη δήλωση καθότι και σε εκείνη την περίπτωση καθορίζονται οι παράγραφοι σε σχέση με τις οποίες ζητείται άδεια για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. 22 Σύγκριση η οποία επιτάσσεται εξαιτίας του λόγου ένστασης ως προς την ύπαρξη κατάχρησης καθώς οι αιτητές δεν περιορίστηκαν σε καταχώριση μίας αίτησης ως προς τον τρόπο διεξαγωγής της δίκης αλλά σε δύο επιδιώκοντας μάλιστα, όπως είναι η θέση της καθ΄ ης η αίτηση, είτε αντεξέταση είτε την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης «.επί των ίδιων ουσιαστικά παραγράφων.ωσάν να θέλουν να εξεταστεί το αίτημα τους 2 φορές . για να επιτύχουν τον ίδιο σκοπό ο οποίος επιτυγχάνεται είτε με την καταχώρηση συμπληρωματικής είτε με αντεξέταση» (λόγος ένστασης 8). 23 Βεβαίως επί του συγκεκριμένου θέματος, πέραν και από την διαφορετικότητα των παραγράφων αναφορικά με τις οποίες υποβάλλεται το αίτημα στην κάθε περίπτωση, το Δικαστήριο παρατηρεί πως διαφορετικό είναι να εγκρίνεται αίτημα αντεξέτασης από το να εγκρίνεται αίτημα για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Στην πρώτη περίπτωση δοκιμάζεται ουσιαστικά η βασιμότητα ή ακόμη και αξιοπιστία της μαρτυρίας η οποία παρουσιάζεται από την αντίδικη πλευρά ενώ στη δεύτερη ζητείται η παροχή της ευκαιρίας ο αιτητής να προσθέσει στη μαρτυρία την οποία ήδη έχει παρουσιάσει. 24 Αναμφίβολα αναμένεται και από την αντεξέταση να προκύψει επιπρόσθετη μαρτυρία η οποία λογικά ο αιτών την αντεξέταση θα ελπίζει πως θα αποτελεί μαρτυρία χρήσιμη προς υποστήριξη του γενικότερου αιτήματος του. Εντούτοις διαφορετικό παραμένει η απόπειρα εξασφάλισης μαρτυρίας προς υποστήριξη ενός αιτήματος από την παρουσίαση μαρτυρίας η οποία προετοιμάζεται από τον αιτητή και ασφαλώς προσφέρεται προς ενίσχυση του γενικότερου αιτήματος του. 25 Επομένως, το Δικαστήριο στη συνέχεια θα εξετάσει το αίτημα για αντεξέταση όπως αυτό έχει διατυπωθεί με την προαναφερόμενη συγκεκριμενοποίηση έτσι ώστε να κριθεί κατά πόσο αυτό δικαιολογείται ή όχι είτε στο σύνολο του είτε σε σχέση με συγκεκριμένες παραγράφους. 26 Κρίνεται πιο κάτω το αίτημα για αντεξέταση ξεχωριστά σε σχέση με τις ακόλουθες παραγράφους ενώ χάριν συντομίας και προς αποφυγή πρόκλησης σύγχυσης ως προς τις αναφορές του Δικαστηρίου στους ενόρκως δηλούντες στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης και είτε την ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης στην κυρίως αίτηση είτε στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης στην αίτηση για την έκδοση διατάγματος αντεξέτασης πλέον το Δικαστήριο αντί της περιγραφής στην κάθε περίπτωση της ιδιότητας του κάθε ενόρκως δηλούντος θα αναφέρεται ονομαστικά σε αυτά τα δύο άτομα κάνοντας χρήση του επιθέτου τους στην κάθε περίπτωση. 26.1 Σε σχέση με την υποπαράγραφο 9.2 το Δικαστήριο δεν συμφωνεί με το συμπέρασμα ουσιαστικά του Ιωάννου ότι επειδή ο Κουρούσιης αναφέρεται σε ίδρυση εταιρείας η οποία να συνάδει με τις σπουδές του ότι με αυτό τον τρόπο αφήνεται να νοηθεί πως και οι τρεις μέτοχοι της εναγόμενης 3 την είχαν ιδρύσει έτσι ώστε να ασκήσουν επαγγελματικά το αντικείμενο των σπουδών τους. Τέτοιος ισχυρισμός δεν προβάλλεται καν έτσι ώστε να κρίνεται αναγκαία η αντεξέταση του Κουρούσιη με σκοπό κατάρριψης του (παράγραφος 9 της ένορκης δήλωσης Ιωάννου). Συνεπώς, αυτό το μέρος του αιτήματος δεν εγκρίνεται. 26.2 Ούτε και το αίτημα σε σχέση με την υποπαράγραφο 9.3 κρίνεται δικαιολογημένο, προς προώθηση ουσιαστικά ενός επιχειρήματος σε σχέση με την ανεξαρτησία των μετόχων (παράγραφος 10 της ένορκης δήλωσης Ιωάννου). Το επιχείρημα είναι δυνατό να προωθηθεί επί των ήδη υπαρχόντων δεδομένων δίχως να κρίνεται αναγκαία η αντεξέταση του Κουρούσιη. 26.3 Ως προς το μέρος του αιτήματος αναφορικά με τις υποπαραγράφους 11.2 έως και 11.6, διατηρώντας υπόψη τα όσα αναφέρονται σχετικά στη Δ.39 θ. 2[1] ως προς το ότι οι ένορκες δηλώσεις θα περιορίζονται σε γεγονότα τα οποία ο μάρτυρας είναι σε θέση να αποδείξει βάσει δικής του γνώσης, αλλά σε περίπτωση ενδιάμεσων αιτήσεων μια ένορκη δήλωση δύναται να περιέχει αναφορές πληροφόρησης και πεποίθησης, με τις πηγές και τους λόγους για αυτές, όντως κρίνεται δικαιολογημένο όπως τύχει αντεξέτασης επί του συγκεκριμένου σημείου ο Κουρούσιης δίχως όμως αυτό να σημαίνει ότι το Δικαστήριο συμφωνά και με το συμπέρασμα του Ιωάννου στην παράγραφο 11 της ένορκης δήλωσης του αναφορικά με κατάρριψη της θέσης του Κουρούσιη ως προς την ανεξαρτησία της εναγόμενης 3 σε περίπτωση κατά την οποία η πηγή αυτή ήταν οι εναγόμενοι 1 και
- 26.4 Ουσιαστικά, αυτό το οποίο παρατηρείται είναι ότι ο Ιωάννου σε μια προσπάθεια να δικαιολογήσει το αίτημα αντεξέτασης αναπτύσσει δικές του θεωρίες ως προς τη σημασία της παροχής της δυνατότητας αντεξέτασης καταλήγοντας μάλιστα και σε συμπεράσματα στα οποία πιστεύει το Δικαστήριο θα είναι σε θέση να καταλήξει σε περίπτωση κατά την οποία παρασχεθεί αυτή η δυνατότητα. 26.5 Συνεπώς, διευκρινίζεται απλά, πως η έγκριση μέρους του αιτήματος δίδεται λόγω της εφαρμογής της Δ.39 θ.
- Το κατά πόσο το Δικαστήριο θα οδηγηθεί στο ίδιο συμπέρασμα όπως και ο Ιωάννου θα εξαρτηθεί από την όλη ακροαματική διαδικασία της αίτησης και όχι από μία και μόνο απάντηση αναφορικά με τις πηγές πληροφόρησης του Κουρούσιη. 26.6 Με το ίδιο σκεπτικό γίνεται δεκτό και το μέρος του αιτήματος αναφορικά με την υποπαράγραφο 11.8 της ένορκης δήλωσης Κουρούσιη. Διευκρινίζεται πως και σε αυτή την περίπτωση η αντεξέταση θα επιτραπεί σε περιορισμένο βαθμό. Συγκεκριμένα δηλαδή προς αποκάλυψη της πηγής των γνώσεων του Κουρούσιη και της πληροφόρησης του. 26.7 Αναφορικά με το μέρος του αιτήματος αντεξέτασης σε σχέση με τις υποπαραγράφους 11.9.1 και 11.9.2 το Δικαστήριο θεωρεί πως θα ήταν παρακινδυνευμένο να υπεισέλθει στο στάδιο εκδίκασης της κυρίως αίτησης σε εξέταση κατά πόσο τα τεκμήρια τα οποία επισυνάπτονται προς υποστήριξη της ένστασης είναι πλαστά καθότι τέτοια διερεύνηση ανήκει στο στάδιο εξέτασης της ουσίας της αγωγής. 26.8 Ως προς το μέρος του αιτήματος αντεξέτασης σε σχέση με την υποπαράγραφο 11.9.3 όντως ο Ιωάννου στην παράγραφο 14 της ένορκης δήλωσης του προς υποστήριξη της αίτησης αντεξέτασης εγείρει ερωτήματα τα οποία θα μπορούσαν να θεωρηθούν εύλογα κατά την εκδίκαση της κυρίως αίτησης και αναφορικά με τα οποία ο Κουρούσιης θα μπορούσε να ερωτηθεί σχετικά. Βεβαίως τα ερωτήματα αυτά και πάλι θα μπορούσαν να θεωρηθούν εύλογα είτε ο Κουρούσιης αντεξεταζόταν επί του προκειμένου είτε όχι. Ενδεχομένως οι απαντήσεις που θα μπορούσε να δώσει να ενισχύσουν την όλη εκδοχή της εναγόμενης δίχως να αποκλείεται και η αντίθετη εξέλιξη. Σημασία όμως έχει η διαπίστωση της ύπαρξης του κινδύνου πως εάν επιτραπεί από το Δικαστήριο αντεξέταση επί αυτών των σημείων αναπόφευκτα θα εκτραπεί η δίκη για τη διατήρηση ή μη του προσωρινού διατάγματος σε μια δίκη επί της ουσίας της αγωγής. 26.9 Το μέρος του αιτήματος αντεξέτασης αναφορικά με τα ανυπόγραφα τεκμήρια τα οποία επισυνάπτονται σε σχέση με τις παραγράφους 11.14.1 και 11.14.2 προσομοιάζει με το μέρος του αιτήματος 11.9.1 και 11.9.2 και συνεπώς με το ίδιο σκεπτικό ούτε και αυτό το μέρος του αιτήματος γίνεται δεκτό από το Δικαστήριο. 26.10 Πραγματικά όσο και να έχει καταβληθεί προσπάθεια τέτοιου είδους αντεξέτασης να δικαιολογηθεί υπό την έννοια επιπέδου εκ πρώτης όψεως κρίσης και όχι τελικών ευρημάτων γεγονότων δεν παύει παράλληλα να ισχύει αυτό το οποίο επίσης αναφέρεται στην παράγραφο 15 της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης ως προς το ότι επιδιώκεται μέσα από την αντεξέταση να «διαφανεί η αλήθεια». Βεβαίως η αλήθεια δεν είναι διαφόρων ειδών έτσι ώστε να διαφέρει η αλήθεια η οποία επιδιώκεται να αποκαλυφθεί κατά την εκδίκαση της ενδιάμεσης αίτησης με αυτή η οποία εν τέλει θα επιδιωχθεί να αποκαλυφθεί κατά την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής. 26.11 Δεν αρκεί δηλαδή ο Ιωάννου να εισηγείται με την ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης ένα διαφορετικό σκοπό αναφορικά με τον οποίο επιδιώκεται η αντεξέταση με μια επίπλαστη διαφοροποίηση μεταξύ της αλήθειας σε επίπεδο εκ πρώτης όψεως κρίσης και όχι τελικών ευρημάτων γεγονότων. Αυτό το οποίο αναμφίβολα ζητείται είναι η αντεξέταση με εμφανή τον κίνδυνο εξέτασης της ουσίας της αγωγής κατά την εκδίκαση της κυρίως αίτησης κάτι το οποίο βεβαίως είναι ανεπίτρεπτο σύμφωνα με τη νομολογία μας. 26.12 Ως προς το μέρος του αιτήματος αντεξέτασης σε σχέση με την παράγραφο 11.14.3 της ένορκης δήλωσης Κουρούσιη[2], η αντεξέταση επιδιώκεται εξαιτίας της ούτω καλούμενης αναιτιολόγητης καθυστέρησης μεταξύ της ημερομηνίας της επιστολής 20/3/2016 και της ημερομηνίας του τιμολογίου 4/5/
- Το αίτημα αντεξέτασης και πάλι επιδιώκεται καθότι ενδεχομένως να πρόκειται περί πλαστού τιμολογίου ενώ και πάλι επικαλείται ο Ιωάννου ως απώτερο στόχο να διαφανεί η αλήθεια, ανεπιτυχώς προωθώντας διαχωρισμό μεταξύ εκ πρώτης όψεως κρίσης και τελικών ευρημάτων γεγονότων. 26.13 Παραγνωρίζει πλήρως αυτή η προσέγγιση πως αυτό το οποίο διεκδικείται είναι ένας συγκεκριμένος τρόπος διεξαγωγής της δίκης και πως η διαφοροποίηση μεταξύ εκ πρώτης όψεως κρίσης και τελικών ευρημάτων σχέση έχει με το στάδιο αιτιολόγησης της απόφασης του Δικαστηρίου μετά και από την ολοκλήρωση της δίκης και όχι σε σχέση με την ίδια τη διεξαγωγή της δίκης. Εάν γίνει δεκτό το σκεπτικό ή ουσιαστικά η προαναφερόμενη διαφοροποίηση ως βάση για τη διεξαγωγή της δίκης τότε η συγκεκριμένη διάκριση θα οδηγήσει ουσιαστικά σε ένα ανεπίτρεπτο τρόπο διεξαγωγής της δίκης. Καθώς δηλαδή ο Κουρούσιης θα αντεξετάζεται με σκοπό την ανάδειξη της πλαστότητας του τιμολογίου ενώ παράλληλα θα δοκιμάζεται και η αξιοπιστία του γενικότερα αναφορικά με τη χρονική διαφορά μεταξύ των δύο εγγράφων. 26.14 Παρατηρείται επίσης πως με την ένσταση στην αίτηση σε ορισμένες περιπτώσεις ουσιαστικά δίδονται και απαντήσεις αναφορικά με τα θέματα για τα οποία υποβάλλεται το αίτημα αντεξέτασης. Παραδείγματος χάριν, ως προς το μέρος του αιτήματος για αντεξέταση σε σχέση με την παράγραφο 11.14.4, όπως αυτό περιγράφεται στην παράγραφο 17 της ένορκης δήλωσης Ιωάννου, εκφράζεται η πεποίθηση πως είναι οι εναγόμενοι 1 και 2 οι οποίοι υπέγραψαν το τεκμήριο
- Στην παράγραφο 16 της ένορκης δήλωσης Κουρούσιη προς υποστήριξη της ένστασης εναντίον της αίτησης υπό εξέταση με αυτή την απόφαση, ουσιαστικά δίδεται και απάντηση στις υποψίες του Ιωάννου. 26.15 Ουσιαστικά, το αποτέλεσμα είναι ωσάν να έχει ήδη δοθεί άδεια αντεξέτασης του Κουρούσιη επί του συγκεκριμένου θέματος και ο μάρτυρας αυτός να έχει απαντήσει σχετική ερώτηση. Βεβαίως αυτός ο τρόπος έγερσης διαφόρων σημείων εντός της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της ένστασης στην αίτηση δεν δικαιολογεί την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος αντεξέτασης. Απλά παρατηρείται πως στην προσπάθεια να αναδείξει η εναγόμενη την έλλειψη βασιμότητας του αιτήματος ουσιαστικά προβάλει μέσω του ενόρκως δηλούντος προς υποστήριξη της ένστασης απαντήσεις σε ορισμένα ερωτήματα. 26.16 Επιστρέφοντας στην εξέταση του αιτήματος το Δικαστήριο θεωρεί πως και σε σχέση με το μέρος του αιτήματος αντεξέτασης για την παράγραφο 11.14.4 ανακύπτει και πάλι ως ορατός ο κίνδυνος, σε περίπτωση παροχής άδειας να επιτραπεί τέτοιου είδους αντεξέταση, όπως η διαδικασία παρεκτραπεί σε εξέταση της ουσίας της αγωγής. 26.17 Υπάρχει η εισήγηση στην ένορκη δήλωση Ιωάννου πως εάν επιτραπεί η αντεξέταση σε σχέση με την παράγραφο 12.3 της ένορκης δήλωσης Κουρούσιη έτσι ώστε να διευκρινιστεί ποιοι είναι οι λογιστές οι οποίοι ετοίμασαν το τεκμήριο 29 θα επηρεαστεί ουσιωδώς η βαρύτητα η οποία θα δοθεί από το Δικαστήριο στο τεκμήριο αυτό. Βεβαίως και επί αυτού του θέματος στην παράγραφο 18 της ένορκης δήλωσης Κουρούσιη προς υποστήριξη της ένστασης παρατίθεται και θέση του ενόρκως δηλούντος. Όμως πραγματικά το Δικαστήριο δεν συμφωνεί πως τα όσα αναφέρονται στην παράγραφο 18 της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης δικαιολογούν την έγκριση αυτού του μέρους του αιτήματος αντεξέτασης έτσι ώστε να εξυπηρετούν τον οποιοδήποτε θεμιτό σκοπό στο στάδιο εκδίκασης της κυρίως αίτησης. 26.18 Αναφορικά με την παράγραφο 12.5 επιδιώκεται η αντεξέταση σε σχέση με την κατάσταση λογαριασμού την οποία η εναγόμενη προμηθεύτηκε από την Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου. Στόχος της αιτούμενης αντεξέτασης είναι να ερωτηθεί ο Κουρούσιης ως προς το άτομο το οποίο ετοίμασε αυτή την κατάσταση και πώς γνώριζε με ποιο άτομο από την Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου να επικοινωνήσει. Θέση του Ιωάννου είναι πως ο Κουρούσιης ήταν ενήμερος για τη σχέση μεταξύ της ενάγουσας 1 και της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου και πως αντεξέταση του επί του συγκεκριμένου θέματος θα διαφωτίσει τον ισχυρισμό του ότι η εναγόμενη 3 δεν έχει καμία σχέση με τους εναγόμενους 1 και
- 26.19 Βεβαίως και επί αυτού του θέματος τοποθετείται - και μάλιστα εκτενώς - ο Κουρούσιης στην παράγραφο 19 της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της ένστασης. Δίχως βεβαίως αυτό να αποτελεί υποκατάστατο της αιτούμενης αντεξέτασης. Απλά το όλο θέμα σε σχέση με την Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου προκύπτει από διάφορους ισχυρισμούς του Κουρούσιη στην ένορκη δήλωση αναφορικά με την οποία επιδιώκεται η αντεξέταση του. Η φύση όμως της επιδιωκόμενης αντεξέτασης στόχο έχει τον ισχυρισμό του Κουρούσιη ως προς το ότι οι συγκεκριμένες πληρωμές από την Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου για την ενάγουσα 1 έγιναν προς την εναγόμενη
- Ισχυρισμός ο οποίος ουσιαστικά και πάλι έχει σχέση με την ουσία της αγωγής ενώ δεν κρίνεται σκόπιμο για σκοπούς αντεξέτασης κατά την εκδίκαση της κυρίως αίτησης να ερωτηθεί ο Κουρούσιης πως ήταν ενήμερος επί του συγκεκριμένου θέματος. 26.20 Αναφορικά με το μέρος του αιτήματος αντεξέτασης σε σχέση με την υποπαράγραφο 19.5 κατ΄ αρχάς αξίζει να σημειωθεί πως με αυτή την παράγραφο ο Κουρούσιης παραδέχεται την παράγραφο 43 της ένορκης δήλωσης βάσει της οποίας εκδόθηκε το επίδικο προσωρινό διάταγμα ως προς το ότι δηλαδή αν και η μητέρα του, Κούλα Κουρούσιη, δεν ήταν αξιωματούχος των εναγουσών αλλά προφανώς είχε δικαίωμα χειρισμού των λογαριασμών των εναγουσών και ήταν εξουσιοδοτημένο πρόσωπο υπογραφής των συναλλαγών. Βεβαίως η αντεξέταση η οποία επιδιώκεται είναι κατά πόσο η μητέρα του Κουρούσιη εργάζεται για την εναγόμενη
- Επίσης, ο Κουρούσιης με την παράγραφο 20 της ένορκης δήλωσης του προς υποστήριξη της ένστασης στην αίτηση υπό εξέταση με αυτή την απόφαση αρνείται τα όσα αναφέρονται στην παράγραφο 20 της ένορκης δήλωσης Ιωάννου προς υποστήριξη της αίτησης. 26.21 Ανεξάρτητα και από την όση σημασία ο Ιωάννου θεωρεί πως θα έχει η απάντηση του Κουρούσιη επί αυτού του θέματος το Δικαστήριο δεν εντοπίζει οποιοδήποτε λόγο έτσι ώστε να μην επιτραπεί υπό μορφή αντεξέτασης η υποβολή σχετικής ερώτησης. Ούτε και διαπιστώνεται ο κίνδυνος αυτή η γραμμή αντεξέτασης να επεκταθεί σε εξέταση της ουσίας της αγωγής. Ούτε και βεβαίως θα επιτραπεί τέτοια εξέλιξη κατά την ακρόαση της κυρίως αίτησης. 26.22 Αναφορικά με το μέρος του αιτήματος αντεξέτασης σε σχέση με την παράγραφο 19.15 αυτό το οποίο διαπιστώνεται είναι πως σε αυτή την περίπτωση ο ενόρκως δηλών Κουρούσιης ουσιαστικά εισηγείται πως οι σχετικές εξηγήσεις θα έπρεπε να είχαν ζητηθεί από την εναγόμενη 3 και όχι από τον δικηγόρο των εναγόμενων 1 και
- 26.23 Διερωτάται πραγματικά το Δικαστήριο πως δικαιολογείται η αντεξέταση του Κουρούσιη επί αυτού του θέματος. Βεβαίως ο Ιωάννου εισηγείται πως επειδή ο εναγόμενος 2 είναι διευθυντής της εναγόμενης 3 οι εξηγήσεις ζητήθηκαν και από την εναγόμενη
- Αυτό βεβαίως είναι επιχείρημα το οποίο κάλλιστα θα μπορούσε να προωθηθεί κατά την ακρόαση της κυρίως αίτησης. Εισηγείται επίσης πως ο Κουρούσιης θα μπορούσε να ερωτήσει τον εναγόμενο 2 κατά πόσο απάντησε στην επιστολή. Θεωρώντας δηλαδή πως ο Κουρούσιης έλαβε γνώση της επιστολής. 26.24 Ξεφεύγοντας όμως από το θέμα αυτό, το αίτημα για αντεξέταση σε σχέση με την παράγραφο 19.15 επεκτείνεται σε ένα πολύ μεγαλύτερο ερώτημα και αυτό έχει να κάνει με το κατά πόσο ο Κουρούσιης διαβουλεύθηκε με τον εναγόμενο 2 για την ετοιμασία της ένορκης δήλωσης του. Εισήγηση κατ΄ επέκταση του Ιωάννου είναι πως με αυτό τον τρόπο θα ξεκαθαρίσει κατά πόσο η εναγόμενη 3 γνώριζε ότι οι ενάγουσες είχαν απαιτήσει επιστροφή των εμβασμάτων. Βεβαίως η θέση του Κουρούσιη στην παράγραφο 19.15 έχει σχέση περισσότερο με το κατά πόσο οι πληρωμές οι οποίες έγιναν ήταν δικαιολογημένες και πως για αυτό το σκοπό θα έπρεπε να είχε ερωτηθεί απευθείας η εναγόμενη
- 26.25 Πραγματικά δεν διαπιστώνεται να υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος βάσει του οποίου να δικαιολογείται η αντεξέταση του Κουρούσιη επί αυτής της θέσης. Αποτελεί μια θέση αναφορικά με την οποία οι δικηγόροι των διαδίκων θα μπορούν να αναπτύξουν τα επιχειρήματα τους κατά την εκδίκαση της κυρίως αίτησης δίχως να απαιτείται προηγουμένως η αντεξέταση του Κουρούσιη επί του συγκεκριμένου θέματος. 26.26 Αναφορικά το μέρος του αιτήματος σε σχέση με την παράγραφο 20 της ένορκης δήλωσης Κουρούσιη το Δικαστήριο δεν θα συμφωνήσει με τη θέση του Ιωάννου ως προς το ότι θα πρέπει να δοθεί εξήγηση από τον Κουρούσιη σε σχέση με την αναφορά αναφορικά με τα όσα γνωρίζει από επικοινωνία την οποία είχε με τον Ονουφρίου ή ότι αυτό πρόκειται για ένα πολύ σημαντικό σημείο καθότι ο ίδιος σε μεταγενέστερο χρονικό σημείο είχε ερωτήσει τον Ονουφρίου ο οποίος αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι είπε κάτι τέτοιο. Η εμπλοκή των κατ΄ ισχυρισμό δηλώσεων τρίτου προσώπου και η διαφορά μεταξύ των θέσεων των ενόρκως δηλούντων επί του θέματος δεν κρίνεται πως παρέχει μια αναγκαία και σκόπιμη βάση εντός του πλαισίου της ακρόασης της κυρίως αίτησης έτσι ώστε να παρέχεται άδεια για αντεξέταση και αμφισβήτηση της αξιοπιστίας του Κουρούσιη με σκοπό ουσιαστικά να αντιπαραβάλλεται, με αυτό τον τρόπο, η θέση του ενός ενόρκως δηλούντος με την αντίθετη θέση του άλλου ενόρκως δηλούντος. Το θέμα αυτό καλύπτεται μερικώς και από την έκβαση της απόφασης του Δικαστηρίου ως προς την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης με την οποία τουλάχιστον παρέχεται η ευχέρεια προβολής του αντίθετου ισχυρισμού του Ιωάννου επί του θέματος. 27 Έχοντας εξετάσει ατομικά το αίτημα σε σχέση με συγκεκριμένες παραγράφους το Δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική ευχέρεια του επί του θέματος καταλήγει σε συμπέρασμα πως παρέχεται η δυνατότητα έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος σε σχέση με τις υποπαραγράφους 11.2 έως και 11.6, την υποπαράγραφο 11.8 και την υποπαράγραφο 19.5 της ένορκης δήλωσης Κουρούσιη. Συνεπώς, η αίτηση εγκρίνεται σε αυτό το μερικό βαθμό μόνο ενώ απορρίπτεται αναφορικά με τις υπόλοιπες υποπαραγράφους και την παράγραφο
- 28 Αναφορικά με τα έξοδα της αίτησης διατηρώντας υπόψη πως το αίτημα δεν έχει εγκριθεί στο σύνολο του παρά μόνο μερικώς και μάλιστα σε πολύ μικρό βαθμό έχοντας υπόψη και το αίτημα στο σύνολο του, κρίνεται πως τα έξοδα θα πρέπει να επιδικαστούν υπέρ της καθ΄ ης η αίτηση εναγόμενης 3 αλλά μειωμένα κατά ένα ποσοστό έτσι ώστε να αντανακλάται με αυτή τη μείωση και η μερική έγκριση του αιτήματος αντεξέτασης. Συνεπώς τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ της καθ΄ ης η αίτηση εναγόμενης 3 και εις βάρος των αιτητών εναγουσών μειωμένα όμως κατά ¼ όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο μετά και από την εκδίκαση ή με διαφορετικό τρόπο αποπεράτωση της αγωγής. __________________________ Μάνθος Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject :- Civil/Interim Judgments Αναφορά :- Αίτηση Διατάγματος Αντεξέτασης Ενόρκως Δηλούντος [1] Ο. 39 r. 2 - Affidavits shall be confined to such facts as the witness is able of his own knowledge to prove, but on interlocutory applications an affidavit may contain statements of information and belief, with the sources and grounds thereof. [2] Παρατηρείται απλά πως ενώ με το αιτητικό της αίτησης υπάρχει αναφορά μόνο στις υποπαραγράφους 11.14.1 και 11.14.4 εντούτοις με την ένορκη δήλωση του ο ενόρκως δηλών επεκτείνει το αίτημα και σε σχέση με τις υποπαραγράφους 11.14.2 και 11.14.
- cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο