ΚΑΛΛΙΟΠΗ ΜΑΥΡΟΝΙΚΟΛΑ κ.α. ν. ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΔΡΟΥΣΙΑΣ, Αγωγή: 2302/12, 18/4/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2018:A114 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Σατολιά, Ε.Δ. Αγωγή: 2302/12
- ΚΑΛΛΙΟΠΗ ΜΑΥΡΟΝΙΚΟΛΑ
- ΜΑΡΙΝΑ ΜΥΛΩΝΑ Ενάγουσες v. ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΔΡΟΥΣΙΑΣ Εναγόμενοι ____________________ 18.04.2018 Για τις Ενάγουσες: Χρίστος Σιμιλλίδης προσωπικά και για Αντρέα Χ. Ευτυχίου Για τους Εναγόμενους: Ιωάννης Παπαζαχαρία για Ιωάννης Παπαζαχαρία Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 02.07.2012 οι Ενάγουσες καταχώρησαν την παρούσα αγωγή εναντίον των Εναγομένων, με την οποία αξίωναν: «(Α) Δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι Εναγόμενοι , υπηρέτες και/ή αντιπρόσωποί των παράνομα και/ή αυθαίρετα επεμβαίνουν και/ή παρεμβαίνουν επί των ακινήτων των Εναγουσών και/ή οποιασδήποτε από αυτές που αναφέρονται στην παράγραφο 1
(1)
(2)πιο πάνω της Έκθεσης Απαίτησης, πέραν των ορίων του πλάτους και μήκους του υφιστάμενου επίσημου εγγεγραμμένου αγροτικού δρόμου και/ή μονοπατιού. Β) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσονται οι Εναγόμενοι, υπηρέτες ή αντιπρόσωποι των να άρουν και/ή σταματήσουν οποιαδήποτε επέμβαση και/ή παρέμβαση και/ή να απαγορεύεται σ' αυτούς να επεμβαίνουν και/ή παρεμβαίνουν με οποιοδήποτε τρόπο επί των ακινήτων των Εναγουσών και/ή οποιασδήποτε από αυτές που αναφέρονται στην παράγραφο 1
(1)
(2)πιο πάνω της Έκθεσης Απαίτησης, πέραν των ορίων του πλάτους και μήκους του υφιστάμενου επίσημου εγγεγραμμένου αγροτικού δρόμου και/ή μονοπατιού. Γ) Πληρωμή Γενικών και/ή Ειδικών και/ή Τιμωρητικών και/ή Αυξημένων και/ή Παραδειγματικών αποζημιώσεων λόγω συνεχιζόμενης παράνομης επέμβασης και/ή παρέμβασης επί των ακινήτων των ως αναφέρεται στις παραγράφους 10 και 11 της Έκθεσης Απαίτησης πιο πάνω. Δ) Πληρωμή ποσού πάνω από €1.590 ετησίως από Απρίλη του 1995 μέχρι έκδοσης απόφασης ως οι παράγραφοι 11 και 12 πιο πάνω της Έκθεσης Απαίτησης. Ε) Πληρωμή συνολικού ποσού €1.900 ως η παράγραφος 13
(1)
(2)της Έκθεσης Απαίτησης πιο πάνω. ΣΤ) Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία που ήθελε θεωρήσει σκόπιμη υπό τις περιστάσεις το Δικαστήριο. Ζ) Νόμιμο Τόκο. Η) Έξοδα και Φ.Π.Α.». Κατά την ακρόαση της υπόθεσης και πιο συγκεκριμένα στις 18.01.2018, η Ενάγουσα 2 απέσυρε ανεπιφύλακτα και χωρίς έξοδα την απαίτησή της, ως εκ τούτου η αγωγή σε σχέση με αυτή απορρίφθηκε. Συναφώς η παρούσα απόφαση αφορά μόνο την Ενάγουσα 1 (που στο εξής θα καλείται «Ενάγουσα»). Δικόγραφα Σύμφωνα με τους δικογραφημένους στην έκθεση απαίτησης η Ενάγουσα είναι ιδιοκτήτρια δυο χωραφιών, των τεμαχίων 242 και 243 (που στο εξής θα καλούνται «τεμάχιο 242» και «τεμάχιο 243» αντίστοιχα), που βρίσκονται στην τοποθεσία Φραμένα του χωριού Δρούσια της Επαρχίας Πάφου. Κατά μήκος μέρος των συνόρων τους υπάρχει επίσημος εγγεγραμμένος αγροτικός δρόμος και/ή μονοπάτι, ο οποίος και από τις δυο κατευθύνσεις του, στη νοτιοανατολική πλευρά των συνόρων των τεμαχίων, οδηγείται σε αδιέξοδο, καθώς οι δυο πλευρές του δεν ενώνονται μεταξύ τους. Τον Απρίλιο του 1995 η Ενάγουσα και η θυγατέρα της (πρώην Ενάγουσα 2)[1] έδωσαν γραπτές συγκαταθέσεις, με τις οποίες παραχώρησαν δωρεάν έκταση γης πλάτους έξι ποδιών, κατά μήκος των συνόρων των τεμαχίων, για τη διαπλάτυνση του υφιστάμενου επίσημου εγγεγραμμένου αγροτικού δρόμου και/ή μονοπατιού, προκειμένου να κατασκευασθεί δημόσιος δρόμος, τις οποίες απέσυραν κατά ή περί το Φεβρουάριο του 2009, αφενός μεν διότι νομιμοποιούνταν να πράξουν κάτι τέτοιο, χωρίς να επικαλεσθούν οποιοδήποτε λόγο, εφόσον έδιδαν στους Εναγόμενους εύλογη προειδοποίηση, πράγμα το οποίο έπραξαν, αφετέρου δε και ανεξάρτητα από το δικαίωμά τους αυτό, διότι οι Εναγόμενοι (α) δεν είχαν κατασκευάσει το δημόσιο δρόμο και είχαν εγκαταλείψει την προσπάθειά τους να τον κατασκευάσουν, παρά την πάροδο μεγάλου χρονικού διαστήματος, (β) είχαν καταλάβει και επιπρόσθετη έκταση γης από τα τεμάχιά τους, πέραν αυτής που προβλεπόταν στις συγκαταθέσεις και (γ) για το λόγο ότι οι συγκαταθέσεις είχαν δοθεί δωρεάν και χωρίς αντιπαροχή και επομένως είχαν δικαίωμα να τις αποσύρουν. Παρά την απόσυρση των συγκαταθέσεών τους οι Εναγόμενοι και οι υπηρέτες και/ή αντιπρόσωποί τους συνέχισαν και συνεχίζουν μέχρι σήμερα να κατέχουν και να χρησιμοποιούν τα τεμάχιά τους, ως αγροτικό δρόμο και/ή δρόμο, επεμβαίνοντας παράνομα σε αυτά σε έκταση 336 τετραγωνικών μέτρων στο τεμάχιο 242 και 90 τετραγωνικών μέτρων στο τεμάχιο 243. Σαν αποτέλεσμα των πιο πάνω η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι νομιμοποιείτο να καταχωρήσει την παρούσα αγωγή εναντίον των Εναγομένων αξιώνοντας τις θεραπείες που έχουν καταγραφεί αναλυτικά ανωτέρω. Στην έκθεση υπεράσπισης δικογραφείται ότι η αγωγή δεν μπορεί να προχωρήσει, λόγω κωλύματος (estoppel) δεδικασμένου, καθώς καλύπτεται από το δεδικασμένο της αγωγής 1933/2006 Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, η οποία αποσύρθηκε από την Ενάγουσα, ως διευθετηθείσα, στις 09.11.2009 και αφορούσε το ίδιο επίδικο ζήτημα. Όπως, μεταξύ άλλων, ισχυρίζονται οι Εναγόμενοι, αρνούμενοι ότι η Ενάγουσα δικαιούται τις θεραπείες που ζητά, στα πλαίσια της αγωγής αυτής συμφωνήθηκε και από κοινού δηλώθηκε στα πρακτικά να αποκοπεί και/ή απομακρυνθεί η άσφαλτος πέραν των έξι ποδών από τα επίδικα τεμάχια και ως εκ τούτου δόθηκε η συγκατάθεση της Ενάγουσας για απόσυρση της αγωγής. Αποτελεί επίσης ισχυρισμό των Εναγόμενων ότι δεν παρέβησαν τις συγκαταθέσεις και ότι δεν επενέβησαν εντός των επίδικων τεμαχίων, πέραν των έξι ποδών, που παραχωρήθηκαν από την Ενάγουσα και τη θυγατέρα της, καθώς και, με βάση τις συγκαταθέσεις, περιορίσθηκε το δικαίωμα θεραπειών, σε περίπτωση μη τήρησης των όρων τους, στην καταβολή αποζημιώσεων. Τέλος οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η Ενάγουσα και η θυγατέρα της δεν νομιμοποιούνταν και/ή δεν είχαν δικαίωμα να ανακαλέσουν τις συγκαταθέσεις τους και ζητούν την απόρριψη της αγωγής ως νομικά και ουσιαστικά αβάσιμης. Στην απάντηση στην υπεράσπιση, μεταξύ άλλων, δικογραφείται, ότι η αγωγή 1933/16, που είχε εγερθεί από την Ενάγουσα εναντίον των Εναγομένων, αφορούσε παράνομη επέμβαση στο τεμάχιο 242[2], η οποία συνίστατο στο ότι οι Εναγόμενοι, κατά τα έτη 2004-2006, διαπλάτυναν τον υφιστάμενο αγροτικό δρόμο στη νοτιοανατολική πλευρά του τεμαχίου πέραν της έκτασης που είχε δοθεί με τη συγκατάθεση, ότι η θεραπεία που ζητείτο ήταν η άρση της παράνομης επέμβασης και η επαναφορά του ακινήτου στην προτέρα κατάσταση, ότι οι Εναγόμενοι, σύμφωνα με υποχρέωση που ανέλαβαν ενώπιον του Δικαστηρίου ήραν την επέμβαση και επανέφεραν τα πράγματα όπως ήταν πριν από αυτή, οπότε η Ενάγουσα απέσυρε την αγωγή με έξοδα σε βάρος των Εναγομένων και ότι μετά την απόσυρση της αγωγής οι Εναγόμενοι συνέχισαν να επεμβαίνουν παράνομα και/ή να προκαλούν παράνομη επέμβαση στα επίδικα τεμάχια. Μαρτυρικό υλικό Για την απόδειξη της υπόθεσης της Ενάγουσας έδωσε ένορκη μαρτυρία η ίδια (Μ.Ε.1), ο Κωνσταντίνος Ευσταθίου (Μ.Ε.2), ο Ιωάννης Πολυβίου (Μ.Ε.3) και ο Γιάννης Χ"Οικονόμου (Μ.Ε.4), ενώ από τους Εναγόμενους δεν παρουσιάσθηκε καμιά μαρτυρία. Πέραν των πιο πάνω προφορικών μαρτυριών κατατέθηκαν συνολικά είκοσι
(20)τεκμήρια και ένα
(1)έγγραφο. Αμφότεροι οι συνήγοροι στις γραπτές αγορεύσεις τους[3] παρέπεμψαν το Δικαστήριο στην ενώπιον του μαρτυρία και με νομική και ουσιαστική επιχειρηματολογία υποστήριξαν την αποδοχή των εκατέρωθεν θέσεών τους. Κατάθεση τεκμηρίων για την αλήθεια του περιεχομένου τους - Κοινά αποδεκτά γεγονότα Κατά την ακρόαση της αγωγής τα ακόλουθα τεκμήρια κατατέθηκαν εκ συμφώνου και για την αλήθεια του περιεχομένου τους:
- Πιστοποιητικό Εγγραφής τεμαχίου 243 (τεκμήριο 1)
- Πιστοποιητικό Εγγραφής τεμαχίου 242 (τεκμήριο 2)
- Πιστοποιητικό Έρευνας Ακίνητης Ιδιοκτησίας για το τεμάχιο 242, ημερομηνίας 15.12.2014 (τεκμήριο 3)
- Πρακτικά αγωγής 1933/2006 Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, ημερομηνίας 23.10.2009 (τεκμήριο 6)
- Πρακτικό αγωγής 1933/2006 Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, ημερομηνίας 09.11.2009 (τεκμήριο 7)
- Γραπτή Δήλωση Ενάγουσας (τεκμήριο 8)
- Γραπτή Δήλωση Μαρίνας Μυλωνά (πρώην Ενάγουσας 2) (τεκμήριο 9). Επιπρόσθετα δηλώθηκε από κοινού ότι τα τεκμήρια 8 και 9 καταρτίστηκαν τον Απρίλιο του 1995 και ότι με επιστολή, ημερομηνίας 23.02.2009 (που κατατέθηκε εκ συμφώνου ως τεκμήριο 10, αλλά όχι για την αλήθεια του περιεχόμενου της) προς τον Έπαρχο Πάφου των Εναγουσών 1 και 2 ζητήθηκε ανάκληση της συγκατάθεσης (τεκμήριο 8). Σημειώνεται περαιτέρω, ότι από το περιεχόμενο των παραγράφων 2 της έκθεσης απαίτησης και 6 της έκθεσης υπεράσπισης, προκύπτει ως κοινά αποδεκτό γεγονός, ότι «οι Εναγόμενοι είναι το Κοινοτικό Συμβούλιο Δρούσιας της Κοινότητας Δρούσιας, επαρχίας Πάφου το οποίο συνεστήθηκε δυνάμει της σχετικής Νομοθεσίας και ανάμεσα σ' άλλα είναι αρμόδιο και/ή έχει εξουσία να μεριμνά για την κατασκευή, επίστρωση, ασφάλτωση ή βελτίωση δρόμων μέσα στα όρια της κοινότητας». Μαρτυρία Η Ενάγουσα (Μ.Ε.1) στην κυρίως εξέτασή της υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής της δήλωσης (Έγγραφο Α), στην οποία, αφού αναφέρει ότι είναι ιδιοκτήτρια των δυο επίδικων τεμαχίων, διευκρινίζοντας ότι έγινε ιδιοκτήτρια του τεμαχίου 243 στις 08.10.1974, δυνάμει δωρεάς από τη μητέρα της[4], και του τεμαχίου 242 στις 27.04.1999, δυνάμει δωρεάς από τη θυγατέρα της (πρώην Ενάγουσα 2)[5], ισχυρίζεται ότι κατά μήκος των συνόρων τους διέρχεται εγγεγραμμένος αγροτικός δρόμος, ο οποίος και από τις δυο κατευθύνσεις του, στη νοτιοανατολική πλευρά των συνόρων, οδηγείται σε αδιέξοδο, καθώς οι δυο πλευρές του δεν συνδέονται μεταξύ τους. Τον Απρίλιο του 1995, τόσο η ίδια, όσο και η θυγατέρα της (τότε ιδιοκτήτρια του τεμαχίου 242) έδωσαν τις γραπτές συγκαταθέσεις[6] και την άδεια τους στους Εναγόμενους για να παραχωρηθεί, δωρεάν και χωρίς αντάλλαγμα, έκταση γης πλάτους έξι ποδών κατά μήκος των συνόρων των τεμαχίων τους, με σκοπό τη διαπλάτυνση του υφιστάμενου εγγεγραμμένου αγροτικού δρόμου και την κατασκευή δημόσιου δρόμου. Μετά την παραχώρηση των συγκαταθέσεων οι Εναγόμενοι παρέλειψαν να κατασκευάσουν δημόσιο δρόμο, δεν εξασφάλισαν τις συγκαταθέσεις και των άλλων ιδιοκτητών ακινήτων στην περιοχή που ήταν απαραίτητες για την κατασκευή και/ή βελτίωση του αγροτικού δρόμου και εκτός από μια πρόχειρη, ελαττωματική και κακότεχνη βελτίωση του αγροτικού δρόμου δεν έκαναν τίποτε άλλο για τη δημιουργία δημόσιου δρόμου, αλλά αντίθετα κατέλαβαν και επιπρόσθετη έκταση γης από τα επίδικα ακίνητα πέραν αυτής που η Ενάγουσα και η θυγατέρα της είχαν παραχωρήσει με τις συγκαταθέσεις τους. Εξαιτίας τούτου αναγκάσθηκαν να τους κινήσουν την αγωγή 1933/16 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου για παράνομη επέμβαση που είχαν διαπράξει τα έτη 2004-2006 στο τεμάχιο 242, με την αποκοπή μέρους του στην νοτιοανατολική πλευρά του, πέραν της έκτασης για την οποία είχε δοθεί η συγκατάθεση. Με την αγωγή ζητείτο να σταματήσει η παράνομη επέμβαση και η αποκατάσταση και επαναφορά του τεμαχίου στην προτέρα του κατάσταση[7]. Οι Εναγόμενοι[8] ανέλαβαν ενώπιον του Δικαστηρίου την υποχρέωση να άρουν την παράνομη επέμβαση και να επαναφέρουν και αποκαταστήσουν το ακίνητο στην προτέρα του κατάσταση, πράγμα το οποίο έπραξαν και η αγωγή αποσύρθηκε στις 09.11.2009 με έξοδα σε βάρος των Εναγομένων[9]. Μετά την απόσυρση της αγωγής συνέχισαν να επεμβαίνουν και να προκαλούν επέμβαση, όπως και προηγουμένως, αυτή τη φορά και στα δυο ακίνητα. Το Φεβρουάριο του 2009 η Ενάγουσα και η θυγατέρα της, τόσο προφορικά, όσο και με επιστολή τους, ημερομηνίας 23.02.2009[10], προς τον Έπαρχο Πάφου που κοινοποίησαν και στους Εναγόμενους, απέσυραν τις συγκαταθέσεις γιατί θεώρησαν ότι αποδείχθηκε μάταιη η παραχώρηση της γης τους για την κατασκευή δημόσιου δρόμου. Ο Έπαρχος Πάφου μετά την παραλαβή της επιστολής τους προς αυτόν, ως εποπτεύουσα αρχή που ασκεί έλεγχο νομιμότητας των αποφάσεων των Εναγομένων, με επιστολή του, ημερομηνίας 08.06.2009[11], που κοινοποίησε στην Ενάγουσα και στο Κτηματολόγιο Πάφου, τους πληροφόρησε ότι δεν μπορούσαν να προχωρήσουν με την τμηματική εγγραφή του δρόμου και έπρεπε να αποφασίσουν να προωθήσουν τη διαδικασία απαλλοτρίωσης ή να εξασφαλίσουν τις συγκαταθέσεις των ιδιοκτητών. Μετά την απόσυρση των συγκαταθέσεων, οι Εναγόμενοι, οι υπηρέτες και/ή οι αντιπρόσωποί τους συνέχισαν να επεμβαίνουν αυθαίρετα και παράνομα στα ακίνητά τους και να προκαλούν επέμβαση σε αυτά, χωρίς τη συγκατάθεσή τους και παρά τις συνεχείς διαμαρτυρίες τους και ενστάσεις τους, τόσο προφορικά, όσο και γραπτώς, με επιστολές τους, ημερομηνίας 12.01.2010[12] προς τον Έπαρχο Πάφου, με κοινοποίηση προς τους Εναγόμενους και το Κτηματολόγιο Πάφου και ημερομηνίας 22.06.2010[13] προς τους Εναγόμενους, με κοινοποίηση στην Επαρχιακή Διοίκηση Πάφου και το Κτηματολόγιο Πάφου, καθώς και με επιστολές των δικηγόρων τους προς τους Εναγόμενους, ημερομηνίας 08.11.2011[14] και 19.01.2012[15]. Μάλιστα σαν αποτέλεσμα των πιο πάνω επιστολών τους, ημερομηνίας 12.01.2010 και 22.06.2010 ο Έπαρχος Πάφου κάλεσε τους Εναγόμενους να τερματίσουν το δρόμο που διέρχεται από τα ακίνητά τους ως μη νόμιμο. Σύμφωνα με συμβουλή του Τοπογράφου Μηχανικού Γιάννη Χ"Οικονόμου (Μ.Ε.4) που εξέτασε την παράνομη επέμβαση στα επίδικα ακίνητα προκύπτει ότι στο τεμάχιο 242 είναι περί τα 336 τετραγωνικά μέτρα συμπεριλαμβανομένου και του χώρου που καταλήφθηκε παράνομα για τη συνένωση των δυο άκρων του εγγεγραμμένου αγροτικού δρόμου που οδηγεί σε αδιέξοδο και στο τεμάχιο 243 είναι περίπου 90 τετραγωνικά μέτρα. Κατόπιν συμβουλής του υπ' αναφορά Τοπογράφου Μηχανικού ζήτησαν και έγινε και επιτόπια εξέταση για διαφορά ακινήτων από το Κτηματολόγιο για καλύτερη εξακρίβωση της έκτασης της παράνομης επέμβασης. Σύμφωνα με τα σχέδια του Κτηματολογίου το σύνολο της επέμβασης εξακριβώθηκε ότι είναι 346 τετραγωνικά μέτρα στο τεμάχιο 242 και 39 τετραγωνικά μέτρα στο τεμάχιο
- Σαν αποτέλεσμα της πιο πάνω παράνομης επέμβασης, υπέστηκαν και συνεχίζουν να υφίστανται ζημιές και απώλειες και σύμφωνα με Εκτίμηση του Εκτιμητή Ιωάννη Πολυβίου (Μ.Ε.3) η συνολική αγοραία αξία του μέρους της έκτασης γης των επίδικων ακινήτων, στο οποίο συνεχίζεται η παράνομη επέμβαση από τους Εναγόμενους, είναι περίπου €52.900 και η συνολική απώλεια της ενοικιαστικής αξίας και/η ενδιάμεσου οφέλους που υφίστανται από τη στέρηση του μέρους αυτού, είναι περίπου €1.590 ετησίως από τον Απρίλιο του
- Στην αντεξέτασή της, σε σχέση με τις συνθήκες υπογραφής των συγκαταθέσεων (τεκμήρια 8 και 9), η Ενάγουσα ισχυρίσθηκε ότι κάθε φορά που πήγαινε στη Δρούσια, την προσέγγιζε ο τότε Κοινοτάρχης, ονόματι Λούκας, ο οποίος έχει αποβιώσει, και της ζητούσε να δώσουν τις συγκαταθέσεις τους, διαβεβαιώνοντάς την ότι όλοι οι υπόλοιποι ιδιοκτήτες των ακινήτων που εφάπτονταν στο δρόμο είχαν υπογράψει και ότι σε κάποια στιγμή της έφερε τα υπ' αναφορά τεκμήρια και της είπε να τα υπογράψει, υποδεικνύοντας ότι τα χειρόγραφα γράμματα σε αυτά είναι δικά της και ότι υπέγραψε, τόσο η ίδια, όσο και η θυγατέρα της, χωρίς όμως να θυμάται (και κατά συνέπεια να είναι σε θέση να πει με βεβαιότητα) εάν υπέγραψε η ίδια και τις δυο συγκαταθέσεις. Παρόλο που συμφώνησε ότι οι συγκαταθέσεις είναι αμετάκλητες, υποστήριξε ότι είχε βάλει και τους δικούς της όρους, τους οποίους κατέγραψε σε αυτές, που, όπως υπέδειξε, πρέπει να σεβαστούν οι Εναγόμενοι. Απορρίπτοντας υποβολή, ότι οι όροι που επικαλείται με την αγωγή της ότι δεν τηρήθηκαν από τους Εναγόμενους είναι άλλοι από τους όρους που καταγράφονται στις συγκαταθέσεις, στις οποίες αναφέρεται ξεκάθαρα ότι παραχωρείται αμετάκλητα λωρίδα γης πλάτους 6 ποδών προς το Κοινοτικό Συμβούλιο για να γίνει δημόσιος δρόμος, υπέδειξε, ότι οι συγκαταθέσεις δόθηκαν με τον απαραίτητο όρο ότι το πλάτος της έκτασης που θα καταλαμβανόταν για τη δημιουργία δημόσιου δρόμου δεν θα υπερέβαινε την έκταση των έξι ποδών και ότι θα πέρναγε από την άκρη του κτήματός της, επισημαίνοντας ότι ο δημόσιος δρόμος δεν έγινε ποτέ, καθώς, παρά τις προφορικές διαβεβαιώσεις που της είχαν δώσει, ότι οι υπόλοιποι ιδιοκτήτες είχαν συγκατατεθεί, αυτές δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα. Όπως διευκρίνισε, αυτό που έγινε είναι ένας πολύ πρόχειρος δρόμος που ουσιαστικά περνά μόνο μέσα από τα δικά της τεμάχια και λόγω του ότι σε πολλά σημεία δεν είναι αρκετά φαρδύς (ούτε έξι ποδών όπως ανέφερε), τα διερχόμενα αυτοκίνητα αναγκάζονται να περνούν μέσα από το κτήμα της και να το καταπατούν, εξηγώντας ότι αυτό συμβαίνει, διότι (οι Εναγόμενοι) δεν πήραν, είτε με τη συγκατάθεσή τους, είτε με απαλλοτρίωση, έκταση έξι ποδών και από τους άλλους ιδιοκτήτες για να γίνει κανονικός δρόμος. Ερωτώμενη γιατί εφόσον, όπως ισχυρίζεται, συγκατατέθηκε με την προϋπόθεση ότι (οι Εναγόμενοι) είχαν πάρει ή θα έπαιρναν και τις συγκαταθέσεις των υπόλοιπων ιδιοκτητών, δεν ανέγραψε στις συγκαταθέσεις ότι απαραίτητος όρος για την παραχώρησή τους είναι να δοθούν και οι υπόλοιπες συγκαταθέσεις, ισχυρίσθηκε ότι δεν έκανε κάτι τέτοιο, διότι, αφενός μεν ο τότε Κοινοτάρχης την είχε διαβεβαιώσει ότι όλοι είχαν υπογράψει, πράγμα που όπως αποδείχθηκε εκ των υστέρων δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα, αφετέρου δε η ίδια περνούσε μια δύσκολη προσωπική περίοδο, καθώς χώριζε. Απαντώντας σε υποβολή ότι όσα γράφονται στις συγκαταθέσεις είναι οι όροι της συμφωνίας που έκανε με τους Εναγόμενους ανέφερε, ότι συμφωνεί, υποδεικνύοντας, ότι στους όρους τονίζει ότι η παραχώρηση της γης έγινε για να γίνει δημόσιος δρόμος, ο οποίος ουδέποτε έγινε και επιπλέον ότι οι δυο (υφιστάμενοι) αγροτικοί δρόμοι δεν εφάπτονταν μεταξύ τους και ότι (οι Εναγόμενοι) τους ένωσαν σε βάρος του τεμαχίου 242, πράγμα για το οποίο η ίδια δεν είχε συγκατατεθεί, καθώς, όπως επισήμανε, στους όρους των συγκαταθέσεων αναφέρεται σαφώς ότι παραχωρούν έξι πόδια για διαπλάτυνση του ήδη υφιστάμενου αγροτικού δρόμου και όχι για να ενωθούν τα δυο άκρα του. Σε ερώτηση πως ενώθηκαν τα δυο άκρα του αγροτικού δρόμου εξήγησε ότι αυτό έγινε σε βάρος του τεμαχίου 242 το οποίο ήταν μεταξύ των δυο άκρων του αγροτικού δρόμου, κάτι που, όπως ισχυρίσθηκε η ίδια δεν είχε αντιληφθεί ότι θα συνέβαινε, ούτε είχε συγκατατεθεί για να γίνει, επαναλαμβάνοντας, ότι έδωσε τη συγκατάθεσή της, αφού της είπαν ότι είχαν υπογράψει όλοι, για να μην είναι «η κακιά της υπόθεσης, η κακιά του χωριού» και διότι δεν της είχαν πει ότι θα ένωναν τους δυο αγροτικούς δρόμους σε βάρος του κτήματός της και υποστήριξε, για το λόγο που εξήγησε, ότι τα τεμάχιά της δεν θα είχαν οφέλη από τη διαπλάτυνση του δρόμου. Ανέφερε, ότι μετά που έδωσε τις συγκαταθέσεις οι Εναγόμενοι δεν κατασκεύασαν έναν κανονικό δρόμο, αλλά ένα πολύ πρόχειρο κομμάτι ασφάλτου, ο οποίος περνά ουσιαστικά μόνο από τα δικά της τεμάχια (242 και 243) και ότι ουδέποτε, από το 1995 μέχρι το 2006, που ήγειρε αγωγή εναντίον των Εναγομένων με άλλο δικηγόρο, έγινε προσπάθεια να γίνει κανονικός δρόμος, υποδεικνύοντας ότι οι Εναγόμενοι είχαν έντεκα ολόκληρα χρόνια για να φτιάξουν ένα δρόμο «της προκοπής», αλλά δεν το έκαναν διότι δεν είχαν πάρει τις συγκαταθέσεις, ούτε είχαν κάνει απαλλοτριώσεις. Σε σχέση με την αγωγή 1993/2006 διευκρίνισε ότι αφορούσε παράνομη επέμβαση σε ένα κομμάτι 300 τετραγωνικών μέτρων του τεμαχίου 242, επιπλέον των έξι ποδών που είχαν παραχωρηθεί, και ότι η αγωγή αποσύρθηκε μετά την άρση της από τους Εναγόμενους. Σε σχέση με τις εργασίες διαπλάτυνσης (του υφιστάμενου αγροτικού δρόμου) που έκαναν οι Εναγόμενοι ως το 1996 συμφώνησε ότι έγιναν ενόσω ήταν σε ισχύ οι συγκαταθέσεις. Αναφορικά με την ανάκλησή τους ισχυρίσθηκε ότι αυτό έγινε το 2009 (με την επιστολή, ημερομηνίας 23.02.2009 - τεκμήριο 10) όταν πλέον αντιλήφθηκε, για τους λόγους που εξήγησε, ότι οι Εναγόμενοι δεν είχαν πρόθεση να κάνουν το δημόσιο δρόμο, διευκρινίζοντας, ότι, παρόλο, που τις είχε ανακαλέσει σε χρόνο προγενέστερο της διευθέτησης και απόσυρσης της αγωγής (09.11.2009), το ζήτημα δεν τέθηκε στην αγωγή, κατόπιν συμβουλής των δικηγόρων της. Απαντώντας σε ερώτηση, πως η ίδια αντιλαμβάνεται την επέμβαση των Εναγομένων στα τεμάχιά της, εκτός από το παράπονό της ότι δεν ενέγραψαν το δημόσιο δρόμο, ανέφερε, ότι επειδή οι Εναγόμενοι πήραν μόνο τα έξι πόδια από τα δικά της τεμάχια και δεν πήραν αντίστοιχη έκταση από τα απέναντι τεμάχια, ο δρόμος δεν είναι αρκετά φαρδύς και τα διερχόμενα αυτοκίνητα (όχι των Εναγομένων) κινούνται εκτός από την άσφαλτο και σε μέρος των τεμαχίων της, εξηγώντας ότι, λόγω της στενότητας του δρόμου, που χωρά να περάσει μόνο ένα μικρό αυτοκίνητο, όταν συναντηθεί με ένα δεύτερο αυτοκίνητο, «θα πέσουν μέσα στο χωράφι της». Ισχυρίσθηκε, ότι μετά την απόσυρση των συγκαταθέσεων δεν προέβη σε καμιά ενέργεια, επί τόπου, για να μην περνούν τα αυτοκίνητα από το τεμάχιό της, διότι δεν ήθελε να έρθει σε ανοιχτή ρήξη και να μαλώνει και διότι είναι «και λλίο οξύθυμος ο Μουχτάρης». Απαντώντας σε υποβολή ότι μετά το 1996, εκτός από τις εργασίες που έγιναν με τη δική της συγκατάθεση, δηλαδή που απομακρύνθηκε η άσφαλτος πέραν των έξι ποδών, οι Εναγόμενοι δεν έκαναν καμιά άλλοι εργασία επιτόπου, απλά οι «πολίτες» οδηγοί συνεχίζουν να χρησιμοποιούν «εκείνο το μέρος», ανέφερε, ότι έχει την εντύπωση, καθώς δεν μένει στη Δρούσια, ότι σε μεταγενέστερο στάδιο μετά που τέλειωσε η δίκη (το 2009) έβαλαν ένα δεύτερο στρώμα από άσφαλτο, αλλά και πάλι είναι στενό το μέρος που έχει ασφαλτοστρωθεί, γι' αυτό και τα αυτοκίνητα που περνούν καταπατούν «μπόλικο χώρο» από τα δικά της τεμάχια. Αναφορικά με τη χρήση και εκμετάλλευση των επίδικων τεμαχίων ανέφερε ότι «πάντοτε» τα ενοικίαζε (σε όλη την επίδικη περίοδο από το 1995 και μέχρι σήμερα) σε αγρότες, κατοίκους του χωριού, οι οποίοι τα καλλιεργούν και της πληρώνουν ενοίκιο, διευκρινίζοντας ότι η ενοικίαση είναι για ένα έτος, συνομολογείται, με προφορική συμφωνία, τον Ιούνιο κάθε χρόνου και το ενοίκιο είναι 600 με 700 ευρώ το χρόνο και για τα δυο τεμάχια. Σε υποβολή ότι δεν έχει απώλεια ενοικίων, επειδή περνούν τα αυτοκίνητα μέσα από το κτήμα της, η θέση της Ενάγουσας ήταν ότι έχει, διότι αυτοί που τα ενοικιάζουν τα δηλώνουν στον ΚΟΑΠ (Κυπριακό Οργανισμό Αγροτικών Πληρωμών) και παίρνουν κάποια λεφτά. «Με αυτό που γίνεται ένα μεγάλο μέρος των δυο τεμαχίων είναι ανεκμετάλλευτο, διότι όταν βλέπουν άσφαλτο δεν τους το βάζουν μέσα, διότι δεν το υπολογίζουν σαν καλλιεργήσιμη γη». Επομένως επειδή «χάνουν αυτοί που τα ενοικιάζουν από τα λεφτά που θα έπαιρναν από τον ΚΟΑΠ» δίνουν και στην Ενάγουσα λιγότερα χρήματα ως ενοίκιο, που όμως δεν μπορεί να προσδιορίσει σε συγκεκριμένο ποσό, διότι δεν ξέρει πόσα παίρνουν αυτοί από τον ΚΟΑΠ. Ερωτώμενη πως αντιλαμβάνεται τον τερματισμό της επέμβασης, δηλαδή τι θέλει να κάνουν οι Εναγόμενοι, απάντησε ότι ουσιαστικά ζητά να αποσύρει τις υπογραφές της, επειδή, για τους λόγους που εξήγησε, οι Εναγόμενοι δεν έχουν υπόψη τους να κάνουν απαλλοτριώσεις και δεν έχουν πάρει τις υπογραφές των άλλων ιδιοκτητών και να της «επιστραφεί» το μέρος των τεμαχίων που της έχουν «πάρει». Τέλος, σε υποβολή ότι οι Εναγόμενοι δεν «κρατούν» τα τεμάχια της ή μέρος για να της το δώσουν πίσω, υποστήριξε, ότι ο τοπογράφος-μηχανικός (Μ.Κ.4) πήγε (επιτόπου) και έχει κάνει μελέτη και της κρατούν «αρκετά μέσα και από τα δυο τεμάχια». Σε υποβολή ότι οι Εναγόμενοι δεν την εμποδίζουν με οποιονδήποτε τρόπο να κατέχει τα τεμάχια της, ισχυρίσθηκε, ότι την εμποδίζουν «γιατί είναι καμιά φορά και τα λόγια, δεν είναι μόνο δηλαδή άπαξ και πάω και βάλω κάτι στύλους ή πέτρες ή θα έχω μεγάλη αντίδραση από το Κοινοτικό Συμβούλιο» και ότι «το είπαν επανειλημμένως, δεν σας είχε πει πρόσφατα που είπε να πάρουμε πίσω τα κομμάτια, ο Κοινοτάρχης είπε δεν δέχουμε να υπογράψει η κυρία Μαυρονικόλα, ότι θα γίνει ο δρόμος, άρα τον θέλουν τον δρόμο και τον θέλουν, ενώ τον πήραν μόνο που τα τεμάχια μου», προσθέτοντας (σε υποβολή ότι οι Εναγόμενοι δεν την εμποδίζουν και ούτε η ίδια δοκίμασε να τερματίσει τη χρήση αυτού του μέρους που ισχυρίζεται ότι της κρατούν οι Εναγόμενοι) ότι «είναι αλήθεια ότι δεν προέβηκα εγώ σε ενέργειες να κλείσω τον δρόμο, αλλά απευθύνθηκα στο Δικαστήριο δικαστικά, για να μου δώσει την άδεια το Δικαστήριο και να μου πει ότι αυτά τα κομμάτια πράγματι είναι δικά σου, δεν δικαιούνται να τα χρησιμοποιούν σαν δρόμο. Δηλαδή ήθελα μια νομική επιβεβαίωση ότι μπορώ να ανακαλέσω τις υπογραφές μας, τη δική μου και της κόρης μου. Το ήθελα νόμιμο, δεν ήθελα, δεν είμαι τύπος που θα πάω να πάρω πέτρες, βράχους και να κλείσω τον δρόμο από μόνη μου». Η μαρτυρία του Κωνσταντίνου Ευσταθίου (Μ.Ε.2), ο οποίος είναι Κτηματολογικός Γραφέας και εργάζεται στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου, με καθήκοντα τις επιτόπιες εξετάσεις συνοριακών διαφορών, περιστράφηκε γύρω από τα τεκμήρια 16 και 17, που ο ίδιος κατέθεσε στο Δικαστήριο. 'Όπως εξήγησε, αλλά και προκύπτει από το περιεχόμενο των τεκμηρίων, στις 08.11.2013 διεξήχθη επιτόπια εξέταση για επίλυση συνοριακής διαφοράς, σύμφωνα με την αίτηση με αριθμό ΑΧ2389/11, που αφορούσε το τεμάχιο 334 (δρόμος) και τα επίδικα τεμάχια 242 και
- Ο ρόλος του ήταν να εξετάσει τα στοιχεία των παρευρισκομένων, κατά την επιτόπια έρευνα, προσώπων και να τους ζητήσει να του υποδείξουν το διαφιλονικούμενο μέρος. Μαζί του ήταν και ο συνάδελφός του χωρομέτρης Κώστας Μπασδέκης. Παρόντες ήταν ο εκπρόσωπος των δημοσίων έργων Νεόφυτος Νεοφύτου και η Ενάγουσα. Στην παρουσία του ο Μπασδέκης ετοίμασε χωρομετρική εργασία. Η απόφαση για τη συνοριακή διαφορά, η οποία στάλθηκε σε όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη, εκδόθηκε στις 29.05.
- Η έκθεση για το αποτέλεσμα της επιτόπιας έρευνας στο τεμάχιο 242 είναι το τεκμήριο 16 και στο τεμάχιο 243 το τεκμήριο
- Από τις αναφορές του και το περιεχόμενο των υπ' αναφορά τεκμηρίων προκύπτει ότι σε συνολική έκταση 346 τετραγωνικών μέτρων του τεμαχίου 242 και σε έκταση 39 τετραγωνικών μέτρων του τεμαχίου 243 (οι εκτάσεις αυτές σημειώνονται με κίτρινο και κόκκινο χρώμα αντίστοιχα στα σχετικά τοπογραφικά σχέδια) έχει κατασκευασθεί μη εγγεγραμμένος δρόμος από πρέμιξ, που σε κάποια σημεία είναι χωματόδρομος. Ο μάρτυρας επισήμανε, ότι, σύμφωνα με το τοπογραφικό σχέδιο του τεκμηρίου 16 ο δημόσιος εγγεγραμμένος δρόμος τελειώνει στο πρόσωπο του τεμαχίου 243, που φαίνεται με κόκκινο χρώμα και ξεκινάει από το σημείο που εφάπτεται το τεμάχιο 242 με το τεμάχιο 88 μέχρι το τεμάχιο 244, διευκρινίζοντας ότι δεν υπάρχει δημόσιος εγγεγραμμένος δρόμος που ενώνει αυτά τα δυο σημεία και ότι επιτόπου αυτοί οι δυο δρόμοι ενώνονται μεταξύ τους, καθώς έχει κατασκευασθεί ο ανωτέρω αναφερόμενος μη εγγεγραμμένος δρόμος, που σε ένα μέρος του έχει άσφαλτο και σε άλλο είναι χωματόδρομος. Σύμφωνα με το μάρτυρα οι αποφάσεις (τεκμήρια 16 και 17) δεν έχουν προσβληθεί από τους Εναγόμενους, αφού, όπως διευκρίνισε, δεν ήταν εμπλεκόμενο μέρος στην υπόθεση, ούτε από κανένα άλλο (από τους εμπλεκόμενους). Στην αντεξέτασή του, μεταξύ άλλων, εξήγησε, ότι (κατά την επιτόπια εξέταση) ο Νεοφύτου εκπροσωπούσε την Κυπριακή Δημοκρατία, που είναι ιδιοκτήτρια του δημόσιου δρόμου, ανέφερε, ότι δεν γνωρίζει πότε κατασκευάσθηκε το πρέμιξ (στον μη εγγεγραμμένο δρόμο) και από ποιους και διευκρίνισε ότι με την αναφορά σε χωμάτινο δρόμο εννοεί ότι περνούν αυτοκίνητα. Ο Ιωάννης Πολυβίου (Μ.Ε.3), ο οποίος είναι εκτιμητής ακινήτων, ετοίμασε, με οδηγίες της Ενάγουσας, εκτίμηση για τα επίδικα τεμάχια, το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε και την οποία κατέθεσε ως τεκμήριο
- Σημειώνεται, ότι ο δικηγόρος των Εναγομένων, κατά την κατάθεση του ανωτέρω τεκμηρίου, δήλωσε ότι δέχεται το πόρισμα του Μ.Ε.3 όσον αφορά την εκτιμημένη αξία του ακινήτου (ακινήτων). Όπως ανέφερε, στην κυρίως εξέτασή του, αλλά και προκύπτει από το τεκμήριο 18, η έκθεσή του ετοιμάσθηκε στις 20.05.2012, η επιτόπια επιθεώρηση των ακινήτων έγινε στις 27.03.2012 και ο υπολογισμός της αγοραίας αξίας (market Value) τους έχει γίνει στην ημερομηνία 31.03.
- Όπως περαιτέρω διευκρίνισε η έκθεση για το τεμάχιο 242 αναφέρεται σε επέμβαση σε έκταση 336 τετραγωνικών μέτρων και για το τεμάχιο 243 έκταση 90 τετραγωνικών μέτρων, στη βάση σχετικών μετρήσεων του Γιάννη Χ"Οικονόμου (Μ.Ε.4). Επειδή όμως (με βάση τα τεκμήρια 16 και 17) η επέμβαση είναι 346 τετραγωνικά μέτρα στο τεμάχιο 242 και 39 τετραγωνικά μέτρα στο τεμάχιο 243, αναπροσάρμοσε την εκτίμησή του για την ενοικιαστική αξία των υπ' αναφορά εκτάσεων σε €1.245 ετησίως (από €1.210 που αναφέρει στην έκθεση) για το τεμάχιο 242 και σε €165 ετησίως (από €380 που αναφέρει στην έκθεση) για το τεμάχιο
- Για να ετοιμάσει την έκθεση επισκέφθηκε τα τεμάχια, τα οποία βρίσκονται στην οικιστική ζώνη του χωριού Δρούσια, όπου και παρέμεινε για 10-15 λεπτά. Σύμφωνα με το μάρτυρα ο δρόμος φαίνεται να χρησιμοποιείται από οχήματα. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι τα επίδικα τεμάχια είναι οικιστικά και ανήκουν στην πολεοδομική ζώνη Κα8δ, με συντελεστή δόμησης 60% και επικρατούσα χρήση την οικιστική. Δεν είναι ανεπτυγμένα και όταν τα επισκέφθηκε το Μάρτιο του 2012 ήταν κενά χωράφια. Εξήγησε ότι στην έκθεσή του, η ενοικιαστική αξία έχει υπολογισθεί στο 3% ετησίως επί της αγοραίας αξίας, η οποία εκτιμήθηκε στα €120 το τετραγωνικό μέτρο για το τεμάχιο 242 και σε €140 το τετραγωνικό μέτρο για το τεμάχιο 243, διευκρινίζοντας ότι το 3% αντιπροσωπεύει το αγοραίο ενοίκιο. Ανέφερε, ότι η έκθεσή του εκτιμητικά στηρίζεται σε παρόμοιες ενοικιάσεις παρόμοιων ακινήτων και επισήμανε ότι σε αυτή δεν περιλαμβάνεται καμιά συγκριτική ενοικίαση της ευρύτερης περιοχής της Δρούσιας, υποδεικνύοντας ότι η αξία ενοικίασης έχει υπολογισθεί στην αξία της οικιστικής χρήσης με βάση τη ζώνη που είναι οικιστική, καθώς, όπως ισχυρίσθηκε, ένας ενοικιαστής μπορεί να τα ενοικιάσει με σκοπό την ανέγερση κατοικιών, στη βάση μακροχρόνιας ενοικίασης, για 50 ή 60 χρόνια. Παρόλο που αποδέχθηκε, ότι η μοναδική περίπτωση (μακροχρόνιας ενοικίασης με οικιστική αξιοποίηση) στην επαρχία Πάφου είναι στην περιοχή του Coral Bay, επέμεινε ότι είναι μια μέθοδος που εκτιμητικά χρησιμοποιείται. Υποστήριξε τέλος ότι η απώλεια των 39 τετραγωνικών μέτρων στο τεμάχιο 243 μπορεί να επηρεάσει το συντελεστή δόμησης, παρότι, όπως ανέφερε, ο ίδιος εκτιμά αξίες και δεν μπορεί να γνωρίζει εάν (λόγω της ισχυριζόμενης επέμβασης) θα επηρεαστεί ή όχι ο συντελεστής δόμησης. Ο Γιάννης Χ"Οικονόμου (Μ.Ε.4), ο οποίος είναι Αγρονόμος Τοπογράφος Μηχανικός (με δήλωση του δικηγόρου των Εναγομένων τα προσόντα του δεν αμφισβητήθηκαν), στην κυρίως εξέτασή του, κατέθεσε (ως τεκμήριο 19) την έκθεση, ημερομηνίας 09.10.2011, που ετοίμασε, κατόπιν αιτήματος της Ενάγουσας. Όπως ανέφερε, μετά από αυτή την έκθεση του έστειλε επιστολή ο εκ των δικηγόρων της Ενάγουσας, κ. Ευτυχίου, στην οποία απάντησε γραπτώς, με επιστολές του, ημερομηνίας 20.01.2012 (δυο επιστολές) και 26.04.2012 (που κατατέθηκαν και σημειώθηκαν ως τεκμήριο 19). Όπως περαιτέρω ανέφερε η υπόθεση εξελίχθηκε σε συνοριακή διαφορά και εξετάσθηκε από το Κτηματολόγιο, με τα αποτελέσματα του οποίου συμφωνεί. Ισχυρίσθηκε τέλος ότι η χωρομετρική του εργασία επιτόπου διήρκησε περίπου τρεις με τέσσερις ώρες και ότι, σε αυτό το χρονικό διάστημα, ο δρόμος χρησιμοποιείτο από οχήματα. Στην αντεξέτασή του, συμφώνησε ότι υπερισχύει η απόφαση του Κτηματολογίου και ότι οι μετρήσεις που έκανε, όπου διαφωνούν με τις μετρήσεις του Κτηματολογίου, δεν πρέπει να ληφθούν υπόψη και ότι, όταν πήγε το 2011 και το 2012 τα τεμάχια ήταν χέρσα χωράφια και δεν είχαν οποιαδήποτε αξιοποίηση ή χρήση. Αξιολόγηση μαρτυρίας Η ανάλυση των στοιχείων που οδηγούν στην αξιολόγηση της φιλαλήθειας ενός μάρτυρα, έχει, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Sayed v. Πλοίου M/V Mary John κ.α.[16], δύο επάλληλα στοιχεία. Το πρώτο αφορά στο περιεχόμενο της ίδιας της μαρτυρίας. Τα αναφερόμενα σε αυτήν υποβάλλονται στη βάσανο της εύλογα αναμενόμενης ανθρώπινης λειτουργίας και βεβαίως συγκρίνονται και με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό στην υπόθεση. Το άλλο, ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι, αν λέει την αλήθεια. Αξιολογώντας τη μαρτυρία δεν περιορίστηκα μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα (Rana και Άλλου v. Δημοκρατίας[17]), αλλά την παρέβαλα και διερεύνησα στο σύνολο της υπόλοιπης μαρτυρίας (βλ. κατ΄αναλογίαν, Βασιλείου v. Αστυνομίας[18] και Φώτσιου v. Ηροδότου[19]). Επιπρόσθετο εφόδιο αξιολόγησης, αποτέλεσε η δικαστική μου τριβή, εμπειρία και γνώση περί της ανθρώπινης φύσης, που κατά τη νομολογία, αποτελούν γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης (ανθρώπινη βεβαίως), για εύρεση της αλήθειας (βλ. κατ΄ αναλογίαν, C & A Pelekanos Associates Limited v. Πελεκάνου[20]). Το Δικαστήριο ασφαλώς διατηρεί πάντα τη δυνατότητα να αποδεχθεί μέρος μιας μαρτυρίας και να απορρίψει άλλη. Δεν υπάρχει κανόνας ότι μια μαρτυρία θα πρέπει να γίνει αποδεκτή ή να απορριφθεί στην ολότητα της (βλ. Γεώργιος Σάββα ν. Αστυνομίας[21] και Αντώνης Σωτηρίου ν. Αστυνομίας[22]). Σε σχέση με τη μαρτυρία ειδικών-εμπειρογνωμόνων μαρτύρων, η μαρτυρία τους αξιολογήθηκε και αντιμετωπίστηκε στη βάση των καλά καθιερωμένων αρχών για το ζήτημα (Cross on Evidence[23], Republic v. Chacholiades[24]). Παρά το γεγονός ότι η συμπεριφορά στο εδώλιο ενός εμπειρογνώμονα παραμένει ένα από τα στοιχεία για να κριθεί η αξία της γνώμης του (Star Fiberglass v. Elneda Trading Ltd) δεν θεώρησα κατά την αξιολόγηση του την παράμετρο αυτή τόσο σημαντική όσο στην περίπτωση των άλλων μαρτύρων και τούτο, βάσει σαφών υποδείξεων της νομολογίας (βλ. Αθηνής ν. Δημοκρατίας[25] και Star Fiberglass Ltd v. Elneda Trading Ltd[26]), χωρίς ασφαλώς να σημαίνει πως αξιολόγησα τη μαρτυρία τους στη βάση άλλων από τις καθιερωμένες αρχές ή τους αντιμετώπισα κατά διαφορετικό τρόπο από τους υπόλοιπους μάρτυρες. Κάτι τέτοιο θα ήταν παντελώς ασύμβατο με καλά καθιερωμένες νομολογιακές αρχές (βλ. κατ΄ αναλογίαν Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους ν. Κονναρή[27] και Ψάλτης ν. Αστυνομίας[28]). Αναμφίβολα, η σοβαρότητα και υπευθυνότητα με την οποία μάρτυρες-πραγματογνώμονες εκτελούν τα καθήκοντα τους, αποτελεί σημαντικό στοιχείο αξιολόγησης τους (βλ. κατ' αναλογίαν Μιτσιγιώργη και Άλλος ν. Αδελφών Γαλαζή (Ομόρρυθμης Εταιρείας)[29]). Στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης, είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω και να ακούσω, με την ίδια προσοχή και υπομονή, όλους τους μάρτυρες κατά τη διάρκεια που κατέθεσαν ενόρκως ενώπιον μου. Αξιολογώντας τη μαρτυρία τους (με πλήρη πάντα επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αποσυναρτημένα επιπέδου απόδειξης), έθεσα ως δείκτη, ανάμεσα σε άλλα, το διαδικαστικό στάδιο από το οποίο ανέκυψε η μαρτυρία αυτή, την πηγή και εμβέλεια των γνώσεων των μαρτύρων, στο βαθμό που τούτες αφορούσαν εκείνα περί των οποίων κατέθεταν, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν να αντιληφθούν τα διαδραματισθέντα, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά περί των οποίων κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών ανακολουθιών και αντιφάσεων (σε συγκριτική εξέταση με τις μικροαντιφάσεις), την ύπαρξη προηγούμενων γραπτών ή προφορικών ασυνεπών ή αντιφατικών δηλώσεων, την ειλικρίνεια και τρόπο αφήγησης των γεγονότων, το φυσικό ή αφύσικο των αντιδράσεων τους στο εδώλιο του μάρτυρα, την ύπαρξη νευρικότητας ή επιφυλακτικότητας, και τη γενικότερη ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν ενώ έδιναν μαρτυρία. Ήμουν εξαιρετικά προσεκτικός στο να μην αποδώσω υπέρμετρη βαρύτητα στα εξωτερικά χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς τους, γνωρίζοντας ότι κάτι τέτοιο, ενδεχομένως, να ενέχει κινδύνους (βλ. κατ΄αναλογίαν, Νικολάου v. Παπαϊωάννου[30]), επειδή δεν είναι σπάνιο κάποιοι μάρτυρες να έχουν ιδιαίτερη ικανότητα στο να προβάλλουν μια τελείως διαφορετική εικόνα από εκείνη που πραγματικά τους χαρακτηρίζει (βλ. κατ΄αναλογίαν, Χριστοφή v. Ζαχαριάδη[31]), αλλά και διότι κάποιες συμπεριφορές στο εδώλιο του μάρτυρα μπορεί να ορμώνται από πλειάδα αιτιών χωρίς αναγκαστικώς αυτές να εκπορεύονται από διάθεση ψεύδους ή παραπλάνησης (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Χρίστου v. Ηροδότου και Άλλων[32]). Η μαρτυρία της Ενάγουσας περιστράφηκε γύρω από τα γεγονότα, στα οποία στηρίζεται η απαίτησή της και οι θεραπείες που ζητά, με ιδιαίτερη και εκτενή αναφορά στις συνθήκες υπογραφής των συγκαταθέσεων (τεκμήρια 8 και 9) και των όρων υπό τους οποίους υπογράφθηκαν, οι οποίοι, σύμφωνα πάντα με την εκδοχή της, λόγω του ότι δεν τηρήθηκαν από τους Εναγόμενους, την οδήγησαν στην απόφαση να τις ανακαλέσει. Όπως έχει ήδη σημειωθεί σε προηγούμενο σημείο της απόφασης τα τεκμήρια 8 και 9 έχουν κατατεθεί εκ συμφώνου και για την αλήθεια του περιεχομένου τους. Είναι σημαντικό λοιπόν, προκειμένου να αξιολογηθεί η σχετική με αυτό το ζήτημα μαρτυρία της Ενάγουσας αυτό να παρατεθεί αυτούσιο. Επισημαίνεται, για σκοπούς αναφοράς, ότι το περιεχόμενο των υπ' αναφορά τεκμηρίων είναι ταυτόσημο, τόσο, όσον αφορά το δακτυλογραφημένο (έντυπο) μέρος τους, όσο και όσον αφορά τις χειρόγραφες σημειώσεις, που σύμφωνα με την Ενάγουσα, γράφθηκαν από την ίδια. « ΔΗΛΩΣΗ[33] Η υποφαινόμενη Καλλιόπη Μαυρονικόλα εκ Λευκωσίας δηλώ ότι είμαι ο ιδιοκτήτης του κτήματος τεμάχιο αρ. 81, 82 Φύλλο/Σχέδιο 35/34 αριθμός εγγραφής 12663 στο χωριό Δρούσια.
- Με την παρούσα δήλωσή μου συγκατατίθεμαι όπως έκταση 6 (έξι) ποδών κατά μήκος των συνόρων από το πιο πάνω κτήμα μου αφαιρεθεί από την ιδιοκτησία μου και εγγραφεί ως δημόσιος δρόμος. Το υπόλοιπο κτήμα να εγγραφεί στο όνομά μου.
- Η παραχώρηση στο δημόσιο δρόμο γίνεται δωρεάν/έναντι του ποσού ..
- Ο νέος δρόμος έχει χωρομετρηθεί και δεικνύεται στο Κτηματολογικό σχέδιο που βρίσκεται στο φάκελλο του Κτηματολογίου αρ. .....
- Η παρούσα συγκατάθεση μου είναι αμετάκλητη και δεσμεύει και τους επόμενους διαδόχους μου στην ιδιοκτησία. Η συγκατάθεσή μου δίνεται με τον απαραίτητο όρο ότι το πλάτος που θα καταληφθεί μέρους του κτήματος μου για τη δημιουργία δρόμου δεν θα υπερβαίνει την έκταση των 6 (έξι) ποδών & επίσης ότι ο δημόσιος δρόμος θα περνά από την άκρη του κτήματός μου (τεμ. 81, 82) & θα είναι διαπλάτυνση του ήδη υφιστάμενου αγροτικού δρόμου. Αν οι πιο πάνω όροι δεν γίνουν σεβαστοί θα πρέπει να μου καταβληθεί αποζημίωση[34]». Ο γενικός κανόνας είναι ότι δεν επιτρέπεται προφορική μαρτυρία, η οποία έρχεται σε αντίθεση με έγγραφο που κατατίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου[35]. Πόσω μάλλον όταν τα έγγραφα, όπως στην υπό συζήτηση περίπτωση τα τεκμήρια 8 και 9, έχουν κατατεθεί για την αλήθεια του περιεχομένου τους, δηλαδή ως απόδειξη του τι αναφέρεται σε αυτά[36]. Όταν μια συμφωνία έχει αποτυπωθεί εγγράφως, είτε ύστερα από επιθυμία των συμβαλλόμενων, είτε ως αποτέλεσμα νομικής υποχρέωσης, δεν επιτρέπεται η αποδοχή εξωγενούς μαρτυρίας (extrinsic evidence) για να αντικρούσει, τροποποιήσει, αφαιρέσει ή προσθέσει στους όρους της[37]. Πέραν τούτου είναι γνωστή η αρχή (ερμηνείας εγγράφων), ότι οι συμφωνίες μεταξύ των διαδίκων μερών πρέπει να ερμηνεύονται όπως καθορίζει η νομολογία: συνολικά και με συμμετρικότητα ώστε να μη δημιουργείται δυσαρμονία στην εξήγησή τους[38]. Στην προκείμενη περίπτωση το περιεχόμενο των τεκμηρίων 8 και 9 είναι σαφές και δεν επιδέχεται οποιασδήποτε άλλης ερμηνείας, πέραν του ότι, με τις υπ' αναφορά δηλώσεις, η Ενάγουσα και η θυγατέρα της συγκατατέθηκαν, αμετάκλητα και δεσμεύοντας και τους επόμενους διαδόχους τους στα τεμάχια, όπως έκταση έξι
(6)ποδών κατά μήκος των συνόρων των επίδικων τεμαχίων 242 και 243 αφαιρεθεί, δωρεάν και χωρίς την καταβολή αποζημίωσης, από τον τίτλο τους και εγγραφεί ως δημόσιος δρόμος και όπως η υπόλοιπη έκταση των τεμαχίων εγγραφεί επ' ονόματι τους, εφόσον (α) το πλάτος της παραχωρηθείσας έκτασης δεν θα υπερέβαινε τα 6 πόδια, (β) ο δημόσιος δρόμος θα περνούσε από την άκρη των τεμαχίων και (γ) θα ήταν διαπλάτυνση του ήδη υφιστάμενου αγροτικού δρόμου, ενώ σε αντίθετη περίπτωση, δηλαδή σε περίπτωση μη τήρησης αυτών των όρων, θα έπρεπε να τους καταβληθεί αποζημίωση. Στη βάση των πιο πάνω νομολογιακών αρχών και έχοντας υπόψη το περιεχόμενο των τεκμηρίων 8 και 9, ως έχει εκτεθεί ανωτέρω, το Δικαστήριο δεν αποδέχεται το μέρος της μαρτυρίας της Ενάγουσας, ότι η παραχώρηση των υπό συζήτηση συγκαταθέσεων από την ίδια και τη θυγατέρα της (πρώην Ενάγουσα 2) έγιναν υπό οποιουσδήποτε άλλους όρους ή προϋποθέσεις (για παράδειγμα ότι οι Εναγόμενοι θα έπαιρναν και τις συγκαταθέσεις των υπόλοιπων ιδιοκτητών, ότι δεν θα ένωναν τον υφιστάμενο αγροτικό δρόμο διαμέσου του τεμαχίου 242 και ότι θα επηρεάζονταν εξίσου όλα τα τεμάχια εκατέρωθεν του δρόμου) πέραν των ανωτέρω, που κατέγραψε η ίδια η Ενάγουσα, κατά την υπογραφή τους. Αντίθετα γίνεται αποδεκτή η θέση της ότι σκοπός της παραχώρησης ήταν η κατασκευή από τους Εναγόμενους δημόσιου δρόμου, καθώς αυτό προκύπτει ξεκάθαρα από το περιεχόμενο των υπ' αναφορά τεκμηρίων, όπως και ο ισχυρισμός της, ότι ο συγκεκριμένος δημόσιος δρόμος δεν έχει κατασκευασθεί και εγγραφεί μέχρι σήμερα, με αποκλειστική ευθύνη των Εναγομένων, που δεν εξασφάλισαν τις συγκαταθέσεις των ιδιοκτητών των άλλων ακινήτων και δεν προχώρησαν στις αναγκαίες απαλλοτριώσεις. Άλλωστε οι ως άνω τοποθετήσεις της δεν έχουν κατ' ουσία αμφισβητηθεί κατά την αντεξέτασή της. Ιδιαίτερα σε σχέση με τον ισχυρισμό της ότι δεν είχαν συγκατατεθεί να ενωθούν τα δυο άκρα του υφιστάμενου εγγεγραμμένου αγροτικού δρόμου διαμέσου του τεμαχίου 242, πέραν του ότι στις δηλώσεις αναφέρεται σαφώς ότι θα αφαιρεθεί έκταση πλάτους έξι
(6)ποδών κατά μήκος των συνόρων των τεμαχίων 242 και 243, αυτός απορρίπτεται και για τον επιπρόσθετο λόγο, ότι, από τη μελέτη των τοπογραφικών σχεδίων του τεκμηρίου 16, συμπεραίνεται ότι η παραχώρηση των συγκαταθέσεων δεν θα είχε νόημα εάν ο δρόμος δεν περνούσε από το τεμάχιο 242 κατά μήκος των συνόρων του. Περαιτέρω από τη μαρτυρία της Ενάγουσας δεν λαμβάνεται υπόψη ο ισχυρισμός της ότι ο Έπαρχος Πάφου κάλεσε τους Εναγόμενους να τερματίσουν το δρόμο που διέρχεται από τα ακίνητά τους ως μη νόμιμο, διότι δεν είναι δικογραφημένος, και δεν γίνονται αποδεκτές οι αναφορές της στα ευρήματα του Τοπογράφου Μηχανικού Γιάννη Χατζηοικονόμου (Μ.Ε.4), που εξέτασε την παράνομη επέμβαση στα επίδικα ακίνητα, ότι στο τεμάχιο 242 είναι περί τα 336 τετραγωνικά μέτρα και στο τεμάχιο 243 είναι περίπου 90 τετραγωνικά μέτρα, καθώς οι συγκεκριμένες μετρήσεις, όπως θα καταδειχθεί στη συνέχεια, είναι λανθασμένες, όπως και ο ισχυρισμός της, ότι έχει την εντύπωση, ότι σε μεταγενέστερο στάδιο που τελείωσε η δίκη (το 2009) οι Εναγόμενοι έβαλαν ένα δεύτερο στρώμα από άσφαλτο, για το λόγο, ότι δεν έπεισε ότι ήταν βέβαιη ότι έγινε κάτι τέτοιο, αφού, όπως διευκρίνισε, δεν μένει στη Δρούσια, αλλά στη Λευκωσία, υπονοώντας ότι δεν είχε ιδία γνώση. Κατά τα λοιπά η μαρτυρία της γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο. Η μαρτυρία του Μ.Ε.2 γίνεται αποδεκτή στο σύνολό της, καθώς, παρόλο που ο συγκεκριμένος μάρτυρας κλήθηκε από την πλευρά της Ενάγουσας, η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέτασή του, κατά την οποία του υποβλήθηκαν μόνο διευκρινιστικές ερωτήσεις. Σύμφωνα με τη νομολογία[39],όταν ένας μάρτυρας δεν αντεξετάζεται σε ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας του, παρέχεται στο δικαστήριο διακριτική ευχέρεια να θεωρήσει την παράλειψη αυτή ως αποδοχή των ισχυρισμών του στο σημείο που δεν αντεξετάστηκε. Κατά κανόνα η παράλειψη αντεξέτασης ισοδυναμεί με παραδοχή[40]. Στην προκείμενη περίπτωση, το δικαστήριο, ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, κρίνει, ότι η παράλειψη αντεξέτασης του Μ.Ε.2, ισοδυναμεί με παραδοχή από την πλευρά των Εναγόμενων του συνόλου της μαρτυρίας του και κατά συνέπεια την αποδέχεται στο σύνολό της ως πλήρως αξιόπιστη. Άλλωστε η ως άνω διαπίστωσή του Δικαστηρίου για την ποιότητα της μαρτυρίας του επιβεβαιώνεται αβίαστα από τη διεργασία αξιολόγησής της. Σύμφωνα με τη γενικότερη θεώρηση της νομολογίας για τη μαρτυρία των εμπειρογνωμόνων μαρτύρων, το Δικαστήριο, αφού πρώτα πειστεί ότι ένας μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας στον τομέα που καταθέτει, στη συνέχεια θα πρέπει να εξετάσει αν με τη μαρτυρία του έχει δώσει τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια και εφόδια ώστε να καταστήσει ικανό το Δικαστήριο να ελέγξει την ακρίβεια των συμπερασμάτων του, προκειμένου να σχηματίσει τη δική του, ανεξάρτητη κρίση, με την εφαρμογή των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που έχουν αποδειχθεί με μαρτυρία. Η επιστημονική μαρτυρία η οποία τίθεται στη διάθεση του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να υποκαταστήσει το έργο του, αλλά να το υποβοηθήσει να καταλήξει, στη περίπτωση πάντα που χρειάζεται ιδιαίτερη επιστημονική πληροφόρηση που δεν εμπίπτει στη σφαίρα εμπειριών και γνώσεων του Δικαστηρίου, σε κάθε θέμα που τελεί υπό εξέταση. Ο ειδικός-εμπειρογνώμονας μάρτυρας, βοηθά κατ' ουσία με την παράθεση των σχετικών επιστημονικών κριτηρίων και εξειδικευμένων γνώσεων του το Δικαστήριο να καταλήξει στα δικά του, ανεξάρτητα συμπεράσματα (βλ. μεταξύ άλλων Cross on Evidence[41], Νικολάου ν. Δημοκρατίας[42], Νεάρχου ν. Στεφανίδη κ.α.[43]). Το Δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να υιοθετήσει τις απόψεις ενός εμπειρογνώμονα έστω και αν αυτός δεν έχει αντεξεταστεί. Μπορεί δε να υιοθετήσει τη θέση ενός εμπειρογνώμονα είτε εν όλω, είτε εν μέρει, είτε καθόλου, ανάλογα με τα ευρήματα του και την αξιολόγηση της μαρτυρίας, έχοντας πάντα κατά νου ότι οι εμπειρογνώμονες δεν έχουν οποιοδήποτε προβάδισμα έναντι άλλων μαρτύρων και ότι η μαρτυρία τους υπόκειται στους ίδιους ακριβώς κανόνες αξιολόγησης όπως οι συνήθεις μάρτυρες επί γεγονότων (βλ. Vasilikos Cements Works ν. Stavrou[44] και Ν. Νικολάου ν. Κλεάνθης Σταύρου[45]). Τα προσόντα και η εμπειρογνωμοσύνη του εκτιμητή ακινήτων (Μ.Ε.3) δεν έχουν αμφισβητηθεί από την πλευρά των Εναγομένων, οι οποίοι με δήλωση του ευπαίδευτου δικηγόρου τους, δέχθηκαν την έκθεση εκτίμησής του (τεκμήριο 18), όσον αφορά την εκτιμημένη αξία των επίδικων ακινήτων. Συναφώς το Δικαστήριο αποδέχεται, τόσο ότι ο υπ' αναφορά μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας στις εκτιμήσεις ακινήτων, όσο και την εκτιμημένη αξία των επίδικων ακινήτων, όπως την έχει καθορίσει στην έκθεσή του. Αντικείμενο αμφισβήτησης, κατά την αντεξέτασή του, αποτέλεσε, η επιλογή του να υπολογίσει την ενοικιαστική αξία των ακινήτων στην αξία της οικιστικής χρήσης με βάση τη ζώνη που είναι οικιστική, στηριζόμενος στην υπόθεση ότι ένας ενοικιαστής μπορεί να τα ενοικιάσει με σκοπό την ανέγερση κατοικιών, στη βάση μακροχρόνιας ενοικίασης, για 50 ή 60 χρόνια. Το Δικαστήριο δεν αποδέχεται το συγκεκριμένο μέρος της μαρτυρίας του, καθώς, στην έκθεσή του, όπως ο ίδιος αποδέχθηκε, δεν υπάρχει καμιά συγκριτική ενοικίαση παρόμοιων ακινήτων στην ευρύτερη περιοχή της Δρούσιας, που να υποστηρίζει αυτή τη μέθοδο υπολογισμού και η μοναδική περίπτωση (μακροχρόνιας ενοικίασης με οικιστική αξιοποίηση) στην επαρχία Πάφου είναι στην περιοχή του Coral Bay. Επιπρόσθετα στην προκείμενη περίπτωση τα επίδικα ακίνητα, σύμφωνα με τη μαρτυρία της Ενάγουσας, ανέκαθεν (τουλάχιστον από το 1995) και μέχρι σήμερα ενοικιάζονται ως χωράφια για αγροτική χρήση. Περαιτέρω το Δικαστήριο δεν αποδέχεται την εκτίμησή του ότι η απώλεια των 39 τετραγωνικών μέτρων στο τεμάχιο 243 μπορεί να επηρεάσει το συντελεστή δόμησης του, καθώς, όπως ανέφερε, ο ίδιος εκτιμά αξίες και δεν μπορεί να γνωρίζει εάν (λόγω της ισχυριζόμενης επέμβασης) θα επηρεαστεί ή όχι ο συντελεστής δόμησης. Παρόλο που τα προσόντα και η εμπειρογνωμοσύνη του Αγρονόμου Τοπογράφου Μηχανικού (Μ.Ε.4) δεν αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση, οι μετρήσεις που έκανε, όπως υπέδειξε και ο ίδιος, αλλά και ο Μ.Ε.3, δεν θα ληφθούν υπόψη και δεν γίνονται αποδεκτές, όπου βρίσκονται σε αντίθεση με τις μετρήσεις του Μ.Ε.2. Πραγματικά γεγονότα Στη βάση όλων των πιο πάνω και με δεδομένη την αντίληψη του Δικαστηρίου σε σχέση με την ποιότητα της τεθείσας ενώπιον του μαρτυρίας, αποτέλεσμα της προηγηθείσας αξιολόγησης, σε συνδυασμό θεωρούμενα με τα παραδεκτά γεγονότα και το σύνολο των στοιχείων τα οποία το Δικαστήριο κατά τρόπο παραδεκτό είναι δυνατό να λάβει υπόψη του στα πλαίσια διαδικασίας ως η υπό συζήτηση, διατυπώνονται στη συνέχεια τα επιπρόσθετα ευρήματα και συμπεράσματα του Δικαστηρίου για τα ουσιαστικά γεγονότα που περιβάλλουν και αφορούν την υπό συζήτηση υπόθεση, πέρα από αυτά τα οποία έχουν ήδη καταγραφεί. Η Ενάγουσα είναι ιδιοκτήτρια των δυο επίδικων τεμαχίων 242 (πρώην τεμάχια 79, 84 και 87) και 243 (πρώην τεμάχια 81 και 82), που καλύπτονται από τα Πιστοποιητικά Εγγραφής με αριθμούς 11214 και 12663 (τεκμήρια 1 και 2) αντίστοιχα. Οι Εναγόμενοι είναι το Κοινοτικό Συμβούλιο Δρούσιας της Κοινότητας Δρούσιας, επαρχίας Πάφου το οποίο συστήθηκε δυνάμει της σχετικής Νομοθεσίας και ανάμεσα σ' άλλα είναι αρμόδιο και/ή έχει εξουσία να μεριμνά για την κατασκευή, επίστρωση, ασφάλτωση ή βελτίωση δρόμων μέσα στα όρια της κοινότητας. Η Ενάγουσα κατέστη ιδιοκτήτρια του τεμαχίου 243 στις 08.10.1974, δυνάμει δωρεάς από τη μητέρα της[46], και του τεμαχίου 242 στις 27.04.1999, δυνάμει δωρεάς από τη θυγατέρα της (πρώην Ενάγουσα 2)[47]. Κατά μήκος των συνόρων τους διέρχεται εγγεγραμμένος αγροτικός δρόμος, ο οποίος και από τις δυο κατευθύνσεις του, στη νοτιοανατολική πλευρά των συνόρων, οδηγείται σε αδιέξοδο, καθώς οι δυο πλευρές του δεν συνδέονται μεταξύ τους. Τον Απρίλιο του 1995, τόσο η Ενάγουσα, όσο και η θυγατέρα της (τότε ιδιοκτήτρια του τεμαχίου 242) υπέγραψαν γραπτές δηλώσεις[48], με τις οποίες συγκατατέθηκαν, αμετάκλητα και δεσμεύοντας και τους επόμενους διαδόχους τους στα τεμάχια, όπως έκταση έξι
(6)ποδών κατά μήκος των συνόρων των επίδικων τεμαχίων 242 και 243 αφαιρεθεί, δωρεάν και χωρίς την καταβολή αποζημίωσης, από τον τίτλο τους και εγγραφεί ως δημόσιος δρόμος και όπως η υπόλοιπη έκταση των τεμαχίων εγγραφεί επ' ονόματι τους, εφόσον (α) το πλάτος της παραχωρηθείσας έκτασης δεν θα υπερέβαινε τα 6 πόδια, (β) ο δημόσιος δρόμος θα περνούσε από την άκρη των τεμαχίων και (γ) θα ήταν διαπλάτυνση του ήδη υφιστάμενου αγροτικού δρόμου, ενώ σε αντίθετη περίπτωση, δηλαδή σε περίπτωση μη τήρησης αυτών των όρων, θα έπρεπε να τους καταβληθεί αποζημίωση. Σκοπός της παραχώρησης ήταν η κατασκευή από τους Εναγόμενους δημόσιου δρόμου, ο οποίος δεν έχει κατασκευασθεί και εγγραφεί μέχρι σήμερα, με αποκλειστική ευθύνη των Εναγομένων, που δεν εξασφάλισαν τις συγκαταθέσεις των ιδιοκτητών των άλλων (γειτονικών) ακινήτων και δεν προχώρησαν στις αναγκαίες απαλλοτριώσεις. Τα έτη 2004-2006 οι Εναγόμενοι επενέβησαν παράνομα στο τεμάχιο 242 με την αποκοπή μέρους του στην νοτιοανατολική πλευρά του, πέραν της έκτασης για την οποία είχε δοθεί η συγκατάθεση. Εξαιτίας τούτου η Ενάγουσα ήγειρε εναντίον τους την αγωγή 1933/2006 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου με την οποία αξίωσε άρση της παράνομης επέμβασης και επαναφορά του ακινήτου στην προ της επέμβασης κατάσταση[49]. Οι Εναγόμενοι[50] ανέλαβαν ενώπιον του Δικαστηρίου την υποχρέωση να άρουν την παράνομη επέμβαση και να επαναφέρουν και αποκαταστήσουν το ακίνητο στην προτέρα του κατάσταση, πράγμα το οποίο έπραξαν[51] και η αγωγή αποσύρθηκε στις 09.11.2009 με έξοδα σε βάρος των Εναγομένων[52]. Παρεμβάλλεται ότι το Φεβρουάριο του 2009 η Ενάγουσα και η θυγατέρα της, τόσο προφορικά, όσο και με επιστολή τους, ημερομηνίας 23.02.2009[53], προς τον Έπαρχο Πάφου που κοινοποίησαν και στους Εναγόμενους, απέσυραν τις συγκαταθέσεις, γιατί θεώρησαν ότι αποδείχθηκε μάταιη η παραχώρηση της γης τους για την κατασκευή δημόσιου δρόμου. Ο Έπαρχος Πάφου μετά την παραλαβή της επιστολής τους προς αυτόν, με επιστολή του, ημερομηνίας 08.06.2009[54], που κοινοποίησε στην Ενάγουσα και στο Κτηματολόγιο Πάφου, ζήτησε από τους Εναγόμενους να τον πληροφορήσουν ποια ήταν η πρόθεσή τους για τα τμήματα του υπό εγγραφή δρόμου που δεν είχαν εξασφαλιστεί οι συγκαταθέσεις των ιδιοκτητών των επηρεαζόμενων τεμαχίων, σημειώνοντας ότι δεν είναι δυνατή η τμηματική εγγραφή του δρόμου και για το λόγο αυτό οι Εναγόμενοι θα έπρεπε να αποφασίσουν κατά πόσο θα προωθούσαν τη διαδικασία απαλλοτρίωσης του τμήματος των τεμαχίων που επηρεάζονταν ή κατά πόσο ήταν σε θέση να εξασφαλίσουν τις συγκαταθέσεις των ιδιοκτητών. Περαιτέρω σημείωνε ότι η Ενάγουσα, με την επιστολή της, ημερομηνίας 23.02.2009, η οποία είχε κοινοποιηθεί στους Εναγόμενους, δήλωνε ότι αποσύρει τη συγκατάθεσή της, εκτός εάν προωθείτο ταυτόχρονα η εγγραφή ολόκληρου του δρόμου είτε με απαλλοτρίωση, είτε με τις συγκαταθέσεις των ιδιοκτητών. Μετά την απόσυρση των συγκαταθέσεων, η Ενάγουσα και η θυγατέρα της θεωρώντας, ότι οι Εναγόμενοι, οι υπηρέτες και/ή οι αντιπρόσωποί τους επεμβαίνουν αυθαίρετα και παράνομα στα ακίνητά τους και προκαλούν επέμβαση σε αυτά, χωρίς τη συγκατάθεσή τους, διαμαρτυρήθηκαν, τόσο προφορικά, όσο και γραπτώς, με επιστολές τους, ημερομηνίας 12.01.2010[55] προς τον Έπαρχο Πάφου, με κοινοποίηση προς τους Εναγόμενους και το Κτηματολόγιο Πάφου και ημερομηνίας 22.06.2010[56] προς τους Εναγόμενους, με κοινοποίηση στην Επαρχιακή Διοίκηση Πάφου και το Κτηματολόγιο Πάφου, καθώς και με επιστολές των δικηγόρων τους προς τους Εναγόμενους, ημερομηνίας 08.11.2011[57] και 19.01.2012[58]. Στις 08.11.2013 ο Μ.Ε.2 διενήργησε επιτόπια εξέταση για επίλυση συνοριακής διαφοράς, σύμφωνα με την αίτηση με αριθμό ΑΧ2389/11, που αφορούσε το τεμάχιο 334 (δρόμος) και τα επίδικα τεμάχια 242 και
- Ο ρόλος του ήταν να εξετάσει τα στοιχεία των παρευρισκομένων, κατά την επιτόπια έρευνα, προσώπων και να τους ζητήσει να του υποδείξουν το διαφιλονικούμενο μέρος. Μαζί του ήταν και ο συνάδελφός του χωρομέτρης Κώστας Μπασδέκης. Παρόντες ήταν ο εκπρόσωπος των δημοσίων έργων Νεόφυτος Νεοφύτου και η Ενάγουσα. Στην παρουσία του ο Μπασδέκης ετοίμασε χωρομετρική εργασία. Η απόφαση για τη συνοριακή διαφορά, η οποία στάλθηκε σε όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη, εκδόθηκε στις 29.05.
- Η έκθεση για το αποτέλεσμα της επιτόπιας έρευνας στο τεμάχιο 242 είναι το τεκμήριο 16 και στο τεμάχιο 243 το τεκμήριο
- Από τις αναφορές του Μ.Ε.2 στο δικαστήριο και το περιεχόμενο των υπ' αναφορά τεκμηρίων προκύπτει ότι σε συνολική έκταση 346 τετραγωνικών μέτρων του τεμαχίου 242 και σε έκταση 39 τετραγωνικών μέτρων του τεμαχίου 243 (οι εκτάσεις αυτές σημειώνονται με κίτρινο και κόκκινο χρώμα αντίστοιχα στα σχετικά τοπογραφικά σχέδια) έχει κατασκευασθεί μη εγγεγραμμένος δρόμος από πρέμιξ, που σε κάποια σημεία είναι χωματόδρομος. Σύμφωνα με το τοπογραφικό σχέδιο του τεκμηρίου 16 ο δημόσιος εγγεγραμμένος δρόμος τελειώνει στο πρόσωπο του τεμαχίου 243, που φαίνεται με κόκκινο χρώμα και ξεκινάει από το σημείο που εφάπτεται το τεμάχιο 242 με το τεμάχιο 88 μέχρι το τεμάχιο
- Δεν υπάρχει δημόσιος εγγεγραμμένος δρόμος που ενώνει αυτά τα δυο σημεία, αλλά επιτόπου αυτοί οι δυο δρόμοι ενώνονται μεταξύ τους, καθώς έχει κατασκευασθεί ο ανωτέρω αναφερόμενος μη εγγεγραμμένος δρόμος, που σε ένα μέρος του έχει άσφαλτο και σε άλλο είναι χωματόδρομος. Οι αποφάσεις (τεκμήρια 16 και 17) δεν έχουν προσβληθεί από τους Εναγόμενους, αφού δεν ήταν εμπλεκόμενο μέρος στην υπόθεση, ούτε από κανένα άλλο (από τους εμπλεκόμενους). Σύμφωνα με την έκθεση εκτίμησης[59] του Μ.Ε.3 στις 31.03.2012 η εκτιμημένη συνολική αγοραία αξία (market value) των επίδικων τεμαχίων ήταν €52.900 (€120 κατά τετραγωνικό μέτρο για το τεμάχιο 242 και €140 κατά τετραγωνικό μέτρο για το τεμάχιο 243). Για να ετοιμάσει την υπ' αναφορά έκθεση ο Μ.Ε.3 επισκέφθηκε στις 27.03.2012 τα τεμάχια, τα οποία βρίσκονται στην οικιστική ζώνη του χωριού Δρούσια, όπου και παρέμεινε για 10-15 λεπτά. Κατά το χρόνο αυτό ο δρόμος φαινόταν να χρησιμοποιείται από οχήματα. Από τη μαρτυρία του Μ.Ε.3 και την έκθεσή του προκύπτει, ότι τα επίδικα τεμάχια είναι οικιστικά και ανήκουν στην πολεοδομική ζώνη Κα8δ, με συντελεστή δόμησης 60% και επικρατούσα χρήση την οικιστική. Δεν είναι ανεπτυγμένα και όταν ο Μ.Ε.3 τα επισκέφθηκε το Μάρτιο του 2012 ήταν κενά χωράφια. Η Ενάγουσα «πάντοτε» (σε όλη την επίδικη περίοδο από το 1995 και μέχρι σήμερα) ενοικιάζει τα επίδικα τεμάχια σε αγρότες, κατοίκους του χωριού, οι οποίοι τα καλλιεργούν και της πληρώνουν ενοίκιο. Η ενοικίαση είναι για ένα έτος, συνομολογείται, με προφορική συμφωνία, τον Ιούνιο κάθε χρόνου και το ενοίκιο είναι 600 με 700 ευρώ το χρόνο και για τα δυο τεμάχια. Νομική πτυχή - Επίλυση νομικών ζητημάτων Το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης σε ακίνητη ιδιοκτησία, στο οποίο στηρίζεται η υπό συζήτηση αγωγή, στοιχειοθετείται στο άρθρο 43
(1)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, όπου προνοούνται τα ακόλουθα: «43.-
(1)Παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία συνίσταται σε παράνομη είσοδο ή σε παράνομη πρόκληση ζημιάς ή σε παράνομη παρέμβαση στην ιδιοκτησία αυτή από οποιοδήποτε πρόσωπο». Στο σύγγραμμα «Κεφάλαιο 148 Αστικά Αδικήματα Δίκαιο και Αποφάσεις», Τόμος 1, των Αρτέμη & Ερωτοκρίτου, αναφέρονται στη σελ. 130 τα ακόλουθα σε σχέση με τη φύση του αδικήματος: «Το αδίκημα αυτό στρέφεται εναντίον της κατοχής ακινήτων και σκοπός είναι η προστασία τέτοιας κατοχής. Οπως έχει λεχθεί στην Adamou v. Christofi
(1974)1 C.L.R. 100, η προστασία της κατοχής δεν είναι τίποτε περισσότερο από προέκταση της προστασίας του προσώπου και η εξήγησή της είναι η ανάγκη παρεμπόδισης διατάραξης της ειρήνης. Το αδίκημα είναι αγώγιμο per se και δεν χρειάζεται απόδειξη ζημιάς». Στην Παπαχριστοφόρου v. Καπνίση[60] επισημάνθηκε, ότι: «....Με βάση το άρθρο 43 του δικού μας περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, η παράνομη επέμβαση μπορεί να γίνει με διάφορους τρόπους ως εξής:
(1)Με οποιαδήποτε παράνομη είσοδο στην περιουσία ή
(2)οποιαδήποτε παράνομη πρόκληση ζημιάς ή
(3)με παράνομη επέμβαση σε τέτοια περιουσία από οποιοδήποτε πρόσωπο». Νομική φύση τεκμηρίων 8 και 9 - Χρόνος παράνομης επέμβασης Στην παράγραφο 7 της έκθεσης απαίτησης δικογραφείται ότι παρόλο που η Ενάγουσα και η θυγατέρα της (πρώην Ενάγουσα 2) απέσυραν τις συγκαταθέσεις τους και παρά τις συνεχείς διαμαρτυρίες και ενστάσεις τους, τόσο προφορικά, όσο και γραπτώς, προς τους Εναγόμενους, «οι Εναγόμενοι, υπηρέτες και/ή αντιπρόσωποί των συνεχίζουν να επεμβαίνουν και/ή παρεμβαίνουν παράνομα και/ή αυθαίρετα επί των πιο πάνω ακινήτων τους κατέχοντας και/ή χρησιμοποιώντας και/ή προκαλώντας την επέμβαση και/ή παρέμβαση και/ή κατοχή και/ή χρήση αυτών ως αγροτικού δρόμου και/ή δρόμου». Έπεται, ότι η Ενάγουσα, στο δικόγραφό της, προσδιορίζει, ως χρόνο έναρξης της παράνομης επέμβασης στα επίδικα ακίνητα, το χρόνο ανάκλησης των συγκαταθέσεων (που σύμφωνα με το δικογραφημένο στην παράγραφο 5
(1)της έκθεσης απαίτησης ισχυρισμό της και τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης, επεσυνέβη με την επιστολή, ημερομηνίας 23.02.2009 - τεκμήριο 10 - ) και ισχυρίζεται, ότι αυτή συνεχίζεται να διαπράττεται, έκτοτε και μέχρι σήμερα, από συγκεκριμένα πρόσωπα (φυσικά ή νομικά) τα οποία κατονομάζει, τους Εναγόμενους και/ή τους υπηρέτες και/ή τους αντιπροσώπους τους, με την κατοχή και/ή τη χρήση τους και/ή προκαλώντας την κατοχή και/ή τη χρήση τους ως αγροτικού δρόμου. Ειδικά για το ζήτημα της ανάκλησης των συγκαταθέσεων η δικογραφημένη θέση της Ενάγουσας είναι ότι, τόσο η ίδια, όσο και η θυγατέρα της (πρώην Ενάγουσα 2), αφενός μεν νομιμοποιούνταν να τις αποσύρουν χωρίς οποιοδήποτε λόγο, αφού δώσουν στους Εναγόμενους εύλογη προειδοποίηση πράγμα το οποίο έπραξαν, αφετέρου δε και ανεξάρτητα από αυτό το δικαίωμά τους τις απέσυραν για συγκεκριμένους λόγους και δη διότι οι Εναγόμενοι δεν κατασκεύασαν το δημόσιο δρόμο, παρόλο που πέρασε μεγάλο χρονικό διάστημα πέραν των τριών ετών, κατέλαβαν και επιπρόσθετη έκταση γης από τα επίδικα ακίνητα πέραν αυτής που παραχωρήθηκε και είχαν δικαίωμα να τις αποσύρουν επειδή είχαν δοθεί δωρεάν και χωρίς αντιπαροχή[61]. Στη γραπτή αγόρευση και στις γραπτές διευκρινίσεις επί αυτής[62] των ευπαίδευτων δικηγόρων της Ενάγουσας αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι ανεξάρτητα από τους λόγους που η Ενάγουσα και η θυγατέρα της προβάλουν για την απόσυρση της άδειας/ συγκατάθεσης τους είχαν κάθε δικαίωμα να τις αποσύρουν και χωρίς να επικαλεσθούν οποιοδήποτε λόγο, εφόσον οι συγκαταθέσεις τους δόθηκαν χωρίς αντάλλαγμα και μέχρι το 2009 που αποσύρθηκαν, οι Εναγόμενοι δεν προέβησαν στην κατασκευή δρόμου και την εγγραφή του επ' ονόματι τους. Με παραπομπή δε στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell On Torts[63], όπου αναφέρεται ότι «A gratuitous license can be revoked by notice given at any time so that if the licensee remains on the land after the revocation he is a trespasser» και στην Απολλώνιο Ιδιωτικό Νοσοκομείο Λτδ v. C&S American Heart Inst. Ltd κ.α[64], στην οποία, όπως υποδεικνύουν, αφού αναφέρθηκαν τα διάφορα είδη αδειών, επισημάνθηκε αφενός μεν[65] ότι η απλή ή κατά χάριν άδεια χρήσης (bare or gratuitous license) παρέχεται στις περιπτώσεις που ο ιδιοκτήτης της γης επιτρέπει απλώς την πρόσβαση στην ιδιοκτησία του χωρίς να παρέχεται οποιοδήποτε συμβατικό δικαίωμα και μπορεί να ανακληθεί οποτεδήποτε, αφετέρου δε[66] ότι δεν είναι η περιγραφή που δίνεται στη συμφωνία για να διαπιστωθεί εάν πρόκειται για συμφωνία ή άδεια χρήσης αλλά σημασία αποκτά όχι μόνο η κοινή πρόθεση των μερών για την απόδοση αποκλειστικής χρήσης αλλά και η εν γένει φύση σκοπός και στόχος και όλες οι συνθήκες που την περιβάλλουν[67], καταλήγουν στο συμπέρασμα, ότι οι συγκαταθέσεις (τεκμήρια 8 και 9) συνιστούν άδειες χρήσης και ότι με την ανάκληση τους προς τους Εναγόμενους για κατασκευή δρόμου μέσα από τα ακίνητα τους, οι Εναγόμενοι καθίστανται επεμβασίες εφόσον συνεχίζουν να επεμβαίνουν, παρεμβαίνουν και προκαλούν επέμβαση ή παρέμβαση σε αυτά, επισημαίνοντας[68], ότι μετά την γραπτή απόσυρση των συγκαταθέσεων/ αδειών, οι άδειες χρήσης των επίδικων ακινήτων ως δρόμο, τερματίσθηκαν και οι Εναγόμενοι όφειλαν να σταματήσουν να επιτρέπουν τη χρήση τούτου ως δρόμου στα όρια της Κοινότητας τους. Για τα ζητήματα αυτά στη γραπτή αγόρευση και τις διευκρινίσεις επί αυτής των ευπαίδευτων δικηγόρων των Εναγομένων[69], αφού, μεταξύ άλλων, αναφέρεται, με παραπομπή στην ανωτέρω παράγραφο 7 της έκθεσης απαίτησης, ότι δεν προσδιορίζεται στο δικόγραφο της Ενάγουσας, ο χρόνος της παράνομης επέμβασης, υποδεικνύεται ότι (α) ο ισχυρισμός της Ενάγουσας για ανάκληση της συγκατάθεσης της με την επιστολή ημερομηνίας 23.02.2009 (τεκμήριο 10) έρχεται σε σύγκρουση με τα πρακτικά του δικαστηρίου στην αγωγή 1933/06 (τεκμήρια 6 και 7) και τη συγκατάθεση της να αποσυρθεί η αγωγή ως διευθετηθείσα στις 09.11.2009, με την έννοια, ότι με την αποδοχή της να αποσυρθεί η αγωγή ως διευθετηθείσα χωρίς καμία επιφύλαξη, επιβεβαιώθηκε η πλήρης διευθέτηση του επίδικου θέματος της επέμβασης στην εν λόγω αγωγή και ως εκ τούτου το οποιοδήποτε ζήτημα επέμβασης διευθετήθηκε πλήρως και τελικώς μεταξύ των διαδίκων, καλύπτεται από τις αρχές του δεδικασμένου και δεν μπορούσε να αρθεί ξανά με την παρούσα αγωγή, (β) η Ενάγουσα δεν έδωσε μαρτυρία, ούτε ως προς τον χρόνο της ισχυριζόμενης επέμβασης των Εναγομένων, ούτε με ποιό τρόπο επεμβαίνουν οι Εναγόμενοι στα ακίνητα της, απεναντίας, είναι ξεκάθαρο από τα γεγονότα ότι ο δρόμος χρησιμοποιείται από περαστικούς και οχήματα που δεν έχουν σχέση με τους Εναγόμενους και ότι η Ενάγουσα, όπως παραδέχθηκε, δεν προέβη σε οποιαδήποτε ενέργεια για να εμποδίσει τη διέλευση οχημάτων και (γ) δεν υπάρχει σαφής μαρτυρία που να τεκμηριώνει παράνομη επέμβαση εκ μέρους του Κοινοτικού Συμβουλίου ή για λογαριασμό του σε οποιοδήποτε χρόνο, που είναι καταλυτικής σημασίας για την τύχη της αγωγής. Αναφορικά με τη νομική φύση των συγκαταθέσεων (τεκμήρια 8 και 9) το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενό τους, τις περιστάσεις υπό τις οποίες υπογράφθηκαν και το σκοπό για τον οποίο δόθηκαν, κρίνει, ότι δεν συνιστούν κατά χάριν άδειες χρήσης, οι οποίες μπορούσαν οποτεδήποτε να ανακληθούν, ακόμη και χωρίς την επίκληση οποιουδήποτε λόγου, ως διατείνονται οι ευπαίδευτοι δικηγόροι της Ενάγουσας. Και αυτό διότι, όπως έχει προκύψει από τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης, με αυτές η Ενάγουσα και η θυγατέρα της (πρώην Ενάγουσα 2) συγκατατέθηκαν αμετάκλητα και δεσμεύοντας και τους επόμενους διαδόχους τους στα τεμάχια, όπως έκταση έξι
(6)ποδών κατά μήκος των συνόρων των επίδικων τεμαχίων 242 και 243 αφαιρεθεί, δωρεάν και χωρίς την καταβολή αποζημίωσης, από τον τίτλο τους και εγγραφεί ως δημόσιος δρόμος και όπως η υπόλοιπη έκταση των τεμαχίων εγγραφεί επ' ονόματι τους. Δεν επρόκειτο επομένως για άδειες χρήσης της συγκεκριμένης έκτασης των τεμαχίων, ως δημόσιο δρόμο, αλλά για μόνιμη αποστέρηση της, προκειμένου να εγγραφεί ως δημόσιος δρόμος. Η πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου για τη φύση των συγκαταθέσεων δεν επιτρέπει την αποδοχή των δικογραφημένων θέσεων της Ενάγουσας και της επιχειρηματολογίας των ευπαίδευτων δικηγόρων της για τη νομιμότητα της ανάκλησής τους το Φεβρουάριο του 2009 (με την επιστολή, ημερομηνίας 23.02.2009 - τεκμήριο 10 - ), καθώς, αφενός μεν αυτή έχει οικοδομηθεί στη βάση της εισήγησής τους ότι επρόκειτο για άδειες χρήσης, αφετέρου δε από το περιεχόμενο των συγκαταθέσεων δεν προκύπτει ότι η Ενάγουσα είχε ένα τέτοιο δικαίωμα, εφόσον αυτές παραχωρήθηκαν αμετάκλητα, διαπίστωση που οδηγεί σε απόρριψη και τη συναφή θέση της για το χρόνο έναρξης της παράνομης επέμβασης. Συνέπεια της μη εγγραφής του δημόσιου δρόμου μέχρι σήμερα επί τους κύρους των συγκαταθέσεων Από τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης έχει προκύψει ότι αποκλειστικός σκοπός της δωρεάν παραχώρησης της έκτασης έξι
(6)ποδών κατά μήκος των συνόρων των επίδικων τεμαχίων 242 και 243 ήταν η κατασκευή και η εγγραφή δημόσιου δρόμου. Όπως έχει επίσης προκύψει ο δρόμος που κατασκευάσθηκε δεν έχει εγγραφεί ως δημόσιος μέχρι σήμερα στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου, με υπαιτιότητα των Εναγομένων, καθώς αυτοί δεν εξασφάλισαν τις συγκαταθέσεις των ιδιοκτητών των υπόλοιπων όμορων ακινήτων και δεν προχώρησαν στις αναγκαίες απαλλοτριώσεις. Από τα πιο πάνω γεγονότα συνάγεται ότι η δικογραφημένη θέση των Εναγομένων στην παράγραφο 7 της έκθεσης υπεράσπισης, όπου μεταξύ άλλων ισχυρίζονται, ότι «καμία παράβαση της δοθείσας συγκατάθεσης υπήρξε» δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και απορρίπτεται. Το ζήτημα αναδύεται ως επίδικο και από τη δικογραφημένη θέση της Ενάγουσας, ότι οι Εναγόμενοι, παρόλο που πέρασε χρονικό διάστημα πέραν των τριών ετών από την παραχώρηση των συγκαταθέσεων, δεν κατασκεύασαν το δημόσιο δρόμο και/ή εγκατέλειψαν την προσπάθειά τους να τον κατασκευάσουν[70]. Το ερώτημα που απασχολεί είναι η επίπτωση της πιο πάνω συμπεριφοράς των Εναγομένων στο κύρος των συγκαταθέσεων, ενόψει του ότι σε αυτές δεν καθορίζεται ο χρόνος εντός του οποίου θα έπρεπε να κατασκευασθεί και να εγγραφεί ο δημόσιος δρόμος. Το Δικαστήριο, έχοντας κατά νου το γεγονός ότι οι Εναγόμενοι δεν μερίμνησαν για την κατασκευή και εγγραφή του από το 1995 μέχρι σήμερα, κρίνει, ότι, στην πράξη, ο σκοπός για τον οποίο δόθηκαν οι συγκαταθέσεις έχει καταστεί, με αποκλειστική ευθύνη των Εναγομένων, μάταιος και ατελέσφορος και ότι κατά λογική και νομική συνέπεια οι συγκαταθέσεις δεν έχουν πλέον οποιαδήποτε νομική ισχύ και δεσμευτικότητα για την Ενάγουσα. Παράνομη επέμβαση Η πιο πάνω διαπίστωση, ότι οι συγκαταθέσεις, με υπαιτιότητα των Εναγομένων, έχουν καταστεί μάταιες και ατελέσφορες και ότι δεν έχουν οποιαδήποτε ισχύ και δεσμευτικότητα πλέον για την Ενάγουσα, δεν αναιρεί βεβαίως το πραγματικό γεγονός ότι ο μη εγγεγραμμένος δρόμος (που σε ένα μέρος του έχει άσφαλτο και σε άλλο είναι χωματόδρομος), που, συμφώνως αυτών, κατασκεύασαν οι Εναγόμενοι μέχρι το 1996, καλύπτοντας συνολική έκταση 346 τετραγωνικών μέτρων του τεμαχίου 242 και 39 τετραγωνικών μέτρων του τεμαχίου 243, έγινε ενόσω οι συγκαταθέσεις ήταν σε πλήρη ισχύ και δέσμευαν την Ενάγουσα και τη θυγατέρα της (πρώην Ενάγουσα 2). Από αυτή την άποψη επομένως δεν προκύπτει ότι με την κατασκευή του μη εγγεγραμμένου δρόμου οι Εναγόμενοι επενέβησαν παράνομα στην ανωτέρω αναφερόμενη έκταση των επίδικων τεμαχίων. Παρεμβάλλεται στο σημείο αυτό, ότι η δικογραφημένη θέση της Ενάγουσας ότι το συνολικό εμβαδό της επέμβασης στο τεμάχιο 242 είναι άνω των 336 τετραγωνικών μέτρων και στο τεμάχιο 243 άνω των 90 τετραγωνικών μέτρων[71], στη βάση των πιο πάνω πραγματικών γεγονότων της υπόθεσης, έχει παραμείνει μετέωρη και ατεκμηρίωτη. Όπως προαναφέρθηκε, η δικογραφημένη θέση της Ενάγουσας είναι ότι η παράνομη επέμβαση άρχισε περί ή κατά το Φεβρουάριο του 2009 (με την ανάκληση των συγκαταθέσεων) και συνίσταται στο ότι «οι Εναγόμενοι, υπηρέτες και/ή αντιπρόσωποί των συνεχίζουν να επεμβαίνουν και/ή παρεμβαίνουν παράνομα και/ή αυθαίρετα επί των πιο πάνω ακινήτων τους κατέχοντας και/ή χρησιμοποιώντας και/ή προκαλώντας την επέμβαση και/ή παρέμβαση και/ή κατοχή και/ή χρήση αυτών ως αγροτικού δρόμου και/ή δρόμου»[72]. Σε σχέση με το ζήτημα αυτό υπενθυμίζεται ότι η Ενάγουσα στη μαρτυρία της[73], απαντώντας σε ερώτηση, πως η ίδια αντιλαμβάνεται την επέμβαση των Εναγομένων στα τεμάχιά της, εκτός από το παράπονό της ότι δεν ενέγραψαν το δημόσιο δρόμο, ανέφερε, ότι επειδή οι Εναγόμενοι πήραν μόνο τα έξι πόδια από τα δικά της τεμάχια και δεν πήραν αντίστοιχη έκταση από τα απέναντι τεμάχια, ο δρόμος δεν είναι αρκετά φαρδύς και τα διερχόμενα αυτοκίνητα (όχι των Εναγομένων) κινούνται εκτός από την άσφαλτο και σε μέρος των τεμαχίων της, εξηγώντας ότι, λόγω της στενότητας του δρόμου, που χωρά να περάσει μόνο ένα μικρό αυτοκίνητο, όταν συναντηθεί με ένα δεύτερο αυτοκίνητο, «θα πέσουν μέσα στο χωράφι της». Στη γραπτή αγόρευση των ευπαίδευτων δικηγόρων της[74], αφού επισημαίνεται ότι οι Εναγόμενοι ευθύνονται για την παράνομη επέμβαση ή πρόκληση παράνομης επέμβασης ή παρέμβασης από πρόσωπα έστω και αν δεν λαμβάνουν ενεργό μέρος στη διάπραξη της, ως ευθύνης εκ προστήσεως (vicarious liability), η οποία βασίζεται στο άρθρο 12
(1)(α) του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 ως τροποποιήθηκε[75] και αφού τίθεται το ερώτημα ποιος ευθύνεται για τη συνέχιση της διέλευσης οχημάτων μέσα από τα επίδικα ακίνητα χρησιμοποιώντας το δρόμο που χάραξαν οι Εναγόμενοι, μετά την απόσυρση των συγκαταθέσεων, υποδεικνύεται, μεταξύ άλλων, ότι, μετά από αυτό το γεγονός, οι Εναγόμενοι όφειλαν να σταματήσουν να επιτρέπουν τη χρήση του δρόμου, ότι όφειλαν να μεριμνήσουν για το κλείσιμο του δρόμου ή να αλλάξουν την κατεύθυνση του έξω από τα επίδικα ακίνητα και να ελέγξουν ότι ο δρόμος θα σταματήσει να χρησιμοποιείται και, ότι, ως αρμόδια τοπική αρχή, με εξουσία και καθήκον να ρυθμίσει το θέμα για μην χρησιμοποιεί το κοινό τα επίδικα ακίνητα της Ενάγουσας ως δρόμο στα όρια της κοινότητας της, όχι μόνο δεν έπραξε τίποτα αλλά αντίθετα με το να αφήσουν ανοικτό το δρόμο, υποβοήθησαν, ενθάρρυναν, προήγαγαν και καθοδήγησαν ή άφησαν το κοινό με την εντύπωση ότι υπάρχει μέσα από τα επίδικα ακίνητα δρόμος που μπορούν να χρησιμοποιούν, με αποτέλεσμα το κοινό να συνεχίσει να τον χρησιμοποιεί, διευκρινίζοντας, ότι είναι με αυτόν τον τρόπο που οι Εναγόμενοι καθίστανται εκ προστήσεως υπεύθυνοι, ως συνδικοπραγούντες, στη διάπραξη του αστικού αδικήματος της παράνομης επέμβασης στα ακίνητα της Ενάγουσας. Η πιο πάνω επιχειρηματολογία των ευπαίδευτων δικηγόρων της Ενάγουσας δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και απορρίπτεται από το Δικαστήριο, ενόψει του ότι σε κανένα σημείο της έκθεσης απαίτησης[76] δεν δικογραφούνται τέτοιοι ισχυρισμοί. Αντίθετα, όπως προαναφέρθηκε, η δικογραφημένη θέση της Ενάγουσας είναι ότι, μετά την ανάκληση των συγκαταθέσεων, την παράνομη επέμβαση διαπράττουν οι Εναγόμενοι και/ή υπηρέτες και/ή αντιπρόσωποί τους[77], θέση, που, με βάση τη μαρτυρία της ίδιας της Ενάγουσας και τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης, δεν έχει αποδειχθεί και απορρίπτεται. Δεδικασμένο αποτελέσματος αγωγής 1933/2006 Από τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης έχει προκύψει ότι τα έτη 2004-2006 οι Εναγόμενοι επενέβησαν παράνομα στο τεμάχιο 242 με την αποκοπή μέρους του στην νοτιοανατολική πλευρά του, πέραν της έκτασης για την οποία είχε δοθεί η συγκατάθεση, ότι η Ενάγουσα ήγειρε εναντίον τους την αγωγή 1933/2006 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου με την οποία αξίωσε άρση της παράνομης επέμβασης και επαναφορά του ακινήτου στην προ της επέμβασης κατάσταση[78], ότι οι Εναγόμενοι[79] ανέλαβαν ενώπιον του Δικαστηρίου την υποχρέωση να άρουν την παράνομη επέμβαση και να επαναφέρουν και αποκαταστήσουν το ακίνητο στην προτέρα του κατάσταση, πράγμα το οποίο έπραξαν[80] και ότι η αγωγή αποσύρθηκε στις 09.11.2009 με έξοδα σε βάρος των Εναγομένων[81]. Η δικογραφημένη θέση των Εναγομένων είναι ότι η παρούσα αγωγή δεν μπορεί να προχωρήσει, καθώς υπάρχει κώλυμα (estoppel) λόγω δεδικασμένου, που προκύπτει από την ανωτέρω αγωγή, που αποσύρθηκε από την Ενάγουσα ως διευθετηθείσα και αφορούσε το ίδιο επίδικο ζήτημα. Αποτελεί επίσης δικογραφημένο ισχυρισμό των Εναγόμενων ότι μεταξύ των διαδίκων στα πλαίσια της ανωτέρω αγωγής συμφωνήθηκε και δηλώθηκε στα πρακτικά του δικαστηρίου να απομακρυνθεί άσφαλτος πέραν των 6 ποδών από το επίδικο τεμάχιο και ότι είναι για αυτό το λόγο που δόθηκε η συγκατάθεση της Ενάγουσας για απόσυρση της αγωγής. Το ζήτημα του δεδικασμένου έτυχε ανάλυσης τόσο από τη νομολογία μας, όσο και από την αγγλική νομολογία, η οποία έχει δώσει και τις αναγκαίες κατευθύνσεις ως προς το θέμα. (Βλ. Spencer Bower and Handley, Res Judicata, fourth edition, p.1-20). Ο κανόνας του δεδικασμένου περιέχει τέσσερα στοιχεία: (α) τελεσίδικη απόφαση, (β) ταύτιση διαδίκων, (γ) ταύτιση ιδιότητας διαδίκων και (δ) ταύτιση επιδίκων θεμάτων. Δεδικασμένο δημιουργείται όχι μόνο σε σχέση με τις αξιώσεις που περιλήφθηκαν στην πρώτη διαδικασία, αλλά και σε σχέση με εκείνες που μπορούσαν να προβληθούν εάν ασκείτο εύλογη επιμέλεια. (Βλ. Theori and another v. Djoni and another
(1984)1 C.L.R. 296, K.S.R. Commercio S.Α. κ.ά. v. Bluecoral Navigation Ltd
(1995)1 A.A.Δ. 309 και David Lee Carter
(1996)1 A.A.Δ. 403). Η υπόθεση προϋποθέτει την εξέταση των δύο διαδικασιών[82]. Αναφορικά με το ζήτημα του δεδικασμένου, χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στην υπόθεση Παμπορίδης ν. Κτηματικής Τραπέζης Λτδ
(1995)1 ΑΑΔ, 670, στην οποίαν αναφέρθηκαν οι αρχές με βάση τις οποίες δημιουργείται δεδικασμένο ή κώλυμα, μετά από τη διακοπή ή την απόσυρση μιας αγωγής. Μεταξύ άλλων τονίζεται, στην Παμπορίδης, ότι η απόσυρση μιας αγωγής και η επακόλουθη απόρριψη της, χωρίς άδεια του δικαστηρίου, η οποία άδεια εξ ορισμού εμπεριέχει την αναγνώριση δικαιώματος καταχώρησης νέας αγωγής εκ μέρους του ενάγοντα, δημιουργεί δεδικασμένο[83]. Στη Σάββα Πλαστήρα Ιωάννου,
(2003)Ι(Α) Α.Α.Δ 390, αποφασίστηκε ότι κάθε θέμα το οποίο ο αιτητής πρόβαλε ή θα μπορούσε να είχε προβάλει στη διαδικασία της έφεσης και δεν το πρόβαλε, συνιστά δεδικασμένο για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας. Λέχθηκαν και τα ακόλουθα: «Με βάση τις νομικές αρχές σχετικά με την ύπαρξη δεδικασμένου, δεδικασμένο δημιουργείται όχι μόνο σε σχέση με όσα προβάλλονται σε μια διαδικασία, αλλά και σε σχέση με εκείνο, που Θα μπορούσαν να είχαν προβληθεί ως ενταγμένα στο πλαίσιο του αντικειμένου της, αλλά δεν προβλήθηκαν. Στην απόφαση στην υπόθεση Henderson ν. Henderson [1843 - 1860] All E.R. Rep. 378 στη σελ. 381, λέχθηκαν τα ακόλουθα: "I state the rule of the Court correctly, when I say that where a given matter becomes the subject of litigation in, and of adjudication by, a Court of competent jurisdiction, the Court requires the parties to that litigation to bring forward their whole case, and will not (except under special circumstances) permit the same parties to open the same subject of litigation in respect of matter which might have been brought forward as part of the subject in contest, but which was not brought forward only because they have, from negligence, inadvertence, or even accident, omitted part of their case. The plea of res judicata applies, except in special cases, not only to points upon which the Court was actually required by the parties to form an opinion and pronounce a judgment, but to every point which properly belonged to the subject of litigation and which the parties exercising reasonable diligence, might have brought forward at the time ". Σε μετάφραση: «Αποδίδω ορθά τον κανόνα του Δικαστηρίου όταν λέγω ότι όταν ένα ορισμένο Θέμα καθίσταται αντικείμενο αντιδικίας και εκδίκασης από αρμόδιο Δικαστήριο, το Δικαστήριο απαιτεί από τους διαδίκους στην αντιδικία αυτή να προβάλουν ολόκληρη την υπόθεση τους και δεν Θα επιτρέπει (εκτός κάτω από 5 εξαιρετικές περιστάσεις) στους ίδιους διαδίκους να ανοίξουν το ίδιο αντικείμενο της αντιδικίας σε σχέση με Θέμα το οποίο Θα μπορούσε να είχε προβληθεί ως μέρος του αντικειμένου υπό αμφισβήτηση αλλά δεν προβλήθηκε, μόνο επειδή από αμέλεια, παραδρομή ή ακόμα ατύχημα παρέλειψαν μέρος της υπόθεσης τους. Η ένσταση του δεδικασμένου καλύπτει, εκτός σε ειδικές περιπτώσεις, όχι μόνο σημεία σε σχέση με τα οποία το Δικαστήριο πράγματι κλήθηκε από τους διαδίκους να μορφώσει γνώμη και να απαγγείλει απόφαση αλλά και κάθε σημείο το οποίο πρεπόντως ανήκει στο αντικείμενο της αντιδικίας και το οποίο οι διάδικοι, επιδεικνύοντας εύλογη επιμέλεια. Θα απορούσαν να είχαν προβάλει τότε.»[84]. Στη συμπληρωματική γραπτή αγόρευση του[85] ο ευπαίδευτος δικηγόρος των Εναγομένων επισημαίνει, ότι επίδικο θέμα στα πλαίσια της αγωγής 1933/06 αποτέλεσε η παράνομη επέμβαση στο τεμάχιο 242 (τότε τεμάχιο 81 και 82) πέραν των 6 ποδών για τα οποία είχε δώσει τη συγκατάθεση της η Ενάγουσα και ότι το εν λόγω ζήτημα διευθετήθηκε εξώδικα και η Ενάγουσα απέσυρε την αγωγή της ως διευθετηθείσα με αποτέλεσμα να έχει ενεργοποιηθεί το δεδικασμένο. Ως εκ των ανωτέρω είναι θέση του ότι η Ενάγουσα κωλύεται από το να ισχυριστεί ότι οι όποιες εργασίες διάνοιξης/διαπλάτυνσης του δρόμου που έλαβαν χώρα το 1996 αποτέλεσαν παράνομη επέμβαση επί των επίδικων τεμαχίων. Περαιτέρω, με αναφορά στην Παμπορίδης (ανωτέρω) εισηγείται ότι δεδικασμένο δημιουργείται όχι μόνο σε σχέση με όσες αξιώσεις περιλήφθηκαν στην πρώτη αγωγή, αλλά και σε σχέση με εκείνες που μπορούσαν να προβληθούν ως ενταγμένες στο πλαίσιο του αρχικού αντικειμένου της αντιδικίας, αλλά δεν προβλήθηκαν και ότι είναι θεμελιωμένο πως αυτή η προέκταση ισχύει τόσο για κώλυμα αναφορικά με την αιτία της αγωγής όσο και για κώλυμα σχετικά με επίδικο θέμα. Επισημαίνει επίσης ότι η προέκταση της εφαρμογής του δεδικασμένου έχει σημασία αν ιδωθεί σε συνδυασμό με την ισχυριζόμενη ανάκληση της συγκατάθεσης της Ενάγουσας, με την επιστολή ημερομηνίας 23.02.2009 ενώ υφίστατο η αγωγή 1933/06, υποδεικνύοντας, ότι παρά τον ισχυρισμό της Ενάγουσας για ανάκληση της συγκατάθεσης την 23.02.2009, η ίδια στις 09.11.2009 έρχεται και επιβεβαιώνει τη συγκατάθεση της για την υφιστάμενη διαπλάτυνση του δρόμου στα 6 πόδια κατά μήκος των τεμαχίων της, αποσύροντας ως διευθετηθείσα την αγωγή. Όπως τονίζει, αν όντως επιθυμία της ήταν η ανάκληση της συγκατάθεσης της κατά τη δεδομένη στιγμή όφειλε ότι αξιώσεις είχε εναντίον των Εναγομένων να τις προβάλλει στα πλαίσια της αγωγής 1933/06 και όχι να αποσύρει την αγωγή της ως διευθετηθείσα. Αντιθέτως, η Ενάγουσα, ενεργώντας καταχρηστικά, επέλεξε να αποσύρει την εν λόγω αγωγή ως διευθετηθείσα με την αποδοχή των Εναγομένων να την αποζημιώσουν για τα έξοδα της και αμέσως μετά να καταχωρήσει την υπό εξέταση αγωγή διαιωνίζοντας την αντιδικία με τους Εναγόμενους. Στην υπό συζήτηση περίπτωση, εξετάζοντας τις δυο διαδικασίες, στη βάση των πραγματικών γεγονότων της υπόθεσης και των νομολογιακών αρχών που έχουν αναλυθεί ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι από την απόσυρση της αγωγής 1933/2006 έχει δημιουργηθεί δεδικασμένο σε σχέση με την παρούσα αγωγή, αναφορικά όμως μόνο με το τεμάχιο 242, καθώς η υπ' αναφορά αγωγή αφορούσε μόνο αυτό και όχι το τεμάχιο 243. Σε σχέση με το τεμάχιο 242 είναι πρόδηλο, ότι η Ενάγουσα, εφόσον από τις 23.02.2009 θεωρούσε, ότι είχε ανακαλέσει νόμιμα τη συγκατάθεσή της και ότι από αυτή την ημερομηνία οι Εναγόμενοι επενέβαιναν πλέον παράνομα στην έκταση του υπ' αναφορά ακινήτου, που η ίδια είχε συγκατατεθεί να παραχωρήσει, όφειλε να θέσει το ζήτημα για να αποφασισθεί. Η εσκεμμένη επιλογή της, όπως η ίδια ανέφερε, κατόπιν σχετικής νομικής συμβουλής, να μην το θέσει, ενώ είχε κάθε ευκαιρία προς τούτο, αλλά να αποσύρει την αγωγή ανεπιφύλακτα και να καταχωρήσει στη συνέχεια την παρούσα αγωγή συνιστά, πέραν της παραβίασης της αρχής του δεδικασμένου και κατάχρηση της διαδικασίας, όπως ορθά επισημαίνει ο ευπαίδευτος δικηγόρος των Εναγομένων. Ζημιά Ενάγουσας από την παράνομη επέμβαση Η δικογραφημένη θέση της Ενάγουσας είναι ότι, εξαιτίας της παράνομης επέμβασης των Εναγομένων σε έκταση άνω των 336 τετραγωνικών μέτρων στο τεμάχιο 242 και σε έκταση άνω των 90 τετραγωνικών μέτρων στο τεμάχιο 243[86] (που όπως εξηγηθεί ανωτέρω έχει παραμείνει ατεκμηρίωτη), οι ζημιές και απώλειές της, λόγω της στέρησης της κατοχής, απόλαυσης και εκμετάλλευσης αυτού του μέρους των τεμαχίων της και/ή τα ενδιάμεσα οφέλη, κέρδη και ενοίκια, που έχει απολέσει από τον Απρίλιο του 1995 μέχρι την έκδοση της απόφασης είναι για το τεμάχιο 242 περίπου €1.210 ετησίως και για το τεμάχιο 243 €380 ετησίως[87]. Από τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης έχει προκύψει, ότι η Ενάγουσα, σε πλήρη αντίθεση με τους πιο πάνω δικογραφημένους ισχυρισμούς της, πάντοτε, σε όλη την επίδικη περίοδο από το 1995 και μέχρι σήμερα, ενοικιάζει τα επίδικα τεμάχια σε αγρότες, κατοίκους του χωριού, οι οποίοι τα καλλιεργούν και της πληρώνουν ενοίκιο, ότι η ενοικίαση είναι για ένα έτος, ότι συνομολογείται, με προφορική συμφωνία, τον Ιούνιο κάθε χρόνου και ότι το ενοίκιο είναι 600 με 700 ευρώ το χρόνο και για τα δυο τεμάχια. Τα πιο πάνω γεγονότα δεν απασχόλησαν καθόλου τον εκτιμητή Πολυβίου (Μ.Ε.3), προφανώς διότι η Ενάγουσα δεν τον ενημέρωσε σχετικά, του οποίου η μαρτυρία, ούτως ή άλλως, πέραν του ότι, όσον αφορά τον υπολογισμό της ζημιάς, κινήθηκε σε άλλη λογική και κατεύθυνση, για τους λόγους, που έχουν εξηγηθεί σε προηγούμενο σημείο της απόφασης, δεν έχει γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο. Περαιτέρω, η Ενάγουσα, στη μαρτυρία της, παρόλο που ερωτήθηκε σχετικά, δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει τη ζημιά που υφίσταται από το γεγονός ότι στην έκταση των τεμαχίων που ενοικιάζει δεν περιλαμβάνεται η επίδικη. Έπεται ότι, στη βάση των πραγματικών γεγονότων της υπόθεσης, οι ανωτέρω δικογραφημένες θέσεις της Ενάγουσας δεν έχουν αποδειχθεί και απορρίπτονται. Κατάληξη Με το πιο πάνω σκεπτικό η αγωγή απορρίπτεται. Τα έξοδα της αγωγής, ακολουθώντας το αποτέλεσμα, όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων και σε βάρος της Ενάγουσας. (Υπ.) ...................................... Κ. Σατολιάς, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Final (Αναφορά: Παράνομη επέμβαση - Αξιολόγηση μαρτυρίας - Απόρριψη αγωγής) [1] η οποία ήταν τότε ιδιοκτήτρια του τεμαχίου 242 [2] προφανώς εκ παραδρομής στην παρ. 2
(2)της απάντησης γίνεται αναφορά σε τεμάχιο 342 [3] Οι γραπτές αγορεύσεις των δικηγόρων της Ενάγουσας σημειώθηκαν ως τεκμήρια Α1 (η κύρια) και Α3 (η συμπληρωματική), ενώ οι γραπτές αγορεύσεις των δικηγόρων των Εναγόμενων σημειώθηκαν ως τεκμήρια Α2 (η κύρια) και Α4 (η συμπληρωματική). [4] Βλέπε σχετικά και πιστοποιητικό εγγραφής τεμαχίου 243 (τεκμήριο 1) [5] Βλέπε σχετικά πιστοποιητικό εγγραφής τεμαχίου 242 (τεκμήριο 2) και πιστοποιητικό έρευνας ακίνητης ιδιοκτησίας για το ίδιο τεμάχιο, ημερομηνίας 15.12.2014 (τεκμήριο 3) [6] Βλέπε σχετικά και τις γραπτές δηλώσεις της Ενάγουσας και της θυγατέρας της (τεκμήρια 8 και 9 αντίστοιχα) [7] Βλέπε σχετικά έκθεση απαίτησης αγωγής 1933/2006 (τεκμήριο 4) [8] Η έκθεση υπεράσπισης των Εναγομένων στην αγωγή 1933/2016 έχει καταχωρηθεί ως τεκμήριο 5 [9] Βλέπε σχετικά, πρακτικά αγωγής 1933/2016, ημερομηνίας 23.10.2009 και 09.11.2009 (τεκμήρια 6 και 7 αντίστοιχα) [10] Τεκμήριο 10 [11] Τεκμήριο 11 [12] Τεκμήριο 12 [13] Τεκμήριο 13 [14] Τεκμήριο 14 [15] Τεκμήριο 15 [16]
(2002)1 ΑΑΔ 661 [17]
(2004)2 ΑΑΔ 489, 500 [18]
(2012)2 ΑΑΔ 254, 260 [19]
(2010)1(Β) ΑΑΔ 1172, 1175 [20]
(1999)1(Β) ΑΑΔ 1273, 1280-1281 [21]
(1998)2 ΑΑΔ 391 [22]
(2002)2 ΑΑΔ 301 [23] 5η έκδοση, σελ. 446 [24]
(1992)1 ΑΑΔ 446 [25]
(1990)2 ΑΑΔ 41, 62-65 [26]
(1992)1(B) AAΔ.875 [27]
(2011)1(Γ) ΑΑΔ 2298, 2309-2310 [28]
(2001)2 ΑΑΔ 113, 119 [29]
(1997)1(Γ) ΑΑΔ 1811, 1814 [30] ΠΕ 250/08, ημ. 20.10.11 [31]
(2002)1(Α) ΑΑΔ 401, 406 [32]
(2008)1(Α) ΑΑΔ 676, 685 [33] για σκοπούς καταγραφής χρησιμοποιήθηκε το περιεχόμενο του τεκμηρίου 8 [34] με κανονική γραμματοσειρά αποδίδεται το έντυπο κείμενο του τεκμηρίου 8 και με πλάγια (italic) το χειρόγραφο [35] GEOPET ALUMINIUM LTD v. P.G.C. PONTEROSA FUN PARK LTD, ECLI:CY:AD:2018:A25, Πολιτική Έφεση αρ. 325/2011, ημερομηνίας 17.01.2018 [36] Βλέπε σχετικά, Το Δίκαιο της Απόδειξης, Ηλιάδης & Σάντης, σελ. 391 [37] Βλέπε σχετικά, Το Δίκαιο της Απόδειξης, Ηλιάδης & Σάντης, σελ. 374-375 [38] Epco v. Lartico
(1978)1 C.L.R. 201, Saab and another v. Holy Monastery Ay. Neophytos
(1982)1 C.L.R. 499, Εθνική Τράπεζα ν. Χατζηνέστορος
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 204, Archbold Investments Ltd κ.α. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ.
(2006)1 Α.Α.Δ. 1084, Λαζούρας ν. Σκυλλουριώτου
(1992)1 Α.Α.Δ. 168, 173, Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Μακράσυκας ν. Καπετάνιου, ECLI:CY:AD:2014:A8, Πολιτική Έφεση αρ. 200/09, ημερομηνίας 09.01.2014 και ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟ ΓΡΑΦΕΙΟ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α. v. LAIKI INSURANCE AGENCIES LIMITED, ECLI:CY:AD:2017:A372, Πολιτική Έφεση αρ. 147/2011, ημερομηνίας 26.10.2017 [39]A.C.T. Textiles v. Zodhiatis
(1986)1 C.L.R. 89, Adidas v. Jonitexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383, Phillippou General Bonded Warehouse Ltd v. Νικολαϊδη
(2006)1Β Α.Α.Δ 1057 [40].Α.C.T. Textiles v. Sodhiatis
(1986)1 C.L.R. 80, Aloupou and Another v. Hadjigeorghiou and Another
(1984)1 C.L.R. 475, Κούρρης ν. Παπαδόπουλου
(1998)1 Α.Α.Δ. 1147, Ντάγκλας ν. Ντάγκλας
(2010)1 Α.Α.Δ. 128, Ocean Reef Properties Ltd, μέλος της Εταιρείας P & P Philippou Ocean Reef Properties Ltd v.
- James Alan Kerr Colvilleκ.α., ECLI:CY:AD:2015:A319, Πολ. Εφεση 203/10, ημερομηνίας 11.05.
- [41] 5η έκδοση, σελ. 446 [42]
(2000)2 ΑΑΔ 390 [43]
(2003)1(Α) ΑΑΔ 351 [44]
(1978)1 C.L.R. 389 [45]
(1992)1(B) ΑΑΔ 746 [46] Βλέπε σχετικά και πιστοποιητικό εγγραφής τεμαχίου 243 (τεκμήριο 1) [47] Βλέπε σχετικά και πιστοποιητικό εγγραφής τεμαχίου 242 (τεκμήριο 2) και πιστοποιητικό έρευνας ακίνητης ιδιοκτησίας για το ίδιο τεμάχιο, ημερομηνίας 15.12.2014 (τεκμήριο 3) [48] Βλέπε σχετικά και τις γραπτές δηλώσεις της Ενάγουσας και της θυγατέρας της (τεκμήρια 8 και 9 αντίστοιχα) [49] Βλέπε σχετικά την έκθεση απαίτησης στην αγωγή 1933/2006 Ε.Δ. Πάφου (τεκμήριο 4) [50] Η έκθεση υπεράσπισης των Εναγομένων στην αγωγή 1933/2016 έχει καταχωρηθεί ως τεκμήριο 5 [51] Με σχετική δήλωση του τότε Κοινοτάρχη κ. Κουπάρη (βλέπε σχετικά τεκμήριο 6) [52] Βλέπε σχετικά, πρακτικά αγωγής 1933/2016, ημερομηνίας 23.10.2009 και 09.11.2009 (τεκμήρια 6 και 7 αντίστοιχα) [53] Τεκμήριο 10 [54] Τεκμήριο 11 [55] Τεκμήριο 12 [56] Τεκμήριο 13 [57] Τεκμήριο 14 [58] Τεκμήριο 15 [59] Τεκμήριο 18 [60]
(2005)1 Α.Α.Δ. 244 [61] Βλέπε παραγράφους 5
(2)και 6 έκθεσης απαίτησης [62] σημειώθηκαν ως τεκμήρια Α1 και Α3 αντίστοιχα για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας [63] Vol I, 13th Edition, page 257, para. 1347 [64]
(2011)1 Α.Α.Δ. 379 [65] στη σελ. 393 [66] στη σελ. 394 [67] στο τεκμήριο Α3, σελίδα 2, γίνεται παραπομπή στο Halsbury's Laws of England, 3rd Edition, para 1026, page 430-431 και para 1022-1023, pages 427-428 και στο GALE on Easements, 16η έκδοση, παρ. 1-119, σελ. 71 [68] με παραπομπή στη Ναυτικός Όμιλος Πάφου v. Αρχής Λιμένων
(1992)1 Α.Α.Δ. σελ. 882, σελ. 898-899 [69] σημειώθηκαν ως τεκμήρια Α2 και Α4 αντίστοιχα για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας [70] Βλέπε παράγραφο 6
(2)έκθεσης απαίτησης [71] Βλέπε σχετικά παράγραφο 8 έκθεσης απαίτησης [72] Βλέπε σχετικά παραγράφους 5
(1), 7, 8 και 10 έκθεσης απαίτησης [73] κατά το στάδιο της αντεξέτασης [74] Βλέπε σχετικά τεκμήριο Α1 [75] στην αγόρευση γίνεται παραπομπή στο σύγγραμμα Αστικά Αδικήματα, Αρτέμης & Ερωτοκρίτου, Τόμος Ι, σελ. 41 [76] Βλέπε σχετικά παραγράφους 7, 8 και 10 έκθεσης απαίτησης [77] Εξ' ου και οι θεραπείες που ζητούνται είναι (α) δήλωση ότι οι Εναγόμενοι, υπηρέτες και/ή αντιπρόσωποί τους παράνομα και/ή αυθαίρετα επεμβαίνουν και/ή παρεμβαίνουν επί των επίδικων ακινήτων και (β) διάταγμα με το οποίο να διατάσσονται οι Εναγόμενοι, υπηρέτες ή αντιπρόσωποι των να άρουν και/ή σταματήσουν οποιαδήποτε επέμβαση και/ή παρέμβαση και/ή να απαγορεύεται σ' αυτούς να επεμβαίνουν και/ή παρεμβαίνουν με οποιοδήποτε τρόπο επί των επίδικων ακινήτων (βλέπε σχετικά παραγράφους 14 (Α) και (Β) έκθεσης απαίτησης) [78] Βλέπε σχετικά την έκθεση απαίτησης στην αγωγή 1933/2006 Ε.Δ. Πάφου (τεκμήριο 4) [79] Η έκθεση υπεράσπισης των Εναγομένων στην αγωγή 1933/2016 έχει καταχωρηθεί ως τεκμήριο 5 [80] Με σχετική δήλωση του τότε Κοινοτάρχη κ. Κουπάρη (βλέπε σχετικά τεκμήριο 6) [81] Βλέπε σχετικά, πρακτικά αγωγής 1933/2016, ημερομηνίας 23.10.2009 και 09.11.2009 (τεκμήρια 6 και 7 αντίστοιχα) [82] Χρύσω Κακοφεγγίτου v. Κυπριακές Αερογραμμές, ECLI:CY:AD:2017:D442, Πολιτική έφεση αρ. 225/2012, ημερομηνίας 06.12.2017 [83] ΕΠΙΣΗΜΟΥ ΠΑΡΑΛΗΠΤΗ ΩΣ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΗ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΗΣ ARPACTOBIL TRADING LTD κ.α. v. ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε. κ.α., ECLI:CY:AD:2017:A424, Πολιτική Έφεση αρ. 81/2012, ημερομηνίας 28.11.2017 [84] Αναφορικά με την Αίτηση του Κυριάκου Γεωργιάδη, Πολιτική ECLI:CY:AD:2017:D410, Αίτηση Αρ. 147/2017, ημερομηνίας 22.11.2017 [85] Τεκμήριο Α4 [86] Βλέπε σχετικά παράγραφο 8 έκθεσης απαίτησης [87] Βλέπε σχετικά παράγραφο 12 έκθεσης απαίτησης cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο