← Κύπρος

Νικολέτα Σιαππάνια κ.α. ν. Δήμου Πάφου, Αρ. Αγωγής? 946 /17, 18/4/2018

Νικολέτα Σιαππάνια κ.α. ν. Δήμου Πάφου, Αρ. Αγωγής? 946 /17, 18/4/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2018:A116 -ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής׃ 946 /17 Μεταξύ:

  1. Νικολέτα Σιαππάνια
  2. Σοφία Γεωργία Σιαππάνια Εναγουσών Και Δήμου Πάφου Εναγομένων Ημερομηνία: 18/4/2018 Εμφανίσεις : Για αιτήτριες/ενάγουσες ׃ κ. Χ. Φωτίου (για την απαγγελία της απόφασης ο κ. Χ. Σιαηλής) Για καθ' ων η αίτηση/εναγομένους ׃ κα Μ. Κωνσταντινίδου (για την απαγγελία της απόφασης ο κ. Φ. Κυπριανίδης) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η οριστικοποίηση ή όχι του ενδιάμεσου προσωρινού διατάγματος που εκδόθηκε στις 15/9/2017 μετά από μονομερή αίτηση του εναγουσών/αιτητριών, αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας απόφασης. Με αυτό απαγορεύεται στους εναγομένους/καθ' ων η αίτηση και/ή υπαλλήλους τους να επεμβαίνουν με οποιοδήποτε τρόπο στα τεμάχια 681, 682, 684, 4502 Α, 4502Β, αρ. εγγραφής 0/16662, 0/16663 (τα οποία από τώρα και στο εξής θα καλούνται τα ακίνητα), μέχρι την τελική εκδίκαση της αγωγής και/ή μέχρι νεώτερης διαταγής του Δικαστηρίου. Στις 21/9/2017 που το διάταγμα ήταν επιστρεπτέο, οι εναγόμενοι παρέλειψαν να εμφανισθούν και έτσι αυτό κατέστη απόλυτο. Στην συνέχεια όμως η οριστικοποίηση του διατάγματος ακυρώθηκε εκ συμφώνου, μετά από την καταχώρηση αίτησης ημερομηνίας 26/9/2017 από την πλευρά των εναγομένων. Αφού καταχωρήθηκε ειδοποίησης ένστασης από τους τελευταίους, ακολούθησε η ακροαματική διαδικασία η οποία περιορίσθηκε σε αγορεύσεις. Οι θέσεις και τα επιχειρήματα των διαδίκων, καταγράφονται και προκύπτουν από την αίτηση, την ένσταση και τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις που τις υποστηρίζουν, καθώς επίσης και από το περιεχόμενο των αγορεύσεων των ευπαίδευτων συνηγόρων τους, προφορική για τις ενάγουσες και γραπτή για τους εναγόμενους. Για αυτό και δεν θεωρώ απαραίτητο να τις παραθέσω. Αναφορά σε αυτές θα γίνει στην συνέχεια και μόνο όπου αυτό κριθεί αναγκαίο. Δικαιοδοτικό βάθρο της αίτησης δυνάμει της οποίας εκδόθηκε το υπό κρίση διάταγμα, αποτελούν τα άρθρα 4, 5, 6 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 και το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Ν. 14/
  3. Ο συσχετισμός των άρθρων 5 και 9, εξετάσθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο σε διάφορες υποθέσεις (βλ. Ευριπίδης Φ. Ζεμενίδης v. Άννας Ζεμενίδη

(1992)1 ΑΑΔ 54), όπου και καθορίζεται ότι η εξουσία που παρέχεται στο Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 32 του Ν. 14/60, είναι ευρύτερη αυτής που παρέχεται με το άρθρο 5 του Κεφ. 6, κάτι που επίσης συμβαίνει και σε σχέση με το άρθρο 4. Το άρθρο 4 του Κεφ.6, σκοπό έχει την προστασία της περιουσίας που είναι το αντικείμενο της αγωγής (βλ. Stavros Hotels No.1
(1994)1 AAΔ 389, Compania Portuguessa v. Sponsalia
(1987)1 CLR 11, Aιτ. Markass Car Hire Ltd
(2000)1 AAΔ 316 και Παναγίδου v. Παναγίδου
(2001)1 AAΔ 396). Παρά το ότι όπως αποφασίσθηκε στην υπόθεση Παπαστράτης v. Πετρίδης
(1979)1 CLR 231, όταν η περιουσία είναι αντικείμενο της αγωγής, τότε το άρθρο 4 μπορεί να εξετασθεί ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν.14/60, όμως το Δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια πρέπει να οδηγείται από τις αρχές που καθορίζονται με το άρθρο 32 και είναι συνετό οι προϋποθέσεις αυτές να λαμβάνονται υπόψη (βλ. επίσης την Παναγίδου, πιο πάνω). Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 5 του Κεφ. 6, κάθε Δικαστήριο έχει εξουσία σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, να εκδώσει διάταγμα με το οποίο να δεσμεύεται ακίνητη περιουσία ή μέρος της, όση είναι κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου, απαραίτητη για να είναι δυνατή η ικανοποίηση ενδεχόμενης δικαστικής απόφασης (βλ. Καλογήρου v. CCC Credit Capital Finance Ltd
(2005)1 AAΔ 1237). Για να εκδοθεί ένα τέτοιο διάταγμα θα πρέπει το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει καλή βάση αγωγής και ότι με την πώληση ή μεταβίβαση περιουσίας σε τρίτο πρόσωπο, είναι πιθανό ο ενάγοντας να εμποδισθεί να ικανοποιήσει την απόφαση που δυνατό να εκδοθεί υπέρ του, κάτι που αποτελεί και σκοπό του άρθρου αυτού. Στην υπόθεση Τσιολάκκης κ.α. v. Στυλιανίδη
(1992)1 ΑΑΔ 782, υποδεικνύεται ότι ο όρος «καλή αιτία αγωγής» (good cause of action) στο άρθρο 5 του Kεφ. 6, έχει την ίδια έννοια με τον όρο «σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση» που τίθεται στην επιφύλαξη του άρθρου 32
(1)του Ν. 14/60. Και στις δύο περιπτώσεις επιβάλλεται η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης (arguable case). Το άλλο στοιχείο που πρέπει να αποδειχθεί για την παρεμπόδιση αποξένωσης γης βάσει του άρθρου 5
(2)του Κεφ. 6, είναι η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου (hindered) στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του ενάγοντα. Η ύπαρξη του στοιχείου αυτού, αντιστοιχεί ουσιαστικά στη 3η προϋπόθεση του άρθρου 32, τη δυσκολία δηλαδή απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Όπως λέχθηκε και στην υπόθεση C. Phasarias (Automotive Centre) Limited v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λίμιτεδ
(2001)1ΑΑΔ 785, εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η τυχόν αποξένωση ή επιβάρυνση στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχόμενα θα εκδοθεί ή όπως λέχθηκε στην απόφαση Τσιολάκκης πιο πάνω, εκείνο που απαιτείται είναι η «η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου (hindered) στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του Ενάγοντος». Το δε άρθρο 6 που επίσης τίθεται στη νομική βάση της αίτησης, έχει προ πολλού καταργηθεί. Οι αρχές που διέπουν το ζήτημα έκδοσης διαταγμάτων δυνάμει του άρθρου 32, έχουν καθορισθεί σε πολλές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Οδυσσέως v. Πιερής Estates
(1982)1 AAΔ 557, Μ. Δημητρίου κ.α. v. Royal Ris Ltd
(2002)1 (B) AAΔ.1164, Χρ. Κούνουνα v. C & A Simonos Ltd
(2002)1 (B) AAΔ.1361, Μαίρη Ν. Σεβαστού v. Εμμανουήλ Σεβαστού
(2002)1(Γ) 1980, Papapetrou Bros Ltd v. Παπαπέτρου
(2003)1 ΑΑΔ 741). Στην κλασσική για το θέμα απόφαση Οδυσσέως πιο πάνω, επανατοποθετήθηκε η αρχή πως για την επιτυχή επίκληση του άρθρου 32, απαιτείται να ικανοποιηθεί το Δικαστήριο ότι συντρέχουν οι ακόλουθες τρείς προϋποθέσεις: (α) να υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση, (β) να υπάρχουν πιθανότητες επιτυχίας οι αιτητές να δικαιούνται σε θεραπεία και (γ) να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το διάταγμα. Αναλύοντας το Ανώτατο Δικαστήριο τις πιο πάνω προϋποθέσεις ανάφερε ότι, η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση δεν εξυπακούει οτιδήποτε περισσότερο από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δύναμη των δικογράφων. Η δεύτερη προϋπόθεση επιβάλλει στον αιτητή να δείξει ότι έχει πιθανότητα επιτυχίας. Η έννοια της πιθανότητας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις, ενώ η τρίτη προϋπόθεση είναι η αδυναμία απόδοσης δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Στην υπόθεση Χάρης Φεσσάς, Αίτηση
(1990)1 ΑΑΔ 704, αποφασίσθηκε ότι το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 περιέχει ουσιαστικό και όχι δικονομικό δίκαιο και ότι το πρόσωπο που επιζητεί την έκδοση προσωρινού διατάγματος φέρει το βάρος να αποδείξει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32. Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας για εκδίκαση κάποιου συντηρητικού διατάγματος, η υποχρέωση απόδειξης αμφισβητούμενων γεγονότων βαρύνει πάντοτε τους ώμους του αιτητή (βλ. Iacovou Brothers v. Fashionwise Ltd
(2000)1 (B) AAΔ.1377). Σύμφωνα με τη νομολογία το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας, ούτε και προχωρεί στην εξαγωγή συμπερασμάτων σε σχέση με την αξιοπιστία (βλ. Jonitexo v. Adidas
(1984)1 CLR 263). Κατά την εκδίκαση αιτήσεων αυτής της φύσης, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει την ουσία της υπόθεσης. Περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων (βλ. C.T.Tobacco Ltd v. Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.α.
(2003)1(Β) ΑΑΔ 853). Η ύπαρξη απλώς των θεσμικών αυτών προϋποθέσεων δεν είναι αρκετή αλλά το Δικαστήριο στο τελικό στάδιο θα πρέπει πρόσθετα να εξετάσει όλους τους παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη για την ορθή ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και σταθμίσει στα πλαίσια αυτά κατά πόσο με βάση τα δεδομένα της υπόθεσης είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Odysseos v. Pieris Estates and others
(1982)2 CLR 557, Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού v. Θεωρή
(1989)ΑΑΔ 1(Ε) 255), το οποίο πάντοτε στοχεύει στην εξυπηρέτηση των αναγκών της δικαιοσύνης και θα κριθεί με βάση πάντα τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Εφόσον ο αιτητής ικανοποιήσει το Δικαστήριο πως πληρούνται όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει όλους τους παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη για την ορθή ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και να σταθμίσει στα πλαίσια αυτά κατά πόσο με βάση τα δεδομένα της υπόθεσης είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 152, Bacardi v. Vinko
(1996)ΑΑΔ 788, C.T. Tobacco v. Εταιρεία Εκδόσεων Αρκτίνος
(2003)1 ΑΑΔ 853 και Χρ. Κούνουνα v. C & A Simonos
(2002)1(B) ΑΑΔ 136). Η καθυστέρηση στην έναρξη της διαδικασίας δυνατό να επιφέρει αρνητικά αποτελέσματα στην έγκριση του αιτήματος. Στην υπόθεση Bacardi, πιο πάνω αναλύονται οι συνέπειες της καθυστέρησης για έναρξη διαδικασίας σε αίτηση για προσωρινό διάταγμα. Στην υπόθεση αυτή παρότι βρέθηκε ότι συνέτρεχαν οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/60, το Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση λόγω της μεγάλης καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης. Αποτελεί μεταξύ άλλων, λόγο ένστασης, ότι το εκδοθέν διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί γιατί οι ενάγουσες δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και δεν αποκάλυψαν στο Δικαστήριο όλα τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση. Είναι αναγκαίο λοιπόν και πριν την εξέταση της ουσίας της αίτησης, να εξετασθεί η εισήγηση αυτή των εναγομένων, αφού η αποδοχή της καθιστά αχρείαστη την εξέταση οποιουδήποτε άλλου ζητήματος (βλ. Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co. Ltd
(1996), 1 Α.Δ.Δ. 597). Είναι νομολογημένο ότι η διαδικασία έκδοσης διατάγματος κατόπιν μονομερούς αίτησης επιβάλλει στον αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων, που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση, υποχρέωση που είναι υψίστης πίστεως (uberrima fides). Ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει ή που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη κρίση του Δικαστηρίου. Ο λόγος είναι ότι η έκδοση διατάγματος μονομερώς συνιστά παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης να ακούονται και τα δύο μέρη πριν το Δικαστήριο εκφέρει κρίση (βλ. Resola (Cyprus) Ltd κ.α. ν. Χρίστου,
(1988), 1 Α.Α.Δ. 598 και Zein ν. Καμπανέλλα Λτδ,
(2000), 1 Α.Α.Δ. 606). Η απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος από το Δικαστήριο, διασαλεύει την ίδια τη βάση του διατάγματος. Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου. Επειδή η αίτηση υποβάλλεται μονομερώς και η μόνη μαρτυρία που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αυτή που προσκομίζεται από τον αιτητή, αυτός οφείλει να παρουσιάσει και να περιγράψει την υπόθεση στο Δικαστήριο όσο πιο δίκαια γίνεται. Θα πρέπει να τεθούν σε γνώση του Δικαστηρίου οποιεσδήποτε τυχόν υπερασπίσεις που ο καθ΄ ου η αίτηση θα μπορούσε να προβάλει ή οποιαδήποτε τυχόν προβλήματα, ώστε η κρίση του Δικαστηρίου να είναι όσο πιο αντικειμενική μπορεί να είναι στο αρχικό αυτό στάδιο της υπόθεσης (βλ. το σύγγραμμα «The Mareva Injunction and Related Orders», Mark S.W. Hoyle, 1997, 3η έκδοση, σελ. 71 υπό τον τίτλο «Lack of full disclosure»). Το Δικαστήριο στην περίπτωση μη αποκάλυψης απαντά «δεν σας ακούω πλέον» και ακυρώνει την διαταγή που έδωσε χωρίς να εξετάσει την ουσία (βλ. Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου, πιο πάνω). Η απόκρυψη ανατρέπει τη βάση του διατάγματος και το καθιστά ακυρωτέο. Το διάταγμα που δόθηκε χωρίς να τηρηθεί η υποχρέωση αυτή του αιτητή θα πρέπει να ακυρωθεί κατά την inter partes ακρόαση της αίτησης (βλ. Δήμος Πάφου ν. Σοφοκλή Βοσκού
(2001), 1 Α.Α.Δ. 1168). Οι παράμετροι και οι διαστάσεις της υποχρέωσης αποκάλυψης σε μονομερείς αιτήσεις αναπτύχθηκαν στην υπόθεση Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co. Ltd πιο πάνω όπου στις σελίδες 601 - 602 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Είναι θεμελιωμένο ότι διάδικος ο οποίος επιδιώκει με μονομερή αίτηση την χορήγηση θεραπείας πρέπει να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων τα οποία επενεργούν στην άσκηση των εξουσιών του Δικαστηρίου για την παροχή θεραπείας. Η αρχή αυτή συναρτάται με την καλή πίστη, η οποία πρέπει να επιδεικνύεται οποτεδήποτε επιδιώκεται η θεραπεία στην απουσία του αντιδίκου». Όπως υποδεικνύεται στην ίδια υπόθεση: «το καθήκον για αποκάλυψη συναρτάται προς τη καλή πίστη που πρέπει να επιδεικνύεται όποτε επιδιώκεται η παροχή θεραπείας στην απουσία του αντιδίκου. Το κριτήριο για τα γεγονότα που πρέπει να αποκαλυφθούν είναι αντικειμενικό. Το ηθελημένο ή μη της παράλειψης δεν είναι σημαντικό ούτε η πρόθεση εξαπάτησης αποτελεί προυπόθεση για την ακύρωση του διατάγματος για τη μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων. Η σημασία της μη αποκάλυψης έγκειται στην αποστέρηση του Δικαστηρίου γνώσης ουσιωδών γεγονότων για την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Ουσιώδες για τους σκοπούς αυτούς, είναι κάθε γεγονός το οποίο άπτεται και μπορεί εξ' αντικειμένου να επιδράσει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για τη χορήγηση ή όχι της αιτούμενης θεραπείας. Το ουσιώδες του γεγονότος προσδιορίζεται με αναφορά στα επίδικα θέματα του αιτήματος για απαγορευτικό διάταγμα όπως καθορίζεται από το άρθρο 32 του Ν.14/60. Επιπλέον, σε μονομερείς αιτήσεις, ουσιώδη είναι και τα γεγονότα που σχετίζονται με το επείγον του ζητήματος». Όπως ενδεικτικά αναφέρθηκε στην υπόθεση Resola (Cyprus) Ltd ν. Χρήστου
(1998), 1 Α.Α.Δ. 598, στις σελίδες 602 - 603: «Όπως διαπιστώσαμε στην Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co. Ltd κ.α.
(1996)1(Α) ΑΑΔ 597, πρόθεση εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση διατάγματος λόγω παράλειψης αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Το κριτήριο είναι, όπως αναφέραμε κατά πόσο η μη αποκάλυψη συγκεκριμένων γεγονότων συνιστά, εξ' αντικειμένου, ουσιώδους σημασίας στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, οπόταν, στην απουσία του, αυτή τούτη η απόφαση του Δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής». Στην υπόθεση M & CH Mitsingas Trading Λτδ κ.α. ν. The Timberland Co of USA
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1791 αποφασίσθηκε ότι το ουσιώδες ενός ζητήματος προσδιορίζεται στο πλαίσιο της αντιδικίας των μερών. Το ουσιώδες του γεγονότος προσδιορίζεται με αναφορά στα επίδικα θέματα. Ό, τι πρέπει να αποκαλυφθεί σε κάθε περίπτωση είναι: «....γεγονότα γνωστά στον αιτητή ή γεγονότα τα οποία θα μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογες προσπάθειες, τα οποία σχετίζονται με: (α) το βάσιμο του δικαιώματος του, όπως διαγράφεται στο δικόγραφό του, (β) την σοβαρότητα του ζητήματος, το οποίο εγείρεται καθώς και (γ) την πιθανότητα επιτυχίας». Στην υπόθεση Βασιλική Χαραλάμπους ν. Petros Michael Exclusif Ltd κ.α.
(2004), 1(Γ) Α.Α.Δ. 1953 κρίθηκε ότι ορθά ακυρώθηκε το προσωρινό διάταγμα που είχε εκδοθεί αφού η Έκθεση Απαίτησης και η ένορκος δήλωση που συνόδευε τη μονομερή αίτηση για προσωρινό διάταγμα έδιδαν την εντύπωση ότι η ενάγουσα ήταν κάτοχος εγγεγραμμένου σήματος. Λέχθηκαν στην υπόθεση αυτή τα ακόλουθα: «Είναι μεγάλη η ευθύνη εκείνου που επιδιώκει θεραπεία χωρίς να ακούεται η άλλη πλευρά, να θέσει όλα τα δεδομένα με ύψιστη καλή πίστη και πληρότητα. Το ενδεχόμενο να είναι δυνατό εκ των υστέρων η γενική εικόνα που δημιουργείται να είχε αντικρυστεί διαφορετικά μετά από μια εξονυχιστική έρευνα, δεν είναι ικανοποιητική απάντηση όταν όσα ως σύνολο μεταδίδονται, σαφώς οδηγούν στο σχηματισμό άλλης εικόνας». Σε περιπτώσεις μονομερών αιτήσεων ουσιώδη είναι και τα γεγονότα που σχετίζονται με το κατεπείγον του αιτήματος για τη χορήγηση θεραπείας (βλ. M & Ch. Mitsingas Trading Ltd κ.α. ν. The Timberland Co of Usa,
(1998)1 Α.Α.Δ. 1180. Όπως λέχθηκε στην απόφαση αυτή: «Γεγονότα που σχετίζονται με το κατεπείγον του αιτήματος ενέχουν άμεση σημασία για τη χορήγηση θεραπείας στην απουσία του αντιδίκου. Απόκρυψη γεγονότων, που καθιστούν το αίτημα μη επείγον, αναιρούν τη βασική προϋπόθεση για παροχή ενδιάμεσης θεραπείας στη απουσία του εναγομένου». Το άρθρο 9
(1)του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 έχει εφαρμογή μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις και μόνο εφόσον καταδεικνύονται επείγουσες ή άλλες περιστάσεις που να δικαιολογούν την έκδοση του διατάγματος μονομερώς. Η δικαιοδοτική ικανότητα έκδοσης ex-parte διατάγματος βασίζεται πάντοτε στο άρθρο 9
(1)σαν εξαιρετικό μέτρο προς το οποίο ο παράγοντας του χρόνου είναι ως εκ των πραγμάτων άμεση συνάρτηση αφού ανάγεται στο θεμελιακό ερώτημα του κατεπείγοντος του πράγματος. Όπως είναι νομολογημένο, μόνο εφόσον καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος δικαιολογείται, όλως εξαιρετικά, η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία του αντιδίκου. Μόνο τότε μπορεί να συγχωρεθεί η παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης, να ακούονται και τα δύο μέρη πριν το Δικαστήριο εκφέρει κρίση (βλ. Resola (Cyprus) Ltd ν. Χρήστου και Zein κ.α. ν. Καμπανέλλα Λτδ, πιο πάνω. Η εμβέλεια του αξιώματος αυτού, είναι ευρεία και το Δικαστήριο με αναφορά στην προηγούμενη συμπεριφορά του αιτητή, όπως αυτή αποκαλύπτεται από τα γεγονότα της επίδικης διαφοράς, μπορεί να τη θεωρήσει τόσο απρεπή που να καθιστά ανάξιο τον αιτητή της βοήθειας του Δικαστηρίου. Όπως αναφέρθηκε στην απόφαση Duches of Argyll v. Duke of Argyll and others
(1965)1 All ER 611: «A person coming to eguity for relief-and this is equitable relief which the plaintiff seeks- must come with clean hands? But the cleanliness required is to be judged in relation to the relief that is sought». Με βάση όλα τα πιο πάνω, θα προχωρήσω να εξετάσω τη θέση των εναγομένων ότι οι ενάγουσες δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια όπως προστάζουν οι αρχές της επιείκειας. Το ζήτημα τούτο είναι και όπως προαναφέρεται, ουσιαστικής σημασίας, αφού η επιτυχία αυτής της εισήγησης καθιστά αχρείαστη την εξέταση οποιουδήποτε άλλου θέματος. Το ζήτημα θα κριθεί με βάση μόνο τη δύναμη των ισχυρισμών που περιέχονται στις καταχωρηθείσες εκατέρωθεν ένορκες δηλώσεις. Και τούτο γιατί η ακροαματική διαδικασία περιορίσθηκε σε αγορεύσεις χωρίς κανένας από τους ενόρκως δηλούντες να αντεξετασθεί επί του περιεχομένου των ισχυρισμών που εκτίθενται σε αυτές. Από την παράθεση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων που στηρίζουν την αίτηση και την ειδοποίηση ένστασης προκύπτει ότι οι ενάγουσες δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. Δεν αποκάλυψαν κάποια ουσιώδη για την υπόθεση γεγονότα, αλλά και έθεσαν με τρόπο παραπλανητικό κάποια άλλα. Όπως εκτίθεται στην ένορκη δήλωση που στηρίζει την αίτηση, οι ενάγουσες προβάλλουν ότι είναι κάτοχοι των ακινήτων. Σε αυτά υπάρχει οικοδομή για την οποία έχει εκδοθεί πολεοδομική άδεια που βρίσκεται σε ισχύ μέχρι 2/4/2018 και για ανανέωση της οποίας υποβλήθηκε ήδη σχετική αίτηση και καταβλήθηκε το νενομισμένο τέλος. Την άδεια αυτή είχε εξασφαλίσει ο πατέρας τους και προηγούμενος κάτοχος των ακινήτων. Δυνάμει της πολεοδομικής αυτής άδειας, υπέβαλαν σχέδια στον Κυπριακό Οργανισμό Τουρισμού για το snack-bar που στεγάζεται στα ακίνητα και τα οποία και έχουν εγκριθεί. Οι ισχυρισμοί τους όμως αυτοί, καταρρίπτονται από τους ισχυρισμούς των εναγομένων, οι οποίοι ναι μεν δέχονται την έκδοση της πολεοδομικής άδειας στην οποία οι ενάγουσες αναφέρονται, υποστηρίζουν όμως ότι αυτή εκδόθηκε από λάθος κάποιας υπαλλήλου των εναγομένων και για τον λόγο αυτό η άδεια ακυρώθηκε, κάτι για το οποίο τόσο ο πατέρας των εναγουσών, όσο και ο αρχιτέκτονας του είχαν ενημερωθεί. Στην συνέχεια και αφού μεσολάβησαν και διάφορες άλλες ενέργειες εκδόθηκε νέα «διορθωμένη» όπως οι εναγόμενοι ισχυρίζονται πολεοδομική άδεια με ισχύ από 2/4/2012 έως 2/4/2014 και η οποία δόθηκε στον πατέρα των εναγουσών. Πριν την λήξη της πολεοδομικής αυτής άδειας και συγκεκριμένα στις 29/1/2013 υποβλήθηκε αίτηση για άδεια οικοδομής. Ακολούθησαν και πάλι διάφορες ενέργειες οι οποίες οδήγησαν στις 3/2/2015 στην έκδοση προσωρινής πολεοδομικής άδειας με ημερομηνία λήξης την 2/4/
  1. Από όσα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου διαφαίνεται ότι οι ενάγουσες απέκρυψαν από το Δικαστήριο ότι η πολεοδομική άδεια που εκδόθηκε στις 2/4/2012 ακυρώθηκε. Απέκρυψαν επίσης όλα όσα ακολούθησαν της ακύρωσης αυτής, την έκδοση νέας «διορθωμένης» όπως οι εναγόμενοι την χαρακτηρίζουν πολεοδομικής άδειας κ.λ.π.. Αυτό πέρα από απόκρυψη συνιστά κατά την κρίση μου και συνειδητή προσπάθεια παραπλάνησης του Δικαστηρίου. Και αυτό γιατί παρουσίασαν την πολεοδομική αυτή άδεια να βρίσκεται σε ισχύ, ενώ είχε ήδη ακυρωθεί. Στο σημείο αυτό πρέπει να λεχθεί ότι το παρών Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία και δεν εξετάζει εάν η άδεια αυτή καλώς ή κακώς ακυρώθηκε ως ήταν η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου των εναγουσών. Περιορίζεται απλώς και διαπιστώνει ότι ενώ μεσολάβησαν όλα τα πιο γεγονότα, τα οποία είναι ουσιώδη, οι ενάγουσες όχι μόνο δεν τα αποκάλυψαν στο Δικαστήριο, αλλά τα εξέθεσαν και με τρόπο παραπλανητικό. Με τον ίδιο επίσης τρόπο ενεργώντας οι ενάγουσες, ισχυρίσθηκαν ότι κατέχουν τα ακίνητα, ενώ αντίθετα και όπως οι εναγόμενοι προβάλλουν παρουσιάζοντας προς τούτο και σχετικά τεκμήρια κατέχουν μέρος μόνο αυτών, εκτός μόνο του τεμαχίου
  2. Σχετική είναι η σύμβαση μίσθωσης που επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1 στην αίτηση όπως και το Τεκμήριο 13 στην ειδοποίηση ένστασης και αποτελεί έγγραφα που εκτυπώθηκαν από την επίσημη σελίδα του κτηματολογίου από το διαδίκτυο. Με παραπλανητικό επίσης τρόπο ισχυρίσθηκαν ότι υπάλληλοι του Δήμου Πάφου στην παρουσία μάλιστα και του δημάρχου ξεκίνησαν εργασίες για κατεδάφιση του snack-bar. Αυτοί όμως οι ισχυρισμοί τους ανατρέπονται από τους αντίστοιχους ισχυρισμούς των εναγομένων που αναφέρουν ότι οι εργασίες που διεξήχθησαν στο μέρος αφορούν μόνο εργασίες επί του πεζοδρομίου και δεν είχαν καμία απολύτως σχέση με κατεδάφιση της οικοδομής. Εκτός του ότι οι ισχυρισμοί των εναγουσών καταρρίπτονται από όσα εκθέτουν οι εναγόμενοι στην ένορκη δήλωση που στηρίζει την ειδοποίηση ένστασης, σημαντικό είναι και πρέπει να λεχθεί ότι όπως προκύπτει από μια πιο προσεκτική μελέτη των φωτογραφιών που οι ίδιες οι ενάγουσες επεσύναψαν ως τεκμήρια στην αίτηση τους, οι εργασίες εκτελούνταν μόνο σε πεζοδρόμιο χωρίς να επηρεάζουν καθόλου την υφιστάμενη οικοδομή. Όπως λέχθηκε στην απόφαση Βασιλική Χαραλάμπους v. Petros Michael Exclusif Ltd κ.α. πιο πάνω, «Είναι μεγάλη η ευθύνη εκείνου που επιδιώκει θεραπεία χωρίς να ακούεται η άλλη πλευρά, να θέσει όλα τα δεδομένα με ύψιστη καλή πίστη και με πληρότητα. Το ενδεχόμενο να είναι δυνατό εκ των υστέρων η γενική εικόνα που δημιουργείται να είχε αντικριστεί διαφορετικά μετά από μια εξονυχιστική έρευνα, δεν είναι ικανοποιητική απάντηση όταν, όσα ως σύνολο μεταδίδονται, σαφώς οδηγούν στο σχηματισμό άλλης εικόνας». Όπως λέχθηκε και στην υπόθεση Αναφ. με την Αίτηση της Εταιρείας Αρκτίνος Λτδ, κ.α.
(2006)1Β ΑΑΔ 1013, «Ο κ. Χριστοφόρου δεν αντεξετάστηκε πάνω στο περιεχόμενο της ένορκής του δήλωσης και έτσι οι ισχυρισμοί του οι οποίοι παρέμειναν ακλόνητοι δεν μπορούν παρά να γίνουν αποδεκτοί. (Βλ. Phipson "On Evidence", 12th Edition, para 1593, p. 657, Adrian Keane "The modern law of evidence" 1985 Edition, p.125, P. Murphy "On evidence", Fifth Edition, p.468)». Έτσι λοιπόν και στην παρούσα περίπτωση, οι πιο πάνω, αλλά και άλλοι ισχυρισμοί των εναγομένων με τους οποίους απορρίπτονται ισχυρισμοί που τέθηκαν από τις ενάγουσες, παρέμειναν αναπάντητοι και συνεπώς αναντίλεκτοι και ως εκ τούτου δεν μπορούν παρά να γίνουν αποδεκτοί. Τα όσα οι ενάγουσες έχουν επικαλεσθεί, έχουν εξουδετερωθεί από τους αντίστοιχους ισχυρισμούς των εναγομένων και κατά συνέπεια το εκδοθέν διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί αφού δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ότι όντως υπήρξε εκτός της απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων και προσπάθεια παραπλάνησης του Δικαστηρίου. Θα πρέπει περαιτέρω να λεχθεί ότι μετά την πιο πάνω κατάληξη μου η εξέταση οποιουδήποτε άλλου ζητήματος καθίσταται περιττή. Συνακόλουθα το προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε μονομερώς στις 15/9/2017 ακυρώνεται. Τα έξοδα της αίτησης όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων /καθ' ων η αίτηση και εναντίον των εναγουσών/αιτητριών και να είναι εισπρακτέα στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (Υπ.) .......... Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Civil/interim Subject /interim order cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.