← Κύπρος

ΚΑΛΛΗ ΧΡΙΣΤΟΦΗ ΜΙΧΑΗΛ ν. Αναφορικά με την Αγωγή 2754/2003, Γενική Αίτηση: 287/2017, 17/4/2018

ΚΑΛΛΗ ΧΡΙΣΤΟΦΗ ΜΙΧΑΗΛ ν. Αναφορικά με την Αγωγή 2754/2003, Γενική Αίτηση: 287/2017, 17/4/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2018:A113 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Γενική Αίτηση: 287/2017 Αναφορικά με τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμο του 1965 9/1965, άρθρα 35, 36, 44Α - 44ΙΔ. Αναφορικά με τον περί Τόκου Νόμο 2/1977 Αναφορικά με τον περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμος του 1999 (Ν. 160(Ι)/1999)και τις τροποποιήσεις αυτού. Αναφορικά με την Υποθήκη Υ 4042/96 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας. Αναφορικά με την Αγωγή 2754/2003 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου. ΑΙΤΗΣΗ ΔΙΑ ΚΛΗΣΕΩΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΑΛΛΗ ΧΡΙΣΤΟΦΗ ΜΙΧΑΗΛ -------------------------------- Ημερομηνία: 17.4.2018 Εμφανίσεις: Για αιτητή: κ. Δανιήλ Για καθ' ων η αίτηση: κα Κακογιάννη ΑΠΟΦΑΣΗ Στο πλαίσιο της αγωγής 2754/2003, Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου - για ό,τι μας ενδιαφέρει -, στις 2/2//2004 εκδόθηκε απόφαση υπέρ των εναγόντων που είναι οι καθ' ων η αίτηση στην παρούσα υπόθεση και εναντίον των εναγόμενων 1, 2 και 3 ομού και κεχωρισμένα για το ποσό των £76.424,41 με τόκο 8% το χρόνο από 21/11/2002 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον £776,50 έξοδα, με τόκο 8% το χρόνο από 3/9/2003 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον Φ.Π.Α. Ο εναγόμενος 1 στην εν λόγω αγωγή είναι ο αιτητής στην παρούσα αίτηση. Το παραπάνω εξ αποφάσεως χρέος του αιτητή προέκυψε από πιστωτικές διευκολύνσεις που του είχαν παραχωρήσει οι καθ' ων η αίτηση. Ο αιτητής, προς εξασφάλιση των εν λόγω πιστωτικών διευκολύνσεων συνέστησε με τους καθ' ων η αίτηση τη σύμβαση και δήλωση υποθηκεύσεως ακινήτου Υ4042/1996, ημερομηνίας 14/5/1996, για το ποσό των £15.000,00, με τόκο 8,5% το χρόνο από 14/5/1996, πλέον έξοδα. Η εν λόγω σύμβαση (στο εξής «επίδικη υποθήκη») κατατέθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας Με την επίδικη υποθήκη, ο αιτητής υποθήκευσε προς όφελος των καθ' ων η αίτηση το ακίνητό του με αριθμό εγγραφής 0/6068, τεμάχιο 20 το οποίο αποτελεί χωράφι και βρίσκεται στα Πηγαίνια της επαρχίας Λευκωσίας (στο εξής «επίδικο ακίνητο»). Στις 19/9/2017, οι καθ' ων η αίτηση επέδωσαν στον αιτητή την προβλεπόμενη στο άρθρο 44Γ

(2)των περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμων του 1965 μέχρι 2014 (στο εξής «ο Νόμος»), έγγραφη ειδοποίηση κατά τον Τύπο «ΙΑ» (στο εξής «επίδικη ειδοποίηση», με την οποία τον πληροφορούν ότι το ενυπόθηκο χρέος του έχει καταστεί πληρωτέο από τις 21/11/2002 και ότι προτίθενται να προχωρήσουν σε πώληση του επίδικου ακινήτου, στις 29/12/2017 και ώρα 12:00 - σε διεύθυνση η οποία αναφέρεται - με τη διαδικασία πλειστηριασμού, όπως προβλέπεται στο μέρος VIA του Νόμου. Την ίδια μέρα, οι καθ' ων η αίτηση επέδωσαν στον Επίσημο Παραλήπτη, υπό την ιδιότητά του ως διαχειριστή της περιουσίας του αιτητή την προβλεπόμενη στο άρθρο 44Δ
(2)του Νόμου ειδοποίηση κατά τον Τύπο «ΙΒ», με την οποία, μεταξύ άλλων, τον καλούν όπως εντός 10 ημερών από την παραλαβή της διορίσει εκτιμητή με σκοπό τον καθορισμό της αγοραίας αξίας του επίδικου ακινήτου. Όλα τα παραπάνω γεγονότα, βασικά αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των δυο μερών. Με την υπό κρίση αίτηση - που στην ουσία αποτελεί έφεση -, η οποία καταχωρήθηκε στις 25/10/2017, ο αιτητής ζητά: Πρώτο, ακύρωση της επίδικης ειδοποίησης, δεύτερο, διάταγμα που να απαγορεύει στους καθ' ων η αίτηση να ενεργοποιήσουν τις διατάξεις των άρθρων 44Γ - 44ΙΒ του Νόμου, τρίτο, ακύρωση της επίδικης υποθήκης καθώς και της υποθήκης 5756/1997 και τέταρτο, ακύρωση όλων των εμπράγματων βαρών που έχουν εγγραφεί επί της ακίνητης ιδιοκτησίας του δυνάμει της απόφασης στην αγωγή 2754/2003 (ανωτέρω). Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση εκτίθενται στο σώμα της και επαναλαμβάνονται σχεδόν αυτούσια στην ένορκη δήλωση του αιτητή η οποία επισυνάπτεται στην αίτηση. Οι καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση η οποία αποτελείται από 22 λόγους και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του υπάλληλού τους στο Τμήμα Δικαστικών Υποθέσεων, Μενέλαου Μενελάου. Η ακρόαση της αίτησης διεξάχθηκε στη βάση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο τους και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν γραπτών αγορεύσεων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί (με αναφορά, τόσο στη μαρτυρία όσο και στις γραπτές αγορεύσεις) ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Με τον 3ο λόγο ένστασης υποβάλλεται ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου δεν έχει δικαιοδοσία να εξετάσει την παρούσα αίτηση. Όπως αναφέρεται σχετικά στην παράγραφο 15 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει τους λόγους ένστασης, το παρόν Δικαστήριο είναι κατά τόπο αναρμόδιο, καθότι το επίδικο ακίνητο βρίσκεται εκτός της δικαιοδοσίας του και συγκεκριμένα, στην επαρχία Λευκωσίας, τοποθεσία Πηγαίνια και ο σκοπούμενος πλειστηριασμός πρόκειται να διεξαχθεί στη Λευκωσία. Ως εκ τούτου, κατά τόπο αρμόδιο Δικαστήριο είναι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας. Ο συγκεκριμένος λόγος είναι βάσιμος. Παρόλα αυτά, όπως θα διαφανεί στη συνέχεια, το γεγονός ότι το παρόν Δικαστήριο είναι κατά τόπο αναρμόδιο να επιληφθεί της αίτησης, δεν οδηγεί σε απόρριψή της. Σύμφωνα με το άρθρο 2
(1)του Νόμου: «Εν τω παρόντι Νόμω, εκτός εάν άλλως προκύπτη εκ του κειμένου- ..... "Επαρχιακόν Δικαστήριον" διά ζητήματα αφορώντα εις οιονδήποτε ακίνητον σημαίνει το Επαρχιακόν Δικαστήριον της επαρχίας εν ή κείται το τοιούτο ακίνητον..» Ακολούθως, το άρθρο 44Γ
(2)
(3)του Νόμου προνοεί ότι: «
(2)Σε περίπτωση που ο ενυπόθηκος οφειλέτης ή οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο δεν συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις της ειδοποίησης που του επιδίδεται δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(1), ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να επιδώσει στον ενυπόθηκο οφειλέτη και σε οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο, δεύτερη έγγραφη ειδοποίηση, στην οποία να αναφέρεται ότι το ενυπόθηκο ακίνητο πρόκειται να πωληθεί με πλειστηριασμό˙ η ειδοποίηση επιδίδεται κατά τον Τύπο «IΑ» του Δευτέρου Παραρτήματος, εντός περιόδου όχι μικρότερης των τριάντα
(30)ημερών από την καθορισμένη ημέρα και ώρα πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου.
(3)Ο ενυπόθηκος οφειλέτης καθώς και οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο μέρος δύναται, εντός τριάντα
(30)ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης, σύμφωνα με το εδάφιο
(2)να καταχωρίσει έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο για παραμερισμό της ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης, για τους ακόλουθους λόγους: (α) Η επιδοθείσα ειδοποίηση δεν πληροί τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο, προϋποθέσεις˙ (β) η ειδοποίηση δεν έχει δεόντως επιδοθεί˙ (γ) η ειδοποίηση έχει αποσταλεί πριν τη λήξη της προθεσμίας για καταβολή της πληρωμής προς τον ενυπόθηκο δανειστή˙ (δ) εκκρεμεί αγωγή ενώπιον Δικαστηρίου για την ειδοποίηση που προβλέπεται στο εδάφιο
(1).» Από τις παραπάνω διατάξεις είναι σαφές, ότι η αίτηση θα έπρεπε να είχε καταχωρηθεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, αφού το ενυπόθηκο ακίνητο βρίσκεται στα Πηγαίνια, τα οποία έχω δικαστική γνώση ότι αποτελούν κοινότητα της επαρχίας Λευκωσίας. Δεδομένου ότι αυτό δεν έγινε αφού η αίτηση καταχωρήθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου, τίθεται το ερώτημα τι ακολουθεί. Θεωρώ ότι την απάντηση δίνει ο περί Δικαστηρίων Νόμος 14/60. Σύμφωνα με το άρθρο 2: «Εv τω παρόvτι vόμω, εκτός εάv εκ τoυ κειμέvoυ πρoκύπτη αvτίθετoς έvvoια- "αγωγή" σημαίvει πoλιτικήv διαδικασίαv αρχoμέvηv διά κλητηρίoυ εvτάλματoς ή κατά τoιoύτov άλλov τρόπov ως καθoρίζεται υπό διαδικαστικoύ καvovισμoύ ..... "διαφoρά" περιλαμβάvει oιαvδήπoτε αγωγήv ή άλληv αρχικήv διαδικασίαv μεταξύ εvάγovτoς και εvαγoμέvoυ ..... "πoλιτική διαδικασία" περιλαμβάvει oιαvδήπoτε διαδικασίαv άλληv ή πoιvικήv διαδικασίαv .....» Το άρθρο 21
(2)προνοεί ότι: «Οσάκις η αγωγή αφoρά εις διαvoμήv ή πώλησιv oιασδήπoτε ακιvήτoυ ιδιoκτησίας ή oιovδήπoτε άλλo θέμα αφoρώv εις ακίvητov ιδιoκτησίαv, αύτη θα εισάγεται εv τω Επαρχιακώ Δικαστηρίω της επαρχίας εvτός της oπoίας κείται η τoιαύτη ιδιoκτησία.» Τέλος, σύμφωνα με το εδάφιο
(4)του ίδιου άρθρου: «Ανεξάρτητα από τις διατάξεις των άρθρων 61, 62, 63 και 64 σε περίπτωση που το Επαρχιακό Δικαστήριο ενώπιον του οποίου εισήχθη ή καταχωρίστηκε η αγωγή δεν είναι κατά τόπο αρμόδιο, δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(1), μπορεί να παραπέμψει την αγωγή ή την υπόθεση στο αρμόδιο κατά τόπο Επαρχιακό Δικαστήριο.» (η υπογράμμιση είναι δική μου). Από τη συνδυασμένη ερμηνεία των παραπάνω διατάξεων είναι φανερό, ότι η παρούσα αίτηση αποτελεί πολιτική διαδικασία και κατ' επέκταση, αγωγή τη εννοία του άρθρου 2 του περί Δικαστηρίων Νόμου. Απ' εκεί και πέρα, δεδομένου ότι η αίτηση αφορά σε θέμα που αφορά σε πώληση ακίνητης ιδιοκτησίας, σε εφαρμογή του εδαφίου
(2)του άρθρου 21 του ίδιου Νόμου, αρμόδιο Δικαστήριο να της επιληφθεί είναι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας. Και με δεδομένο ότι δυνάμει του εδαφίου
(4)του ίδιου άρθρου, το παρόν Δικαστήριο, ως κατά τόπο αναρμόδιο, μπορεί (επομένως, δεν υποχρεούται) να παραπέμψει την αίτηση στο κατά τόπο αρμόδιο Δικαστήριο, που είναι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, αυτό σημαίνει ότι εναπόκειται στη διακριτική μου ευχέρεια είτε να την παραπέμψω είτε να της επιληφθώ. Αυτό που σίγουρα δεν έχω δικαιοδοσία να κάνω είναι να την απορρίψω. Για δυο λόγους θεωρώ πως δε θα ήταν λογικά ορθό μα ούτε και δίκαιο να παραπέμψω την υπόθεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας. Καταρχήν, οι καθ' ων η αίτηση, οι οποίοι εγείρουν βάσιμα θέμα κατά τόπο αναρμοδιότητας του παρόντος Δικαστηρίου να επιληφθεί της αίτησης περιορίζονται μόνο σ' αυτό, χωρίς να ισχυρίζονται ότι υφίστανται ή θα υποστούν οποιαδήποτε ζημιά ή βλάβη, επειδή η αίτηση καταχωρήθηκε στο παρόν Δικαστήριο. Έπειτα είναι και το γεγονός, ότι, όπως θα διαφανεί στη συνέχεια υπάρχει πολύ πιο σοβαρός λόγος για τον οποίο η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί, επομένως, θεωρώ ότι θα ήταν τελείως άσκοπο και ανώφελο στο στάδιο που βρίσκεται διαδικαστικά η υπόθεση αντί να εκδώσω την τελική μου ετυμηγορία που είναι και το μόνο που απομένει για την εκδίκαση της αίτησης, να την παραπέμψω για να εκδικαστεί εξ υπαρχής στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας. Το επόμενο θέμα που θα με απασχολήσει που αποτελεί και αυτοτελή λόγο ένστασης αφορά στο κοινό παραδεκτό γεγονός ότι η αίτηση καταχωρήθηκε εκπρόθεσμα. Από τη συνδυασμένη ερμηνεία των εδαφίων
(2)και
(3)του άρθρου 44Γ του Νόμου είναι σαφές, ότι η έφεση για παραμερισμό της ειδοποίησης κατά τον Τύπο «ΙΑ» μπορεί να καταχωρηθεί εντός 30 ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης. Στην προκειμένη περίπτωση η επίδικη ειδοποίηση επιδόθηκε στον αιτητή - που αποτελεί ενυπόθηκο οφειλέτη τη εννοία του Νόμου -, στις 19/9/2017, ο οποίος καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση, στις 25/10/2017, δηλαδή εκπρόθεσμα. Αυτός δε, προκειμένου να δικαιολογήσει το συγκεκριμένο γεγονός, στην ένορκη του δήλωση αναφέρει τα εξής: Η προθεσμία του ενός μηνός από την επίδοση για τη λήψη δικαστικών μέτρων είναι αντικειμενικά και υπό τις περιστάσεις εξόφθαλμα στενή και γι' αυτό το λόγο, αντισυνταγματική. Επιπλέον, όπως αναφέρεται στην αίτηση, ο αιτητής αποτάθηκε στη δικαιοσύνη με τις αιτήσεις παροχής νομικής αρωγής 7/2017 και 8/2017 για να διορίσει δικηγόρο και στις 13/10/2017 εκδόθηκαν διατάγματα παροχής νομικής αρωγής. Προστίθενται και τα εξής, τα οποία αναφέρει ο ευπαίδευτος δικηγόρος του στη γραπτή του αγόρευση: Το πρώτο θέμα που θα πρέπει να απασχολήσει το Δικαστήριο είναι κατά πόσο η διάταξη του άρθρου 44ΙΓ του Νόμου είναι συνταγματική, δηλαδή παρέχει στον κατ' ισχυρισμό ενυπόθηκο οφειλέτη επαρκή χρόνο για να προσφύγει στη δικαιοσύνη και να ακυρώσει τις ειδοποιήσεις. Το πρόβλημα στην παρούσα αίτηση δεν είναι θεωρητικό, αλλά πρακτικό, καθότι, όπως φαίνεται από το δικόγραφο της αίτησης, αυτή καταχωρήθηκε μετά την πάροδο των 30 ημερών. Όπως είναι φανερό, δε δόθηκε καν το δικαίωμα άσκησης έφεσης στον αιτητή, εντός της περιόδου των 30 ημερών, αφού η προθεσμία άρχισε να μετρά, ενώ αυτός δεν είχε τη δυνατότητα να καταχωρήσει την παρούσα αίτηση, καθότι εξεταζόταν η αίτησή του για νομική αρωγή, η οποία εγκρίθηκε στις 13/10/2017. Ο νομοθέτης έθεσε την ανατρεπτική προθεσμία των 30 ημερών, χωρίς να λάβει υπόψη του πραγματικότητες που εμποδίζουν την καταχώρηση της αίτησης, εντός της εν λόγω προθεσμίας. Ουσιαστικά απαγόρευσε στον αιτητή την πρόσβαση στη δικαιοσύνη, κατά παράβαση του άρθρου 30 του Συντάγματος και του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ. Με μια απλή ανάγνωση του περί Παραγραφής Νόμου και σύγκριση της προθεσμίας που δίδεται στον ενυπόθηκο δανειστή για να λάβει δικαστικά μέτρα και στο χρόνο που δίδεται στον κατ' ισχυρισμό ενυπόθηκο οφειλέτη για να προσφύγει στη δικαιοσύνη σύμφωνα με το άρθρο 44ΙΓ μπορεί κάποιος να αντιληφθεί ότι η ανισότητα είναι προφανής, σε σημείο που παραβιάζει και το άρθρο 28 του Συντάγματος, καθότι κανένας βάσιμος και νόμιμος λόγος δεν υφίσταται γι' αυτή τη διάκριση. Παρατηρώ τα εξής: Η αίτηση, ως εκπρόθεσμη είναι απαράδεκτη και κατά συνέπεια έκθετη σε απόρριψη. Ακολουθεί το σκεπτικό: Καταρχήν, επειδή καταχωρήθηκε εκπρόθεσμα, χωρίς την προηγούμενη άδεια του Δικαστηρίου. Ακολούθως, ο γενικός και αόριστος ισχυρισμός του αιτητή ότι η προθεσμία του ενός μηνός από την επίδοση για τη λήψη δικαστικών μέτρων είναι αντικειμενικά υπό τις περιστάσεις εξόφθαλμα στενή και για το λόγο αυτό αντισυνταγματική, δεν αποτελεί νόμιμη και αποδεκτή δικαιολογία για την παράλειψή του να καταχωρήσει εμπρόθεσμα την υπό κρίση αίτηση. Το γεγονός δε, ότι, όπως αναφέρεται στην αίτηση και προκύπτει και από το φάκελο της υπόθεσης, το πιστοποιητικό παροχής δωρεάν νομικής αρωγής εκδόθηκε στις 13/10/2017, δε διαφοροποιεί τα πράγματα. Και τούτο, επειδή μέχρι και τις 19/10/2017 που εξέπνευσε η αποκλειστική προθεσμία των 30 ημερών, εντός της οποίας ο αιτητής θα μπορούσε να καταχωρήσει την υπό κρίση αίτηση είχε στη διάθεσή του ακόμη 6 μέρες και παρόλα αυτά, όχι μόνο παρέλειψε να την καταχωρήσει, αλλά, ούτε και αναφέρει οτιδήποτε, που να αιτιολογεί τουλάχιστον, την επί του προκειμένου αδράνεια και αδιαφορία που επέδειξε. Απ' εκεί και πέρα, το θέμα της αντισυνταγματικότητας που εγείρει συναφώς με το θέμα, δεν μπορώ να εξετάσω. Και τούτο, επειδή το εγείρει σε πλήρη αντίθεση με τις αρχές που διέπουν το παραδεκτό έγερσής του. Ειδικότερα: Όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Μαυρογένης ν. Βουλής κ.ά. (Αρ. 3)
(1996)1 Α.Α.Δ. 315 η μεθοδολογία ελέγχου της συνταγματικότητας νόμου σύγκειται στην αντιπαραβολή των κρίσιμων διατάξεων του νόμου με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος. Ακολούθως, σύμφωνα με τη Δημοκρατία ν. Πογιατζή
(1992)3 Α.Α.Δ. 196 η συνταγματικότητα του νόμου μπορεί να καταστεί επίδικο θέμα μόνο μετά τον επακριβή προσδιορισμό του άρθρου ή άρθρων του νόμου που αμφισβητούνται και των συνταγματικών διατάξεων προς τις οποίες προσκρούουν. Στη δε Οικονόμου ν. ΕΤΕΚ
(2002)3 Α.Α.Δ. 676 υποδεικνύεται ότι θέματα αντισυνταγματικότητας πρέπει να εγείρονται εξειδικευμένα και να διατυπώνονται με πλήρη λεπτομέρεια. Τα ίδια περίπου υποδεικνύονται και στη Hunter κ.ά. ν. Συμβουλίου Εγγραφής Εργοληπτών
(2012)2 Α.Α.Δ. 731 από την οποία προκύπτει ότι ακόμη και να προσδιορίζονται τα άρθρα του Νόμου για τα οποία υπάρχει ισχυρισμός ότι αντίκεινται στο Σύνταγμα, θα πρέπει να υπάρχει εξειδίκευση, πώς αυτά αντίκεινται στο Σύνταγμα. Αυτό, επειδή το Δικαστήριο, κατά την εξέταση ζητημάτων αντισυνταγματικότητας του νόμου, δεν μπορεί να προβαίνει σε υποθέσεις και εικασίες. Όλες οι παραπάνω αρχές συγκεφαλαιώνονται στην υπόθεση Μαραγκός ν. Δημοκρατίας
(2006)3 Α.Α.Δ. 671 από την οποία και το σχετικό απόσπασμα που ακολουθεί: «Προβάλλεται ως λόγος έφεσης ότι δεν εξετάστηκε θέμα αντισυνταγματικότητας του άρθρου 31(β) του περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου για το οποίο όμως, ο δικηγόρος του αιτητή επιχειρηματολόγησε κατά την έφεση. Το θέμα ορθά δεν εξετάστηκε αφού δεν ήταν επίδικο. Η γενική και αόριστη αναφορά στο δικόγραφο της προσφυγής ότι οι προσβαλλόμενες αποφάσεις είναι αντίθετες προς το Σύνταγμα δεν συνάδει καθόλου με ό,τι απαιτούν οι σχετικές δικονομικές διατάξεις* και οι αρχές της νομολογίας** που διέπουν το θέμα της εξέτασης συνταγματικότητας νόμου. Ελλείπει παντελώς από το δικόγραφο της αίτησης η αναγκαία εξειδίκευση η οποία θα καθιστούσε εφικτή την εξέταση του σημαντικού αυτού νομικού θέματος. Σύμφωνα με την πάγια νομολογία, η συνταγματικότητα νόμου ή κανονισμού, συνιστά νομικό θέμα ιδιάζουσας σημασίας και σπουδαιότητας το οποίο καθίσταται επίδικο μόνο κατόπιν επακριβούς προσδιορισμού του άρθρου του νόμου ή του κανονισμού που αμφισβητείται καθώς και της συνταγματικής διάταξης προς την οποία προσκρούει το συγκεκριμένο άρθρο ή ο κανονισμός. Η γενική επίκληση διάταξης νόμου ως αντίθετης προς το Σύνταγμα δεν είναι αρκετή. Για να καταστεί το θέμα επίδικο, πρέπει αυτό να εγείρεται σύμφωνα με τις δικονομικές διατάξεις και να αποφασίζεται ύστερα από εξαντλητική επιχειρηματολογία. Στην προκείμενη περίπτωση δεν υπήρξε καν τέτοια επίκληση. Το γεγονός ότι το θέμα είχε ακροθιγώς αναφερθεί στη γραπτή αγόρευση του δικηγόρου του αιτητή δεν το καθιστούσε εγειρόμενο προς εξέταση. Η αγόρευση αποτελεί το μέσο για την έκθεση της επιχειρηματολογίας υπέρ της αποδοχής των λόγων ακύρωσης και όχι υποκατάστατο της στοιχειοθέτησής τους. Βλ. Παπαδόπουλος ν. Ιωσηφίδη κ.ά.
(2002)3 Α.Α.Δ. 601 και Λεωφορεία Λευκωσίας Λτδ ν. Δημοκρατίας
(1999)3 Α.Α.Δ. 56.» Στην περίπτωσή μας, αν υποτεθεί ότι τα γεγονότα που αναφέρονται στην αίτηση και όσα από αυτά αναφέρονται στην ένορκη δήλωση του αιτητή, υπέχουν θέση δικογράφου, ουδόλως συνάδουν με τις παραπάνω αρχές. Ούτε το άρθρο του Νόμου που τάσσει την προθεσμία, εντός της οποίας ο αιτητής θα μπορούσε να καταχωρήσει την υπό κρίση αίτηση αναφέρεται μα ούτε - και αυτό είναι το πιο σημαντικό - σε ποιο άρθρο του Συντάγματος προσκρούει το όποιο άρθρο έχει υπόψη του αιτητής και το Δικαστήριο θα πρέπει να υποθέσει ποιο είναι αυτό, ως επίσης, ούτε και για ποιο λόγο ή λόγους και πώς προσκρούει το εν λόγω άρθρο στο Σύνταγμα. Τα όσα αναφέρει στη γραπτή του αγόρευση ο ευπαίδευτος δικηγόρος του αιτητή συναφώς με το θέμα δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη. Και τούτο, επειδή η αγόρευση του δικηγόρου αποτελεί απλώς το μέσο για σκοπούς επιχειρηματολογίας υπέρ της αποδοχής των υπαρκτών θέσεων του διαδίκου που εκπροσωπεί και όχι υποκατάστατο της στοιχειοθέτησής τους. Μολονότι η τύχη της αίτησης έχει κριθεί, εντούτοις, χάριν πληρότητας της απόφασής μου και για το ενδεχόμενο που οι μέχρι τώρα διαπιστώσεις μου κριθούν εσφαλμένες σε ανώτερο επίπεδο δικαστικής κρίσης, θα συνεχίσω. Το παραπάνω δεν είναι και το μόνο θέμα αντισυνταγματικότητας που εγείρει ο αιτητής. Υπάρχει και συνέχεια. Σύμφωνα με τα γεγονότα της αίτησης, κατά το χρόνο σύναψης των επίδικων συμβάσεων υποθηκών δεν ίσχυε ο Νόμος 142(Ι)/2014 και οι τροποποιήσεις του και τα άρθρα 44Α - 44ΑΑ του Νόμου είναι αντισυνταγματικές καθότι ο νομοθέτης επεμβαίνει σε υφιστάμενες συμβατικές σχέσεις. Πέραν όσων ήδη έχουν αναφερθεί αναφορικά με το πρώτο θέμα αντισυνταγματικότητας που εγείρει ο αιτητής, τα οποία υιοθετώ πλήρως και γι' αυτό το θέμα, προστίθενται και τα εξής: Με την αίτηση, ο αιτητής ισχυρίζεται ότι τα άρθρα 44Α - 44ΑΑ του Νόμου είναι αντισυνταγματικά. Κατόπιν προσεκτικής ανάγνωσης του άρθρου 44Α ομολογώ δυσκολεύομαι να κατανοήσω τι σχέση μπορεί να έχει αυτό με τις «υφιστάμενες συμβατικές σχέσεις» στις οποίες γίνεται αναφορά στην αίτηση, ενώ στο Νόμο, άρθρο 44ΑΑ, δεν υπάρχει. Όπως δεν υπάρχει και άρθρο 44ΑΙ στο οποίο αναφέρεται δυο φορές στη γραπτή του αγόρευση ο ευπαίδευτος δικηγόρος του αιτητή, προκειμένου να με πείσει ότι αποτελεί αντισυνταγματική διάταξη. Ισχυρίζεται ακόμη στη γραπτή του αγόρευση ο κ. Δανιήλ, ότι στην προκειμένη περίπτωση, η απαίτηση δεν πηγάζει από σύμβαση δανείου, αλλά από την απόφαση στην αγωγή 2754/2003. Η απόφαση αυτή, προστίθεται, δεν ισχύει πλέον, καθότι έχουν παρέλθει 10 έτη από την έκδοσή της και δεν έχει ανανεωθεί, οπότε δεν υφίστανται οι υποχρεώσεις που πηγάζουν από την επίδικη σύμβαση υποθήκης, αφού αυτές εξασφάλιζαν το εξ αποφάσεως χρέος στην παραπάνω αγωγή. Η επίδικη απόφαση στην οποία αναφέρεται ο κ. Δανιήλ, ημερομηνίας 2/2/2004 είναι καθόλα έγκυρη και ισχυρή. Και τούτο, επειδή, στις 19/1/2017, κατόπιν σχετικής αίτησης των καθ' ων η αίτηση δόθηκε άδεια εκτέλεσής της σε σχέση και με τον αιτητή (βλ. το τεκμήριο ΣΤ στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση, το σχετικό διάταγμα). Το τελευταίο θέμα που θα με απασχολήσει που αποτελεί και τον τελευταίο λόγο για τον οποίο ο αιτητής, με βάση το περιεχόμενο της γραπτής αγόρευσης του δικηγόρου του ζητά την έκδοση απόφασης, ως η αίτηση είναι το εξής: Όπως αναφέρεται στην αίτηση και επαναλαμβάνεται από τον αιτητή στην υποστηρικτική της ένορκη δήλωση, οι καθ' ων η αίτηση, με γραπτή ειδοποίηση τύπου «Θ» η οποία του επιδόθηκε στις 7/6/2017 τροχοδρόμησαν παράνομα και/ή παράτυπα και/ή καταχρηστικά και/ή χωρίς δικαίωμα την κατ' ισχυρισμό διαδικασία εκποίησης του επίδικου ακινήτου το οποίο επιβαρύνεται και με την επίδικη υποθήκη. Η εν λόγω ειδοποίηση δεν πληρεί τις απαιτούμενες από το Νόμο προϋποθέσεις και τύπο και ως εκ τούτου είναι εξ υπαρχής άκυρη. Εναντίον της εν λόγω ειδοποίησης έχουν καταχωρηθεί οι γενικές αιτήσεις 148/2017 και 149/2017 και παρά ταύτα, οι καθ' ων η αίτηση επέδωσαν στον αιτητή την επίδικη ειδοποίηση τύπου «ΙΑ». Αυτή τροχοδρόμησε παράνομα και/ή παράτυπα και/ή καταχρηστικά και/ή χωρίς δικαίωμα την κατ' ισχυρισμό διαδικασία εκποίησης του επίδικου ακινήτου το οποίο επιβαρύνεται και με την επίδικη υποθήκη. Η εν λόγω ειδοποίηση δεν πληρεί τις απαιτούμενες από το Νόμο προϋποθέσεις και τύπο και ως εκ τούτου είναι εξ υπαρχής άκυρη. Ο ευπαίδευτος δικηγόρος του αιτητή, αναπτύσσοντας τις παραπάνω θέσεις και ισχυρισμούς του, στη γραπτή του αγόρευση αναφέρει τα εξής: Όπως αναφέρεται και στην αίτηση και στην ένσταση, εναντίον των ειδοποιήσεων «Θ» και «Ι» που αφορούν την επίδικη υποθήκη καταχωρήθηκε και εκκρεμεί προς εκδίκαση η Γενική Αίτηση - Έφεση 148/2017 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου. Έχοντας υπόψη τις διατάξεις του άρθρου 44Γ3 του Νόμου, ο ενυπόθηκος δανειστής, θα πρέπει να περιμένει μετά την επίδοση των εν λόγω ειδοποιήσεων («Θ» και «Ι»), να παρέλθουν 30 μέρες και εφόσον δεν καταχωρηθεί έφεση, τότε να επιδώσει την ειδοποίηση «Θ» (εν προκειμένω επέδωσε μαζί τις ειδοποιήσεις «Θ» και «Ι») και αν καταχωρηθεί έφεση, τότε να αναμένει την εκδίκασή της και μετά (εφόσον απορριπτόταν το αίτημα για παραμερισμό της) να επιδώσει την ειδοποίηση «Ι». Στην προκειμένη περίπτωση, ακόμη εκκρεμεί προς εκδίκαση η Γενική Αίτηση 148/2017, οι καθ' ων η αίτηση προχώρησαν σε επίδοση ειδοποιήσεων τύπου «ΙΑ» και «ΙΒ» και μάλιστα ταυτόχρονα και ως εκ τούτου δεν έχουν τηρηθεί οι ουσιαστικές προθεσμίες και προϋποθέσεις που τάσσει ο Νόμος και ως εκ τούτου, οι εν λόγω ειδοποιήσεις έχουν σταλεί κατά παράβαση του άρθρου 44Γ και άρα είναι παράνομες και άρα θα πρέπει να ακυρωθούν. Παρατηρώ τα εξής: Το άρθρο 44Β του Νόμου διαλαμβάνει για το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να τροχοδρομήσει τη διαδικασία πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου δυνάμει του μέρους VIA του Νόμου σε περίπτωση υπερημερίας, με πρώτο βήμα, την αποστολή από τον ενυπόθηκο δανειστή προς τον ενυπόθηκο οφειλέτη ή προς οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο, σχετικής ειδοποίησης, ως προς την υπερημερία ή απαίτησης για πληρωμή του ενυπόθηκου χρέους. Η εν λόγω ειδοποίηση ή απαίτηση, θα πρέπει να συνοδεύεται από την ειδοποίηση που αναφέρεται στον Τύπο «Θ». Τηρουμένων των προηγούμενων, σε εφαρμογή του άρθρου 44Γ
(1)του Νόμου, ο ενυπόθηκος δανειστής μπορεί να προχωρήσει στην έναρξη της διαδικασίας πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου, αφού επιδώσει στον ενυπόθηκο οφειλέτη, έγγραφη ειδοποίηση κατά τον Τύπο «Ι», συνοδευομένη από κατάσταση λογαριασμού του οφειλόμενου ενυπόθηκου χρέους, των τόκων και όλων των εξόδων για την είσπραξή του, καλώντας τον όπως ξοφλήσει το ποσό σύμφωνα με την επιδοθείσα κατάσταση λογαριασμού, εντός τακτής προθεσμίας, η οποία δεν μπορεί να είναι μικρότερη των 30 ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της ειδοποίησης για εξόφληση του ποσού. Με την ίδια ειδοποίηση, ο ενυπόθηκος οφειλέτης ενημερώνεται ότι σε περίπτωση μη εξόφλησης του ποσού που οφείλει σύμφωνα με την ειδοποίηση, ο ενυπόθηκος δανειστής μπορεί να ασκήσει το δικαίωμά του για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου, με βάση τις πρόνοιες του Νόμου. Νοείται ότι η ειδοποίηση κατά τον Τύπο «Ι» σε εφαρμογή του εδαφίου
(2)(β) του άρθρου 44Β θα πρέπει να συνοδεύεται και από την ειδοποίηση σύμφωνα με τον Τύπο «Θ». Ακολούθως, το εδάφιο
(2)του άρθρου 44Γ προνοεί ότι σε περίπτωση που ο ενυπόθηκος οφειλέτης δε συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις της ειδοποίησης κατά τον Τύπο «Ι», ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να του επιδώσει δεύτερη γραπτή ειδοποίηση κατά τον Τύπο «ΙΑ», στην οποία να αναφέρεται ότι το ενυπόθηκο ακίνητο πρόκειται να πωληθεί με πλειστηριασμό. Η εν λόγω ειδοποίηση, θα πρέπει να επιδοθεί στον εξ αποφάσεως οφειλέτη, εντός περιόδου, όχι μικρότερης των 30 ημερών από την καθορισθείσα μέρα και ώρα πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου. Το εδάφιο
(3)του ίδιου άρθρου επαναλαμβάνεται αυτούσιο: «Ο ενυπόθηκος οφειλέτης καθώς και οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο μέρος δύναται, εντός τριάντα
(30)ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης, σύμφωνα με το εδάφιο
(2)να καταχωρίσει έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο για παραμερισμό της ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης, για τους ακόλουθους λόγους: (α) Η επιδοθείσα ειδοποίηση δεν πληροί τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο, προϋποθέσεις˙ (β) η ειδοποίηση δεν έχει δεόντως επιδοθεί˙ (γ) η ειδοποίηση έχει αποσταλεί πριν τη λήξη της προθεσμίας για καταβολή της πληρωμής προς τον ενυπόθηκο δανειστή˙ (δ) εκκρεμεί αγωγή ενώπιον Δικαστηρίου για την ειδοποίηση που προβλέπεται στο εδάφιο
(1).» Από το περιεχόμενο του εδαφίου
(3)του άρθρου 44Γ (ανωτέρω) είναι σαφές, ότι, ειδικά η ειδοποίηση κατά τον Τύπο «ΙΑ» μπορεί να παραμεριστεί με έφεση, μόνο για τους 4 λόγους που αναφέρονται εξαντλητικά στο συγκεκριμένο εδάφιο. Το γεγονός ότι ο αιτητής, προφανώς, δυνάμει του άρθρου 44ΙΓ του Νόμου καταχώρησε έφεση και κατά των ειδοποιήσεων Τύπου «Θ» και «Ι» η οποία εκκρεμεί, δε διαφοροποιεί τα πράγματα. Και οι δυο αυτές πρόνοιες περικλείονται στο μέρος VIA του Νόμου, το οποίο ενσωματώθηκε σ' αυτό με το Νόμο 142(Ι)/
  1. Με αυτό δεδομένο θεωρώ πως, εάν ο νομοθέτης ήθελε να λειτουργεί ανασταλτικά της διαδικασίας πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου δυνάμει του συγκεκριμένου μέρους του Νόμου, η καταχώρηση έφεσης κατά των ειδοποιήσεων κατά τους τύπους Θ» και «Ι», είτε θα το έλεγε ρητά είτε ακόμη, δεν είχε λόγο να δημιουργήσει ειδική πρόνοια για το εφέσιμο της ειδοποίησης κατά τον τύπο «ΙΑ» τη στιγμή που δυνάμει του άρθρου 44ΙΓ του Νόμου υπόκεινται σε έφεση οποιεσδήποτε ειδοποιήσεις αναφορικά με την άσκηση των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων του ενυπόθηκου δανειστή σύμφωνα με τις διατάξεις του μέρους VIA του Νόμου. Των παραπάνω λεχθέντων, σε περίπτωση που δε θα απέρριπτα την αίτηση, ως εκπρόθεσμη, η επίδικη ειδοποίηση, θα μπορούσε να παραμεριστεί μόνο για τους 4 λόγους που αναφέρονται στο δικαιοδοτικό της βάθρο που είναι το άρθρο 44Γ του Νόμου. Με αυτό δεδομένο, στο ερώτημα, κατά πόσο συντρέχει οποιοσδήποτε από αυτούς τους λόγους παραμερισμού της επίδικης ειδοποίησης, απαντώ αρνητικά. Αντιπαραβάλλοντας το περιεχόμενο της επίδικης ειδοποίησης με το σχετικό Τύπο «ΙΑ», όπως εκτίθεται στο Δεύτερο Παράρτημα του Νόμου διαπιστώνω ότι αυτή πληρεί όλες τις απαιτούμενες με βάση τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο προϋποθέσεις. Απ' εκεί και πέρα αυτή έχει επιδοθεί δεόντως στον αιτητή, στις 19/9/2017 και μετά τη λήξη της προθεσμίας για καταβολή της πληρωμής προς τον ενυπόθηκο δανειστή. Όπως αναφέρεται από τον ενόρκως δηλούντα για τους καθ' ων η αίτηση, στις 7/6/2017 επέδωσαν στον αιτητή τις ειδοποιήσεις κατά τους Τύπους «Θ» και «Ι». Πρόκειται για το τεκμήριο Δ στην ένορκη δήλωση του Μενέλαου Μενελάου οι εν λόγω ειδοποιήσεις μαζί με τη σχετική ένορκη δήλωση επίδοσή τους, από την οποία προκύπτει ότι αυτές, όντως επιδόθηκαν προσωπικά στον αιτητή, στις 7/6/
  2. Με τη ειδοποίηση κατά τον Τύπο «Ι», ο αιτητής καλείται να καταβάλει το ενυπόθηκο χρέος του και τα έξοδα, εντός 30 ημερών. Με αυτό δεδομένο είναι σαφές ότι η επίδικη ειδοποίηση επιδόθηκε στον αιτητή, 2 και πλέον μήνες μετά τη λήξη της εν λόγω προθεσμίας. Τέλος, ουδεμία αγωγή εκκρεμεί σε σχέση με την ειδοποίηση κατά τον Τύπο «Ι». Προστίθενται και τα εξής, προτού καταλήξω: Ο αιτητής, με την υπό κρίση αίτηση ζητά την ακύρωση της επίδικης υποθήκης καθώς και ακόμη μιας, ως επίσης και την ακύρωση όλων των εμπράγματων βαρών που έχουν εγγραφεί επί της ακίνητης ιδιοκτησίας του δυνάμει της απόφασης, ημερομηνίας 2/2/2004, η οποία εκδόθηκε στο πλαίσιο της αγωγής 2754/2003, του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου. Τίποτε απ' όλα αυτά δικαιούται να αξιώνει. Ο γενικός, αόριστος και χωρίς ίχνος τεκμηρίωσης ισχυρισμός του ότι έχουν καταβληθεί χρηματικά ποσά τα οποία δεν αναφέρονται από τους καθ' ων η αίτηση στην ειδοποίηση Τύπου «Θ» καθώς και στην επίδικη ειδοποίηση, πόρρω απέχει από το να θεωρηθεί ότι συνιστά το πραγματικό για σκοπούς ενεργοποίησης της εξουσίας του Δικαστηρίου για εξάλειψη των εν λόγω υποθηκών, σε εφαρμογή του άρθρου 36 του Νόμου. Πολύ συνοπτικά, η ουσία όσων διαλαμβάνονται στο συγκεκριμένο άρθρο, το οποίο θα πρέπει να ιδωθεί σε συνάρτηση με το άρθρο 35 του Νόμου - τα οποία είναι γεγονός ότι περιλαμβάνονται στη νομική βάση της υπό κρίση αίτησης -, για ό,τι μας αφορά έγκειται στα εξής: Όταν το ενυπόθηκο χρέος έχει εξοφληθεί ή παύει να υφίσταται, ο ενυπόθηκος δανειστής υποχρεούται να μεριμνήσει για την εξάλειψη της υποθήκης, ενεργώντας κατά τον τρόπο που αναφέρεται στο άρθρο 35 του Νόμου. Σε αντίθετη περίπτωση, ο ενυπόθηκος οφειλέτης μπορεί να καταχωρήσει αίτηση στο Δικαστήριο και να ζητήσει την έκδοση σχετικού ακυρωτικού διατάγματος της υποθήκης. Στην προκειμένη περίπτωση ίχνος αποδεκτής μαρτυρίας υπάρχει ότι το ενυπόθηκο χρέος του αιτητή έχει εξοφληθεί είτε ακόμη, ότι δεν υφίσταται. Δεδομένου ότι όλοι οι λόγοι για τους οποίους ο αιτητής, με βάση το περιεχόμενο της γραπτής αγόρευσης του δικηγόρου του ζητά την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων είναι αβάσιμοι θεωρώ αχρείαστο να ασχοληθώ με οποιοδήποτε άλλο λόγο ένστασης στην αίτηση. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των καθ' ων η αίτηση και σε βάρος του αιτητή. (Υπ.) ............ Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ Subject: Civil/Other Actions /Interim (Αναφορά: Πολιτική - Αίτηση/Έφεση για ακύρωση του Τύπου «ΙΑ») cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.