← Κύπρος

Παναγιώτη Αντωνίου κ.α. ν. Μιχάλη Μιχαήλ, Αρ. Αγωγής: 140/18, 23/4/2018

Παναγιώτη Αντωνίου κ.α. ν. Μιχάλη Μιχαήλ, Αρ. Αγωγής: 140/18, 23/4/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2018:A128 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 140/18 Μεταξύ:

  1. Παναγιώτη Αντωνίου
  2. Γιώργου Αντωνίου Εναγόντων και Μιχάλη Μιχαήλ Eναγομένου Ημερομηνία: 23/4/2018 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες/Αιτητές ׃ κα Α. Κόμτζια (για την απαγγελία της απόφασης η κα Μ. Παστελλά) Για Εναγόμενο/Καθ' ου η Αίτηση: κ. Λεοντίου (για την απαγγελία της απόφασης ο κ. Ν. Νικήτα) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η οριστικοποίηση ή όχι των ενδιάμεσων προσωρινών διαταγμάτων που εκδόθηκαν στις 14/2/2108 μετά από μονομερή αίτηση των εναγόντων/αιτητών αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας απόφασης. Με αυτά ο εναγόμενος εμποδίζεται να πλησιάζει σε απόσταση 15 μέτρων τους ενάγοντες, συνομιλεί, ενοχλεί, απειλεί, εκφοβίζει, βρίζει, τηλεφωνεί, αποστέλλει μήνυμα, ηλεκτρονικό ταχυδρομείο και/ή με οποιοδήποτε τρόπο επικοινωνεί με αυτούς για οποιοδήποτε λόγο. Εμποδίζεται επίσης να πλησιάζει την οικία των εναγόντων καθώς και του πατέρα τους σε απόσταση 15 μέτρων. Τα διατάγματα αυτά, συνάντησαν την ένσταση του εναγόμενου/καθ' ου η αίτηση, ο οποίος και καταχώρησε σχετική ειδοποίηση ένστασης. Οι θέσεις και τα επιχειρήματα των διαδίκων, καταγράφονται και προκύπτουν από την αίτηση, την ένσταση και τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις που τις υποστηρίζουν, καθώς επίσης και από το περιεχόμενο των γραπτών αγορεύσεων των ευπαίδευτων συνηγόρων τους και για αυτό δεν θεωρώ αναγκαίο να τα παραθέσω. Αναφορά σε αυτά θα γίνει στην συνέχεια και μόνο όπου αυτό κριθεί απαραίτητο. Οι αρχές που διέπουν το ζήτημα έκδοσης διαταγμάτων δυνάμει του άρθρου 32, έχουν καθορισθεί σε πολλές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Οδυσσέως v. Πιερής Estates

(1982)1 AAΔ 557, Μ. Δημητρίου κ.α. v. Royal Ris Ltd
(2002)1 (B) AAΔ.1164, Χρ. Κούνουνα v. C & A Simonos Ltd
(2002)1 (B) AAΔ.1361, Μαίρη Ν. Σεβαστού v. Εμμανουήλ Σεβαστού
(2002)1(Γ) 1980, Papapetrou Bros Ltd v. Παπαπέτρου
(2003)1 ΑΑΔ 741). Στην κλασσική για το θέμα απόφαση Οδυσσέως πιο πάνω, επανατοποθετήθηκε η αρχή πως για την επιτυχή επίκληση του άρθρου 32, απαιτείται να ικανοποιηθεί το Δικαστήριο ότι συντρέχουν οι ακόλουθες τρείς προϋποθέσεις: (α) να υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση, (β) να υπάρχουν πιθανότητες επιτυχίας οι αιτητές να δικαιούνται σε θεραπεία και (γ) να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το διάταγμα. Αναλύοντας το Ανώτατο Δικαστήριο τις πιο πάνω προϋποθέσεις ανάφερε ότι, η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση δεν εξυπακούει οτιδήποτε περισσότερο από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δύναμη των δικογράφων. Η δεύτερη προϋπόθεση επιβάλλει στον αιτητή να δείξει ότι έχει πιθανότητα επιτυχίας. Η έννοια της πιθανότητας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις, ενώ η τρίτη προϋπόθεση είναι η αδυναμία απόδοσης δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Στην υπόθεση Χάρης Φεσσάς, Αίτηση
(1990)1 ΑΑΔ 704, αποφασίσθηκε ότι το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 περιέχει ουσιαστικό και όχι δικονομικό δίκαιο και ότι το πρόσωπο που επιζητεί την έκδοση προσωρινού διατάγματος φέρει το βάρος να αποδείξει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32. Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας για εκδίκαση κάποιου συντηρητικού διατάγματος, η υποχρέωση απόδειξης αμφισβητούμενων γεγονότων βαρύνει πάντοτε τους ώμους του αιτητή (βλ. Iacovou Brothers v. Fashionwise Ltd
(2000)1 (B) AAΔ.1377). Σύμφωνα με τη νομολογία το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας, ούτε και προχωρεί στην εξαγωγή συμπερασμάτων σε σχέση με την αξιοπιστία (βλ. Jonitexo v. Adidas
(1984)1 CLR 263). Κατά την εκδίκαση αιτήσεων αυτής της φύσης, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει την ουσία της υπόθεσης. Περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων (βλ. C.T.Tobacco Ltd v. Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.α.
(2003)1(Β) ΑΑΔ 853). Η ύπαρξη απλώς των θεσμικών αυτών προϋποθέσεων δεν είναι αρκετή αλλά το Δικαστήριο στο τελικό στάδιο θα πρέπει πρόσθετα να εξετάσει όλους τους παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη για την ορθή ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και σταθμίσει στα πλαίσια αυτά κατά πόσο με βάση τα δεδομένα της υπόθεσης είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Odysseos v. Pieris Estates and others
(1982)2 CLR 557, Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού v. Θεωρή
(1989)ΑΑΔ 1(Ε) 255), το οποίο πάντοτε στοχεύει στην εξυπηρέτηση των αναγκών της δικαιοσύνης και θα κριθεί με βάση πάντα τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Εφόσον ο αιτητής ικανοποιήσει το Δικαστήριο πως πληρούνται όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει όλους τους παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη για την ορθή ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και να σταθμίσει στα πλαίσια αυτά κατά πόσο με βάση τα δεδομένα της υπόθεσης είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 152, Bacardi v. Vinko
(1996)ΑΑΔ 788, C.T. Tobacco v. Εταιρεία Εκδόσεων Αρκτίνος
(2003)1 ΑΑΔ 853 και Χρ. Κούνουνα v. C & A Simonos
(2002)1(B) ΑΑΔ 136). Η καθυστέρηση στην έναρξη της διαδικασίας δυνατό να επιφέρει αρνητικά αποτελέσματα στην έγκριση του αιτήματος. Στην υπόθεση Bacardi, πιο πάνω αναλύονται οι συνέπειες της καθυστέρησης για έναρξη διαδικασίας σε αίτηση για προσωρινό διάταγμα. Στην υπόθεση αυτή παρότι βρέθηκε ότι συνέτρεχαν οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/60, το Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση λόγω της μεγάλης καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης. Με βάση τα πιο πάνω θα προχωρήσω να εξετάσω την ουσία της αίτησης. Στην εξεταζόμενη υπόθεση κατά την ημερομηνία έκδοσης των διαταγμάτων των οποίων σήμερα εξετάζεται η οριστικοποίηση, δηλαδή στις 14/2/2018, είχε καταχωρηθεί κλητήριο ένταλμα γενικά οπισθογραφημένο χωρίς μέχρι τότε οι ενάγοντες να έχουν προχωρήσει σε καταχώρηση Έκθεση Απαίτησης. Η καταχώρηση της έγινε αργότερα και συγκεκριμένα στις 8/3/2018. Όπως προκύπτει από τη γενική αυτή οπισθογράφηση, την οποία το Δικαστήριο είχε ενώπιον του κατά την μονομερή έκδοση των διαταγμάτων οι ενάγοντες αξιώνουν από τον εναγόμενο «γενικές και/ή ειδικές και/ή τιμωρητικές και/ή παραδειγματικές αποζημιώσεις για ζημιές και/ή σωματικές βλάβες και/ή απώλειες και/ή έξοδα και/ή ταλαιπωρία και/ή για μελλοντικές ζημιές και/ή που οι ενάγοντες υπέστησαν και/ή θα υποστούν συνεπεία επίθεσης και/ή αμέλειας και/ή παράβασης των εκ του νόμου απορρεόντων καθηκόντων του εναγομένου... ». Αποτελούν συνεπώς βάσεις της αγωγής των εναγόντων τα αστικά αδικήματα της επίθεσης και της αμέλειας. Η εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση των υπό κρίση διαταγμάτων δεν έχει αμφισβητηθεί αφού το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδώσει προσωρινό διάταγμα και στη βάση του αστικού αδικήματος της επίθεσης στο οποίο παραπέμπουν οι ισχυρισμοί των εναγόντων που στήριξαν κατ' ουσία το αίτημα τους για έκδοση των διαταγμάτων. Όπως αναφέρεται στους Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, τεύχος 37, σελ. 142, παράγραφος 254: «There is a discretion in the High Court or a county court to grant injunctions compelling persons to do or restraining them from doing acts where otherwise the plaintiff will suffer, or continue to suffer, wrongful injury for which an award of damages will not adequately compensate him. A restrictive injunction may be permanent or of an interlocutory character and may be granted where injury has already been caused and will otherwise continue, or where it has not yet been caused but is imminently threatened. The court has jurisdiction to award damages either in addition to or in substitution for an injunction». Στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts, στην 20η έκδοση, στη σελίδα 1979 στην παράγραφο 29-01 καταγράφονται τα ακόλουθα κάτω από τον τίτλο principle on which injunction granted. « In addition to the remedy by action for damages in respect of torts which have actually been committed, there is, in certain cases, a remedy by way of injunction to prevent the commission of torts which are threatened or anticipated or, in cases of continuing injuries, to restrain their continuances. The principle upon which such injunction is granted is that the injury to be inflicted would be of such a character that the claimant could not practically be compensated in damages". Και πιο κάτω στην παράγραφο 29-02 του ιδίου συγγράμματος αναφέρεται ότι το Δικαστήριο λειτουργώντας ως Δικαστήριο της επιείκειας (court of equity) έχει εξουσία να εκδώσει ένα τέτοιο διάταγμα εφόσον κρίνει τούτο ορθό και δίκαιο. Στην υπόθεση Τάκης Γιάλλουρος v. Ευγένιου Νικολάου
(2001)1 Α ΑΑΔ 558 αναγνωρίσθηκε το δικαίωμα σε αποζημίωση σε περιπτώσεις παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων που δεν συνιστούν αστικό αδίκημα. Όπως αποφασίστηκε στην υπόθεση αυτή: «
  1. Η παραβίαση του δικαιώματος της ιδιωτικής ζωής και του δικαιώματος του απορρήτου της επικοινωνίας, που κατοχυρώνονται αντίστοιχα, στα Άρθρα 15.1 και 17 του Συντάγματος παρέχει δικαίωμα έννομης προστασίας μέσω της δικαστικής οδού, με τις θεραπείες του δικαίου.
  2. Η πιο πάνω κατάληξη συνάδει και με την αρχή δικαίου ότι όπου υπάρχει αδικοπραξία (wrong )πρέπει να υπάρχει και θεραπεία (remedy). Παρέκκλιση από την αρχή αυτή συνιστά ανωμαλία». Όπως δε αναφέρεται στη συνέχεια από τον Δικαστή Αρτεμίδη: «1....................................................................... 2.......................................................................Όταν γίνεται βλάβη ο παθών δικαιούχος έχει δικαίωμα στην απόδοση θεραπείας. Στο Άρθρο 30 του Συντάγματος εμπεριέχεται το αξίωμα Ubi jus ibi remedium. 4.Το Άρθρο 30 του Συντάγματος προεκτείνει το λατινικό αξίωμα επιβάλλοντας στα Δικαστήρια να αναγνωρίζουν και εξασφαλίζουν κατά την άσκηση της αστικής τους δικαιοδοσίας κάθε αστικό δικαίωμα και υποχρέωση. Επομένως ο ενάγων- εφεσίσβλητος είχε αγώγιμο δικαίωμα που πηγάζει ευθέως από τα άρθρα 15 και 17 του Συντάγματος». Στην υπόθεση Κατζουράκη v. Επαμεινώνδα
(2005)1 (Α) ΑΑΔ 219, αναγνωρίσθηκε το δικαίωμα ενός διαδίκου να ζητήσει δικαστική προστασία για να παρεμποδίσει την παρενόχληση του ή την επέμβαση στην ιδιωτική ή προσωπική του ζωή, ως δικαίωμα που υφίσταται ανεξαρτήτως συγγενικής σχέσης και το οποίο εμπίπτει στη δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Αποτελεί μεταξύ άλλων, λόγο ένστασης, ότι τα εκδοθέντα διατάγματα θα πρέπει να ακυρωθούν γιατί οι ενάγοντες δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, αφού όχι μόνο απέκρυψαν ουσιώδη γεγονότα, αλλά και παραπλάνησαν το Δικαστήριο. Είναι αναγκαίο λοιπόν και πριν την εξέταση της ουσίας της αίτησης, να εξετασθεί η εισήγηση αυτή του εναγόμενου, αφού η αποδοχή της καθιστά αχρείαστη την εξέταση οποιουδήποτε άλλου ζητήματος (βλ. Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co. Ltd
(1996), 1 Α.Δ.Δ. 597). Είναι νομολογημένο ότι η διαδικασία έκδοσης διατάγματος κατόπιν μονομερούς αίτησης επιβάλλει στον αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων, που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση, υποχρέωση που είναι υψίστης πίστεως (uberrima fides). Ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει ή που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στηn κρίση του Δικαστηρίου. Ο λόγος είναι ότι η έκδοση διατάγματος μονομερώς συνιστά παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης να ακούονται και τα δύο μέρη πριν το Δικαστήριο εκφέρει κρίση (βλ. Resola (Cyprus) Ltd κ.α. ν. Χρίστου,
(1988), 1 Α.Α.Δ. 598 και Zein ν. Καμπανέλλα Λτδ,
(2000), 1 Α.Α.Δ. 606). Η απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος από το Δικαστήριο, διασαλεύει την ίδια τη βάση του διατάγματος. Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου. Επειδή η αίτηση υποβάλλεται μονομερώς και η μόνη μαρτυρία που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αυτή που προσκομίζεται από τον αιτητή, αυτός οφείλει να παρουσιάσει και να περιγράψει την υπόθεση στο Δικαστήριο όσο πιο δίκαια γίνεται. Θα πρέπει να τεθούν σε γνώση του Δικαστηρίου οποιεσδήποτε τυχόν υπερασπίσεις που ο καθ΄ ου η αίτηση θα μπορούσε να προβάλει ή οποιαδήποτε τυχόν προβλήματα, ώστε η κρίση του Δικαστηρίου να είναι όσο πιο αντικειμενική μπορεί να είναι στο αρχικό αυτό στάδιο της υπόθεσης (βλ. το σύγγραμμα «The Mareva Injunction and Related Orders», Mark S.W. Hoyle, 1997, 3η έκδοση, σελ. 71 υπό τον τίτλο «Lack of full disclosure»). Το Δικαστήριο στην περίπτωση μη αποκάλυψης απαντά «δεν σας ακούω πλέον» και ακυρώνει την διαταγή που έδωσε χωρίς να εξετάσει την ουσία (βλ. Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου, πιο πάνω). Η απόκρυψη ανατρέπει τη βάση του διατάγματος και το καθιστά ακυρωτέο. Το διάταγμα που δόθηκε χωρίς να τηρηθεί η υποχρέωση αυτή του αιτητή θα πρέπει να ακυρωθεί κατά την inter partes ακρόαση της αίτησης (βλ. Δήμος Πάφου ν. Σοφοκλή Βοσκού
(2001), 1 Α.Α.Δ. 1168). Οι παράμετροι και οι διαστάσεις της υποχρέωσης αποκάλυψης σε μονομερείς αιτήσεις αναπτύχθηκαν στην υπόθεση Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co. Ltd πιο πάνω όπου στις σελίδες 601 - 602 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Είναι θεμελιωμένο ότι διάδικος ο οποίος επιδιώκει με μονομερή αίτηση την χορήγηση θεραπείας πρέπει να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων τα οποία επενεργούν στην άσκηση των εξουσιών του Δικαστηρίου για την παροχή θεραπείας. Η αρχή αυτή συναρτάται με την καλή πίστη, η οποία πρέπει να επιδεικνύεται οποτεδήποτε επιδιώκεται η θεραπεία στην απουσία του αντιδίκου». Όπως υποδεικνύεται στην ίδια υπόθεση: «το καθήκον για αποκάλυψη συναρτάται προς τη καλή πίστη που πρέπει να επιδεικνύεται όποτε επιδιώκεται η παροχή θεραπείας στην απουσία του αντιδίκου. Το κριτήριο για τα γεγονότα που πρέπει να αποκαλυφθούν είναι αντικειμενικό. Το ηθελημένο ή μη της παράλειψης δεν είναι σημαντικό ούτε η πρόθεση εξαπάτησης αποτελεί προυπόθεση για την ακύρωση του διατάγματος για τη μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων. Η σημασία της μη αποκάλυψης έγκειται στην αποστέρηση του Δικαστηρίου γνώσης ουσιωδών γεγονότων για την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Ουσιώδες για τους σκοπούς αυτούς, είναι κάθε γεγονός το οποίο άπτεται και μπορεί εξ' αντικειμένου να επιδράσει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για τη χορήγηση ή όχι της αιτούμενης θεραπείας. Το ουσιώδες του γεγονότος προσδιορίζεται με αναφορά στα επίδικα θέματα του αιτήματος για απαγορευτικό διάταγμα όπως καθορίζεται από το άρθρο 32 του Ν.14/60. Επιπλέον, σε μονομερείς αιτήσεις, ουσιώδη είναι και τα γεγονότα που σχετίζονται με το επείγον του ζητήματος». Όπως ενδεικτικά αναφέρθηκε στην υπόθεση Resola (Cyprus) Ltd ν. Χρήστου
(1998), 1 Α.Α.Δ. 598, στις σελίδες 602 - 603: «Όπως διαπιστώσαμε στην Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co. Ltd κ.α.
(1996)1(Α) ΑΑΔ 597, πρόθεση εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση διατάγματος λόγω παράλειψης αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Το κριτήριο είναι, όπως αναφέραμε κατά πόσο η μη αποκάλυψη συγκεκριμένων γεγονότων συνιστά, εξ' αντικειμένου, ουσιώδους σημασίας στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, οπόταν, στην απουσία του, αυτή τούτη η απόφαση του Δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής». Στην υπόθεση M & CH Mitsingas Trading Λτδ κ.α. ν. The Timberland Co of USA
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1791 αποφασίσθηκε ότι το ουσιώδες ενός ζητήματος προσδιορίζεται στο πλαίσιο της αντιδικίας των μερών. Το ουσιώδες του γεγονότος προσδιορίζεται με αναφορά στα επίδικα θέματα. Ό, τι πρέπει να αποκαλυφθεί σε κάθε περίπτωση είναι: «....γεγονότα γνωστά στον αιτητή ή γεγονότα τα οποία θα μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογες προσπάθειες, τα οποία σχετίζονται με: (α) το βάσιμο του δικαιώματος του, όπως διαγράφεται στο δικόγραφό του, (β) την σοβαρότητα του ζητήματος, το οποίο εγείρεται καθώς και (γ) την πιθανότητα επιτυχίας». Στην υπόθεση Βασιλική Χαραλάμπους ν. Petros Michael Exclusif Ltd κ.α.
(2004), 1(Γ) Α.Α.Δ. 1953 κρίθηκε ότι ορθά ακυρώθηκε το προσωρινό διάταγμα που είχε εκδοθεί αφού η Έκθεση Απαίτησης και η ένορκος δήλωση που συνόδευε τη μονομερή αίτηση για προσωρινό διάταγμα έδιδαν την εντύπωση ότι η ενάγουσα ήταν κάτοχος εγγεγραμμένου σήματος. Λέχθηκαν στην υπόθεση αυτή τα ακόλουθα: «Είναι μεγάλη η ευθύνη εκείνου που επιδιώκει θεραπεία χωρίς να ακούεται η άλλη πλευρά, να θέσει όλα τα δεδομένα με ύψιστη καλή πίστη και πληρότητα. Το ενδεχόμενο να είναι δυνατό εκ των υστέρων η γενική εικόνα που δημιουργείται να είχε αντικρυστεί διαφορετικά μετά από μια εξονυχιστική έρευνα, δεν είναι ικανοποιητική απάντηση όταν όσα ως σύνολο μεταδίδονται, σαφώς οδηγούν στο σχηματισμό άλλης εικόνας». Σε περιπτώσεις μονομερών αιτήσεων ουσιώδη είναι και τα γεγονότα που σχετίζονται με το κατεπείγον του αιτήματος για τη χορήγηση θεραπείας (βλ. M & Ch. Mitsingas Trading Ltd κ.α. ν. The Timberland Co of Usa,
(1998)1 Α.Α.Δ. 1180. Όπως λέχθηκε στην απόφαση αυτή: «Γεγονότα που σχετίζονται με το κατεπείγον του αιτήματος ενέχουν άμεση σημασία για τη χορήγηση θεραπείας στην απουσία του αντιδίκου. Απόκρυψη γεγονότων, που καθιστούν το αίτημα μη επείγον, αναιρούν τη βασική προϋπόθεση για παροχή ενδιάμεσης θεραπείας στη απουσία του εναγομένου». Το άρθρο 9
(1)του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 έχει εφαρμογή μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις και μόνο εφόσον καταδεικνύονται επείγουσες ή άλλες περιστάσεις που να δικαιολογούν την έκδοση του διατάγματος μονομερώς. Η δικαιοδοτική ικανότητα έκδοσης ex-parte διατάγματος βασίζεται πάντοτε στο άρθρο 9
(1)σαν εξαιρετικό μέτρο προς το οποίο ο παράγοντας του χρόνου είναι ως εκ των πραγμάτων άμεση συνάρτηση αφού ανάγεται στο θεμελιακό ερώτημα του κατεπείγοντος του πράγματος. Όπως είναι νομολογημένο, μόνο εφόσον καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος δικαιολογείται, όλως εξαιρετικά, η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία του αντιδίκου. Μόνο τότε μπορεί να συγχωρεθεί η παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης, να ακούονται και τα δύο μέρη πριν το Δικαστήριο εκφέρει κρίση (βλ. Resola (Cyprus) Ltd ν. Χρήστου και Zein κ.α. ν. Καμπανέλλα Λτδ, πιο πάνω. Στην συγκεκριμένη περίπτωση ο εναγόμενος εισηγείται ότι οι ενάγοντες έχουν αποκρύψει από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα. Είναι η εισήγηση του ότι απέκρυψαν ότι εξετάζεται ποινική υπόθεση και εναντίον τους και όχι μόνο εναντίον και του εναγομένου και εξέθεσαν τα γεγονότα με τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργείται στο Δικαστήριο πεπλανημένη εικόνα ως προς το τι πραγματικά συνέβη και ποια ήταν η εμπλοκή των μερών. Θα προχωρήσω λοιπόν να εξετάσω τη θέση αυτή του εναγόμενου ότι δηλαδή οι ενάγοντες δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια όπως προστάζουν οι αρχές της επιείκειας, αφού κατά το στάδιο της μονομερούς αίτησης και έκδοσης των διαταγμάτων, δεν αποκάλυψαν ουσιώδη γεγονότα, ενώ παράλληλα έγινε από αυτoύς προσπάθεια παραπλάνησης του Δικαστηρίου. Το ζήτημα τούτο είναι και όπως προαναφέρεται, ουσιαστικής σημασίας, αφού η επιτυχία αυτής της εισήγησης καθιστά αχρείαστη την εξέταση οποιουδήποτε άλλου θέματος. Η εμβέλεια του αξιώματος αυτού, είναι ευρεία και το Δικαστήριο με αναφορά στην προηγούμενη συμπεριφορά του αιτητή, όπως αυτή αποκαλύπτεται από τα γεγονότα της επίδικης διαφοράς, μπορεί να τη θεωρήσει τόσο απρεπή που να καθιστά ανάξιο τον αιτητή της βοήθειας του Δικαστηρίου. Όπως αναφέρθηκε στην απόφαση Duches of Argyll v. Duke of Argyll and others
(1965)1 All ER 611: «A person coming to eguity for relief-and this is equitable relief which the plaintiff seeks- must come with clean hands? But the cleanliness required is to be judged in relation to the relief that is sought». Το ζήτημα, θα πρέπει να κριθεί με βάση μόνο τη δύναμη των ισχυρισμών που περιέχονται στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση και την ειδοποίηση ένστασης αντίστοιχα καθώς και την συμπληρωματική ένορκη δήλωση του εναγόμενου που καταχωρήθηκε μετά από άδεια του Δικαστηρίου. Και τούτο γιατί η ακροαματική διαδικασία περιορίσθηκε σε αγορεύσεις χωρίς κανένας από τους ενόρκως δηλούντες να αντεξετασθεί επί του περιεχομένου των ισχυρισμών που εκτίθενται σε αυτές. Σε αντίθεση με τα όσα οι ενάγοντες προβάλλουν με τις δύο ένορκες δηλώσεις που στηρίζουν την αίτηση, ο εναγόμενος με την ένορκη δήλωση του που στηρίζει την ειδοποίηση ένστασης καθώς και την συμπληρωματική του ένορκη δήλωση, προβάλλει μια διαφορετική εκδοχή ότι δηλαδή αυτός που υπέστη επίθεση από τους ενάγοντες ήταν ο ίδιος και όχι το αντίθετο. Ισχυρίζεται ακόμα ότι από την επίθεση υπέστη σωματικές βλάβες και ένεκα των οποίων κατέστη αναγκαία και η νοσηλεία του στο νοσοκομείο. Προς απόδειξη δε των ισχυρισμών του επισυνάπτει στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση που καταχώρησε μετά από άδεια του Δικαστηρίου ως Τεκμήριο Α επιστολή της Αστυνομικής Διεύθυνσης Πάφου ημερομηνίας 20/3/2018 ότι σε σχέση με το περιστατικό που επισυνέβη στις 6/2/2018 μεταξύ των διαδίκων, του εναγομένου από την μια και των εναγόντων από την άλλη, εξετάζονται δύο ξεχωριστές υποθέσεις. Για απόδειξη δε των ισχυρισμών του ως προς τις σωματικές βλάβες που υπέστη επισυνάπτει ως τεκμήρια στην ένσταση του ιατρικά πιστοποιητικά. Ότι προκύπτει από τα πιο πάνω είναι ότι όντως υπήρξε απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων και προσπάθεια παραπλάνησης του Δικαστηρίου. Οι ενάγοντες παρουσίασαν τα γεγονότα με στόχο να δημιουργήσουν στο Δικαστήριο την πεπλανημένη αντίληψη ότι χωρίς να υπάρχει καμία απολύτως εμπλοκή των ιδίων, ο εναγόμενος τους επιτέθηκε για αυτό και εκδόθηκε εναντίον του διάταγμα προσωποκράτησης και για αυτό θα κατηγορηθεί ενώπιον ποινικού Δικαστηρίου. Απέκρυψαν όμως παντελώς το γεγονός ότι εξετάζεται και εναντίον τους ποινική υπόθεση για το ίδιο συμβάν. Tα γεγονότα όπως τέθηκαν από τους ενάγοντες έδιδαν την λανθασμένη εντύπωση ότι για το επεισόδιο, αυτός που μόνο θα κατηγορηθεί είναι μόνο ο εναγόμενος. Το γεγονός αυτό είναι κατά την άποψη μου ουσιώδες και θα λαμβανόταν υπόψη κατά την άσκηση της δικαστικής κρίσης στο στάδιο της μονομερούς έκδοσης του διατάγματος. Παρουσίασαν επίσης τον εναγόμενο ως άτομο επικίνδυνο, εναντίον του οποίου εκκρεμούν και άλλες υποθέσεις. Σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς τους αυτούς ο εναγόμενος κατάθεσε ως τεκμήριο πιστοποιητικό λευκού ποινικού μητρώου ημερομηνίας 1/3/2018 σύμφωνα με το οποίο και μέχρι την ημερομηνία αυτή δεν βαρύνεται με καμιά προηγούμενη καταδίκη. Όλα τα πιο πάνω είναι στοιχεία που αναμφίβολα είχαν επίδραση στην κρίση του Δικαστηρίου και συνέτειναν ώστε να σχηματισθούν λανθασμένες εντυπώσεις. Όπως λέχθηκε στην απόφαση Βασιλική Χαραλάμπους v. Petros Michael Exclusif Ltd κ.α. πιο πάνω, «Είναι μεγάλη η ευθύνη εκείνου που επιδιώκει θεραπεία χωρίς να ακούεται η άλλη πλευρά, να θέσει όλα τα δεδομένα με ύψιστη καλή πίστη και με πληρότητα. Το ενδεχόμενο να είναι δυνατό εκ των υστέρων η γενική εικόνα που δημιουργείται να είχε αντικριστεί διαφορετικά μετά από μια εξονυχιστική έρευνα, δεν είναι ικανοποιητική απάντηση όταν, όσα ως σύνολο μεταδίδονται, σαφώς οδηγούν στο σχηματισμό άλλης εικόνας». Όπως λέχθηκε και στην υπόθεση Αναφ. με την Αίτηση της Εταιρείας Αρκτίνος Λτδ, κ.α.
(2006)1Β ΑΑΔ 1013, «Ο κ. Χριστοφόρου δεν αντεξετάστηκε πάνω στο περιεχόμενο της ένορκής του δήλωσης και έτσι οι ισχυρισμοί του οι οποίοι παρέμειναν ακλόνητοι δεν μπορούν παρά να γίνουν αποδεκτοί. (Βλ. Phipson "On Evidence", 12th Edition, para 1593, p. 657, Adrian Keane "The modern law of evidence" 1985 Edition, p.125, P. Murphy "On evidence", Fifth Edition, p.468)». Έτσι λοιπόν και στην παρούσα περίπτωση, οι πιο πάνω, αλλά και άλλοι ισχυρισμοί του εναγόμενου με τους οποίους απορρίπτονται ισχυρισμοί που τέθηκαν από τους ενάγοντες, παρέμειναν αναπάντητοι και συνεπώς αναντίλεκτοι και ως εκ τούτου δεν μπορούν παρά να γίνουν αποδεκτοί. Τα όσα οι ενάγοντες έχουν επικαλεσθεί, έχουν εξουδετερωθεί από τους αντίστοιχους ισχυρισμούς του εναγόμενου και κατά συνέπεια τα εκδοθέντα διατάγματα θα πρέπει να ακυρωθούν αφού δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ότι όντως υπήρξε εκτός της απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων και προσπάθεια παραπλάνησης του Δικαστηρίου. Θα πρέπει περαιτέρω να λεχθεί ότι μετά την πιο πάνω κατάληξη μου η εξέταση οποιουδήποτε άλλου ζητήματος καθίσταται περιττή. Συνακόλουθα τα προσωρινά διατάγματα που εκδόθηκαν μονομερώς στις 14/2/2108 ακυρώνονται. Τα έξοδα της αίτησης όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του εναγόμενου/καθ' ου η αίτηση και εναντίον των εναγόντων/αιτητών και να είναι εισπρακτέα στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (Υπ.) .......... Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Civil/interim Subject /interim order cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.