← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Abdul Majid Haj Noma, Αρ. Γενικής Αίτησης: 8/2018, 10/4/2018

Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Abdul Majid Haj Noma, Αρ. Γενικής Αίτησης: 8/2018, 10/4/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2018:A111 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Γενικής Αίτησης: 8/2018 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου v. Abdul Majid Haj Noma Αίτηση ημερομηνίας 26.03.18 για έκδοση προσωρινού διατάγματος αποκλεισμού από οικογενειακή εστία Ημερομηνία: 10.04.18 Εμφανίσεις: Για την Αστυνομία/Αιτητή: κα Ε. Σάββα (η ίδια για ν' ακούσει απόφαση) Για Καθ' ου η αίτηση: κος Α. Αλεξάνδρου (ο κος Γ. Λεοντίου για ν' ακούσει απόφαση) Καθ' ου η αίτηση: παρών Λειτουργός Επαρχιακού Γραφείου Ευημερίας Πάφου κα Μ. Λουκά : παρούσα ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 26.03.18 ο Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου (στο εξής ο 'Αιτητής') καταχώρησε μονομερώς την παρούσα αίτηση με την οποίαν ζήτησε και πέτυχε την έκδοση προσωρινού διατάγματος αποκλεισμού του Καθ' ου η αίτηση από την οικογενειακή εστία. Η υπό κρίση αίτηση εδράζεται στο άρθρο 22 του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου του 2000 (Ν.119(Ι)/2000)μετά των συναφών τροποποιήσεων και στη Διαταγή 48 Κανονισμούς 1 και 2 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Τα δε γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση αυτή και που σύμφωνα με τον Αιτητή δικαιολογούν τη συνέχιση της ισχύος του διατάγματος περιέχονται σε ένορκες δηλώσεις της Fatema Farik, σύζυγο του Καθ' ου η αίτηση καθώς και της Μαρίας Λουκά, λειτουργό στο Επαρχιακό Γραφείο Ευημερίας Πάφου, στην οποία επισυνάπτονται δύο έγγραφα ως τεκμήρια. Το διάταγμα ορίστηκε επιστρεπτέο στις 03.04.18, ημερομηνία κατά την οποίαν ο Καθ' ου η αίτηση, δια δικηγόρου, ζήτησε χρόνο για να καταχωρήσει ένσταση, πράγμα που έπραξε στις 04.4.18. Η ακρόαση της αίτησης ορίστηκε στις 05.04.18. Με κοινή δήλωση των μερών η ισχύς του προσωρινού διατάγματος παρατάθηκε εκ συμφώνου μέχρι τότε. Ακολούθως με νέα κοινή δήλωση των μερών η ισχύς του προσωρινού διατάγματος παρατάθηκε περαιτέρω εκ συμφώνου μέχρι τις 10.04.18. Η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης παραπέμπει σε έξι λόγους που καταγράφονται στο σώμα της, οι οποίοι, αφού ομαδοποιηθούν ανάλογα με το στοιχείο που πραγματεύονται, είναι οι εξής:

(1)Η υπό κρίση αίτηση είναι παράτυπη, αντινομική και κατά παράβαση της σχετικής νομοθεσίας.
(2)Η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε για αλλότριους σκοπούς.
(3)Το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της Fatema Farik είναι προϊόν φαντασίας με απώτερο στόχο τη λήψη δημοσίων βοηθημάτων.
(4)Δεν συντρέχει κανένας ουσιαστικός λόγος συνέχισης της ισχύος του προσωρινού διατάγματος. Νομική βάση της ειδοποίησης περί πρόθεσης ένστασης είναι το άρθρο 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ.6) μετά των συναφών τροποποιήσεων, το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/60)μετά των συναφών τροποποιήσεων, η Διαταγή 48 Κανονισμοί 1-4 και 9 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και το άρθρο 22 του Ν.119(Ι)/2000. Η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Καθ' ου η αίτηση, στην οποία περιέχονται γεγονότα που κατά τη γνώμη του τεκμηριώνουν τους λόγους ένστασης και κατ' επέκταση δικαιολογούν την απόρριψη της αίτησης. Τόσο οι ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την παρούσα αίτηση μαζί με τα επισυνημμένα έγγραφα όσο και η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση βρίσκονται στο δικαστηριακό φάκελο της αίτησης και έχουν μελετηθεί και ληφθεί υπόψη για σκοπούς εξέτασης του υπό κρίση ζητήματος. Δεν σκοπεύω να καταγράψω εκ νέου το περιεχόμενο τους επειδή θεωρώ ότι δεν εξυπηρετείται κανένας πρακτικός σκοπός. Ωστόσο εκεί που κριθεί αναγκαίο θα γίνεται συγκεκριμένη αναφορά. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη στη βάση αγορεύσεων. Μέσα από τις νομικές επιχειρηματολογίες τους αμφότεροι ευπαίδευτοι συνήγοροι υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις και ισχυρισμούς τους. Το περιεχόμενο των αγορεύσεων αμφοτέρων συνηγόρων έχει καταγραφεί στα πρακτικά του Δικαστηρίου και δεν σκοπεύω να το επαναλάβω επειδή θεωρώ ότι είναι αχρείαστο. Η εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει προσωρινό διάταγμα αποκλεισμού ενός προσώπου από την οικογενειακή του οικία πηγάζει μέσα από το άρθρο 22 του Ν.119(Ι)/2000, το οποίο είναι αυτό που παρέχει το δικαιοδοτικό υπόβαθρο. Κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιες τις πρόνοιες του εν λόγω άρθρου: "22.—
(1)Το Δικαστήριο δύναται, έπειτα από αίτηση μέλους της οικογένειας ή της αστυνομίας ή του κατηγόρου ή του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ή του Οικογενειακού Συμβούλου ή άλλου προσώπου που ενεργεί για λογαριασμό οποιουδήποτε απ' αυτούς, να εκδώσει προσωρινό διάταγμα αποκλεισμού του υπόπτου ή απομάκρυνσης ανήλικου θύματος, μέχρις ότου καταχωρισθεί και εκδικαστεί ποινική υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου για ποινικό αδίκημα βίας.
(2)Το Δικαστήριο εκδίδει το διάταγμα καθ' οιονδήποτε χρόνο έπειτα από αίτηση που συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του θύματος ή, στην περίπτωση ανήλικου θύματος, οποιουδήποτε προσώπου που είναι σε θέση να έχει άμεση γνώση των γεγονότων ή από οποιαδήποτε άλλα αποδεικτικά στοιχεία ,τα οποία δημιουργούν εκ πρώτης όψεως κίνδυνο άσκησης βίας ή επανάληψης βίας, περιλαμβανομένων και καταθέσεων του θύματος ή άλλων προσώπων σε οποιαδήποτε μορφή, πιστοποιητικών, βεβαιώσεων και άλλων αποδεικτικών στοιχείων δυνάμει αυτού ή άλλου νόμου.
(3)(α) Το προσωρινό διάταγμα ισχύει για περίοδο μέχρι οκτώ ημερών από την ημέρα επίδοσης του στον ύποπτο και είναι επιστρεπτέο στο Δικαστήριο εντός της περιόδου αυτής σε ώρα και ημέρα που θα ορίσει ο Πρωτοκολλητής. (β) Κατά την ορισμένη από τον Πρωτοκολλητή ημέρα και ώρα το Δικαστήριο ακούει τον ύποπτο ή και κάθε επηρεαζόμενο ή ενδιαφερόμενο πρόσωπο που θα παρουσιασθεί και αποφασίζει εάν θα τερματίσει την ισχύ του διατάγματος ή εάν θα το παρατείνει μέχρι οκτώ επιπρόσθετες ημέρες. (γ) Το Δικαστήριο δύναται να παρατείνει περαιτέρω την ισχύ διατάγματος μέχρι και οκτώ ημέρες σε κάθε περίπτωση, χωρίς όμως η συνολική ισχύς του διατάγματος να υπερβαίνει τις είκοσι τέσσερις ημέρες πριν από την καταχώριση ποινικής δίωξης εναντίον υπόπτου. (δ) Το Δικαστήριο δύναται μετά την καταχώριση ποινικής δίωξης εναντίον υπόπτου να εκδώσει ή παρατείνει διάταγμα αποκλεισμού ή απομάκρυνσης ανηλίκου θύματος με ισχύ μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης." Οι διατάξεις του άρθρου 22 περιέχουν τις ουσιαστικές προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν για την επιτυχία μιας αίτησης όπως την υπό εξέταση περίπτωση. Παράλληλα υπάρχουν δικονομικές παράμετροι που χρήζουν εξέτασης, οι οποίες σχετίζονται με τον τύπο και τη μορφή μιας τέτοιας αίτησης και σημειώνονται στον Κανονισμό 5 του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Διαδικαστικού Κανονισμού του 2003 (7/03), το περιεχόμενο του οποίου παρέχω αυτούσιο: "
  1. Αίτηση για την έκδοση προσωρινού διατάγματος απομάκρυνσης ανήλικου θύματος βάσει, των άρθρων 21 και 22 του Νόμου, όπως και αίτηση για την έκδοση διατάγματος αποκλεισμού του υπόπτου, βάσει των άρθρων 22 και 23 του Νόμου, γίνεται μονομερώς, στον Τύπο 1: Νοείται ότι το Δικαστήριο δύναται όπως κατά την εκδίκαση υπόθεσης βίας εκδώσει διάταγμα απομάκρυνσης ανηλίκου βάσει του άρθρου 21 κατόπιν προφορικού αιτήματος." Έχοντας υπόψη το πιο πάνω νομικό πλαίσιο στρέφομαι να εξετάσω την παρούσα αίτηση υπό το φως των λόγων ένστασης. Με τον πρώτο λόγο ένστασης ο Καθ' ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι η υπό κρίση αίτηση είναι παράτυπη, αντινομική και κατά παράβαση της σχετικής νομοθεσίας. Σύμφωνα με τον Καθ' ου η αίτηση, όταν καταχωρήθηκε η παρούσα αίτηση αυτή δεν συνοδευόταν από ένορκη δήλωση του φερόμενου θύματος. Ήταν ακόμη η θέση του Καθ' ου η αίτηση ότι η ένορκη δήλωση της λειτουργού του Γραφείου Ευημερίας κυρίας Μαρίας Λουκά που συνοδεύει την παρούσα αίτηση δεν υποστηρίζεται από στοιχεία, αλλά μετά από παρέμβαση του Δικαστηρίου στην οποίαν λέχθηκε στο συνήγορο του ότι στην ένορκη δήλωση της κυρίας Λουκά που κατατέθηκε στο Δικαστήριο επισυνάπτονταν δύο έγγραφα και συγκεκριμένα επιστολή ημερομηνίας 19.03.18 της Υπηρεσίας Καταπολέμησης Ναρκωτικών και ιατρικό έντυπο ημερομηνίας 16.03.18 του Δρ. Μάριου Θεοδοσίου του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου, ο συνήγορος του Καθ' ου η αίτηση επισήμανε ότι τα εν λόγω έγγραφα δεν είχαν επιδοθεί στον πελάτη του και γι' αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να τα αγνοήσει. Σε ότι αφορά την ένορκη δήλωση του φερόμενου θύματος, ο εν λόγω συνήγορος ευσεβάστως ισχυρίστηκε ότι αυτή είναι συμπληρωματική της κυρίας Λουκά με αποτέλεσμα να μην συνάδει με το προβλεπόμενο πλαίσιο. Κατά τη γνώμη του κυρίου Αλεξάνδρου τα πιο πάνω καθιστούν την παρούσα αίτηση θνησιγενή και καταδικασμένη σε αποτυχία. Είχα την ευκαιρία να μελετήσω όλα τα έγγραφα που τέθηκαν ενώπιον μου στα πλαίσια εξέτασης της υπό κρίση αίτησης. Παρατηρώ ότι η παρούσα αίτηση έχει καταχωρηθεί μονομερώς, ως ενδείκνυται από τον Κανονισμό 5 του Διαδικαστικού Κανονισμού 7/
  2. Στο δε σώμα της ενδιάμεσης αίτησης σημειώνονται τα μέρη, το επαρχιακό δικαστήριο ενώπιον του οποίου τίθεται, ότι πρόκειται για ενδιάμεση μονομερή αίτηση, η αιτούμενη θεραπεία, η νομική βάση της αίτησης και το ότι συνοδεύεται από ένορκη δήλωση στην οποίαν περιέχονται τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται, με αποτέλεσμα έτσι να ταυτίζεται με τον Τύπο 1 που είναι ο προβλεπόμενος τύπος που αφορά την προκειμένη περίπτωση, ο οποίος επισυνάπτεται στο παράρτημα του εν λόγω διαδικαστικού κανονισμού. Επομένως διαπιστώνω ότι ικανοποιούνται οι δικονομικές παράμετροι. Περαιτέρω παρατηρώ ότι η αίτηση καταχωρήθηκε από την αστυνομία, μία από τις προσφερόμενες από το άρθρο 22 του Ν.119(Ι)/2000 επιλογές. Το ίδιο άρθρο απαιτεί την αίτηση να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση είτε από το φερόμενο θύμα είτε εάν το φερόμενο θύμα είναι ανήλικο από άτομο που έχει άμεση γνώση των γεγονότων είτε από ένορκη δήλωση στην οποίαν να επισυνάπτονται αποδειχτικά στοιχεία όπως για παράδειγμα καταθέσεων του θύματος ή άλλων προσώπων, πιστοποιητικών, βεβαιώσεων και άλλων εγγράφων τα οποία να δημιουργούν εκ πρώτης όψεως κίνδυνο άσκησης βίας ή επανάληψης άσκησης βίας. Ο Καθ' ου η αίτηση δια του συνηγόρου του προέβαλε τη θέση ότι η υπό κρίση αίτηση πάσχει επειδή όταν καταχωρήθηκε συνοδευόταν μόνο από ένορκη δήλωση της κυρίας Λουκά που δεν έχει άμεση γνώση των γεγονότων και δίχως να επισυνάπτει οποιαδήποτε αποδεικτικά έγγραφα. Αυτή η θέση δεν με βρίσκει σύμφωνο και ούτε ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Στην ένορκη δήλωση της κυρίας Λουκά που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση επισυνάπτονται δύο έγγραφα και συγκεκριμένα επιστολή ημερομηνίας 19.03.18 της Υπηρεσίας Καταπολέμησης Ναρκωτικών και ιατρικό έντυπο ημερομηνίας 16.03.18 του Δρ. Μάριου Θεοδοσίου του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου. Βέβαια όταν στην πορεία της αγόρευσης του υποδείχτηκε από το Δικαστήριο η ύπαρξη των εν λόγω εγγράφων, ο εν λόγω συνήγορος πείστηκε για την επισύναψη των εν λόγω εγγράφων στην ένορκη δήλωση της κυρίας Λουκά αλλά ανάφερε ότι του επιδόθηκε η ένορκη δήλωση χωρίς τα επισυνημμένα έγγραφα. Έχω ανατρέξει στο φάκελο της υπόθεσης και έχω εντοπίσει την ένορκη δήλωση του επιδότη που επέδωσε τα έγγραφα στον Καθ' ου η αίτηση. Η επίδοση των εγγράφων έγινε προσωπικά στον Καθ' ου η αίτηση στις 27.03.
  3. Εκτός από το δικαστικό διάταγμα, ένα από τα έγγραφα που επιδόθηκαν στον Καθ' ου η αίτηση ήταν η ένορκη δήλωση της οικογενειακού συμβούλου Μαρίας Λουκά του Επαρχιακού Γραφείου Ευημερίας Πάφου. Από ότι φαίνεται όμως η εν λόγω ένορκη δήλωση επιδόθηκε στον Καθ' ου η αίτηση χωρίς τα δύο προαναφερόμενα επισυνημμένα έγγραφα. Το ζήτημα που καλείται να εξετάσει τώρα το Δικαστήριο είναι αν η παράλειψη αυτή επιφέρει οποιαδήποτε επίπτωση στην πορεία της αίτησης. Θα πρέπει να λεχθεί ότι η παράλειψη αυτή έγινε στο στάδιο της επίδοσης των εγγράφων. Στο Δικαστήριο κατατέθηκαν όλα τα έγγραφα που ο Αιτητής είχε στη διάθεση του και αποκαλύφτηκαν όλα τα ουσιώδη γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση. Αυτό με τη σειρά του σημαίνει ότι δεν υπήρξε παραβίαση του καθήκοντος του Αιτητή για πλήρη αποκάλυψη των ουσιωδών γεγονότων αφού το Δικαστήριο κατά τη μονομερή εξέταση της αίτησης έλαβε υπόψη του όλα εκείνα τα δεδομένα που επενέργησαν στην κρίση του για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος χωρίς παραπλάνηση και παραπληροφόρηση. Είναι γεγονός ότι ο Καθ' ου η αίτηση δεν είχε υπόψη του εκείνα τα έγγραφα όταν καταχωρούσε την ένσταση του. Ωστόσο στο σώμα της αίτησης που είναι ένα από τα έγγραφα που του επιδόθηκαν γίνεται ονομαστική αναφορά αυτών των εγγράφων, μέσα από την οποία διατύπωση δίδεται σαφή εντύπωση ότι τα έγγραφα αυτά επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση της κυρίας Λουκά. Ο Καθ' ου η αίτηση μπορούσε και είχε κάθε δικαίωμα να ζητήσει τα έγγραφα αυτά που δεν του είχαν επιδοθεί πριν από την καταχώρηση της ένστασης του. Επέλεξε όμως να μην το πράξει. Εν πάση όμως περιπτώσει, μετά από παρέμβαση του Δικαστηρίου, αντίγραφα αυτών των εγγράφων δόθηκαν στο συνήγορο του Καθ' ου η αίτηση στο στάδιο της αγόρευσης του, ο οποίος είχε την ευκαιρία να τα σχολιάσει προς υποστήριξη της ένστασης του. Με γνώμονα τα πιο πάνω κανένα δικαίωμα και/ή συμφέρον του Καθ' ου η αίτηση επηρεάστηκε δυσμενώς και καμία αδικία προκλήθηκε εις βάρος του. Την ίδια στιγμή δεν πρέπει να λησμονείται ότι η υπό κρίση αίτηση δεν συνοδεύεται μόνο από την ένορκη δήλωση της κυρίας Λουκά αλλά και από ένορκη δήλωση του φερόμενου θύματος. Το ότι η ένορκη δήλωση του φερόμενου θύματος δεν καταχωρήθηκε ταυτόχρονα με την καταχώρηση της αίτησης δεν σημαίνει ότι δεν την υποστηρίζει. Το Δικαστήριο όταν εξέταζε μονομερώς την παρούσα αίτηση είχε ενώπιον του και την ένορκη δήλωση του φερόμενου θύματος, η οποία είχε ήδη καταχωρηθεί. Να σημειωθεί ότι η ένορκη δήλωση αυτή έχει επιδοθεί στον Καθ' ου η αίτηση. Το άρθρο 22 του Ν.119(Ι)/2000 δεν αποκλείει την προώθηση επιπρόσθετης ένορκης δήλωσης μετά την καταχώρηση της αίτησης. Αυτό που εξετάζεται είναι αν η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση στη βάση των προδιαγραφών που καθορίζονται. Στην προκειμένη περίπτωση η υπό κρίση αίτηση υποστηρίζεται από δύο ένορκες δηλώσεις, οι οποίες και τη συνοδεύουν. Ατυχώς η ένορκη δήλωση του φερόμενου θύματος φέρει τίτλο συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Από μια πρόχειρη ανάγνωση του περιεχομένου της εύκολα διαπιστώνεται ότι δεν έχει συμπληρωματική μορφή. Πρόκειται για επιπρόσθετη ένορκη δήλωση και το γεγονός ότι εκ λάθους αναφέρει ότι είναι συμπληρωματική δεν επηρεάζει την εγκυρότητα της. Για σκοπούς εξέτασης του κριτηρίου κατά πόσο δημιουργείται εκ πρώτης όψεως κίνδυνος άσκησης βίας ή επανάληψης βίας προέβηκα σε πρόχειρη ανάγνωση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων και γενικότερα του υπάρχοντος μαρτυρικού υλικού, χωρίς καθ' οιονδήποτε τρόπο αυτό να αξιολογείται και δίχως να καταλήγω σε ευρήματα επί γεγονότων. Από ότι μπορεί να διαφανεί είναι ότι στις 15.03.18 ο Καθ' ου η αίτηση φέρεται να κτύπησε ένα από τα ανήλικα παιδιά του ρίχνοντας το σε φωτιστικό ενώ στις 16.03.18 φέρεται να κτύπησε στο πρόσωπο το φερόμενο θύμα που είναι η σύζυγος του. Από ότι φαίνεται το φερόμενο θύμα εξετάστηκε την ίδια ημέρα από τον Δρ. Μάριο Θεοδοσίου του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου, ο οποίος φαίνεται να διαπίστωσε την ύπαρξη καρούμπαλου στο πρόσωπο του φερόμενου θύματος και προς τούτο εξέδωσε σχετικό ιατρικό πιστοποιητικό που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση της κυρίας Λουκά. Τα πιο πάνω περιστατικά φαίνεται να οδήγησαν το φερόμενο θύμα και τα τέσσερα ανήλικα παιδιά τους στο χώρο φιλοξενίας για θύματα ενδοοικογενειακής βίας στην Πάφο. Το φερόμενο θύμα φαίνεται να αντιλήφθηκε από τη συμπεριφορά του Καθ' ου η αίτηση μέσα από το περιστατικό που φέρεται να την κτύπησε ότι προηγουμένως είχε προβεί στη χρήση απαγορευμένων ουσιών. Επ' αυτού στην επιστολή ημερομηνίας 19.03.18 της ΥΚΑΝ που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση της κυρίας Λουκά καταγράφεται σχέση του Καθ' ου η αίτηση με απαγορευμένες ουσίες στο παρελθόν. Μπροστά στα πιο πάνω που προσκομίστηκαν δεν παρουσιάστηκε οτιδήποτε που να ανατρέπει το σκηνικό που δημιούργησε η μαρτυρία της πλευράς του Αιτητή. Οι ισχυρισμοί που ο Καθ' ου η αίτηση προέβαλε παρέμειναν γενικοί και αόριστοι. Η έννοια της βίας εξηγείται στο άρθρο 3
(1)του Ν.119(Ι)/2000 και ορίζεται ως: "οποιαδήποτε πράξη, παράλειψη ή συμπεριφορά με την οποία προκαλείται σωματική, σεξουαλική ή ψυχική βλάβη σε οποιοδήποτε μέλος της οικογένειας από άλλο μέλος της οικογένειας και περιλαμβάνει και τη βία που ασκείται με σκοπό την επίτευξη σεξουαλικής επαφής χωρίς τη συγκατάθεση του θύματος, καθώς επίσης και τον περιορισμό της ελευθερίας του." Από την ενώπιον μου μαρτυρία, αντικειμενικά αντικριζόμενη στην όψη της και μόνο, πάντοτε για σκοπούς και μόνο της παρούσας διαδικασίας, δημιουργείται εκ πρώτης όψεως κίνδυνος επανάληψης άσκησης βίας από τον Καθ' ου η αίτηση στο φερόμενο θύμα και σ' ένα από τα ανήλικα παιδιά του. Παράλληλα δημιουργείται εκ πρώτης όψεως κίνδυνος άσκησης βίας από τον Καθ' ου η αίτηση στα υπόλοιπα ανήλικα παιδιά του. Οι λεπτομέρειες μέσα από την μαρτυρία της πλευράς του Αιτητή μαζί με την ιατρική βεβαίωση που προσκομίστηκε, η καταφυγή σε ασφαλές μέρος σε συνδυασμό με γενικές και αόριστες τοποθετήσεις του Καθ' ου η αίτηση, οδηγούν προς την κατεύθυνση αυτή. Στη βάση των πιο πάνω δεν έχω εντοπίσει οποιαδήποτε παρατυπία, αντινομία και παράβαση της συναφούς με το θέμα νομοθεσίας της υπό κρίση αίτησης. Περαιτέρω έχω διαπιστώσει ότι συντρέχουν όλες οι απαιτούμενες ουσιαστικές προϋποθέσεις και ταυτόχρονα ικανοποιούνται όλα τα δικονομικά κριτήρια. Κατά συνέπεια ο πρώτος λόγος ένστασης δεν ευσταθεί και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Τα πιο πάνω καθιστούν αβάσιμο και τον τέταρτο λόγο ένστασης, ο οποίος επίσης απορρίπτεται. Με το δεύτερο λόγο ένστασης ο Καθ' ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε για αλλότριους σκοπούς. Ειδικότερα προβάλλεται η θέση ότι το φερόμενο θύμα προσπαθεί να πετύχει την απομάκρυνση του Καθ' ου η αίτηση από την οικία τους καθώς και για να αποκτήσει δημόσια βοηθήματα. Πρόκειται για γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς που παρέμειναν στη σφαίρα της λεκτικής διατύπωσης. Πέραν αυτού όμως, έστω και υπό αυτή τη μορφή, στερούνται λογικής. Πως δικαιολογείται ο ισχυρισμός του Καθ' ου η αίτηση περί προσπάθειας του φερόμενου θύματος να τον απομακρύνει από την οικία τους τη στιγμή που δεν επικαλείται κανένα πρόβλημα στις σχέσεις τους. Πως ακόμη δικαιολογείται ο ισχυρισμός του Καθ' ου η αίτηση ότι το φερόμενο θύμα στοχεύει στην είσπραξη δημόσιων βοηθημάτων τη στιγμή που ο Καθ' ου η αίτηση στην ένορκη δήλωση του αναφέρει ότι κερδίζει αρκετά χρήματα από την εργασία του που του επιτρέπει να συντηρεί άνετα την οικογένεια του, από τα οποία εισοδήματα εκτός από τα παιδιά τους επωφελείται το φερόμενο θύμα αλλά και οι γονείς της. Έχοντας υπόψη τα προαναφερόμενα ο δεύτερος λόγος ένστασης κρίνεται ανυπόστατος και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Με τον τρίτο λόγο ένστασης ο Καθ' ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του φερόμενου θύματος είναι προϊόν φαντασίας. Θα πρέπει να λεχθεί ότι στα πλαίσια της παρούσας αίτησης το Δικαστήριο δεν εξετάζει την αλήθεια των εκδοχών των μερών. Εδώ ο ρόλος του Δικαστηρίου δεν είναι για να αξιολογήσει την μαρτυρία που παρουσιάζεται ενώπιον του και ούτε για να καταλήξει σε ευρήματα επί γεγονότων και σε συμπεράσματα. Ούτε βέβαια για να αποφασίσει κατά πόσο ο Καθ' ου η αίτηση ευθύνεται ή όχι γι' αυτά που του αποδίδουν. Ούτε ασφαλώς το Δικαστήριο εκφέρει κρίση για ενοχή ή αθωότητα του Καθ' ου η αίτηση επί της συμπεριφοράς που του χρεώνουν. Αυτό που απλώς το Δικαστήριο αποφασίζει είναι αν από το ενώπιον του μαρτυρικό υλικό δημιουργείται εκ πρώτης όψεως κίνδυνος άσκησης βίας ή επανάληψης βίας στο φερόμενο θύμα και/ή σε οποιοδήποτε από τα παιδιά του. Κατά συνέπεια ο λόγος αυτός ένστασης δεν έχει έρεισμα και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Έχοντας συνεκτιμήσει και σταθμίσει όλα τα ενώπιον μου δεδομένα και παραμέτρους στη βάση του συνόλου των στοιχείων και της μαρτυρίας που έχουν προσκομιστεί ασκώ τη διακριτική μου ευχέρεια υπέρ της παράτασης της ισχύος του προσωρινού διατάγματος μέχρι τις 17.04.18. Εκείνη την ημέρα και ώρα 09:00 ορίζεται για να εξεταστεί κατά πόσο θα τερματιστεί η ισχύς του ή θα παραταθεί μέσα στα χρονικά πλαίσια που επιτρέπονται από τις πρόνοιες του άρθρου 22 του Ν.119(Ι)/2000. Καταληκτικά και εν' όψει της δραστικότητας του διατάγματος, καλείται η αστυνομία να προχωρήσει με την ολοκλήρωση της διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης. Σε ότι αφορά τη θέση του συνηγόρου του Καθ' ου η αίτηση για εκβιασμό του φερόμενου θύματος από λειτουργούς του Επαρχιακού Γραφείου Ευημερίας Πάφου, αυτό είναι ζήτημα που χρήζει διερεύνησης και γι' αυτό καλείται να προβεί σε καταγγελίες στις αρμόδιες αρχές. (Υπ.) ..................................... Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/ Applications/Interim Order (Αναφορά: Ποινικό/Ενδιάμεση Απόφαση/ Προσωρινό Διάταγμα αποκλεισμού από την οικογενειακή στέγη/Άρθρο 22 Ν.119(Ι)/2000) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.